Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2024

 

50 χρόνια ή 94 χρόνια ή 100 χρόνια ΔΕΥΑΛ

Η ιστορία της είναι συνυφασμένη με την ανάπτυξη και την πρόοδο της Λάρισας

 
Υδατόπυργος. Πίνακας λάδι σε μουσαμά του Αγήνορα Αστεριάδη – 1958 (Συλλογή ΔΕΥΑΛ)Υδατόπυργος. Πίνακας λάδι σε μουσαμά του Αγήνορα Αστεριάδη – 1958 (Συλλογή ΔΕΥΑΛ)

Από τον Σπύρο Μπαρμπούτη

Η ιστορία και η σημερινή παρουσία της ΔΕΥΑΛ στην υπηρεσία των τομέων της ύδρευσης, αποχέτευσης και του περιβάλλοντος στην πόλη της Λάρισας στηρίζεται σε μια μακρόχρονη διαδρομή, η οποία ξεκινάει απ’ τις αρχές του περασμένου αιώνα έως σήμερα.

Πράγματι στη μακρόχρονη διαδρομή της η ΔΕΥΑΛ -και με την προηγούμενη μορφή της- προσέφερε υπηρεσίες υψηλής ποιότητας στους συμπολίτες μας, συμβάλλοντας στην αναβάθμιση της ποιότητας ζωής όλων μας. Άλλωστε, οι τομείς δραστηριότητας της ΔΕΥΑΛ αποτελούν τους σημαντικότερους δείκτες πολιτισμού μιας σύγχρονης και ανθρώπινης πόλης, τομείς οι οποίοι στον σύγχρονο κόσμο έχουν ενταχθεί στους κυριότερους συντελεστές ποιότητας, προόδου και ανάπτυξης των κοινωνιών.
Από την ίδρυσή της μέχρι και τις μέρες μας, οι Λαρισαίοι εμπιστεύτηκαν τη ΔΕΥΑΛ και η επιχείρηση μέχρι σήμερα ποτέ δεν τους διέψευσε. Δικαίωσε την παρουσία της και ανταποκρίθηκε στην αποστολή της, συγχρονίζοντας τους στόχους της με τις απαιτήσεις της κοινωνίας και τις εξελίξεις κάθε εποχής, παράγοντας ουσιαστικά πολιτισμό. Η Λάρισα, άλλωστε, έχει παράδοση από τους αρχαίους χρόνους στα θέματα ύδρευσης και αποχέτευσης, γεγονός που πιστοποιείται από τα ευρήματα αγωγών ύδρευσης της οδού Μανωλάκη ή η αποστραγγιστική τάφρος στις απολήξεις των τελευταίων θέσεων του Α’ Αρχαίου Θεάτρου.
94 χρόνια ΔΕΥΑΛ: Και προσφοράς υπηρεσιών στους τομείς ύδρευσης, αποχέτευσης, αλλά και τη γενικότερη περιβαλλοντική πολιτική στην πόλη μας και την περιοχή μας.
94 χρόνια ΔΕΥΑΛ: Και από τους φανούς οινοπνεύματος ή ασετιλίνης ο Δήμος Λαρισαίων έχει τη δυνατότητα σήμερα να αντικαθιστά τους 16.000 λαμπτήρες οδοφωτισμού με λαμπτήρες τεχνολογίας LED.
94 χρόνια ΔΕΥΑΛ: Και από τους σακάδες ή νερουλάδες του Πηνειού έχουμε σήμερα τη δυνατότητα ν’ ανοίγουμε τη βρύση του σπιτιού μας και να ρέει άφθονο, καθαρό και υγιεινό νερό, ποιοτικά άριστα ελεγμένο από τα εργαστήριά της, χημικό και μικροβιολογικό.
Εν συντομία θα αναφερθούμε στους βασικούς σταθμούς της ΔΕΥΑΛ και των «προγόνων» της.
Η ιστορική αφετηρία της επιχείρησης εντοπίζεται το 1930, οι ρίζες της, όμως, είναι πιο βαθιές και φθάνουν το 1909 και με χαρακτηριστικές «στάσεις» το 1924, το 1920, το 1974, απ’ τις οποίες και ο τίτλος του άρθρου αυτού
(1924-2024), (1930-2024), (1974-2024).
1909: Το Δημοτικό Συμβούλιο (Δήμαρχος Αχ. Αστεριάδης) υπογράφει σύμβαση με τον όμιλο «Πηνειός» για κατασκευή έργων ύδρευσης και ηλεκτροφωτισμού και εκμετάλλευσής τους για 50 χρόνια. Ο «Πηνειός» δεν μπόρεσε να εφαρμόσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις.
Με τη σύμφωνη γνώμη του Δήμου, ο «Πηνειός» πούλησε τα προνόμιά του στη γαλλική εταιρεία «Omnium Francais D’ Electecite».
1913-1914: Η OMNIUM αρχίζει τα έργα ηλεκτροφωτισμού (ηλεκτροφωτίστηκε το κέντρο της πόλης, δημόσια και ιδιωτικά κτίρια κ.ά.), αλλά διεκόπησαν λόγω του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1914. Δεν ασχολήθηκε με την ύδρευση.
1918: Με τη λήξη του πολέμου η εταιρεία δε συνεχίζει τα έργα.
1924: Το Δημοτικό Συμβούλιο ομόφωνα (20-10-1924) αποφάσισε την έκπτωση της εταιρείας και διακοπή κάθε σχέσης μαζί της, επειδή δεν τηρεί τους όρους της σύμβασής της. Τον επόμενο χρόνο συγκροτείται η εταιρεία «Εταιρεία Ύδρευσης και Ηλεκτροφωτισμού Λαρίσης» (ΕΥΗΛ).
Η ΕΥΗΛ συμφώνησε με την OMNIUM για την εξαγορά της με 2.400.000 δρχ. και το οριστικό συμβόλαιο υπογράφηκε στις 5-6-1925.
Με νόμο (22-8-1925) παραχωρείται στην εταιρεία για 30 χρόνια το προνόμιο ύδρευσης και ηλεκτροφωτισμού και με συμμετοχή του Δήμου κατά 76% και μετόχους κατοίκους της πόλης που αγόρασαν μετοχές της εταιρείας.
Η ΕΥΗΛ κατόρθωσε να υπερνικήσει όλες τις δυσκολίες και η Λάρισα ηλεκτροφωτίστηκε. Σε πέντε χρόνια τετραπλασίασε την παραγωγή ρεύματος. Το 1926 183.500 KWh και το 1930 740.000 KWh.
1925-1927: Εξασφαλίζοντας η ΕΥΗΛ τον ηλεκτροφωτισμό, προχώρησε αμέσως στην ύδρευση.
Ο τότε δήμαρχος Μιχ. Σάπκας έφερε στο Δ.Σ. (21-12-1925) το θέμα της ΕΥΗΛ για την ύδρευση. Παρά τις σφοδρές αντιδράσεις (συμφέροντα μερίδας πολιτών, νερουλάδες ή σακάδες, συντεχνίες κ.ά.), τελικά στις 23-2-1926 η απόφαση του Δ.Σ. της πόλης άνοιξε τον δρόμο για την ύδρευση.
Στη Λάρισα των 24.000 κατοίκων τα έργα ξεκίνησαν (1927) δίκτυο και υδατόπυργος και τα οποία ολοκληρώθηκαν το 1930, κόστισαν δε 20.000.000 δρχ., ποσό τεράστιο για την εποχή, το οποίο κάλυψαν εξ ολοκλήρου οι κάτοικοι, χωρίς να βάλει δραχμή το κράτος.
1930: Μέσα σε πανηγυρική ατμόσφαιρα, εγκαινιάζονται, συνολικά, τα έργα της ύδρευσης.
Στα εγκαίνια παρευρέθηκε και ο ίδιος ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος, αφού είχε πάρει τόση έκταση η σύγχρονη ύδρευση μιας πόλης και πατώντας ένα κουμπί, ο Βενιζέλος, ξεχύθηκε νερό στα σπίτια και καταστήματα.
Οι Λαρισαίοι απόκτησαν τώρα νερό, αποστειρωμένο, υγιεινό από τα καλύτερα ποιοτικά και κυρίως άφθονο.
Αποτελούσαν πλέον εφιαλτική ανάμνηση το μαρτύριο της έλλειψης νερών και του τύφου.
Στις 7 Δεκεμβρίου 1930, ο τότε πρωθυπουργός της χώρας Ελευθέριος Βενιζέλος εγκαινίασε τον υδατόπυργο και το εσωτερικό δίκτυο ύδρευσης της Λάρισας.
Έγραφε τότε ο Τύπος: «...Παρουσία του κ. πρωθυπουργού, ευδοκίσαντος όπως παραστή και ιδία χέρι θέσει εν λειτουργία ταύτα...». Μετά τα εγκαίνια ο Ελ. Βενιζέλος δήλωσε: «Να γράψητε παρακαλώ εις τας εφημερίδας σας, ότι τα έργα υδρεύσεως και ηλεκτροφωτισμού της Λαρίσης, ετελέσθησαν διά μόνον των οικονομικών δυνάμεων του τόπου, επί τη βάσει ενός ιδιότυπου νόμου, την έκδοσιν του οποίου προκάλεσεν ο Δήμος Λαρίσης και να καλέσετε τους δημάρχους όλων των πόλεων της Ελλάδος, να λάβουν υπόδειγμα εις την εκτέλεσιν δημοτικών έργων, την Λάρισαν».
Από την ίδρυσή της, λοιπόν, η ΔΕΥΑΛ υπήρξε πρωτοπόρος ακόμη και στην έκδοση νόμων!!!
1940: Η ΕΥΗΛ συνέχισε την πορεία της σαν κοινωφελής τοπικός αυτοδιοικούμενος οργανισμός. Κατόρθωσε σε 10 χρόνια (1930-1940) να διπλασιάσει το νερό ανά κάτοικο. Η Λάρισα είχε την υψηλότερη ανά κάτοικο κατανάλωση στην επαρχιακή Ελλάδα στα δύο αυτά είδη.
Με τροποποίηση του καταστατικού της ΕΥΗΛ με τον Αναγκαστικό Νόμο της 10-8-1940 μετονομάστηκε σε «Οργανισμό Υδρεύσεως και Ηλεκτροφωτισμού Λαρίσης» ή «ΟΥΗΛ», χωρίς να μεταβληθεί η αντιπροσωπευτική διοίκησή του και να παραμείνει κοινωφελής αυτοδιοικούμενος οργανισμός.
Στη διάρκεια του πολέμου ο ΟΥΗΛ υπέστη σοβαρές ζημιές από βομβαρδισμούς και σεισμό σε υδρόμετρα και σε δίκτυα. Κατά τη γερμανο-ιταλική κατοχή ο οργανισμός έστρεψε τις προσπάθειές του σε τρεις κατευθύνσεις:
- Εξασφάλιση ρεύματος και νερού στους κατοίκους.
- Επιβίωση του προσωπικού και των οικογενειών τους.
- Συντήρηση μηχανημάτων και δικτύων.
Οι συνολικές ζημιές του ΟΥΗΛ στη διάρκεια του πολέμου υπολογίστηκαν σε 14 εκατ. δραχμές, ποσό τεράστιο τότε.
Μετά την απελευθέρωση, προχώρησε σε ανασυγκρότηση και μετά το 1946 άρχισε η κερδοφορία του.
1950-1960: Στη δεκαετία αυτή υπήρξε ραγδαία ανάπτυξη στην οικονομική και κοινωνική ζωή της πόλης και αυτήν την ανάπτυξη ακολούθησε και ο ΟΥΗΛ παρέχοντας νερό και ρεύμα σε αφθονία, επεκτείνοντας συνεχώς τα δίκτυά του.
Διέθετε εξειδικευμένο κατά κλάδους προσωπικό και διοικήσεις με ικανότητα και διορατικότητα.
Το 1960 η «νεαρή» τότε ΔΕΗ εξαγόρασε από τον ΟΥΗΛ το προνόμιό του για το ρεύμα έναντι 50.000.000 δρχ., τις μηχανολογικές του εγκαταστάσεις με το δίκτυο και απορρόφησε το προσωπικό του.
1973: Το προνόμιο του ΟΥΗΛ να υδροδοτεί τη Λάρισα είχε λήξει το 1956 και με διάφορα διατάγματα παρατάθηκε μέχρι τις 15-1-1974.
Στις 17-12-1973 το Δημοτικό Συμβούλιο αποφασίζεται να λειτουργήσει σαν «Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Λάρισας». Γεννήθηκε έτσι η ΔΕΥΛ. Ένα μεγάλο κεφάλαιο της ιστορίας ύδρευσης της Λάρισας έκλεισε με τη δημοτικοποίηση του ΟΥΗΛ και έσβησε ένας κοινωφελής οργανισμός δημιούργημα των Λαρισαίων.
Πενήντα χρόνια μετά την ίδρυσή του (1924-1974) και 44 χρόνια μετά τα εγκαίνια του υδατόπυργου και του εσωτερικού δικτύου (1930-1974) ο Δήμος αναλαμβάνει τη διαχείριση και ευθύνη διάθεσης καθαρό και φθηνό νερό. Τέλος, στις 25-1-1977 ως Δημοτικό Συμβούλιο ομόφωνα αποφάσισε την προσθήκη στη ΔΕΥΛ του κλάδου της αποχέτευσης και έτσι προέκυψε η ΔΕΥΑΛ («Δημοτικό Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Λάρισας».
Επιγραμματικά οι σταθμοί της ιστορίας της ΔΕΥΑΛ είναι οι εξής:
1924: Έκπτωση της εταιρείας «OMNIUM».
1930: Εγκαίνια αρχικών έργων ύδρευσης.
1940: Δημιουργία του ΟΥΗΛ.
1960: Εξαγορά του ηλεκτροφωτισμού από τη ΔΕΗ.
1974: Δημοτικοποίηση της ύδρευσης, δημιουργία ΔΕΥΛ.
1977: Προσθήκη του κλάδου της αποχέτευσης, δημιουργία ΔΕΥΑΛ.
1981: Ένταξη της ΔΕΥΑΛ στον νόμο 1069/80.
1990: Υδροδότηση της πόλης αποκλειστικά από γεωτρήσεις.
2000: Υδροδότηση της πόλης από τις νέες δεξαμενές του Μεζούρλου και Αγίας Παρασκευής (και όχι από τον υδατόπυργο).
ΒΛΕΠΕΙ ΜΑΚΡΙΑ
Ενενήντα τέσσερα χρόνια μετά τα εγκαίνια του υδατόπυργου και του πρώτου εσωτερικού δικτύου ύδρευσης η ΔΕΥΑΛ εξακολουθεί να βλέπει μακριά και να θέτει υψηλούς στόχους.
Προγραμματίζει, σχεδιάζει και εργάζεται προς την κατεύθυνση να μπορεί να διαθέτει και στο μέλλον το πολυτιμότερο αγαθό της ζωής μας, το νερό.
Μπορεί σήμερα, με τη γενικότερη πολιτιστική ανάπτυξη να μην μπορούμε να κατανοήσουμε σωστά το μέγεθος της προσφοράς της ΔΕΥΑΛ, σ’ όλη τη διαδρομή της, που ήταν και είναι τεράστια.
Δίχως τη συμβολή-προσφορά της ΔΕΥΑΛ -και με κάθε προηγούμενη μορφή της- δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ακριβώς πόσα σκαλιά χαμηλότερα θα βρισκόμασταν από την άποψη του πολιτιστικού επιπέδου.
Η ΔΕΥΑΛ σήμερα με τον πλήρη και σύγχρονο μηχανισμό της και κυρίως με το ανθρώπινο δυναμικό της υψηλής κατάρτισης σ’ όλους τους τομείς και επίπεδα αποτελεί εγγύηση ότι και στο μέλλον η προσφορά της στην πόλη θα είναι πάντοτε υψηλού επιπέδου, θα εξακολουθεί να βλέπει μακριά και να θέτει υψηλούς στόχους.
Ας έχουμε πάντοτε στη σκέψη μας, ότι πίσω απ’ το απλό άνοιγμα μιας βρύσης, για την εξασφάλιση του καθημερινού απαραίτητου νερού, βρίσκεται μια μεγάλη τεχνοοικονομική και ανθρώπινη επένδυση, ένας δυναμικός μηχανισμός της ΔΕΥΑΛ.

MPARMPOYTHS_NEROYLADES.jpg

Νερουλάδες με βαρέλια. Πίνακας λάδι σε μουσαμά του Αγήνορα Αστεριάδη – 1957 (Συλλογή ΔΕΥΑΛ)

 

 

Το μήκος των δικτύων της είναι 2,5 φορές η απόσταση Αθήνας - Αλεξανδρούπολης

MPARMPOYTHS_SAKADES.jpgΣακάδες – Νερουλάδες. Πίνακας λάδι σε μουσαμά του Αγήνορα Αστεριάδη – 1957 (Συλλογή ΔΕΥΑΛ)

1980 – σήμερα: Στόχος πλέον της ΔΕΥΑΛ είναι να εξασφαλιστεί νερό, αρκετό και υγιεινό, για μια πόλη που οι απαιτήσεις καθημερινά μεγαλώνουν. Δεν μπορεί ο Πηνειός να αποτελεί μοναδική πηγή υδροδότησης, αφού η ρύπανσή του καθημερινά μεγαλώνει και η ποσότητα νερού συνεχώς μειώνεται. Το 1981 η ΔΕΥΑΛ αποκτά τη μορφή με την οποία τη γνωρίζουμε σήμερα, εντάσσεται στον νόμο 1069/60 «περί κινήτρων για Ίδρυση επιχειρήσεων Ύδρευσης – Αποχέτευσης». Σύμφωνα με το Π.Δ. 379 (10-4-81), η ΔΕΥΑΛ είναι πλέον νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, κοινωφελούς χαρακτήρα, με αντικείμενό της την ύδρευση και αποχέτευση. Διέπεται από τον νόμο 1069/80 σε ό,τι αφορά τη διοίκηση, λειτουργία, οργάνωση, εκτέλεση και συντήρηση έργων της αρμοδιότητάς της, καθώς και τις πηγές χρηματοδότησής της.
Το 1986 άρχισε η ανόρυξη μιας σειράς γεωτρήσεων στην περιοχή της Γιάννουλης. Αυτές προμήθευαν στην πόλη το 65% του νερού που χρειαζόταν, ενώ το υπόλοιπο 35% ήταν νερό του Πηνειού.
Τον Σεπτέμβριο του 1988 ο Πηνειός στέρεψε κυριολεκτικά και η Λάρισα πέρασε περίπου 60 ώρες χωρίς τακτική υδροδότηση. Μετά από πιέσεις της ΔΕΥΑΛ, εγκρίθηκε η χρηματοδότηση μιας νέας σειράς γεωτρήσεων στον Αμπελώνα. Το έργο αυτό ολοκληρώθηκε σε χρόνο ρεκόρ (Μάρτιος – Ιούνιος 1989) και η Λάρισα απέκτησε τη δυνατότητα υδροδότησης 100% από γεωτρήσεις. Από το 1990, λοιπόν, οι Λαρισαίοι δεν πίνουν ούτε σταγόνα νερού από τον Πηνειό, αφού η ποιότητά του δεν είναι ικανοποιητική και δεν επαρκεί, ιδιαίτερα τους θερινούς μήνες. Το 2000 ολοκληρώθηκε το έργο των γεωτρήσεων στα Πλατανούλια, ώστε να υπάρχει πλήρης κάλυψη των αναγκών της πόλης.
Σήμερα η Λάρισα προμηθεύεται νερό από 17 γεωτρήσεις (5 στη Γιάννουλη, 5 στα Πλατανούλια και 7 στον Αμπελώνα). Ενδεικτικά η κατανάλωση ανά ημέρα: 1930: 700 κ.μ. – 1940: 5.800 κ.μ. – Σήμερα: 55.000 κ.μ.
Η ΔΕΥΑΛ συνεχίζει και σήμερα μια παράδοση να χρηματοδοτεί επενδύσεις από ιδίους πόρους, ανεξάρτητα από τα χρηματοδοτούμενα κρατικά ή κοινοτικά προγράμματα. Κατορθώνει έτσι να καλύπτει τις ανάγκες σε μια πόλη που αυξανόταν και εξακολουθεί να αυξάνεται με ραγδαίους ρυθμούς. Έτσι, η Λάρισα διαθέτει ένα τεράστιο έργο υποδομής στον τομέα της ύδρευσης και αποχέτευσης, ένα δίκτυο το οποίο δεν είναι ορατό, αφού διακλαδώνεται υπογείως, καλύπτοντας σχεδόν όλον τον ιστό της πόλης και όχι μόνο. Ένα σημαντικό έργο υποδομής -σε επίπεδο οικονομικού μεγέθους, αλλά και φυσικού αντικειμένου- που συνεχώς βελτιώνεται, επεκτείνεται και βελτιώνει την ποιότητα ζωής των συμπολιτών, όπως και την αισθητική εικόνα της πόλης μας.
Συγκεκριμένα, τα δίκτυα της ΔΕΥΑΛ περιλαμβάνουν: αγωγούς για την ύδρευση 1.115 χλμ., για τα λύματα 450 χλμ. και τα όμβρια 300 χλμ. και την άρδευση 25 χλμ. και, επίσης, λειτουργεί 4 βιολογικούς καθαρισμούς (Λάρισας, Γιάννουλης, Μάνδρας και Κοιλάδας).
Δηλαδή το συνολικό μήκος των δικτύων (1.890 χλμ.) της ΔΕΥΑΛ είναι ίσο με 2,5 φορές την απόσταση Αθήνας-Αλεξανδρούπολης!! Το έργο υποδομής της ΔΕΥΑΛ σε σημερινές τιμές εκτιμάται μεγαλύτερο των 400 εκατ. ευρώ!!
- Στην Ύδρευση, η εξασφάλιση της επάρκειας νερού και της υγειινότητάς του αντιμετωπίστηκε και αντιμετωπίζεται με άριστο τρόπο, ώστε να μην παρατηρηθεί πρόβλημα στην υδροδότηση της πόλης.
Κατόρθωσε και κατορθώνει να κατακτά έναν από τους βασικούς της στόχους, ώστε η Λάρισα να μην αντιμετωπίσει τον κίνδυνο να μείνει το δίκτυο της πόλης χωρίς νερό.
- Στο δίκτυο Αποχέτευσης και το έργο του Βιολογικού Καθαρισμού αποτελούν έργο πνοής για την πόλη μας, διασφαλίζει την προστασία του περιβάλλοντος και προωθεί την αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης. Ένας από τους βασικούς στόχους της ΔΕΥΑΛ είναι ο συνεχής και πλήρης εκσυγχρονισμός, καθώς και η επέκταση των δικτύων αποχέτευσης (όμβρια – ακάθαρτα), πράγμα που συμβάλλει στην προστασία της Δημόσιας Υγείας, την προστασία του περιβάλλοντος και την αναβάθμιση της ποιότητας ζωής των Λαρισαίων.

Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2024

 

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

Τσιάνος Κώστας ο Θεατράνθρωπος. Σκηνοθέτης, Ηθοποιός, Συγγραφέας, Χορογράφος


Ο Κώστας Τσιάνος φωτογραφημένος σε οικείο  χώρο του, στο Αρχαίο Θέατρο της ΛάρισαςΟ Κώστας Τσιάνος φωτογραφημένος σε οικείο χώρο του, στο Αρχαίο Θέατρο της Λάρισας

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)

Η πόλη μας έχει να επιδείξει στη μακροχρόνια ιστορία της σπουδαίες προσωπικότητες σε διάφορους τομείς, οι οποίες διέπρεψαν σε πανελλήνιο και σε παγκόσμιο επίπεδο. Στο σημερινό μας κείμενο θα παρουσιάσουμε έναν από αυτούς, γνωστό σε όλους μας, τον Κώστα Τσιάνο, προσεγγίζοντας κυρίως την προσωπικότητά του, πέρα από τη θεατρική σκηνή, στην οποία αφιέρωσε και αφιερώνει ολόκληρη τη ζωή του.
Ο Κώστας Τσιάνος γεννήθηκε στη Λάρισα το 1942. Γονείς του ήταν ο Ιωάννης από τον Άγ. Γεώργιο Καρδίτσας, γεννημένος το 1906 και η Ελένη το γένος Νιαβή από το Νεραϊδοχώρι Τρικάλων, γεννημένη το 1911. Ο πατέρας του όταν ενηλικιώθηκε μετακόμισε στον Βόλο. Εκεί έμαθε την τέχνη της μαγειρικής στο εστιατόριο του Πετεφρή, από έναν περίφημο αρχιμάγειρα που είχε εργαστεί στο ξακουστό «Όλυμπος-Νάουσα» της Θεσσαλονίκης. Δεν έμεινε όμως για μεγάλο διάστημα και μετακόμισε στη Λάρισα. Εδώ εργάστηκε για πολλά χρόνια σαν αρχιμάγειρας στο εστιατόριο «Ερμής», το οποίο βρισκόταν στη γωνία των οδών Μ. Αλεξάνδρου και Κούμα. Το εστιατόριο αυτό λόγω της ποιότητάς του, συγκέντρωνε την αστική τάξη της Λάρισας και τους διαπρεπείς επισκέπτες της όλο τον χρόνο, καθώς διέθετε μια όμορφη και δροσερή αυλή. Στη συνέχεια συνεργάστηκε με τον Μήτσο Μπαρμπούτη στην μπακαλοταβέρνα τους, η οποία βρισκόταν στην οδό Πανός. Το 1973 συνταξιοδοτήθηκε και βρέθηκε στην Αθήνα, κοντά στον γιο του Κώστα, αλλά δεν έμεινε άπραγος γιατί εργάστηκε για ένα διάστημα σαν αρχιμάγειρας στο «Μον Παρνές».
Ο Ιωάννης Τσιάνος από τον γάμο του με την Ελένη Νιαβή απέκτησε τρία τέκνα, το 1934 τη Μαριάνθη, το 1937 την Άννα και το 1942 τον Κώστα. Το σπίτι τους βρισκόταν στην περιοχή Σάλια[1], μια ιστορική συνοικία της Λάρισας, σε επαφή με τη δεξιά όχθη του Πηνειού, όπου μια 50ετία πριν ο Σωτήρης Σκίπης που έμενε στην ίδια περιοχή νεαρός τότε, άρχισε να γράφει τα πρωτόλεια ποιήματά του εμπνευσμένα από τον «αργυροδίνη» ποταμό. Σ’ αυτό το σπίτι γεννήθηκε ο Κώστας Τσιάνος και οι παιδικές του αναμνήσεις από την παραπήνεια αυτή περιοχή έχουν εδραιωθεί βαθιά στην ψυχοσύνθεσή του.
Για τη Στοιχειώδη Εκπαίδευση φοίτησε στο γειτονικό 7ο Δημοτικό Σχολείο. Ευτύχησε να έχει δασκάλα τη Νίτσα Χαλκιά, μια εμπνευσμένη εκπαιδευτικό, μαθήτρια του σπουδαίου παιδαγωγού Δελμούζου στο Ανώτερο Παρθεναγωγείο του Βόλου, στην οποία, όπως λέει χαρακτηριστικά ο Κώστας Τσιάνος, χρωστάει πολλά. Όταν από την Β΄ Δημοτικού μετατέθηκε η δασκάλα του στο Πρότυπο Δημοτικό Σχολείο της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, η οποία στεγαζόταν τότε επί της οδού Παλαιστίνης[2] πήγε μαζί της και αποφοίτησε από το Δημοτικό. Σαν έφηβος παρακολουθούσε πολλές παραστάσεις γιατί ο πατέρας του ήταν θεατρόφιλος και είχε γνωριμία με εξέχουσες μορφές του ελληνικού θεάτρου, όπως η Μαρίκα Κοτοπούλη, η Άννα Καλουτά, κ.ά.
Στη Μέση Εκπαίδευση φοίτησε στο Β΄ Γυμνάσιο Αρρένων και από τους καθηγητές του μεταξύ των άλλων θυμάται με ιδιαίτερη συγκίνηση τον φιλόλογο Απόστολο Κρανιά, ο οποίος τον συμβούλευσε να ασχοληθεί με το θέατρο και μάλιστα τον συνέστησε να σπουδάσει στη Σχολή του Κουν ή του Κροντήρη, τον οποίο θεωρούσε πανεπιστήμονα. Έτσι το 1960 έδωσε εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών όπου καθηγητής ήταν ο Δημήτριος Ροντήρης και γράφτηκε στην τάξη του. Κοντά στον Ροντήρη έμεινε τέσσερα χρόνια, αλλά ανήσυχος σαν νεαρός εκκολαπτόμενος λάτρης του θεάτρου που ήταν, συγχρόνως με τις σπουδές του, βρέθηκε για δέκα χρόνια να πρωτοστατεί στο Θέατρο Λαϊκών Χορών της Δώρας Στράτου και μάλιστα ήταν παρών και στην τρίμηνη περιοδεία του Θεάτρου της στην Αμερική. Επιπλέον πέρασε και από το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν. Μάλιστα είχε πάρει μέρος στην παράσταση με τις «Όρνιθες» του Αριστοφάνη, που δόθηκε από το Θέατρο Τέχνης στο Παρίσι το 1962 και πήρε το Α΄ βραβείο.
Μέχρι το 1975 συνεργάστηκε και με πολλούς άλλους αξιόλογους θιάσους, όπως το «Αμφιθέατρο» του Σπύρου Ευαγγελάτου, τους «Δεσμούς» της Ασπασίας Παπαθανασίου και σε διάφορα θεατρικά σχήματα με ηχηρά καλλιτεχνικά ονόματα όπως η Τζένη Καρέζη, ο Κώστας Καζάκος, η Αλίκη Βουγιουκλάκη, η Μιμή Ντενίση και κυρίως με το Εθνικό Θέατρο. Προσπαθούσε επίσης αυτό το διάστημα να ιδρύσει πρωτοποριακούς αποκεντρωμένους θιάσους και πειραματικές θεατρικές σκηνές (Θέατρο Ν. Ιωνίας, Νέα Πορεία, Πειραματικό Θέατρο κ.ά.).
Αποκορύφωμα της προσπάθειας θεατρικού αποκεντρωτισμού υπήρξε η δημιουργία του Θεσσαλικού Θεάτρου το 1975. Ο Κώστας Τσιάνος με την Άννα Βαγενά και τον Γιώργο Ζιάκα, όλοι τους Λαρισαίοι και άνθρωποι του θεάτρου, έπειτα από δημιουργικές συζητήσεις ίδρυσαν το πρώτο στην Ελλάδα Περιφερειακό Θέατρο στη γενέθλια πόλη τους. Ήταν ένας επαγγελματικός μη κερδοσκοπικός Σύλλογος με 152 ιδρυτικά μέλη. Ανάμεσά τους ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, η Δήμητρα Γαλάνη, ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος και πολλοί Λαρισαίοι πολίτες, οι οποίοι εκφράζανε βαθιά την επιθυμία να βοηθήσουν την προσπάθεια αυτή, η οποία από την πρώτη στιγμή στέφθηκε με μεγάλη επιτυχία. Αποτέλεσμα να εγγραφούν και νέα μέλη και για οκτώ χρόνια το Θεσσαλικό Θέατρο, χωρίς καμία επιχορήγηση του κράτους ή του Δήμου[3], να ανεβάζει στη σκηνή του Δημοτικού Ωδείου θεατρικά έργα με αξιόλογους ερμηνευτές. Τα έργα αυτά απολάμβαναν και οι κάτοικοι των οικισμών της περιοχής, μέχρι και τα πλέον απομακρυσμένα ορεινά χωριά. Επιστρατεύονταν διάφορα μεγάλα αυτοκίνητα, φορτηγά και πολλά ιδιωτικά [4] και όργωναν κυριολεκτικά τη θεσσαλική ενδοχώρα, προσπαθώντας να μυήσουν στο αγροτικό κοινό τη μαγεία του θεατρικού δρώμενου.
Το 1983 η Μελίνα Μερκούρη ως υπουργός Πολιτισμού είχε συσκέψεις με τον Κώστα Τσιάνο και άλλα στελέχη του Θεσσαλικού Θεάτρου, μελέτησε μαζί τους την οργάνωση και τις ανάγκες ενός Περιφερειακού Θεάτρου και προχώρησε στη δημιουργία Δημοτικών Περιφερειακών Θεάτρων, τα γνωστά ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., με πρώτο το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. της Λάρισας. Το Θεσσαλικό Θέατρο τώρα επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού και τον Δήμο Λαρισαίων, στον οποίο υπάγεται. Από τα χρονιά αυτή το Θέατρο ώριμο πλέον χωρίς οικονομικές ενασχολήσεις και με την καλλιτεχνική διεύθυνση του Κώστα Τσιάνου, ανέβασε μια σειρά σημαντικών έργων της παγκόσμιας δραματουργίας. Αποκορύφωμα ήταν η παράσταση της «Ηλέκτρας» του Ευριπίδη στην Επίδαυρο το καλοκαίρι του 1998 σε σκηνοθεσία του Κώστα Τσιάνου. Ήταν μια παράσταση η οποία έκανε γνωστό το Θεσσαλικό Θέατρο και τον συντελεστή της όχι μόνο πανελλήνια, αλλά και παγκόσμια με τις περιοδείες της σε διεθνή φεστιβάλ και σε πολλές χώρες του εξωτερικού. Οι καινοτόμες ιδέες του σκηνοθέτη του στο ανέβασμα της τραγωδίας αυτής του Ευριπίδη απέσπασαν τις καλύτερες κριτικές όλων των θεατρολόγων.
Τώρα πλέον η φήμη του ως σκηνοθέτη έχει εκτιναχτεί πολύ ψηλά. Το 1998 αποχωρεί από το Θεσσαλικό Θέατρο και μετά από ένα σύντομο πέρασμα ως καλλιτεχνικός διευθυντής από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, βρίσκεται στο Εθνικό Θέατρο της Αθήνας σαν αναπληρωτής διευθυντής του, με διευθυντή τον Νίκο Κούρκουλο. Εκεί είχε την ευκαιρία να αναπτύξει όλο το καλλιτεχνικό του ταλέντο ως σκηνοθέτης. Για μια δεκαετία και πλέον ήταν περιζήτητος στις σπουδαιότερες θεατρικές σκηνές με ηθοποιούς που μεσουρανούσαν εκείνη την εποχή. Το όνομά του προβλήθηκε έντονα στα θεατρικά δρώμενα της πρωτεύουσας και η σκηνοθετική του άποψη για την τραγωδία υμνήθηκε από κριτικούς και κοινό.
Η συνέχεια είναι λίγο-πολύ γνωστή, ο χώρος όμως δεν επαρκεί για να συνεχίσουμε. Δεν επαναπαύεται όμως στις δάφνες που έδρεψε, επιστρέφει στο Θεσσαλικό Θέατρο και εδραιώνει τη φήμη του με το έργο που επιτέλεσε. Αποτέλεσμα; Οι διακρίσεις του να είναι διαρκείς. Βραβεύεται από δημόσιους, δημοτικούς και ιδιωτικούς φορείς, ενώ το «Θέατρο του Μύλου» μετονομάζεται σε «Θέατρο Κώστα Τσιάνου». Και το κοινό του προσφέρει τη μεγαλύτερη διάκριση, την αγάπη του. Ο Κώστας Τσιάνος σε όλη του τα διαδρομή δεν υπηρέτησε απλά το ελληνικό θέατρο. Δίδαξε την ψυχική και διανοητική ιδιοσυγκρασία του, καθώς και μια κλίμακα αξιών η οποία βασιζόταν στη μελέτη, την υπομονή, τη γνώση και την παρατήρηση, αξίες που η σημερινή εποχή έχει παραμερίσει. Άξιος!

--------
[1]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Η περιοχή «Σάλια» της Λάρισας, εφ. «Ελευθερία», φύλλο της 4ης Απριλίου 2018.
[2]. Η Παιδαγωγική Ακαδημία στεγαζόταν τότε σε νεοκλασικό διώροφο οίκημα που δεν υπάρχει σήμερα και βρισκόταν διαγωνίως απέναντι από το διατηρημένο κτίριο του Αβραάμ Μουσόν.
[3]. Κατά διαστήματα το Θέατρο είχε και ορισμένες επιχορηγήσεις από την Καπνοβιομηχανία Παπαστράτος, από αρκετούς Λαρισαίους ιδιώτες και μια φορά από το Υπουργείο Πολιτισμού.
[4]. Στην προσπάθεια αυτή βοηθούσαν αποφασιστικά τα εκπαιδευτήρια Καραβάνα με τα σχολικά τους αυτοκίνητα και ο Στρατός με τα φορτηγά του.

Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2024

 

ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

Τα πρώτα τυπογραφεία της Λάρισας - B’

Ιστορική αναδρομή


Τα πρώτα τυπογραφεία της Λάρισας - B’

Συνεχίζουμε και ολοκληρώνουμε σήμερα την ιστορική αναδρομή στα πρώτα τυπογραφεία της Λάρισας από το 1881 μέχρι και το 1900.

Όπως διαπιστώνεται από την έρευνα, ο αριθμός τους ήταν υπερβολικός για μια πόλη 15.000 περίπου κατοίκων, με μεγάλο ποσοστό αναλφάβητων και με μια σημαντική κοινότητα μουσουλμάνων που είχαν μείνει μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στην πόλη. Ήταν ασφαλώς η αίσθηση ελευθερίας η οποία προίκιζε με ορμή τους τοπικούς επιχειρηματίες και ωθούσε πολλούς τυπογράφους από τη νότια Ελλάδα να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους σε μια άγονη αλλά με μέλλον περιοχή, για την έκδοση εντύπων. Σήμερα κάνει εντύπωση στους ερευνητές η πληθώρα των εντύπων αυτών που κυκλοφορούσαν κατά συχνά διαστήματα. Θα πρέπει όμως να τονίσουμε ότι οι εφημερίδες της εποχής εκείνης δεν ήταν οργανωμένα συγκροτήματα όπως σήμερα. Τότε, όποιος διέθετε χρήματα αγόραζε ή νοίκιαζε ένα από τα πολλά τυπογραφεία που υπήρχαν. Περιβαλλόταν με τον τίτλο του εκδότη εφημερίδας, ο οποίος μπορούσε να επηρεάσει τις πολιτικές ισορροπίες στην μικρή κοινωνία της Λάρισας. Ακόμα και όποιος είχε πολιτικές φιλοδοξίες, παραμονές εκλογικών αναμετρήσεων, προσπαθούσε μέσω της εφημερίδας που κυκλοφορούσε και με τη βοήθεια ενός τυπογραφείου, να δελεάσει τους μελλοντικούς ψηφοφόρους. Αντιλαμβάνεται κανείς το τέλος των εφημερίδων αυτών, όταν ο υποψήφιος δεν κατόρθωνε να εκλεγεί. Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που η λειτουργία των περισσοτέρων κυρίως εντύπων, αλλά και ορισμένων τυπογραφείων ήταν βραχύβια και πολλές φορές επεισοδιακή.
—Το επόμενο χρονικά τυπογραφείο της Λάρισας ήταν το «Τυπογραφείο Πίνδος». Ιδρυτής φέρεται η «Ηπειρομακεδονική Αδελφότης Λαρίσσης», μια μεγάλη και ακμάζουσα ομάδα πολιτών της πόλης, τα μέλη της οποίας εγκαταστάθηκαν στην περιοχή μας μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα, επωφελούμενοι από τις νέες συνθήκες ελευθερίας οι οποίες επικρατούσαν στην καθημερινή ζωή της Λάρισας, με πολύ καλές επαγγελματικές προοπτικές, επιστημονική προσφορά ιδιαίτερα στους τομείς υγείας και απονομής δικαίου, κ. ά. Η αδελφότητα αυτή είχε ιδρύσει και δικό της δημοσιογραφικό όργανο, την εφημερίδα «Πίνδος». Το πρώτο φύλλο της κυκλοφόρησε στις 5 Αυγούστου 1883 και διευθυντής της αρχικά ήταν ο Γεν. Γραμματέας της Αδελφότητας Γεώργιος Ν. Δημητρούλης. Τα πρώτα 34 φύλλα της τυπώθηκαν στις εγκαταστάσεις του τυπογραφείου της εφημερίδας «Κόρακας» του Αθ. Μανωλάκη και όταν η αδελφότητα στις αρχές του 1884 απέκτησε το δικό της τυπογραφείο, φυσικά συνέχισε σ’ αυτό. Όμως τώρα συμμετείχε στην έκδοσή της μαζί με τον Γεώργιο Δημητρούλη και ο Παναγιώτης Κανάς που είχε έλθει από την Αθήνα.
—Ακολουθεί το τυπογραφείο «Η Λάρισσα». Ο Παναγιώτης Κανάς, ο οποίος στις αρχές του 1884 συνεργάσθηκε με τον Γεώργιο Δημητρούλη στην εφημερίδα «Πίνδος», αποχώρησε απ’ αυτήν, ίδρυσε σε συνεργασία με τον Π. Παρίση δικό του «τέλειον τυπογραφείον “Η Λάρισσα”, κείμενον απέναντι του Μακαρονοποιείου[1], με όλως καινουργή και Ευρωπαϊκά στοιχεία» και προχώρησε στην έκδοση της εφημερίδας «Λάρισσα», το πρώτο φύλλο της οποίας κυκλοφόρησε στις 18 Οκτωβρίου 1884. Όμως η συνεργασία των δύο αυτών ατόμων από την αρχή είχε δυσκολίες, δεν πήγε καλά και πολύ σύντομα, μετά από ένα μήνα περίπου, οι αναγνώστες της εφημερίδας διάβαζαν: «Ένεκα της επελθούσης διαλύσεως τής μεταξύ ημών και του Π. Παρίση εταιρείας, επήλθεν αταξία εις την έκδοσιν της εφημερίδος, ήτις θέλει εκτυπούσθαι του λοιπού εν τω τυπογραφείω του «Αστέρος της Θεσσαλίας», εξαιτούμεθα δε την συγγνώμην παρά των κ. κ. συνδρομητών…». Όπως όμως αποδεικνύεται από την έρευνα, έπειτα από αυτή την ανακοίνωση, δυστυχώς δεν υπήρξε καμία συνέχεια.
—Το τυπογραφείο της εφημερίδας «Ομόνοια» είναι στενά συνδεδεμένο με τον Στέφανο Σουχάρα που αναφέραμε στο κείμενο της προηγούμενης Τετάρτης. Ο Σουχάρας ήταν τυπογράφος στο εργαστήριο του Βασιλείου Αργυροπούλου στη Λάρισα, πριν ο τελευταίος αναχωρήσει για τον Βόλο. Στις 4 Δεκεμβρίου του 1888 δημιουργήθηκε στη Λάρισα σύλλογος με την επωνυμία «Λαρισαϊκή Αδελφότης η Ομόνοια»[2]. Σύμφωνα με το καταστατικό, σκοπός του συλλόγου ήταν η ηθική και υλική αλληλοβοήθεια των μελών, η εκπλήρωση φιλανθρωπικών έργων και η ανάπτυξη και υποστήριξη των εμπορικών και βιομηχανικών συμφερόντων του τόπου. Πρόεδρός της ήταν ο Στέφανος Σουχάρας. Το 1889, μετά την έγκριση από τον υπουργό Εσωτερικών Στέφανο Δραγούμη του καταστατικού της Αδελφότητας, αποφασίζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο η έκδοση εφημερίδας με τον τίτλο «Ομόνοια». Εκδότης και τυπογράφος ήταν ο πρόεδρος Στέφανος Σουχάρας και βοηθός του ο νεαρός τότε δικηγόρος Κωνσταντίνος Κομίτσας. Δυστυχώς όμως το 1894 ο Στέφανος Σουχάρας πέθανε και από τη νεκρολογία του διαβάζουμε ότι: «Προσφιλής ύπαρξις, διανύουσα το έαρ της ζωής του, ο Στέφανος Σουχάρας, ο τοις πάσιν αγαπητός εκδότης της “Ομονοίας” και διευθυντής του ομωνύμου τυπογραφείου, πάσχων από τινος εκ φθίσεως, εξεμέτρησε το ζειν την νύκτα της 1ης προς την 2αν του ισταμένου Απριλίου…»[3].
—Ένα από τα σπουδαιότερα και μακροβιότερα τυπογραφεία της Λάρισας ήταν της εφημερίδας «Σάλπιγξ». Το πρώτο φύλλο της έκανε την εμφάνισή του στις 30 Σεπτεμβρίου 1889. Ιδρυτής και διευθυντής ήταν ο Ευθύμιος Πετρόπουλος. Τα γραφεία του βρισκόταν επί της οδού Μ. Αλεξάνδρου, στην ανατολική πλευρά της Κεντρικής πλατείας. Αναφέρει χαρακτηριστικά η εφημερίδα στην πρώτη της σελίδα: «Γραφείον και Τυπογραφείον εις το έναντι της πλατείας του Γυμνασίου νεόδμητον κατάστημα του κ. Π. Περρή»[4]. Από τον Δεκέμβριο του 1892 την έκδοση ανέλαβε ο Μιχαήλ Τσόγκας[5]. Με την τουρκική εισβολή του 1897 η εφημερίδα διέκοψε την κυκλοφορία της και το τυπογραφείο υπέστη σοβαρές ζημιές. Όταν μετά την αποχώρηση των Τούρκων ξαναλειτούργησε στις 29 Ιουνίου 1898 το τυπογραφείο, η «Σάλπιγξ» έγραφε: «…αναγκασθέντες μετά την άδοξον ήτταν να διακόψωμεν το έργον, απολέσαντες τα πάντα και ως πρόσφυγες επί 14μηνον ζήσαντες εν στερήσεσι και κακουχίαις μακράν της Λαρίσης…». Στο τυπογραφείο της εκτός από την «Σάλπιγγα» τυπωνόταν η εφημερίδα του Τυρνάβου «Ο Πέλεκυς», «Το Κουνούπι» σατιρική εφημερίδα της Λάρισας και μερικές βραχύβιες.
—Τον Νοέμβριο του 1892 ο Βασίλειος Ρουσσόπουλος ίδρυσε στη Λάρισα νέο τυπογραφείο, το οποίο εκτύπωνε την εφημερίδα «Όλυμπος». Το τυπογραφείο αυτό διέθετε ένα ιστορικό πιεστήριο, το οποίο η εφημερίδα περιγράφει ως εξής: «Εν τω ημετέρω Τυπογραφείω υπάρχει λειτουργούν πιεστήριον γαλλικού συστήματος του Gaveaux. Τούτο, έν εκ των 4 ή 5 επί του αοιδίμου Κυβερνήτου [Καποδίστρια], ήτο εν τω Εθνικώ Τυπογραφείω τότε το εν Αιγίνη. Εξ Αιγίνης μετηνέχθη ύστερον επί Όθωνος εις Ναύπλιον και εκείθεν βραδύτερον εις το εν Αθήναις Εθνικόν Τυπογραφείον και τελευταίον εις Λάρισαν υπό χειρών ιδιώτου». Επίσης ο Θρασύβουλος Μακρής γράφει για το πιεστήριο αυτό: «Το ιστορικόν τούτο πιεστήριον, περιελθόν εις χείρας μας κατόπιν δημοπρασίας, είχομεν την καλήν διάθεσιν να δωρήσωμεν εις το Εθνολογικόν μας Μουσείον, πλήν οι ιταλογερμανοί κατακτηταί της δυσμοίρου Πατρίδος μας, μάς το εσφετερίσθησαν, ενώπιον μας δε τον Ιούλιον του 1941 διαλύσαντες και τεμαχίσαντες αυτό, το εφόρτωσαν μετά των άλλων μεταλλικών και παρόμοιων ειδών του τυπογραφείου μας και το απέστειλαν δια Θεσσαλονίκης εις Γερμανίαν, προς κατασκευήν βομβών και άλλων πολεμοφόδιων»[6].

 

[1]. Πού βρισκόταν το Μακαρονοποιείο το 1884 δεν είναι γνωστό. Πάντως γνωρίζουμε ότι αυτή τη χρονική περίοδο (τέλη του 19ου αι.) η αλευροποίηση των σιτηρών γινόταν από νερόμυλους και ανεμόμυλους και στη δεξιά όχθη του Πηνειού, στην ανατολική πλευρά του Ταμπάκ χανέ (συνοικία Αμπελοκήπων σήμερα), λειτούργησαν οι πρώτοι αλευρόμυλοι των Τσιμπούκη, Δημητριάδη. Αρχές του 20ου αι. υπήρχε Μακαρονοποιείο βόρεια του Μύλου του Παππά.
[2]. Φ.Ε.Κ. / αριθ. 128 της 17ης Μαΐου 1889.
[3]. εφ. Σάλπιγξ, Λάρισσα, φύλλο της 4ης Απριλίου 1894.
[4]. Πλατεία Γυμνασίου εννοεί εδώ τον ευρύ χώρο όπου άρχισε το 1873 να κτίζεται το Γυμνάσιο. Το κτίριο ολοκληρώθηκε το 1882 και στέγασε το Διδασκαλείο. Το 1905 μεταφέρθηκαν τα Δικαστήρια της Λάρισας και σήμερα βρίσκεται το Δικαστικό Μέγαρο.
[5]. Ο Μιχαήλ Τσόγκας καταγόταν από το Μεσολόγγι και στη Λάρισα βρέθηκε ως προϊστάμενος του Ταχυδρομικού Γραφείου της πόλης. Παρέμεινε στη διεύθυνση της εφημερίδας μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα.
[6]. Μακρής Θρασύβουλος. Λαρισινές σελίδες, εφ. «Θεσσαλικά Νέα», Λάρισα, φύλλο της 18ης Μαρτίου 1947.

Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2024

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Η Οφθαλμολογική Κλινική του Κ. Ισμυρίδη


Η Οφθαλμολογική  Κλινική του Κ. Ισμυρίδη

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Η ιστορία της ιατρικής στη Λάρισα αν και είναι πλούσια, δεν έχει ακόμα γραφεί διεξοδικά. Ουσιαστικά η σύγχρονη ιστορία της με επιστήμονες ιατρούς αρχίζει από τα μέσα του 19ου αιώνα, λίγες δεκαετίες πριν από την απελευθέρωση της από τους Τούρκους.

Από το διάστημα αυτό μέχρι και σήμερα μόνο σποραδικές μονογραφίες σε εφημερίδες και περιοδικά έχουν εντοπιστεί, οι οποίες κυρίως ασχολούνται μεμονωμένα με προσωπικότητες της ιατρικής επιστήμης που έδρασαν στην πόλη μας.
Ο Αχιλλέας Καλτσάς μέλος της Φωτοθήκης Λάρισας του Ομίλου Φίλων της Θεσσαλικής Ιστορίας, έχει την περιέργεια να αναδιφά ψηφιοποιημένα αρχεία από παλιές εφημερίδες, περιοδικά και βιβλία και την ικανότητα να εντοπίζει σ’ αυτά διάφορα ιστορικά τεκμήρια τα οποία αφορούν την πόλη μας. Πρόσφατα στο φύλλο της 25ης Ιουλίου 1922 της εφημερίδας του Βόλου «Θεσσαλία», εντόπισε τη δημοσιευόμενη σήμερα διαφημιστική φωτογραφία της Οφθαλμολογικής Κλινικής του Κωνσταντίνου Ισμυρίδου στη Λάρισα. Ήταν η περίοδος που η εφημερίδα «Ελευθερία» δεν είχε ακόμα κυκλοφορήσει και υπήρχε μόνον η «Μικρά», η οποία προσπαθούσε με τα λιγοστά τεχνικά μέσα που διέθετε, να κυκλοφορεί καθημερινά, χωρίς όμως να το κατορθώνει εντελώς. Για τον λόγο αυτό οι κάτοικοι της θεσσαλικής πρωτεύουσας διάβαζαν τακτικά την εφημερίδα του Βόλου, η οποία με τη σειρά της φρόντιζε να έχει άφθονη Λαρισαϊκή ειδησεογραφία.
Για την κλινική αυτή του Κων. Ισμυρίδη γνωρίζουμε ότι ήταν η πρώτη του στη Λάρισα. Στο ίδιο οίκημα ήταν το ιατρείο και η κατοικία του. Βρισκόταν επί της σημερινής οδού Μανδηλαρά. Δεν γνωρίζουμε όμως σε ποιο σημείο ακριβώς. Την περίοδο εκείνη η οδός αυτή δεν ήταν συνεχής όπως σήμερα, αλλά στην περιοχή της Τρίγωνης πλατείας διακόπτονταν και από το σημείο αυτό μέχρι τη συμβολή της με την οδό Ηπείρου ονομαζόταν οδός Πρωτεσιλάου, ενώ από την Τρίγωνη πλατεία μέχρι την Υψηλάντου ονομαζόταν Ιπποκράτους. Κάποια στιγμή τα δύο τμήματα ενώθηκαν. Μεταπολεμικά ονομάστηκε οδός Βασιλέως Παύλου και μετά την μεταπολίτευση Μανδηλαρά. Αυτός είναι και ο λόγος που η Λάρισα δυστυχώς δεν έχει οδό αφιερωμένη στον πατέρα της ιατρικής, παρόλο που έζησε, εξάσκησε την ιατρική, απεβίωσε και ενταφιάστηκε στη Λάρισα. Αργότερα, όταν ο χειρουργός Ιωάννης Τριπουλάς έκανε τη δική του κλινική στην οδό Γαληνού, φιλοξένησε και την Οφθαλμολογική Κλινική του Ισμυρίδη [1].
Στη συνέχεια θα αναφέρουμε ορισμένα βιογραφικά στοιχεία του Κων. Ισμυρίδη. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, χωρίς να γνωρίζουμε το ακριβές έτος. Όταν τελείωσε τις εγκύκλιες σπουδές του, ήλθε στην Αθήνα όπου φοίτησε στην Ιατρική Σχολή και εν συνεχεία απέκτησε την ειδικότητα του οφθαλμιάτρου. Μετά το τέλος των σπουδών του επέστρεψε στην Πόλη, με σκοπό να ακολουθήσει επαγγελματική καριέρα. Είχε όμως την ατυχία να βρεθεί μέσα στη δίνη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και καθώς η Τουρκία είχε συμμαχήσει με τη Γερμανία και την Αυστροουγγαρία, αναγκάστηκε να στρατολογήσει όλους τους άνδρες της χώρας της, ασχέτως φυλής. Για να αποφύγει τη στράτευση ο Ισμυρίδης έφυγε κρυφά από την Κωνσταντινούπολη για τη Θεσσαλονίκη, με σκοπό να προωθηθεί στην Αθήνα. Στο ταξίδι του με το τρένο προς την πρωτεύουσα, η αμαξοστοιχία σταμάτησε υποχρεωτικά στη Λάρισα για πολλές ημέρες, επειδή είχαν καταστραφεί οι σιδηροδρομικές γραμμές από τα βαριά καιρικά φαινόμενα τα οποία είχαν προηγηθεί. Το γεγονός αυτό τον ανάγκασε να παραμείνει στην πόλη μας, να γνωριστεί με τους συναδέλφους του και να διαπιστώσει από κοντά τα κενά που υπήρχαν όσον αφορά τις ιατρικές ειδικότητες. Ιατρός εξειδικευμένος στην οφθαλμολογία δεν υπήρχε κανείς και οι συνάδελφοί του τον συμβούλευσαν να παραμείνει και να εργαστεί επαγγελματικά κοντά τους. Απ’ όλους περισσότερο τον επηρέασε ο χειρουργός Ιωάννης Τριπουλάς [2], ο οποίος είχε και ίδιος τους αυτούς ενδοιασμούς με τον Ισμυρίδη πριν αποφασίσει να παραμείνει στη Λάρισα και του επεσήμανε με έμφαση την απουσία από την πόλη ειδικού οφθαλμιάτρου. Και τελικά ενέδωσε.
Το 1919 νοίκιασε το διώροφο σπίτι της φωτογραφίας στο οποίο στέγασε το ιατρείο με την κλινική του. Την ίδια χρονιά νυμφεύθηκε την Παλμύρα (+ 1973), κόρη του ιατρού Ιωάννη Αστεριάδη, με την οποία απέκτησαν τρία αγόρια. Τον Μάνο (+ 2006) ο οποίος αναδείχθηκε υψηλόβαθμο στέλεχος της Εθνικής Τράπεζας, τον Ιωάννη (+ 1991) ο οποίος έγινε ιατρός και συνέχισε την οικογενειακή παράδοση στην οφθαλμολογία και τον Τάκη ο οποίος εργάστηκε στην Αγροτική Τράπεζα.
Εκτός όμως από την ιατρική επιστήμη ο Κώστας Ισμυρίδης είχε και ένα σπουδαίο χάρισμα. Ήταν θαυμάσιος βιολιστής και βρήκε εδώ στη Λάρισα τη μουσική κίνηση που αναζητούσε για να ικανοποιήσει το ταλέντο του. Συμμετείχε σε συναυλίες με μικρά οργανικά σύνολα, συνόδευε λυρικούς τραγουδιστές σε επίσημες εμφανίσεις.
Ο Κων. Ισμυρίδης απεβίωσε στις 10 Φεβρουαρίου 1937 και ενταφιάστηκε στη Λάρισα. Άφησε στην πόλη αγαθή μνήμη σαν εξαιρετικός άνθρωπος και σπουδαίος οικογενειάρχης, ο οποίος δεν περιορίστηκε μόνον στην επιστήμη του, αλλά συγχρόνως ανέπτυξε μουσική, φιλανθρωπική και κοινωνική δράση, αισθητή στην αναπτυσσόμενη προπολεμική Λάρισα.


[1]. Στο σπουδαίο αρχείο παλιών εφημερίδων της Λάρισας του Θανάση Μπετχαβέ εντοπίστηκε διαφήμιση στο φύλλο της εφημερίδας «Κήρυξ» της 4ης Οκτωβρίου 1932 η οποία αναφέρει ότι η Οφθαλμολογική Κλινική του Ισμυρίδη βρίσκεται στην κλινική «Ευαγγελισμός» επί της οδού Γαληνού, κοντά στο κτίριο της Ηλεκτρικής Εταιρείας, του μετέπειτα ΟΥΗΛ. Προφανώς συστεγάστηκε με την κλινική του Τριπουλά που υπήρχε σ’ αυτή την οδό.
[2]. Ο Ιωάννης Τριπουλάς (1885-1973) καταγόταν από την Ικαρία και μετά από σπουδές στην Αθήνα και το Παρίσι εντάχθηκε στο υγειονομικό σώμα του στρατού. Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων και αργότερα κατά την γαλλική κατοχή της Λάρισας το 1917 βρέθηκε να υπηρετεί στο στρατιωτικό νοσοκομείο της πόλης μας και όταν απολύθηκε το 1919, επειδή οι εντυπώσεις από την παραμονή του εδώ ήταν πολύ καλές, εγκαταστάτηκε μόνιμα.

Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2024

 

ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

Τα πρώτα τυπογραφεία της Λάρισας - Α’

Ιστορική αναδρομή

 
Τα πρώτα τυπογραφεία της Λάρισας - Α’

Τυπογραφία είναι η τέχνη της αποτύπωσης γραπτού λόγου και εικόνων κυρίως σε χαρτί, με τη βοήθεια τεχνικών μέσων, σε μεγάλο αριθμό αντιτύπων.

Τα τεχνικά αυτά μέσα ήταν κινητά στοιχεία σε διάφορα μεγέθη και γραμματοσειρές, κατασκευασμένα κυρίως από μέταλλο. Τα στοιχεία αυτά έμπαιναν σε ειδικές θήκες. Ανάλογα με το κείμενο, τα στοιχεία (γράμματα) τοποθετούνταν σε σειρές πάνω σε μεγαλύτερες θήκες που είχαν το σχήμα σελίδας, εμποτίζονταν με μελάνι και κατόπιν μεταφέρονταν στο πιεστήριο για την εκτύπωση. Η παραδοσιακή αυτή τυπογραφία ξεκίνησε ουσιαστικά το 1455 με την εφεύρεση του επίπεδου πιεστηρίου από τον Γουτεμβέργιο και διατηρήθηκε μέχρι τα τέλη του 20ου αι.
Η χώρα μας τους πρώτους αιώνες από την εμφάνιση της τυπογραφίας βρισκόταν κάτω από τον Οθωμανικό ζυγό και παρ’ όλον ότι είχε να παρουσιάσει μια μεγάλη ομάδα επιφανών λογίων, οι περισσότεροι των οποίων διέπρεπαν στις χώρες της Ευρώπης, το πνευματικό τους έργο εκτυπωνόταν στα περίφημα τυπογραφεία της Βενετίας, της Βιέννης, της Βασιλείας, της Λειψίας και άλλων πόλεων της Δύσης. Στον τουρκοκρατούμενο ελληνικό χώρο οι πρώτες απόπειρες τυπογραφίας ξεκίνησαν πολύ αργά, ήταν ελάχιστες και είχαν μικρή διάρκεια. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι πριν από την ίδρυση του ελεύθερου ελληνικού κράτους, το «Τυπογραφείον Ελληνικών Γραμμάτων» στη Μοσχόπολη της Κορυτσάς (1731-1780) πρέπει να ήταν το μοναδικό στην τουρκοκρατούμενη Βαλκανική.
Επίσης στη Μονή Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους λειτούργησε στα μέσα του 18ου αιώνα (1759) τυπογραφείο, το οποίο δυστυχώς εκτύπωσε ένα και μοναδικό βιβλίο. Μετά το βιβλίο αυτό η αγιορείτικη τυπογραφία σίγησε οριστικά και μέχρι σήμερα τουλάχιστον δεν έχει εντοπισθεί άλλο έντυπο, προερχόμενο από το πιεστήριό της. Θα πρέπει να αναφερθεί και το «Πατριαρχικόν Τυπογραφείον», το επίσημο όργανο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη, το οποίο ιδρύθηκε στα τέλη του 18ου αι. (1798 το πρώτο βιβλίο) και συνέχισε τη λειτουργία του μέχρι τους χρόνους της Ελληνικής Επανάστασης.
Η Θεσσαλία ήταν η μόνη περιοχή της χώρας η οποία έμεινε πίσω στον τομέα της τυπογραφίας όλο αυτό το διάστημα μέχρι το 1881. Ας μη ξεχνάμε ότι απελευθερώθηκε από τον οθωμανικό ζυγό 60 χρόνια αργότερα από την υπόλοιπη Νότια Ελλάδα. Και παρόλο ότι διέθετε διαπρεπείς λόγιους και αξιόλογες Σχολές (Τύρναβος, Αμπελάκια, Πήλιο και αλλού), η διδασκαλία γινόταν με χειρόγραφα βιβλία και με εκδόσεις των τυπογραφείων της Δύσης. Όμως παρ’ όλη αυτή την καθυστέρηση, η ανάπτυξη της εκδοτικής τυπογραφίας μετά την ενσωμάτωση της περιοχής στο Ελληνικό Βασίλειο το 1881 υπήρξε ραγδαία, παράλληλα με εκείνη της έκδοσης εφημερίδων.
—Η Λάρισα ήταν η πρώτη θεσσαλική πόλη που απέκτησε τυπογραφείο[1]. Ιδρυτής του ήταν ο Ανδρέας Ν. Πεταλάς[2], ο οποίος υπήρξε συγχρόνως και ιδρυτής της πρώτης θεσσαλικής εφημερίδας «Αστήρ της Θεσσαλίας», της οποίας το πρώτο φύλλο κυκλοφόρησε την 31η Αυγούστου 1881, ημέρα εισόδου του Ελληνικού Στρατού στην απελευθερωμένη πλέον Λάρισα. Στο φύλλο της 7ης Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους γράφει σχετικά για την απόκτηση μηχανήματος τυπογραφίας (όργανον το αναφέρει): «Ευτυχή λογίζω εμαυτόν ότι πρώτος εγώ εν τη Θεσσαλία μετέφερον το όργανον δι’ ού η Ελευθερία, η Πρόοδος και ο Πολιτισμός εμπεδούται και προάγεται». Σε ένα επόμενο φύλλο της εφημερίδας του διαβάζουμε επίσης: «Το Τυπογραφείον του “Αστέρος της Θεσσαλίας“, πλούσιον εις διάφορα στοιχεία καταρτισθέν, δέχεται παντός είδους εργασίας, νεκρώσιμα, προσκλητήρια, συναλλαγματικαί, καταστάσεις, πρωτόκολλα, βιβλία, κλπ. Εργασία τελεία …». Παράλληλα με το πρώτο τυπογραφείο και την πρώτη εφημερίδα, λειτούργησε στη Λάρισα και το πρώτο βιβλιοπωλείο, το οποίο στεγαζόταν στον ίδιο χώρο με το τυπογραφείο. Σε μια διαφημιστική καταχώρηση στο φύλλο της εφημερίδος του της 30ης Οκτωβρίου 1881 ο Ανδρέας Πεταλάς αναφέρει: «Παραγγελίαι διδακτικών, εκκλησιαστικών και άλλων χρησίμων βιβλίων και μυθιστορημάτων γίνονται δεκταί εις το Τυπογραφείον του “Αστέρος της Θεσσαλίας”. Ταχύτης περί την εκτέλεσιν των παραγγελιών και μετριότης τιμών».
Το γραφείο, με το τυπογραφείο και το βιβλιοπωλείο στεγάζονταν στην κατοικία του Ισλάμ αγά στην περιοχή Δάρκουλη[3] της Λάρισας.
—Το δεύτερο τυπογραφείο που χρονολογικά δημιουργήθηκε στην πόλη μας ήταν του Βασιλείου Αργυροπούλου. Το ίδρυσε με σκοπό να εκτυπώσει την εφημερίδα «Ανεξαρτησία». Το τυπογραφείο είχε αγοραστεί στην Αθήνα και κατά τη μεταφορά του στη Λάρισα τα στοιχεία του αναμίχτηκαν μεταξύ τους. Επειδή ο διαχωρισμός τους απαιτούσε εργασία πολλών ημερών, τα πρώτα φύλλα της εφημερίδας βγήκαν με καθυστέρηση και σε μικρότερο μέγεθος απ’ ότι είχε αρχικά είχε ανακοινωθεί. Το πρώτο φύλλο της εφημερίδας κυκλοφόρησε στις 22 Νοεμβρίου 1881. Εκδότης και διευθυντής ήταν φυσικά ο Βασίλειος Αργυρόπουλος και συντάκτης ο νεαρός δικηγόρος Φωκίων Τσαπαλίδης. Η δραστηριότητα του τυπογραφείου αυτού περιοριζόταν κυρίως στην έκδοση της «Ανεξαρτησίας» και απλώς συγχρόνως τυπωνόταν και η σατυρική εφημερίδα «Ζερζεβούλης».
Ο Βασίλειος Αργυρόπουλος διηύθυνε την «Ανεξαρτησία» μέχρι στις 24 Μαΐου 1884. Κυκλοφόρησαν στη Λάρισα συνολικά 258 φύλλα της εφημερίδας. Επειδή την περίοδο εκείνη ο Αργυρόπουλος υπηρετούσε ως υπάλληλος στο Λιμεναρχείο του Βόλου, αναγκάσθηκε εκ των πραγμάτων να μεταφέρει το τυπογραφείο του στη γειτονική πόλη όπου και συνέχισε εκεί την έκδοσή της από τις 27 Ιουλίου 1884, με τον ίδιο τίτλο.
—Στη συνέχεια συναντάμε το τυπογραφείο του παλιού και πεπειραμένου δημοσιογράφου Αθανασίου Μανωλάκη. Ήταν εκδότης της σατυρικής εφημερίδας «Ζερζεβούλης» που αναφέρθηκε και ακολούθως κυκλοφόρησε το 1882 και μια άλλη εφημερίδα, η οποία αυτοχαρακτηριζόταν ως πολιτικοσατυρική[4], τον «Κόρακα». Ο εκδότης της εφημερίδας αυτής το 1884 ίδρυσε δικό του τυπογραφείο, το οποίο σε μια διαφήμιση στην εφημερίδα «Έρευνα» το παρουσιάζει χιουμοριστικά ως εξής «Το ράμφος του “Κόρακος” ένεκεν της οξύτητος αυτού, ταχέως έφθειρεν τα του τυπογραφείου μηχανήματα και μας ηνάγκασε να ανακαινίσωμεν αυτό και να καταρτίσωμεν νέον εντελώς τυπογραφείον, όπερ ού μόνον τα κελαϊδήματα του “Κόρακος” δύναται να εκτυπώνη, αλλά και εις πολλά άλλα τυπογραφικά έργα να επαρκή».
Στη δημοσιευόμενη σήμερα διαφήμιση του νέου τυπογραφείου του, αναφέρει ότι μεταφέρθηκε «κάτωθεν του ξενοδοχείου «Πελοπόννησος», το οποίο βρισκόταν στη συνοικία Εβραίϊκα, στη θέση «αραμπατζίδικα». Το κτίριο ήταν ιδιοκτησίας του μετέπειτα δημάρχου Χρήστου Γεωργιάδη στο οποίο στεγάστηκε το ξενοδοχείο[5]. Τη διεύθυνση του τυπογραφείου αυτού διατήρησε ο Αθαν. Μανωλάκης μέχρι το 1885. Στη συνέχεια λόγοι υγείας τον ανάγκασαν να παραχωρήσει τυπογραφείο και εφημερίδα στον Π. Πλασταρά. Στις δραστηριότητες του τυπογραφείου αυτού περιλαμβάνονταν εκτός από τον «Κόρακα» και οι εφημερίδες «Έρευνα», «Βουλευτής του Νομού» και τα πρώτα φύλλα της «Πίνδος». Το 1891 η εφημερίδα «Σάλπιγξ» της Λάρισας αναφέρει τον θάνατο του Αθ. Μανωλάκη ως εξής: «Την παρελθούσαν εβδομάδα η πόλις μας εκήδευσεν συμπαθέστατον και καλόν φίλον τον Αθανάσιον Μανωλάκην, δημαρχικόν πάρεδρον του Δήμου Λαρίσσης. Η Λάρισσα εν τη οποία διεβίωσεν ικανά έτη και την οποίαν ηγάπησεν ως δευτέραν πατρίδα, εστερήθη μίαν εκ των προσφιλεστέρων αυτής υπάρξεων και εκ των μάλλον ιδιορρύθμων χαρακτήρων».
(Συνεχίζεται)

 

[1]. Σκιαδάς Νικόλαος. Χρονικό της Ελληνικής Τυπογραφίας, τόμ. Γ’. Αθήναι (1982) σελ. 243.
[2]. Έγκυρα βιογραφικά του στοιχεία θα βρείτε στο κείμενο του Αλέξανδρου Γρηγορίου: Ανδρέας Ν. Πεταλάς (1848-1903). Ο εκκεντρικός δικηγόρος, δημοσιογράφος και βουλευτής. εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 6ης Δεκεμβρίου 2015. Του ιδίου: Προσωπογραφία της Λάρισας. Ανδρέας Ν. Πεταλάς (1848-1903). Δημοσιεύματα στην εφημερίδα «Ελευθερία», τόμ. Α’. Λάρισα (2024) σελ. 247-249. Έκδοση εκτός εμπορίου.
[3]. Δάρκουλη. Πρόκειται για περιοχή σε κεντρική θέση της πόλης, γύρω από τη σημερινή οδό Κύπρου.
[4]. Φαίνεται ότι οι πρόγονοί μας μετά την απελευθέρωση από τους Οθωμανούς το 1881 διέθεταν περίσσευμα σάτιρας, την οποία διοχέτευαν σε ειδικές προς τούτο εβδομαδιαίες εφημερίδες, οι οποίες περιέργως είχαν ικανοποιητική κυκλοφορία.
[5]. Η πληροφορία προέρχεται από τον Αλέξανδρο Γρηγορίου, ο οποίος ετοιμάζει το νέο του βιβλίο, το οποίο θα αναφέρεται σε όλα τα χάνια και τα ξενοδοχεία της παλιάς Λάρισας από τους χρόνους της τουρκοκρατίας ακόμη, τόσο μακριά. 

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2024

 

ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΕΣ

Σωκράτης Π. Γκολφινόπουλος (1873-1928)

Δημοσιογράφος και εκδότης της Λάρισας

 
Η οδός Ρούσβελτ (Φαρσάλων προπολεμικά) λίγο πριν από τη συμβολή της με την οδό Μανδηλαρά. Φωτογραφία του Τάκη Τλούπα (1948). Δημοσιεύθηκε στο βιβλίο «Λάρισα. Εικόνες του χθες», έκδοση της Δημοτικής Πινακοθήκης Λάρισας-Μουσείο Γ.Ι. Κατσίγρα (2003), σελ. 96.Η οδός Ρούσβελτ (Φαρσάλων προπολεμικά) λίγο πριν από τη συμβολή της με την οδό Μανδηλαρά. Φωτογραφία του Τάκη Τλούπα (1948). Δημοσιεύθηκε στο βιβλίο «Λάρισα. Εικόνες του χθες», έκδοση της Δημοτικής Πινακοθήκης Λάρισας-Μουσείο Γ.Ι. Κατσίγρα (2003), σελ. 96.

Από τον Αλέξανδρο Χ. Γρηγορίου

Στην ιστορία του Θεσσαλικού Τύπου (ημερήσιου και περιοδικού) ιδιαίτερη θέση κατέχει ο Σωκράτης Π. Γκολφινόπουλος, άγνωστος σε μεγάλο βαθμό στους νεότερους Λαρισαίους.

«Πανύψηλος, ιδιόρρυθμος και ιδιότροπος. Όταν γράφει και εξωτερικεύει τας εν τω εγκεφάλω του στροβιλιζομένας παραδόξους ιδέας είναι αμίμητος, απαράμιλλος εν τη διατυπώσει αυτών, εν τη φρασεολογία του. Τα άρθρα του είναι φιλολογικά, πραγματευόμενα εμπεριστατωμένως περί φιλοσοφίας, περί θρησκείας, περί κοινωνικής αλληλεγγύης». Έτσι τον είχε χαρακτηρίσει ο πρύτανης της λαρισαϊκής δημοσιογραφίας Θρασύβουλος Μακρής, όταν ο Γκολφινόπουλος εργάστηκε στις αρχές του 1900 ως ελεύθερος ρεπόρτερ στην εφημερίδα «Μικρά» [1].
Ο Σωκράτης Γκολφινόπουλος γεννήθηκε στην Κόρινθο το 1873. Αμέσως μετά από την απελευθέρωση της Θεσσαλίας (1881), ο πατέρας του Παναγιώτης [2], που ήταν δικαστικός κλητήρας στα δικαστήρια της Κορίνθου, αιτήθηκε την μετάθεσή του στη Λάρισα. Το 1882 ο τελευταίος μετατέθηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών της Λάρισας και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην πόλη μαζί με τη σύζυγό του Μαριγώ [3] και τα δυο τους παιδιά [4]. Ο Σωκράτης Γκολφινόπουλος φοίτησε στο Α’ Δημοτικό Σχολείο της Λάρισας και σε ηλικία 12 ετών (16 Σεπτεμβρίου 1885) εγγράφθηκε στην Α’ τάξη του Ελληνικού Σχολείου της Λάρισας [5]. Το 1891 κατά τη διάρκεια των Γυμνασιακών του σπουδών εξέδωσε τη σατυρική εφημερίδα «Ο Σάτυρος», με την υποστήριξη (οικονομική και τεχνική) του Θρασύβουλου Μακρή. Ο ίδιος ήταν ένας μποέμ τύπος, που εκτός από την εκπληκτική του πέννα, είχε πάντοτε τη διάθεση να «πειράζει» τους πάντες, από συμμαθητές, φίλους και γνωστούς, μέχρι πολιτευτές και δημοτικούς συμβούλους, σατιρίζοντας στιγμές του καθημερινού τους βίου. Εκείνη μάλλον την περίοδο (και όχι το 1896 που αναφέρει ο δημοσιογράφος Κώστας Περραιβός) έλαβε χώρα (με προτροπή του Γκολφινόπουλου) η πυρπόληση των δύο έρημων τουρκικών κατοικιών, που είχε ως αποτέλεσμα τη διάνοιξη της οδού Φαρσάλων [6]. Τον Οκτώβριο του 1893 επανεξέδωσε τον «Σάτυρο», αλλά με άλλη επωνυμία: «Σατυρική» [7].
Στις αρχές του 1900 κι ενώ ήταν ο εκδότης και διευθυντής της «Σατυρικής», πραγματοποιούσε ελεύθερο ρεπορτάζ στις εφημερίδες «Μικρά» και «Όλυμπος». Μάλιστα, τα συγκλονιστικά άρθρα του στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας «Όλυμπος» (Οκτώβριος-Νοέμβριος 1900) προκάλεσαν τριγμούς στην τότε κυβέρνηση και πανικό στους βουλευτές της Λάρισας, που παρακολουθούσαν έντρομοι το κύμα συλλήψεων και τις φυλακίσεις εκατοντάδων πολιτών που είχαν χάσει τις περιουσίες τους κατά το διάστημα της προσωρινής τουρκικής κατοχής (1897-1898). Οι τελευταίοι είχαν λάβει με κυβερνητική εντολή δάνεια της τάξεως των 300 δρχ. από την Εθνική Τράπεζα, τα οποία, όμως, λόγω της καταστροφής της αγροτικής παραγωγής, των λεηλασιών και των καταστροφών που είχαν υποστεί δεν μπορούσαν να τα αποπληρώσουν. «Τι επράξατε απέναντι όλων τούτων, κύριοι αντιπρόσωποι του θεσσαλικού λαού, τίνα πολιτικήν μετήλθετε, τι αντιτάξατε κατά της διπλωματικής αυτής κυβερνητικής ευστροφίας; Βουλευταί Λαρίσης, βουλευταί Αγυιάς, βουλευταί Τυρνάβου και των άλλων θεσσαλικών επαρχιών, τίνα τρόπω υπερησπίσθητε τα ανατεθέντα υμίν, των Θεσσαλών συμφέροντα; Απαντήσεις δεχόμεθα μέχρι της ημέρας των νέων εκλογών» [8]. Στις 19 Δεκεμβρίου 1900 εκφώνησε έναν πύρινο λόγο κατά της κυβερνητικής πολιτικής στην Κεντρική πλατεία της Λάρισας και εκδόθηκε ψήφισμα που απεστάλη στον πρόεδρο της Βουλής.
Τον Δεκέμβριο του 1906 εξέδωσε την εφημερίδα «Ανεξαρτησία». Η κυκλοφορία της, όμως (παράλληλα με την «Σατυρική»), ήταν οικονομικά ασύμφορη και σταμάτησε την έκδοσή της. Η δεύτερη περίοδος της εβδομαδιαίας εφημερίδας «Σατυρική» ξεκίνησε στις 21 Μαρτίου 1920 και κυκλοφόρησε ανελλιπώς μέχρι το 1928 που ανέστειλε την έκδοσή της, επειδή ο Σωκράτης Γκολφινόπουλος απεβίωσε. Ο ίδιος δεν είχε ποτέ νυμφευθεί και δεν είχε αποκτήσει απογόνους.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1]. Μικρά (Λάρισα), φ. 12 (9 Απριλίου 1900).
[2]. Ο Παναγιώτης Γκολφινόπουλος υπήρξε υπόδειγμα «ενάρετου και καλού συμπολίτη». Απεβίωσε στη Λάρισα τον Ιανουάριο του 1912. Βλ. Μικρά (Λάρισα), φ. 22/528 (13 Ιανουαρίου 1912).
[3]. Η Μαριγώ Γκολφινοπούλου απεβίωσε στη Λάρισα τον Μάρτιο του 1909. Βλ. Μικρά (Λάρισα), φ. 392 (12 Μαρτίου 1909). Λίγο πριν από τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, είχε εμπλακεί σε μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες με τον κτηματία Γρηγόριο Χατζηλαζάρου και άλλους Οθωμανούς κτηματίες για ζητήματα αγροτικής φύσεως. Βλ. Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αρχεία Νομού Λάρισας (ΓΑΚ/ΑΝΛ), Συμβολαιογραφικό Αρχείο Ανδρέα Ροδόπουλου, φκ. 051, αρ. 15727 (11 Ιανουαρίου 1895) και αρ. 15741 (12 Ιανουαρίου 1895). Κατά την περίοδο αυτή, την εκπροσώπησε με επιτυχία ο Λαρισαίος δικηγόρος Σπυρίδων Ζογκολόπουλος.
[4]. Δε γνωρίζουμε το όνομα της θυγατέρας του. Από δημοσιεύματα του Τύπου γνωρίζουμε ότι παντρεύτηκε και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.
[5]. ΓΑΚ/ΑΝΛ, Μαθητολόγιο Ελληνικού Σχολείου Λαρίσης1885-86, α/α (527/45).
[6]. Νικόλαος Παπαθεοδώρου, «Πώς άνοιξε η οδός Φαρσάλων (Ρούσβελτ)», Ελευθερία (Λάρισα), 5 Αυγούστου 2015.
[7]. Γεώργιος Ζιαζιάς, Η Λάρισα από την απελευθέρωση μέχρι το 1950. Λάρισα 2004, σελ. 108. Ο Ζιαζιάς αναφέρει πως το 1908 κυκλοφόρησε εκ νέου ο «Σάτυρος», αλλά για μικρό χρονικό διάστημα (σελ. 111).
[8]. Όλυμπος (Λάρισα), φ. 139 (27 Οκτωβρίου 1900).