Δεν ήταν κι ό,τι καλύτερο για τους διαβάτες… Να διασχίζουν τη γέφυρα Αλκαζάρ, γνωρίζοντας ότι υπάρχουν νάρκες! Δεκέμβριος 1945 και οι ταμπέλες «προσοχή νάρκες» [1], ένθεν κι ένθεν των πλευρών της γέφυρας, προκαλούσαν σύγκρυο. Ήδη η Λάρισα μετρούσε θύματα, από τον Νοέμβριο του 1944. Κατά τη διάρκεια εργασιών επισκευής της ξύλινης γέφυρας του Πηνειού [2], σκοτώθηκε από έκρηξη νάρκης τεχνίτης ξυλουργός και τραυματίστηκαν ένας αντάρτης και 12χρονο παιδί.
Η Λάρισα ήταν ακόμη βαριά «πληγωμένη» από τις συνέπειες του σεισμού του 1941, του πολέμου και της ναζιστικής κατοχής. Η «Ε» έγραφε σχετικά: «Οι Λαρισαίοι και οι χωρικοί, που περνούν από την γέφυραν, αντί να παύσουν πλέον να αντικρύζουν την πινακίδα με την επιγραφήν «Προσοχή νάρκες», εις το αριστερόν μέρος αυτής, βλέπουν τώρα και δευτέραν πινακίδα. Δεξιά, με τας ιδίας λέξεις. Έτσι, είναι υποχρεωμένοι να περνούν μέσα από πεδίον ναρκών, εις εποχήν απέχουσα πλέον του έτους από της ημέρας της απελευθερώσεως. Όταν σχετικώς, προ καιρού, διεμαρτυρήθη η στήλη αυτή, της εδηλώθη ότι το συνεργείον εκκαθαρίσεως των ναρκών ευρίσκετο εις τα Φάρσαλα και ότι θα ήρχετο και εδώ. Δεν συνεπληρώθη άρα γε το πλήρωμα του χρόνου, ώστε να φθάση από Φαρσάλων εις Λάρισαν; Ή θα έρθη, όταν θρηνήσωμεν θύματα; Να ζητήσωμεν πάλιν από την Α.Σ.Δ. να ενδιαφερθή ή μήπως είναι η υπόμνησις αυτή ενόχλησις; Είναι κρίμα, όμως, να μας κυκλώνουν τοιαύτα φονικά όπλα, ύστερα από τόσους μήνας. Πρέπει αμέσως να απαλλαγώμεν από αυτόν τον περιττόν κίνδυνον». Η πρώτη δημοσίευση από την «Ε» έγινε στις 31 Ιουλίου1945 και επαναλήφθηκε στις 9 Οκτωβρίου 1945, πάλι χωρίς να γίνει κάτι.
Κίνδυνος υπήρχε και τα επόμενα χρόνια. Στις 25 Οκτωβρίου 1947 η «Ε» έγραφε και πάλι: «Πολύς κόσμος συγκεντρώνεται κατά τας ηλιολούστους ημέρας και παρακολουθεί την εκσκαφήν της παλαιάς κοίτης του Πηνειού. Εκατέρωθεν, όμως, της γέφυρας οι Γερμανοί είχαν δημιουργήσει ναρκοπέδια. Δεν εγνώσθη δε, αν αι νάρκαι εξήχθησαν εκείθεν ποτέ. Διά να μη συμβούν δυστυχήματα, καλόν είναι να γίνη μια συστηματική έρευνα από ναρκαλιευτικόν συνεργείον». Αλλά νάρκες υπήρχαν κι αλλού. Περίπου δύο μήνες νωρίτερα, την 1η Σεπτεμβρίου 1947, ο Οργανισμός Υδρεύσεως και Ηλεκτροφωτισμού Λαρίσης (ΟΥΗΛ), με καταχώρησή του στην «Ε» γνωστοποιούσε ότι ο χώρος στις υδραυλικές εγκαταστάσεις (υδατόπυργος) ήταν παγιδευμένος με νάρκες! Καλούσε δε τον κόσμο, να μην πλησιάζει τις εγκαταστάσεις ύδρευσης σε απόσταση 500 μέτρων. Σημειώνεται ότι από τα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση ο χώρος του υδατόπυργου ήταν τόπος εκδρομών των Λαρισαίων. Μάλιστα, τους καλοκαιρινούς μήνες χρησιμοποιούσαν σημεία της όχθης του Πηνειού, ως χώρους κολύμβησης.
Το θέμα των διάσπαρτων ναρκών, βομβών κ.λπ. απασχολούσε για πολύ καιρό την τοπική κοινωνία. Στις 6 Φεβρουαρίου 1951 η ανακοίνωση του Α’ Αστυνομικού Τμήματος Λαρίσης, την οποία υπέγραφε ο διοικητής υπομοίραρχος Αθανάσιος Κρίνης, εφιστούσε την προσοχή του πληθυσμού, για τον κίνδυνο εκρήξεων από νάρκες, βλήματα, χειροβομβίδες κ.λπ., τις οποίες ανύποπτοι ιδιώτες περιεργάζονταν. Τους καλούσε δε, να ειδοποιούν αμέσως τις αστυνομικές αρχές, για να τις περισυλλέγουν. Στις 27 Ιανουαρίου 1954 σχόλιο της «Ε» ανέφερε για τον θάνατο ενός κατοίκου της Ιτέας Γόννων από έκρηξη νάρκης, στην περιοχή της γέφυρας του Πηνειού. Ζητούσε δε να καταστραφεί το ναρκοπέδιο που υπήρχε εκεί ή να περιφραχθεί. Λίγους μήνες μετά [3] το Γενικό Επιτελείο Στρατού ανακοίνωσε την έναρξη εργασιών εκκαθάρισης ναρκοπεδίων ξηράς σε όλη την επικράτεια. Αυτό θα γινόταν από ειδική μονάδα, η οποία είχε συγκροτηθεί ειδικά, τη Διοίκηση Εκκαθαρίσεως Ναρκοπεδίων Ξηράς (ΔΕΝΞ). Ζητούσε δε τη βοήθεια των πολιτών, αν γνωρίζουν την ύπαρξη ναρκών ή ναρκοπεδίων. Σύμφωνα με δημοσίευμα της «Ε», στις 31 Μαΐου 1959, εκδόθηκε εγκύκλιος της Νομαρχίας Λαρίσης προς τους κοινοτάρχες, με παραστατικούς πίνακες, για την αποφυγή των κινδύνων από νάρκες και εγκαταλελειμμένο πολεμικό υλικό.
Το μεγάλο πρόβλημα ανέδειξε εκ νέου η «Ε», με ρεπορτάζ του Α.Χ. (Αλέκου Χατζηευθυμίου) στις 10 Ιουνίου 1959. Αφορμή ήταν η επίδειξη στο «Σπίτι του Στρατιώτου» «περίεργων» αντικειμένων, τα οποία κρύβονταν σε θάμνους και δεν ήταν παρά εκρηκτικά, νάρκες, χειροβομβίδες κ.λπ. Η επίδειξη έγινε αποκλειστικά σε μαθητές. Όπως ανέφερε το ρεπορτάζ, το χρονικό διάστημα 1939-1949 υπήρχαν τοποθετημένες στην Ελλάδα 1.500.000 νάρκες και ήταν γνωστά 2.000 ναρκοπέδια! Μέχρι το 1954 είχαν ξεθαφτεί 200.000 εκρηκτικά μηχανήματα. Η καινούρια μονάδα ΔΕΝΞ μέχρι το 1959 είχε απομακρύνει 130.000 αντιαρματικές νάρκες και 250.000 νάρκες κατά προσωπικού. Είχαν δε αποδοθεί 35.000 στρέμματα καλλιεργήσιμης έκτασης. Ακόμη, όμως, δεν είχε ξεκινήσει η εκκαθάριση στη Θεσσαλία και σε λίγες ακόμα περιοχές. Τα ατυχήματα με παιδιά από διάσπαρτα εκρηκτικά συνεχίζονταν και στις 7 Δεκεμβρίου 1963, μέσω της «Ε» δημοσιοποιήθηκε εγκύκλιος του Υπουργείου Εσωτερικών, για τη διαφώτιση των παιδιών, σχετικά με τους κινδύνους. Παρά τα μέτρα, τα οποία ανακοινώνονταν και τις εκκαθαρίσεις περιοχών, το πρόβλημα εντοπιζόταν και το 1965. Σύμφωνα με δημοσίευμα της «Ε» στις 19 Φεβρουαρίου η Νομαρχία ζήτησε από την 1η Στρατιά νε γίνει εκκαθάριση παλιών ναρκοθετήσεων σε Ραψάνη, Ελασσόνα, Λιβάδι και Δεσκάτη.
Ακόμη και σήμερα, όμως, ανευρίσκονται θαμμένα εκρηκτικά…
—————————————————
[1]. Εφημερίδα «Ελευθερία» Λάρισας, 15 Δεκεμβρίου 1945.
[2]. Εφημερίδα «Αλήθεια» Λάρισας, 17 και 18 Νοεμβρίου 1944 (Αρχείο Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων).
[3]. Εφημερίδα «Ελευθερία» Λάρισας, 23 Ιουνίου 1954.
Προειδοποιήσεις για τις νάρκες
Η είδηση του θανάτου εργαζόμενου στις 17 Νοεμβρίου 1944 (εφημερίδα «Αλήθεια», αρχείο βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων).
Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2025
Βελισσάριος: Η τραγική ιστορία του μεγαλύτερου στρατηγού του Βυζαντίου!
Υπερασπίστηκε με το σπαθί την τιμή της Αυτοκρατορίας τόσο σε Ανατολή όσο και Δύση
Βελισσάριος γεννήθηκε το 505 μ.Χ. στο χωριό Γερμανίκεια της Θράκης και θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους στρατιωτικούς ηγέτες όλων των εποχών.
Όντας ο δεύτερος δυνατότερος άντρας στην Αυτοκρατορία μετά τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό τον οποίο και υπηρετούσε πιστά, υπερασπίστηκε με το σπαθί την τιμή της Αυτοκρατορίας τόσο σε Ανατολή όσο και Δύση.
Όσον αφορά την ελληνική ιστορία, πρόκειται για τον μεγαλύτερο Έλληνα στρατηγό-κατακτητή της που εμφανίστηκε μετά τον Μ. Αλέξανδρο, καθώς αφενός είναι γνωστό κανένας από τους διαδόχους του δεν μπόρεσε ποτέ να συγκριθεί με το μεγάλο στρατηλάτη, ενώ και ο ίδιος ο Πύρρος της Ηπείρου δεν άφησε τελικά στην ιστορία κάποιο μεγάλο κατόρθωμα.
Ο Βελισσάριος όμως, και πρακτικά, πήγε όπου δεν… πρόλαβε να πάει ο Μέγας Αλέξανδρος – δηλαδή στις ακτές της Βόρειας Αφρικής και στην Σικελία και Ιταλία – και κατέκτησε όσα δεν δόθηκε η ευκαιρία στον δεύτερο να κατακτήσει!
Και μάλιστα είναι ο μοναδικός παγκοσμίως που το κατάφερε ακολουθώντας την πορεία που θα ακολουθούσε και ο Αλέξανδρος, δηλαδή από νοτιο-ανατολικά της Μεσογείου προς δυτικά.
Εξάλλου είναι και ένας από τους ελάχιστους στρατηγούς παγκοσμίως που κατέκτησαν τη Ρώμη. Αφού στις 9 Δεκεμβρίου 536 μ.Χ., και μετά την κατάκτηση της Νεάπολης, εισήλθε νικητής στην Αιώνια Πόλη, της οποίας ο πληθυσμός άνοιξε εκουσίως τις πύλες και την ίδια ώρα που οι εξαθλιωμένοι Οστρογότθοι αποχωρούσαν αμαχητί.
Ο Βελισσάριος σε νεαρή ηλικία διορίστηκε από τον ίδιο τον Ιουστινιανό ως “βουκελάριος” στην προσωπική του φρουρά. Μέσα από μια σειρά επιτυχών καταδρομικών επιχειρήσεων των οποίων ηγείτο, κατάφερε γρήγορα να εξελιχθεί στα ανώτερα στρατιωτικά αξιώματα.
Το 529 μ.Χ. ο Βελισσάριος με τον βαθμό του στρατηλάτη της Ανατολής οδήγησε τον Βυζαντινό στρατό στον πόλεμο εναντίον των Περσών, το νεοσύστατο κράτος των οποίων ερχόταν συχνά σε συγκρούσεις με την Αυτοκρατορία.
Αν και αρχικά ηττήθηκε στο οχυρό του Δάρας, τον επόμενο χρόνο ο νεαρός στρατηγός παρά τον μικρότερο αριθμητικά στρατό που κατείχε κατάφερε χάρη στον στρατηγικό του νου να πετύχει μια περήφανη νίκη για την Αυτοκρατορία.
Τα επόμενα χρόνια ο Βελισσάριος κατάφερε μέσα από παράτολμες μάχες να προκαλέσει μεγάλες απώλειες στον Περσικό στρατό μέχρι τον φθινόπωρο του 531 όπου ο Ιουστινιανός τον ανακάλεσε στην Κωνσταντινούπολη.
Στην Κωνσταντινούπολη, η συμβολή του Βελισσαρίου στην καταστολή της Στάσης του Νίκα θα τον καταστήσει έναν από τους πιο έμπιστους συνεργάτες του Αυτοκράτορα, ο οποίος θα του αναθέσει την εκστρατεία εναντίον των Βανδάλων στην Δύση.
Ο Βελισσάριος με τον τίτλο του στρατηγού-αυτοκράτορα ανέλαβε την εκστρατεία εναντίον του Βάνδαλου βασιλιά Γελίμερου. Το 533 στην μάχη στο Δέκιμον νότια της Καρχηδόνας ο Βελισσάριος συνέτριψε τον πολυάριθμο εχθρικό στρατό και εισήλθε θριαμβευτικά στην Καρχηδόνα. Τον ίδιο χρόνο θα αντιμετωπίσει ξανά τον Γελίμερο στην μάχη στο Τρικάμαρον όπου και θα εξολοθρεύσει ολοκληρωτικά τους Βάνδαλους και τους Βέρβερους.
Λίγα χρόνια αργότερα ο Ιουστινιανός εκμεταλλευόμενος την ασταθή πολιτική κατάσταση στην υπό γοτθική κατοχή ιταλική χερσόνησο θα επιδιώξει την προσάρτηση της, στέλνοντας τους στρατηγούς Βελισσάριο και Μούνδο.
Ο Βελισσάριος αποβιβάστηκε στην Καλαβρία το 536 και κατευθύνθηκε βόρεια, ενώ οι ελληνικοί πληθυσμοί της περιοχής τον υποδέχονταν ως απελευθερωτή από τον βαρβαρικό ζυγό των Οστρογότθων.
Ο Βελισσάριος με καταδρομική τακτική θα καταφέρει να εισβάλει στο εσωτερικό της οχυρωμένης πόλης της Νεάπολης και με 400 εμπειροπόλεμους στρατιώτες θα την καταλάβει.
Τον ίδιο χρόνο μέσα από διπλωματικά τεχνάσματα του Ιουστινιανού η αιώνια πόλη η Ρώμη προσαρτάται στην Αυτοκρατορία εγκαταλελειμμένη από τους Οστρογότθους κατακτητές της.
Όμως τον επόμενο χρόνο ο Βελισσάριος είχε να αντιμετωπίσει 150.000 γότθους πολιορκητές της Ρώμης. Ο Βελισσάριος επέβαλε την τάξη στην πανικόβλητη πόλη και κατάφερε με συχνές επιδρομικές επιχειρήσεις να αντέξει μέχρι να έλθουν ενισχύσεις.
Οι μεγάλες νίκες του Βελισσάριου στην Ιταλική χερσόνησο του είχαν δώσει την δυνατότητα να ανακηρυχτεί αυτόνομος βασιλιάς αλλά εκείνος ποτέ δεν έχασε την πίστη του στον Αυτοκράτορα.
Ο Ιουστινιανός θα ανακαλέσει τον Βελισσάριο στην Κωνσταντινούπολη λόγω της εισβολής των Περσών στην ανατολή. Ο Βελισσάριος στάλθηκε ξανά στην ανατολή για να αντιμετωπίσει τους Πέρσες.
Αυτήν την φορά όμως με τεχνάσματα και διπλωματικές κινήσεις κατάφερε να προκαλέσει σύγχυση στα στρατεύματα του Πέρση βασιλιά Χοσρόη και να τους απωθήσει.
Την περίοδο εκείνη ακούστηκαν φήμες για την διεκδίκηση του θρόνου από τον Βελισσάριο, επειδή εκείνος είχε την αμέριστη στήριξη του στρατού. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την φυλάκιση του δαφνοστεφή στρατηγού και την δήμευση της περιουσίας του από την Αυτοκράτειρα Θεοδώρα, επειδή ο Ιουστινιανός είχε προσβληθεί από πανώλη.
Όταν ο Αυτοκράτορας ανάρρωσε και επειδή η κατάσταση στην ιταλική χερσόνησο είχε πάρει άσχημες διαστάσεις, ο Βελισσάριος θα ανακτήσει τον τίτλο του και την περιουσία του.
Ο Βελισσάριος για ακόμη μια φορά κλήθηκε να υπερασπιστεί την αξιοπρέπεια της Αυτοκρατορίας. Στην Ιταλία θα περιορίσει την νέα προέλαση των γότθων όμως η άρνηση του Αυτοκράτορα να του στείλει ενισχύσεις θα τον κάνει να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη και να αποσυρθεί.
Παρά ταύτα η εισβολή στα Βαλκάνια των Κουτριγούρων ενός βαρβαρικού ουννικού φύλου θα καταστήσει τον μεγάλο στρατηγό αναγκαίο. Ο Βελισσάριος χάρη στην στρατηγική του ευφυΐα θα καταφέρει με ολιγάριθμους βετεράνους άντρες να τρέψει σε φυγή τους εισβολείς που απειλούσαν άμεσα την πρωτεύουσα.
Το 561 ο μεγάλος αυτός άνδρας παρά την δόξα που είχε χαρίσει στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία θα κατηγορηθεί για ακόμη μια φορά για απιστία προς το στέμμα.
Οι ένδοξες νίκες του τόσο στην Ανατολή όσο και στην Δύση και ο διπλασιασμός της αυτοκρατορίας δεν θα εμποδίσουν τον Αυτοκράτορα να δημεύσει την περιουσία του και να τον θέσει σε κατ’ οίκον περιορισμό.
Αν και λίγους μήνες αργότερα ο Ιουστινιανός τον αποκατέστησε ύστερα από λίγα χρόνια το 565 ο Βελισσάριος πέθανε, δυστυχώς, χωρίς την τιμή που θα άρμοζε σε έναν τέτοιο στρατηγό.
Ο Βελισσάριος γεννήθηκε το 505 μ.Χ. στο χωριό Γερμανίκεια της Θράκης και θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους στρατιωτικούς ηγέτες όλων των εποχών.
Όντας ο δεύτερος δυνατότερος άντρας στην Αυτοκρατορία μετά τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό τον οποίο και υπηρετούσε πιστά, υπερασπίστηκε με το σπαθί την τιμή της Αυτοκρατορίας τόσο σε Ανατολή όσο και Δύση.
Όσον αφορά την ελληνική ιστορία, πρόκειται για τον μεγαλύτερο Έλληνα στρατηγό-κατακτητή της που εμφανίστηκε μετά τον Μ. Αλέξανδρο, καθώς αφενός είναι γνωστό κανένας από τους διαδόχους του δεν μπόρεσε ποτέ να συγκριθεί με το μεγάλο στρατηλάτη, ενώ και ο ίδιος ο Πύρρος της Ηπείρου δεν άφησε τελικά στην ιστορία κάποιο μεγάλο κατόρθωμα.
Ο Βελισσάριος όμως, και πρακτικά, πήγε όπου δεν… πρόλαβε να πάει ο Μέγας Αλέξανδρος – δηλαδή στις ακτές της Βόρειας Αφρικής και στην Σικελία και Ιταλία – και κατέκτησε όσα δεν δόθηκε η ευκαιρία στον δεύτερο να κατακτήσει!
Και μάλιστα είναι ο μοναδικός παγκοσμίως που το κατάφερε ακολουθώντας την πορεία που θα ακολουθούσε και ο Αλέξανδρος, δηλαδή από νοτιο-ανατολικά της Μεσογείου προς δυτικά.
Εξάλλου είναι και ένας από τους ελάχιστους στρατηγούς παγκοσμίως που κατέκτησαν τη Ρώμη. Αφού στις 9 Δεκεμβρίου 536 μ.Χ., και μετά την κατάκτηση της Νεάπολης, εισήλθε νικητής στην Αιώνια Πόλη, της οποίας ο πληθυσμός άνοιξε εκουσίως τις πύλες και την ίδια ώρα που οι εξαθλιωμένοι Οστρογότθοι αποχωρούσαν αμαχητί.
Ο Βελισσάριος σε νεαρή ηλικία διορίστηκε από τον ίδιο τον Ιουστινιανό ως “βουκελάριος” στην προσωπική του φρουρά. Μέσα από μια σειρά επιτυχών καταδρομικών επιχειρήσεων των οποίων ηγείτο, κατάφερε γρήγορα να εξελιχθεί στα ανώτερα στρατιωτικά αξιώματα.
Το 529 μ.Χ. ο Βελισσάριος με τον βαθμό του στρατηλάτη της Ανατολής οδήγησε τον Βυζαντινό στρατό στον πόλεμο εναντίον των Περσών, το νεοσύστατο κράτος των οποίων ερχόταν συχνά σε συγκρούσεις με την Αυτοκρατορία.
Αν και αρχικά ηττήθηκε στο οχυρό του Δάρας, τον επόμενο χρόνο ο νεαρός στρατηγός παρά τον μικρότερο αριθμητικά στρατό που κατείχε κατάφερε χάρη στον στρατηγικό του νου να πετύχει μια περήφανη νίκη για την Αυτοκρατορία.
Τα επόμενα χρόνια ο Βελισσάριος κατάφερε μέσα από παράτολμες μάχες να προκαλέσει μεγάλες απώλειες στον Περσικό στρατό μέχρι τον φθινόπωρο του 531 όπου ο Ιουστινιανός τον ανακάλεσε στην Κωνσταντινούπολη.
Στην Κωνσταντινούπολη, η συμβολή του Βελισσαρίου στην καταστολή της Στάσης του Νίκα θα τον καταστήσει έναν από τους πιο έμπιστους συνεργάτες του Αυτοκράτορα, ο οποίος θα του αναθέσει την εκστρατεία εναντίον των Βανδάλων στην Δύση.
Ο Βελισσάριος με τον τίτλο του στρατηγού-αυτοκράτορα ανέλαβε την εκστρατεία εναντίον του Βάνδαλου βασιλιά Γελίμερου. Το 533 στην μάχη στο Δέκιμον νότια της Καρχηδόνας ο Βελισσάριος συνέτριψε τον πολυάριθμο εχθρικό στρατό και εισήλθε θριαμβευτικά στην Καρχηδόνα. Τον ίδιο χρόνο θα αντιμετωπίσει ξανά τον Γελίμερο στην μάχη στο Τρικάμαρον όπου και θα εξολοθρεύσει ολοκληρωτικά τους Βάνδαλους και τους Βέρβερους.
Λίγα χρόνια αργότερα ο Ιουστινιανός εκμεταλλευόμενος την ασταθή πολιτική κατάσταση στην υπό γοτθική κατοχή ιταλική χερσόνησο θα επιδιώξει την προσάρτηση της, στέλνοντας τους στρατηγούς Βελισσάριο και Μούνδο.
Ο Βελισσάριος αποβιβάστηκε στην Καλαβρία το 536 και κατευθύνθηκε βόρεια, ενώ οι ελληνικοί πληθυσμοί της περιοχής τον υποδέχονταν ως απελευθερωτή από τον βαρβαρικό ζυγό των Οστρογότθων.
Ο Βελισσάριος με καταδρομική τακτική θα καταφέρει να εισβάλει στο εσωτερικό της οχυρωμένης πόλης της Νεάπολης και με 400 εμπειροπόλεμους στρατιώτες θα την καταλάβει.
Τον ίδιο χρόνο μέσα από διπλωματικά τεχνάσματα του Ιουστινιανού η αιώνια πόλη η Ρώμη προσαρτάται στην Αυτοκρατορία εγκαταλελειμμένη από τους Οστρογότθους κατακτητές της.
Όμως τον επόμενο χρόνο ο Βελισσάριος είχε να αντιμετωπίσει 150.000 γότθους πολιορκητές της Ρώμης. Ο Βελισσάριος επέβαλε την τάξη στην πανικόβλητη πόλη και κατάφερε με συχνές επιδρομικές επιχειρήσεις να αντέξει μέχρι να έλθουν ενισχύσεις.
Οι μεγάλες νίκες του Βελισσάριου στην Ιταλική χερσόνησο του είχαν δώσει την δυνατότητα να ανακηρυχτεί αυτόνομος βασιλιάς αλλά εκείνος ποτέ δεν έχασε την πίστη του στον Αυτοκράτορα.
Ο Ιουστινιανός θα ανακαλέσει τον Βελισσάριο στην Κωνσταντινούπολη λόγω της εισβολής των Περσών στην ανατολή. Ο Βελισσάριος στάλθηκε ξανά στην ανατολή για να αντιμετωπίσει τους Πέρσες.
Αυτήν την φορά όμως με τεχνάσματα και διπλωματικές κινήσεις κατάφερε να προκαλέσει σύγχυση στα στρατεύματα του Πέρση βασιλιά Χοσρόη και να τους απωθήσει.
Την περίοδο εκείνη ακούστηκαν φήμες για την διεκδίκηση του θρόνου από τον Βελισσάριο, επειδή εκείνος είχε την αμέριστη στήριξη του στρατού. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την φυλάκιση του δαφνοστεφή στρατηγού και την δήμευση της περιουσίας του από την Αυτοκράτειρα Θεοδώρα, επειδή ο Ιουστινιανός είχε προσβληθεί από πανώλη.
Όταν ο Αυτοκράτορας ανάρρωσε και επειδή η κατάσταση στην ιταλική χερσόνησο είχε πάρει άσχημες διαστάσεις, ο Βελισσάριος θα ανακτήσει τον τίτλο του και την περιουσία του.
Ο Βελισσάριος για ακόμη μια φορά κλήθηκε να υπερασπιστεί την αξιοπρέπεια της Αυτοκρατορίας. Στην Ιταλία θα περιορίσει την νέα προέλαση των γότθων όμως η άρνηση του Αυτοκράτορα να του στείλει ενισχύσεις θα τον κάνει να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη και να αποσυρθεί.
Παρά ταύτα η εισβολή στα Βαλκάνια των Κουτριγούρων ενός βαρβαρικού ουννικού φύλου θα καταστήσει τον μεγάλο στρατηγό αναγκαίο. Ο Βελισσάριος χάρη στην στρατηγική του ευφυΐα θα καταφέρει με ολιγάριθμους βετεράνους άντρες να τρέψει σε φυγή τους εισβολείς που απειλούσαν άμεσα την πρωτεύουσα.
Το 561 ο μεγάλος αυτός άνδρας παρά την δόξα που είχε χαρίσει στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία θα κατηγορηθεί για ακόμη μια φορά για απιστία προς το στέμμα.
Οι ένδοξες νίκες του τόσο στην Ανατολή όσο και στην Δύση και ο διπλασιασμός της αυτοκρατορίας δεν θα εμποδίσουν τον Αυτοκράτορα να δημεύσει την περιουσία του και να τον θέσει σε κατ’ οίκον περιορισμό.
Αν και λίγους μήνες αργότερα ο Ιουστινιανός τον αποκατέστησε ύστερα από λίγα χρόνια το 565 ο Βελισσάριος πέθανε, δυστυχώς, χωρίς την τιμή που θα άρμοζε σε έναν τέτοιο στρατηγό.
Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2025
«Νοσταλγώντας την παλιά Λάρισα – Τόπος και μνήμη ή μνήμη δίχως τόπο…»
Γράφει ο Θωμάς Κυριάκος
“Ἡ Λάρισα ήταν τότε μια μικρή επαρχιακή πολιτεία χωρίς ρυμοτομία, χωρίς δρόμους, όλο στενοσόκακα, πολλές φορές δαιδαλώδη καί πάρα πολλά τούρκικα σπίτια, ὅλα μέ «τσατμάδες», ξύλινα ἐρείσματα στούς τοίχους μέ λάσπη, δηλαδή μια μάλτα πού τή δούλευαν με ἄχυρα κάνοντας λασπότουβλα. Τά πιό πολλά δίπατα, τά τούρκικα, μέ προεξοχές και παράθυρα μέ καφάσια. Πίσω ἀπό τά καφασωτά παράθυρα κάθονταν οἱ Τουρκάλες και σεργιανοῦσαν τή γειτονιά ἤ παρακολουθοῦσαν ἀποχαυνωμένες ἀπό τή ζέστη τούς ἄνδρες πού περνοῦσαν, οἱ περισσότεροι μέ κόκκινα φέσια, μέ μακριά, μαύρη φούντα και οἱ φτωχότεροι φοροῦσαν ἕναμαῦρο ή κόκκινο καλπάκι κι ἀκόμα οἱ πιό φτωχοί ἔδεναν γύρω ἀπό τό κεφάλι τους ἕνα ἄσπρο λερό πανί.
Ήταν ὅμως καί σπίτια ἑλληνικά δίπατα κυρίως νεοελληνικοῦ ρυθμοῦ, μέ φαρδιά μπαλκόνια στηριγμένα σε μαρμαρόγλυπτα φουρούσια με σκαλισμένες πόρτες πού ἀνέβαινες να τις ἀνοίξεις από φαρδιές μαρμάρινες σκάλες. Τα σπίτια ἦταν κι αὐτά δίπατα και στον πρῶτο ὄροφο οἱ κρεβατοκάμαρες, σπίτια βαμμένα ἄσπρα με κόκκινα κεραμίδια, τριγυρισμένα μπρός πίσω μέ ψηλά δέντρα, κυρίως πεῦκα καί κουκουναριές, και φιλύρες ἀκόμα και πλατάνια καί σ’ ὅλα τά παράθυρα σειρά τά κόκκινα γεράνια, γαρδένιες και ἁγιόκλημα δίπλα ἀπό τίς σκάλες και μοσχοβολοῦσε ὅλη ἡ γειτονιά. Και τά μονώροφα, ἦταν πολλά μονώροφα, κάτω εἶχαν ἕνα ὑπόγειο και τά φτωχότερα, ἀκόμα και οἱ προσφυγικές παράγκες, ὅλα εἶχαν αὐλές μέ πολλά λουλούδια, πολλά φτωχολούλουδα, μυριστικά, βασιλικό κι ἁγιόκλημα, πετούνιες και νυχτολούλουδα.
Το καλοκαίρι, μόλις ἔπεφτε ὁ ἥλιος, οἱ νοικοκυρές ἤ οἱ ὑπηρέτριες πότιζαν τις αυλές, ὅλα τά λουλουδάκια ξαναζωντάνευαν ἔπειτα ἀπό τήν κάψα τῆς καλοκαιριάτικης ἡμέρας κι ὅλη ἡ πόλη, ἀλήθεια πόσο μικρή ήταν τότε, ἀνάσαινε δροσιά και μυρωδιές από λουλούδια. Κι ἦταν ὄμορφα τα βράδια με τά ἀστέρια να λάμπουν στον οὐρανό και τή δροσερή εὐωδιά των κήπων. Οἱ δρόμοι ἦταν λασπόδρομοι, ὅταν ἔβρεχε κι ἔβρεχε πολύ σ’ αυτή τήν πόλη, ὅλο ἔβρεχε,ἡ γιαγιά μου ἔλεγε «ἄρχισε πάλι το τσάρτσάρ», καί τότε ἦταν ὅλα γκρίζα σ’ αυτή τήν πόλη, ἦταν ὅλα μια ἀπελπισία σ’ αὐτή τήν πόλη, μιά πλήξη και μιά στένωση ἦταν σ’ αὐτή την πόλη. Τά μαγαζιά ἦταν ὅλα χαμηλά, τούρκικα μαγαζιά κι ἑβραίικα και ἑλληνικά μαγαζιά, ἐλάχιστα μαγαζιά τῆς Ἑρμοῦ ἦταν πιό καλά, ὄχι ὅμως πολύ καλά, μέσα τους εἶχαν πατικωμένο παλιό ἐμπόρευμα από μεταξωτά…” αναφέρει ο Μάκης Λαχανάς στο βιβλίο του “η Πόλις”, δείγμα της ανθρωπογεωγραφίας της Λάρισας πριν από περίπου έναν αιώνα [1].
Τόπος: ο γεωγραφικός χώρος όπου ζούμε, κινούμαστε, που αποκτά ιστορία, υπόσταση, συνδέεται με προσωπικά βιώματα και αποτελεί κομμάτι της ζωής μας.
Μνήμη: το σύνολο των αναμνήσεων, των πληροφοριών, των “εγγραφών” που αποθηκεύονται στο ασυνείδητο του ανθρώπου.
Όταν κάποιος θέλει να αναφερθεί στη Λάρισα, δεν μπορεί να προσεγγίσει το σήμερα αν δεν κάνει μια σύντομη αναφορά στο παρελθόν της. Ζούμε σε μία από τις αρχαιότερες και μάλιστα αδιαλείπτως κατοικούμενες πόλεις στον ελληνικό χώρο, όπως αναφέρει ο Δρ. Αρχαιολόγος Θεόδωρος Παλιούγκας στο νέο του βιβλίο «Συμβολές στην τοπογραφία και αρχαιολογία της Πελασγίδος Λάρισας”.
Η Λάρισα είναι μια πόλη που μετρά 143 χρόνια ελευθερίας από τον Τουρκικό ζυγό, μια πόλη που δεν υπήρξε ποτέ χωριό, αλλά σημαντικό διοικητικό, εμπορικό και αστικό κέντρο, ακόμη και στην περίοδο της μακρόχρονης Οθωμανικής σκλαβιάς. Μια πόλη που τα τελευταία 200 χρόνια γνώρισε τόσους πολέμους, αναταραχές, διαφορετικούς πληθυσμούς και τόσες μεταβολές.
Κεντρική πλατεία βορειοδυτική πλευρά, η ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (αριστερά), το ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ «ΟΛΥΜΠΟΣ» (στο μέσο) και το ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ «ΤΟ ΣΤΕΜΜΑ» (δεξιά), δεκαετία 1920, Φρ. ΚαλουτάςΒορειοανατολική πλευρά κεντρικής πλατείας, το Μέγαρο Χατζημέτου (αριστερά) και το Ξενοδοχείο ΟΛΥΜΠΙΟΝ (δεξιά), 1939Η Ανατολική πλευρά της κεντρικής πλατείας, οδός Μεγ. Αλεξάνδρου, Στεφ. Στουρνάρας , 1907Η νοτιοδυτική πλευρά της πλατείας, το ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ «ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ» (αριστερά), το Μέγαρο Γεωργίου Νικόδημου (στο μέσο) εκεί που βρίσκεται σήμερα το Δημαρχείο της πόλης και το Μέγαρο Νικολάου Καρανίκα (δεξιά), 1930 περίπουΟδός Βενιζέλου & Παπαναστασίου, άποψη της πόλης από το Ρολόι, 1930Οδός Βενιζέλου με Ηφαίστου, εκδότης Γ. Δημητρακόπουλος, 1930 περίπουΛόφος Ακροπόλεως & η παλιά γέφυρα του Πηνειού, Εκδόσεις Παρασκευόπουλου, 1920 περίπουΟδός Βενιζέλου, κτίριο Ανακτόρων, Στεφ. Στουρνάρας, 1910Άποψη της συνοικίας του Αγ. Νικολάου, δεξιά τμήμα της οικίας Καπετάνου, 1930 περίπου, αρχείο ΜαρκίδηΗ οδός 23ης Οκτωβρίου. Δεξιά το Μεγάλο Κονάκι (Σαράϊ), 1933, αρχείο Α. Αθανασόπουλου.Μύλος του Παππά, αρχές 1900, Αρχείο Nicholson Museum, φωτογράφος William J Woodhouse
Σημαδεύτηκε έντονα από βομβαρδισμούς, όπως του Δεκεμβρίου του 1940 και του Μαρτίου του 1941, την επόμενη ακριβώς ημέρα από τον καταστροφικό σεισμό των 6,3 ρίχτερ της 1ης Μαρτίου, αρχικά από τους Ιταλούς και στη συνέχεια από τους Γερμανούς, ενώ ο σεισμός της 1ης Μαρτίου άφησε κι αυτός ανεξίτηλα τα σημάδια του στην πόλη.
Η νοτιοδυτική πλευρά της Κεντρικής πλατείας, Ίούνιος 1941, Αρχείο ΜήτουΟδός Ερμού, αρχείο Μήτου, Μάιος 1941Οδός Ολύμπου, η Δημοτική Αγορά, στο βάθος το σπίτι του δημάρχουΜιχ. Σάπκα, Μάιος 1941
Μια κατεστραμμένη πόλη βρήκαν οι πελαργοί, μόνιμοι επισκέπτες της Λάρισας, την Άνοιξη του 1941. Ίδια εικόνα αντίκρισαν και αποτύπωσαν φωτογραφικά οι Γερμανοί κατακτητές, κατά την είσοδο τους στην άδεια πόλη την Μεγάλη Παρασκευή. Χαλάσματα παντού, ερείπια, εκεί που μέχρι πριν λίγες βδομάδες έστεκαν σπίτια, ξενοδοχεία, καταστήματα, όπως και ελάχιστους κατοίκους, που αμήχανα παρατηρούσαν τον πολυάριθμο στρατό, με τα θηριώδη τανκς να κατακτούν μια έρημη πόλη.
Λάρισα Καταστροφές. Τοπογραφικό διάγραμμα όπου σημειώνονται με μαύρο χρώμα τα κτίρια που έχουν καταστραφεί ολοσχερώς, με πράσινο χρώμα όσα έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές και με κίτρινο όσα είναι άθικτα. Από το βιβλίο «AΙ ΘΥΣΙAΙ ΤΗΣ ΕΛΛAΔΟΣ ΣΤΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟ ΠAΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ» εκδόσεις ΑΣΠΙΩΤΗ-ΕΛΚΑ, 1945.
Μεταβολές, άλλοτε βίαιες και άλλοτε ηθελημένες, μέσω της αντιπαροχής που ακολούθησε, από τη δεκαετία του ’60 και μετά, συνετέλεσαν στην αλλαγή της εικόνας της, και την μετεξέλιξή της στην μορφή που έχει η πόλη μας τα τελευταία χρόνια. Παρατηρώντας παλιές φωτογραφίες της Λάρισας, στον κεντρικό τομέα δέσποζαν κυρίως νεοκλασικά κτίρια, με ιδιαίτερα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά. Ήταν διώροφα, όπως το παλιό κτίριο της Εθνικής Τράπεζας, το Μέγαρο Χατζημέτου (Λέσχη Ασλάνη), το Μέγαρο Καρανίκα, το ξενοδοχείο «Πανελλήνιον», το Μέγαρο Σκαλιώρα, το κτίριο Οικονόμου-Φαληρέα κ.α.
Οδός Πατρόκλου & Ρούσβελτ, Οικία Σκαλιώρα (σήμερα βρίσκεται το Στρατοδικείο της Λάρισας), αρχείο Αλεξ. Γρηγορίου, 1897Οδός Μανωλάκη, κτίριο Οικονόμου-Φαληρέα.
Εκτός από τα νεοκλασικά υπήρχαν σπίτια χτισμένα, άλλα με εμφανή τουβλάκια, χωρίς ιδιαίτερα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά, πιο λαϊκά σπίτια και άλλα με ημικυκλικά μπαλκόνια, περίτεχνες εξώθυρες με κυκλικούς φεγγίτες στο πλάι και σκοτίες σε σημεία της όψης, χαρακτηριστικά της Art Deco και της αρχιτεκτονικής του μεσοπολέμου. Όλα αυτά τα στοιχεία είχαν έναν κοινό παρανομαστή, τον αρχιτέκτονα Ελευθέριο Κολονέλο και τις επιρροές του στην μεταπολεμική αρχιτεκτονική σε αρκετά κτίρια της Λάρισας [2]. Ενώ, οι εκτός κέντρου κατοικίες ήταν συνήθως ισόγειες ή υπερυψωμένες με υπόγεια και ακολουθούσαν τις ανάγκες στέγασης των ιδιοκτητών.
Οδός Σολωμού 3 και Δροσίνη, κτισμένο στις αρχές του 1900 περίπουΟδός Βενιζέλου μέγαρο Αλεξάνδρου του 1930Οδός Ίωνος Δραγούμη τέως ΑΤΕ, του 1939Οδός Μανωλάκη & Ηφαίστου, του 1930 περίπουΟδός Ταγμ. Βελισσαρίου 16, 1920/30Οδός Χρυσοστόμου, Ταμπάκικα, 1920 περίπουΟδός 31ης Αυγούστου, του 1920/30Οδός Κίρκης & Ναυαρίνου, του 1930 περίπου.Οδός Μάρκου Μπότσαρη 3, αρχιτέκτων Ελεύθεριος Κολονέλος, 1937/8 περίπουΟδός Τζαβέλλα 55, αρχιτέκτων Ελεύθεριος Κολονέλος, προς κατεδάφισηΟδός Κούμα, οικία Τζενάκη, αρχιτέκτων Ελεύθεριος Κολονέλος
Σπίτια λιτά, χωρίς υπερβολές. Όπως η ισόγεια κατοικία της οδού Αργυροκάστρου, κτισμένη στα τέλη του 1920 με αρχές του 1930, αποτελούσε ένα από τα τελευταία πέντε με έξι προπολεμικά σπίτια της περιοχής [3]. Δείγμα λαϊκής αρχιτεκτονικής εκείνης της περιόδου.
Οδός Αργυροκάστρου 12, συνοικία Αγίου Αντωνίου, 1930 περίπου
Στα μάτια μου αυτή η κατοικία συμβολίζει μια ολόκληρη γενιά που έζησε και μεγάλωσε σε σπίτια χαμηλά, με αυλές και λουλούδια, ονειρεύτηκε ένα καλύτερο μέλλον. Κατοικία που είχε προδιαγεγραμμένη κατάληξη μετά την αποδημία των ιδιοκτητών. Κατεδαφίστηκε πριν από 2 χρόνια περίπου και στη θέση της κτίστηκε μια νέα πολυκατοικία. Δυστυχώς οι κατεδαφίσεις είναι ένα φαινόμενο που αυξάνεται ραγδαία τα τελευταία χρόνια αλλάζοντας την ιστορία της πόλης και το αστικό αποτύπωμα της στο χρόνο.
Σήμερα, η πόλη μας, με πληθυσμό πάνω από 220.000 κατοίκους, μετρά μόνο 17 κτίσματα χαρακτηρισμένα ως διατηρητέα. Σύμφωνα με τον Πρόεδρο του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων Λάρισας κο Νέστορα Κανέλλο θα έπρεπε να έχουμε τουλάχιστον 30 [4]. Αν αναλογιστεί κανείς ότι το Ηράκλειο Κρήτης, με πληθυσμό παραπλήσιο με τον δικό μας έχει πάνω από 80 και ο γειτονικός Βόλος πάνω από 50, έχοντας αποκαταστήσει τα 28 εξ αυτών.
Τα Διατηρητέα της Λάρισας είναι:
1. Ο Μύλος του Παππά
2.Η Αβερώφειος Γεωργική Σχολή
3.Το νεοκλασικό κτίριο Οικονόμου-Φαληρέα, στην οδό Μανωλάκη
4. Η Πυριτιδαποθήκη, το σημερινό Μουσείο Εθνικής Αντίστασης
5. Τα παλιά Σφαγεία στην οδό Αεροδρομίου, εκεί που λειτουργεί
σήμερα ΚΕΠ και τοΔημοτικό Ραδιόφωνο
6. Το Γενί Τζαμί
7. Το κινηματοθέατρο «ΠΑΛΛΑΣ»
8. Το οθωμανικό κτίσμα ή οικία Γερολυμάτου στην οδό Σεφέρη.
12. Το «Μουσών» στην οδό Παλαιστίνης, μελλοντικό Μουσείο Πόλης.
13. Το κονάκι Αβέρωφ στη Νέα Πολιτεία.
14. Οικία Ριζόπουλου στην οδό 25ης Μαρτίου
15. 31ης Αυγούστου και 25ης Μαρτίου
16. 31ης Αυγούστου και Λορέντζου Μαβίλη, το 1ο από τα «Δίδυμα»
17. 31ης Αυγούστου και Λορέντζου Μαβίλη, το 2ο από τα «Δίδυμα»
Ενώ στην πορεία του χρόνου υπήρξαν αποχαρακτηρισμοί και κατεδαφίσεις, παρά τις τότε προσπάθειες του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων, αλλά και κάποιων ευαισθητοποιημένων πολιτών, κτιρίων όπως της οικίας Καραστέργιου, του κτιρίου του ΟΥΗΛ, του καφενείου των Βλάχων, του καφενείου Νέος Κόσμος, της οικίας Τριπουλά-Λάμπρου, της παλιάς Δημοτικής Αγοράς και άλλων…
Οδός 31ης Αυγούστου «δίδυμα σπίτια», του 1920/30Οδός Παλαιστίνης & Φαρμακίδου κτίριο ΜΟΥΣΩΝ, αρχιτέκτων Μακ Ρουμπέν, 1930Οδός Κούμα, κινηματοθέατρο ΠΑΛΛΑΣ, αρχιτέκτων Ελεύθεριος Κολονέλος, 1936Οδός 25ης Μαρτίου οικία Ριζοπούλου, 1920/30Οδός Σεφέρη, οικία Γερολυμάτου, πριν το 1880Οδός Μεγ. Αλεξάνδρου, καφενείο «ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ», κτίσμα των αρχών του 1900, φωτογράφος Βαγγέλης Ρηγόπουλος, κατεδαφίστηκε το 1990 περίπουΟδός Ηφαίστου & Κενταύρων, το καφενείο των Βλάχων, φωτογράφος Βαγγέλης Ρηγόπουλος, του 1920/30, κατεδαφίστηκε το 2013Οδός Γρηγορίου Ε’ & Ροΐδου, οικία Μαρκίδη, 1880/90, κατεδαφίστηκε το 2005/6 περίπουΟδός Παναγούλη & Παπακυριαζή, οικία Καραστέργιου, κατεδαφίστηκε το 1998.Οδός Ανθ. Γαζή & Κουμουνδούρου, Κτίριο ΟΥΗΛ, του 1928/30, κατεδαφίστηκε το 2001, αρχείο Χρ. ΤσόκανουΟδός Ζαρμάνη, οθωμανικό κτίσμα, του 19ου αιώνα, κατεδαφίστηκε το 2020/21.Οδός Ρούσβελτ & Μανδηλαρά, οικία Τριπουλά-Λάμπρου, αρχείο Κ. Σπανού, κατεδαφίστηκε στα μέσα της δεκατίας του 1990.
Δυστυχώς η Λάρισα δεν έχει δωρητές με ευαισθησίες, που θα βοηθούσαν έμπρακτα στην διατήρηση και την αποκατάσταση παλιών εμβληματικών ή ιστορικών κτιρίων, όπως άλλες πόλεις. Θα αναφερθώ σε παραδείγματα τριών πόλεων μικρότερων από τη Λάρισα. Στο Ηράκλειο Κρήτης, στη Δράμα και στα γειτονικά Φάρσαλα.
Στο Ηράκλειο η αρχαιολόγος κα Μαρία Λυριτζάκη αγόρασε, δώρισε και ανέλαβε και το κόστος αποκατάστασης του ιστορικού κτιρίου, το οποίο θα παραδοθεί στα χέρια του Δήμου Ηρακλείου με το κλειδί στο χέρι για να στεγαστεί το Ωδείο της πόλης. Μια αγορά που ξεπέρασε τις 520.000 ευρώ [5]. Το κτίριο κρίθηκε διατηρητέο το 1964 και μέσα σε αυτό, στο ισόγειο του, υπάρχει τμήμα του ναού του Αγίου Παύλου του Τάγματος των Σερβιτών, που χρονολογείται από το 1501. Στη συνέχεια ο ναός “μεταφέρθηκε” στο τάγμα των Δομινικανών, πριν γίνει κατοικία από τους Τούρκους κατακτητές.
Από το αρχείο της ιστοσελίδας Cretalive.gr
Η Οικογένεια Λεμονάκη, με ενασχόληση τις Τουριστικές Επιχειρήσεις, δημιουργεί έναν αρχοντικό ξενώνα, ο οποίος πρόκειται να λειτουργήσει προς το τέλος του 2024, το γνωστό στους Ηρακλειώτες ως κονάκι του μπέη Σεκεριά [6]. Το Κονάκι Μπέη Σεκεριά είναι ένα εξαιρετικό δείγμα Βαλκανικής αρχιτεκτονικής με σαφείς νεοκλασικές επιρροές που χρονολογείται πριν το 1893.
Το κονάκι του μπέη Σεκεριά. Φωτογραφία: Wikipedia.org
Ενώ το παράρτημα του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος στεγάζεται σε ένα αρχοντικό του 1920 περίπου.
Έχοντας περπατήσει αρκετά στο Ηράκλειο, σε μια πόλη με πάνω από 80 διατηρητέα όπως προανέφερα, διαφορετικών χρονικών περιόδων και επιρροών, που ξεκινούν από την περίοδο της Ενετικής παρουσίας, την Οθωμανική κατοχή του νησιού και ασφαλώς από την περίοδο της προσάρτησής της στο Ελληνικό κράτος στις αρχές του 1910, εντυπωσιάζομαι κάθε φορά από τον αστικό της πλούτο.
Στη Δράμα, χάρη στο μεράκι και στην αγάπη τους για τον πολιτισμό και την πόλη τους, δύο επιχειρηματίες αγόρασαν και αποκατέστησαν δύο σημαντικά κτίρια της πόλης. Το κτιριακό συγκρότημα της οικίας, γνωστή σήμερα ως Μαρμάρινο Σπίτι, της καπναποθήκης Αναστασιάδη, κτισμένα το 1875, από την Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία Κύκλωψ, του Δραμινού εφοπλιστή Άρη Θεοδωρίδη. Εκεί θα λειτουργήσει ένα από τα καλύτερα οργανωμένα και πιο σύγχρονα μουσεία φωτογραφίας και φωτογραφικών μηχανών στην Ελλάδα, ίσως και σε ολόκληρη την νοτιοανατολική Ευρώπη, όπου θα εκτεθεί η προσωπική συλλογή του κ. Θεοδωρίδη με πάνω από 1.500 φωτογραφικές μηχανές από τον 19ο αιώνα έως και πρόσφατα [7].
Δεύτερη περίπτωση το παράδειγμα του Κώστα Αποστολίδη, ιδιοκτήτη της εταιρείας Raycap, που έφυγε από τη ζωή πριν από μερικούς μήνες, τον Φεβρουάριο του 2024. Ο Δραμινός επιχειρηματίας και ευεργέτης της Δράμας το 2012 αποκατέστησε το Σαντιρβάν τζαμί, ένα από τα υπέροχα σπαράγματα της οθωμανικής περιόδου στη Δράμα. Απαλλοτρίωσε δυο πολυκατοικίες, που είχαν κτιστεί μέσα στον περιβάλλοντα χώρο του τεμένους, τις κατεδάφισε και σταδιακά το μεταμόρφωσε σε χώρο πολιτισμού σε συνεργασία με το Μουσείο Μπενάκη [8].
Στο Πολυνέρι Φαρσάλων ο σημαντικός ακαδημαϊκός, καθηγητής και διπλωμάτης Δρ. Παναγιώτης Κυζερίδης αγόρασε από τους τελευταίους ιδιοκτήτες του το παλιό «Κονάκι Χαροκόπου» σε ερειπιώδη κατάσταση και το αποκατέστησε πλήρως. Το «Κονάκι» ήταν ένα από τα έξι μεγάλα τσιφλίκια που αγόρασε ο Παναγής Χαροκόπος όταν έφθασε στην απελευθερωμένη από τους Οθωμανούς Θεσσαλία, μετά την απελευθέρωσή της το 1881. Χτίστηκε το 1585 από Βενετσιάνους και στη συνέχεια το πήραν οι Τούρκοι μπέηδες και πασάδες, μέχρι την Απελευθέρωση της Ελλάδας. Αποτελεί αξιόλογο και αντιπροσωπευτικό δείγμα τσιφλικόσπιτου, όπως αυτά διαμορφώθηκαν στις αρχές του αιώνα που πέρασε στη Θεσσαλία και το οποίο είναι συνδεδεμένο με τον αγώνα των κολίγων της Θεσσαλίας για δικαιότερη κατανομή της γης. Σημείο αναφοράς για τους κατοίκους της περιοχής και όχι μόνον [9].
Ο Πύργος Κυζερίδη. Φωτογραφικό αρχείο ιστοσελίδας ifarsala.gr
Τέτοια φωτεινά παραδείγματα, δυστυχώς, λείπουν από την πόλη μας. Ανθρώπων με ευαισθησία, διάθεση προσφοράς και ανταπόδοσης στον γενέθλιο τόπο τους. Μακάρι να βρισκόταν ένας Λαρισαίος ευπατρίδης να αγόραζε και να αποκαθιστούσε π.χ. τον «Πύργο Χαροκόπου» στη Γιαννούλη, τον δικό μας «Πύργο». Πόσο σημαντική εξέλιξη θα ήταν για την ιστορική μνήμη.
Τόπος και μνήμη λοιπόν, δύο έννοιες άμεσα συνδεδεμένες μεταξύ τους. Συνδεδεμένες με τις γειτονιές που μεγαλώσαμε, τα σχολεία που περάσαμε τα μαθητικά μας χρόνια, τα πάρκα και τις πλατείες της πόλης που κάναμε βόλτες, διάφορα γεγονότα, παιδικούς έρωτες, σκασιαρχεία, εκδρομές, απώλειες. Όλα συνδεδεμένα με κάποιο σημείο.
Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην περιοχή του Αγίου Νικολάου. Ένα από τα σημερινά πολυσύχναστα σημεία της πόλης είναι η οδός Παπαναστασίου με Ηρώων Πολυτεχνείου. Εκεί είναι το πατρικό μου, ένα διαμέρισμα μιας πολυκατοικίας κτισμένης το 1969, που περιτριγυριζόταν κυρίως από παλιές προπολεμικές κατοικίες, όσες άντεξαν το σεισμό του ’41 και τους βομβαρδισμούς εκείνης της περιόδου, αλλά και αρκετές της δεκαετίας του 50/60. Οι μνήμες μου είναι γεμάτες από σπίτια με αυλές, γεμάτες λουλούδια, κληματαριές, που πρόσφεραν τη σκιά τους στους ενοίκους της και ελάχιστα αυτοκίνητα. Στενά όπως η Παπάγου, η Μουρούζη, η Σούτσου ή ο χωματόδρομος της Ροΐδου ήταν γεμάτες από παιδιά, που έπαιζαν ακόμη και ποδόσφαιρο στην οδό Παπαναστασίου, τότε Βασιλίσσης Σοφίας, χωρίς το φόβο να τα χτυπήσει κάποιο αυτοκίνητο, γιατί τα αυτοκίνητα τη δεκαετία του ’70 ήταν ελάχιστα και η κυκλοφοριακή κίνηση μηδαμινή. Εκεί ήταν τα όρια της πόλης. Τότε άρχισε να ξεφυτρώνει η συνοικία της Νεράιδας, ενώ τα κτήματα του Αβέρωφ, που έφταναν έως τα όρια της συνοικίας του Αγίου Νικολάου, δεν είχαν ακόμη οικοδομηθεί. Σήμερα, αν κάποιος νέος επισκέπτης της πόλης μας διασχίσει την οδό Παπαναστασίου, το μοναδικό απομεινάρι του παρελθόντος που θα αντικρίσει είναι το Α΄ Αρχαίο Θέατρο, μια και πέρυσι, την 1ηΜαρτίου του 2023, φροντίσαμε το τελευταίο προπολεμικό κτίσμα ολόκληρης της οδού Παπαναστασίου και της συνοικίας του Αγίου Νικολάου, η οικία Καπετάνου να κατεδαφιστεί.
«Στη Λάρισα συμβαίνει το εξής παράδοξο. Είναι μια πόλη που ενώ αλλάζει ταυτότητα και ανεβαίνει κατηγορία, αφήνει τη νεότερη κληρονομιά της να χάνεται.
Απογοήτευση προκαλεί η μη κήρυξη ως διατηρητέου μνημείου της διώροφης γωνιακής οικίας Καπετάνου, στο κέντρο της Λάρισας, στην οδό Παπαναστασίου και Γρηγορίου Ε΄, απέναντι από τον ναό του Αγίου Νικολάου. Είναι ένα γοητευτικό σπίτι, από τα ελάχιστα που έχουν απομείνει στη Λάρισα, το οποίο με απόφαση του ΥΠΠΟΑ δεν χαρακτηρίζεται, με αιτιολογία διατυπωμένη με την ξύλινη γλώσσα της γραφειοκρατίας και εμφανή απουσία γνώσης για την πόλη της Λάρισας.
Η οικία ανήκει σε ιδιώτες, οι οποίοι σαφώς έχουν έννομο δικαίωμα να αξιοποιήσουν την περιουσία τους. Το θέμα είναι τι κάνει το υπουργείο Πολιτισμού και ο Δήμος Λαρισαίων για την προστασία των ελάχιστων πλέον κτιρίων αρχιτεκτονικής αξίας ή αστικής ατμόσφαιρας στη Λάρισα.
Αρκεί να αναφέρει κανείς τον ιστορικής σημασίας Πύργο Χαροκόπου, τα ιδιαίτερου κάλλους δίδυμα σπίτια της οδού 31ης Αυγούστου και λίγα ακόμη σκόρπια σπίτια, τα οποία θα έπρεπε να τεθούν υπό προστασία με αποζημίωση των ιδιοκτητών στις περιπτώσεις ιδιωτικών περιουσιών…» ανέφερε ο αγαπητός φίλος, δημοσιογράφος Νίκος Βατόπουλος στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ [10].
Δυστυχώς συμπεριφερθήκαμε στην πόλη μας σαν νεόπλουτοι. Ακόμη και στις εκκλησίες μας, αντί να διατηρήσουμε όσες άντεξαν από την περίοδο του ’40 και να βρούμε νέους χώρους για να κτίσουμε καινούργιες, κατεδαφίσαμε τις ελάχιστες παλιές και στη θέση τους κτίσαμε νέες, μεγαλύτερες, υπέρλαμπρες. Σήμερα, ο παλαιότερος ναός της Λάρισας είναι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, κτισμένος το 1948.
Τα σπίτια, οι συνοικίες, οι πόλεις μας είναι κομμάτι του εαυτού μας. Είναι το αποτύπωμα των γενιών που πέρασαν από αυτήν την πόλη, είναι το αφήγημα που πρέπει να διατηρήσουμε, να το προστατεύσουμε και να το παραδώσουμε στα παιδιά μας. “Σβήνοντας ένα κομμάτι από το παρελθόν είναι σα να σβήνεις ένα αντίστοιχο κομμάτι από το μέλλον” ανέφερε ο Σεφέρης.
Στη Λάρισα, που έχασε μεταπολεμικά μεγάλο μέρος της αστικής της μνήμης, η προσπάθεια ανάδειξης της ιστορίας και του αστικού της πλούτου χρειάζεται άμεσες αποφάσεις. Να αποκαταστήσει κτίρια, όπως το Κονάκι Χαροκόπου και την οικία Γερολυμάτου και να προχωρήσει σε χαρακτηρισμό ως διατηρητέων των λιγοστών που έχουν απομείνει, σύμφωνα με την πρόταση του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων.
Με αφορμή την αποκατάσταση του Α΄ Αρχαίου Θεάτρου, δίνεται μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να αποκτήσουμε ένα ευρύτερο ιστορικό κέντρο με το Μπεζεστένι, τα λοιπά οθωμανικά και βυζαντινά μνημεία και το παλιό εμπορικό κέντρο, διατηρώντας και αποκαθιστώντας όλη την ιστορική στρωματογραφία.
Το 1974 ο αρχιτέκτονας-πολεοδόμος Αριστομένης Προβελέγγιος, συγκέντρωσε σε ένα τόμο με τίτλο «Το Πνεύμα της Πόλης – Δοκίμια πολεοδομικής σκέψης – Φθινόπωρο 1956 – Άνοιξη 1967», άρθρα και ομιλίες του που είχαν δημοσιευτεί στον ημερήσιο ή περιοδικό τύπο, «τεκμήριο για την παλιά γενιά, για την τωρινή και γι αυτήν που έρχεται», όπως ο ίδιος γράφει στον πρόλογο. Για τον Αριστ. Προβελέγγιο «η ιστορία των πόλεων είναι η ιστορία της ανθρωπότητας. Στη μορφή των πόλεων, στις παλιότερες ή τις καινούριες πόλεις, διαβάζει κανείς τα κίνητρα, τις σκέψεις και τις λύσεις. Στοργή, σεβασμό, τάξη, θάρρος, έμπνευση, πίστη, άλλοτε πάλι μικροπρέπεια, εγωισμό, άγνοια, και ασέβεια. Υπάρχουν πόλεις που η οργάνωσή τους, η μορφή τους, ο ρυθμός τους, δημιουργούν την πεποίθηση του μεγαλείου, της υπερηφάνειας, της χαράς, της αφοσίωσης στην κοινωνική ομάδα και στη φύση. Άλλες στη θέα τους, προκαλούν φόβο, ταραχή, ανησυχία, απελπισία.» [11]
Περπατώντας στην πόλη οι εικόνες που αντικρίζω τακτικά, τα τελευταία τρία, τέσσερα χρόνια είναι ταμπέλες εργολάβων, απομεινάρια κατεδαφίσεων και νέα, υπερμεγέθη κτίρια, στοιβαγμένα το ένα δίπλα στο άλλο, γκρίζα, αρχιτεκτονικά αδιάφορα. Η ομορφιά, αυτή που είχε πριν από μερικές δεκαετίες η πόλη δυστυχώς χάθηκε, μένοντας οι φωτογραφικές αποτυπώσεις του παρελθόντος να θυμίζουν σε μερικούς «ρομαντικούς», όπως εγώ, μια άλλη Λάρισα. Τη δική μου Λάρισα… [12]
«Άλλες (πόλεις) στη θέα τους, προκαλούν φόβο, ταραχή, ανησυχία, απελπισία», ανέφερε ο Αριστ. Προβελέγγιος. Ζητείται ταυτότητα…
[3] «Τα ανέγγιχτα «διαμάντια» της πάλαι ποτέ Λάρισας: Πώς η πόλη γύρισε απότομα την «πλάτη» της στο παρελθόν – Ποια κτίρια εκπέμπουν «SOS» σύμφωνα με τον πρόεδρο αρχιτεκτόνων», του Νικόλα Σελητσιανιώτη, δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα onlarissa.gr, στις 3 Ιανουαρίου 2024.
[5] «Η Μαρία Λυριτζάκη αγόρασε, αποκατέστησε και δώρισε διατηρητέο στον Δήμο Ηρακλείου για να στεγαστεί το Ωδείο», δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα neakriti.gr, στις 18 Δεκεμβρίου 2023
[6] «Η εμβληματική κατοικία του Μπέη Σεκεριά που μετατρέπεται σε ξενοδοχείο στο Ηράκλειο», δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα neakriti.gr, στις 18 Ιουλίου 2023
[7] «Το Μαρμάρινο Σπίτι της Δράμας του 19ου αιώνα αποκαλύπτει τα μυστικά του», της Κατερίνας Λυμπεροπούλου, δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα huffingtonpost.gr, στις 30/9/2023
[8] «Το Σαντιρβάν τζαμί ξαναβρίσκει τη χαμένη αίγλη του – Αποκαταστάθηκε το περίτεχνο τέμενος στη Δράμα», στην ιστοσελίδα lifo.gr, στις 24 Ιανουαρίου 2020.
[9] «ΕΝΑ ΚΤΙΡΙΟ ΜΕ ΜΑΚΡΑΙΩΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟ “ΚΟΝΑΚΙ” ΣΤΟ ΠΟΛΥΝΕΡΙ ΦΑΡΣΑΛΩΝ – Το αρχοντικό των 430 ετών», του Αχιλλέα Μπακαλέξη, δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ», στις 4 Σεπτεμβρίου 2015.
[10] «Η πόλη της Λάρισας χάνει τη νεότερη αρχιτεκτονική κληρονομιά της», του Νίκου Βατόπουλου, δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», στις 15 Φεβρουαρίου 2023.
[11] Αριστομένης Προβελέγγιος, αρχιτέκτονας και πολεοδόμος (1914-1999) / Το πνεύμα της πόλης: Δοκίμια πολεοδομικής σκέψης 1956-1967, Αθήνα, 1974.
[12] «Η δική μου Λάρισα…», του Θωμά Κυριάκου, δημοσιεύθηκε στη Larissa Press, στις 16 Δεκεμβρίου 2019.