Έντονο το πρόβλημα το 1959

Δεν ήταν κι ό,τι καλύτερο για τους διαβάτες… Να διασχίζουν τη γέφυρα Αλκαζάρ, γνωρίζοντας ότι υπάρχουν νάρκες! Δεκέμβριος 1945 και οι ταμπέλες «προσοχή νάρκες» [1], ένθεν κι ένθεν των πλευρών της γέφυρας, προκαλούσαν σύγκρυο. Ήδη η Λάρισα μετρούσε θύματα, από τον Νοέμβριο του 1944. Κατά τη διάρκεια εργασιών επισκευής της ξύλινης γέφυρας του Πηνειού [2], σκοτώθηκε από έκρηξη νάρκης τεχνίτης ξυλουργός και τραυματίστηκαν ένας αντάρτης και 12χρονο παιδί.

Η Λάρισα ήταν ακόμη βαριά «πληγωμένη» από τις συνέπειες του σεισμού του 1941, του πολέμου και της ναζιστικής κατοχής. Η «Ε» έγραφε σχετικά: «Οι Λαρισαίοι και οι χωρικοί, που περνούν από την γέφυραν, αντί να παύσουν πλέον να αντικρύζουν την πινακίδα με την επιγραφήν «Προσοχή νάρκες», εις το αριστερόν μέρος αυτής, βλέπουν τώρα και δευτέραν πινακίδα. Δεξιά, με τας ιδίας λέξεις. Έτσι, είναι υποχρεωμένοι να περνούν μέσα από πεδίον ναρκών, εις εποχήν απέχουσα πλέον του έτους από της ημέρας της απελευθερώσεως. Όταν σχετικώς, προ καιρού, διεμαρτυρήθη η στήλη αυτή, της εδηλώθη ότι το συνεργείον εκκαθαρίσεως των ναρκών ευρίσκετο εις τα Φάρσαλα και ότι θα ήρχετο και εδώ. Δεν συνεπληρώθη άρα γε το πλήρωμα του χρόνου, ώστε να φθάση από Φαρσάλων εις Λάρισαν; Ή θα έρθη, όταν θρηνήσωμεν θύματα; Να ζητήσωμεν πάλιν από την Α.Σ.Δ. να ενδιαφερθή ή μήπως είναι η υπόμνησις αυτή ενόχλησις; Είναι κρίμα, όμως, να μας κυκλώνουν τοιαύτα φονικά όπλα, ύστερα από τόσους μήνας. Πρέπει αμέσως να απαλλαγώμεν από αυτόν τον περιττόν κίνδυνον». Η πρώτη δημοσίευση από την «Ε» έγινε στις 31 Ιουλίου1945 και επαναλήφθηκε στις 9 Οκτωβρίου 1945, πάλι χωρίς να γίνει κάτι.

Κίνδυνος υπήρχε και τα επόμενα χρόνια. Στις 25 Οκτωβρίου 1947 η «Ε» έγραφε και πάλι: «Πολύς κόσμος συγκεντρώνεται κατά τας ηλιολούστους ημέρας και παρακολουθεί την εκσκαφήν της παλαιάς κοίτης του Πηνειού. Εκατέρωθεν, όμως, της γέφυρας οι Γερμανοί είχαν δημιουργήσει ναρκοπέδια. Δεν εγνώσθη δε, αν αι νάρκαι εξήχθησαν εκείθεν ποτέ. Διά να μη συμβούν δυστυχήματα, καλόν είναι να γίνη μια συστηματική έρευνα από ναρκαλιευτικόν συνεργείον». Αλλά νάρκες υπήρχαν κι αλλού. Περίπου δύο μήνες νωρίτερα, την 1η Σεπτεμβρίου 1947, ο Οργανισμός Υδρεύσεως και Ηλεκτροφωτισμού Λαρίσης (ΟΥΗΛ), με καταχώρησή του στην «Ε» γνωστοποιούσε ότι ο χώρος στις υδραυλικές εγκαταστάσεις (υδατόπυργος) ήταν παγιδευμένος με νάρκες! Καλούσε δε τον κόσμο, να μην πλησιάζει τις εγκαταστάσεις ύδρευσης σε απόσταση 500 μέτρων. Σημειώνεται ότι από τα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση ο χώρος του υδατόπυργου ήταν τόπος εκδρομών των Λαρισαίων. Μάλιστα, τους καλοκαιρινούς μήνες χρησιμοποιούσαν σημεία της όχθης του Πηνειού, ως χώρους κολύμβησης.

Το θέμα των διάσπαρτων ναρκών, βομβών κ.λπ. απασχολούσε για πολύ καιρό την τοπική κοινωνία. Στις 6 Φεβρουαρίου 1951 η ανακοίνωση του Α’ Αστυνομικού Τμήματος Λαρίσης, την οποία υπέγραφε ο διοικητής υπομοίραρχος Αθανάσιος Κρίνης, εφιστούσε την προσοχή του πληθυσμού, για τον κίνδυνο εκρήξεων από νάρκες, βλήματα, χειροβομβίδες κ.λπ., τις οποίες ανύποπτοι ιδιώτες περιεργάζονταν. Τους καλούσε δε, να ειδοποιούν αμέσως τις αστυνομικές αρχές, για να τις περισυλλέγουν. Στις 27 Ιανουαρίου 1954 σχόλιο της «Ε» ανέφερε για τον θάνατο ενός κατοίκου της Ιτέας Γόννων από έκρηξη νάρκης, στην περιοχή της γέφυρας του Πηνειού. Ζητούσε δε να καταστραφεί το ναρκοπέδιο που υπήρχε εκεί ή να περιφραχθεί. Λίγους μήνες μετά [3] το Γενικό Επιτελείο Στρατού ανακοίνωσε την έναρξη εργασιών εκκαθάρισης ναρκοπεδίων ξηράς σε όλη την επικράτεια. Αυτό θα γινόταν από ειδική μονάδα, η οποία είχε συγκροτηθεί ειδικά, τη Διοίκηση Εκκαθαρίσεως Ναρκοπεδίων Ξηράς (ΔΕΝΞ). Ζητούσε δε τη βοήθεια των πολιτών, αν γνωρίζουν την ύπαρξη ναρκών ή ναρκοπεδίων. Σύμφωνα με δημοσίευμα της «Ε», στις 31 Μαΐου 1959, εκδόθηκε εγκύκλιος της Νομαρχίας Λαρίσης προς τους κοινοτάρχες, με παραστατικούς πίνακες, για την αποφυγή των κινδύνων από νάρκες και εγκαταλελειμμένο πολεμικό υλικό.

Το μεγάλο πρόβλημα ανέδειξε εκ νέου η «Ε», με ρεπορτάζ του Α.Χ. (Αλέκου Χατζηευθυμίου) στις 10 Ιουνίου 1959. Αφορμή ήταν η επίδειξη στο «Σπίτι του Στρατιώτου» «περίεργων» αντικειμένων, τα οποία κρύβονταν σε θάμνους και δεν ήταν παρά εκρηκτικά, νάρκες, χειροβομβίδες κ.λπ. Η επίδειξη έγινε αποκλειστικά σε μαθητές. Όπως ανέφερε το ρεπορτάζ, το χρονικό διάστημα 1939-1949 υπήρχαν τοποθετημένες στην Ελλάδα 1.500.000 νάρκες και ήταν γνωστά 2.000 ναρκοπέδια! Μέχρι το 1954 είχαν ξεθαφτεί 200.000 εκρηκτικά μηχανήματα. Η καινούρια μονάδα ΔΕΝΞ μέχρι το 1959 είχε απομακρύνει 130.000 αντιαρματικές νάρκες και 250.000 νάρκες κατά προσωπικού. Είχαν δε αποδοθεί 35.000 στρέμματα καλλιεργήσιμης έκτασης. Ακόμη, όμως, δεν είχε ξεκινήσει η εκκαθάριση στη Θεσσαλία και σε λίγες ακόμα περιοχές. Τα ατυχήματα με παιδιά από διάσπαρτα εκρηκτικά συνεχίζονταν και στις 7 Δεκεμβρίου 1963, μέσω της «Ε» δημοσιοποιήθηκε εγκύκλιος του Υπουργείου Εσωτερικών, για τη διαφώτιση των παιδιών, σχετικά με τους κινδύνους. Παρά τα μέτρα, τα οποία ανακοινώνονταν και τις εκκαθαρίσεις περιοχών, το πρόβλημα εντοπιζόταν και το 1965. Σύμφωνα με δημοσίευμα της «Ε» στις 19 Φεβρουαρίου η Νομαρχία ζήτησε από την 1η Στρατιά νε γίνει εκκαθάριση παλιών ναρκοθετήσεων σε Ραψάνη, Ελασσόνα, Λιβάδι και Δεσκάτη.

Ακόμη και σήμερα, όμως, ανευρίσκονται θαμμένα εκρηκτικά…

—————————————————

[1]. Εφημερίδα «Ελευθερία» Λάρισας, 15 Δεκεμβρίου 1945.

[2]. Εφημερίδα «Αλήθεια» Λάρισας, 17 και 18 Νοεμβρίου 1944 (Αρχείο Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων).

[3]. Εφημερίδα «Ελευθερία» Λάρισας, 23 Ιουνίου 1954.

 

Προειδοποιήσεις για τις νάρκες

Η είδηση του θανάτου εργαζόμενου στις 17 Νοεμβρίου 1944 (εφημερίδα «Αλήθεια», αρχείο βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων).