Πέμπτη 29 Αυγούστου 2024

ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

31 Αυγούστου 1881. Η Λάρισα απελευθερώνεται - Α’

 
Έλληνες στρατιώτες πάνω στη γέφυρα του Πηνειού, έχουν εστιάσει  την προσοχή τους στον φωτογραφικό φακό που βρίσκεται στο τζαμί  του Χασάν μπέη. Προσέξτε επάνω αριστερά τις στρατιωτικές σκηνές,  στημένες στον χώρο του Αλκαζάρ. Δυστυχώς η ποιότητα της φωτογραφίας  υστερεί, η ιστορικότητά της όμως είναι αναμφισβήτητη. 1881.Έλληνες στρατιώτες πάνω στη γέφυρα του Πηνειού, έχουν εστιάσει την προσοχή τους στον φωτογραφικό φακό που βρίσκεται στο τζαμί του Χασάν μπέη. Προσέξτε επάνω αριστερά τις στρατιωτικές σκηνές, στημένες στον χώρο του Αλκαζάρ. Δυστυχώς η ποιότητα της φωτογραφίας υστερεί, η ιστορικότητά της όμως είναι αναμφισβήτητη. 1881.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)

Σε λίγες ημέρες εορτάζουμε την απελευθέρωση[1] της Λάρισας από του Οθωμανούς κατακτητές. Για την ημέρα αυτή έχουν γραφεί πολλά από πολλούς. Και η στήλη αυτή έχει αναφερθεί παλαιότερα στο γεγονός αυτό[2]. Το σημερινό μας κείμενο είναι κάτι διαφορετικό. Βασίζεται στις εντυπώσεις του δημοσιογράφου Θρασύβουλου Μακρή (1874-1956), ο οποίος κατά την απελευθέρωση ήταν μαθητής.

Αρχικά τις κατέγραψε σε συνέχειες από το φύλλο αρ. 185 της εφημερίδας της Λάρισας «Νέα Ημέρα»[3] της 29ης Σεπτεμβρίου 1935 με τον τίτλο «Δημοσιογραφικές Αναμνήσεις», με την ευκαιρία των Πανθεσσαλικών εορτών για τα 50 χρόνια από την απελευθέρωση της Θεσσαλίας, οι οποίες είχαν γίνει καθυστερημένα λόγω διαφόρων ανώμαλων στρατιωτικών και πολιτικών γεγονότων. Ο Μακρής γεννημένος το 1874, την ημέρα της απελευθέρωσης της Λάρισας ήταν 7 ετών, έλαβε μέρος με το σχολείο του στις εορταστικές εκδηλώσεις, αλλά όπως αναφέρει «Μικρούληδες τότε, ως εν ονείρω ενθυμούμεθα την είσοδον του ελληνικού στρατού εις την πόλιν μας, αφήνομεν όμως την αφήγησιν των κατ’ αυτήν εις τους γηραιούς συμπολίτας μας Αθανάσιον Όθωνα και Αριστοτέλην Παπαζήσην, οι οποίοι παρακολουθήσαντες εκ του σύνεγγυς τότε τα γεγονότα, μας παρέχουν λεπτομερείας». Η περιγραφή αυτή θεωρείται αυθεντική και χωρίς αμφιβολία ακριβής, καθώς η παρουσία του Μακρή επί χρόνια στα δημοσιογραφικά τεκταινόμενα της Λάρισας μαρτυρεί την αξιοπιστία του.
Μεταπολεμικά, με την έκδοση της εφημερίδας «Θεσσαλικά Νέα» τον Ιανουάριο του 1947, η διεύθυνσή της ζήτησε από τον παλαίμαχο δημοσιογράφο να παρουσιάζει τακτικά κείμενα από την παλιά Λάρισα με τον τίτλο «Λαρισινές σελίδες». Τα κείμενα αυτά όπως απεδείχθη, ήταν σχεδόν τα ίδια με όσα είχε δημοσιεύσει το 1935 στην εφημερίδα «Νέα Ημέρα». Από τη σειρά αυτή των δημοσιευμάτων θα σας παρουσιάσουμε στη συνέχεια, με την ευκαιρία της 143ης επετείου από την απελευθέρωση της Λάρισας, τις εντυπώσεις του.
Γράφει λοιπόν ο Θρασύβουλος Μακρής:
«Μετά την απελευθέρωσιν της Ελλάδος τω 1821, πολλαί περιοχαί της δεν απήλαυσαν του ζειδώρου (ζωογόνου) της ελευθερίας αέρος, αλλά παραμείνασαι υπό την πτέρναν του κατακτητού, υπέφερον τα πάνδεινα υπό της ενταθείσης βαρβαρότητος και θηριωδίας του.
Μεταξύ των υποδούλων αυτών ελληνικών περιοχών ήτο και η εριβώλαξ (εύφορη) Θεσσαλία («Θεσσαλία, Θεσσαλία που γεμίζεις την κοιλία» έγραφε κάποτε εις ένα ποίημα του συμπολίτης μας λαϊκός ποιητής), ήτις όμως διά των κατά τα έτη 1854, 1869 και 1878 επαναστάσεων της εδήλωσε τόσον είς τον κατακτητήν, όσον και εις τας Μεγάλας Προστάτιδας Δυνάμεις (Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσσίας), την απόφασιν της να ζήση ελευθέρα.
Αι Δυνάμεις αυταί συνέστησαν τότε εις τους Θεσσαλούς να παύσουν την επανάστασιν και να καταθέσωσι τα όπλα των, τους διαβεβαίωσαν δε ότι το λίαν προσεχώς εν Βερολίνω συγκληθησόμενον Διεθνές Συνέδριον θα τοίς δώση την ελευθερίαν των. Πράγματι το εν λόγω συνέδριον (καθ’ ο αντεπροσώπευσαν την Ελλάδα ο φαβοριτοφόρος Θεόδωρος Δελληγιάννης και ο Αλέξανδρος Ραγκαβής) απέδωσεν ελευθερίαν είς την Θεσσαλίαν και ένα τμήμα της νοτίου Ηπείρου τον Απρίλιον του 1878.
Τριετία όμως ολόκληρος παρήλθε, και η Θεσσαλία, η έδρα των Ολύμπιων θεών, η κοιτίς των Γιγάντων, των Τιτάνων και των Κενταύρων, η εστία των Πελασγών και Αλευαδών, η πατρίς του ημίθεου Αχιλλέως, του νεωτέρου Τυρταίου Ρήγα του Φεραίου και τόσων άλλων παλικαριών του μεγάλου αγώνος του 1821, εις μάτην ανέμενε των μυχίων πόθων της την εκπλήρωσιν, και των αποφάσεων του Βερολίνειου Συνεδρίου την πραγμάτωσιν.
Εδέησε τέλος, κατόπιν αλλεπαλλήλων διπλωματικών ενεργειών της Κυβερνήσεως του αοιδίμου Αλέξανδρου Κουμουνδούρου (ούτινος η προτομή κοσμεί την Κεντρικήν μας πλατείαν), να δοθή εις την Ελλάδα η άδεια της καταλήψεως της παραχωρηθείσης εις αυτήν Θεσσαλικής και Ηπειρωτικής γης. Κατά τον Αύγουστον δε του 1881 ο Ελληνικός Στρατός υπό τον στρατηγόν Σκαρλάτον Σούτσον, διαβάς τα ύπερθεν της Όθρυος τότε ελληνο-τουρκικά σύνορα, κατήρχετο προς την Θεσσαλίαν, χαρίζων την ελευθερίαν εις τα διάφορα τμήματα και τας πόλεις αυτής.
Οι Λαρισαίοι εγκαίρως έλαβον γνώσιν των απελευθερωτικών αποφάσεων των Δυνάμεων και μόνον οι τουρκικαί αρχαί της πόλεως δεν επείσθησαν περί τούτων, πιστεύουσαι και αναμένουσαι την αναβολήν ή μάλλον την ματαίωσιν της εκτελέσεώς αυτών. Όταν όμως εγνώσθη η έναρξις της καθόδου του Ελληνικού Στρατού, ήρχισαν προετοιμαζόμενοι διά την εκκένωσιν της Θεσσαλικής μας μητροπόλεως εσπευσμένως, αποστέλλουσαι άλλα μεν στρατεύματα εις Βόλον, άλλα εις Ιωάννινα μέσω της Καλαμπάκας, και άλλα εις τα Μακεδονικά στρατιωτικά των κέντρα μέσω της Ελασσώνος.
Ο στρατιωτικός διοικητής Λαρίσης και απάσης της Θεσσαλίας, Χιντέτ Πασάς λεγόμενος, ματαίως αναμείνας αναστολήν της Βερολίνειου αποφάσεως, διέταξε σύντονον την μεταφοράν των στρατευμάτων του, των διαφόρων πολιτικών και δικαστικών αρχών και γραφείων, ως και των εν ταις φυλακαίς Τρικκάλων και της πόλεως μας κρατούμενων καταδίκων, ορίσας μάλιστα ως τελευταίον όριον προσωρινής ουδετέρας ζώνης το Γκερλί (Αρμένιον)
Εξ’ άλλου ο πολιτικός διοικητής Λαρίσης, εδρεύων εις μεγάλην διώροφον οικίαν κάποιου Ζαφούρ Μπέη (όπου τώρα το επισκευαζόμενον κατάστημα οικοδομησίμου ξυλείας Παναγ. Γκρέτση, στην οδό Νεοφύτου)[4], ήτις αργότερα εχρησίμευσεν ως στρατών του εγκατασταθέντος ενταύθα 5ου Πεζικού Συντάγματος, καταβιβάσας την σημαίαν εκ του Διοικητηρίου (Σεράι – παλαιά Δικαστήρια, καταστραφέντα εκ πυρκαϊάς τον Ιανουάριον του 1905), διέταξε να απέλθωσιν οι άνδρες της ασφαλείας, εγκαταστήσας δε περιπολίας εις τας συνοικίας της πόλεως, εκάλεσε τους προύχοντας Τούρκους – ευρισκομένους εν μεγάλη αμηχανία – και τους συνέστησεν ή να τον ακολουθήσουν εις Ελασσώνα, αφού «οι γιουνάνηδες καταλαμβάνουν πλέον την Γενή Σεχίρ», ή να παραμείνουν αφόβως υπό το νέον (ελληνικόν) καθεστώς.
Την μεσημβρίαν του Σαββάτου 30ης Αυγούστου του 1881, επιτροπή Ελλήνων αξιωματικών, απάντων εφίππων, κατέφθασεν εκ Τρικκάλων (διότι εκεί κατευθύνθη εξ’ Όθρυος ο Στρατός μας) και παρέλαβε τυπικώς παρά του Πασά της Λαρίσης την διοίκησιν της πόλεως. Ο διοικητής αυτής Χιντέτ, παραλαβών το τελευταίον ταμπούρι (τάγμα) των ατάκτων Γκέκηδων, εγκατέλειψε το Διοικητήριον, εις το οποίον το απόγευμα ανεπετάσθη (υψώθηκε) παμμεγέθης κυανόλευκος σημαία.
Η άφιξις των αξιωματικών μας ενθουσίασε τους Χριστιανούς κατοίκους, οίτινες ήρχισαν αναρτώντες εις τα καταστήματα και τας οικίας των ελληνικάς σημαίας. Ο Χιντέτ Πασάς φθάσας εις την γωνίαν, όπου ήτο το υπό του σεισμού (1941) και των βομβών καταστραφέν Φαρμακείον Ν. Ζησιάδου[5], εκαλύφθη υπό υπερμεγέθους σημαίας, την οποίαν ανήρτησεν εις το εκεί τότε ζαχαροπλαστείον του κάποιος εκ Λαμίας Ευθύμιος Σαρανταένας (διαπρεπής γενειοφόρος). Εις τούτον τότε ο Πασάς είπεν ολίγον θυμωθείς: «Ιστέκα, μπρε τζάνουμ, να φύγω εγώ πρώτα, και ύστερα βάλε ντέκα παντιέρες»!
Εις τους ανωτέρω αξιωματικούς, διαμείναντας εις το μόνον τότε ξενοδοχείον–εστιατόριον (κείμενον εις το όπισθεν του υποκαταστήματος της Εθνικής Τραπέζης απλούν νυν οικόπεδον Ν. Γαργάλα) του Χρίστου Βαμβακά (μεγάλως δράσαντος κατά την επανάστασιν του 1878), οι προύχοντες Λαρισαίοι παρέθεσαν γεύμα και δείπνον πολυτελέστατον, καθ’ ό οι φιλοξενούμενοι δαιτημόνες διά πρώτην φοράν εγεύθησαν των περιφήμων πεπονιών της Μπακραίνης (Γυρτώνης)[6], των «τιμπί – μπατίκ» σταφυλών του Καζακλάρ (Αμπελώνος) και του ονομαστού της Ραψάνης (Ραψανουπόλεως) μέλανος οίνου.
Καθ’ όλην την νύχτα του Σαββάτου (30 Αυγούστου 1881) οι Λαρισαίοι έρραπτον σημαίας ελληνικάς και επρομηθεύοντο κούκους μαύρους[7], από τους οποίους εγκαίρως είχε κατασκευάσει προνοητικός έμπορος, τοιουτοτρόπως δε την πρωίαν της επομένης (Κυριακής) η Λάρισα έπλεεν είς κυανόλευκον, και οι πλείστοι των κατοίκων της πετάξαντας τα φέσια επρόβαλον κουκοφορεμένοι».
(Συνεχίζεται)

-----------------

[1]. Ο όρος απελευθέρωση δεν είναι ακριβής για τη συγκεκριμένη περίπτωση. Απελευθέρωση σημαίνει ότι έχει προηγηθεί ένοπλος αγώνας (όπως το 1821). Εδώ επειδή η ένωση της Θεσσαλίας με την παλιά Ελλάδα έγινε έπειτα από διπλωματικές διαπραγματεύσεις, καθιερώθηκαν επίσημα οι όροι προσάρτηση και ενσωμάτωση, αν και είχαν προηγηθεί οι αποτυχημένες επαναστάσεις της Θεσσαλίας κατά τα έτη 1854, 1869 και 1878.
[2]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Η απελευθέρωση της Λάρισας το 1881, εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλα της 28ης Αυγούστου και της 3ης Σεπτεμβρίου 2014. Του ιδίου: «Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα- Α’(2014). σελ. 155-162. Του ιδίου: Η 31η Αυγούστου 1881 στη Λάρισα, εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 1ης Σεπτεμβρίου 2021.
[3]. Η εφημερίδα «Νέα Ημέρα» ήταν έκδοση της εφημερίδας «Ελευθερία», η κυκλοφορία της οποίας είχε απαγορευθεί από τις αρχές του 1935 από την κυβέρνηση, γιατί ανήκε στις βενιζελικές εφημερίδες. Καζάκης Φοίβος: Δημήτριος Αστερ. Καζάκης, βουλευτής και γερουσιαστής και οι Θεσσαλοί βουλευταί-γερουσιασταί. 1881-1946. Λάρισα (2006) σελ. 145.
[4]. Μην ξεχνάμε ότι το κείμενο του Μακρή που περιγράφει τα γεγονότα του 1881 έχει γραφεί το 1947.
[5]. Το Φαρμακείο αυτό βρισκόταν στη γωνία των σημερινών οδών Κύπρου και Παπαναστασίου, διαγωνίως απέναντι από την Εθνική Τράπεζα.
[6]. Πρόκειται για την ποικιλία «λετίφια», τα οποία παράγονταν στο αγρόκτημα της Μπάκραινας. Μάλιστα ήταν τόσο νόστιμα, ώστε όταν πλέον είχε εγκαινιασθεί η σιδηροδρομική συγκοινωνία Αθηνών-Παπαπούλι (μετά το 1910), με τη φροντίδα της οικογένειας Στυλ. Παπαγεωργίου που ήταν ιδιοκτήτρια του αγρκτήματος, δεκάδες βαγόνια γεμάτα με πεπόνια, κατηφόριζαν πολύ τακτικά μέχρι την αγορά της Αθήνας, όπου η ποικιλία αυτή ήταν πολύ δημοφιλής.
[7]. Κάλυμμα κεφαλής σχεδόν σαν το τουρκικό φέσι, μαύρου χρώματος, όπως των μοναχών.

Δευτέρα 26 Αυγούστου 2024

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Η δυτική πλευρά του λόφου επί τουρκοκρατίας

Η δυτική πλευρά του Λόφου κατά τους τελευταίους χρόνους της τουρκοκρατίας. Ο ναός του Αγ. Αχιλλίου  μόλις διακρίνεται. Λεπτομέρεια φωτογραφίας του Δημητρίου Μιχαηλίδη. Μεταξύ 1881-1884.Η δυτική πλευρά του Λόφου κατά τους τελευταίους χρόνους της τουρκοκρατίας. Ο ναός του Αγ. Αχιλλίου μόλις διακρίνεται. Λεπτομέρεια φωτογραφίας του Δημητρίου Μιχαηλίδη. Μεταξύ 1881-1884.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου, nikapap@hotmail.com

Συνεχίζουμε και αυτή την Κυριακή με τη δημοσίευση παλαιών φωτογραφιών της Λάρισας, οι οποίες χρονολογούνται στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αι. (1875-1900). Είναι η περίοδος που η πόλη απαλλάσσεται από την παρουσία μεγάλου μέρους του Οθωμανικού στοιχείου, το οποίο πριν ακόμα από το 1881, άρχισε να εγκαταλείπει τη Θεσσαλία, η οποία έπειτα από τις αποφάσεις της Συνθήκης του Βερολίνου του 1878, προσαρτήθηκε το 1881 στο ελληνικό κράτος, (πλην της επαρχίας Ελασσόνας).

Φεύγοντας οι Τούρκοι άφησαν πίσω την ακίνητη περιουσία τους, την οποία με ειδικές διατάξεις της Βερολινείου Συνθήκης δεν την έχαναν, όμως ο φόβος τους ανάγκαζε να πωλούν τις μεγάλες γαιοκτησίες τους (τσιφλίκια) και τα σπίτια τους (κονάκια) σε χαμηλές τιμές. Όσοι έμειναν στη Θεσσαλία όχι μόνο δεν έχασαν τις περιουσίες τους, αλλά και καρπώνονταν τα κέρδη άνετα.
Η σημερινή φωτογραφία απεικονίζει στο επάνω μέρος το δυτικό τμήμα του Λόφου της Ακρόπολης, στην οποία κατοικούσαν κυρίως χριστιανοί, οι οποίοι αποτελούσαν τον λεγόμενο Τρανό μαχαλά και στο κάτω η μεγάλη λίθινη γέφυρα και ο Πηνειός ποταμός. Η λήψη της φωτογραφίας έγινε από τον φωτογράφο της Αδριανούπολης Δημήτριο Μιχαηλίδη [1]. Αυτός στάθηκε στη δεξιά όχθη του Πηνειού, στο ύψος της σημερινής δεύτερης οδικής γέφυρας του Πηνειού, εκεί όπου κάθε Τετάρτη λειτουργεί η μεγαλύτερη λαϊκή αγορά της Λάρισας.
Η προσεκτική μελέτη της φωτογραφίας αυτής αποκαλύπτει μια τελείως διαφορετική εικόνα από την σημερινή. Η πρώτη εντύπωση που μένει είναι ότι ολόκληρη αυτή η πλαγιά του Λόφου είναι κατειλημμένη από οικήματα στριμωγμένα το ένα δίπλα στο άλλο με ανατολίτικη αρχιτεκτονική (διώροφα με σαχνισιά, συμπαγείς τοίχοι στο ισόγειο, πολλά και μεγάλα ανοίγματα στον όροφο). Οι δρόμοι είναι στενοί, ελικοειδείς και δεν διακρίνονται. Πρόκειται για στενά και πολυδαίδαλα σοκάκια τα οποία διαχωρίζουν τα κτίρια. Αυλές δεν υπάρχουν και το πράσινο απουσιάζει. Από τα κτίρια της περιόδου αυτής ταυτοποιούνται μόνον τρία. Η τρίγωνη μετώπη της δυτικής πλευράς του μητροπολιτικού ναού του Αγίου Αχιλλίου (ο οποίος αναγράφεται). Έχει χαθεί ανάμεσα στα οικήματα που τον περιβάλλουν[2]. Δεξιότερα το μεγάλο κτίριο στέγαζε το χάνι των αδελφών Σαχίνη[3] και από 1905 και μετά στέγασε τις ποινικές φυλακές. Πίσω από τη σκεπή του τελευταίου μόλις διακρίνεται το υπερώο της κατοικίας που είχε κτίσει το 1882 ο μητροπολίτης Νεόφυτος.
Από τα πρώτα έργα της δημοτικής αρχής μετά την απελευθέρωση του 1881 υπήρξε η σταδιακή κατεδάφιση όλων των κτισμάτων της τουρκοκρατίας τα οποία βρίσκονταν στη δυτική πλευρά του Λόφου και έφθαναν μέχρι τη δεξιά όχθη του Πηνειού, για να ανασάνει η περιοχή και επιπλέον να προβληθεί ο μητροπολιτικός ναός. Είναι ενδιαφέρον να παρακολουθήσει κανείς χρονικά τις διάφορες φάσεις της πολυφωτογραφημένης αυτής πλαγιάς, οι οποίες μετέβαλλαν αισθητικά, βελτίωναν ρυμοτομικά και πρόβαλλαν την όψη του Λόφου. Μετά την κατεδάφιση των οικημάτων δημιουργήθηκε χαμηλά ο παρόχθιος δρόμος που υπάρχει μέχρι σήμερα. Κατασκευάσθηκαν αναλληματικοί τοίχοι για να υποστηριχθεί ο προαύλειος χώρος του Αγ. Αχιλλίου και γενικά ο Λόφος στο σημείο αυτό. Το 1894 κατασκευάσθηκε η μεγάλη κλίμακα με πολλά σκαλοπάτια, η οποία οδηγούσε από το ύψος του Λόφου στον παρόχθιο δρόμο. Και το κυριότερο, η περιοχή δίπλα από τον Άγ. Αχίλλιο κοσμήθηκε με νέες και όμορφες νεοκλασικές κατοικίες στις οποίες διέμεναν αρχοντικές οικογένειες της Λάρισας (Βελίδη, Αλέκου, Μακρή, μητροπολίτου Νεοφύτου και άλλες).
Στο κάτω μέρος της φωτογραφίας απεικονίζονται τα πέντε από τα εννέα τόξα της παλιάς μεγάλης πέτρινης γέφυρας της Λάρισας. Το οδόστρωμά της δεν είναι επίπεδο, αλλά κορυφώνεται στο κέντρο της. Στα πλάγια το οδόστρωμα προστατεύεται με βαριά συμπαγή λίθινα στηθαία σε χαμηλό ύψος (μέχρι τον μηρό ενός ενήλικα, περίπου 80 εκ.), κατασκευασμένα από μεγάλες, παχιές και μονοκόμματες πλάκες, τοποθετημένες κάθετα. Επειδή μετά την απελευθέρωση διαπιστώθηκε ότι οι αρμοί που συνέδεαν τις ογκώδεις αυτές πλάκες είχαν χαλαρώσει από την πρόσκρουση των αμαξών επάνω τους, τα στηθαία είχαν χάσει τη σταθερότητά τους. Το 1881 τοποθετήθηκαν νέοι αρμοί οι οποίοι διακρίνονται στη φωτογραφία. Το 1886 Τάγμα Μηχανικού αντικατέστησε τα λίθινα στηθαία με ξύλινα κάγκελα. Η μεταβολή αυτή των στηθαίων της γέφυρας, μαζί με άλλα στοιχεία, μας επιτρέπει να χρονολογήσουμε την φωτογράφιση μεταξύ των ετών 1881 και 1884.
Στη φωτογραφία υπάρχουν και άλλες λεπτομέρειες, οι οποίες μας εκπλήσσουν, όπως η τοξωτή κατασκευή στην είσοδο της γέφυρας από την πλευρά της πόλης. Αλλά γι’ αυτά θα γράψουμε σε άλλο σημείωμά μας.
--------------------
[1]. Είναι ο πρώτος φωτογράφος που έκανε συστηματική δουλειά στην αποτύπωση τοπίων της Θεσσαλίας. Αρχικά είχε φωτογραφείο στο Πέραν της Κωνσταντινούπολης, κοντά στην ψαραγορά (Baluk Pazar), ενώ αργότερα εγκαταστάθηκε στην Αδριανούπολη. Τη Θεσσαλία επισκέφθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1880 και από την επίσκεψή του αυτή γνωστό είναι το σπάνιο σήμερα λεύκωμά του “Souvenir de Thessalie” με 28 φωτογραφίες μεγάλων διαστάσεων και πολύ καλής τεχνικής από διάφορες περιοχές της Θεσσαλίας, έκδοση του 1884..
[2]. Κατά την τουρκοκρατία υπήρχε από τους κατακτητές ειδική εντολή οι χριστιανικοί ναοί να μην έχουν εξωτερικό στολισμό, να μη συνοδεύονται από ψηλά καμπαναριά και να είναι κτισμένοι χαμηλότερα από τα γύρω κτίρια. Λ.χ. το δάπεδο του ναού του Αγ. Αχιλλίου, όπως μας αναφέρει στο βιβλίο του ο Επαμεινώνδας Φαρμακίδης, ήταν χαμηλότερο από τα γύρω κτίρια κατά 3-4 σκαλοπάτια. Ο λόγος ήταν προφανής. Να μην εξέχει.
[3]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Το Χάνι του Σαχίνη μετατρέπεται σε φυλακή, εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 14ης Οκτωβρίου 2015 και του ιδίου: Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα-Β΄ (2018), σελ. 183-186.

Κυριακή 25 Αυγούστου 2024

 

Ο επιτάφιος λόγος του Περικλέους (430 π.Χ.)

35. Οι περισσότεροι που ωμίλησαν μέχρι τούδε από την θέσιν αυτήν επήνεσαν τον νομοθέτην, ο οποίος εις το έθιμον της δημοσία δαπάνη κηδείας επρόσθεσε την απαγγελίαν του επιταφίου λόγου, διότι έκρινεν ότι αρμόζει τοιαύτη ν' απονέμεται, τιμή κατά την ταφήν των νεκρών του πολέμου. Αλλ' εγώ θα ενόμιζα αρκετόν προς άνδρας, οι οποίοι δι' έργων εδείχθησαν γενναίοι, να εκδηλούνται και αι τιμαί δι' έργων, οποία είναι όσα βλέπετε παρομαρτούντα εις την υπό της πόλεως παρασκευασθείσαν επιτάφιον αυτήν τελετήν, και να μη εξαρτάται η υστεροφημία πολλών ανδρών από την ευγλωττίαν ή έλλειψιν ευγλωττίας του ρήτορος. Διότι δύσκολον είναι να ομιλήση κανείς με το προσήκον μέτρον εις περιστάσεις, κατά τας οποίας και αυτή η ακριβής παράστασις της αληθείας δυσκόλως γίνεται πιστευτή. Καθόσον και ο γνωρίζων εξ' ιδίας αντιλήψεως τα γεγονότα και ευνοϊκώς διατεθειμένος ακροατής, είναι πιθανόν να θεωρήση ότι οι λόγοι του ρήτορος είναι υποδεέστεροι της ιδικής του γνώσεως και ευνοίας, και ο μη επαρκώς γνωρίζων τα πράγματα, οσάκις ακούει κάτι τι που υπερβαίνει τας ιδικάς του δυνάμεις, είναι πιθανόν ένεκα φθόνου να πιστεύση ότι πρόκειται περί υποβολών. Διότι οι έπαινοι που λέγονται δι' άλλους επί τοσούτον μόνον είναι ανεκτοί, εφόσον έκαστος νομίζει ότι και ο ίδιος είναι ικανός να κατορθώση όμοια ή ανάλογα των επαινουμένων. Ό,τι δήποτε υπερβαίνει τούτο, προκαλεί αμέσως τον φθόνον και την δυσπιστίαν. Επειδή, εν τούτοις, οι πρόγονοί μας επεδοκίμασαν την συνήθειαν αυτήν ως καλώς έχουσαν, οφείλω και εγώ, συμμορφούμενος με τον νόμον, να δοκιμάσω να ανταποκριθώ όσον το δυνατόν περισσότερον προς την επιθυμίαν και τας πεποιθήσεις του καθενός από τους ακροατάς μου.

36. "Την ομιλίαν μου θ' αρχίσω από τους προγόνους μας πρώτον. Διότι είναι όχι μόνον δίκαιον, αλλά και πρέπον συγχρόνως εις τοιαύτην ευκαιρίαν, όπως η παρούσα, ν' αποτίσωμεν εις την μνήμην των τον φόρον αυτόν της τιμής. Καθόσον, κατοικούντες οι ίδιοι πάντοτε μέχρι σήμερον την χώραν αυτήν κατά την διαδοχήν των αλλεπαλλήλων γενεών μας την παρέδωσαν ελευθέραν δια της ανδρείας των. Αλλ' εάν εκείνοι είναι άξιοι των επαίνων μας, έτι μάλλον άξιοι είναι οι πατέρες μας. Διότι εκτός εκείνων, τα οποία εκληρονόμησαν, απέκτησαν δια πολλών μόχθων και την σημερινήν μας ηγεμονίαν, και εκληροδότησαν και αυτήν και εκείνα εις ημάς τους σήμερον ζώντας. Και ημείς εδώ, άλλωστε, όσοι είμεθα ακόμη εις ώριμον ηλικίαν περίπου, ενισχύσαμεν οι ίδιοι την ηγεμονίαν αυτήν πολυειδώς, και την πόλιν παρεσκευάσαμεν καθ' όλα αυταρκεστάτην και δια τον πόλεμον και δια την ειρήνην. Εν τούτοις, ούτε περί των πολεμικών κατορθωμάτων, με τα οποία αι διάφοροι κτήσεις μας απεκτήθησαν, ούτε περί της δραστηριότητος, με την οποίαν ημείς οι ίδιοι ή οι πατέρες μας απεκρούσαμεν τας επιθέσεις Ελλήνων ή βαρβάρων εχθρών, θα ομιλήσω, διότι δεν επιθυμώ να μακρηγορήσω μεταξύ ανθρώπων, οι οποίοι όλα αυτά τα γνωρίζουν. Αλλ' αφού πρώτον εξηγήσω από ποίας αρχάς εμπνεόμενοι εφθάσαμεν εις την σημερινήν περιωπήν και υπό ποίους δεσμούς και με ποίον τρόπον ζωής η ακμή μας έγινε τόσον μεγάλη, έπειτα θα έλθω εις τον έπαινον των προκειμένων νεκρών, διότι θεωρώ ότι και αρμόζοντα εις την παρούσαν περίστασιν είναι να λεχθούν αυτά και συμφέρον ν' ακουσθούν με προσοχήν από την πολυάριθμον αυτήν συνάθροισιν πολιτών και ξένων.

37. "Ζώμεν τωόντι υπό πολίτευμα, το οποίον δεν επιζητεί ν' αντιγράφη τους νόμους των άλλων, αλλ' είμεθα ημείς μάλλον υπόδειγμα εις τους άλλους παρά μιμηταί αυτών. Και καλείται μεν το πολίτευμά μας δημοκρατία, λόγω του ότι η κυβέρνησις του κράτους ευρίσκεται όχι εις χείρας των ολίγων, αλλά των πολλών. Αλλά δια μεν των νόμων ασφαλίζεται εις όλους ισότης δικαιοσύνης δια τα ιδιωτικά των συμφέροντα, ενώ υπό την έποψιν της κοινής εκτιμήσεως, έκαστος πολίτης προτιμάται εις τα δημόσια αξιώματα, όχι διότι ανήκει εις ωρισμένην κοινωνικήν τάξιν, αλλά δια την προσωπικήν του αξίαν, εφόσον διακρίνεται εις κάποιον κλάδον. Ούτε, εξ άλλου, εκείνος που είναι πτωχός, ημπορεί όμως να προσφέρη υπηρεσίας εις την πόλιν, ευρίσκει εμπόδιον εις τούτο, ένεκα της κοινωνικής του αφανείας. Και όχι μόνον εις τον δημόσιόν μας βίον πολιτευόμεθα με πνεύμα ελευθέριον, αλλά και εις την αναμεταξύ μας καθημερινήν επικοινωνίαν είμεθα ελεύθεροι καχυποψίας, διότι δεν αγανακτούμεν εναντίον των άλλων δι' όσα πράττουν χάριν της ευχαριστήσεώς των, ούτε προσλαμβάνομεν απέναντί των φυσιογνωμίαν σκυθρωπής αποδοκιμασίας, η οποία δεν ζημιώνει αληθώς, πληγώνει όμως. Αλλ' ενώ εις τας ιδιωτικάς μας σχέσεις αποφεύγομεν να φαινώμεθα δυσάρεστοι, εις τον δημόσιόν μας βίον αποφεύγομεν την παρανομίαν, από ευλάβειαν προ πάντων προς τας επιταγάς των εκάστοτε αρχόντων και των νόμων, εκείνων ιδίως εξ αυτών, όσοι έχουν τεθή είτε προς υπεράσπισιν των αδικουμένων, είτε, μολονότι άγραφοι, φέρουν αναμφισβήτητον όνειδος εις τους παραβάτας των.

38. "Αλλ' επί πλέον επρονοήσαμεν κατά πολλούς τρόπους και δια την ανάπαυσιν του πνεύματος από τους κόπους. Διότι έχομεν και αγώνας και ιεράς πανηγύρεις καθιερωμένας καθ' όλον το έτος και κατοικίας ευπρεπείς. Και η καθημερινή τέρψις, την οποίαν ποριζόμεθα από αυτάς, αποδιώκει τας μερίμνας της ζωής. Χάρις εις το μεγαλείον της πόλεώς μας, εξ άλλου, τα πάντα συρρέουν εις αυτήν από όλα τα μέρη του κόσμου, και συμβαίνει τοιουτοτρόπως ν' απολαμβάνωμεν τ' αγαθά των άλλων ανθρώπων, ως να ήσαν τόσον ιδικά μας, όσον και τα προϊόντα της ιδίας ημών χώρας.

39. "Διαφέρομεν δ' επίσης από τους αντιπάλους και ως προς την άσκησιν εις τα πολεμικά πράγματα κατά τούτο, ότι δηλαδή πρώτον μεν έχομεν τας πύλας της πόλεώς μας ανοικτάς εις όλους, και ουδέποτε δια ξενηλασίας εμποδίζομεν κανένα να μάθη ή ίδη κάτι τι, εκ φόβου μήπως, εάν δεν το κρύψωμεν, το ίδη κανείς από τους εχθρούς μας και ωφεληθή. Διότι την εμπιστοσύνην μας στηρίζομεν όχι εις τας προετοιμασίας ή εις τα πολεμικά τεχνάσματα, αλλ' εις την προσωπικήν μας κατά την ώραν της δράσεως ευψυχίαν. Έπειτα δε, προκειμένου περί της ανατροφής, εκείνοι μεν από της παιδικής ηλικίας δι' επιπόνου ασκήσεως επιδώκουν να γίνουν ανδρείοι, ενώ ημείς μολονότι ακολουθούμεν τρόπον ζωής αβίαστον, είμεθα εξ ίσου ικανοί να προκινδυνεύωμεν, αγωνιζόμενοι προς ισοπάλους εχθρούς. Απόδειξις τούτου είναι ότι ενώ οι Λακεδαιμόνιοι εκστρατεύουν εναντίον του εδάφους μας, όχι μόνοι, αλλά με όλους τους συμμάχους των, ημείς εκστρατεύομεν εναντίον των άλλων μόνοι, και μολονότι πολεμούμεν εις ξένην χώραν εναντίον ανθρώπων προασπιζόντων το ίδιον έδαφος τους νικώμεν κατά κανόνα χωρίς δυσκολίαν. Προσθέσατε εις τούτο ότι κανείς από τους εχθρούς μας δεν αντιμετώπισεν ηνωμένην την δύναμίν μας, διότι κατά τον ίδιον καιρόν όχι μόνον δια το ναυτικόν μας φροντίζομεν, αλλά και κατά ξηράν εκπέμπομεν εις παλλάς επιχειρήσεις στρατιώτας από τους ιδικούς μας πολίτας. Όταν, εν τούτοις, οι εχθροί μας συγκρουσθούν οπουδήποτε προς τμήμα της δυνάμεώς μας, εάν μεν νικήσουν, καυχώνται ότι μας ενίκησαν όλους, εάν δε ηττηθούν, ότι ενικήθησαν από όλους. Τωόντι, εφόσον προτιμώμεν ν' αντιμετωπίζωμεν τους κινδύνους με άνεσιν μάλλον παρά κατόπιν επιπόνου ασκήσεως, και με ανδρείαν που απεκτήθη όχι από νομικόν καταναγκασμόν, αλλ' από τον τρόπον της ζωής μας, έχομεν το πλεονέκτημα ότι χωρίς να παραπονούμεθα προώρως χάριν μελλόντων κινδύνων, άμα ως περιέλθωμεν εις αυτούς, αναδεικνυόμεθα εξ ίσου γενναίοι όσον και οι αντίπαλοί μας, οι οποίοι υποβάλλονται εις διαρκείς μόχθους. Ούτω δε η πόλις μας είναι αξία θαυμασμού, όχι μόνον ως προς τούτο, αλλά και υπό άλλας ακόμη επόψεις.

40. "Διότι είμεθα ερασταί του ωραίου, αλλά και φίλοι συγχρόνως της απλότητος, και καλλιεργούμεν το πνεύμα μας χωρίς θυσίαν του ανδρισμού μας. Ο πλούτος, εξ άλλου, μας χρησιμεύει ως ευκαιρία μάλλον προς εκτέλεσιν έργων, παρά ως ελατήριον κομπορρημοσύνης. Ούτε θεωρούμεν εντροπήν την ομολογίαν της πενίας, αλλά μεγαλυτέραν εντροπήν το να μη καταβάλλη κανείς κάθε προσπάθειαν δια να την διαφύγη. Εις την πόλιν μας, άλλωστε, εκείνοι που επιμελούνται τας προσωπικάς των υποθέσεις δεν αμελούν δια τούτο τας δημοσίας, και μολονότι άλλοι μεν είναι απησχολημένοι εις τούτο, άλλοι δε εις εκείνο το επιτήδευμα, όλοι εννοούν επαρκώς τα πολιτικά πράγματα. Διότι μόνοι ημείς εκείνον που δεν μετέχει εις αυτά θεωρουμεν όχι φιλήσυχον, αλλ' άχρηστον πολίτην, και εφόσον δεν λαμβάνομεν οι ίδιοι την πρωτοβουλίαν των ληπτέων αποφάσεων, κρίνομεν τουλάχιστον ορθώς περί των μέτρων, τα οποία άλλοι εισηγούνται, πιστεύοντες ότι τα έργα ζημιώνει όχι η συζήτησις, αλλά το να μη διαφωτισθή κανείς προηγουμένως δια της συζητήσεως, πριν έλθη η ώρα της δράσεως. Διότι και κατά τούτο διαφέρομεν τωόντι πολύ από τους άλλους, ότι είμεθα εξαιρετικώς τολμηροί εις την δράσιν και σύγχρονως μελετώμεν οι ίδιοι κατά βάθος όσα πρόκειται να επιχειρήσωμεν, ενώ εις τους άλλους, αντιθέτως, η μεν αμάθεια γεννά θράσος, η δε σκέψις ενδοιασμόν. Εκείνοι, άλλωστε, θα εθεωρούντο δικαίως ως έχοντες μεγίστην ευψυχίαν όσοι, μολονότι έχων καθαρωτάτην αντίληψιν και των δεινών του πολέμου και των τερπνών της ειρήνης, δεν υποχωρούν, εν τούτοις, απέναντι των κινδύνων. Και ως προς την ευγένειαν ακόμη των αισθημάτων μας απέναντι των άλλων, ευρισκόμεθα εις αντίθεσιν προς τους πολλούς. Διότι τους φίλους μας επιδιώκομεν ν' αποκτήσωμεν όχι ευεργετούμενοι από αυτούς, αλλ' ευεργετούντες αυτούς. Καθόσον ο ευεργετήσας είναι φίλος ασφαλέστερος από τον ευεργετούμενον, διότι επιδιώκει δια της συνεχίσεως της προς αυτόν ευμενείας να διατηρήση την ευγνωμοσύνην του. Ενώ ο ευεργετηθείς είναι μάλλον αδιάφορος φίλος, καθόσον γνωρίζει ότι θ' ανταποδώση την προς αυτόν χάριν όχι ως εύνοιαν, αλλ' ως εξόφλησιν χρέους. Και μόνοι αφόβως ωφελούμεν άλλους όχι από υπολογισμόν δια το ιδικόν μας υλικόν συμφέρον, αλλ' από εμπιστοσύνην προς το ελευθέριον πνεύμα, από το οποίον εμπνεόμεθα.

41. "Συγκεφαλαιώνων, λοιπόν, λέγω ότι και το σύνολον της πόλεως είναι γενικόν της Ελλάδος σχολείον, και καθείς από τους συμπολίτας μας μου φαίνεται ως να συγκεντρώνη εις την προσωπικότητά του την ικανότητα να προσαρμόζεται εις τας ποικιλωτάτας εκφάνσεις της δραστηριότητος με την μεγαλυτέραν ευστροφίαν και χάριν. Και ότι τούτο δεν είναι κομπορρημοσύνη, επιβαλλομένη από την παρούσαν ευκαιρίαν, αλλά η πραγματική αλήθεια, αποδεικνύει ακριβώς η δύναμις της πόλεως, την οποίαν τα προτερήματά μας αυτά μας επροσπόρισαν. Διότι από όλας τας συγχρόνους πόλεις μόνη η πόλις των Αθηνών, όταν τεθή υπό δοκιμασίαν, αποδεικνύεται ανωτέρα της φήμης της, και αυτή μόνη ούτε εις τον ηττώμενον παρέχει αφορμήν αγανακτήσεως, διότι ενικήθη από τοιούτον εχθρόν, ούτε εις τους υπηκόους αφορμήν παραπόνου, ότι κυβερνώνται από αναξίους. Με το να δώσωμεν δε καταφανείς αποδείξεις της δυνάμεώς μας, της οποίας άλλως τε τόσοι τωόντι υπάρχουν αψευδείς μάρτυρες, θα είμεθα αντικείμενον θαυμασμού και δια τους συγχρόνους και δια τους μεταγενεστέρους, χωρίς καν να έχωμεν ανάγκην ούτε Ομήρου, δια να ψάλη τους επαίνους μας, ούτε άλλου ποιητού, ο οποίος δια των στίχων του ημπορεί να τέρψη προς στιγμήν, αλλά του οποίου η φαντασιώδης παράστασις των γεγονότων θα διαψευσθή από την αλήθειαν των πραγμάτων, αφού εξηναγκάσαμεν κάθε θάλασσαν και κάθε γην ν' ανοιχθή εις την ημετέραν τόλμην, και εγκατεσπείραμεν παντού αιώνια μνημεία ανδραγαθιών εναντίον εχθρών και υπέρ φίλων. Υπέρ τοιαύτης λοιπόν πόλεως μαχόμενοι έπεσαν οι προκείμενοι νεκροί, διότι έκριναν μεγαλοφρόνως καθήκον των να μη επιτρέψουν να τους αφαιρεθή αυτή, και καθείς από ημάς τους επιζώντας είναι πρόθυμος φυσικά να υποφέρη τα πάντα προς χάριν της.

42. "Δια τούτο ακριβώς και επεξετάθην περισσότερον εις τα του μεγαλείου της πόλεως, διότι ηθέλησα να σας δείξω ότι τα άθλα, δια τα οποία αγωνιζόμεθα, είναι πολύ μεγαλύτερα από εκείνα, δια τα οποία αγωνίζονται όσοι δεν απολαύουν όμοια με αυτά πλεονεκτήματα, και συγχρόνως να καταδείξω δια πραγματικών αποδείξεων τον έπαινον των ανδρών αυτών εδώ, προς τιμήν των οποίων ομιλώ σήμερον. Και τωόντι το μεγαλύτερον μέρος του εγκωμίου των ελέχθη ήδη. Διότι τα ανδραγαθήματα αυτών και των ομοίων των προσέδωσαν νέαν λάμψιν εις την δόξαν της πόλεως, την οποίαν ύμνησα, και ολίγοι υπάρχουν Έλληνες, των οποίων η φήμη θα ημπορούσε να δειχθή εξ ίσου ισόρροπος προς τα έργα, όσον των προκειμένων νεκρών. Νομίζω, άλλωστε, ότι τοιούτος θάνατος, όπως ο των ανδρών αυτών εδώ, αποδεικνύει ηρωϊσμόν, είτε ως αποκαλύπτων αυτόν δια πρώτην φοράν, είτε ως επισφραγίζων αυτόν τελειωτικώς. Διότι δι' εκείνους, οι οποίοι υπό άλλας τυχόν επόψεις είναι κακοί, δίκαιον είναι η κατά τους πολέμους επιδειχθείσα ανδραγαθία να εκτιμάται περισσότερον από κάθε άλλο. Διότι, αποσβέσαντες το κακόν δια του καλού, παρέσχον εις την πατρίδα μεγαλυτέραν ωφέλειαν από την ζημίαν που επροξένησαν ως ιδιώται. Κανείς, εν τούτοις, από τους άνδρας αυτούς εδώ δεν επροτίμησε την συνέχισιν της απολαύσεως του πλούτου, ώστε να δειχθή δειλός, ούτε εζήτησε ν' αναβάλη την τρομεράν ημέραν με την φυσικήν εις τον πτωχόν ελπίδα ότι ημπορεί ακόμη, εάν επιζήση, να πλουτίση. Αλλά θεωρήσαντες ότι η τιμωρία των εχθρών ήτο πολύ πλέον ποθητή παρά τα πράγματα αυτά, και ότι δεν ημπορούσαν να εκθέσουν την ζωήν των χάρις ευγενεστέρας υποθέσεως, απεφάσισαν, διακινδυνεύοντες αυτήν, να εκδικηθούν μεν εκείνους, παραιτήσουν δε όλα τα λοιπά. Και ενεπιστεύθησαν μεν εις την ελπίδα το άδηλον της επιτυχίας του αγώνος, αλλ' ό,τι αφορά εις τον παρόντα και προ των οφθαλμών των κίνδυνον, εστηρίχθησαν μόνον εις εαυτούς και το προσωπικόν των θάρρος. Και όταν ευρέθησαν εις το μέσον του κινδύνου, κρίνοντες προτιμότερον ν' αποθάνουν υπερασπίζοντες εαυτούς παρά να σωθούν υποχωρούντες, απέφυγαν μεν το όνειδος της δειλίας, αντιμετώπισαν όμως ψυχή τε και σώματι τον κίνδυνον, και συγχρόνως εις στιγμήν ωρισμένην υπό της ειμαρμένης μετήλλαξαν βίον, όχι τρέμοντες από φόβον αλλά περιβαλλόμενοι από τον φωτοστέφανον της δόξης.

43. "Και αυτοί μεν εδείχθησαν τοιουτοτρόπως άξιοι της πόλεως. Σεις, εξ' άλλου, οι επιζώντες οφείλετε να θεωρήσετε καθήκον σας, όπως επιδείξετε προς τους εχθρούς φρόνημα όχι ολιγώτερον τολμηρόν, μολονότι πρέπει να εύχεστε όπως τούτο οδηγήση εις έκβασιν ολιγώτερον ολεθρίαν. Την ωφέλειαν δε τούτου οφείλετε να κρίνετε όχι απλώς επί τη βάσει των λόγων ρήτορος, ο οποίος ημπορούσε να μακρηγορήση, εκθέτων προς ανθρώπους γνωρίζοντας εξ ίσου καλά όσον και εκείνος όλα τα πλεονεκτήματα που συνεπάγεται η απόκρουσις του εχθρού. Αλλ' οφείλετε μάλλον καθ' εκάστην να προσηλώνετε τα βλέμματά σας προς τας ορατάς εκδηλώσεις της δυνάμεως της πόλεως, έως ότου γίνετε θαυμασταί της. Και όταν εμπνευσθήτε από την θέαν του μεγαλείου της, να σκεφθήτε ότι όλα αυτά τα απέκτησαν άνδρες τολμηροί, οι οποίοι εγνώριζαν τί έπρεπε να πράξουν και κατά την ώραν του κινδύνου ωδηγούντο από υψηλόν αίσθημα τιμής, και οι οποίοι, εάν ποτέ ήθελαν αποτύχει εις καμμίαν επιχείρησιν, έκριναν αποφασιστικώς ότι η πατρίς των τουλάχιστον δεν έπρεπε να στερηθή την ανδρείαν των, και προσέφεραν την ζωήν των ως τον ενδοξότερον υπέρ αυτής έρανον. Καθόσον, θυσιάζοντες την ζωήν των δια το κοινόν καλόν, εκέρδιζαν υπέρ εαυτών τον αθάνατον έπαινον, και τάφον επισημότατον, όχι τόσον τον τάφον, εις τον οποίον κείνται, όσον εκείνον, εις τον οποίον η δόξα των επιζή αείμνηστος, πανηγυριζομένη είτε δια λόγων, είτε δια τελετών εις κάθε ευκαιρίαν. Διότι των επιφανών ανδρών τάφος είναι όλη η γη, και δεν διαμνημονεύονται αυτοί μόνον εις την ιδικήν των πατρίδα δι' επιτυμβίων στηλών και επιγραφών, αλλά και εις την ξένην διατηρείται άγραφος η μνήμη των, χαραγμένη εις το πνεύμα εκάστου μάλλον παρά εις υλικά μνημεία. Τους άνδρας αυτούς οφείλετε να μιμηθήτε, και θεωρούντες ότι θεμέλιον της ευτυχίας είναι η ελευθερία, και της ελευθερίας η ευψυχία, μη αποβλέπετε με ανησυχίαν εις τους κινδύνους του πολέμου. Διότι όσοι είναι δυστυχείς και ούτε εις περίπτωσιν νίκης έχουν ελπίδα καλυτέρων ημερών, έχουν ολιγώτερον λόγον να δείχνωνται αφειδείς της ζωής των, παρά εκείνοι, οι οποίοι, εάν εξακολουθήσουν ζώντες, τρέχουν τον κίνδυνον να μεταπέσουν από την ευτυχίαν εις την δυστυχίαν, και οι οποίοι, εάν νικήσουν, έχουν να χάσουν περισσότερον από κάθε άλλον. Καθόσον εις άνδρα έχοντα γενναίον φρόνημα, είναι αλγεινοτέρα η ταπείνωσις, την οποίαν προκαλεί η δειλία, παρά ο ανώδυνος θάνατος, ο επερχόμενος εις στιγμήν που είναι γεμάτος από θάρρος και εμπνέεται συγχρόνως από την ελπίδα της νίκης της πατρίδος.

44. "Δια τούτο και τους γονείς των σήμερον θαπτομένων - όσοι παρίστασθε εδώ- δεν οικτείρω, αλλά θα προσπαθήσω μάλλον μόνον να παραμυθήσω. Γνωρίζετε τωόντι ότι η ζωή σας διήλθεν εν μέσω ποικίλων μεταβολών της τύχης, ενώ ευτυχείς πρέπει να θεωρούνται εκείνοι, εις τους οποίους η μοίρα ήθελεν επικλώσει τόσον τιμητικόν θάνατον, όπως των προκειμένων νεκρών, ή τόσον τιμητικόν πένθος, όπως το ιδικόν σας, και εκείνοι, των οποίων η ζωή προσεμετρήθη ούτως, ώστε το όριον της ευδαιμονίας να συμπέση προς την στιγμήν του θανάτου. Γνωρίζω αληθώς ότι είναι δύσκολον να σας πείσω, αφού την απώλειάν σας θα υπενθυμίζουν πολλάκις αι ευτυχίαι των άλλων, τας οποίας και σεις προηγουμένως απελαύσατε. Και λυπείται κανείς όχι δια την τυχόν έλλειψιν αγαθών, τα οποία δεν εδοκίμασεν, αλλά δια την αφαίρεσιν εκείνων, εις τα οποία είχε συνηθίσει. Αλλ' όσοι είσθε ακόμη εις ηλικίαν προς παιδοποιίαν, πρέπει να υπομένετε την συμφοράν με μεγαλυτέραν καρτερίαν, με την ελπίδα αποκτήσεως και άλλων τέκνων. Διότι η νέα τεκνοποιία όχι μόνον ατομικώς θα κάμη πολλούς να λησμονήσουν τους νεκρούς των, αλλά και εις την πόλιν θα παράσχη διττήν ωφέλειαν, και λόγω μη ελαττώσεως του πληθυσμού και λόγω ασφαλείας. Διότι δεν είναι δυνατόν να έχουν την ιδίαν αξίαν ή να είναι επίσης δίκαιαι αι περί των δημοσίων πραγμάτων γνώμαι εκείνων, όσοι δεν έχουν, όπως οι άλλοι, τέκνα δια να μετάσχουν των ιδίων κινδύνων. Όσοι, εξ άλλου, είσθε γέροντες, πρέπει να νομίζετε ότι ο μεν ήδη διανυθείς μακρότερος βίος, κατά τον οποίον υπήρξατε ευτυχείς, είναι κέρδος, ο δε παρών θα είναι σύντομος, και ν' ανακουφίζεσθε με την δόξαν των νεκρών αυτών εδώ. Διότι μόνον η αγάπη των τιμών δεν γηράσκει ποτέ, και όταν κανείς φθάση εις την άκαρπον περίοδον της ζωής, όχι τόσον το κέρδος, όπως μερικοί ισχυρίζονται όσον αι τιμαί παρέχουν την μεγαλυτέραν τέρψιν.

45. "Δι' όσους δε από τους παρόντας είσθε τέκνα ή αδελφοί των πεσόντων, βλέπω τον αγώνα της προς αυτούς αμίλλης του να φανήτε αντάξιοι των δυσχερή (διότι τους νεκρούς συνηθίζουν οι πάντες να εγκωμιάζουν), και οσονδήποτε υπέροχον ανδρείαν και αν επιδείξετε, μόλις θα θεωρηθήτε δεν λέγω βέβαια όμοιοι, αλλ' ολίγον κατώτεροι απ' αυτούς. Διότι, μεταξύ των ζώντων επικρατεί φθόνος προς τους αντιπάλους, ενώ εκείνοι που δεν αποτελούν πλέον εμπόδιον δια τους άλλους τιμώνται πάντοτε δι' ευνοίας, κατά της οποίας κανείς δεν αντιτάσσεται. Αλλ' εάν πρέπη να μνημονεύσω οπωσδήποτε και την αρετήν των γυναικών εκείνων, όσαι του λοιπού θα ζήσουν ως χήραι, θα συγκεφαλαιώσω την προς αυτάς παραίνεσίν μου εις τας ολίγας αυτάς λέξεις. Μεγάλη αληθώς θα είναι η δόξα δια σας, εάν δεν δειχθήτε κατώτεραι της γυναικείας φύσεως, και επίσης μεγάλη δι' εκείνας από σας, περί των αρετών ή ελαττωμάτων των οποίων όσον το δυνατόν ολιγώτερος γίνεται λόγος μεταξύ των ανδρών.

46. "Εξεπλήρωσα το υπό του νόμου επιβαλλόμενον καθήκον, εκθέσας δια του λόγου μου όσα είχα πρόσφορα προς τιμήν των πεσόντων, οι οποίοι άλλωστε και δι' έργων ετιμήθησαν ήδη, εν μέρει μεν δια της δημοσίας ταφής, εν μέρει δε λόγω του ότι η πόλις αναλαμβάνει από τούδε να διαθρέψη δημοσία δαπάνη τα τέκνα των, μέχρις ότου ενηλικιωθούν, ορίζουσα τοιουτοτρόπως ως βραβείον των τοιούτων αγώνων στέφανον ωφέλιμον και δια τους πεσόντας και δια τους επιζώντας. Διότι όπου μέγιστα ορίζονται βραβεία αρετής, εκεί και άριστοι πολίται οικούν την πόλιν. Και τώρα, αφού έκαστος εξ υμών εθρήνησεν αρκετά τον νεκρόν του απέλθετε εις τα ίδια".

=============
ΠΗΓΗ: Θουκυδίδου, Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου.

Νεοελληνική απόδοση: Ελευθέριος Βενιζέλος

Παρασκευή 23 Αυγούστου 2024

 Κάστρο του Πλαταμώνα – Η ιστορία του τόπου μας


Σε ένα τοπίο απαράμιλλης ομορφιάς στα νότια του Ν. Πιερίας στον Πλαταμώνα, βρίσκεται το Κάστρο του Πλαταμώνα, ένα από τα ωραιότερα και καλύτερα διατηρημένα κάστρα της Ελλάδας.

Είναι χτισμένο σε στρατηγικό σημείο, πάνω σε μια βραχώδη προεξοχή, μέσα στα γαλανά νερά του Αιγαίου, στην περιοχή που επαληθεύει πλήρως το όνομα του τόπου: ΠΛΑΤΑΜΩΝ σημαίνει «βραχώδη άκρα επί της θαλάσσης».

d

Εδώ τοποθετείται και η αρχαία πόλις Ηράκλειον, η πρώτη πόλη της Μακεδονίας μετά τα Τέμπη.

Οι Πιεριείς που μεγαλώσαμε με την εικόνα του Κάστρου, στα μάτια μας φαντάζει ένα μνημείο απόλυτα ταυτόσημο με το Νομό μας, σαν ένα «σήμα κατατεθέν». Στον κάθε επισκέπτη όμως, προβάλει επιβλητικό, συναρπαστικά όμορφο και έτοιμο να τον ταξιδέψει σε άλλες εποχές όταν το Κάστρο δέσποζε ως μια «οχυρωμένη πολιτεία». Σήμερα, παρά την άριστη κατάσταση στην οποία διατηρείται, χρειάζεται επειγόντως ένα «φιλί ζωής», με επιπλέον περιποίηση, ανάπτυξη, φαντασία, δημιουργικότητα, για να αναδειχθεί η σπουδαιότητα της ύπαρξής του, ως ιστορικό μνημείο.

Να αποτελέσει έναν πολυχώρο πολιτισμού, με πληθώρα εκδηλώσεων (ήδη πραγματοποιούνται εκεί ορισμένες εκδηλώσεις του Φεστιβάλ Ολύμπου). Να προσελκύσει ακόμη περισσότερους επισκέπτες, οι οποίοι θα γνωρίσουν την ιστορία του και μέσα από εκείνη και την ιστορία του τόπου μας.

kastro dionolymposguide 1

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΣΤΡΟΥ

Το Κάστρο κτίστηκε από τον Λομβαρδό Σταυροφόρο Ρολάντο Πίκε ή Πίσκια (Rolando Pisscia ή Pice) κάπου μεταξύ των ετών 1204 και 1222, όταν μετά τη Δ΄ Σταυροφορία (1204) και την είσοδο των Φράγκων στην Ελλάδα, η Πιερία παραχωρήθηκε (ως τμήμα του Βασιλείου της Θεσσαλονίκης) στον Βονιφάτιο τον Μομφερατικό. Επέλεξαν αυτή τη νευραλγική θέση, από την οποία ελέγχεται ο συντομότερος δρόμος που συνέδεε τη Μακεδονία με τη Θεσσαλία.

3.kastroweb

Περίπου το 1224 το Κάστρο του Πλαταμώνα κυριεύτηκε από τον Θεόδωρο Α΄ Κομνηνό το Δούκα και κατόπιν επέρχεται η οριστική άλωση από τους Οθωμανούς, οι οποίοι το διατηρούν στο ακέραιο. Η διατήρησή του από τους Τούρκους φαίνεται να οφείλεται στη στρατηγική σημασία του, δεδομένου ότι χρησίμευε ως βάση των επιχειρήσεών τους εναντίον των ανταρτών του γειτονικού Ολύμπου.

Το 1770 καταλήφθηκε για μικρό χρονικό διάστημα από τους Έλληνες, όπως και το 1825 και 1878. Βομβαρδίστηκε από τον πλοίαρχο Σαχτούρη το 1897 και από τότε εγκαταλείφθηκε από τους Τούρκους.

kastro dionolymposguide 2

ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ

Στο Κάστρο συναντάμε τα 3 βασικά χαρακτηριστικά των μεσαιωνικών φρουρίων:

1.Πρώτος περίβολος

Ο ευρύχωρος εξωτερικός τοίχος του Κάστρου έχει σχήμα πολυγωνικό, ενισχύεται από πύργους τοποθετημένους σε ακανόνιστα διαστήματα και διατηρείται σε καλή κατάσταση. Η είσοδός του βρίσκεται στη νοτιοανατολική πλευρά, όπου διακρίνεται και ερειπωμένο προτείχισμα ή ίσως πρόπυλο.

Το ύψος των τειχών φτάνει δεξιά από την είσοδο τα 9,5μ. και αριστερά τα 7,5μ., ενώ το πάχος κυμαίνεται μεταξύ 1,2 και 2μ. Μεταξύ των δύο πυλών της κεντρικής εισόδου υπήρχε επιπλέον πύργος, σήμερα κατεστραμμένος.

2.Δεύτερος περίβολος που αποτελεί και την ακρόπολη

Ο 2ος περίβολος έχει ύψος 6-7μ. και στη βορειοανατολική του γωνία υπάρχει ασυνήθιστος πύργος με τετράγωνη εξωτερική περίμετρο και κυκλική εσωτερική. Ο πύργος αυτός έχει βυζαντινού τύπου κεραμοσκέπαστο θόλο.

3.Κεντρικός πύργος

Στην βορειανατολική πλευρά υψώνεται ο μεγαλοπρεπής κεντρικό πύργος του αμυντικού συγκροτήματος με σχήμα οκταγωνικό, ύψους 16μ. και πάχους 2μ.

l

Η είσοδός του βρισκόταν, για λόγους ασφαλείας, σε ύψος 3,45μ. από την επιφάνεια του εδάφους, με πρόσβαση από ξύλινη σκάλα.

Διαθέτει ημικυκλικά παράθυρα, σε ένα από τα οποία υπάρχουν δύο ανοίγματα με κεντρικό κιονίσκο, με διακόσμηση από σταυρό πράγμα που πιθανόν να υποδεικνύει χρονολόγηση στην περίοδο που το Κάστρο επισκευάστηκε από το βυζαντινό Δεσποτάτο της Ηπείρου. Στο χώρο του Κάστρου διατηρείται η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής (η μόνη από τις 5 που υπήρχαν εκεί παλαιότερα) η οποία κατά την Τουρκοκρατία είχε μετατραπεί σε τζαμί.

Το Κάστρο είναι ανοιχτό για το κοινό καθημερινά 8:00 με 15:00 και η είσοδος κοστίζει 2€. Πληροφορίες στο τηλ.: 23520 44470.

kastro dionolymposguide 3

Πηγή: dionolymposguide

Πέμπτη 22 Αυγούστου 2024

 Ξενοφών: Ο Αθηναίος ιστορικός και φιλόσοφος μαθητής του Σωκράτη


γράφει ο Χείλων

Ο Ξενοφών των Αθηνών ήταν στρατιωτικός, ιστορικός και φιλόσοφος σύγχρονος του Πλάτωνα και μαθητής του Σωκράτη. Είναι γνωστός για τα έργα του, ειδικά για την Κύρου Ανάβαση, τα Απομνημονεύματα και την Απολογία Σωκράτους (τα δύο τελευταία αφορούν στον Σωκράτη και μαζί με τα έργα του Πλάτωνα, αποτελούν τις πηγές όσων γνωρίζουμε για τον Σωκράτη). Αρχαίες πηγές αναφέρουν ότι έγραψε περισσότερα από σαράντα έργα που ήταν πολύ δημοφιλή (συμπεριλαμβανομένης μιας σημαντικής πραγματείας για τα άλογα). Η Κύρου Ανάβασις έχει διαβαστεί ευρέως και θαυμάζεται επί αιώνες και οι περιγραφές του Ξενοφώντα για το έδαφος και την εκστρατεία είναι τόσο ακριβείς που χρησιμοποιήθηκε από τον Μέγα Αλέξανδρο ως οδηγός για τη κατάκτηση της Περσίας.

AVvXsEiUnFp2l99FAjAEcmNSpPdxvDJSHZBNuohBVidEvKyVAECNvTsex5qc41na 72tZePKxMlCDbebkOvY YcGqM UBssZHiCuJ34VU5xRpY9ka3i 9z7eQcarVz RoR0W12ENdU mwq l39QFaXmKl8vJv4AQlxUqQx7dl9Y3RksUz5wIp M5XP2454wD4A=s600

Μαρμάρινη προτομή του Ξενοφώντα μουσείο, Βερολίνου Unknown authorUnknown author. Scan by User:Gabor, Public domain, via Wikimedia Commons


Βίος

Ο Ξενοφών καταγόταν από τα Έρχεια της Αττικής (σημερινά Σπάτα). Ο πατέρας του Γρύλλος ήταν ευκατάστατος γαιοκτήμονας και στα νεανικά του χρόνια ο Ξενοφών βίωσε την αγροτική ζωή, ασχολήθηκε με την ιππασία και όπως όλοι οι εύποροι νέοι της εποχής του, έλαβε καλή μόρφωση. Υπήρξε μαθητής του Σωκράτη, τον οποίο σεβόταν και είχε ως πρότυπο, όπως και οι υπόλοιποι μαθητές, οι οποίοι ασχολήθηκαν με τη φιλοσοφία.

Ο Διογένης Λαέρτιος εξιστορεί ότι κάποτε όταν ήταν ακόμη νέος, ο Ξενοφών συνάντησε σε ένα στενό δρόμο τον Σωκράτη, ο οποίος, με τη ράβδο του, τον εμπόδισε να προχωρήσει και τον ρώτησε μεταξύ άλλων: «Πού οι άνθρωποι γίνονται καλοί και αγαθοί;». Ο Ξενοφών βρέθηκε σε αμηχανία και ο Σωκράτης του απάντησε «Έπου και μάνθανε! = ακολούθησε και μάθε». Από τότε ο Ξενοφών έγινε μαθητής του Σωκράτη και τον θεωρούσε πρότυπο.

Ο Ξενοφών θαύμαζε τον τρόπο ζωής των Σπαρτιατών και συνδέθηκε με τον βασιλιά της Σπάρτης Αγησίλαο Β’, στο πλευρό του οποίου πολέμησε το 394 π.Χ. στην μάχη της Κορώνειας εναντίον του αντί Σπαρτιατικού συνασπισμού, μέλος του οποίου ήταν και η πατρίδα του, η Αθήνα. Όπως ήταν φυσικό, για την πράξη του αυτή τιμωρήθηκε με εξορία από την Αθήνα, ενώ αντίθετα οι Σπαρτιάτες τον τίμησαν προσφέροντάς του προξενία (άδεια διαμονής στη Σπάρτη) και του δώρισαν μεγάλο αγρόκτημα στη Σκιλλούντα της Ηλείας, κοντά στην Ολυμπία, όπου εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του και έζησε είκοσι χρόνια ασχολούμενος με αγροτικά έργα και τη συγγραφή βιβλίων.

Ο Ξενοφών απέκτησε δύο γιούς τον Γρύλλο και τον Διόδωρο εκ των οποίων ο πρώτος πολέμησε και φονεύθηκε στην μάχη της Μαντινείας το 362 π.Χ.

AVvXsEgGAgg dp52JVmYFbukIEWNXkKbQsqBaLeAhcwhMo uAe7Ikj8VduAd AL2vVwiukInFBfR ktCYr2AkOlPxNaXlXP8ShNwTNpKj 9O xFb5aabPCX9Orw1zchXV6bSKAvYNUbBZ lwixfRDLlr6pVnJY0myJ5aeMHFkVsDfUk5q3aOxy6Pn 6jeKaL A=s600

Η πορεία του Ξενοφώντα και των Μυρίων DHUSMA, Public domain, via Wikimedia Commons


Εκστρατεία

Το 401 π.Χ. ο Ξενοφών καλείται από τον φίλο του Πρόξενο τον Βοιωτό (στρατηγός στην υπηρεσία του Κύρου) που διέτριβε στις Σάρδεις, να συμμετάσχει στην εκστρατεία του γιου του βασιλιά Δαρείου Β’ και διεκδικητή του θρόνου, Κύρου του Νεότερου εναντίον του αδελφού του βασιλέα Αρταξέρξη Β’. Ο ενθουσιασμός του Ξενοφώντα για την πρόσκληση φαίνεται από το γεγονός ότι σε προτροπή του Σωκράτη να πάρει χρησμό από το Μαντείο των Δελφών καταφέρνει να αποσπάσει θετική απάντηση κάνοντας πλάγια ερώτηση (αντί της ορθής, δηλαδή να πάει ή όχι) που ήταν η εξής: «Σε ποιόν Θεό θα πρέπει να κάνω θυσία ώστε να πετύχει το ταξίδι μου και να επιστρέψω σώος;» και βέβαια η σοφία του Μαντείου του Απόλλωνα, που αντιλήφθηκε το σκοπό, του απάντησε να θυσιάσει σε μια σειρά από θεούς «επ’ αγαθώ και μη» (=για καλό και για κακό).

xenofon athinaios istorikos filosofos sokrati

Έτσι ο Ξενοφών βρέθηκε στην Ασία στο πλευρό του Κύρου, τον οποίο άρχισε να θαυμάζει λόγω του θαυμασμού που έτρεφε ο τελευταίος για τους Έλληνες. Συγκεκριμένα έλεγε ο Κύρος ότι «θέλει τους Έλληνες συμμάχους του, όχι γιατί δεν είχε στρατό αλλά γιατί τους θεωρούσε ανώτερους από όλους τους λαούς» (Ανάβασις Ι 7.3). Ακόμη μακάριζε τους Έλληνες για την μόνιμα κυριαρχούσα ελευθερία τους, που εκείνος προτιμούσε αντί πάντων (την ελευθερίαν ελοίμην αν αντί ων έχω πάντων και άλλων πολλαπλασίων Ανάβασις βιβλίο 1.7.4) και θεωρούσε ως προϊόν αυτής της ελευθερίας την πολεμική και ηθική υπεροχή των Ελλήνων.

Αυτός ήταν και ο λόγος που ουδέποτε οι Πέρσες έκαναν πόλεμο, είτε μεταξύ τους είτε ακόμη και με τους Έλληνες, χωρίς την βοήθεια Ελλήνων (Κυρ. Παιδ VIII 8,26). Δεν είναι γνωστό με τι βαθμό ή αξίωμα ο Ξενοφών συμμετείχε στον Περσικό στρατό και στην αυλή του Κύρου, το σίγουρο πάντως είναι ότι ήταν συνδαιτυμόνας και εκ των στενότερων συνομιλητών του.

Μετά τον θάνατο του Κύρου στην μάχη στα Κούναξα και την δόλια εξόντωση των Ελλήνων στρατηγών από τον Τισσαφέρνη οδήγησε μαζί με τον στρατηγό Χειρίσοφο τους Μυρίους (=10.000 Έλληνες μισθοφόρους) από τα υψώματα της Αρμενίας προς την Τραπεζούντα στις ακτές του Ευξείνου Πόντου και μετά διά θαλάσσης προς τα δυτικά πίσω στην Ελλάδα. Κατά τη διαδρομή αντιμετώπισαν δυσκολίες, αφού αναγκάστηκαν να πολεμήσουν εχθρικούς λαούς όπως Αρμένιους, Χάλδους, Μήδους και άλλους, υπέμειναν κακουχίες όπως χιονοθύελλες, ενώ στην Θράκη με την υποστήριξή τους ο Σεύθης Β’ έγινε βασιλιάς των Οδρυσών και της Θράκης. Η καταγραφή από τον Ξενοφώντα αυτού του ηρωικού ταξιδιού, ονομάστηκε Κύρου Ανάβασις.

AVvXsEhZebJx7cmL nUUS4BL2dxbrQLQYAqoMIG7P 1OCkrK2cdsT2nUnYhHjAHyTX7hxcSf1MA0kCuCNshIkDzdhTx611d2 1bmgtRSA5NIrLErfAA2oUYMlBBaes3yE5GFloGi R7SOAckE0utsISelHDu3CFyxUtG2jf4WfqHXId7297CeGEQ

Τμήματα από τα Ελληνικά του Ξενοφώντα, Πάπυρος PSI 1197, Λαυρεντιανή Βιβλιοθήκη, Φλωρεντία. Sailko, CC BY 3.0 g/licenses/by/3.0>, via Wikimedia Commons


Συγγραφικό έργο

Ο Ξενοφών ανέπτυξε πλούσια και πολυσχιδή δραστηριότητα, φαινόμενο που αποτελεί ιδιαίτερο γνώρισμα των λογίων της εποχής του. Στο έργο του υπήρξε καθοριστική η επίδραση του δασκάλου του Σωκράτη και του βασιλιά Αγησίλαου. Στον πρώτο θαύμαζε την προσήλωση στις ηθικές αξίες της ζωής και στον δεύτερο τις αρετές και τις ηγετικές του ικανότητες. Ανήσυχη φύση, με ροπή στις περιπέτειες, είχε πολλά και ποικίλα ενδιαφέροντα, όπως αποδεικνύεται από το περιεχόμενο των έργων που έχουν σωθεί.

Στον τομέα της ιστοριογραφίας με τα «Ελληνικά» του, που διαιρούνται σε 7 βιβλία, συνεχίζει συνειδητά το έργο του Θουκυδίδη και καλύπτει την περίοδο από το 411 π.Χ. ως 361 π.Χ..

Γενικότερη σημασία για την πολιτική φιλοσοφία έχει η «Κύρου παιδεία» σε 8 βιβλία, όπου στο πνεύμα της σοφιστικής – Σωκρατικής ιδεολογίας και με πρότυπο την ιστορική και μυθιστορηματική προσωπογραφία του ιδρυτή της Περσικής αυτοκρατορίας Κύρου Β’, συνθέτει την προσφιλή εικόνα του ιδανικού μονάρχη.

Η Αττική διάλεκτος του Ξενοφώντα διακρίνεται για την καθαρότητά της. Η γλωσσική ομαλότητα, τα εύληπτα νοήματα και η απλότητα του ύφους κατακτούσαν τους αναγνώστες του. Χαρακτηριστικά ο Διογένης Λαέρτιος ονόμαζε τον Ξενοφώντα «Αττική Μούσα» λόγω της γλυκύτητας της γραφής του.

AVvXsEhrD9w1FSf19hasrCYMFMctPbmxJIoz7vY Z16 UcxtfouStK Ju3b 6z3uLtkmG

Ο Σωκράτης και ο νεαρός Ξενοφών (λεπτομέρεια τοιχογραφίας του Ραφαήλ της Σχολής των Αθηνών) στο Βατικανό Raphael, Public domain, via Wikimedia Commons


Ακολουθούν τα έργα του:

Κύρου Ανάβασις: (δημοσιεύτηκε με το ψευδώνυμο Θεμιστογένης ο Συρακούσιος) Στο σύγγραμμα ο ιστορικός διηγείται με ζωντάνια και αμεσότητα γεγονότα που έζησε ο ίδιος. Πρόκειται για στρατιωτικά απομνημονεύματα, διαιρούμενα σε επτά βιβλία, με πολλές γεωγραφικές και εθνογραφικές λεπτομέρειες. Παρουσιάζεται η εκστρατεία του Κύρου (Ανάβασις = πορεία προς το εσωτερικό της Ασίας) εναντίον του αδελφού του, Αρταξέρξη. Το κύριο μέρος, όμως, του έργου περιλαμβάνει την κάθοδο (κατάβασις) των μυρίων των 13.000 δηλαδή Ελλήνων μισθοφόρων που συμμετείχαν στην εκστρατεία και έπειτα από περιπετειώδη περιπλάνηση, κατά την υποχώρησή τους, έφτασαν στον Εύξεινο Πόντο και στη Θράκη το 400 π.Χ.

Ελληνικά: Ο συγγραφέας, σε επτά βιβλία, διηγείται την ιστορία των Ελληνικών πόλεων από το 411 π.Χ., απ’ όπου ο Θουκυδίδης σταμάτησε την ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου, μέχρι το 362 π.Χ. Αναζητά τα αίτια των γεγονότων, αλλά μένει στην επιφάνεια των πραγμάτων, σε αντίθεση με τη λεπτομερή αναζήτηση του Θουκυδίδη· ακόμη και οι αγορεύσεις που υπάρχουν στο έργο του δεν διαφωτίζουν πλήρως τις αντιπαραθέσεις των δυνάμεων.

AVvXsEjYj2Bd MGcnmq6yi i3VVnkhRJ8IuiECLSuHYEu XLgmj4jNz2KZok Ytk22J09J9l9EJ6yyXeG4Ilfd3XujU ZNS7 4itYtn5

Ξενοφώντος Αγησίλαος Robert WestPublication date 1880, Public domain, via Wikimedia Commons


Αγησίλαος: Πρόκειται για ρητορικό εγκώμιο του βασιλιά της Σπάρτης Αγησίλαου, τον οποίο ο συγγραφέας θαυμάζει και παρουσιάζει ως πρότυπο καλού ηγεμόνα.

Φιλοσοφικά: Τα πρώτα τρία έργα, Απομνημονεύματα, Απολογία Σωκράτους, Συμπόσιον, λέγονται Σωκρατικά, διότι κυριαρχούν ο Σωκράτης και η διδασκαλία του.

Απομνημονεύματα: Το έργο διαιρείται σε τέσσερα βιβλία και αποτελεί υπεράσπιση του Σωκράτη εναντίον της κατηγορίας ότι δεν πιστεύει στους θεούς και διαφθείρει τους νέους. Παρουσιάζονται, με μορφή αναμνήσεων, συζητήσεις και διάλογοι του μεγάλου στοχαστή και δασκάλου, με άλλους συνομιλητές και με τον Ξενοφώντα, με κύριο στόχο την αποκατάσταση της μνήμης του Σωκράτη.

Απολογία Σωκράτους: (η γνησιότητα του έργου έχει αμφισβητηθεί) Πρόκειται για υπερασπιστικό κείμενο του Σωκράτη που δίνει διαφορετική εκδοχή σε σχέση με την Απολογία του Πλάτωνα. Με την απολογία του δασκάλου στο δικαστήριο προβάλλονται η ηθική και η σοφία του.

Συμπόσιον φιλοσόφων: Περιγράφεται μια συνεστίαση την οποία προσφέρει ο πλούσιος Καλλίας, με την ευκαιρία της νίκης του νέου Αυτόλυκου στα Παναθήναια. Στη διάρκεια του συμποσίου ο Σωκράτης διαλέγεται με άλλους φιλοσόφους και διατυπώνει τις απόψεις του για τις δύο όψεις του έρωτα (σωματικό και πνευματικό), την ηδονή, τον πλούτο, την ομορφιά κ.ά.

AVvXsEiLCrZCp9V1LQ48OfQsiLQQwSGyiLRoEzA 6ROOnHqTu5RJfOa96IbjyWd6fwOMUlVMBXkCgzlm 82xhiOF7JKJtdfrvuoUl2mkFyI8MJzXnfGzul0p8QFsagTXFUzAGXE6q XmWHDvImye 9kT2hCGgFhzaeDYGGud B6qCGWkoFXwvW7yhFk0QEGWKg=s600

Ο Ξενοφών υπαγορεύει την ιστορία του, εικονογράφηση από το «Hutchinson’s History of the Nations», 1915 A. C. Weatherstone (1888–1929), Public domain, via Wikimedia Commons


Οικονομικός: Έχει μορφή διαλόγου και αρχίζει με έπαινο της γεωργίας. Ο Ισχόμαχος (= ο Ξενοφώντας μεταμφιεσμένος), ένας εύπορος κτηματίας, περιγράφει στον Σωκράτη πώς οργανώνει την ημέρα του, πώς διοικεί το αγρόκτημά του και πώς εκπαιδεύει τη νεαρή γυναίκα του στα οικιακά καθήκοντα. Οι πρακτικές συμβουλές του έργου έκαναν τον συγγραφέα ιδιαίτερα αγαπητό και το συγκεκριμένο σύγγραμμα θεωρείται από τα καλύτερά του.

Ιέρων ή Τυραννικός: Διαλογικό πολιτικό σύγγραμμα στο οποίο ο τύραννος των Συρακουσών, Ιέρων, συζητάει υποθετικά με τον ποιητή Σιμωνίδη για την τυραννία. Ο Σιμωνίδης συμβουλεύει τον Ιέρωνα, ώστε να γίνει η τυραννία πιο ανεκτή στον λαό αλλά και στον ίδιο τον τύραννο.

Κύρου Παιδεία: Το έργο αποτελεί είδος μυθιστορηματικής βιογραφίας του ιδρυτή του Περσικού κράτους, του Κύρου του Μέγα (590-529 π.Χ.). Διαιρείται σε οκτώ βιβλία και περιέχει όχι μόνο την αγωγή αλλά και όλη τη ζωή του ηγέτη.

Λακεδαιμονίων πολιτεία: Η αγάπη του Ξενοφώντα προς τη Σπάρτη τον οδήγησε στη σύνθεση του συγγράμματος, στο οποίο περιγράφει το πολίτευμα της Σπάρτης, τη στρατιωτική οργάνωση και τη λειτουργία των θεσμών. Το πολίτευμα του Λυκούργου και η Σπαρτιατική βασιλεία αποτελούν για τον συγγραφέα τη βάση της Σπαρτιατικής ισχύος.

Πόροι ή περί προσόδων: Το έργο ασχολείται με τις οικονομικές συνθήκες της Αθήνας και γίνονται προτάσεις, μέσα και τρόποι, για την οικονομική και κοινωνική ανασυγκρότηση της πόλης.

Κυνηγετικός: (αμφισβητούμενης γνησιότητας): Ο συγγραφέας προσπαθεί να αποδείξει πως το κυνήγι είναι εξαιρετικό παιδευτικό μέσο, «εὔρημα θεῶν».

Περί ιππικής: Απευθύνεται σε έναν ιππέα, στον οποίο ο Ξενοφών, ως έμπειρος της ιππικής, δίνει οδηγίες για την περιποίηση του αλόγου του.

Ιππαρχικός: Περιγράφονται τα καθήκοντα του ιππάρχου (= διοικητή του ιππικού).

Θάνατος

Ο Ξενοφών εξορίστηκε από την Αθήνα, είτε διότι πολέμησε υπό τον Σπαρτιάτη βασιλιά Αγησίλαο εναντίον των Αθηναίων στην Κορώνεια είτε λόγω της σχέσης του με τον Κύρο. Οι Σπαρτιάτες τού έδωσαν περιουσία στη Σκιλλούντα, κοντά στην Ολυμπία στην Ήλιδα, όπου συνέγραψε την Ανάβαση. Η εξορία του ανεκλήθη όταν γιος του Γρύλλος πολέμησε για την Αθήνα στη Μαντίνεια, ενώ ο Ξενοφών ζούσε. Ο Ξενοφών πέθανε στην Κόρινθο (ή ίσως στην Αθήνα) και η ημερομηνία θανάτου του είναι αβέβαιη. Το 371 π.Χ., μετά τη μάχη στα Λεύκτρα, οι Ήλειοι κατάσχεσαν την περιουσία του Ξενοφώντα και σύμφωνα με τον Διογένη Λαέρτιο, ο Ξενοφών μετοίκησε στην Κόρινθο. Ο Διογένης γράφει ότι ο Ξενοφών έζησε στην Κόρινθο μέχρι το θάνατό του το 354 π.Χ. ενώ ο Παυσανίας αναφέρει τον τάφο του Ξενοφώντα στη Σκιλλούντα.

AVvXsEhCHlMmv0X11QzK3zFKuD0AvT W7z6O2R UhLwIlEnFrVASh1y6EJNZlWebghj7 bHpVzt4KpZew f3Z49C AK9NQ OC4RIUtmDAWew4J6M6KuNfvGtvUaf7s1Uwz4c6BJ0pFSidHh

Ο Ξενοφών οδηγεί τους Μύριους μέσω της Περσίας στη Μαύρη Θάλασσα. Εικονογράφηση του 19ου αιώνα John Steeple Davis, Public domain, via Wikimedia Commons


Αξιολόγηση

Ουδείς αμφισβητεί το αξιόλογο και πολύπλευρο ταλέντο του Ξενοφώντα. Ως ιστορικός υπολείπεται του Θουκυδίδη στην αντικειμενικότητα της εξιστόρησης και στο βάθος των νοημάτων, αλλά ως συγγραφέας είναι υποδειγματικός για την ενάργεια, τη φυσικότητα και την παραστατικότητα της αφήγησης. Ενδιαφέρεται περισσότερο για την ψυχολογία των ανθρώπων παρά για την ανάλυση των πολιτικών δυνάμεων. Η θρησκευτική θεώρηση των πραγμάτων από τον ιστορικό παραπέμπει στον Ηρόδοτο και η αφήγησή του ενίοτε έχει ηθικολογικό ύφος.

Η επίδρασή του υπήρξε σημαντική στους Έλληνες και τους Ρωμαίους. Ο Ιούλιος Καίσαρ τον εκτιμούσε και ο Κικέρων μετέφρασε τον Οικονομικό και τμήμα της Κύρου Παιδείας· η εκτίμηση που απολαμβάνει φτάνει έως τους νεότερους. Λόγω του απλού Αττικού ύφους, είναι ένας από τους πρώτους κλασικούς συγγραφείς που μελετούν όσοι σπουδάζουν αρχαία Ελληνικά. Περισσότερο από όλα τα έργα του η Ανάβαση, από την αρχαιότητα ακόμη, κατέστη προσφιλές πανελλήνιο ανάγνωσμα. Η περιπέτεια των Μυρίων, απέκτησε μεγάλη φήμη στον αρχαίο κόσμο και είναι αξιοσημείωτο ότι ο Μέγας Αλέξανδρος υπενθύμισε στους στρατιώτες του (στην Ισσό το 331 π.Χ.) το ένδοξο κατόρθωμά τους.

Πηγές – βιβλιογραφία

chilonas

https://el.wikipedia.org/wiki/Ξενοφών

http://users.sch.gr/ipap/Ellinikos%20Politismos/Yliko/Suggrafeis/Xenofon.htm

Κύρου Ἀνάβασις

Internet Encyclopedia of Philosophy: Xenophon

John Dillery «Xenophon and the History of his Times» 1995 New York: Routledge