Ο νομάρχης Ι. Γκότσης και το Αντιαεροπορικό
Ο Ιωάννης Γκότσης βρέθηκε μπροστά στην εκτέλεση των 40 πατριωτών στο Αντιαεροπορικό το 1944
Ο λόφος του Αντιαεροπορικού την ημέρα των εγκαινίων του μνημείου (από την «Ε» στις 29 Νοεμβρίου 1966)

Ο νομάρχης Ιωάννης Γκότσης (από την «Ε» στις 2 Μαρτίου 1965)
Τον Νοέμβριο του 1966 η Λάρισα κατάφερε να τιμήσει, σε μόνιμη βάση, τους 40 εκτελεσθέντες του Αντιαεροπορικού. Παρών στην τελετή αποκάλυψης του μνημείου [1] ήταν κι ο νομάρχης του 1944, ο Γιάννης Γκότσης. Ήταν υποχρεωτικά παρών τη στιγμή της εκτέλεσης, στις 8 Μαρτίου 1944. Αμέσως μετά την απελευθέρωση, το 1945, κατέγραψε τις στιγμές αυτές στο βιβλίο του «Φλόγες στον Όλυμπο». «Συνετέλεσε στο να επαναποκτηθεί η Παιδαγωγική Ακαδημία της Λάρισας, η οποία είχε επιταχθεί από τους Ναζί [2]. Τον Μάρτιο του 1945 ζήτησε ο ίδιος τη νόμιμη εκκαθάριση της θέσης του, με «αυτομήνυση». Κατόπιν αυτού, εκδόθηκε το υπ’ αρ. 9 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, το οποίο τον απήλλαξε, αλλά παράλληλα «εξύμνησε τη στάση του και την εν γένει πολιτεία του στη διάρκεια της Κατοχής, ενώ από τους προκατόχους του, άλλοι καταδικαζόντουσαν ως δωσίλογοι και άλλοι απαλλάσσονταν λόγω βλακείας». Η συγκυρία το έφερε να είναι και πάλι νομάρχης Λάρισας τον Μάρτιο του 1965, επί κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου.
Η τελετή των αποκαλυπτηρίων του μνημείου των εκτελεσθέντων έγινε στις 27 Νοεμβρίου 1966, στο σημείο της εκτέλεσης στον λόφο του Αντιαεροπορικού, εκεί όπου επί κατοχής βρισκόταν το περίφημο στρατόπεδο-κολαστήριο αιχμαλώτων. Ο νομάρχης Ιωάννης Γκότσης, αμέσως μετά την απελευθέρωση, έγραψε το βιβλίο του, στο οποίο περιγράφει τις τελευταίες στιγμές των 40 πατριωτών. Αναφέρει, μεταξύ άλλων: «… Φθάνει το πρώτο καμιόνι με μελλοθανάτους. Είναι πέντε-όλες γυναίκες. Πρώτη κατεβαίνει απ’ αυτό η Δήμητρα Τσάτσου, κομμώτρια από τη Λάρισα. Απολύτως ήρεμη και ήσυχη. Ούτε μια σύσπαση στο πρόσωπο ούτε η ελάχιστη νευρική κίνηση. Το βλέμμα της μόνο έχει έκφραση σκληρότητας. Δίνει το χέρι στην επομένη τη Σουλτούκη, που δεν μπορούσε να στηριχθεί στα πόδια της, γιατί τρεις συνεχείς ημέρες πριν την έδερναν αλύπητα, για να προβεί σε ομολογίες. Πίσω από τη Σουλτούκη ακολουθεί η Παπαδοπούλου, της οποίας ο άνδρας σκοτώθηκε αμέσως έπειτα απ’ αυτήν. Οι 5 αυτές Ελληνίδες περνούν ανάμεσα από τους Γερμανούς, χωρίς να τους κοιτάξουν και παίρνουν θέση σαν να ξέρουν όλες τις λεπτομέρειες, μπροστά στο χείλος της τάφρου. Πατούν επάνω στο νωπό χώμα, που έπειτα από λίγο θα σκεπάσει για πάντα τα άψυχα κορμιά τους. Οιαδήποτε περιγραφή θα μειώσει το μεγαλείο των γυναικών αυτών μπροστά στον θάνατο…».
Στις 23 Ιουλίου 1949 σε παραπολιτικό σχόλιο της «Ε», με αφορμή τον νόμο περί νομαρχών, ο οποίος εγκρίθηκε από τη Βουλή, αναφέρεται το όνομα του Ι. Γκότση. Ο παλιός νομάρχης βρισκόταν στον κατάλογο των προκριθέντων για να τοποθετηθούν ως νομάρχες. Έγραφε η «Ε» χαρακτηριστικά: «Επειδή, όμως, μεταξύ των προκριθέντων καταλέγεται και ο άλλοτε νομάρχης Λαρίσης κ. Ιωάνν. Γκότσης θα ηθέλαμεν να είπωμεν ότι οι κάτοικοι του νομού μας διατηρούν αγαθήν και ευγνώμονα την ανάμνησιν των υπηρεσιών που προσέφερεν ούτος εις ώρας κρισίμους. Δε λησμονούν ότι ο κ. Γκότσης επροκινδύνευσε την ζωήν του υπεραμυνόμενος της ζωής πολλών Ελλήνων…». Τα έτη 1962-1963 ο δημοσιογράφος της «Ε» Βάσος Καλογιάννης παρουσίασε μια μεγάλη σειρά δημοσιευμάτων υπό τον γενικό τίτλο «Η νομαρχία της Λαρίσης – Κορυφαία αρχή του τόπου μας – Πρόσωπα και πεπραγμένα μιας 100ετίας». Στις 9 Μαΐου 1963 είχε το θέμα «Ιωάννης Γκότσης 54ος νομάρχης Λαρίσης 30-11-1943 έως 17-8-1944». Γράφει λοιπόν: «…Ο τελευταίος κατοχικός, μα πρώτος και άριστος το ήθος, το ελληνικόν ήθος εννοούμε, το οποίον, όπως θα ειδούμε στη συνέχεια του αφηγήματός μας, εκράτησε το ίδιο υψηλά, όπως και τη γαλανόλευκη, που ο προκάτοχός του εποδοπάτησε…». Στο ίδιο κείμενο τονίζεται ότι είχε διαδεχθεί «στον ιστορικό θώκο της Θεσσαλικής πρωτευούσης εξωμότες και όργανα των Κουΐσλιγκς των Αθηνών, της φασιστικής Ρώμης και του ναζιστικού Βερολίνου…».
Ο Ι. Γκότσης ήταν δικηγόρος και Μεσσήνιος στην καταγωγή. Χρημάτισε πρώτα έπαρχος Ελασσόνας και από τη θέση αυτή τοποθετήθηκε νομάρχης Λαρίσης. Τον Σεπτέμβριο του 1949 διορίσθηκε νομάρχης Κοζάνης, τον Ιανουάριο του 1952 πήγε στις Σέρρες και τον Οκτώβριο του 1953 στην Αιτωλοακαρνανία. Ο θεσμός των «υπηρεσιακών νομαρχών» καταργήθηκε το 1954 και επανήλθε τον Φεβρουάριο του 1955. Τοποθετήθηκε στη Θεσπρωτία και μετά στη Λευκάδα, όπου παρέμεινε μέχρι τον Ιανουάριο του 1960, οπότε παραιτήθηκε. Την 1η Μαρτίου 1965 ανέλαβε και πάλι νομάρχης Λαρίσης. Κατέφθασε σιδηροδρομικώς από την Αθήνα και έκανε, μεταξύ άλλων, και την εξής δήλωση: «…Η Λάρισα αντιπροσωπεύει το σημαντικώτερον και συγκλονιστικώτερον μέρος της ζωής μου. Εδώ, μαζί με τον πληθυσμόν του νομού έζησα την ασέληνον νύκτα της δουλείας. Εδώ συνεμερίσθην τας τραγικάς στιγμάς αυτού. Και εδώ εδιδάχθην πόσην αξίαν έχει η σωστή εκτέλεσις του καθήκοντος. ..». Το 1966 στα εγκαίνια του μνημείου ήταν παρών ως νομάρχης Κιλκίς. Σύμφωνα με το δημοσίευμα του Β. Καλογιάννη, εκτός του σημαντικού ντοκουμέντου «Φλόγες στον Όλυμπο» συνέγραψε το «Ιστορικόν» της νομαρχίας του στη Λάρισα, ακόμα το βιογραφικό, ιστορικό αφήγημα «Κ. Γεράκης, αντιβασιλεύς του Σιάμ» και το «Κωδικοποίησις της Αγορανομικής Νομοθεσίας» κ.λπ. Τιμήθηκε με τον «Σταυρό των Ταξιαρχών του Φοίνικος». Πέθανε συνταξιούχος, τον Φεβρουάριο του 1988 στην Αθήνα, σε ηλικία 76 ετών.
————————————-
[1]. Εφημερίδα «Ελευθερία» Λάρισας, 29 Νοεμβρίου 1966.
[2]. Βικιπαίδεια.














