Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

 

Ιφικράτης: Μια στρατιωτική ιδιοφυΐα της αρχαιότητας

Ο Ιφικράτης εμφανίστηκε στο ιστορικό προσκήνιο κατά τον Κορινθιακό Πόλεμο



Ο Ιφικράτης ήταν Αθηναίος στρατηγός καταγόμενος από πτωχή οικογένεια, εκ του δήμου Ραμνούντος. Έζησε στο πρώτο μισό του 4ου π.Χ. αιώνα.

Διακρίθηκε όχι μόνο για τη γενναιότητά του και την πολεμική του ικανότητα, αλλά πολύ περισσότερο, για την επιτυχή εφαρμογή στρατιωτικών μεταρρυθμίσεων τακτικής και οπλισμού, τις οποίες επέβαλε ύστερα από την αποκτηθείσα εμπειρία και ανάλυση των διδαγμάτων του Πελοποννησιακού πολέμου.

Βοιωτικός ή Κορινθιακός πόλεμος (395 – 387 π.Χ.)

Ο Ιφικράτης εμφανίστηκε στο ιστορικό προσκήνιο κατά τον Κορινθιακό Πόλεμο. Διακρίθηκε αρχικά στις ναυμαχίες στο Αιγαίο που είχαν ως συνέπεια την μερική αποκατάσταση της αθηναϊκής ναυτικής ισχύος. Έπειτα, ως διοικητής μισθοφορικού σώματος, που ο στρατηγός Κόνων οργάνωσε με περσικά χρήματα (τέλη του 393 π.Χ.), εστάλη στην συμμαχική Κόρινθο για να ενισχύσει την άμυνα τής πόλης εναντίον ενδεχόμενης επίθεσης του λακωνικού συνασπισμού.

Το σώμα αυτό αποτελείτο κυρίως από ελαφρά οπλισμένους άνδρες, σε μια παραλλαγή των Θρακών πελταστών-ακοντιστών. Οργανώθηκε, εκπαιδεύτηκε και ενεργούσε σύμφωνα με τις ιδέες και απόψεις του διοικητή του. Σύντομα οι «ιφικράτειοι» πελταστές, όπως ονομάστηκαν, θα δικαίωναν τις επιλογές του νεαρού στρατηγού.

Το 392 π.Χ. μέρος των μακρών τειχών της Κορίνθου (που ένωναν την πόλη με το δυτικό λιμάνι της, Λέχαιο) κατελήφθη από τους Σπαρτιάτες. Λόγω της αντίστασης του Ιφικράτους η Κόρινθος παρέμεινε στα χέρια των δημοκρατικών. Το 391 π.Χ. οι εξόριστοι Κορίνθιοι ολιγαρχικοί, που είχαν καταφύγει στο Λέχαιο, προσπάθησαν να καταλάβουν την Κόρινθο αλλά ηττήθηκαν από τις δυνάμεις του Ιφικράτους. Αργότερα το ίδιο έτος, κατέλαβε το ίδιο το Λέχαιο και με ορμητήριο την πόλη αυτή επέδραμε κατά των περιοχών της Φλειούντας, Σικυώνος και Αρκαδίας.

Οι δύο πρώτες πόλεις που επιδίωξαν να αντιμετωπίσουν τους πελταστές του Ιφικράτους υπέστησαν διαδοχικά συντριπτικές ήττες, με αποτέλεσμα οι φημισμένοι Αρκάδες πολεμιστές να μην τολμήσουν να αντιμετωπίσουν τους εχθρούς τους που ανενόχλητοι δήωσαν την χώρα τους. Οι πελταστές είχαν ήδη αρχίσει να αποκτούν φήμη, όπως και ο αρχηγός τους, τόσο λόγω των εντυπωσιακών νικών που πέτυχαν όσο και των ελάχιστων απωλειών τους.

Οι επιτυχίες αυτές αύξησαν την αθηναϊκή δύναμη και επιρροή και ακολούθως ανησύχησαν τους Σπαρτιάτες οι οποίοι αντέδρασαν πιο δυναμικά στέλνοντας τον βασιλιά τους Αγησίλαο Β΄ με στρατό και στόλο. Ο τελευταίος πραγματοποίησε δύο εκστρατείες στην περιοχή της Κορίνθου κατά τα έτη 391 και 390 π.Χ. καταλαμβάνοντας αρκετές θέσεις και οικισμούς γύρω από την Κόρινθο, μεταξύ των οποίων και το Λέχαιο.

Η επικράτηση του Αγησίλαου φαινόταν αδιαμφισβήτητη και οι Βοιωτοί, σύμμαχοι των Αθηναίων, έσπευσαν να ζητήσουν ειρήνη. Τότε ακριβώς οι πελταστές του Ιφικράτους κατατρόπωσαν μία σπαρτιατική μόρα (στρατός) (600 άνδρες) προκαλώντας απώλειες 250 νεκρών και αγνώστου αριθμού τραυματιών (μάχη του Λεχαίου).

Η μόρα αυτή επέστρεφε από την Σικυώνα στο Λέχαιο αφού πρώτα είχε συνοδεύσει κάποιους συμπατριώτες τους, κατοίκους των Αμυκλών, που πήγαιναν στην πατρίδα τους για να συμμετάσχουν σε μια τοπική γιορτή. Ο Ιφικράτης και ο Καλλίας παρατήρησαν ότι η μόρα δεν είχε «ψιλούς», ούτε επαρκή κάλυψη ιππικού και αποφάσισαν να την προσβάλουν με τους ευκίνητους πελταστές.

Ο Καλλίας με τους οπλίτες του έμεινε κοντά στην Κόρινθο ως εφεδρεία που τελικά δεν χρειάστηκε. Οι πελταστές με αλλεπάλληλες προσβολές και υποχωρήσεις κατάφεραν να αποσυντονίσουν και να καταπονήσουν τους πιο δυσκίνητους αντιπάλους, που τελικά υποχώρησαν άτακτα προς το Λέχαιο.

Η αναπάντεχη ήττα αλλά και το μέγεθος της συμφοράς (η Σπάρτη έχασε το ένα δέκατο των πολιτών της) των μέχρι τότε αήττητων Σπαρτιατών προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στην Ελλάδα και ιδιαίτερα μεταξύ των Λακεδαιμονίων βαθύ πένθος, κλονίζοντας σοβαρά το κύρος τής σπαρτιατικής στρατιωτικής ισχύος.

Μάλιστα, ο Αγησίλαος επιστρέφοντας στην Σπάρτη μετά το συμβάν, φρόντισε ώστε ο στρατός του να μπαίνει στις πόλεις, όπου επρόκειτο να διανυκτερεύσει, αφού νυχτώσει και να βγαίνει από αυτές όσο το δυνατόν νωρίτερα το πρωί, ενώ στην Μαντίνεια δεν διανυκτέρευσε καν, αλλά τη διέσχισε μέσα στη νύχτα για να μην δουν οι στρατιώτες του τους Μαντινείς να χαίρονται από την ήττα των Σπαρτιατών.[2]

Οι περισσότερες από τις θέσεις που είχε καταλάβει ο Αγησίλαος ανακατελήφθησαν από τον Ιφικράτη εκτός από το Λέχαιο, αλλά σύντομα ο Ιφικράτης ανακλήθηκε στην Αθήνα καθώς κάποιες πρωτοβουλίες του δεν άρεσαν στους συμμάχους και κυρίως στους Αργείους. Τη θέση του πήρε ο στρατηγός Χαβρίας επικεφαλής άλλου μισθοφορικού τμήματος.

Το 388 π.Χ. εστάλη με οχτώ τριήρεις και 1.200 πελταστές στον Ελλήσποντο εναντίον του σπαρτιατικού στόλου και των συμμάχων του. Οι περισσότεροι των πολεμιστών του ήταν παλαίμαχοι των επιχειρήσεων στην Πελοπόννησο κατά τα προηγούμενα χρόνια.

Το καλοκαίρι του ιδίου έτους κατατρόπωσε ξανά (με τέχνασμα) τους Σπαρτιάτες και τους συμμάχους τους, Αβυδινούς υπό τον Αναξίβιο ο οποίος έπεσε στη μάχη. Με τις επόμενες επιχειρήσεις στον Ελλήσποντο, φάνηκε ότι η αθηναϊκή ισχύς θα μπορούσε να αποκατασταθεί πλήρως στην περιοχή, αλλά το επόμενο έτος ο Ιφικράτης και άλλοι τέσσερις Αθηναίοι στρατηγοί παραπλανήθηκαν από τον Σπαρτιάτη Ανταλκίδα και αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν (Βασίλειος ή Ανταλκίδειος ειρήνη, 387 π.Χ.).

Με την λήξη του Κορινθιακού Πολέμου, ο Ιφικράτης δεν επέστρεψε στην Αθήνα αλλά μετέβη με τους πελταστές του στη Θράκη όπου υπήρχαν πολλές ευκαιρίες πλουτισμού και διάκρισης για έναν έμπειρο στρατιωτικό ηγέτη, λόγω της αστάθειας που επικρατούσε στην περιοχή. Αρχικά προσέφερε τις υπηρεσίες του στον Σεύθη Β΄, βασιλιά του ισχυρού φύλου των Οδρυσών Θρακών και έπειτα στον διάδοχό του, Εβρύζελμι. Σύντομα όμως εγκατέλειψε τον τελευταίο και τάχθηκε με τον αντίπαλό του, Κότυ Α΄ (384 π.Χ.-359 π.Χ.). Με αρχιστράτηγο τον Ιφικράτη οι δυνάμεις του Κότυος νίκησαν τον Εβρύζελμι (385 π.Χ.) και στη συνέχεια ένωσαν τους Οδρύσες Θράκες υπό το σκήπτρο του νέου βασιλιά τους, δημιουργώντας ένα ισχυρό κράτος από τον Έβρο ποταμό μέχρι την Οδησσό. Ως ανταμοιβή, ο Αθηναίος στρατηγός έλαβε μια κόρη του εργοδότη του ως σύζυγο και τις πόλεις Δρυ και Άντισσα του θρακικού βασιλείου (382 π.Χ.).

Ο Ιφικράτης δεν έμεινε πολύ στη Θράκη αλλά αναζήτησε και αλλού ευκαιρίες για να προσφέρει τις πολύτιμες υπηρεσίες του. Το χειμώνα του 380/379 π.Χ. ταξίδεψε στην Αίγυπτο όπου συνέπραξε με τους Πέρσες εναντίον των επαναστατημένων Αιγυπτίων.

Αν και η Αθήνα αρχικά είχε ταχθεί με το μέρος των εξεγερθέντων, στην πορεία άλλαξε πολιτική, για να μην δυσαρεστήσει περισσότερο του Πέρσες και ανακάλεσε τον στρατηγό Χαβρία που βοηθούσε τους Αιγυπτίους. Επίσης ενέκρινε την απόφαση του Ιφικράτους κι έτσι αυτός ενεργούσε πλέον ως εντολοδόχος της πατρίδας του.

Μέχρι το 373 π.Χ. υπηρέτησε στο μέτωπο αυτό ως αρχηγός των μισθοφόρων (12.000 – 20.000), συμβάλλοντας σε σημαντικό βαθμό στον περιορισμό των επαναστατών. Όμως παρά τις επιτυχίες του, ήρθε σε ρήξη με τον Φαρνάβαζο, αρχηγό των περσικών στρατευμάτων, και για να μην χρεωθεί την αποτυχία των επιχειρήσεων, έφυγε κρυφά και επέστρεψε στην Αθήνα.[3]

Κυρίαρχος στην πολιτική σκηνή της Αθήνας – Εκστρατεία στο Ιόνιο

Εν τω μεταξύ στην μητροπολιτική Ελλάδα μαίνονταν οι εμφύλιες συγκρούσεις χωρίς κάποια παράταξη να μπορέσει να πάρει ουσιαστικό προβάδισμα. Η ισχύς της Σπάρτης, που μετά την Ανταλκίδειο ειρήνη φαινόταν αδιαμφισβήτητη, δέχτηκε ανεπανόρθωτα πλήγματα με την ανεξαρτητοποίηση και την άνοδο της Θήβας (378 π.Χ.) και την ίδρυση της Β΄ Αθηναϊκής Συμμαχίας (377 π.Χ.). Το 375 π.Χ. συνήφθη για πολλοστή φορά ειρήνη, η οποία σύντομα παραβιάστηκε και από τις δυο πλευρές.

Το 373 ο αθηναϊκός δήμος ανέθεσε στον στρατηγό Τιμόθεο την προστασία και ενίσχυση των συμμάχων τους στο Ιόνιο. Δεν διέθεσε όμως τα ανάλογα οικονομικά μέσα στον στρατηγό με συνέπεια αυτός να κωλυσιεργεί προσπαθώντας να βρει τους απαραίτητους πόρους. Οι πολιτικοί αντίπαλοι του Τιμοθέου, Ιφικράτης (που μόλις είχε επιστρέψει μετά την πολυετή απουσία του) και Καλλίστρατος εκμεταλλεύτηκαν την δυσφορία των Αθηναίων και πέτυχαν την καθαίρεση του Τιμοθέου αναλαμβάνοντας οι ίδιοι την αρχηγία της εκστρατείας.

Ο Ιφικράτης και ο Καλλίστρατος ήταν πλέον οι ισχυρότεροι άνδρες του «κλεινού άστεως» κι έτσι ο Ιφικράτης επιδόθηκε με ζήλο στην οργάνωση της εκστρατείας στο Ιόνιο. Συγκέντρωσε μεγάλο αριθμό πλοίων (70) και κατευθύνθηκε χωρίς καθυστέρηση προς την Κέρκυρα, η οποία πολιορκούνταν από τον Σπαρτιάτη Μνάσιππο.

Κατά τη διάρκεια του περίπλου της Πελοποννήσου υπέβαλε τα πληρώματά του σε εντατικές ασκήσεις, π.χ. ελιγμούς, ασκήσεις ταχύτητας κ.λπ. Με τον τρόπο αυτό επέτυχε την συνεχή εγρήγορση και ετοιμότητα αλλά και επιπλέον εκπαίδευση των ναυτών του χωρίς να καθυστερήσει. Εν τω μεταξύ ο Μνάσιππος σκοτώθηκε στις συγκρούσεις έξω από την πολιορκούμενη Κέρκυρα και ο στρατός του επιβιβάστηκε όπως-όπως στα πλοία και έφυγε.

Όταν ο Ιφικράτης έφτασε στην Κέρκυρα έμαθε ότι πλησίαζε στόλος των Συρακουσίων προς ενίσχυσιν των Σπαρτιατών. Αφού μελέτησε καλά την περιοχή ο Αθηναίος στρατηγός κατάφερε να αιχμαλωτίσει το σύνολο των εχθρικών πλοίων.

Στα πλοία αυτά ο τύραννος των Συρακουσών Διονύσιος ο Πρεσβύτερος είχε φορτώσει και πλούσια αναθήματα για τα ιερά των Δελφών και της Ολυμπίας. Ο Ιφικράτης αφαίρεσε τα αναθήματα και εισέπραξε 60 τάλαντα από την εκποίησή τους, με το οποίο πλήρωσε μέρος των εξόδων της εκστρατείας.

Επίσης φορολόγησε τις πόλεις της Κεφαλονιάς, την οποία είχε κυριεύσει κατά τον πλου προς την Κέρκυρα, ενώ επέβαλε στους ναύτες του υποχρεωτική επ’ αμοιβή εργασία στους αγρούς των Κερκυραίων καθώς δεν είχε αρκετά χρήματα για την καταβολή των μισθών. Παράλληλα, αποβιβάστηκε με τους πελταστές του στην Ακαρνανία και βοήθησε τις εκεί συμμαχικές πόλεις. Ο στόλος του τώρα αριθμούσε 90 πλοία αφού είχε ενωθεί μαζί του και ο στόλος των Κερκυραίων.

Όμως τα έξοδα ήταν μεγάλα και ο Ιφικράτης έθεσε στην Εκκλησία του Δήμου το δίλημμα είτε να βρει πόρους για τη συνέχιση των επιχειρήσεων είτα να κλείσει ειρήνη με την Σπάρτη. Η Αθήνα επέλεξε την δεύτερη λύση. Ήθελε να διατηρήσει τα κέρδη που είχε αποκομίσει μέχρι στιγμής, ενώ ανησυχούσε για την αυξανόμενη δύναμη των Θηβαίων οι οποίοι συμμετέχοντας μόνον περιστασιακά στις συγκρούσεις ήταν οι ουσιαστικώς κερδισμένοι.[4]

Τελευταίες επιχειρήσεις

Με την υπογραφή της ειρήνης, ο Ιφικράτης ανακλήθηκε από το Ιόνιο (371 π.Χ.). Η Αθήνα και η Σπάρτη θεωρώντας πλέον ως κοινό κίνδυνο τη Θήβα ανέπτυξαν στενές σχέσεις. Το ίδιο έγινε η μάχη των Λεύκτρων στην οποία ο θηβαϊκός στρατός υπό τον Επαμεινώνδα συνέτριψε του Λακεδαιμονίους και τους συμμάχους τους.

Έπειτα εξεστράτευσε στην Πελοπόννησο όπου αποδυνάμωσε περαιτέρω τους Σπαρτιάτες. Οι Αθηναίοι τότε ψήφισαν γενική επιστράτευση και έθεσαν τον Ιφικράτη επικεφαλής του στρατού. Ο τελευταίος κατάλαβε τα περάσματα του Ισθμού με σκοπό να αποκόψει την οδό επιστροφής των Θηβαίων. Ο Επαμεινώνδας όμως κατάφερε με τέχνασμα να αποφύγει τον αθηναϊκό στρατό και να επιστρέψει στην Θήβα χωρίς απώλειες.

Το 368 π.Χ. ο Ιφικράτης εστάλη στην Χαλκιδική, οι πόλεις της οποίας είχαν αποστατήσει από την Β Αθηναϊκή Συμμαχία και είχαν συμμαχήσει με την Αμφίπολη. Ο Ιφικράτης επέκτεινε την επιρροή της Αθήνας στο Μακεδονικό βασίλειο (ήταν προσωπικός φίλος της βασίλισσας Ευρυδίκης) αλλά απέτυχε να καταλάβει την Αμφίπολη, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες. Έτσι το 365 π.Χ. καθαιρέθηκε και την θέση του έλαβε ο πολιτικός του αντίπαλος Τιμόθεος.

Δυσαρεστημένος από αυτήν την εξέλιξη ο Ιφικράτης πήγε ξανά στην Θράκη όπου πρόσφερε τις υπηρεσίες του στον βασιλιά Κότυ εναντίον της πατρίδας του. Κυρίευσε την Σηστό του Ελλήσποντου, αθηναϊκή κτήση, αλλά όταν ο Κότυς θέλησε να καταλάβει και τις υπόλοιπες αθηναϊκές κτήσεις της περιοχής, ο Ιφικράτης τον εγκατάλειψε και γύρισε στην Αθήνα, μη θέλοντας να προκαλέσει κι άλλο κακό στην πατρίδα του.[5]

Εκεί κατάφερε να ανακτήσει την προηγούμενη πολιτική του επιρροή και θέση, παρά τις ενέργειές του στην Θράκη. Μάλιστα συμφιλιώθηκε με τον παλιό αντίζηλό του, Τιμόθεο και μαζί κυριάρχησαν για κάποιο διάστημα στην εσωτερική πολιτική σκηνή.

Επόμενη ενέργεια του Ιφικράτους ήταν η εκστρατεία στο Βυζάντιο μαζί με τον γιο του και τον Τιμόθεο, προς ενίσχυση του στρατηγού Χάρητα, ο οποίος αγωνιζόταν εναντίον των αποστατών συμμάχων της Αθήνας. Όμως η εκστρατεία δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα, παρά τις μεγάλες δυνάμεις που κινητοποίησε η Αθήνα (120 τριήρεις, ο μεγαλύτερος στόλος μετά τη ναυμαχία των Αργινουσών).

Αφού επανέφεραν στη συμμαχία κάποιες πόλεις, ο στόλος των Ιφικράτους και Τιμοθέου ενώθηκε με τις δυνάμεις του Χάρητα, κοντά στην Χίο. Όμως λόγω θαλασσοταραχής στην περιοχή, οι Ιφικράτης και Τιμόθεος δίστασαν να εμπλακούν με τον αντίπαλο στόλο. Ο Χάρης τους κατηγόρησε ως προδότες και έσπευσε μόνος του να αντιμετωπίσει τους αντιπάλους. Όπως ήταν αναμενόμενο, ηττήθηκε.

Όταν επέστρεψαν στην Αθήνα, ο Χάρης κατηγόρησε τους συστρατήγους του ως προδότες. Τελικά μετά από δίκη, ο Ιφικράτης και ο γιος του Μενεσθέας αθωώθηκαν, ενώ στον Τιμόθεο επιβλήθηκε πρόστιμο (355 π.Χ.). Με τα γεγονότα αυτά, ο Ιφικράτης έχασε την πολιτική του επιρροή και οι πηγές δεν ξανακάνουν λόγο γι’ αυτόν. Άγνωστος παραμένει και ο ακριβής χρόνος του θανάτου του. Συνήθως τοποθετείται περί το 350 π.Χ. ή λίγο αργότερα.

Οι καινοτομίες του Ιφικράτους στην πολεμική τέχνη

Κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, ιδίως δε κατά την τελευταία φάση, η πολεμική τέχνη των Ελλήνων άρχισε να αλλάζει και να απομακρύνεται από την κλασσική εικόνα της σύγκρουσης μεταξύ οπλιτικών φαλαγγών, που είχε επικρατήσει από τον 7ο π.Χ. αι. Ο ατομικός οπλισμός, κυρίως ο αμυντικός, άρχισε να μειώνεται ενώ οι τακτικές έτειναν να γίνουν πιο πολύπλοκες και ρευστές.

Ως εκ τούτου, από την εποχή αυτή κι έπειτα τα ελαφρά τμήματα, οι λεγόμενοι ψιλοί (ακοντιστές, τοξότες, σφενδονίτες κ.ά.), αποκτούν όλο και μεγαλύτερη σημασία και δεν περιορίζονται απλώς σε επικουρικούς ρόλους.

Αξιοποιώντας τα διδάγματα του πολέμου αυτού, ο Ιφικράτης εισήγαγε καθοριστικές καινοτομίες στον οπλισμό των στρατιωτών, την εκπαίδευση, τις τακτικές μάχης και γενικότερα στην πολεμική τέχνη. Ειδικότερα εισήγαγε έναν νέο τύπο πεζικού, τους πελταστές. Αρχικά οι πελταστές αποτελούσαν έναν από τους παραδοσιακούς τύπους πολεμιστή των θρακικών φυλών και ήταν γνωστοί στην Νότιο Ελλάδα, όπου υπηρετούσαν ως μισθοφόροι, αρκετά πριν την εποχή του Ιφικράτους. Οι «ιφικράτιοι» πελταστές αποτελούσαν έναν ενδιάμεσο τύπο μεταξύ των παλαιών πελταστών και των κλασσικών οπλιτών.

Συγκεκριμένα εξοπλίστηκαν με ακόντιο διπλάσιου μήκους και ξίφος μεγαλύτερου των αντίστοιχων κλασσικών, ελαφρύ θώρακα από λινό ή δέρμα, ενώ για ασπίδα υιοθετήθηκε η «πέλτη» των Θρακών ομολόγων τους, πολύ ελαφρύτερη της οπλιτικής. Επίσης οι χάλκινες περικνημίδες αντικαταστάθηκαν με δερμάτινα υποδήματα, τις περίφημες «ιφικρατίδες υποδέσεις», που ήταν ελαφρύτερα, πρακτικά και πιο εύχρηστα.[6]

Οι αλλαγές στον οπλισμό συνοδεύτηκαν από αντίστοιχες καινοτομίες σε τακτικό επίπεδο. Οι «ιφικράτειοι» πελταστές, συγκέντρωναν στον καλύτερο δυνατό συνδυασμό τα πλεονεκτήματα τόσο των πελταστών όσο και των οπλιτών.

Λόγω του βαρύτερου οπλισμού τους, υπερείχαν σαφώς των υπολοίπων ψιλών στρατευμάτων, ενώ υπό κάποιες συνθήκες μπορούσαν να αντιπαραταχθούν και σε οπλιτική φάλαγγα. Συνήθως βέβαια απέφευγαν την άμεση επαφή με φάλαγγα, ιδίως σε πεδινές περιοχές, και ακολουθούσαν τακτικές διαδοχικών προσβολών και υπαναχωρήσεων, που συνήθως είχαν ως αποτέλεσμα τον αποσυντονισμό και τελικά την καταστροφή της αντίπαλης παράταξης (χαρακτηριστικό παράδειγμα η κατανίκηση των Σπαρτιατών στο Λέχαιο).

Επίσης η μείωση του βαρέως οπλισμού έδινε τη δυνατότητα μεταφοράς περισσότερων προμηθειών, σε σχέση με τους οπλίτες. Έτσι οι πελταστές μπορούσαν να πραγματοποιούν μεγαλύτερες πορείες και σε δύσβατο έδαφος, κάτι που πολλές φορές τούς έδινε το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού. Με άλλα λόγια οι μισθοφόροι του Ιφικράτους ακολουθούσαν τακτικές καταδρομών ενώ με την ευκινησία τους, αναλάμβαναν τον ρόλο του ιππικού σε εδάφη που αυτό δεν μπορούσε να ενεργήσει.

Ο Ιφικράτης ως στρατηγός

Ο Ιφικράτης διακρίθηκε και ως διοικητής, τόσο του νέου σώματος των πελταστών που ο ίδιος δημιούργησε, όσο και κάθε σχηματισμού ή στρατεύματος που του ανατέθηκε. Η ταραχώδης και ασταθής εποχή στην οποία έζησε και έδρασε, απαιτούσε πλέον τον επαγγελματισμό στον στρατιωτικό τομέα και ο Ιφικράτης ανταποκρίθηκε στην ανάγκη αυτή με αναλόγου επιπέδου υπηρεσίες.

Από τους ιστορικούς, και κυρίως από τον βιογράφο του Κορνήλιο Νέπω, χαρακτηρίζεται ως ένας από τους ευφυέστερους στρατηγούς της εποχής του, από τους οποίους μάλιστα ούτε οι μεγαλύτεροι σε ηλικία δεν μπορούν να τον ξεπεράσουν. Είχε την ικανότητα να επιβάλλεται αλλά και να εμπνέει τους υφισταμένους του, ώστε τα στρατεύματά του να διακρίνονται από αυστηρή πειθαρχία και συνοχή. Τον σεβασμό των στρατιωτών του τον κέρδιζε και με το προσωπικό του παράδειγμα, καθώς ήταν ο ίδιος γενναίος, ριψοκίνδυνος και μοιραζόταν τις κακουχίες που ταλαιπωρούσαν τους άνδρες του.

Προσιτός και αυστηρός, αναλόγως των περιστάσεων, δίκαιος σε ουσιώδη ζητήματα όπως η διανομή των λαφύρων, «εργασία εξίσου σπουδαία με τη μισθοδοσία για τους στρατούς της εποχής του».[7] Επίσης η ικανότητά του να κερδίζει τις μάχες με ελάχιστο κόστος τού εξασφάλιζε την εμπιστοσύνη των ανδρών του.

Επέβαλε συνεχή και εντατική εκγύμναση στους στρατιώτες του εκπαιδεύοντάς τους για την αντιμετώπιση διαφόρων περιπτώσεων (ενέδρες, αιφνιδιασμούς, επιθέσεις, τακτικές υποχωρήσεις κ.α.). Δεν επέτρεπε την αδράνεια, ακόμα και σε καιρό ειρήνης, πολλές φορές δε έβρισκε πρωτότυπους τρόπους για να το πετύχει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο πλους του αθηναϊκού στόλου προς την Κέρκυρα το 373 π.Χ.. Για να κερδίσει χρόνο αλλά και για να διατηρεί σε εγρήγορση και όσο το δυνατόν καλύτερη φυσική κατάσταση τα πληρώματα, οργάνωνε αγώνες ταχύτητας μεταξύ των πλοίων.

Επίσης κατά τις απαραίτητες στάσεις για ανεφοδιασμό στην ξηρά, τα εφόδια δεν συγκεντρώνονταν ώστε να μοιραστούν δίκαια σε όλους, αλλά κάθε πλήρωμα είχε δικαίωμα να αρπάξει όσα ήθελε. Έτσι «βραβεύονταν» πάλι οι γρηγορότεροι. Με τον τρόπο αυτό ο στόλος κάλυψε την απόσταση μέχρι την Κέρκυρα κωπηλατώντας και σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.

Συχνά εφάρμοζε ευφυή τεχνάσματα και στρατηγήματα για να παραπλανήσει και αιφνιδιάσει τους αντιπάλους και πάντα λάμβανε αυξημένα μέτρα για να μην βρεθεί προ απροόπτου ο ίδιος. Ωστόσο, όταν το έκρινε απαραίτητο, τα τεχνάσματα στόχευαν στους υφισταμένους του, ώστε να διαλυθεί τυχόν ηττοπάθεια και να διατηρηθεί ακμαίο το ηθικό. Σε μια περίπτωση που ο στρατός του υστερούσε αριθμητικά, φρόντισε να διαδοθούν στους άνδρες του φήμες περί δωροδοκίας εχθρικών τμημάτων, ώστε αυτά να αυτομολήσουν πριν την επικείμενη μάχη.

Η υποτιθέμενη προδοσία όπλισε το στράτευμα του Ιφικράτη με περισσό θάρρος και πίστη στην νίκη. Έδινε μεγάλη βαρύτητα στην ψυχολογία των εμπλεκομένων, ματαιώνοντας κάποιες φορές τη σύγκρουση την τελευταία στιγμή, αν έβλεπε ότι δεν μπορούσε να αναστρέψει την ηττοπάθεια των δικών του ή την αισιοδοξία των αντιπάλων. Γενικά προσπαθούσε να εκβιάσει προς όφελός του το αποτέλεσμα της μάχης, χρησιμοποιώντας κάθε διαθέσιμο μέσο. Αυτό άλλωστε επίτασσε και η εποχή του. Οι συγκρούσεις στον ελλαδικό χώρο ήταν πλέον συνεχείς, με αποτέλεσμα η οικονομία δυνάμεων και πόρων να είναι κεφαλαιώδους σημασίας.

Επίλογος

Ο Ιφικράτης υπήρξε από τους κορυφαίους και ευφυέστερους στρατιωτικούς της Αρχαίας Ελλάδας, με πολυετή δράση σε διάφορα μέτωπα της ανατολικής μεσογειακής λεκάνης. Συνέλαβε και εφήρμοσε ποικίλους νεωτερισμούς, συμβάλλοντας καταλυτικά στην εξέλιξη της ελληνικής πολεμικής τέχνης.

Συχνά χαρακτηρίζεται ως ένας από τους τρεις μεγάλους στρατιωτικούς μεταρρυθμιστές του 4ου π.Χ. αι., ακολουθούμενος από τον Επαμεινώνδα και τον Φίλιππο Β΄ της Μακεδονίας. Πέραν όμως από το στρατιωτικό έργο, έχει να επιδείξει αξιόλογη δράση και στον πολιτικό τομέα. Για σημαντικό διάστημα κυριάρχησε στον πολιτικό στίβο της πατρίδας του, κατευθύνοντας την αθηναϊκή εξωτερική πολιτική.

Μαζί με τους άλλους συμπατριώτες του στρατηγούς κατόρθωσαν να διατηρήσουν την επιρροή της Αθήνας στα ελληνικά πράγματα, παρά το γεγονός ότι η πάλαι θαλασσοκράτειρα πόλη της Παλλάδας είχε πλέον εισέλθει οριστικά σε τροχιά πολιτικής και οικονομικής παρακμής. Ο Αριστοτέλης του αποδίδει δύο ρητορικούς λόγους, τον «Προς Αρμόδιον» και «Υπέρ Ιφικράτους απολογία».

Στους λόγους αυτούς, όπως και αλλού (Πολυαίνου) διακρίνεται η ρητορική δεινότητα και η ευστροφία του, αφού τα επιχειρήματα και οι απαντήσεις που προτάσσει σε αντιδίκους, πολιτικούς αντιπάλους ή συνομιλητές είναι συχνά ευφυείς και αποστομωτικές.

Παρόλα αυτά, ο Ιφικράτης διακρίθηκε κυρίως στο στρατιωτικό πεδίο, απ’ όπου και απέσπασε τη μεγάλη φήμη και υστεροφημία. Ανήκε στη γενιά αυτή των Ελλήνων στρατιωτικών, που ο πόλεμος αποτελούσε την κύρια ασχολία τους. Κατείχαν την τέχνη του πολέμου σε σχεδόν επαγγελματικό επίπεδο και εκεί παρουσίαζαν εφευρετικότητα και δυναμισμό. Δεν ήταν σπάνιο το φαινόμενο, αυτοί οι άνδρες να εγκαταλείπουν την πόλη τους όταν η επιρροή τους μειωνόταν, με σκοπό να προσφέρουν αλλού τις στρατιωτικές τους υπηρεσίες και να επανέρχονται όταν μπορούσαν να έχουν πρωταρχικό λόγο. Στον αντίποδα βρίσκονταν οι πολιτικοί που προσπαθούσαν να επηρεάζουν τις εξελίξεις και την πορεία του τόπου τους, αλλά απέφευγαν να αναλάβουν στρατιωτικά πόστα.[8]

Εν κατακλείδι, η προσωπικότητα και τα κατορθώματα του Ιφικράτους απέσπασαν το σεβασμό και την αναγνώριση τόσο των συγχρόνων του Αθηναίων όσο και μεταγενέστερων επιφανών ανδρών, Ελλήνων και μη.



Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

 

Αλκαζάρ, από… στάβλος στην Κατοχή, στάδιο



Η είσοδος του Αλκαζάρ πριν το 1941 (φύλλο «Ε» 16 Δεκεμβρίου 1964, ρεπορτάζ Β. Καλογιάννη)

 

«Επέστρεψε» και το ποδόσφαιρο της Λάρισας, μετά την Κατοχή. Παρά τα μεγάλα προβλήματα διαβίωσης, οι άνθρωποι του αθλητισμού ξαναγύρισαν στις τοπικές ποδοσφαιρικές ομάδες. Τα ιστορικά λαρισινά σωματεία «Ηρακλής», «Άρης», «Απόλλων», «Λαρισαϊκός» και «Τοξότης» πάτησαν ξανά το σκληρό χώμα του ερειπωμένου Γυμναστηρίου. Ποδοσφαιρικοί αγώνες γίνονταν και πριν, αλλά όχι με θεσμική μορφή. Ημέρα γιορτής ήταν η Κυριακή 20 Ιανουαρίου 1946 [1]. Άρχισε επίσημα το ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα Λαρίσης, στο πλαίσιο της Ελληνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας (ΕΠΟ), ενώπιον άνω των 4.000 θεατών (!) και μάλιστα μετά μουσικής, από τη Στρατιωτική Μουσική Λαρίσης.

Δικαίως, ήταν γιορτή και για έναν ακόμα λόγο. Το Γυμναστήριο (μετέπειτα το θρυλικό στάδιο Αλκαζάρ) είχε περάσει τα πάνδεινα, πριν ακόμη την περίοδο της Κατοχής. Ο σεισμός της 1ης Μαρτίου 1941 συνετέλεσε να καταρρεύσουν και οι τέσσερις πλευρές του περιβόλου [2]. Από τις συνθήκες που επικράτησαν, περίοικοι επιδίδονταν στην αρπαγή των οικοδομικών υλικών, για να κτίσουν πρόχειρα τα δικά τους σπίτια και να στεγαστούν. Η «χαριστική βολή» δόθηκε λίγο μετά, από τις αρχές κατοχής, οι οποίες μετέφεραν με καμιόνια, τούβλα και άλλα υλικά στο αεροδρόμιο και τους στρατώνες για εκτέλεση στρατιωτικών έργων. Προηγουμένως, όμως, τους πρώτους μήνες από την είσοδο των κατακτητών, ο Γυμναστικός Σύλλογος, ο οποίος διαχειριζόταν το γήπεδο, αποφάσισε την εκποίηση των όποιων υλικών είχαν απομείνει. Πλειοδότης ήταν ο εργολάβος Δημ. Αποστολόπουλος, ο οποίος πήρε όσα υλικά πρόλαβε, επειδή μετά οι Γερμανοί κατακτητές διέκοψαν την εργασία του κι έκλεψαν τα υλικά για δική τους χρήση.

Όπως γράφει ο δημοσιογράφος της «Ε» Βάσος Καλογιάννης [3], το γήπεδο κατά τη διάρκεια της Κατοχής είχε σχεδόν εκλείψει. Αρχικά χρησιμοποιήθηκε από τις επισιτιστικές υπηρεσίες για στάβλισμα γελαδιών! Αργότερα ως χώρος στάθμευσης μεταφορικών μέσων, διαφόρων συνεργείων και σχηματισμών. Η απελευθέρωση τον Οκτώβριο του 1944 βρήκε το θέμα της χρήσης του γηπέδου, με πολλές εσωτερικές διαμάχες. Μια άλλη ιστορία, η οποία δεν είναι του παρόντος.

Ποδοσφαιρικός αγώνας το 1939 (φύλλο «Ε» 20 Δεκεμβρίου 1964, ρεπορτάζ Β. Καλογιάννη)

 

Η μεταπολεμική έναρξη του Πρωταθλήματος ήταν λαμπρή και είχε πολλούς φιλάθλους. Όπως έγραφε η «Ε» την Κυριακή 20 Ιανουαρίου 1946, «το γεγονός προκαλεί αμέριστον το ενδιαφέρον των φιλάθλων, καθ’ όσον η σημερινή εμφάνισις των ομάδων είναι πρώτη επίσημος από πενταετίας. Κατά την τελετήν εκλήθησαν και θα παραστούν οι επίσημοι».

Ο πρώτος αγώνας έγινε μεταξύ των ομάδων «Ηρακλής» και «Τοξότης» και επικράτησε ο πρώτος με 3-2. Από το ρεπορτάζ της «Ε», το οποίο δημοσιεύτηκε την Τρίτη 22 Ιανουαρίου 1946 και υπογράφει ο «Ω» (Ναούμ Ωρολογόπουλος), αντλούμε τα εξής: «Στις 2.30 μ.μ. υπό το γενικόν πρόσταγμα του κ. Βασ. Κωνσταντοπούλου ήρχισεν η παρέλασις των ομάδων υπό τους ήχους της Στρατιωτικής Μουσικής, ενώπιον των επισήμων και του αντιπροσώπου της ΕΠΣ Θεσσαλίας κ. Δημ. Καραθάνου. Μετά την παράταξιν των ομάδων προ των επισήμων, ο ποδοσφαιριστής του Ηρακλέους Δημητρίου απήγγειλεν τον όρκον του αθλητού, μεθ’ ο η Μουσική ανέκρουσεν τον Εθνικόν Ύμνον. Εν συνεχεία, ο αντιπρόσωπος της ΕΠΣΘ κ. Δημ. Καραθάνος προσφωνήσας τους αθλητάς, εξήρε τον θεσμόν της Ελληνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας (ΕΠΟ) περί διοργανώσεως τοπικών ποδοσφαιρικών πρωταθλημάτων και την ευγενή απασχόλησιν των αθλητών, οίτινες αγωνιζόμενοι διαπαιδαγωγούνται ψυχικώς και διαπλάσσονται σωματικώς και ετόνισεν ιδιαιτέρως την στάσιν των αθλητών και την ολόψυχον συμβολήν των, τόσον κατά τον ένδοξον Αλβανικόν Πόλεμον 1940-41, όσον και επί κατοχής, οπότε παρά το καταθλιπτικόν βάρος του Ιταλικού φασισμού και του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού, εύρισκον τρόπον να συγκεντρώνονται εις τον ευγενικόν αυτόν στίβον, προασπιστήν της ιδέας της ελευθερίας, ζητωκραυγάσας υπέρ της Ελλάδος και του λαρισαϊκού αθλητισμού».

Με την έναρξη του αγώνα τηρήθηκε ενός λεπτού σιγή, στη μνήμη των πεσόντων αθλητών κατά τον πόλεμο 1940-41 και την κατοχή. «Κατά το πλείστον του α’ ημιχρονίου ο «Ηρακλής» διετήρησεν την υπεροχήν, κατορθώσας να επιτύχη δύο τέρματα, ενός δι’ εξαιρετικού σουτ του έξω αριστερά Ιακωβίδη και ετέρου δι’ απευθείας σουτ του Χατζημαυρουδή, κατόπιν μεταβιβάσεως του Λαγορά. Κατά το β’ ημιχρόνιον, σχεδόν εξ ολοκλήρου ο «Ηρακλής» ηγωνίσθη με 10 παίκτας, τραυματισθέντος του αρχηγού της ομάδος Γ. Ιακωβίδη. Παρά τούτο, ο «Ηρακλής» και πάλιν υπερείχεν, επιτυχών και τρίτον τέρμα διά του Χατζημαυρουδή. Εις τα 20 τελευταία λεπτά ο «Τοξότης» επέδειξε μαχητικότητα και αναλαβών προς στιγμήν, κατόρθωσε εις δύο καθόδους του να επιτύχη ισάριθμα τέρματα διά του Λιόντου. Εις τα τελευταία λεπτά του αγώνος το ενδιαφέρον των φιλάθλων είχεν αποκορυφωθή και οι προσπάθειες των ποδοσφαιριστών ενετάθησαν, άνευ όμως αποτελέσματος και ούτω ο αγών έληξε με αποτέλεσμα 3-2 υπέρ του «Ηρακλέους». Ο διαιτητής κ. Νικολόπουλος πολύ καλός και προ παντός, αμερόληπτος, κατορθώσας διά της στάσεώς του και παρά την τάσιν των ποδοσφαιριστών προς εκτράχυνσιν του αγώνος, εστάθη εις το ύψος του αγώνα».

———————————————-

[1]. Εφημερίδα «Ελευθερία» Λάρισας, 20 Ιανουαρίου 1946.

[2]. «Αθλητισμός-Αιών Λαρισαϊκού Αθλητισμού», Βάσος Καλογιάννης, εφημερίδα «Ελευθερία» Λάρισας, 22 Δεκεμβρίου 1964.

[3]. «Αθλητισμός-Αιών Λαρισαϊκού Αθλητισμού», εφημερίδα «Ελευθερία» Λάρισας, 1 Ιανουαρίου 1965.



Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

 

Εκδρομή μαθητών του «Διδασκαλείου Λαρίσσης» με τον Θεσσαλικό Σιδηρόδρομο (βίντεο)



Η αγαπημένη στήλη «Λάρισα, μια εικόνα, χίλιες λέξεις…» υπήρξε για χρόνια ένα από τα πιο ζωντανά παράθυρα της εφημερίδας προς την παλιά Λάρισα. Με την υπογραφή του ιστορικού Νίκου Παπαθεοδώρου, κάθε δημοσίευμα ξετύλιγε ένα κομμάτι της τοπικής μνήμης μέσα από σπάνιες φωτογραφίες και καλοδουλεμένη έρευνα.

Σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη δημοσίευση του κειμένου της Κυριακής 9 Ιανουαρίου 2022, επιστρέφουμε σε αυτή τη στήλη με σεβασμό στο έργο του δημιουργού της και με στόχο να ξανασυστήσουμε στο αναγνωστικό κοινό τις ιστορίες της πόλης μας.

Αναδημοσιεύουμε λοιπόν τα παλαιότερα άρθρα, συνοδευμένα από ψηφιακά ανανεωμένες φωτογραφίες, ώστε οι νεότεροι να τις γνωρίσουν και οι παλαιότεροι να τις θυμηθούν όπως δεν τις είδαν ποτέ. Η μνήμη της Λάρισας παραμένει ζωντανή όσο τη φροντίζουμε.

 Μια σπάνια στιγμή της παλιάς Λάρισας ζωντανεύει: οι μαθητές του Διδασκαλείου, με τις χαρακτηριστικές στολές και τα λευκά πηλήκια τους, ετοιμάζονται για την εκδρομή τους με τον Θεσσαλικό Σιδηρόδρομο προς τα Λεχώνια. Το επιστολικό δελτάριο των Πάλλη και Κοτζιά, χρονολογίας 1902, μετατρέπεται σε κινούμενη εικόνα, αποκαλύπτοντας την καθημερινότητα και τον ενθουσιασμό μιας ολόκληρης εποχής.

Εκδρομή μαθητών του «Διδασκαλείου Λαρίσσης» με τον Θεσσαλικό Σιδηρόδρομο

Στις 10 Οκτωβρίου 1882 έγινε με επισημότητα η έναρξη της λειτουργίας του Διδασκαλείου Αρρένων της Λάρισας. Το Διδασκαλείο ήταν ένα δημόσιο εκπαιδευτικό ίδρυμα, το οποίο προετοίμαζε τους απόφοιτους του Γυμνασίου επί τρία χρόνια να πάρουν την επίσημη πιστοποίηση ώστε να διορισθούν δάσκαλοι στη Θεσσαλία που μόλις είχε απελευθερωθεί, αλλά και σε διάφορα σχολεία των χριστιανικών κοινοτήτων της Μακεδονίας, η οποία ήταν ακόμη υπό τουρκική κατοχή. Το Διδασκαλείο θα λέγαμε ότι ήταν ο πρόδρομος των μετέπειτα Παιδαγωγικών Ακαδημιών. Με απόφαση της Νομαρχίας στεγάσθηκε στο ημιτελές κτίριο που είχε αρχίσει να κατασκευάζει το 1873 επί τουρκοκρατίας η χριστιανική κοινότητα της Λάρισας για να λειτουργήσει ως Γυμνάσιο, αλλά για οικονομικούς λόγους δεν είχε ολοκληρωθεί. Με την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα το 1881 το κτίριο ολοκληρώθηκε άμεσα από το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων και αποδόθηκε προς χρήση από το υπό ίδρυση Διδασκαλείο.

Κατά τα εγκαίνια λειτουργίας των μαθημάτων του εκπαιδευτηρίου αυτού, μίλησε ο διευθυντής του Παναγιώτης Π. Οικονόμου (1851-1931), εμπνευσμένος καθηγητής, με πλούσιο βιογραφικό και σπουδές στο εξωτερικό. Κατά στο διάστημα 1878-1882 υπηρετούσε ως διευθυντής του Προτύπου Δημοτικού Σχολείου Αθηνών, αλλά το 1882 η κυβέρνηση Χαρίλαου Τρικούπη τον διόρισε διευθυντή του νεοσύστατου Διδασκαλείου στη Λάρισα.

Οι μεταπτυχιακές σπουδές, η προηγηθείσα πείρα και η αναμφισβήτητη ικανότητα του Οικονόμου τον βοήθησαν να οργανώσει το νέο Διδασκαλείο σε υγιείς βάσεις, αλλά έπειτα από τρία χρόνια ευδόκιμης πορείας, το 1885 σταμάτησε προσωρινά τη λειτουργία του. Οι λόγοι της διακοπής είναι ασαφείς. Ίσως η μικρή προσέλευση σπουδαστών, μπορεί και ο αυστηρός χαρακτήρας του διευθυντού του. Ο Παναγιώτης Οικονόμου μετατέθηκε ως τμηματάρχης στο Υπουργείο Παιδείας και στη συνέχεια πέρασε από πολλά σχολεία της χώρας, αλλά η παραμονή του σε όλα ήταν συνήθως ολιγόχρονη.

Το 1891 το Διδασκαλείο άρχισε και πάλι να λειτουργεί, μέχρι και τον Απρίλιο του 1897. Η ελληνοτουρκική σύρραξη, η οπισθοχώρηση του στρατού μας και η φυγή προς νότον της πλειοψηφίας των κατοίκων της Λάρισας, οδήγησε στη διακοπή των μαθημάτων της. Επαναλειτούργησε τον Φεβρουάριο του 1899. Η νέα πορεία του Διδασκαλείου υπήρξε για κάποιο διάστημα ανοδική. Ο αριθμός των σπουδαστών αυξήθηκε, η επιστημονική πληρότητα των καθηγητών ήταν σπουδαία, οι εξωσχολικές δραστηριότητες των μαθητών της εντυπωσίαζαν τους Λαρισαίους και η πόλη απολάμβανε τα ευεργετικά αποτελέσματα της λειτουργίας ενός ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος. Όμως το 1907 το «Διδασκαλείον Λαρίσσης» σταματά να υπάρχει οριστικά.

Συμπερασματικά η διάρκεια ζωής του Διδασκαλείου διατηρήθηκε επί 25 χρόνια (1882-1907), με δύο ενδιάμεσες διακοπές οι οποίες κράτησαν οκτώ χρόνια. Ουσιαστικά όλο αυτό το διάστημα λειτούργησε συνολικά 17 σχολικές περιόδους. Όμως, παρά τη μικρή διάρκεια λειτουργίας του, η προσφορά σε έμψυχο υλικό εγκυκλοπαιδικά μορφωμένων και με εθνική συνείδηση δασκάλων ήταν πολύ μεγάλη. Στις αίθουσές του σφυρηλατήθηκαν νέοι οι οποίοι πέρα από τις σπουδές τους, εγκολπώθηκαν και την αγάπη προς τον ελληνισμό της Μακεδονίας. Και η παρουσία του αυτή δεν αποκλείεται να συνέτεινε στην προετοιμασία της μεγάλης νίκης των Ελλήνων κατά το 1912-13.

Η φωτογραφία η οποία συνοδεύει το σημερινό κείμενο είναι παλιά και σπάνια, με ελαφρό χρωματισμό. Εκδότης της είναι ένα από τα πρώτα βιβλιοχαρτοπωλεία των Αθηνών, των συνεταίρων Πάλλη – Κοτζιά, το οποίο γύρω στο 1900 άρχισε να κυκλοφορεί επιστολικά δελτάρια από διάφορες περιοχές της χώρας μας, μεταξύ των οποίων και της Λάρισας. Η συγκεκριμένη απεικονίζει αμαξοστοιχία εν στάσει, μπροστά στο κτίριο του σιδηροδρομικού σταθμού των Θεσσαλικών Σιδηροδρόμων. Καθώς ο φωτογράφος στοχεύει προς τα βαγόνια, από τα παράθυρα των οχημάτων προβάλλει μεγάλος αριθμός σπουδαστών με τις ομοιόμορφες στολές και τα άσπρα πηλήκια τους, καθώς και μερικοί από τους καθηγητές τους. Αναμένουν την αναχώρησή τους για μια ημερήσια εκδρομική εξόρμηση στα παράλια του Παγασητικού και συγκεκριμένα στα Λεχώνια. Κατευθύνονται στον Βόλο, όπου θα αλλάξουν σιδηροδρομικό συρμό και θα επιβιβαστούν στο τρενάκι του Πηλίου για να τους πάει στον προορισμό τους.

Η σιδηροδρομική γραμμή, όπως και η λειτουργία του Διδασκαλείου, ήταν από τα πρώτα έργα της ελληνικής κυβέρνησης στη νεοπροσαρτηθείσα περιοχή της Θεσσαλίας. Άρχισε να στρώνεται κατά τα τέλη του 1882 από τον Βόλο και ολοκληρώθηκε στη Λάρισα τον Ιούλιο του 1883. Το πλάτος μεταξύ των σιδηροτροχιών ήταν ένα μέτρο. Τα εγκαίνια της γραμμής καθυστέρησαν κάπως, επειδή η μεγάλη πλημμύρα του Πηνειού τον Οκτώβριο του 1883 προκάλεσε ζημιές στις σιδηροδρομικές γραμμές κοντά στη Λάρισα. Έγιναν τελικά στις 22 Απριλίου 1884. Ξεκίνησε η τελετή από τον σταθμό του Βόλου, παρουσία του Βασιλιά Γεωργίου Α’, μελών της βασιλικής οικογένειας, πολλών επισήμων, τραπεζιτών, δημοσιογράφων και επίλεκτων μελών της αθηναϊκής κοινωνίας, προσκεκλημένων του Θ. Μαυροκορδάτου, αφού η κατασκευή του δεν ήταν δημόσια αλλά ιδιωτική. Μετά την τελετή όλοι οι προσκεκλημένοι επιβιβάσθηκαν στην αμαξοστοιχία και σε 2 ώρες και 20 λεπτά έφθασαν στη Λάρισα, όπου τους υποδέχθηκαν στον σταθμό οι τοπικές αρχές και πλήθος κόσμου ενώ η στρατιωτική μπάντα παιάνιζε διάφορα εμβατήρια. Στη διαδρομή από τον σιδηροδρομικό σταθμό μέχρι και τα βασιλικά ανάκτορα, που βρίσκονταν ως γνωστόν στην περιοχή του σημερινού Δημοτικού Ωδείου, είχε παραταχθεί στρατός που απέδιδε τιμές. Αργά το μεσημέρι οι πολυάριθμοι προσκεκλημένοι παρακάθισαν σε γεύμα που παρέθεσε ο Θεόδ. Μαυροκορδάτος. Κατά τη διάρκεια του γεύματος εκφράσθηκαν ευχές για την ομαλή πορεία του έργου.

Η κατασκευή των κτιριακών εγκαταστάσεων των σταθμών άρχισε τον Μάρτιο του 1883, υπό την επίβλεψη του εργολάβου Θ. Πετρόχειλου. Το κτίριο του σταθμού στη Λάρισα ήταν πανομοιότυπο με το αντίστοιχο του Βόλου. Επειδή το τελευταίο διασώζεται και μάλιστα άριστα συντηρημένο, αντιλαμβάνεται κανείς την ομορφιά του κτιρίου του Θεσσαλικού σταθμού της Λάρισας. Αν και δεν ήταν πολύ μεγάλο σε μέγεθος, ήταν όμως εντυπωσιακό σαν κτίριο, χάρη στην ιδιότυπη αρχιτεκτονική του. Ήταν επίμηκες και στο μεγαλύτερο μέρος μονώροφο και μόνον το μεσαίο τμήμα του εμφάνιζε δεύτερο όροφο, ο οποίος στη στέγη κατέληγε σε τριγωνική μετώπη.

Ο σταθμός αυτός εξυπηρέτησε για πολλά χρόνια τη συγκοινωνία και τις μεταφορές μεταξύ Λάρισας και Βόλου. Από τον σεισμό του 1941 οι φθορές του δεν ήταν σοβαρές και επιδιορθώθηκαν άμεσα. Το 1955 οι Θεσσαλικοί Σιδηρόδρομοι κρατικοποιήθηκαν και συγχωνεύθηκαν με τους ΣΕΚ. Ο σεισμός του 1957 κατέστρεψε τον επάνω όροφο, ο οποίος γκρεμίστηκε και το όλο κτίσμα έγινε εξ ολοκλήρου ισόγειο και καλύφθηκε με νέα στέγη. Το 1960 οι ΣΕΚ διαπλάτυναν τη στενή γραμμή, την εναρμόνισαν με τα διεθνή πρότυπα και τη συνέδεσαν με τη γραμμή Αθηνών – Λαρίσης. Έτσι ο Σταθμός του Θεσσαλικού εγκαταλείφθηκε. Σήμερα διατηρείται το ισόγειο κτίσμα, τα ανοίγματα του οποίου έχουν αποφραχθεί με τσιμεντόλιθους. Αν επισκεφθεί κανείς την περιοχή θα αντικρίσει θαμμένα στη βλάστηση και στα χώματα απομεινάρια της παλιάς γραμμής και διάσπαρτα ερείπια από το κτίριο, μια εικόνα προκλητικής εγκατάλειψης.