Τετάρτη 29 Μαΐου 2024

Η θλιβερή ιστορία για το πώς «ξηλώθηκε» το άλσος του Αλκαζάρ και η νέα εποχή του κοσμικού κέντρου που διασκέδαζαν οι Λαρισαίοι


 Η σημερινή φωτογραφία απεικονίζει την ειδική εξέδρα η οποία είχε κατασκευασθεί στη βόρεια πλευρά του οικοπεδικού χώρου του ψυχαγωγικού κέντρου Αλκαζάρ, όπου έπαιζε η ορχήστρα κατά τους θερινούς μήνες. Η φωτογραφία είναι του 1952 όταν τη διεύθυνση του κέντρου είχε ακόμα ο Μήτσος Βρεττόπουλος.

Στην περιοχή αυτή, εξοχικό κέντρο υπήρχε συνεχώς από τα χρόνια της απελευθέρωσης της Λάρισας. Μόνο κατά τη διάρκεια της κατοχής, η οποία ήταν μια περίοδος στερήσεων και υποταγής στον κατακτητή, ολόκληρη η περιοχή του Αλκαζάρ ερήμωσε στην κυριολεξία. Μια ιταλική μονάδα στρατού στρατωνίστηκε στο προπολεμικό κέντρο και το 1941-42. Επειδή τη χρονιά εκείνη ο χειμώνας ήταν αρκετά βαρύς, πριόνιζαν τα γύρω δένδρα, για να τροφοδοτούν τις θερμάστρες του κέντρου με ξύλα. Και καθώς η φτώχεια ήταν ασήκωτη, τους ακολούθησαν από κοντά και πολλοί Λαρισαίοι, οι οποίοι ξερίζωναν ότι είχε απομείνει από τα κομμένα δένδρα που είχαν αποψιλώσει οι Ιταλοί. Έτσι όταν κάποτε ο πόλεμος τελείωσε, ολόκληρος σχεδόν ο χώρος του Αλκαζάρ είχε απογυμνωθεί από πράσινο και ο τόπος ξαναέγινε έρημος όπως ήταν παλιά επί τουρκοκρατίας [1].

Το 1946, κατά τη δημαρχιακή θητεία του Στυλιανού Αστεριάδη (1934-1950), τέθηκαν οι βάσεις για την αναδημιουργία του χαμένου κήπου στον χώρο του Άλσους των Νυμφών (Αλκαζάρ). Την άνοιξη του 1947 ο Δήμος Λαρίσης, στην προσπάθειά του να τονώσει το χαμένο από τον πόλεμο ηθικό των κατοίκων της πόλης, αποφάσισε να αναβιώσει το παλιό εξοχικό κέντρο. Έπειτα από σχετική δημοπρασία, ο Δήμος παραχώρησε στον επιχειρηματία Μήτσο Βρεττόπουλο την εκμετάλλευση επί 15ετία του χώρου του προπολεμικού κέντρου «Αλκαζάρ» με συμβολική τιμή, με την προϋπόθεση ότι ο ανάδοχος θα αναλάμβανε την υποχρέωση να κατασκευάσει νέο κτίριο στη θέση του παλαιού για τη λειτουργία εξοχικού κέντρου και να εξωραΐσει τον περιβάλλοντα χώρο. Η προηγούμενη εμπειρία του επιχειρηματία Μήτσου Βρεττόπουλου σε τέτοιου είδους επιχειρήσεις [2] προοιώνιζε την επιτυχία και της νέας. Έτσι τον Μάρτιο του 1947 άρχισε με εντατικούς ρυθμούς τις εργασίες κατασκευής, και χωρίς να υπολογίσει έξοδα και κόπο μεταμόρφωσε τον χέρσο αυτό τόπο σε μια πραγματική όαση ομορφιάς [3]. Μέσα σε έξι μήνες δημιούργησε παρτέρια, φύτευσε με τη βοήθεια του κηπουρού του Δήμου και φίλου του Γρηγόρη Μελίδη καλλωπιστικά φυτά και δένδρα, κατασκεύασε μικρό σιντριβάνι και μια ευρύχωρη υπαίθρια χορευτική πίστα και άρχισε την κατασκευή του κτιρίου.

Η υπερυψωμένη εξέδρα η οποία στέγαζε την πολυμελή ορχήστρα του θερινού εξοχικού κέντρου «Αλκαζάρ». 1952 / Επεξεργασία – επιχρωματισμός με Τεχνητή Νοημοσύνη – onlarissa.gr

Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, το νέο κέντρο «Αλκαζάρ» υποδέχθηκε τους πρώτους θαμώνες. Αρχικά λειτούργησε σαν χώρος αναψυχής για τους περιπατητές και σταδιακά συμπληρώνονταν οι απαραίτητες κατασκευές και ολοκληρωνόταν το κτίριο.

Αρχιτεκτονικά το νέο κτίσμα ήταν μια ευρύχωρη και υπερυψωμένη τετράγωνη κατασκευή από ενισχυμένο ξύλο, με μεγάλα ανοίγματα στις τρεις από τις τέσσερες πλευρές του, τα οποία από τη μια διέχεαν το φως της ημέρας στο εσωτερικό του κτιρίου και από την άλλη έδινε τη δυνατότητα στον επισκέπτη να θαυμάσει την εξωτερική φυσική ομορφιά του κήπου και των δένδρων. Στον τεράστιο εξωτερικό χώρο βόρεια του κτιρίου αναπτύχθηκαν τραπέζια με καθίσματα, χωρητικότητας μέχρι 3.000 ατόμων και στο βάθος είχε κατασκευασθεί υπερυψωμένη σκεπαστή εξέδρα για την ορχήστρα. Ολόκληρος αυτός ο χώρος φωτίζονταν με επιμέλεια και γούστο.

Το επόμενο καλοκαίρι (1948) οι κατασκευές που έκανε ο Βρεττόπουλος του έδωσαν τη μορφή κοσμικού κέντρου με ορχήστρα, τραγουδιστές και διάφορα θεάματα. Από το κέντρο αυτό παρέλασαν όλα τα μεγάλα ονόματα του ελληνικού ελαφρού τραγουδιού εκείνης της περιόδου και οι Λαρισαίοι είχαν την ευκαιρία να απολαύσουν από κοντά σπουδαία ονόματα καλλιτεχνών που γνώριζαν μόνο από τους δίσκους και το ραδιόφωνο. Αξέχαστες έμειναν στους παλαιότερους οι βραδιές με τον Νίκο Γούναρη και το Τρίο Κιτάρα. Όχι μόνον είχαν γεμίσει όλα τα τραπεζοκαθίσματα, αλλά και πλήθος κόσμου είχε κατακλύσει όρθιο την περιοχή για να παρακολουθήσει τους πασίγνωστους καλλιτέχνες. Εκτός αυτών οι θαμώνες του εξοχικού κέντρου εκστασιάζονταν και με τα διάφορα νούμερα που προσκαλούσαν οι διαχειριστές του κέντρου. Ζογκλέρ, αρτίστες και χορευτικά ζεύγη ενθουσίαζαν το κοινό.

Κοσμοπλημμύρα επικρατούσε στο κέντρο και τις ηλιόλουστες Κυριακές και γιορτές. Μετά την εκκλησία οικογένειες και φιλικές συντροφιές έκαναν τη βόλτα τους στο Αλκαζάρ. Περνούσαν τη γέφυρα και κατηφόριζαν στον ευθύ δρόμο μέχρι το στάδιο, για να καταλήξουν για καφέ ή τσίπουρο στο κέντρο [4].

Το 1952 ο Μήτσος Βρεττόπουλος αρρώστησε και εκχώρησε την επιχείρηση σε άλλους επιχειρηματίες, ένας εκ των οποίων ήταν και ο κομφερασιέ Κώστας Μπάμπαλης. Το κέντρο Αλκαζάρ σταμάτησε τη λειτουργία του το 1972 και στη συνέχεια το κτίριο κατεδαφίστηκε. Μετά τη μεταπολίτευση δημιουργήθηκε στη θέση του το Κηποθέατρο.

[1]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα Α’ (2014). Το Κέντρο «Αλκαζάρ». Λάρισα (2018) σελ. 33-40.

[2]. Είχε λειτουργήσει με μεγάλη επιτυχία το ζαχαροπλαστείο «Κυβέλεια» στην οδό Ακροπόλεως (Παπαναστασίου) απέναντι από το σημερινό ξενοδοχείο «Διβάνη Παλλάς», το Καφενείο «Πανελλήνιον» στη νότια πλευρά της πλατείας Θέμιδος (Κεντρική) και το ζαχαροπλαστείο «Αίγλη» στη δυτική πλευρά της πλατείας Ταχυδρομείου.

[3]. Περραιβός Κώστας, Το Αλκαζάρ τον παλιό καιρό, εφ. «Λάρισα», φύλλο της 6ης Αυγούστου 1979.

[4]. Βλαχάκη Χαρίκλεια, Κοσμικόν Κέντρον Αλκαζάρ. Αναμνήσεις από τη Λάρισα της μεταπολεμικής περιόδου, περ. «In and Out» της εφημερίδας «Ελευθερία» φύλλο της 31ης Ιανουαρίου 2008.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου / nikapap@hotmail.com / Εφημερίδα Ελευθερία

Δευτέρα 27 Μαΐου 2024

 Ποιοί ήταν οι Μυρμιδόνες, οι Τρομεροί Πολεμιστές του Αχιλλέα

Οι Μυρμιδόνες ήταν μια πανίσχυρη φυλή της αρχαιότητας που πολέμησε στην Τροία στο πλευρό του Αχιλλέα.

Η ιστορία τους είναι μεταξύ του μύθου και της πραγματικότητας. Σύμφωνα με τη μυθολογία, ήταν απόγονοι του Αιακού, του γιου του Δία και της Αίγινας, ο οποίος ήταν ο μόνος επιζών από τον μεγάλο λοιμό που έστειλε η Ήρα στο νησί για να εκδικηθεί τον Δία.

Για τον λόγο αυτό, ο Δίας μεταμόρφωσε τα μυρμήγκια που βρίσκονταν σε ένα σάπιο κορμό σε ανθρώπους, οι οποίοι έγιναν γνωστοί ως Μυρμιδόνες. Κατά μια άλλη εκδοχή του μύθου, ο Δίας μεταμορφώθηκε σε μυρμήγκι για να αποπλανήσει την Ευρυμέδουσα.Ο γιος του Αιακού ήταν ο Πηλέας, ο οποίος βασίλεψε στην περιοχή της Φθίας, τη σημερινή Φθιώτιδα και παντρεύτηκε τη Θέτιδα, θεά της θάλασσας, με την οποία απέκτησε έναν γιο τον Αχιλλέα.

Σύμφωνα με τον χρησμό, ο Αχιλλέας ήταν ο άνθρωπος χάρη στον οποίο θα έπεφτε η Τροία. Ωστόσο, οι μάντεις είχαν προειδοποιήσει ότι θα γνώριζε μεγάλη δόξα, όμως θα πέθαινε.

Για τον λόγο αυτό η Θέτις, τον έντυσε κορίτσι και τον έδωσε στον Βασιλιά της Σκύρου, Λυκομήδη. Ωστόσο, όταν οι Έλληνες αποφάσισαν να πολιορκήσουν την Τροία, ο Οδυσσέας μεταμφιεσμένος σε έμπορο τον βρήκε και τον έπεισε να ηγηθεί της φυλής του.

Οι Μυρμιδόνες φορούσαν βαριά πανοπλία, η οποία είχε καφέ χρώμα, ήταν θαρραλέοι και ξεχώριζαν για τις πολεμικές τους ικανότητες. Είχαν δημιουργήσει έναν ισχυρό στόλο 50 πλοίων, με τον οποίο απέπλευσαν από ένα μικρό λιμάνι της Σκύρου για την Τροία. Οι Μυρμιδόνες ήταν η ισχυρότερη ελληνική φυλή που πήρε μέρος στον πόλεμο.

Υπολογίζεται ότι κατά τη διάρκεια της πολιορκίας είχαν κυριεύσει 11 πόλεις και 12 νησιά και προκάλεσαν ισχυρά πλήγματα στους εχθρούς.

Λέγεται ότι ο Αχιλλέας σκότωσε τόσους πολλούς που οι Θεοί αποφάσισαν ότι έπρεπε να πεθάνει. Σύμφωνα με την επικρατέστερη θεωρία σκοτώθηκε από ένα δηλητηριώδες βέλος του Πάρη το οποίο τον πέτυχε στη φτέρνα, το μοναδικό τρωτό σημείο στο σώμα του.

Οι Μυρμιδόνες ήταν μια πανίσχυρη φυλή της αρχαιότητας που πολέμησε στην Τροία στο πλευρό του Αχιλλέα.

Η ιστορία τους είναι μεταξύ του μύθου και της πραγματικότητας. Σύμφωνα με τη μυθολογία, ήταν απόγονοι του Αιακού, του γιου του Δία και της Αίγινας, ο οποίος ήταν ο μόνος επιζών από τον μεγάλο λοιμό που έστειλε η Ήρα στο νησί για να εκδικηθεί τον Δία.

Για τον λόγο αυτό, ο Δίας μεταμόρφωσε τα μυρμήγκια που βρίσκονταν σε ένα σάπιο κορμό σε ανθρώπους, οι οποίοι έγιναν γνωστοί ως Μυρμιδόνες. Κατά μια άλλη εκδοχή του μύθου, ο Δίας μεταμορφώθηκε σε μυρμήγκι για να αποπλανήσει την Ευρυμέδουσα.Ο γιος του Αιακού ήταν ο Πηλέας, ο οποίος βασίλεψε στην περιοχή της Φθίας, τη σημερινή Φθιώτιδα και παντρεύτηκε τη Θέτιδα, θεά της θάλασσας, με την οποία απέκτησε έναν γιο τον Αχιλλέα.

Σύμφωνα με τον χρησμό, ο Αχιλλέας ήταν ο άνθρωπος χάρη στον οποίο θα έπεφτε η Τροία. Ωστόσο, οι μάντεις είχαν προειδοποιήσει ότι θα γνώριζε μεγάλη δόξα, όμως θα πέθαινε.

Για τον λόγο αυτό η Θέτις, τον έντυσε κορίτσι και τον έδωσε στον Βασιλιά της Σκύρου, Λυκομήδη. Ωστόσο, όταν οι Έλληνες αποφάσισαν να πολιορκήσουν την Τροία, ο Οδυσσέας μεταμφιεσμένος σε έμπορο τον βρήκε και τον έπεισε να ηγηθεί της φυλής του.

Οι Μυρμιδόνες φορούσαν βαριά πανοπλία, η οποία είχε καφέ χρώμα, ήταν θαρραλέοι και ξεχώριζαν για τις πολεμικές τους ικανότητες. Είχαν δημιουργήσει έναν ισχυρό στόλο 50 πλοίων, με τον οποίο απέπλευσαν από ένα μικρό λιμάνι της Σκύρου για την Τροία. Οι Μυρμιδόνες ήταν η ισχυρότερη ελληνική φυλή που πήρε μέρος στον πόλεμο.

Υπολογίζεται ότι κατά τη διάρκεια της πολιορκίας είχαν κυριεύσει 11 πόλεις και 12 νησιά και προκάλεσαν ισχυρά πλήγματα στους εχθρούς.

Λέγεται ότι ο Αχιλλέας σκότωσε τόσους πολλούς που οι Θεοί αποφάσισαν ότι έπρεπε να πεθάνει. Σύμφωνα με την επικρατέστερη θεωρία σκοτώθηκε από ένα δηλητηριώδες βέλος του Πάρη το οποίο τον πέτυχε στη φτέρνα, το μοναδικό τρωτό σημείο στο σώμα του.

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Το πέρασμα του Πηνειού από τη Λάρισα


Ο Πηνειός διαρρέει τη βορειοανατολική πλευρά της Λάρισας. Στο βάθος χιονισμένη η κορυφή του Κισσάβου.  Χαρακτικό από το οδοιπορικό του Hippolyte Lapeyre, «Journal d‘ un voyageur en Egypte, en Grèce et en Turquie». 1851.Ο Πηνειός διαρρέει τη βορειοανατολική πλευρά της Λάρισας. Στο βάθος χιονισμένη η κορυφή του Κισσάβου. Χαρακτικό από το οδοιπορικό του Hippolyte Lapeyre, «Journal d‘ un voyageur en Egypte, en Grèce et en Turquie». 1851.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Σήμερα δημοσιεύουμε ένα χαρακτικό που εντοπίσθηκε στο βιβλίο του Γάλλου οδοιπόρου Hippolyte Lapeyrre που έχει τον τίτλο «Journal d’ un voyageur en Egypt, en Grèce et en Turquie».

Ο Lapeyrre ήταν γραμματέας του Τούρκου Σαμί πασά [1] και έπειτα από μια πολύμηνη περιήγηση στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου, αποφάσισε να καταγράψει τις εντυπώσεις του και να τις εκδώσει σε βιβλίο. Η εβδομαδιαία εφημερίδα των Παρισίων “L’ Illustration Journal Universel» αναδημοσίευσε το 1851 το κεφάλαιο το οποίο αναφέρεται στη Λάρισα, τον οικισμό Μπαμπά (το σημερινό χωριό Τέμπη) και τα βουνά Όλυμπος και Κίσσαβος [2]. Η περιγραφή αυτή συνοδεύεται και από τρία ενδιαφέροντα χαρακτικά της Λάρισας, ένα εκ των οποίων είναι και το δημοσιευόμενο.
Οι 17ος - 19ος αιώνες ήταν για ολόκληρο τον ελληνικό χώρο πλούσιοι στην παρουσία ξένων περιηγητών. Μάλιστα ο αριθμός τους αυξήθηκε αρκετά κατά τον 19ο αι., κυρίως όμως μετά την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Από τη μια η περιέργεια πολλών ανήσυχων ανθρώπων της Κεντρικής Ευρώπης να γνωρίσουν από κοντά την επαναστατημένη Ελλάδα και από την άλλη το μεγάλο κύμα του φιλελληνισμού, που δημιούργησε κυρίως ο Λόρδος Βύρων (του οποίου τα 100 χρόνια από τον θάνατό του εορτάζουμε φέτος), έφερε στη χώρα μας ομάδες ανήσυχων ταξιδιωτών, ευαίσθητων ποιητών, ρομαντικών ζωγράφων, αλλά και αρχαιοκάπηλων και τυχοδιωκτών. Η Ελλάδα όμως από το 1821 και μετά ήταν ελεύθερη μόνο μέχρι το Ζητούνι, τη Λαμία. Η Θεσσαλία ήταν τις περισσότερες φορές έξω από το δρομολόγιο του ταξιδιού τους, γιατί ανήκε ακόμα στην οθωμανική επικράτεια. Έτσι, ενώ η περιηγητική βιβλιογραφία για τους ελεύθερους πλέον ελληνικούς χώρους στο διάστημα αυτό αυξήθηκε ακόμα περισσότερο, για τη Θεσσαλία δεν ήταν τόσο μεγάλη. Μόνον μετά το 1881 αυξήθηκε σημαντικά. Πολλοί από αυτούς τους επισκέπτες επιστρέφοντας στη χώρα τους, κατέγραφαν σε βιβλία τις εντυπώσεις τους, διανθισμένες με χαρακτικά που ζωγράφιζαν οι ίδιοι, ή ταλαντούχοι ζωγράφοι που τους συνόδευαν. Η απόδοση των τοπίων στη σχεδίαση των χαρακτικών της περιόδου αυτής είναι πιο κοντά την πραγματικότητα, τεχνικώς θεωρούνται πιο άρτια, η αντικειμενικότητά τους δεν αμφισβητείται και η ιστορική τους αξία είναι πολύ μεγάλη.
Ένα απ’ αυτά είναι και το χαρακτικό που δημοσιεύεται και έχει τον υπότιτλο «Le mont Ossa et le Pénée (Thessalie)». Εδώ ο ζωγράφος στάθηκε στις βορειοανατολικές παρυφές του λόφου του Φρουρίου και αποτύπωσε το τμήμα της Λάρισας που αντίκριζε. Μπροστά καταγράφεται μια περιοχή γεμάτη με επιτύμβιες στήλες μουσουλμανικού νεκροταφείου. Όπως ξέρουμε, πολλές από αυτές ήταν σε δεύτερη χρήση, αφού προέρχονταν από αρχαιοελληνικές ενεπίγραφες πλάκες. Διάσπαρτα τμήματα κιόνων και άλλων αρχαίων αρχιτεκτονικών μελών συμπληρώνουν το τοπίο στην περιοχή. Ανάμεσα στις επιτύμβιες στήλες, δύο φουστανελοφόροι με πλούσιες φορεσιές και αμέριμνοι, καπνίζουν τις μακριές πίπες τους και συζητούν, μάλιστα σε χώρο καθαρά μουσουλμανικό. Δεξιά παρατηρούμε τρία όμορφα τουρκικά τριώροφα κονάκια, οικοδομημένα με την χαρακτηριστική ανατολίτικη αρχιτεκτονική, ενώ πίσω τους στο βάθος υπάρχει ένας ελεύθερος χώρος με μόλις διακρινόμενα μουσουλμανικά μνήματα. Στην περιοχή αυτή κτίσθηκε το 1889 το Πολιτικό Νοσοκομείο «Ρήγας Φεραίος» με δωρεά του μεγάλου ευεργέτη της Λάρισας Ιωάννη Κουτλιμπανά [3]. Στο βάθος διακρίνεται ένα απλό τζαμί με τον μιναρέ του και ορισμένες διάσπαρτες αγροικίες .
Πίσω απ’ όλα αυτά διαγράφεται η κοίτη του Πηνειού με την ομαλή ροή των νερών του. Στην αριστερή όχθη αποδόθηκε από τον ζωγράφο το δάσος Γκιμπλή Ορμάν. Όπως αναφέρει ο Μιχαήλ Σάπκας στις «Αναμνήσεις» του, η περιοχή αυτή ήταν ένας κατάφυτος χώρος, τον οποίο αξιοποίησε ο επιχειρηματίας Ρωμύλος Αυδής και δημιούργησε το 1926 το ξακουστό εξοχικό κέντρο «Λούνα Πάρκ» το οποίο ψυχαγώγησε τους Λαρισαίους τα χρόνια του μεσοπολέμου. Στο βάθος προβάλλει ο κωνικός όγκος του Κισσάβου χιονισμένος και πιο μπροστά οι λόφοι της Χασάμπαλης. Την ίδια άποψη απέδωσαν εικαστικά και άλλοι περιηγητές, όπως ο Stackelberg (1811), ο Pouqueville (περίπου 1811) και ο Wordsworth (1833), με σημαντικές όμως μεταξύ τους διαφορές.
Η αντικειμενική καταγραφή του χαρακτικού αυτού φαίνεται ότι είναι αξιόπιστη. Βέβαια ο γενικός προσανατολισμός και τα κύρια χαρακτηριστικά των περιοχών απεικονίζονται, αλλά όμως απουσιάζουν οι λεπτομέρειες εκείνες οι οποίες θα μπορούσαν να βοηθήσουν ώστε να αξιοποιηθεί ιστορικά ο χώρος και να ταυτοποιηθούν όλα τα απεικονιζόμενα κτίρια.
Καλλιτεχνικά το σχέδιο αυτό είναι όμορφο, έχει λεπτή χάραξη, η οποία βοηθάει να αποδοθούν με σημαντικές λεπτομέρειες οι ανθρώπινες μορφές και τα ρούχα τους, έχει προοπτική και αναδεικνύει τη λεπτή σιλουέτα της Όσσας.
[1]. Ο Abdurrahman Sami Pasha (1794–1882) ήταν Οθωμανός γραφειοκράτης, πολιτικός και ένας από τους ιδρυτές της Γερουσίας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Υπήρξε και ο πρώτος υπουργός Παιδείας.
[2]. Hippolyte Lapeyrre: Journal d’un voyageur en Egypt, en Grèce et en Turquie. Το δημοσιευόμενο κεφάλαιο έχει τον τίτλο: Larisse, le mont Olympe, le mont Ossa. Aly Tchucca, histoire d’un chef de Brigands. L’Illustration, Journal Universel, No 459, vol. XVIII, 13 Decembre 1851.
[3]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Οι απαρχές των νοσηλευτικών ιδρυμάτων της Λάρισας. Από τις «Αναμνήσεις» του Μιχαήλ Σάπκα. Πρακτικά επιστημονικής Συνάντησης προς τιμήν του Γεωργίου Αντωνακόπουλου ομότιμου καθηγητού της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Λάρισα (2014) σελ. 65 και ανάτυπο.

 Του Πηνειού οι λυγαριές


Του Πηνειού οι λυγαριές

Από τον Τάσο Πουλτσάκη

Όταν περνούν τα χρόνια, για εμάς τους κάποιας ηλικίας, οι μυρωδιές δε μας αφήνουν αδιάφορους, έρχονται μαζί μας, μας ακολουθούν, γιατί αυτές οι μυρωδιές που λέμε, δεν είναι οι σύγχρονες του καυσαερίου, των αμάζευτων σκουπιδιών, …μέσα κι έξω από τους κάδους, των βιολογικών καθαρισμών, των διαφόρων αποσμητικών, κ.λπ.

Είναι αυτές οι μυρωδιές που αναδίδονται από τις καθαρές κι ασβεστωμένες αυλές των σπιτιών της γειτονιάς, με τις γλάστρες του βασιλικού και του δυόσμου, τις πολύχρωμες τριανταφυλλιές, το ατίθασο το γιασεμί και το αγιόκλημα που έκλειναν την καγκελένια αυλόπορτα, τα γαρύφαλλα, τις ανθισμένες λυγαριές στις όχθες του Πηνειού και τις θεσπέσιες μυρωδιές, οι οποίες δραπέτευαν από τα ανοιχτά παράθυρα της νοικοκυράς, στη γειτονιά, καθώς τηγάνιζε τους μοσχομυριστούς κεφτέδες της…
Οι λυγαριές είναι αυτοί οι όμορφοι, ταπεινοί και φιλικοί θάμνοι, που συναντούσαμε, παιδιά τότε, στις όχθες του Πηνειού, από τα Γκιόλια, στο ύψος της Γεωργικής Σχολής, όπου κάποιοι… τολμηροί συνομήλικοι, παρά τους στροβιλισμούς (δίνες) του νερού σ’ εκείνη τη φαρμακερή στροφή του ποταμού, έμπαιναν και κολυμπούσαν με κίνδυνο της ζωής τους - μέχρι τη γέφυρα, στο ύψος του αναψυκτηρίου-νυχτερινού κέντρου «Αλκαζάρ» και λίγο παρακάτω.
Τι πιο ευχάριστο από το να ευωδιάζει ο τόπος από τις ολάνθιστες λυγαριές του ποταμού και εσύ να ακούς απ’ έξω -γαλαρία, όπως λέμε- τους αγαπημένους τραγουδιστές της εποχής, να τραγουδούν τις επιτυχίες τους, τα αξέχαστα εκείνα βράδια του Αυγούστου…
Είναι αυτές οι ίδιες οι λυγαριές που μας έλειψαν τα τελευταία δύσκολα καλοκαίρια με τους ανυπόφορους καύσωνες και τις πλημμύρες, αφού κάποιος «έξυπνος», τοπικός «παράγων» του Δήμου μας, πριν από χρόνια, αποφάσισε να «καθαρίσει» τις όχθες του Πηνειού μαζί και τις αθώες τις λυγαριές. Ευτυχώς, κάποιες από αυτές, έτσι για πείσμα, σώθηκαν για να θυμίζουν στους νεότερους την υπέροχη εικόνα και το φίνο άρωμά τους.
Η λυγαριά (επιστ. Άγνος η κοινή) φύεται στις εύκρατες χώρες της Μεσογείου, όπου το ήπιο κλίμα τους ευνοεί την ανάπτυξή της. Τη βλέπουμε στις κοίτες των ποταμών και των λιμνών, σε ηλιόλουστες περιοχές, πίσω από αμμόλοφους, κοντά στη θάλασσα, αλλά και κοντά σε στάσιμα νερά που ανανεώνονται με άλλο τρεχούμενο. Ο όμορφος αυτός θάμνος προτιμά τα χαμηλά υψόμετρα, φτάνει σε ύψος τα 3-4 μέτρα, ανθίζει όλο το καλοκαίρι και τα μικρά μυτερά φύλλα της αναδίδουν ένα ιδιαίτερο άρωμα. Το άνθος της μοιάζει με το στάχυ των σιτηρών και αποτελείται από συστοιχία μικρών ανοιγμένων μωβ «στομάτων», απ’ όπου αναδίδεται το μεθυστικό άρωμά του.
Είναι εντομοαπωθητικό, αφού διώχνει τα κουνούπια από τα οποία οι παραποτάμιες περιοχές μαστίζονται τα καλοκαίρια, ενώ στην αρχαιότητα οι γυναίκες χρησιμοποιούσαν τα άνθη, αλλά και τα φύλλα της για καλλυντικά και για ενίσχυση της γονιμότητας. Η καλαθοπλεκτική, χωρίς την ύπαρξη της λυγαριάς, λόγω της ευλυγισίας των κλαδιών της, δε θα είχε αναδειχθεί σε μία από τις πλέον χρήσιμες παραδοσιακές τέχνες.
Στο δημοτικό παραδοσιακό τραγούδι η λυγαριά χάρισε και εκεί το άρωμά της και την ευλυγισία της.
Κόρη καραβοκύρη κι όμορφη κοπελιά
κορμί κυπαρισσένιο λυγά σαν λυγαριά.

Παρασκευή 24 Μαΐου 2024

 

Όλα θα βγάζουν νόημα όταν κοιτάξεις πίσω

Κάποια μέρα θα κοιτάξεις πίσω κι όλα θα βγάζουν νόημα. Όσα ερωτηματικά σε παίδευαν καθημερινά, θα ‘ρθουν μεταμφιεσμένα σε απαντήσεις. Απαντήσεις φτιαγμένες από σκληρές αλήθειες και μάλιστα πολύ καλά ακονισμένες.

Οι απαντήσεις θα ‘ρθουν ξαφνικά, χωρίς να το περιμένεις, γιατί είναι κι αυτός ο μπάρμπα χρόνος ανάποδος και του αρέσει να τσιγκλάει, δίνοντάς σου στην αρχή την ψευδαίσθηση πως έχεις το πάνω χέρι και βάζοντάς σου μετά τρικλοποδιές, αφού θέλει πάντα να περνάει το δικό του. Σε ταλαιπωρεί, σε αναγκάζει να περάσεις από δοκιμασίες και μια μέρα αποφασίζει να σου δώσει απλόχερα και πανεύκολα όσα έψαχνες μάταια τόσο καιρό να βρεις.

Κι εσύ στέκεις καταϊδρωμένος απ’ τον αγώνα δρόμου, έχοντας πια κουραστεί να προσπαθείς να λύσεις τα άλυτα, κουνώντας εξουθενωμένα μια άσπρη σημαιούλα παρέα με τον θυμό που πλέον αποτελεί έναν απ’ τους καλύτερους σου φίλους. Τα συναισθήματα ψάχνουν άδικα λίγο χώρο στις σκέψεις σου, καθώς αν είχες τη δυνατότητα να τα αφήσεις όλα πίσω σου θα το ‘χες κάνει προ πολλού.

Με όση δύναμη σού έχει απομείνει από την εσωτερική πάλη, παίρνεις την πιο βαθιά ανάσα και γυρίζεις το κεφάλι προς τα εμπρός, αργά – αργά σαν να ταλαιπωρείσαι από αυχενικό. Γνωρίζεις πως στο εξής δε θα υπάρξουν ξανά λοξές ματιές προς τα πίσω, εφόσον ακόμα και η ελπίδα έτρεξε μακριά από σένα σαν μικρό παιδάκι.

Παρελθόν και μέλλον τα φτιάχνουν μπροστά στα μάτια σου κι εσύ στο παρόν δεν ξέρεις με τι τίτλο να ξεκινήσεις το καινούριο σου κεφάλαιο, ενώ το άγχος σου αν είχε μορφή θα ήταν σίγουρα αυτή του Γκοτζίλα. Ο δρόμος που έχεις να διανύσεις θυμίζει στα μάτια σου τον αυτοκινητόδρομο «Pan-American Highway» και εσύ είσαι με τα πόδια.

Έτσι, βήμα-βήμα, με το πέρας του μπάρμπα χρόνου και καθώς εσύ έχεις αρχίσει να γράφεις τα καινούρια σου απομνημονεύματα, έρχεται να χτυπήσει πάλι την πόρτα σου, όμως αυτήν τη φορά αντί για ταλαιπώριες και τρικλοποδιές, σού αφήνει ένα δώρο. Ένα περίεργο δώρο, μα εξίσου σημαντικό. Είναι ένας μαγικός καθρέφτης που αναπαριστά τον παλιό σου εαυτό με όλα τα αφανή ελαττώματά του, μα και τον πλήρη ανανεωμένο εαυτό σου, αυτό που είσαι τώρα.

Και όσο εσύ τους χαζεύεις, το τελευταίο πράγμα που περίμενες ήταν να ξεστομίσεις ένα «ευχαριστώ» στον μπάρμπα χρόνο. Μα το είπες, αν και διστακτικά, το είπες. Τώρα, η αγαλλίαση που νιώθεις είναι αδύνατον να περιγραφεί με λέξεις και η ειρωνεία είναι πως πια θα σου αρέσουν τα τραύματά σου, διότι κάθε φορά που θα τα κοιτάς θα σου υπενθυμίζουν πως βγήκες νικητής.

Πηγή

Κυριακή 19 Μαΐου 2024

Ιστορία και ονομασίες των ελληνικών φύλων

 Ένας συνοπτικός… οδηγός

Πελασγοί:
Το κοινό όνομα όλων τών προϊστορικών καί προκατακλυσμιαίων Ελληνικών φύλων. Σύγχρονοι ιστορικοί, αρχαιολόγοι και γλωσσολόγοι έχουν προσπαθήσει να συνδέσουν τους «Πελασγούς», έναν όρο με μάλλον ασαφές περιεχόμενο, με διάφορους υλικούς πολιτισμούς, γλωσσολογικές ομάδες κ.λ.π. αλλά πρόκειται περί άλυτου «προβλήματος». Οι συνεχείς επεξεργασίες των Ελληνικών παραδόσεων και μύθων καθιστούν δύσκολο το διαχωρισμό σαφών «αναμνήσεων ιστορικών γεγονότων» και μυθοπλασίας όσον αφορά τις πληροφορίες που δίνουν οι αρχαίοι συγγραφείς για τους Πελασγούς. Περιοχές όπως η Θεσσαλία και η Αττική θεωρούνταν παραδοσιακά ως περιοχές στις οποίες κατοικούσαν Πελασγοί. Γενάρχης των Πελασγών αναφέρεται ο Πελασγός. Με τ’ όνομά του συνδέθηκαν πολυάριθμοι θρύλοι και παραδόσεις.

Αχαιοί:
Ελληνικό φύλο πού ήλθε από την Ήπειρο. Το όνομα προέρχεται απ’ τον Αχαιό γιό τού Ξούθου, εγγονό τού Έλληνα και δισέγγονο του Δευκαλίωνος. Στην εκστρατεία κατά της Τροίας περί το 1200 π.Χ κατά την συμβατική ιστορία έλαβαν μέρος 44 ηγεμόνες, από την Ήπειρο και Θεσσαλία μέχρι την Κρήτη, αυτόνομοι μεν αλλά στα μάτια των ξένων φάνταζαν ως έν έθνος, όπως άλλωστε ήταν αφού ίσχυε το όμαιμον, το ομόγλωσσον το ομόθρησκον καί κυρίως η κοινή συνείδησις. Τούς απέδιδαν δε διάφορα ονόματα, όπως Αργείοι, Δαναοί, Αχαιοί με κυρίαρχο το Αχαιοί.

Ίωνες:
Ελληνικό φύλο πού ήλθε κι αυτό από την Ήπειρο και τα παράκτια νησιά τού Ιονίου. Το όνομα έλκει την καταγωγή του από τον Ίωνα, αδελφό τού Αχαιού, γιό τού Ξούθου, εγγονό τού Έλληνα και δισέγγονο τού Δευκαλίωνος. Εγκαταστάθηκαν περί το 1900 π.Χ. κατά την συμβατική πάντα ιστορία στην Αττική. Ήλθαν σε επαφή με τούς ανατολικούς λαούς και γι αυτό τον λόγο οι τελευταίοι αποκαλούσαν όλους τούς Έλληνες Ίωνες (Γιουνάν ), πράγμα πού εξακολουθεί να ισχύει και σήμερα και μάλιστα και η ίδια η Ελλάδα αποκαλείται Γιουνανιστάν. Οι Ίωνες κατά την εποχή του Χαλκού ήταν εξαπλωμένοι μεταξύ της Εύβοιας, της Αττικής και της βορειοανατολικής Πελοποννήσου.

Το 1100 π.Χ. περίπου κατά την αρχή της γεωμετρικής περιόδου, που σηματοδοτήθηκε από την κάθοδο των Δωριέων, οι ανακατατάξεις στο εσωτερικό της Ελληνικής χερσονήσου τους ανάγκασαν να εγκαταλείψουν μεγάλο μέρος της περιοχής στην οποία ζούσαν. Οι μετακινήσεις αυτές των αρχαίων ελληνικών φύλων ονομάζονται Α’ Ελληνικός αποικισμός.

Οι Ίωνες λοιπόν μετακινήθηκαν προς τα ανατολικά δημιουργώντας αποικίες στα νησιά του Αιγαίου (Χίος, Σάμος κ.α.) καθώς και στην κεντρική Μικρά Ασία, στην περιοχή γνωστή ως Ιωνία. Το μεγαλύτερο μέρος των νησιών του Αιγαίου, με εξαίρεση τη Λέσβο, την Τένεδο και τη Ρόδο αποικήθηκε από τους Ίωνες, ενώ οι σημαντικότερες αποικίες στην Ιωνία ήταν η Μίλητος και η Έφεσος.

Η δημιουργία αποικιών στη Μικρά Ασία ήταν μια προοπτική που χρόνια απασχολούσε τα αρχαία ελληνικά φύλα και κυρίως τους Αχαιούς, δεδομένου ότι ήταν πολύ πιο εύπορα από την ορεινή και σχετικά άγονη ελληνική χερσόνησο. Οι Ίωνες μιλούσαν την ιωνική διάλεκτο. Η διάλεκτος αυτή αποτελεί τη γλώσσα της επικής ποίησης, καθώς το ομηρικό ιδίωμα έχει ως βάση του την ιωνική εμπλουτισμένη με στοιχεία από την αιολική και την αρκαδοκυπριακή. Οι λυρικοί ποιητές όπως ο Τυρταίος, ο Αρχίλοχος και άλλοι, χρησιμοποιούσαν την ιωνική διάλεκτο για τις ελεγείες τους.

Επίσης ιστορικοί όπως ο Ηρόδοτος έγραφαν στην ιωνική. Χαρακτηριστικά τα α και ε μακρά γράφονται η και η εξάλειψη του συμφώνου F (δίγαμμα). Επίσης ο σχηματισμός των απαρεμφάτων σε -ναι είναι ιωνικό στοιχείο.Κατά τον 6ο αιώνα π.Χ. η Μίλητος και η Έφεσος έγιναν κέντρα όσον αφορά τη σκέψη πάνω στο φυσικό κόσμο.

Με βάση αυτή τη σκέψη δημιουργούνταν υποθέσεις που εξηγούσαν τα φυσικά φαινόμενα χωρίς να αποδίδεται το αίτιό τους στο θείο, όπως γινόταν μέχρι τότε. Οι υποθέσεις αυτές διαχέονταν από την έρευνα και από προσωπικές εμπειρίες. Οι εκπρόσωποι αυτού του κινήματος λέγονταν «Φυσικοί» ή «Φυσιολόγοι». Κύριος εκπρόσωπος ήταν ο Θαλής ο Μιλήσιος, ο οποίος ήταν κι ένας από τους επτά σοφούς της αρχαίας Ελλάδας. Και ο λεγόμενος «σκοτεινός» φιλόσοφος Ηράκλειτος από την Έφεσο.

Δωριείς:
Οι Δωριείς ήταν ελληνικό φύλο, ένα από τα τέσσερα της αρχαιότητας, το οποίο καταγόταν σύμφωνα με τις γραπτές παραδόσεις από την οροσειρά της Πίνδου. Κατά την παλαιά παραδοσιακή θεωρία και κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, οι Δωριείς κατέβηκαν στη νότια Ελλάδα περίπου τον 12ο π.Χ. αιώνα και κατέλυσαν τον Μυκηναϊκό πολιτισμό, καθώς διέθεταν όπλα από σίδηρο, που ήταν ανώτερα από τα χάλκινα των Μυκηναίων. Νεώτερες όμως μελέτες συνδυάζουν την έλλειψη αρχαιολογικών ευρημάτων που να συνηγορούν σε μια τέτοια βίαιη εισβολή και γλωσσολογικών στοιχείων από την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β, και αμφισβητούν έντονα την εκδοχή αυτή.

Η μετακίνησή τους αυτή, που είναι γνωστή ως «Κάθοδος των Δωριέων», παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα σκοτεινότερα σημεία της ελληνικής ιστορίας. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, όταν βασίλευε ο Δευκαλίων, οι Δωριείς κατοικούσαν στην Φθιώτιδα. Από εκεί, ενώ βασιλιάς τους ήταν ο Δώρος, από τον οποίο πήραν και το όνομά τους, πήγαν στις πλαγιές της Όσσας και του Ολύμπου, στην περιοχή που ονομαζόταν Ιστιαιώτις. Οι Κάδμειοι τους ανάγκασαν να εγκαταλείψουν την περιοχή αυτή και να εγκατασταθούν στην Πίνδο, σε μια περιοχή που εκτείνεται από την περιφέρεια Καστοριάς, Γρεβενών έως και την επαρχία Μετσόβου, όπου ονομάστηκαν Μακεδνοί.

Από εκεί ξεκίνησε η λεγόμενη «Κάθοδος των Δωριέων» στα τέλη του 12ου αιώνα π.Χ., μέσω του περάσματος της Δεσκάτης, που αποτέλεσε ιστορικό γεγονός μεγάλης σπουδαιότητας, και είχε το χαρακτήρα εγκατάστασης ενός λαού σε πιο εύφορα και προσοδοφόρα εδάφη. Αυτή η εσωτερική μετανάστευση των Δωριέων αποτέλεσε τμήμα της γενικότερης προσπάθειας των δυτικών φυλετικών ομάδων να κατακτήσουν νέες περιοχές. Οι ακριβείς συνθήκες της μετακίνησής τους προς νότον παραμένουν άγνωστες. Οι Δωριείς αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τους τόπους εγκατάστασής τους, καθώς είτε δέχτηκαν την πίεση άλλων φυλετικών ομάδων, είτε οι διαθέσιμοι φυσικοί πόροι δεν επαρκούσαν.

Ενώ παλαιότερα εικάζοταν ότι η εξάπλωση των Δωριέων ήταν το κυριότερο αίτιο κατάρρευσης του μυκηναϊκού κόσμου, οι ιστορικοί σήμερα τείνουν στην αντίθετη εκδοχή, ότι η κατάρρευση του μυκηναϊκού κόσμου των Αχαιών αποτέλεσε το κυριότερο αίτιο της γρήγορης εξάπλωσης του δωρικού στοιχείου. Συγκεκριμένα, υποστηρίζεται η άποψη ότι ότι οι Δωριείς ήταν ένα ελληνικό ποιμενικό και πρωτόγονο σχετικά φύλο που κατοικούσε στις ορεινές περιοχές της Ελλάδας, και το οποίο μετά τη διάλυση του μυκηναϊκού κόσμου κατέλαβε πεδινές περιοχές.

Πέρα από τις μαρτυρίες των ιστορικών, υπάρχει και το αντίστοιχο μυθολογικό πλαίσιο. Οι Δωριείς κατάγονταν από τον Δώρο, γιο του Έλληνα, ο οποίος είχε υπό την εξουσία του την ηπειρωτική Ελλάδα. Σε αυτούς κατέφυγαν οι απόγονοι του Ηρακλή, μετά το θάνατο του Ύλλου και τον διωγμό τους από την Πελοπόννησο. Ακόμη, αναφέρεται ότι, όταν οι Ηρακλείδες έφθασαν στον Αιγιμιό, βασιλιά των Δωριέων, ο Ύλλος ζούσε.

Ο Αιγιμιός υιοθέτησε τον Ύλλο και μαζί με τους δυο γιους του, Πάμφυλο και Δυμάνα, τον έκανε συγκληρονόμο στο ένα τρίτο του βασιλείου του. Διωγμένοι από τα γειτονικά φύλα οι Δωριείς κατέφυγαν, μετά από πολλές μετακινήσεις, στη Δωρίδα και από εκεί στην Πελοπόννησο. Τη χώρα τη μοίρασαν οι δισέγγονοι του Ύλλου, Τήμενος, Κρεσφόντης και Αριστόδημος, μαζί με τους Πάμφυλο και Δυμάνα. Την κατάκτηση της Πελοποννήσου και την κυριαρχία τους στους αχαϊκούς πληθυσμούς, οι Δωριείς την ερμήνευσαν με το μύθο της «επανόδου των Ηρακλειδών», δηλαδή την επιστροφή των απογόνων του Ηρακλή στην αρχαία τους κοιτίδα.

Αιολείς:
Ήλθαν από τήν Θεσσαλία περί τό 1900 π.Χ. εγκαταστάθηκαν στήν Πελοπόννησο καί συγχωνεύτηκαν μέ τούς Αχαιούς. Τό όνομα ανατρέχει φυσικά στόν Αίολο τόν γιό τού Έλληνα καί εγγονό τού Δευκαλίωνος. Γιός τού Αιόλου ήταν ο Αθάμας, ο οποίος μέ τήν Νεφέλη έκανε τόν Φρίξο καί τήν Έλλη, εξ ής καί ο Ελλήσποντος καλείται.

Γραικοί:
Από τόν Γραικό πού όπως καί ο Έλλην γενεαλογείται απ’ τόν Δευκαλίωνα ή κατ’ άλλους θεωρείται αδελφός τού Λατίνου. Τό όνομα ετυμολογείται από τό γηραιός καί γραία κι αυτό από τήν Γαία καί επομένως αντιλαμβάνεται κανείς τό παμπάλαιον αφ’ ενός τού ονόματος αφ’ ετέρου δέ τό γηγενές αυτού. Επεκράτησε κατά τούς μέσους χρόνους (ανασυρθέν φυσικά από τό βαθύτατο παρελθόν) ως εθνική ονομασία τών Ελλήνων ιδίως στήν ύπαιθρο, διότι τό Έλληνες σήμαινε πλέον ειδωλολάτρες. Διά τών Λατίνων πού τό παρέλαβαν από τήν γειτονική Ήπειρο διαδόθηκε στήν Δύση (παρεφθάρη φυσικά όπως άλλωστε καί η Ελληνική γλωσσα πού κατακρεουργημένη κατέληξε στίς διαφόρους διαλέκτους), καί έχουμε τό γνωστό Graeci καί τά σημερινά ακατανόητα Greece, Grece, καί τά λοιπά παρόμοια.

Μετά μάλιστα τήν δημιουργία νέας αυτοκρατορίας απ’ τούς Δυτικούς μέ φορέα τού αξιώματος τόν Κάρολο τό 800 μ.Χ., πού ήταν τό αποκορύφωμα τής διάστασης μεταξύ τής παπικής εξουσίας καί τής πολιτικής εξουσίας τής Κωνσταντινουπόλεως, έγινε κατασυκοφάντησις τών Ελλήνων, ώστε τό όνομα Γραικός νά σημαίνει αίρεση καί κατά τούς χρόνους τής Φραγκοκρατίας μάλλιστα ενισχύθηκε εντονότατα ο μισελληνισμός. Γνωστή είναι η φράση τού » πρωθυπουργού» τού Κ. Παλαιολόγου Λουκά Νοταρά » κρειττότερον ιδείν εν μέσει Πόλει φακιόλιον Τούρκου ή ρωμαϊκήν καλύπτραν». Νά σημειώσουμε μέ τήν ευκαιρία ότι ο Κάρολος ζήτησε σέ γάμο τήν 1η γυναίκα αυτοκράτειρα τήν Ειρήνη τήν Αθηναία.

Μετά τήν πτώση τής Πόλης, εκτός από τό ρεύμα λογίων πού συνέρευσε στην Δύση και προκάλεσε την αναγέννηση, υπήρξαν και πολλοί δυστυχείς πρόσφυγες, πολλοί από τούς οποίους παρανομούσαν για να καταφέρουν να επιβιώσουν και αυτό συνέτεινε ώστε το «Γραικός» να σημαίνει και «απατεών».

Δαναοί:
Ελληνικό φύλο, πού προερχόμενο από τήν Ήπειρο, εγκαταστάθηκε κυρίως στην Πελοπόννησο περί το 2000 π.Χ. Timeo Danaos et dona ferentes (= φοβούμαι τούς Δαναούς καί δώρα φέροντας). Η φράση αυτή ανήκει στον γαλάτη Βιργίλιο και ασφαλώς εκφράζει τόν φθόνο κατά τών Ελλήνων αλλά καί τήν προσπάθεια υποτίμησης τού Ελληνικού Πνεύματος πού ήταν κυρίαρχο ακόμα καί κατά τήν Ρωμαϊκή στρατιωτική κυριαρχία. Άλλωστε κατά τόν Οράτιο «η Ελλάς ηττηθείσα τόν τραχύν νικητήν ενίκησε καί τάς τέχνας εισήγαγε εις τό αγροίκον Λάτιον».

Σελλοί:
Κατά τόν Αριστοτέλη πανάρχαιοι κάτοικοι τής κεντρικής Ηπείρου πού καλούνταν τότε μέν Γραικοί, τώρα δέ Έλληνες. Απ’ τό όνομα αυτό κατά μία εκδοχή καί τό Έλληνες.

Έλληνες:
Το ελληνικό φύλο τού Αχιλλέα πού κατοικούσε τήν Φθία. Εκαλούντο καί Μυρμιδόνες. Ήλθε από τήν Ήπειρο καί επεκτάθηκε σέ ευρύτερη περιοχή. Τό όνομα προέρχεται από τον Έλληνα, γιό τού Δευκαλίωνος πού γεννήθηκε μέ «σπέρμα Διός». Τόν 8ο π.Χ. αιώνα όλα τά Ελληνικά φύλα πήραν αυτό τό όνομα. Στά πρώτα χρόνια τής επικράτησης τού Χριστιαννισμού τό όνομα Έλλην κατέληξε νά σημαίνει ειδωλολάτρης. Απ’ τόν 9ο αιώνα όμως μέ τόν Φώτιο καθηγητή καί μετέπειτα πατριάρχη, πού τό σπίτι του είχε μετατραπεί σέ κέντρο φιλολογικών συναναστροφών, πού επανιδρύθηκε τό Πανεπιστήμιο Κωνσταντινουπόλεως καί συνεστήθη πλήθος άλλων ιδιωτικών ανωτάτων σχολών έχουμε επανεμφάνιση τού ονόματος «Έλλην».

Τόν 11ο αιώνα έχομε νέα ενίσχυση τού ονόματος με τον Μιχαήλ Ψελλό καί τήν Άννα Κομνηνή. Ο Θεόδωρος Β’ Λάσκαρις αυτοκράτωρ Νίκαιας έλεγε: » Πάσαν τοίνυν φιλοσοφίαν καί γνώσις Ελλήνων εύρεμα…Σύ δέ ώ Ιταλέ τίνος ένεκεν εγκαυχά;»Ο Γεώργιος Γεμιστός τόνιζε στον Μανουήλ Παλαιολόγο, ότι οι άνθρωποι, τών οποίων ηγείται είναι «Έλληνες» τό γένος ως ή τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί.

[Πηγή ellinikoarxeio.com]

Αρχαία Ελληνικά

Πέμπτη 16 Μαΐου 2024

 ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

Οι έντυπες ακολουθίες του Αγίου Αχιλλίου


Αγ. Αχίλλιος. Εντοίχιο ψηφιδωτό στο Καθολικό της Μονής του Οσίου Λουκά Βοιωτίας.  Θεωρείται μάλλον ως η παλαιότερη απεικόνιση του πολιούχου μαςΑγ. Αχίλλιος. Εντοίχιο ψηφιδωτό στο Καθολικό της Μονής του Οσίου Λουκά Βοιωτίας. Θεωρείται μάλλον ως η παλαιότερη απεικόνιση του πολιούχου μας

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)

Με την ευκαιρία της σημερινής εορτής του πολιούχου της Λάρισας Αγίου Αχιλλίου, το καθιερωμένο κάθε Τετάρτη ιστορικό κείμενό μας θα είναι αφιερωμένο στη μνήμη του. Θα επιχειρήσουμε μια σύντομη περιγραφή των έντυπων Ακολουθιών του Αγίου, οι οποίες έχουν εκδοθεί από τον 18ο αιώνα μέχρι σήμερα. Πιο πριν θέλω να αναφέρω ότι η επισυναπτόμενη στο κείμενο απεικόνιση του Αγ. Αχιλλίου είναι χρονικά η παλαιότερη που έχω εντοπίσει, είναι σε εντοίχιο φηψιδωτό, προέρχεται από τη Μονή του Οσίου Λουκά Βοιωτίας και χρονολογικά προσδιορίζεται, όπως και τα υπόλοιπα ψηφιδωτά της, στον 11ο αιώνα[1].

Τα μικρά αυτά βιβλία των ακολουθιών, οι «φυλλάδες» όπως ονομάζονταν στην κοινή καθομιλούμενη την εποχή εκείνη οι Ακολουθίες των Αγίων, συνήθως επιγράφονται ως «Βίος και Ακολουθία» και περιέχουν την υμνολογία του Εσπερινού (Μικρού και Μεγάλου), του Όρθρου, της Θείας Λειτουργίας, καθώς και τον Βίο (συναξάρι) του συγκεκριμένου Αγίου. Το συναξάρι άλλοτε είναι σύντομο και άλλοτε εκτεταμένο. Σε ορισμένες ακολουθίες επισυνάπτονται και διάφοροι άλλοι ύμνοι, όπως Παρακλητικοί Κανόνες, Οίκοι προς τον Άγιο κατά το πρότυπο των Οίκων του Ακάθιστου Ύμνου και άλλα.
Μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί «τύποις» τέσσερες εν συνόλω Ακολουθίες, με τον ίδιο ακριβώς τίτλο, «Ακολουθία του εν Αγίοις Πατρός ημών Αχιλλίου Αρχιεπισκόπου Λαρίσης του Θαυματουργού». Απλώς σε κάθε έκδοση διαφέρει ο υπότιτλος.
- Α’ Ακολουθία. Το 1745, 300 περίπου χρόνια μετά την ανακάλυψη της τυπογραφίας, τυπώνεται στη Βενετία από τον εκδοτικό οίκο του Αντωνίου Βόρτολι η πρώτη έντυπη Ακολουθία. Μέχρι τότε για τις λειτουργικές ανάγκες κυκλοφορούσαν χειρόγραφες ακολουθίες, γι’ αυτό και στον υπότιτλο της έκδοσης αυτής σημειώνεται «Νυν πρώτον τύποις εκδοθείσα, και μετ’ επιμελείας ότι πλείστης διορθωθείσα». Ο εκδοτικός οίκος του Ιταλού Antonio Bortoli (Αντώνιος Βόρτολι η εξελληνισμένη μορφή του) αποτελεί τη συνέχεια του περίφημου τυπογραφείου της Βενετίας του Νικολάου Σάρρου (ή Σάρου), ενός Έλληνα ευπατρίδη από τα Ιωάννινα, ο οποίος είχε μετακομίσει στη Βενετία. Μετά τον θάνατο του τελευταίου το 1697, το τυπογραφείο λειτούργησε για μικρό χρονικό διάστημα από τα τρία αδέλφια του (Λάμπρος, Κωνσταντίνος και Ιωάννης). Το 1706 το αγόρασε ο Αντώνιος Βόρτολι, με τον όρο να τυπώνει το όνομα και το τυπογραφικό σήμα του Νικ. Σάρρου, έως ότου εξοφλήσει το αντίτιμο της αγοράς. Το τυπογραφικό σήμα, όπως βλέπουμε και στην επισυναπτόμενη σελίδα τίτλου της Ακολουθίας του Αγ. Αχιλλίου, ήταν μια γοργόνα-σειρήνα, της οποίας το σώμα καταλήγει σε δύο ουρές, τις οποίες κρατά με τα χέρια της. Το τυπογραφείο του Βόρτολι τύπωνε ως επί το πλείστον ελληνικά βιβλία μέχρι το 1788, όποτε και σταμάτησε οριστικά τη λειτουργία του.
Το βιβλίο της Ακολουθίας αυτής αποτελείται από 40 σελίδες, χρησιμοποιεί δύο χρώματα (μαύρο, κόκκινο) και o Γάλλος ιστορικός ερευνητής Emile Legrand στην πολύτομη Bibliographie Hellenique (Ελληνική Βιβλιογραφία)[2] χαρακτηρίζει την έκδοση ως «σπανιοτάτη». Απ’ όσο γνωρίζω, υπάρχει ένα αντίτυπο στη Βιβλιοθήκη του Ιδρύματος Ωνάση στην Αθήνα και ένα άλλο κολοβό[3] στην Εκκλησιαστική Συλλογή Κρανιάς Ολύμπου[4]. Το τελευταίο είναι συρραμμένο με ακέφαλη ακολουθία του αρχιεπισκόπου Λαρίσης Βησσαρίωνος. Συγκεκριμένα, η Ακολουθία του Αγ. Αχιλλίου είναι μέχρι τη σελίδα 14, ενώ η Ακολουθία του Αγ. Βησσαρίωνος, σπάνια έκδοση του 1744 στη Μοσχόπολη της Β. Ηπείρου, αρχίζει από τη σελίδα 7 μέχρι το τέλος, σελ. 28.
- Β’ Ακολουθία. 151 χρόνια αργότερα, το 1896, ο Λαρισαίος εκδότης Γεώργιος Μακρής, λόγω της σπανιότητας της «φυλλάδας», προχώρησε στη δεύτερη έκδοση «...νυν το δεύτερον τύποις εκδοθείσα και μετ’ επιμελείας ότι πλείστης διορθωθείσα». Αποτελείται και αυτή από 40 σελίδες, σε μικρό σχήμα, εκ των οποίων οι 14 καταλαμβάνονται από το εκτεταμένο Συναξάρι του Αγίου Αχιλλίου. Στη σελ. 39 του βιβλίου ενδιαφέρον παρουσιάζει η εξής καταγραφή του συγγραφέα της ακολουθίας: «Εν έτει σωτηρίω 1872 (ζτπ’) 7βρίου 20 Νιμπιγλέρη. Εγράφη η παρούσα ακολουθία διά χειρός του Χατζή Γεωργίου Καπηλαρίδου Αλληλοδιδασκάλου εκ Τυρνάβου, και έστω εις μνημόσυνον αιώνιον. Αρχιερατεύοντος δε του Σεβαστού ημών Αρχιερέως και Κυριάρχου Αγίου Λαρίσσης Κ. Κυρίου Ιωακείμ[5], του ενθέρμου και φιλομούσου προστάτου των Ιερών εκπαιδευτικών Καταστημάτων». Κατά την εκτίμησή μου, η καταγραφή αυτή υποδηλώνει ότι η Ακολουθία εγράφη χειρόγραφη το 1872, ενώ το 1896 κυκλοφόρησε έντυπη από το τυπογραφείο του Γεωργίου Μακρή, του πατέρα του δημοσιογράφου και εκδότη της εφημερίδας «Μικρά», Θρασύβουλου Μακρή. Μερικοί υποστηρίζουν ότι κυκλοφόρησε έντυπη το 1872 και η έκδοση του 1896 ήταν ανατύπωσή της.
- Γ’ Ακολουθία. Το 1952 ακολούθησε η τρίτη έκδοση από τον Μητροπολίτη Δωρόθεο Κοτταρά (1835-1955), τον μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Όπως αναφέρει στον Πρόλογο της Ακολουθίας: «Μελετήσαντες επιμελώς την ακολουθίαν ταύτην εξ επόψεως γλώσσης, όσον και εξ επόψεως συντάξεως, αλλά προς τούτοις και εξ επόψεως μουσικού μέτρου, δεν ικανοποιήθημεν απολύτως, δι’ όν λόγον αντικατεστήσαμεν αυτήν...». Ουσιαστικά διόρθωσε πολλούς ύμνους της προηγούμενης Ακολουθίας «κατά το καθαρώς εκκλησιαστικόν ύφος». Κυρίως, όμως, συνέθεσε το νέο απολυτίκιο του Αγίου «Χαίρει έχουσα η Θεσσαλία...», το οποίο και καθιερώθηκε έκτοτε. Μέχρι το 1952 το κείμενό του βασιζόταν στο απολυτίκιο του Αγ. Νικολάου «Κανόνα πίστεως...», με την προσθήκη στη συγκεκριμένη θέση του ονόματος Αχιλλίου αντί του Νικολάου. Η ακολουθία αυτή τυπώθηκε από τον εκδοτικό οίκο «Αστήρ» των αδελφών Αλ. και Ε. Παπαδημητρίου στην Αθήνα. Πρόκειται για έκδοση επιμελημένη, δίχρωμη (μαύρο, κόκκινο), αποτελείται από 32 σελίδες και κοσμείται από ζωγραφικά έργα του συμπολίτη μας Αγήνορα Αστεριάδη και από τα αρχιτεκτονικά σχέδια του σημερινού ναού, που εκπονήθηκαν από τους αρχιτέκτονες Γ. Νομικό και Π. Καραντινό.
- Δ’ Ακολουθία. Επειδή σύντομα εξαντλήθηκε η τρίτη έκδοση, ο Μητροπολίτης Λαρίσης Σεραφείμ Ορφανός (1974-1989) αποφάσισε να προβεί σε νέα έκδοση. Αποτάθηκε στον υμνογράφο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας και μοναχό του Αγίου Όρους Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη, ο οποίος συνέθεσε πληρέστερη Ακολουθία, συνοδευόμενη από Παρακλητικό Κανόνα και 24 Οίκους. Αποτελείται από 52 σελίδες και είναι η ακολουθία που ψάλλεται πλέον επίσημα στις μέρες μας κατά τη μεγάλη πανήγυρη του Αγίου στις 15 Μαΐου.

-----------------------------------------------------------

[1]. Βρίσκεται, αν θυμάμαι καλά, στο Διακονικό, δηλ. στο δεξιό τμήμα του Ιερού Βήματος, του κατάγραφου από ψηφιδωτά Καθολικού της Μονής του Οσίου Λουκά Βοιωτίας.
[2]. Emile Legrand (1841-1903). Διαπρεπής Γάλλος φιλόλογος και ακαδημαϊκός. Η Ελληνική Βιβλιογραφία του αποτελείται από 11 ογκώδεις τόμους, στους οποίους καταγράφει με λεπτομέρειες όλα τα έργα των Ελλήνων συγγραφέων από τον 15ο αι. μέχρι το 1790.
[3]. Κολοβό ονομάζεται ένα αντίτυπο όταν του λείπουν οι τελευταίες σελίδες. Αντιθέτως, όταν του λείπουν η σελίδα τίτλου και οι πρώτες σελίδες, το αντίτυπο ονομάζεται ακέφαλο.
[4]. Σύλλογος Προστασίας και Συντήρησης Κειμηλίων και Μνημείων Κρανιάς Ολύμπου. Ναοί και Κειμήλια Εκκλησιαστικής Συλλογής Κρανιάς Ολύμπου. Θεσσαλονίκη (2914), σελ. 333.
[5]. Ιωακείμ Κρουσουλούδης, Μητροπολίτης Λαρίσης στο διάστημα (1870-1875). Το 1875 μετετέθη στη Μητρόπολη Δέρκων και από το 1884 έως το 1886 διετέλεσε Οικουμενικός Πατριάρχης με το όνομα Ιωακείμ ο Δ’. Με πρωτοβουλία του και με τη χρηματική αρωγή του χριστιανικού πληθυσμού της Λάρισας προχώρησε, εν μέσω τουρκικής κατοχής, στην ανέγερση Γυμνασίου, εξ ου και η αναφορά του Γεωργ. Καπηλαρίδη για τον Ιωακείμ ως προστάτη των εκπαιδευτικών καταστημάτων. Τελικά το Γυμνάσιο λόγω του μεγέθους του και της μετάθεσης του Μητροπολίτη ολοκληρώθηκε μετά την απελευθέρωση του 1881 και αρχικά στέγασε το Διδασκαλείον Λαρίσης.

Κυριακή 12 Μαΐου 2024

 Ο Δαίδαλος είναι ο μεγαλύτερος εφευρέτης στην αρχαία Ελλάδα, ένας πραγματικός πολυτεχνίτης και καλλιτέχνης ταυτόχρονα, όπως υποδηλώνει το όνομα Δαίδαλος που προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό ρήμα δαιδάλω = εργάζομαι με τέχνη.

Ο Λαβύρινθος στη μινωική Κρήτη, ο μίτος της Αριάδνης, η ξύλινη αγελάδα της Πασιφάης, το χοροστάσι της Αριάδνης, το ακρόπρωρο των πλοίων της εποχής εκείνης και το πέταγμα με φτερά από κερί ήταν όλα σύμφωνα με τη μυθολογία εφευρέσεις και επινοήσεις του Δαίδαλου.

Η καταγωγή του Δαίδαλου

Για τον Δαίδαλο σώζονται αρκετοί μύθοι και αυτοί καταγράφηκαν για πρώτη φορά από τους Αθηναίους μυθογράφους τον 6ο π.Χ. αιώνα επί Πεισίστρατου. Το μεγαλύτερο μέρος των μύθων για τη ζωή του Δαίδαλου εκτυλίσσεται στην Κρήτη, συνεπώς οι μύθοι που αφορούν τον Δαίδαλο πρέπει να είναι κρητικής καταγωγής.

Ο μύθος του Δαίδαλου μας παραδίδει ότι γεννήθηκε στην Αθήνα και ήταν απόγονος του Ερεχθέα (=μυθικός επώνυμος ήρωας και βασιλιάς των Αθηνών, ιδρυτής των Παναθηναίων αγώνων). Από σπουδαία γενιά ήταν και η μητέρα του η Αλκίππη (ή Φρασιμήδη ή Ιφηνόη), που κρατούσε από τον Κέκροπα, τον μυθικό ιδρυτή της πόλης των Αθηνών.

Σύμφωνα με μία άλλη εκδοχή ο Δαίδαλος κατάγεται από τον θεό Ήφαιστο και απ’ αυτόν κληρονόμησε την ικανότητα να μπορεί να κατασκευάζει σχεδόν τα πάντα.

keimeno daidalos1

Ο αρχιτέκτονας και γλύπτης Δαίδαλος

Ο Δαίδαλος σύντομα εξελίχθηκε στον πιο σπουδαίο αρχιτέκτονα και γλύπτη της Αθήνας. Λεγόταν μάλιστα ότι τα αγάλματα που έβγαιναν από το εργαστήριο του Δαίδαλου έμοιαζαν με ζωντανά. Τόσο ζωντανά, που όταν ο Ηρακλής αντίκρισε το άγαλμα ενός άντρα σε θέση μάχης, νόμισε ότι κάποιος του επιτίθεται και ενστικτωδώς αντέδρασε καταστρέφοντας το με το ρόπαλο του. Όταν κατάλαβε ότι είχε καταστρέψει ένα περίτεχνο άγαλμα, που μάλιστα παρίστανε τον ίδιο, αισθάνθηκε μεγάλη ντροπή και ζήτησε συγνώμη από τον Δαίδαλο.

Ο Δαίδαλος ήταν ο πρώτος που έδωσε ελεύθερη κίνηση στα μέλη του αγάλματος, απελευθερώνοντας έτσι τα χέρια από το σώμα και ξεχωρίζοντας τα πόδια μεταξύ τους. Επιπλέον έδωσε περισσότερη εκφραστικότητα στο πρόσωπο προσθέτοντας τα χαρακτηριστικά του ματιού (βολβός, κόρη, ίριδα).

Πως ο Δαίδαλος έφτασε στην Κρήτη

Στο εργαστήριο του Δαίδαλου μαθήτευε ο γιος της αδερφής του Πέρδικας ή Πολυκάστης, ο Τάλως ή Κάλως (είναι διαφορετικός από τον γίγαντα Τάλω, τον φύλακα της Κρήτης). Φαίνεται πως το ταλέντο είχε μοιραστεί απλόχερα στην οικογένεια και ο Τάλως αναδεικνυόταν σε εξαιρετικά ιδιοφυή τεχνίτη.

Οι φήμες στην Αθήνα έδιναν και έπαιρναν ότι ο ανιψιός θα καταφέρει να ξεπεράσει το θείο του. Ο Δαίδαλος τυφλώθηκε από ζήλια και έβγαλε τον Τάλω από τη μέση γκρεμίζοντάς τον από την Ακρόπολη. Το έγκλημα δεν άργησε να αποκαλυφθεί και ο Δαίδαλος εκδιώχθηκε από την Αθήνα.

Η αδερφή του Δαίδαλου αυτοκτόνησε από τον καημό της που έχασε τον μονάκριβο γιο της Τάλω και ο Δαίδαλος τελικά κατέληξε στην Κρήτη.

Στην Κρήτη ο Δαίδαλος έγινε αμέσως δεκτός γιατί η φήμη του ως εξαιρετικός τεχνίτης είχε προηγηθεί και μάλιστα γίνεται έμπιστος του Μίνωα, του μυθικού βασιλιά της Κνωσού. Ο Μίνωας ανέθετε στο Δαίδαλο όλα τα τεχνικά έργα στο ανάκτορο και έτσι ο μύθος θέλει το Δαίδαλο να είναι ο εφευρέτης σχεδόν σε όλες τις τεχνολογικές καινοτομίες της εποχής.

Στην Κρήτη ο Δαίδαλος γνώρισε την Ναυκράτη, που δούλευε στην υπηρεσία του Μίνωα και μαζί της αποκτά τον Ίκαρο.

Τα έργα του Δαίδαλου στην Κρήτη

Το χοροστάσι της Αριάδνης

Ο Δαίδαλος είναι αυτός που έφτιαξε την πρώτη «πίστα» χορού στην ιστορία για την πριγκίπισσα Αριάδνη, το χοροστάσι της Αριάδνης, που ακόμα και οι θεοί το θαύμασαν.

Τα Δαιδάλια

Μία άλλη εφεύρεση του Δαίδαλου θεωρείται το ακρόπρωρο του πλοίου. Γι’ αυτό και τα ακρόπρωρα ονομάζονταν και δαιδάλια στην αρχαία Ελλάδα.

Η ξύλινη αγελάδα της Πασιφάης

Ο Μίνωας για να αποδείξει ότι είναι ο πιο ικανός από τα αδέρφια του και να κερδίσει το θρόνο του βασιλιά της Κνωσσού, είχε ζητήσει από το θείο του Ποσειδώνα (το θεό της θάλασσας) να του στείλει ένα σημάδι.

Ο Ποσειδώνας έστειλε έναν πανέμορφο ταύρο που ο Μίνωας όφειλε να θυσιάσει προς τιμή του Ποσειδώνα. Ο Μίνωας όμως δεν ήθελε να σκοτώσει ένα τόσο ξεχωριστό ζώο και με πονηριά θυσίασε άλλο ταύρο στη θέση του. Ο Ποσειδώνας εξοργίστηκε και τιμώρησε το Μίνωα για την ασέβεια του με ένα ασυνήθιστο τρόπο: έκανε τη σύζυγο του Μίνωα, βασίλισσα Πασιφάη, να ερωτευτεί τον ταύρο.

Η Πασιφάη τρελή από έρωτα για τον ταύρο ζήτησε από το Δαίδαλο να της βρει τον τρόπο για να συνευρεθεί ερωτικά μαζί του χωρίς να κινδυνεύσει η ζωή της.

Ο Δαίδαλος λοιπόν έφτιαξε μια ξύλινη αγελάδα, κούφια στο εσωτερικό της, την έντυσε με το δέρμα μιας αληθινής αγελάδας και την άφησε σε ένα λιβάδι με τη βασίλισσα μέσα της.

Ο ταύρος ξεγελάστηκε, πλησίασε την αγελάδα, ζευγάρωσε μαζί της και από την αφύσικη αυτή ένωση γεννήθηκε ο Μινώταυρος, ένα τέρας που από τη μέση και πάνω ήταν ταύρος και ο άλλος μισός άνθρωπος.

Ο λαβύρινθος του Δαίδαλου

Ο Δαίδαλος κλήθηκε μετά τη γέννηση του Μινώταυρου να βρει ένα τρόπο να κρύψει την ντροπή του Μίνωα για αυτή του την βαριά τιμωρία, δηλαδή να φτιάξει κάτι όπου θα φυλάκιζε τον Μινώταυρο.

Ο Δαίδαλος κατασκεύασε τον λαβύρινθο, ένα κτίριο που αποτελείται από στενούς διαδρόμους και πολύπλοκες στροφές, που μπέρδευε τόσο πολύ όποιον έμπαινε μέσα ώστε δεν μπορούσε να βρει την έξοδο.

Πού βρίσκεται ο λαβύρινθος δεν έχουμε ιδέα, αν και πολλοί τον ταυτίζουν με το ίδιο το ανάκτορο της Κνωσού. Είναι γεγονός ότι το ανάκτορο της Κνωσού αποτελείται από πάρα πολλούς δωμάτια που συνδέονται μεταξύ τους με στενούς διαδρόμους. Εξάλλου, σύμφωνα με το μύθο, και η Κνωσός κτίστηκε από τον αρχιτέκτονα Δαίδαλο.

Ο Μίτος της Αριάδνης

ο Θησέας σκοτώνει το Μινώταυρο
Κάθε 9 χρόνια οι Αθηναίοι έστελναν 7 νέους και 7 νέες στην Κρήτη σαν φόρο αίματος για την άδικη δολοφονία του Ανδρόγεω, γιου του Μίνωα. Οι νέοι και οι νέες ρίχνονταν στον Λαβύρινθο για να τους καταβροχθίσει ο Μινώταυρος.

Κάποια χρονιά ένας από τους 7 νέους ήταν ο γιος του βασιλιά της Αθήνας, ο Θησέας. Ρωμαλέος νέος και ωραίος ερωτεύεται με την κόρη του Μίνωα, την Αριάδνη, που για κανένα λόγο δεν θα άφηνε τον αγαπημένο της να γίνει τροφή του Μινώταυρου. Για μια ακόμη φορά ζητήθηκε η βοήθεια του Δαίδαλου, που έδωσε στην Αριάδνη ένα κουβάρι δυνατή κλωστή, το γνωστό μίτο της Αριάδνης.

Ο Θησέας ακολουθώντας τις οδηγίες του Δαίδαλου έδεσε την άκρη του μίτου στην είσοδο του λαβύρινθου, και προχώρησε ξετυλίγοντας το κουβάρι μέχρι που βρήκε το Μινώταυρο. Αφού τον σκότωσε, ακολούθησε το νήμα και βρήκε το δρόμο προς την έξοδο.

Ο Μίνωας φυλακίζει τον Δαίδαλο

Ο Δαίδαλος δεν είχε κακή πρόθεση όταν βοηθούσε την Πασιφάη και την Αριάδνη, αλλά το αποτέλεσμα ήταν να έρθει σε ρήξη με το Μίνωα. Είναι λογικό ότι ο βασιλιάς δεν ήθελε ούτε η γυναίκα του να βρει τρόπο να ζευγαρώσει με τον ταύρο, ούτε ο Θησέας να μπορέσει να βγει από τον λαβύρινθο.

Η οργή του ήταν μεγάλη με αποτέλεσμα ο πατέρας Δαίδαλος και ο γιός Ικαρος να φυλακιστούν στον άδειο πια Λαβύρινθο, που ας μη ξεχνάμε, ήταν έργο του ίδιου του Δαίδαλου.

[iellada.gr]

 Στο σημερινό μας σημείωμα δημοσιεύουμε φωτογραφία μιας τοποθεσίας της Λάρισας, τα λεγόμενα Σάλια, όχι και τόσο γνωστής σήμερα. Η περιοχή Σάλια βρισκόταν στη δεξιά όχθη του Πηνειού ποταμού, σε μια περιοχή η οποία προσδιοριζόταν στα τουρκικά ως Σαρασλάρ.

Ήταν ο χώρος μεταξύ του Αρναούτ μαχαλά (συνοικία Αγ. Αθανασίου) και γέφυρας. Με τη σημερινή οριοθέτηση της Λάρισας, τα Σάλια τοποθετούνται περίπου στην περιοχή μεταξύ του υπαίθριου parking που βρίσκεται στην οδό Καλλιθέας και του κτιρίου του Τεχνικού Επιμελητηρίου. Η ονομασία αυτή αναφέρεται και από τον ποιητή Σωτήρη Σκίπη, καθώς το πατρικό του σπίτι βρισκόταν λίγα μέτρα πιο κάτω, στο σημείο όπου σήμερα έχει διανοιχθεί η οδός η οποία φέρει το όνομα του ποιητή. Ήταν η αγαπημένη του περιοχή στις όχθες του Πηνειού και όταν ήταν μικρός τα παιχνίδια με τους φίλους του γίνονταν σ’ αυτό το σημείο, ενώ αργότερα κάθε φορά που επισκεπτόταν τη Λάρισα βάδιζε μόνος και αυτό του πρόσφερε έμπνευση.

Η ονομασία Σάλια ήταν γνωστή από την περίοδο της τουρκοκρατίας και έχει σχέση με τη μεταφορά ξυλείας από τις δυτικές περιοχές της Θεσσαλίας μέσω της ροής των υδάτων του Πηνειού ποταμού μέχρι την περιοχή της Λάρισας. Με απλό τρόπο και εκμεταλλευόμενοι την κίνηση του νερού, έμπειροι και δεξιοτέχνες υλοτόμοι οδηγούσαν τεράστιες ποσότητες (ντάνες) τεμαχισμένων κορμών από την περιοχή της Πίνδου.

Ο τρόπος του ταξιδιού αυτού της ξυλείας παρουσιάζει ενδιαφέρον γιατί γινόταν σε μια χρονική περίοδο όπου οι μεταφορές δεν ήταν εύκολες.

Η περιοχή «Σάλια» της Λάρισας όπως ήταν περί το 1900. Διακρίνεται η αποθήκευση κορμών ξύλων, τα οποία έφθαναν μέσω του Πηνειού από τα διάφορα γειτονικά δάση. Λεπτομέρεια από επιστολικό δελτάριο του Στέφανου Στουρνάρα.

Η ροή του νερού στην κοίτη του Πηνειού, του μεγαλύτερου ποταμού της Θεσσαλίας, χρησιμοποιήθηκε σε ολόκληρη τη διαδρομή του μέχρι και τη Λάρισα. Οι μεγάλοι κορμοί των δένδρων από τα δάση που βρίσκονταν κατά μήκος του, τεμαχίζονταν και μεταφέρονταν με τα ζώα μέχρι τις όχθες του Πηνειού, σε καθορισμένα σημεία. Εκεί δένονταν με τριχιές ή σιδερένια άγκιστρα και σχηματιζόταν μια σχεδία. Πάνω της δεν τοποθετούσαν μόνο τα ξύλα αγκιστρωμένα, αλλά και επέβαιναν και άνδρες που τα συνόδευαν. Με τον ίδιο τρόπο δημιουργούσαν πολλές σχεδίες και όταν αποφασιζόταν η μεταφορά, έπλεαν όλες μαζί, έχοντας κάποια απόσταση η μία από την άλλη και δημιουργούνταν μια αληθινή νηοπομπή. Η μεταφορά γινόταν συνήθως άνοιξη και φθινόπωρο, γιατί η ροή του νερού ήταν τότε κάπως σταθερή και η στάθμη του ανεβασμένη. Βέβαια ο τρόπος αυτός ήταν αρκετά δύσκολος και επικίνδυνος.

Κατά την πορεία τους μέσα στο ποτάμι η ορμητικότητα του νερού σε ορισμένα σημεία και οι πολλές και μεγάλες καμπύλες που χαρακτηρίζουν την πορεία του Πηνειού στον θεσσαλικό κάμπο, οδηγούσαν τις σχεδίες σε συγκρούσεις και σε πολλές προσαράξεις στις όχθες. Γι’ αυτό οι άνθρωποι που υπήρχαν σε κάθε σχεδία ήταν νέοι και δυνατοί ξυλοκόποι, που κρατούσαν μακριά ξύλινα κοντάρια, τα οποία βύθιζαν στον πυθμένα της κοίτης του ποταμού για να δώσουν επιτάχυνση στη σχεδία ή τα ακουμπούσαν στις όχθες για να αποφεύγουν την πρόσκρουση. Οι σχεδίες που μετέφεραν τους κορμούς των δένδρων σε σωρούς σφιχτά στερεωμένους ονομάζονταν «σάλια», ενώ οι ξυλοκόποι που τα συνόδευαν ήταν γνωστοί σαν «σαλτζήδες» [1].

Οι σχεδίες που είχαν στοιβαγμένους τους κορμούς των δένδρων οδηγούνταν τελικά μετά από το μεγάλο ταξίδι, σε μια αποβάθρα η οποία ήταν πρόχειρα κατασκευασμένη στη δεξιά όχθη του Πηνειού, λίγο πριν τη μεγάλη πέτρινη γέφυρα της Λάρισας. Η μεγαλύτερη ποσότητα ξύλου έφθανε στην πόλη μας γιατί εδώ υπήρχε η εντονότερη ζήτηση, τόσο τοπικά όσο και στη γύρω περιοχή. Ουσιαστικά η αποβάθρα ήταν ένα μικρό λιμανάκι, μακριά από την κεντρική ροή του νερού, για να μπορούν να λιμνάζουν οι κορμοί των δένδρων και να μην παρασύρονται.

Εκεί οι σαλτζήδες έσερναν τους κορμούς με άγκιστρα έξω από το νερό και τους αποθήκευαν σε μια υπαίθρια παραπήνεια έκταση, όπως διακρίνεται και στη φωτογραφία, όπου γινόταν η αρχική προεργασία της ξυλείας σε διάφορες μορφές, ανάλογα με τις παραγγελίες.

Έπειτα με διπλόκαρρα μεταφερόταν η ξυλεία είτε στο Ξυλοπάζαρο [2] της Λάρισας είτε και σε μακρινότερες αποστάσεις. Από την παρουσία της αποβάθρας στην οποία κατέληγε το ταξίδι των υλοτόμων με τις σχεδίες (τα σάλια) και από το γεγονός ότι οι περισσότεροι υλοτόμοι (σαλτζήδες) κατοικούσαν σ’ αυτή την περιοχή, η τοποθεσία αυτή έμεινε γνωστή ως Σάλια μέχρι τα τελευταία χρόνια. Μάλιστα εξακολουθούν να υπάρχουν μέχρι και σήμερα στη Λάρισα οικογένειες με το όνομα Σαλτζής, οι οποίες κατοικούσαν στην περιοχή του Αρναούτ μαχαλά (συνοικία του Αγ. Αθανασίου).

Τη δεκαετία του 1930 άρχισαν να διαμορφώνονται αμαξιτοί δρόμοι στο εσωτερικό του θεσσαλικού χώρου και ο αρχέγονος αυτός τρόπος μεταφοράς της ξυλείας σταμάτησε οριστικά.

———————————————————

[1]. Ρούσκας Γιάννης, Ο αργυροδίνης Πηνειός, Αθήνα, σελ. 67-69.

[2]. Το Ξυλοπάζαρο ήταν κεντρική περιοχή της Λάρισας, της οποίας τα στενά όρια μπορεί να οριοθετηθούν κατά προσέγγιση μεταξύ των σημερινών οδών Παπαναστασίου-Βενιζέλου-Απόλλωνος-Κύπρου. Σ’ αυτό υπήρχαν τα καταστήματα στα οποία γινόταν η επεξεργασία και η εμπορία του ξύλου.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου / nikapap@hotmail.com / Εφημερίδα Ελευθερία