Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2025

 

ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΕΣ

Νικίας Δέλτα

Η μεγάλη πλημμύρα της Λάρισας το 1896 (Δ’ μέρος)


Νταϊλιάνι (ιχθυοπαγίδα) στον Πηνειό κατά τη διαδρομή του στη Λάρισα στο ύψος του Γενικού Νοσοκομείου. Επιστολικό δελτάριο των Α. Γκινάκου και Γ. Μαργαρίτη. Περίπου 1935. © Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας.Νταϊλιάνι (ιχθυοπαγίδα) στον Πηνειό κατά τη διαδρομή του στη Λάρισα στο ύψος του Γενικού Νοσοκομείου. Επιστολικό δελτάριο των Α. Γκινάκου και Γ. Μαργαρίτη. Περίπου 1935. © Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας.

Από τον Αλέξανδρο Χ. Γρηγορίου

Ολοκληρώνουμε σήμερα την παράθεση των γεγονότων που αφορούν στη μεγάλη πλημμύρα της Λάρισας το 1896, έτσι όπως τα περιέγραψε ο λογοτέχνης και δημοσιογράφος Νικίας Δέλτα, ο οποίος επισκέφθηκε την πόλη τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους.

Όπως προαναφέραμε η δημοσίευση των γεγονότων της πλημμύρας της Λάρισας του 1896 πραγματοποιήθηκε πέντε χρόνια αργότερα (1901), στο φιλολογικό περιοδικό «Παναθήναια» του Κίμωνα Μιχαηλίδη [1]. Σε αγκύλες τίθενται επεξηγηματικές σημειώσεις.
«[Η γέφυρα του Πηνειού] με την αρχικήν μορφήν του καταστρώματος, επειδή τούτο ήτο χαμηλότερον προς την αριστεράν όχθην, το ύδωρ του ποταμού υψούμενον κατά τας πλημμύρας, υπερεπήδα την γέφυραν και έρρεεν άνωθεν αυτής, ούτω δε πας κίνδυνος επρολαμβάνετο αφ’ εαυτού. Ήδη, όμως, ο εκάστοτε μηχανικός πρέπει να προσέχη πολύ κατά τας πλημμύρας και να φροντίζη να αφίνη ελευθέραν την ροήν των υδάτων.
Τα ύδατα εξηκολούθουν να υψώνται καθ’ όλην την πρωίαν, έφθασαν δε εις το μεγαλείτερον αυτών ύψος την 11 π.μ. και διετηρήθησαν εις την στάθμην αυτήν μέχρι της 5 μ.μ., ότε ήρχισαν να καταπίπτωσι σχεδόν ανεπαισθήτως. Παρά την γέφυραν δεν υπάρχει ουδεμία βαθμονόμησις, όπως καθίσταται γνωστή η ανύψωσις των υδάτων. Διά τούτο αι διάφοροι καταμετρήσεις εγένοντο μόνον προχείρως. Ούτω λοιπόν ευρέθη ότι τα υψηλότερα ύδατα έφθασαν μέχρι της κατωτέρας επιφανείας του πέλματος της τρίτης από της αριστεράς όχθης εγκαρσίου σιδηράς δοκού του καταστρώματος.
Μετά μεσημβρίαν της 16 [= Δεκεμβρίου 1896], έφθασαν εκ Βόλου εις Λάρισαν σιδηροδρομικώς δώδεκα λέμβοι, άς έφερεν η αστυνομία ίνα χρησιμεύσωσι προς διάσωσιν των εις την πεδιάδα κινδυνευόντων [2]. Η υπηρεσία της διασώσεως ήρχισεν αμέσως και αι λέμβοι διέσχιζον την λίμνην την σχηματισθείσα υπό της κατακλύσεως των υδάτων, σώζουσαι τους επί των δένδρων και των γηλόφων καταφυγόντας. Ούτω δε πολλοί εσώθησαν. Ήτο μεγαλοπρεπές το θέαμα, το οποίον παρουσίαζεν η πλημμύρα, ής [= της οποίας] αμυδράν μόνον ιδέαν λαμβάνει τις. Τα ύδατα είχον φθάσει μέχρι σχεδόν του Τυρνάβου και η μεγάλη πεδιάς εφαίνετο ως λίμνη με μικράς νήσους. Η από Λαρίσης εις Τύρναβον οδός, αν και είναι εν επιχώματι, κατέστη αδιάβατος, διότι η πλημμύρα κατέστρεψε τας παρά την Γιάννουλην τρείς ξυλίνας γεφύρας. Επί πολλάς ημέρας η μεταξύ Γιάννουλης και Αλκαζάρ συγκοινωνία εγίνετο διά πορθμείων [3]. Η δε αμαξιτή οδός Τυρνάβου προσέλαβε μεγάλην ομοιότητα προς την οδόν της Τουρλίδος, ήτις διασχίζουσα την λιμνοθάλασσαν Μεσολογγίου, ενώνει την πόλιν ταύτην μετά της νησίδος.
Αλλ’ είναι μόνον μεγαλοπρεπές το θέαμα τούτο; Εκ των πλημμυρών του Πηνειού πολλαί ανθρώπιναι υπάρξεις ευρήκαν προώρως τον θάνατον μετ’ αγωνιώδη και απεγνωσμένην πάλην κατά της ορμητικής ροής του ποταμού. Ωσαύτως [= με αυτόν τον τρόπο] δε και η ιδιοκτησία των παροχθίων πλειστάκις κατεστράφη. Αν δε αι διάφοροι αρχαί εδείκνυον ολιγωτέραν στοργήν προς την Ποίησιν και εμερίμνων πατρικώτερον υπέρ των ατυχών κατοίκων της Θεσσαλίας, ήθελον στερήσει μεν ημάς του αγρίου τούτου και μεγαλοπρεπούς θεάματος, αλλ’ ήθελον σώζει κατ’ έτος πολλάς ανθρωπίνας υπάρξεις και προφυλάττει τα πάντοτε εν κινδύνω κτήματα των αγαθών και υπομονετικών Θεσσαλών.
Και αν μη το αίσθημα της φιλανθρωπίας, τουλάχιστον το πλουτολογικόν [= που σχετίζεται με τον πλούτο] θα ήτο ικανόν να εμπνεύση τους άρχοντας ημών όπως φροντίσωσιν υπέρ της διασώσεως των εν διαρκεί κινδύνω διατελούντων ατυχών Θεσσαλών, ουχί χάριν αυτών τούτων, αλλά τουλάχιστον του πάντοτε ανισορρόπου προϋπολογισμού του Κράτους».
Σύμφωνα με δημοσιεύματα στον Αθηναϊκό Τύπο, οι πλημμύρες του 1896 προκάλεσαν εκτεταμένες ζημιές στην ευρύτερη περιοχή της Λάρισας: «Τα πλεονάζοντα ύδατα του Πηνειού κατέκλυσαν την πέριξ πεδιάδα και τα χωριά Νυκτερέμ [= Παλαιόπυργος] και Κουλούρα. Οι κάτοικοι έντρομοι κατέφυγον εις την εκκλησία όπως σωθώσιν, άλλοι δε εις τους γύρω λόφους (…). Τα ύδατα του Πηνειού υπερεκχειλίσαντα κατέκλυσαν όλα τα προάστια της Λαρίσσης. Τα χωριά Κουλούρι, Καλύβια [= σημ. Αγία Μαρίνα] και Κιόσκι κατεστράφησαν, όπως επίσης και η γέφυρα Κουτσοχωρίου. Η ύψωσις των υδάτων εξακολουθεί, τούτο δε εμβάλλει εις εύλογον φόβον τους κατοίκους. Περί θυμάτων και του αριθμού αυτών ουδέν εγνώσθη. Η συγκοινωνία μεταξύ Λαρίσσης και Αγυιάς είναι διακεκομμένη ένεκα της ετοιμορρόπου καταστάσεως της γεφύρας Αγυιάς-Ασωμάτων» [4].

-------------------------

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1]. Νικίας Δέλτα, «Πλημμύρα Πηνειού», Παναθήναια (Αθήνα), τόμος 2, τεύχος 21 (15 Αυγούστου 1901), σελ. 336-340.
[2]. «Ο νομάρχης Λαρίσσης ετηλεγράφησεν όπως μεταφερθώσι διά του σιδηροδρόμου λέμβοι εκ Βόλου εις Λάρισσαν διά την συγκοινωνίαν». Βλ. Άστυ (Αθήνα), φ. 9184 (17 Δεκεμβρίου 1896).
[3]. Πλεούμενο (συνήθως ξύλινη εξέδρα δεμένη με σχοινιά) που μετέφερε από ένα σημείο στο άλλο, ανθρώπους, ζώα, οχήματα και εμπορεύματα. Πορθμεία υπήρχαν σε πολλά σημεία σε όλο το μήκος της ροής του ποταμού Πηνειού. Αργότερα στα σημεία αυτά κατασκευάστηκαν γέφυρες.
[3]. Άστυ (Αθήνα), φ. 9186 (19 Δεκεμβρίου 1896).

Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2025

 Τ Α Λ Ω Σ - Ο ΧΑΛΚΙΝΟΣ ΦΥΛΑΞ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ


Οἱ πρῶτες αὐτοκίνητες μηχανὲς εἶναι παιδιὰ τῆς ποιητικῆς φαντασίας. Ἀποτελοῦν δημιουργήματα μιᾶς μυθικῆς ἐνόρασης, μιᾶς τεχνολογικῆς πρόθεσης, μιᾶς τεχνικῆς ἐπιθυμίας. Ἐμπεριέχονται στὸν ἀρχαῖο ἑλληνικὸ μῦθο καὶ ἀποτελοῦν ἔκφραση τῆς ἀνθρωπομορφικῆς του ἀντίληψης.
Ἡ λέξη "αὐτόματον" εἶναι λέξη ὁμηρική. "Αὐτόμαται δὲ πύλαι μύκον οὐρανοῦ/αὐτόματα, ἀπὸ μόνες τους, ἄνοιξαν οἱ πύλες τοῦ οὐρανοῦ" γράφει ὁ Ὅμηρος στὴν Ἰλιάδα τοῦ (Ε 749, βλ. σχ. 4). Καὶ ὁ Ἥφαιστος, ὁ τεχνολόγος, σιδερᾶς καὶ αὐτοματοποιὸς θεὸς τῶν Ἑλλήνων, "τρίποδας εἴκοσι ἔτευχεν, χρύσεα δὲ σφ? ὑπὸ κύκλα ἑκάστῳ πυθμένι θῆκεν, ὄφρα οἱ αὐτόματοι θεῖον δυσαίατ? ἀγῶνα· θαῦμα ἰδέσθαι,/είκοσι τρίποδες συνολικὰ μαστόρευε καὶ ἅρμοζε ρόδες χρυσὲς κάτω ἀπ' τὴ βάση καθενός, γιὰ νὰ μποροῦν αὐτόματα, αὐτοκινούμενοι, μὲς στῶν θεῶν τὴ σύναξη νὰ μπαίνουν. Καὶ ἦταν ἀξιοθαύμαστοι, ἕνα θαῦμα νὰ τοὺς βλέπει κανεὶς" (Σ 376). Κι ἀκόμη ἔχει ὁ Ὀλύμπιος τεχνουργὸς "δύο χρυσὲς θεραπαινίδες, σκλάβες μεταλλικές, μὲ λογικό, φωνὴ καὶ δύναμη, φτιαγμένες εἰδικὰ γιὰ νὰ μποροῦν τὸν κουτσοπόδαρο θεὸ νὰ ὑποβαστάζουν" (Σ 417).
Στὸ ἄλλο ἔπος τοῦ ποιητῆ, τὸ ἔπος ποὺ ἀφορᾶ τὴν τέχνη τῆς θάλασσας, τὴν Ὀδύσσεια, ὁ Βασιλιᾶς των Φαιάκων Ἀλκίνοος ἀναφέρεται "στὰ πλοῖα του τὰ κατασκευασμένα μὲ σκέψη, στὰ πλοῖα μὲ τὴν κατασκευασμένη σκέψη, μὲ τὴν τεχνητή τους νοημοσύνη (τιτυσκόμεναι φρεσὶ νῆες), πλοῖα ποὺ δὲν ἔχουν οὔτε κυβερνῆτες οὔτε πηδάλια σὰν ἰ' ἄλλα καράβια, ἀλλὰ μὲ ἐξαιρετικὴ ταχύτητα διανύουν τὶς θαλασσινὲς ἀποστάσεις, ἀκόμη κι ὅταν ἔχει σκοτάδι καὶ συννεφιά, καὶ ποτὲ δὲν ὑπάρχει φόβος νὰ πάθουν βλάβη ἢ νὰ χαθοῦν" (θ 556).
Κι ἔτσι μοιραία ἡ συζήτηση γιὰ τὸν Τάλω, τὸν μυθολογικὸ φύλακα τῆς Κρήτης, στρέφεται στὸ ἂν ἦταν ἁπλῶς φαντασία ἢ ἂν εἶχε κάποιες δόσεις πραγματικότητας.
Πόσο ἐξελιγμένη τεχνολογία μπορεῖ νὰ εἶχαν οἱ Ἕλληνες ποὺ νὰ τοὺς ἐπέτρεπε νὰ φτιάχνουν ὄχι μόνο ρομποτικοὺς στρατιῶτες, ἀλλὰ γιγάντιες πολεμικὲς μηχανὲς ποὺ λειτουργοῦσαν αὐτόνομα;
Κάτι σὰν πρώιμη τεχνητὴ νοημοσύνη...
Τί ἦταν ὁ Τάλως ;
Ἦταν πελώριος, ἀνθρωπόμορφος καὶ μὲ σῶμα καμωμένο ἀπὸ χαλκό. Οἱ ἀρχαῖες περιγραφὲς τὸν ἀπεικονίζουν μὲ ὅρους ποὺ θὰ ἀποδίδαμε σήμερα σὲ ρομπότ.
Καὶ εἶναι πράγματι στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ μυθολογία ποὺ συναντᾶμε τὶς πρῶτες περιγραφὲς γιὰ μηχανικὸ ἀνθρωποειδές. Μιὰ ἱστορία ποὺ συνδέεται μὲ τὴν Ἀργοναυτικὴ Ἐκστρατεία, ἂν καὶ κατὰ κανέναν τρόπο δὲν περιορίζεται ἐκεῖ.
Τί ἦταν αὐτὸ τὸ γιγάντιο χάλκινο αὐτόματο ποὺ συνάντησαν οἱ Ἀργοναῦτες στὴν Κρήτη καὶ ἦταν φτιαγμένο νὰ μοιάζει μὲ ἄνθρωπο; Ὁ φύλακας τοῦ νησιοῦ, ποὺ ὄργωνε τὶς παραλίες καὶ ἐκτόξευε πελώριους βράχους σὲ ἐχθρικὰ ἢ ἄγνωστα καράβια.
Σχετικὰ μὲ τὴν προέλευσή του ὑπάρχουν διαφορετικὲς ἐκδοχὲς στὴν ἑλληνικὴ μυθολογία. Καὶ ὅλες τὸν περιγράφουν λεπτομερῶς καὶ παραστατικά. Ὁ Ἀπολλόδωρος μᾶς λέει στὴν τετράτομη «Βιβλιοθήκη» του πὼς ἦταν ἕνα ἔργο του Ἤφαιστου, δῶρο στὸν Μίνωα γιὰ νὰ προστατεύει τὴν Κρήτη ἀπὸ ἐπιθέσεις.
Ὁ Πλάτωνας τὸν θέλει ὑπαρκτὸ πρόσωπο καὶ ἰσχυρίζεται πὼς ἦταν ἀδερφός του Ραδάμανθυ καὶ τοῦ Μίνωα, ἄλλο ἕνα παιδὶ τοῦ Δία καὶ τῆς Εὐρώπης δηλαδή. Ὅπως καὶ τὰ ἀδέλφια του, ἀνατράφηκε ἀπὸ τὸν Ἀστερίωνα, τὸν μυθικὸ βασιλιᾶ τῆς Κρήτης, στὸν ὁποῖο ὁ Δίας ἐμπιστεύτηκε τὴν Εὐρώπη.
Λίγο διαφορετικά μας τὰ λέει ὁ Ἀπολλώνιος ὁ Ρόδιος στὰ «Ἀργοναυτικά» του. Ὁ Τάλως, σὲ αὐτὴ τὴν ἐκδοχή, ἦταν δῶρο τοῦ Δία στὴν Εὐρώπη, ἡ ὁποία τὸν χάρισε κατόπιν στὸν γιό της Μίνωα.
Ὁ Ἡσύχιος ὁ Ἀλεξανδρεὺς θεωρεῖ πὼς ὁ Τάλως πρέπει νὰ ἦταν κάποια παλιὰ ἡλιακὴ θεότητα, καθὼς τὸ «ταλῶς» σήμαινε «ἥλιος», ἐνῷ «Ταλαιὸς» ἦταν τὸ ὄνομα μὲ τὸ ὁποῖο ἦταν γνωστὸς ὁ Δίας στὴν Κρήτη.
Ὅπως κι ἂν προῆλθε, ὁ Πλάτωνας μᾶς βεβαιώνει πὼς ὁ ἥρωας ἦταν ἐπιφορτισμένος μὲ τὸ καθῆκον νὰ ἐπιτηρεῖ τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου στὸ νησί. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐμφανιζόταν νὰ κουβαλᾶ πάντα μαζί του γραμμένους τοὺς νόμους τῆς Κρήτης σὲ χάλκινες πλάκες.
Οἱ περισσότερες πηγὲς συμφωνοῦν πὼς ἦταν ὁ ἀκοίμητος φρουρὸς τοῦ νησιοῦ, κάνοντας τὸν κύκλο τῆς Κρήτης τρεῖς φορὲς τὴ μέρα γιὰ νὰ ἐλέγχει τὶς ἀκτές της. Ὑπάρχουν καὶ ἀρχαῖες μαρτυρίες ποὺ τὸν ἐμφανίζουν φτερωτό. Τὰ φτερὰ ἐξηγοῦν πιθανῶς τὴ μεγάλη του ταχύτητα, νὰ γυρίζεις καθημερινὰ τρεῖς φορὲς τὴν Κρήτη μὲ τὰ πόδια δὲν εἶναι εὔκολο πρᾶγμα.
Εἴτε ἀπὸ τὴ στεριὰ εἴτε ἀπὸ τὸν ἀέρα, ὁ Τάλως ἐκτόξευε βράχους στὰ ἄγνωστα πλοῖα, ὥστε νὰ παραμένουν μακριὰ ἀπὸ τὶς ἀκτές.
Ἄλλοι πάλι ἰσχυρίζονται πὼς ἦταν ὁ τελευταῖος ἀπόγονος μιᾶς πανάρχαιας φυλῆς χάλκινων ἀντρῶν. Ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ μυθολογία μιλοῦσε γιὰ Γένη τῶν Ἀνθρώπων, στάδια τῆς ἀνθρώπινης παρουσίας στὴ Γῆ.
Ὁ Ἡσίοδος καὶ ὁ Ὀβίδιος ἀναγνωρίζουν πέντε (χρυσό, ἀργυρό, χάλκινο, ἡρωικὸ καὶ γένος τοῦ σιδήρου). Ὁ Τάλως ἀνῆκε στὸ τρίτο. Οἱ ἄνθρωποι τοῦ Χάλκινου Γένους ἦταν σκληροτράχηλοι καὶ δυνατοί, δημιουργήματα τοῦ Δία ἀπὸ τέφρα. Ἔφεραν χάλκινη πανοπλία, χάλκινα ὅπλα καὶ ζοῦσαν σὲ σπίτια ἀπὸ χαλκό.
Ὅσοι δὲν πέθαναν ἀπὸ τὸν ἀλληλοσπαραγμό, καθὼς ἦταν πολὺ βίαιοι, χάθηκαν στὸν Κατακλυσμὸ τοῦ Δευκαλίωνα. Ὑπάρχει τέλος καὶ μία ἀκόμα ἐκδοχὴ ποὺ θέλει τον Τάλω ἔργο τοῦ Δαίδαλου.
Ὁ Τάλως κρατοῦσε σὲ ἀπόσταση τὰ ἄγνωστα πλοῖα ποὺ πλησίαζαν τὴν Κρήτη πετῶντας τους τεράστιες πέτρες. Ἂν ἔβλεπε μάλιστα ἀνθρώπους πάνω σὲ κρητικὸ ἔδαφος, εἴτε τοὺς ἔκαιγε μὲ τὴν καυτή του ἀνάσα εἴτε πυράκτωνε τὸ χάλκινο σῶμα του στὴ φωτιὰ καὶ τοὺς ἀγκάλιαζε σφιχτά.
Αὐτὴ ἡ φονικὴ ἀγκαλιά του, μᾶς λέει ὁ μῦθος, ἔκανε τοὺς εἰσβολεῖς παρανάλωμα τοῦ πυρός. Τὰ πτώματά τους τὰ ἔβρισκαν οἱ Μινωίτες μὲ τὰ στόματα ἀνοιχτά, ἔχοντας μαρτυρήσει ἀπὸ τὸν πόνο καὶ τὴ φρίκη. Ὁ Τάλως ξεσποῦσε σὲ γέλια ἔπειτα ἀπὸ κάθε θρίαμβο.
Πέρα ἀπὸ τὴν ἐπιτήρηση τῶν ἀκτῶν, περιδιάβαινε τοὺς οἰκισμοὺς τῆς Κρήτης τρεῖς φορὲς τὸν χρόνο γιὰ νὰ δεῖ ἂν τηροῦνται οἱ νόμοι. Ὅσα ἔγραφαν δηλαδὴ αὐτὲς οἱ χάλκινες πλάκες ποὺ κουβαλοῦσε στὴν πλάτη του.
Ὁ Τάλως ἐμφανίστηκε σὲ σειρὰ νομισμάτων τῆς Φαιστοῦ καὶ ἀπεικονιζόταν συνήθως ὡς ἕνας νέος καὶ γυμνὸς ἄντρας μὲ φτερὰ στοὺς ὤμους. Ἔτσι τὸν θέλουν οἱ παραστάσεις τῶν νομισμάτων ποὺ ἀνασύρθηκαν ἀπὸ τὰ μινωικὰ ἀνάκτορα τοὐλάχιστον.
Ὅπως μᾶς παραδίδει ἡ ἑλληνικὴ μυθολογία, ὁ Τάλως συνάντησε τὸ τέλος του ὅταν ἀποβιβάστηκαν στὴν Κρήτη οἱ Ἀργοναῦτες, ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὴν Κολχίδα.
Ὁ Ἰάσωνας καὶ οἱ ἄντρες του ἔδεσαν στὸ νησὶ καὶ ἦρθαν ἀναγκαστικὰ ἀντιμέτωποι μὲ τὸν χάλκινο γίγαντα, ὁ ὁποῖος προσπάθησε νὰ τοὺς κρατήσει σὲ ἀσφαλῆ ἀπόσταση μὲ τοὺς βράχους του.
Καὶ σίγουρα δὲν θὰ κατάφερναν νὰ τὸν ἀντιμετωπίσουν ἂν δὲν εἶχαν τὴ Μήδεια στὴν Ἀργῶ, ποὺ τὸν μάγεψε μὲ τὰ λόγια της. Τὴν ὥρα ποὺ τοῦ ὑποσχόταν αἰώνια ἀθανασία, ὁ Ἰάσονας κατάφερε νὰ βγάλει τὸ καρφὶ ἀπὸ τὴ φτέρνα του.
Ἦταν τὸ πῶμα γιὰ τὴ μία καὶ μοναδικὴ φλέβα τοῦ γίγαντα, ποὺ ξεκινοῦσε ἀπὸ τὸν αὐχένα καὶ κατέληγε στοὺς ἀστραγάλους. Τὸ ἰχώρ του, τὸ χρυσόχρωμο αἷμα τῶν θεῶν, χύθηκε ἔξω ἀπὸ τὸ σῶμα του καὶ πέθανε.
Ὁ πανίσχυρος γίγαντας σωριάστηκε σὰν κουφάρι στὴν παραλία τῆς Κρήτης. Οἱ Ἀργοναῦτες πανηγύρισαν τὴ νίκη, ἐφοδιάστηκαν μὲ τὰ ἀπαραίτητα καὶ ἀναχωρήσουν γιὰ τὴν Ἰωλκό.
Σὲ μιὰ δεύτερη ἐκδοχὴ τὸν φόνευσε ὁ ἐπίσης Ἀργοναύτης Ποίας, γιός του Θαυμάκου της Μαγνησίας καὶ πατέρας του Φιλοκτήτη, χτυπῶντας τὸν μὲ βέλος στὸ ἴδιο καρφί. Τὸ μοναδικὸ τρωτὸ σημεῖο τοῦ σώματός του.
Στὴν τρίτη ἐκδοχὴ τῆς ἱστορίας, ὅλα τὰ ἔκανε ἡ Μήδεια χωρὶς βοήθεια. Εἴτε τὸν ἔπεισε, μὲ τὰ ξόρκια καὶ τὴν παροιμιώδη πειθώ της, νὰ βγάλει μόνος του τὸ καρφὶ ἀπὸ τὸ πόδι, εἴτε τὸν τρέλανε, κοιτῶντας τον στὰ μάτια. Ὁ Τάλως ἔτρεχε πανικόβλητος ἀριστερὰ καὶ δεξιὰ καὶ χτύπησε κάποια στιγμὴ τὸ πόδι του καὶ τὸ καρφὶ πετάχτηκε ἔξω.
Τί μπορεῖ νὰ ἦταν
Ὅπως ἔχουν ὑποδείξει ἱστορικοὶ τῆς τεχνολογίας ὡστόσο, ὁ Τάλως δὲν ἦταν ἄλλη μιὰ παραδοξότητα τῆς ἑλληνικῆς μυθολογίας. Κάτι ἁπλῶς περίεργο μέσα στὸ ἰδιαίτερο αὐτὸ σύμπαν θεῶν καὶ ἡρώων.
Ἔχει ὑποστηριχτεῖ, γιὰ παράδειγμα, πὼς ὁ Τάλως συμβόλιζε τὴ δύναμη τοῦ χαλκοῦ κατὰ τὴν ἑλληνικὴ χάλκινη ἐποχὴ (3200-1200 π.Χ.), τὸ πέρασμα ἀπὸ τὴν πέτρα στὸν ὀρείχαλκο δηλαδή.
Τὸ τεράστιο μέγεθός του εἶναι ἴσως μιὰ μεταφορὰ γιὰ τὸ τί μποροῦσαν νὰ κάνουν οἱ ἐξειδικευμένοι τεχνῖτες τοῦ χαλκοῦ, πόσο μεγάλες καὶ σοφιστικὲ κατασκευὲς ποὺ ἔδειχναν τὴ στρατιωτικὴ ὑπεροχὴ τοῦ χαλκοῦ ὡς ὅπλου.
Εἴμαστε ἐξάλλου στὸ ἀποκορύφωμα τῆς χάλκινης τεχνολογίας καὶ ἡ πολεμικὴ δύναμη τῶν ἐθνῶν μετριόταν μὲ ὅρους κατεργασίας τοῦ μετάλλου.
Ὅσο γιὰ τὴν καταστροφή του, οἱ ἱστορικοὶ ἐπιμένουν πὼς ἦταν ἴσως ἄλλη μιὰ ἱστορία μετάβασης, ἀπὸ τὸν χαλκὸ στὸν σίδηρο πιά. Τὸν 12ο αἰῶνα π.Χ. ἔχουμε ἐξάλλου τὴν Κάθοδο τῶν Δωριέων καὶ τὸ τέλος της Ὕστερο-Ἑλλαδικῆς Περιόδου, μὲ τὴν παρακμὴ τοῦ μυκηναϊκοῦ κόσμου.
Δὲν ἀποκλείεται τὰ δωρικὰ φῦλα ποὺ κατέβηκαν ἀπὸ πιὸ βόρειες περιοχὲς ἀπὸ τὸν νὰ εἶχαν ὅπλα ἀπὸ σίδηρο καὶ αὐτὴ ἡ ἐναλλαγὴ ἀπὸ τὸν χαλκὸ στὸ νέο καὶ δυνατότερο μέταλλο νὰ προσυπέγραψε μυθολογικὰ τὸν χαμό του Τάλω. Ὁ θάνατός του ἦταν καὶ τὸ τέλος τῆς ἀνωτερότητας τοῦ χαλκοῦ.
Πέρα βέβαια ἀπὸ τὴ συμβολική του λειτουργία, ὁ Τάλως ἦταν κάτι ἐντελῶς μοναδικὸ καὶ ἰδιαίτερο, ἀκόμα καὶ μὲ ὅρους σύγχρονου πολιτισμοῦ. Ἦταν ἡ ἴδια ἡ ἐνσάρκωση τῆς τεχνολογικῆς ὑπεροχῆς, τί θὰ μποροῦσε νὰ πετύχει ὁ ἄνθρωπος ἂν ἔστρεφε τὸ μυαλό του σὲ μιὰ τέτοια κατεύθυνση.
Ὅπως μᾶς λέει ὁ καθηγητὴς κλασικῆς ἱστορίας, Merlin Peris, στὴν ἐργασία του «Τάλως καὶ Δαίδαλος» (1971), ὁ Τάλως ἦταν τὸ πρῶτο ρομπὸτ τοῦ κόσμου. «Ὁ Τάλως ἦταν ἀξιοσημείωτα φουτουριστικός», συνεχίζει ὁ ἀκαδημαϊκός, «συμβολίζοντας τὶς ἐπιστημονικὲς δυνατότητες τῆς ἐποχῆς».
Ὁ Τάλως στέκει ἕνας καὶ μοναδικὸς στὴν παγκόσμια μυθολογία. Ἕνα πανίσχυρο ἀνθρωποειδὲς ρομπότ, ἕνας μηχανικὸς γίγαντας πολὺ μπροστὰ ἀπὸ τὴν ἐποχή του...

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2025

 

ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΕΣ

Νικίας Δέλτα

Η μεγάλη πλημμύρα της Λάρισας το 1896 (Γ’ μέρος)


«Η εν Λαρίσση πλημμύρα, μηνί Οκτωβρίω 1883». Χαρακτικό: Έσπερος (Λειψία), τχ. 64 (15/27.12.1883). © Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας.«Η εν Λαρίσση πλημμύρα, μηνί Οκτωβρίω 1883». Χαρακτικό: Έσπερος (Λειψία), τχ. 64 (15/27.12.1883). © Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας.

Από τον Αλέξανδρο Χ. Γρηγορίου

Συνεχίζουμε με την παράθεση των γεγονότων που αφορούν τη μεγάλη πλημμύρα της Λάρισας το 1896, έτσι όπως τα περιέγραψε ο λογοτέχνης και δημοσιογράφος Νικίας Δέλτα, ο οποίος επισκέφθηκε την πόλη τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους.

Όπως προαναφέραμε η δημοσίευση των γεγονότων της πλημμύρας της Λάρισας του 1896 πραγματοποιήθηκε πέντε χρόνια αργότερα (1901), στο φιλολογικό περιοδικό «Παναθήναια» του Κίμωνα Μιχαηλίδη [1]. Σε αγκύλες τίθενται επεξηγηματικές σημειώσεις.
«[Οι κάτοικοι του Πέρα Μαχαλά] Αν και βραδέως, εγκαίρως, όμως, πάντοτε επρόφθασαν να εκκενώσωσι την συνοικίαν των και ήτο ήδη πράγματι καιρός διότι μετ’ ολίγον το ύδωρ κατέκλυσε τον «Πέρα Μαχαλά» και η εντός αυτού συγκοινωνία κατέστη αδύνατος. Το ύδωρ εν τη ορμή του συμπαρέσυρε παν το προστυχόν [=τυχαία] και μετ’ ού πολύ πλείσται ξίλιναι οικίαι μετά θορύβου κατέπιπτον μετασχηματιζόμεναι ακαριαίως εις άμορφον όγκον ξύλων, πλίνθων και κεράμων, άνωθεν του οποίου εις το σκότος της νυκτός εφαίνετο τεφρόχουν νέφος κονιορτού [=σκόνης] [2]. Πλην της καταστροφής ταύτης, τα ύδατα του ποταμού διέσπασαν τα πρόχειρα αμυντικά έργα, άτινα [=τα οποία] οι κάτοικοι της συνοικίας «Ταμπάκικα» είχον κατασκευάσει, ούτω δε τα ύδατα κατέκλυσαν και την συνοικίαν ταύτην.
Οι εις την πεδιάδα ευρεθέντες άνθρωποι έφευγον και έσπευδον να σωθώσι προς τα ψηλότερα μέρη. Τέσσαρες, όμως, εργάται του ατμομύλου, άγνωστον πώς δεν επρόφθασαν να φύγωσι και απεκλείσθησαν ούτως [=κατ’ αυτόν τον τρόπο] εντός του μύλου. Μέσα διασώσεως δεν υπήρχον, πλην μιας μικράς λέμβου ευρισκομένης παρά την γέφυραν. Ταύτην διετάχθησαν να ανασύρωσιν οι πυροβοληταί της αγγαρείας και να την μεταφέρωσιν προς τον μύλον. Ούτω δε τη βοηθεία της λέμβου εσώθησαν οι αποκλεισθέντες. Αν και η Λάρισα ήτο εν ασφαλεία, εν τούτοις πλείστοι κάτοικοι έμειναν άγρυπνοι καθ’ όλην την νύκτα και ήρχισαν να συρρέωσιν επί των λόφων των υπερκειμένων της γέφυρας. Οι θεαταί ούτοι μετ’ αγωνίας παρηκολούθουν τα συμβαίνοντα. Περί δε την 5ην πρωινήν ώραν, όταν το βαθύ σκότος ήρχισε να διαλύεται κάπως, ηκούσθησαν φωναί εκ του πλήθους: - «Ένα νησί έρχεται». Παρατηρούμεν προσεκτικώς και ημείς και διακρίνομεν πράγματι μέλανα όγκον μεγάλων διαστάσεων επιπλέοντα και μετά ταχύτητος φερόμενον κατά της γεφύρας. Το σχοινίον του Δημάρχου δεν ηδυνήθη να τον συγκρατήση και μετ’ ολίγον προσκρούει επί της γεφύρας μετά ισχυρού κρότου.
Η πλημμύρα είχεν επιφέρει και αλλαχού καταστροφάς. Ο ποταμός ίνα διέλθη εις την πεδιάδα της Λαρίσης από της των Τρικκάλων διασχίζει την κεντρικήν λοφώδη της Θεσσαλίας σειράν, διερχόμενος προ του χωρίου Κουτσοχέρου τρίωρον από της Λαρίσης απέχοντος. Παρά το χωρίον υπήρχε μεγάλη ξυλίνη γέφυρα, επί της εθνικής οδού μεταξύ Τρικκάλων και Λαρίσης. Ταύτην δε την γέφυραν εν τη ορμή του παρέσυρεν ο ποταμός και εν των ζευγμάτων αυτής παρασυρθέν έφθασε μέχρι της Λαρίσης. Τούτο δε το ζεύγμα ήτο ο επί της γεφύρας προσκρούσας όγκος (…).
Εν τούτοις με όλας τας προσπαθείας ταύτας και την κατάκλυσιν της επί της αριστεράς όχθης πεδιάδος, το ύδωρ του ποταμού υψούτο απαύστως [=ακατάπαυστα]. Παρά δε την γέφυραν, το ύδωρ είχε και άλλον λόγον να υψούται, διότι αύτη παρουσιάζει κώλυμα [=εμπόδιο] εις την ελευθέραν ροήν του ύδατος. Το δε κώλυμα είναι κατά τοσούτο μεγαλείτερον καθ’ όσον τα ύδατα του ποταμού είναι υψηλότερα. Πρόχειρος καταμέτρησις γενομένη την πρωίαν απέδειξεν ότι η προς τα άναντα [=προς τα ψηλότερα σημεία] της γεφύρας στάθμη του ύδατος ήτο κατά 15 εκατοστά του μέτρου υψηλοτέρα της προς τα κάταντα [=προς τα χαμηλότερα σημεία]. Βεβαίως, η διαφορά αύτη δεν ήτο μεγάλη και η γέφυρα ηδύνατο ακόμη ν’ ανθίσταται κατά της πιέσεως του ύδατος, εν τούτοις δύσκολον δεν ήτο να επέλθη μεγαλειτέρα τις ανύψωσις.
Η ωραία γέφυρα της Λαρίσης είναι κτίσμα βυζαντινόν και επιδιωρθώθη υπό του Χασάν του υιού Τουρχάν του κατακτητού. Το αρχικόν κατάστρωμα της γεφύρας ήτο στενώτερον και κυρτόν. Κατόπιν, όμως, της κατά την επιστράτευσιν του 1885-86 γενομένης επιδιορθώσεως υπό του στρατιωτικού Μηχανικού, τούτο έλαβεν την μορφήν ήν [=την οποία] σήμερον έχει».
(Έπεται το τέλος).

----------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1]. Νικίας Δέλτα, «Πλημμύρα Πηνειού», Παναθήναια (Αθήνα), τόμος 2, τεύχος 21 (15 Αυγούστου 1901), σελ. 336-340.
[2]. Ακριβώς παρόμοια γεγονότα αναφέρονται και στη μεγάλη πλημμύρα της Λάρισας τον Οκτώβριο του 1883: «Από της παρελθούσης πέμπτης, ήτοι 13 του μηνός, ήρξατο συνεχής βροχή, ήτις την παρασκευήν και το Σάββατον εξηκολούθει ραγδαίαν (...). Περί δε την 5ην ώραν ήρχισαν να καταρρέωσιν αι οικίαι διότι εισίν εκ πλίνθων κατασκευασμέναι, ο δε κρότος των καταρρεουσών οικοδομών επροξένει φρίκην, διότι υπήρχεν φόβος μήπως συνεπλακώθησαν μετά των επίπλων και άνθρωποι». Βλ. Φάρος της Μακεδονίας (Θεσσαλονίκη), φ. 803 (19 Νοεμβρίου 1883).

 

ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΕΣ

Νικίας Δέλτα

Η μεγάλη πλημμύρα της Λάρισας το 1896 (B’ μέρος)


Ο Πηνειός και ο Πέρα Μαχαλάς κατά την περίοδο της πλημμύρας του 1901. Λεπτομέρεια από επιστολικό δελτάριο (Γεωργίου Βελώνηαρ. 5). © Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας.Ο Πηνειός και ο Πέρα Μαχαλάς κατά την περίοδο της πλημμύρας του 1901. Λεπτομέρεια από επιστολικό δελτάριο (Γεωργίου Βελώνηαρ. 5). © Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας.

Από τον Αλέξανδρο Χ. Γρηγορίου

Συνεχίζουμε με την παράθεση των γεγονότων που αφορούν τη μεγάλη πλημμύρα της Λάρισας το 1896, έτσι όπως τα περιέγραψε ο λογοτέχνης και δημοσιογράφος Νικίας Δέλτα, ο οποίος επισκέφθηκε την πόλη τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους.

Όπως προαναφέραμε η δημοσίευση των γεγονότων της πλημμύρας της Λάρισας του 1896 πραγματοποιήθηκε πέντε χρόνια αργότερα (1901), στο φιλολογικό περιοδικό «Παναθήναια» του Κίμωνα Μιχαηλίδη [1]. Σε αγκύλες τίθενται επεξηγηματικές σημειώσεις.
«Το γεγονός τούτο [2] ήτο γνωστόν εις τας αρχάς Λαρίσης και εγκαίρως οι κάτοικοι του «Πέρα Μαχαλά» ειδοποιήθησαν περί του επικειμένου κινδύνου και παρηγγέλθησαν μάλιστα να εκκενώσωσι τας οικίας των καταφεύγοντας εντός της πόλεως. Αι γυναίκες όμως του μαχαλά δεν έτρεφον μεγάλην υπόληψιν εις τας μετεωρολογικάς γνώσεις της παραγγελλούσης Αστυνομίας και υπέβαλον την πρότασιν υπό την κρίσιν του μπακάλη της συνοικίας. Ο σοφός μπακάλης, σκεφθείς ωρίμως, απεφάνθη ότι ουδείς επίκειται κίνδυνος. Η δε γνώμη του είχε τόσον κύρος, ώστε οι κάτοικοι του «Πέρα Μαχαλά» έμειναν εις την συνοικίαν των.
Η πρώτη αισθητή ανύψωσις των υδάτων του ποταμού παρετηρήθη την 9 εσπερινήν ώραν της 15 Δεκεμβρίου. Εν τούτοις και κατόπιν της αυξήσεως ταύτης του όγκου των υδάτων, η διά της γεφύρας ρύσις [=απελευθέρωση] αυτών απέμεινε κανονική και δεν ηπείλει άμεσον τινά κίνδυνον. Επειδή όμως κατά πάσαν στιγμήν ήτο ενδεχόμενον να ανυψωθώσι πλειότερον τα ύδατα, ο στρατιωτικός Μηχανικός αποκατέστησεν επί της γεφύρας τους αναγκαίους παρατηρητάς, με την εντολήν να παρακολουθώσι την ανύψωσιν των υδάτων. Ειδοποίησεν δε ταυτοχρόνως τον Δήμαρχον να έχη έτοιμους φανούς, όπως εν ανάγκη φωτισθή ο ποταμός και ούτω καταστή δυνατή η εργασία και κατά την νύκτα. Πάσαι όμως αι φροντίδες του Δημάρχου, προς πρόληψιν της καταστροφής της γεφύρας, περιωρίσθησαν εις την διάτασιν [=τέντωμα] χονδρού σχοινίου από της μιας προς την άλλην όχθην του ποταμού και προς τα άναντα [=προς τα ψηλότερα σημεία] της γέφυρας.
Το σχοινίον τούτο, ούτινος [=του οποίου] το χαμηλότερο σημείον της καμπύλης του απλώς εφήπτετο [=ακουμπούσε] του ύδατος, ήτο προωρισμένον, κατά την γνώμην πάντοτε του Δημάρχου, να εμποδίζη τα επιπλέοντα σώματα να προσκρούωσι κατά της γεφύρας. Αλλ’ είτε διότι το μέσον τούτο είναι ανεπαρκές, είτε διότι η πρόσδεσις εγένετο πολύ υψηλά, το σχοινίον δεν εξεπλήρωσε τα ανατεθέντα αυτώ αστυνομικά καθήκοντα και εχρησίμευσεν απλώς προς διασκέδασιν των, εις πάσαν ομοίαν περίστασιν, πάντοτε συγκεντρουμένων χαμινίων [=αλάνια]. Προς τούτοις ο δήμαρχος ετοποθέτησε κατά μήκος της γεφύρας δάδας τινάς εκ ρητίνης, όπως φωτίση τον ποταμόν κατά την στιγμήν της ανάγκης. Αλλ’ όπως συνήθως συμβαίνει παρ’ ημίν, αι δάδαι ήφθησαν [=άναψαν] πολύ προ της ώρας και όταν παρέστη η ανάγκη, είχον προ πολλού παύσει να φωτίζωσι και ούτω κατά την στιγμήν του κινδύνου εις την γέφυραν εβασίλευε βαθύτατο σκότος.
Περί την 4ην πρωινήν ώραν της 16 Δεκεβρίου τα ύδατα ήρχισαν να υψώνται επικινδύνως και να κατακλύζωσι συνάμα τον «Πέρα Μαχαλά», ασεβώς διαψεύδοντα την μετεωρολογικήν πρόγνωσιν του μπακάλη. Έβρεχε ραγδαίως και το σκότος της νυκτός δεν διεκόπτετο υπό ουδεμιάς αστραπής. Οι κάτοικοι του «Πέρα Μαχαλά» έβλεπον πλέον τον κίνδυνον όν [=τον οποίον] διέτρεχον και τότε μόνον έσπευσαν τεταραγμένοι να εκκενώσωσι τας οικίας των και να καταφύγωσι προς την πόλιν. Οπόσον θλιβερά η εικών κατοίκων φευγόντων! Έκαστος προσεπάθη να σώση ό,τι είχεν πολυτιμότερον. Ολόκληρος ο συνοικισμός ήτο εις κίνησιν. Πάντες εζήτουν την σωτηρίαν αυτών και της κινητής των περιουσίας. Το βαθύ σκότος προσέδιδεν αγριωτέραν όψιν εις την ταραχώδη κίνησιν (…).
Ο φόβος, η ελπίς, η αμφιβολία ήσαν τα αισθήματα, άτινα [=τα οποία] ως φαντάσματα ηγείροντο προ των δεισιδαιμόνων κατοίκων του «Πέρα Μαχαλά» και τους ημπόδιζον να λάβωσι γενναίαν τινά απόφασιν. Κατ’ αρχάς έφευγον προς την Λάρισαν συναποφέροντες τα βρέφη των. Κατόπιν δε, αφ’ ού αφικόμενοι επί της δεξιάς όχθης εξησφάλισαν τα βρέφη και τους γέροντας, επανήλθον εις την συνοικίαν των ίνα σώσωσιν ό,τι ήτο δυνατόν ακόμη να σωθή. Τότε ήρχισεν αδιάκοπος παλινδρομική κίνησις προς την μίαν και την άλλην διεύθυνσιν της γεφύρας. Μετ’ ολίγον δε δεν έβλεπέ τις ειμή άνδρας, γυναίκας, παιδία, αμάξας και ίππους πυρετωδώς σπεύδοντας να μετακομίσωσι διάφορα οικιακά σκεύη. Βρεγμένοι, λασπωμένοι, απηλπισμένοι και φοβισμένοι επηγαινοήρχοντο οι κάτοικοι της μικράς παροχθίου συνοικίας, μετά σπουδής και τρόμου, ίνα προλάβωσι και σώσωσι την κινητήν των περιουσία. Το αμυδρόν φως μικρού φανού εφώτιζεν την σκηνήν ταύτην, και η σκοτεινή αύτη εικών έμεινε χαραγμένη εις την μνήμην μου, όπως πάσαι αι εικόνες της ανθρωπίνης αθλιότητος» [3].
(Συνεχίζεται)


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1]. Νικίας Δέλτα, «Πλημμύρα Πηνειού», Παναθήναια (Αθήνα), τόμος 2, τεύχος 21 (15 Αυγούστου 1901), σελ. 336-340.
[2]. Αφορά τον κίνδυνο από τις πλημμύρες που διατρέχει η αριστερή όχθη του Πηνειού στην συνοικία του Αγίου Χαραλάμπους (Ιπποκράτης).
[3]. Παρόμοιες σκηνές επαναλήφθηκαν κατά τις μεγάλες πλημμύρες των επομένων ετών (1901, 1903 κ.λπ.), με τελευταία αυτήν του 2023.

 

ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΕΣ

Νικίας Δέλτα

Η μεγάλη πλημμύρα της Λάρισας το 1896 (Α’ μέρος)


Παναθήναια (Αθήνα), τχ. 21 (15.8.1901), σελ. 338.  © Βιβλιοθήκη Πανεπιστημίου ΚύπρουΠαναθήναια (Αθήνα), τχ. 21 (15.8.1901), σελ. 338. © Βιβλιοθήκη Πανεπιστημίου Κύπρου

Από τον Αλέξανδρο Χ. Γρηγορίου

Με το ψευδώνυμο Νικίας Δέλτα αναφέρεται κάποιος λογοτέχνης και δημοσιογράφος των Αθηνών (τον οποίο δεν κατορθώσαμε να ταυτοποιήσουμε), ο οποίος επισκέφθηκε τη Λάρισα τον Δεκέμβριο του 1896.

Η παρουσία του στη θεσσαλική πρωτεύουσα συνέπεσε με τη μεγάλη πλημμύρα που έπληξε την πόλη εξ αιτίας των καιρικών συνθηκών, της μεγάλης βροχόπτωσης αλλά κυρίως εξαιτίας της υπερχείλισης του ποταμού Πηνειού. Ας αφήσουμε όμως τον συγγραφέα να περιγράψει τα γεγονότα όπως ακριβώς δημοσιεύθηκαν πέντε χρόνια αργότερα (1901),στο φιλολογικό περιοδικό «Παναθήναια» του Κίμωνα Μιχαηλίδη [1]. Σε αγκύλες τίθενται επεξηγηματικές σημειώσεις.
«Ο Θεσσαλικός Πηνειός είναι εκ των ωραιοτέρων ποταμών και αντάξιος της ωραίας Θεσσαλίας, ής[=της οποίας] πάντα τα ύδατα επιμελώς συλλέγει και διά των μαγευτικών Τεμπών φέρει προς το Αιγαίον πέλαγος. Η ωραιότης αυτού προσείλκυσε τον Θεόν της χάριτος και του κάλλους Απόλλωνα, όστις την κοιλάδα αυτού κατά προτίμησιν εξέλεγε ως σύνηθες ενδιαίτημά [=κατοικία] του. Εκεί δε την χαρίεσσαν [=χαριτωμένη] θυγατέρα του Πηνειού ηράσθη [=ερωτεύθηκε] ο Απόλλων, και τόσον μάλιστα μανιωδώς, ώστε ο φιλόστοργος πατήρ διά να την σώση εκ της καταδιώξεως ηναγκάσθη να την μεταμορφώση εις δάφνην (…). Ο ήσυχος ούτος ποταμός όστις κατά το θέρος καθίσταται ευκόλως βατός, εν ώρα χειμώνος αποβαίνει τρομερός ένεκα των πλημμυρών του. Εκ πλείστων σημείων των οχθών του υπερεκχειλίζει και πλημμυρίζει διαφόρους εκτάσεις άς [=τας οποίας] γονιμοποιεί διά της αποθέσεως της ιλύος [=λάσπης], ήν τα βορβορώδη του ύδατα μεταφέρουσι εκ πάντων των θεσσαλικών ορέων.
Είναι δε λίαν περίεργον ότι ο Πηνειός παρά το χωρίον Μπάκραινα [=Γυρτώνη] υπερεκχειλίζει και χύνει τα ύδατά του εις την γνωστήν λίμνην Κάρλα, ούτω δε ελλατούμενος κατά τον όγκον των υδάτων του, δύναται ακωλύτως να διέλθη διά της στενής, παρά την καταστραφείσαν γέφυραν Βερνεζίου [2], κοίτης του πλάτους μόλις 16 μέτρων.Πρώτην φοράν είδον πλημμύρα κατά την νύκτα της 15 – 16 Δεκεμβρίου 1896, ότε ευρισκόμην εις Λάρισαν. Ο καιρός κατά την εποχήν εκείνην ήτο εκτάκτως βροχερός και πολλοί ποταμοί εγκατέλειψαν την κοίτην των και εχύθησαν εις τας πεδιάδας, φέροντες την καταστροφήν και τον θάνατον (…).
Περί τα μέσα Δεκεμβρίου τα ύδατα του Πηνειού έφθασαν εις ασύνηθες ύψος, παρατηρηθέν το πρώτον παρά τα Τρίκκαλα, επειδή δ’ είναι γνωστή η ανύψωσις ήτις επιφέρει την πλημμύραν, ηγγέλθη το γεγονός εις Λάρισαν, η πεδιάς της οποίας κυρίως απειλείται εκ των πλημμυρών του Πηνειού. Η ειδοποίησις αύτη είναι ευεργετική, διότι είναι το μόνον προγνωστικόν μέτρον και δίδει 24 ωρών προθεσμίαν εις τας αρχάς της Λαρίσης, όπως εάν δύνανται λάβωσι τα κατά της πλημμύρας κατάλληλα μέτρα. Διά πολλούς λόγους γνωστούς εις πάντας τους κατοικούντες την χώραν μας, η προειδοποίησις αύτη δεν ελλατώνει το παράπαν τας ζημίας άς η πλημμύρα επιφέρει.
Εν Λαρίση δεν υπάρχει τίποτε το δυνάμενον να προφυλάξη τους άνθρώπους και τας ιδιοκτησίας από του κινδύνου. Όταν δε παρουσιασθή ανάγκη τις, αμέσως λαμβάνοντα μέτρα «εκ των ενόντων» [=χωρίς προετοιμασία]. Το δε πάντων συνηθέστερον είναι να ζητηθή η συνδρομή της στρατιωτικής αρχής. Συνεπώς και κατά την περίστασιν της πλημμύρας του Πηνειού, εζητήθη βοήθεια από τον στρατόν, χωρίς ουδέ ο αιτήσας ταύτην Δήμαρχος [3] να έχη ακριβή ιδέαν του τρόπου καθ’ όν ο στρατός ηδύνατο να βοηθήση. Ίσως το αίσθημα της ευθύνης ήτις επεβάρυνεν αυτόν, η ενδόμυχος φωνή της εξεγειρομένης συνειδήσεως, να παρώτρυνον τον Δήμαρχον εις την αίτησίν του ταύτην. Ο Αρχηγός Θεσσαλίας ανέθεσε την διεύθυνσιν των κατά της πλημμύρας έργων εις τον στρατιωτικόν Μηχανικόν Λαρίσης, όστις δεν διέθετε προς τον σκοπόν τούτον ειμή [=παρά] την καλήνθέλησιν αυτού και του ολιγαρίθμου προσωπικού της Διευθύνσεως, μέσα άλλως τε πολύ ανίσχυρα ίνα ανακόψωσι την ορμήν της πλημύρας.
Η δεξιά όχθη του Πηνειού, επί της οποίας κείται και η Λάρισα, υπέρκειται κατά πολύ της αριστεράς (…). Η ανύψωσις αύτη της όχθης του ποταμού εξασφαλίζει την Λάρισαν από πάντα εκ πλημμύρας του Πηνειού κίνδυνον, μόνον δε πτωχικαί τινές οικίαι παρά τα «Ταμπάκικα» [=Αμπελόκηποι], απειλούνται εκ της ανυψώσεως των υδάτων. Δεν συμβαίνει όμως το αυτό και διά την αριστεράνόχθην και σπουδαίον διατρέχει εκάστοτε κίνδυνον η παρά την έξοδον της γεφύρας κειμένη συνοικία του «Πέρα μαχαλά» [=Άγιος Χαράλαμπος] και υπό βλαχικών οικογενειών οικουμένη».
(συνεχίζεται)


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1]. Νικίας Δέλτα, «Πλημμύρα Πηνειού», Παναθήναια (Αθήνα), τόμος 2, τεύχος 21 (15 Αυγούστου 1901), σελ. 336-340.
[2]. Η γέφυρα καταστράφηκε από τα ελληνικά στρατεύματα κατά τη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 για να ανακοπεί η προέλαση των Τούρκων. Ερείπιά της, διακρίνονται ακόμα και σήμερα.
[3]. Δήμαρχος Λαρίσης τον Δεκέμβριο του 1896 ήταν ο Κωνσταντίνος Αναστασιάδης (1851-1899), ο οποίος είχε εκλεγεί στις αναπληρωματικές δημοτικές εκλογές που διενεργήθηκαν στις 14 Απριλίου 1896, μετά από τον ξαφνικό θάνατο του ιατρού και δημάρχου Αχιλλέα Λογιωτάτου (4 Φεβρουαρίου 1896).

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2025

 

ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ

«Εργοστάσιον Σακχάρεως»

 
«Εργοστάσιον Σακχάρεως»

Ο θείος ο Αποστόλης, που για κάποιον λόγο τον φωνάζανε Αποστολάκη, ερχόταν ξημερώματα στο σπίτι της γιαγιάς, της αδερφής του, να ρίξει κάνα δυο ώρες ύπνο, καθώς γύριζε κατάκοπος απ’ το «Ζαχάρεως», όπου είχε νυχτερινή βάρδια και μετά να πάρει το λεωφορείο για το χωριό.

- Μωρέ δε λες τι καλά που άνοιξε κι αυτό το εργοστάσιο και βρήκε δουλειά τόσος κοσμάκος», έλεγε η γιαγιά, φανερά ευχαριστημένη που ο αδερφός της, που ‘ταν μια ζωή στο μεροκάματο και την αβεβαιότητα, βολεύτηκε επιτέλους σε ένα κρατικό εργοστάσιο με σίγουρο μισθό, «ντάγκα-ντάγκα», έλεγε, κάθε πρώτη του μηνός. Και γραμμένο τον είχε τον Στέργιο, τον άλλο αδερφό της, που σαν κομμουνιστής αμετανόητος της το χτυπούσε συνεχώς. «Ντροπή… Πήγατε και προσκυνήσατε τον Ροδόπουλο…». Αλλά δε χαμπάριζε από τέτοια η Ασπασία, που ήταν του δόγματος «η δουλειά μου να γίνεται κι όλα τ’ άλλα…».
Με μέσον είτε τον πανίσχυρο τότε πρόεδρο της Βουλής, Τάκη Ροδόπουλο, είτε κάποιον άλλον τοπικό κομματάρχη, η αλήθεια είναι ότι στο «Εργοστάσιον Σακχάρεως», ιδρυθέν υπό Κωνσταντίνου Καραμανλή πρεσβύτερου εν έτει 1962, μπήκαν και δούλεψαν ένα σωρό φτωχά παιδιά, δεξιών κυρίως οικογενειών, αλλά φτωχόπαιδα. «Το εργοστάσιον απασχολεί πεντακοσίους εργατοτεχνίτας» ανακοίνωνε υπερηφάνως ο εκφωνητής στα «Επίκαιρα» της εποχής. Κι από κοντά χιλιάδες αγροτικά νοικοκυριά, που έβαλαν τεύτλα και σώθηκαν. Γλύκανε κάπως το ψωμί τους… Χιλιάδες και οι κτηνοτρόφοι που με τα απόβλητα της ζάχαρης, την «πούλπα», εξασφάλιζαν φθηνή ζωοτροφή για τα ζωντανά τους.
Η ιστορία του «Ζαχάρεως», όπως τη βρήκα σε κάτι παλιά κείμενα και σε ταινίες αρχείου της ΕΡΤ, είναι από μόνη της εκπληκτική. Κυρίως είναι διδακτική. Ένας πραγματικός καθρέφτης της λειτουργίας αυτού του κράτους μεταπολεμικά. Η ιδέα ανήκε, λέει, στον Αλέξανδρο Τσάτσο, πρόεδρο των Ελλήνων Βιομηχάνων, που το 1959, στη ΔΕΘ, εισηγήθηκε στον τότε πρωθυπουργό, Κωνσταντίνο Καραμανλή, την ίδρυση της Ελληνικής Βιομηχανίας Ζαχάρεως (ΕΒΖ). Προφανώς ο Τσάτσος γνώριζε την εμμονή του Καραμανλή με τον πρωτογενή τομέα, που ήταν η εμμονή μιας γενιάς η οποία χάρη στη γη επιβίωσε σε περιόδους μεγάλης πείνας. Μερικά στρέμματα χωράφι, ένας μπαξές, τάισαν τους χωριάτες, έσωσαν ζωές. Αλίμονο στους αστούς, αυτοί πείνασαν, αυτοί την πλήρωσαν.
Το φοβερό στα σημερινά δικά μας μάτια είναι πως το 1959 συνελήφθη η ιδέα και μέσα σε τρία μόλις χρόνια, το 1962, το πρώτο εργοστάσιο, αυτό της Λάρισας, στήθηκε από Γερμανούς μηχανικούς και δούλευε κιόλας! Απίστευτο, αν σκεφτείς για ποιο κράτος γραφειοκρατών, εργολάβων, μιζαδόρων και ρουσφετολόγων μιλάμε. Φαίνεται ότι ο Καραμανλής το είχε πάρει προσωπικά και μοίραζε παντού… «κλωτσιές».
Δικαιώθηκε! Μέσα σε μια οκταετία, τα πέντε ζαχαρουργεία που συνολικά απέκτησε η χώρα, είχαν ετήσιο όφελος για την ελληνική οικονομία 300 εκατομμύρια δολάρια… Ασύλληπτα ποσά για την εποχή. Χώρια οι θέσεις εργασίας, χώρια τα οφέλη της τευτλοκαλλιέργειας και της κτηνοτροφίας.
Το θυμάμαι ακμάζον το «Ζαχάρεως»… Είχαμε πάει μια φορά με τον πατέρα μου για κάποιον λόγο. Επιβλητικό… Ένα πελώριο σιδερένιο κάστρο. Εργάτες πηγαινοέρχονταν στις… πολεμίστρες του, φωτιά και θόρυβος στα φουγάρα που ξερνούσαν παντού στην ατμόσφαιρα μια μυρουδιά καμένου τεύτλου που δεν ήσουνα σίγουρος αν ήταν ευχάριστη ή δυσάρεστη. Θυμάμαι ακόμη την κίνηση που απέκτησε η γειτονιά μας, η οδός Γεωργιάδου, η βασική, δηλαδή, αρτηρία που ένωνε τα καμποχώρια με την εθνική. Κονβόι τα «τραχτέρια» όλο το εικοσιτετράωρο, που τα οδηγούσαν αγρότες μαυρισμένοι από τον ήλιο και που σκορπούσαν τεύτλα εκατέρωθεν του δρόμου, όταν οι παραφορτωμένες καρότσες έπεφταν σε καμιά λακκούβα.
Δούλεψε το εργοστάσιο και δούλεψε καλά. Άντεξε ακόμη κι όταν έπεσε εκείνη η «ακρίδα» του 1981, τότε που οι κλαδικές του ΠΑΣΟΚ ρουσφετολογώντας ασύστολα έστελναν άπειρο κόσμο να πιάσει δουλειά σαν εποχικοί. Χαράμι μεροκάματο έπαιρναν, ενώ κοινό μυστικό ήταν οι τρελές απολαβές των διευθυντάδων και των συνδικαλιστάδων που έπιασαν τα πόστα. Τι να πεις; Μέχρι τότε «μασούσαν» οι δεξιοί, μετά… «ο λαός στην εξουσία». Το δημόσιο πάντα σαν λάφυρο το έβλεπαν όλοι.
Τη δεκαετία του 1990 φαίνεται ότι ισορρόπησαν τα πράγματα. Οι παλιές κλαδικές διαλύθηκαν, το ΠΑΣΟΚ ωρίμασε, ο πατέρας Μητσοτάκης που παρέλαβε ένα σωρό προβληματικές επιχειρήσεις κάτι συμμάζεψε, το εργοστάσιο εκσυγχρονίστηκε και μπήκε σε μια πορεία επιβίωσης. Ατύχησε… Γιατί, στο μεταξύ, άλλαξε η παγκόσμια αγορά ζάχαρης. Πώς να συναγωνιστείς την πάμφθηνη ζάχαρη από τρίτες χώρες, όπως η Ινδία, η Βραζιλία, η Κούβα; «Κλείστε τα», δε συμφέρει, είπε η Ευρωπαϊκή Ένωση και ένας άλλος Καραμανλής, ο νεότερος, καμία σχέση με τον μπάρμπα του ως ικανότητα και πολιτική ενόραση, πήγε και το ‘κλεισε. Κι ας του έλεγαν κάποιοι να μη βιαστεί.
Για να καταλαγιάσει την οργή των Θεσσαλών, ο «κουρασμένος» εκείνος Καραμανλής και η κυβέρνησή του παραμύθιαζαν τον κόσμο περί μετατροπής του εργοστασίου σε μονάδα παραγωγής βιομάζας και άλλων εναλλακτικών προϊόντων… Τα συνήθη φληναφήματα…
Το τι απέγιναν αυτά «οράματα», το βλέπει κανείς σήμερα. Το είδα κι εγώ και το θυμήθηκα τις προάλλες σαν περνούσα με το αυτοκίνητο απ’ την περιοχή. Το σιδερένιο κάστρο των παιδικών μου χρόνων στέκει πάντα εκεί. Με τα φουγάρα σβηστά και τις εγκαταστάσεις του, τα σιλό, τα υπόστεγα, τα κτίρια, όλα σκουριασμένα, αραχνιασμένα. Βιομηχανικό μουσείο; Μάλλον με βιομηχανικό νεκροταφείο μοιάζει. Και κανείς δε μιλάει… Κανείς δε λέει τι πρόκειται και τι μπορεί να γίνει. Όλα στην αδράνεια και την εγκατάλειψη. Στο κάτω-κάτω, αν έχουμε αποφασίσει πως δε μας κάνει πια, να το ξηλώσουμε και να απελευθερώσουμε τον χώρο.
Διαβάζω σήμερα παντού πως η κυβέρνηση Μητσοτάκη κλονίζεται λόγω της τραγωδίας των Τεμπών… Πόσο επιφανειακή ανάλυση! Η κυβέρνηση, ή μάλλον άλλη μια κυβέρνηση, βυθίζεται στην ανυπαρξία της. Αν οι υπουργοί και τα στελέχη της, που άλλο δεν κάνουν παρά να τρέχουν κάθε μέρα στα κανάλια να αντιδικήσουν με τους αντιπάλους τους για τα Τέμπη, ήταν σοβαροί και ασχολούνταν με τα χιλιάδες αφημένα θέματα τύπου «Ζαχάρεως», ίσως τώρα Τέμπη να μην υπήρχαν. Ίσως να είχαν φτιάξει και τον σιδηρόδρομο, ίσως να είχαν βάλει τη χώρα σε μια άλλη λογική. Αλλά βλέπεις, εδώ και πολλά χρόνια έχει χαθεί η αίσθηση του τι μεγάλη ευθύνη είναι να διοικείς ένα κράτος και επιπλέον οι κυβερνήσεις δεν έχουν καν… μυρουδιά από τον κόσμο της παραγωγής. Κρατικοδίαιτοι, μανούλες στη μικροπολιτική και την ίντριγκα, έρχονται στην εξουσία και διαχειρίζονται το κρατικό χρήμα, τις επιδοτήσεις, τα κατά καιρούς Ταμεία Ανάκαμψης, όχι νοικοκυρεμένα, όχι με βάση τον ρεαλισμό της αγοράς, αλλά με βασικό γνώμονα πώς να διατηρήσουν την εξουσία αυτήν. Τις παραγωγικές ανάγκες της χώρας τις επικαλούνται κάθε τόσο με στόμφο, αλλά δεν τις εννοούν. Ή μάλλον δεν τις κατανοούν. Και ο Κυριάκος ακόμη, παιδί του Χάρβαρντ και του Κολωνακίου, δεν είναι ο Καραμανλής της Πρώτης Σερρών, ο γειωμένος με τη γη, που μύρισε χώμα, κοπριά και ξινίλα, και έμαθε από μικρός τι θα πει κόπος και ιδρώτας. Να το πούμε απλά; Ο Κυριάκος δε ρίχνει «κλωτσιές». Και σαν άλλον Σημίτη, στο τέλος θα «κλωτσήσουν» και τον ίδιο. Στο μεταξύ, χάθηκε και ο μεταρρυθμιστικός ζήλος της πρώτης τετραετίας και τα πράγματα χειροτέρεψαν. Για όλους μας.
Επίλογος: Τι θα κάνουμε κύριοι με το Εργοστάσιο Ζαχάρεως της Λάρισας;

ΑΛΕΞΗΣ ΚΑΛΕΣΗΣ
alexiskalessis@yahoo.gr

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2025

 

ΑΡΧΕΙΑ ΚΑΙ ΜΝΗΜΕΣ ΤΗΣ ΛΑΡΙΣΑΣ

Ο Στέλιος, η Βίκυ, ο Μπάμπαρης και η Λάρισα


Στο «Αλκαζάρ» στις 27 Δεκεμβρίου 1962, ο χορός του Συλλόγου Λαρισαίων Φοιτητών «Κων. Κούμας». Ο πρόεδρος Σπύρος Μπαρμπούτης στο κέντρο της φωτογραφίας και δίπλα του (αριστερά) ο κονφερασιέ Κώστας Μπάμπαρης. Το Δ.Σ. του συλλόγου το συναποτελούσαν οι: Αλ. Μαλάκης, αντιπρόεδρος, Νικ. Χρυσικός, γεν. γραμματέας, Ντ. Τσαγκάλης, ταμίας, Σαβ. Ταταρόπουλος, μέλος (Αρχείο Σπ. Μπαρμπούτη). Στο «Αλκαζάρ» στις 27 Δεκεμβρίου 1962, ο χορός του Συλλόγου Λαρισαίων Φοιτητών «Κων. Κούμας». Ο πρόεδρος Σπύρος Μπαρμπούτης στο κέντρο της φωτογραφίας και δίπλα του (αριστερά) ο κονφερασιέ Κώστας Μπάμπαρης. Το Δ.Σ. του συλλόγου το συναποτελούσαν οι: Αλ. Μαλάκης, αντιπρόεδρος, Νικ. Χρυσικός, γεν. γραμματέας, Ντ. Τσαγκάλης, ταμίας, Σαβ. Ταταρόπουλος, μέλος (Αρχείο Σπ. Μπαρμπούτη).

Στέλιος Καζαντζίδης και «Υπάρχω».

Ένα από τα καλύτερα τραγούδια του Στέλιου, αλλά από τον Δεκέμβριο του 2024 και ταινία [1]. Είναι η αφορμή για το «σκάλισμα» μιας ιστορίας του 1963, με έντονο λαρισινό ενδιαφέρον. Τότε, υπήρξε δικαστική διαμάχη στην Αθήνα μεταξύ του βάρδου και του πασίγνωστου στη Λάρισα κονφερασιέ (παρουσιαστή) και επιχειρηματία νυχτερινών κέντρων Κώστα Μπάμπαρη. Οικονομικό ήταν το αντικείμενο της διαμάχης και στη μέση η Βίκυ Μοσχολιού, ως βασική μάρτυρας υπέρ του Μπάμπαρη. Η υπόθεση έληξε ομαλά, με αμοιβαίο συμβιβασμό. Αλλά, πριν μπούμε στην ενδιαφέρουσα ιστορία, να δούμε πρώτα όσα στοιχεία συγκεντρώθηκαν για τον Κώστα Μπάμπαρη.
Από το διαδίκτυο προκύπτει ότι το 1967 παρουσίαζε μουσική εκπομπή στον τηλεοπτικό σταθμό της ΥΕΝΕΔ, με τίτλο «Κοντά στα Αστέρια». Τον συναντάμε κι ως ηθοποιό, με μικρούς ρόλους, σε δύο ελληνικές ταινίες. Η μία είναι «Η Μπέτυ παντρεύεται» του 1961, με την Γκιζέλα Ντάλι και τον Χριστόφορο Νέζερ, και η άλλη ο «Ζητιάνος μιας Αγάπης» του 1964, με βασικό πρωταγωνιστή τον Νίκο Ξανθόπουλο. Μέσα από το αρχείο της «Ε» και από τις διαφημιστικές καταχωρήσεις προκύπτει ότι στη Λάρισα εργάστηκε, ως παρουσιαστής και ως εκμεταλλευτής γνωστών νυχτερινών κέντρων, περίπου από το 1958 έως το 1976. Ο Κώστας Μπάμπαρης άφησε το στίγμα του στη νυχτερινή Λάρισα. Το 1958 [2] σε διαφημιστική καταχώρηση του αναψυκτηρίου-εστιατορίου «Αλκαζάρ» εμφανίζεται ως ο παρουσιαστής του προγράμματος. Στις 27 Αυγούστου 1962, πάλι στο «Αλκαζάρ», διαφημίζεται ως «η τιμητική βραδιά του κονφερασιέ Κώστα Μπάμπαρη» με συμμετοχή των Γιάννη Βογιατζή, Τζένης Βάνου και Λυκούργου Μαρκέα. Στις 8 Απριλίου 1966 ανακοινώνεται ότι στο «Χαγιάτι του Μπάμπαρη» [3] θα εμφανιστεί το διήμερο του Πάσχα ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, μαζί με άλλους καλλιτέχνες. Ο Κ. Μπάμπαρης ανέλαβε, αργότερα, τη διεύθυνση του κέντρου «Αλκαζάρ», σύμφωνα με καταχώρηση στις 2 Ιουλίου 1968 στην «Ε». Στις 28 Φεβρουαρίου 1969 το «Αλκαζάρ του Μπάμπαρη» ανακοινώνει την εμφάνιση της «μεγάλης Ελληνίδας βεντέτας του τραγουδιού Τζένης Βάνου» και του «μαέστρου του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας και της Τηλεοράσεως» Γιώργου Θεοδοσιάδη. Στις 16 Οκτωβρίου 1975 τον συναντάμε ως επιχειρηματία στο κέντρο «Σνακ Μπαρ» [4]. Με βάση επιστολή του στην «Ε» στις 21 Ιανουαρίου 1976, είχε νοικιάσει για μικρό χρονικό διάστημα το γνωστό κέντρο «ΡΙΟ», το οποίο βρισκόταν στον δρόμο Λάρισας-Γιάννουλης, δίπλα στη γέφυρα της εξωτερικής κοίτης του Πηνειού.
Ο Κώστας Μπάμπαρης ήδη συνεργαζόταν με τον Στέλιο Καζαντζίδη το 1961, όταν τον Φεβρουάριο αυτής της χρονιάς τραυματίστηκε σε τροχαίο δυστύχημα [5], κάπου στη Βόρεια Ελλάδα. Στο αυτοκίνητο επέβαιναν μέλη του συγκροτήματος Καζαντζίδη και ένας εξ αυτών έχασε τη ζωή του. Η οικονομική διαφορά των δύο πλευρών προέκυψε το 1962, όταν ο Κώστας Μπάμπαρης εμφανιζόταν στο κέντρο «Αλκαζάρ» στη Λάρισα. Εκεί, έκλεισε η οικονομική συμφωνία με τον Καζαντζίδη, για περιοδεία στην Αυστραλία. Η υπόθεση εκδικάστηκε στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών και την κατέγραψε η «Ε» με πρωτοσέλιδη ανταπόκριση από την Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 1963. Σύμφωνα με όσα δημοσιεύτηκαν: Τον Σεπτέμβριο του 1962 ο Καζαντζίδης και το συγκρότημά του, μαζί με τον παρουσιαστή Κ. Μπάμπαρη, ταξίδεψαν στην Αυστραλία. Ο τραγουδιστής θα κατέβαλε στον παρουσιαστή 15.000 δραχμές για 15 ημέρες. Ο κονφερασιέ πήρε ως προκαταβολή 5.000 δρχ. και τα υπόλοιπα θα τα έπαιρνε μετά την επιστροφή τους. Κατά την περιοδεία, προέκυψαν διαφωνίες του τραγουδιστή με επιχειρηματία και ο Στέλιος αρνήθηκε να εμφανιστεί στο Σίδνεϊ. Υπήρξε εμπλοκή της Αυστραλιανής Δικαιοσύνης και απαγορεύτηκε η έξοδος από τη χώρα του ελληνικού συγκροτήματος. Έτσι, παρέμειναν εκεί μέχρι τον Νοέμβριο! Τα συμβάντα απασχόλησαν φυσικά και τα μέσα ενημέρωσης (εφημερίδες) στην Ελλάδα. Εξ αυτών των γεγονότων, ο Στέλιος αρνήθηκε να δώσει τα υπόλοιπα χρήματα στον Μπάμπαρη. Ο Κώστας Μπάμπαρης κατέθεσε στο δικαστήριο ότι: «Ο κ. Καζαντζίδης, ο εκατομμυριούχος, αρνείται να μου δώσει τα λεφτά μου. Εγώ μαζί του υπέγραψα συμβόλαιο και δεν αναγνωρίζω άλλον εργοδότη. Τα λεφτά μου!».
Το ρεπορτάζ καταλήγει στα εξής: «Την χαριστική βολή, όμως, του την έδωσε η συνάδελφός του Βίκυ Μοσχολιού, μαζί με την οποία εμφανίζεται σε γνωστό νυκτερινό κέντρο.
- Ξέρω ότι ο Στέλιος του χρωστά του Κώστα τις 10.000 δρχ. Ήμουν κι εγώ στο συγκρότημά του. Και γυρίζοντας προς τον Καζαντζίδη, πρόσθεσε:
-Γιατί, Στέλιο δε δίνεις τα χρήματα; Ξέρεις καλά ότι ο Κώστας έχει παιδιά.
- Δεν είναι για τα χρήματα, που φυσικά δε χρωστώ σε κανέναν. Πίσω από όλη αυτήν την υπόθεσι κρύβονται σκοτεινές δυνάμεις!..
Άραγε τι εννοούσε; Ποιες ήσαν οι σκοτεινές δυνάμεις; Μετά την κατάθεσι της Μοσχολιού, ο πρόεδρος του δικαστηρίου συνέστησε στον Καζαντζίδη να συμβιβασθή με τον αντίδικόν του. Ήταν, όμως, ανένδοτος και συνεχώς επανελάμβανε: «Πίσω από όλη αυτήν την υπόθεσι κρύβονται σκοτεινές δυνάμεις». Ο δικηγόρος του, όμως, που γνώριζε περισσότερα από αυτόν, όσον αφορά τη νομική πλευρά του ζητήματος, κατόρθωσε να τον πείση, ύστερα από τρεις ώρες συζητήσεις, να δεχθή τον συμβιβασμό. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου, πριν ο Καζαντζίδης αποχωρήση από την αίθουσα, του έκαμε την εξής σύστασι:
- Και το βράδυ να τραγουδήσετε μαζί με τη συνάδελφό σας. Μην τη διώξετε. Ήταν υποχρεωμένη η κοπέλλα να πη την αλήθεια… Ο Καζαντζίδης, δεν απήντησε. Απεχώρησε σκυθρωπός».

 

[1]. Ελληνική ταινία του 2024, σε σενάριο Κατερίνας Μπέη και σκηνοθεσία Γιώργου Τσεμπερόπουλου. Η ταινία βασίζεται στη ζωή του λαϊκού τραγουδιστή Στέλιου Καζαντζίδη. Πρωταγωνιστεί ο τραγουδιστής Χρήστος Μάστορας και κυκλοφόρησε στις 19 Δεκεμβρίου 2024 από την «Tanweer».
[2]. «Ελευθερία» 24 Ιουνίου 1958.
[3]. Το κέντρο στεγαζόταν στον ίδιο χώρο, όπου βρισκόταν παλιότερα η ιστορική «Όασις», απέναντι από τον σιδηροδρομικό σταθμό Λάρισας, στη γωνία των οδών 28ης Οκτωβρίου και Παλαιολόγου. Εκεί εγκαινιάστηκε στις 22 Φεβρουαρίου 1973 (διαφημιστική καταχώρηση στην «Ε») η ντισκοτέκ «ΑΝΝΑΜΠΕΛΛΑ», η οποία μεσουράνησε μέχρι τη δεκαετία του ‘80.
[4]. Βρισκόταν δεξιά, προς την έξοδο της οδού Φαρσάλων, περίπου στο μέσον, μεταξύ της πλατείας Μαρίνου Αντύπα της συνοικίας Αβέρωφ και του σημερινού ξενοδοχείου «Larissa Imperial». Ακριβώς στο σημείο που η οδός κάνει ελαφριά καμπή. Παλιά τερμάτιζε εκεί η αστική γραμμή Νο 3. Λόγω της ακραίας θέσης του, σύχναζαν και πολλά νεαρά ζευγάρια. Το παλιό κτίσμα έχει κατεδαφιστεί και στη θέση του υπάρχει σήμερα σύγχρονο κτίριο.
[5]. Ιστοσελίδα ΒΟΡΕΑΣmagazin, από το βιβλίο «Κυνηγετικά θησαυρίσματα» του Άγγελου Ποιμενίδη.

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Το εξοχικό κέντρο «Κιβωτός»

 
Σχολική εκδρομή στην «Κιβωτό» με το καθηγητή Γεώργιο Βαφέα τον Ιούνιο του 1929. Αρχείο Θανάση Μπετχαβέ.Σχολική εκδρομή στην «Κιβωτό» με το καθηγητή Γεώργιο Βαφέα τον Ιούνιο του 1929. Αρχείο Θανάση Μπετχαβέ.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Την περίοδο του μεσοπολέμου οι περισσότεροι Λαρισαίοι μετακινούνταν με τα πόδια όταν οι αποστάσεις ήταν μικρές.

Αυτοκίνητα υπήρχαν, αλλά ήταν ελάχιστα και οι πιο ευκατάστατοι χρησιμοποιούσαν άμαξες. Οι δρόμοι όμως ήταν σε κακά χάλια (στην καλύτερη περίπτωση σκυρόστρωτοι). Ο παλιός δημοσιογράφος Κώστας Περραιβός είχε μια φράση κλισέ για τους δρόμους της Λάρισας αυτής της περιόδου, «κονισαλέοι και λασποβριθείς», δηλ. γεμάτοι σκόνη (το καλοκαίρι) και λάσπη (τον χειμώνα). Παρ’ όλα αυτά οι απλοί Λαρισαίοι περπατούσαν καθημερινά μεγάλες αποστάσεις, όχι μόνο για τις καθημερινές τους ασχολίες, αλλά και για τους περιπάτους, οι οποίοι ξεκούραζαν τους εργαζόμενους από τον μόχθο της ημέρας. Ακόμη περισσότερο, αρκετοί ήθελαν να βρεθούν μακριά από τα καφενεία και με παρέες ολιγάριθμων ατόμων κατευθύνονταν σε εξοχικά σημεία της πόλης όταν το επέτρεπαν οι συνθήκες.
Ένας από τους πλέον δημοφιλείς περιπάτους για τους Λαρισαίους ήταν η πορεία προς την περιοχή του Αλκαζάρ. Ησυχία, πράσινο, καθαρός αέρας συνόδευε τους περιπατητές. Και όταν η κόπωση δυσκόλευε τη συνέχεια της βόλτας, υπήρχαν διάφορα εξοχικά κέντρα στην περιοχή, όπου σταματούσαν να αναπαυθούν, να απολαύσουν τη θέα και να πιουν τον καφέ ή το τσιπουράκι τους. Το σπουδαιότερο ήταν το γνωστό μας κέντρο «Αλκαζάρ[1]. Ένα άλλο στην κυριολεξία άκρως εξοχικό σημείο το οποίο δεχόταν μεγάλο κύμα Λαρισαίων ήταν το κέντρο «Κιβωτός». Βρισκόταν στο τέρμα της περιοχής «Μεριάς»[2], ανάμεσα στην αριστερή όχθη του Πηνειού, και στο σημερινό «Στάδιο Αλκαζάρ». Το εξοχικό κέντρο ήταν ένα μικρό, χαμηλό τετράγωνο κτίσμα. Εσωτερικά ίσα που χωρούσε τον μπουφέ, την μικρή αποθήκη και τρία-τέσσερα τραπέζια με λιγοστές καρέκλες. Γι’ αυτό και η «Κιβωτός» ήταν κατ’ εξοχήν θερινό κέντρο, επειδή μόνον τότε ο καιρός επέτρεπε στον επιχειρηματία να απλώνει στον περιβάλλοντα εξωτερικό χώρο και κάτω από τη σκιά των δένδρων πολλά τραπεζάκια.
Το κέντρο το διαχειριζόταν ο Γεώργιος Ζαρκαδούλας. Ήταν ένα άτομο μοναχικό και δούλευε για να φροντίζει και να συμπαραστέκεται στην πολυμελή οικογένεια του αδελφού του Παναγιώτη, ο οποίος είχε πεθάνει νέος. Ήσυχος άνθρωπος και άγαμος καθώς ήταν, βρήκε στο κέντρο αυτό ένα αποκούμπι, μακριά από την φασαρία των κεντρικών καφενείων. Εξυπηρετούσε τους περπατητές που έφθαναν μέχρι την «Κιβωτό» και τους ψαράδες του Πηνειού, ενώ συγχρόνως ήταν και δεινός κυνηγός.
Την «Κιβωτό» τη δούλευε ολόκληρο τον χρόνο, ακόμα και τις παγερές ημέρες του χειμώνα γιατί δεν ήθελε να στριφογυρνάει στα καφενεία. Μοναδικοί πελάτες του τον χειμώνα ήταν συνήθως κάποιοι ψαράδες του Πηνειού, οι οποίοι πήγαιναν και τον έκαναν συντροφιά τρώγοντας τηγανιές με ποταμίσια ψάρια και πίνοντας κρασί ή τσίπουρο. Όσοι τον γνώρισαν έλεγαν ότι ο Ζαρκαδούλας ήταν άνθρωπος ήσυχος, ήρεμος, αγαθός και λιγομίλητος. Το τελευταίο μπορούμε να πούμε ότι ήταν προσόν, γιατί στο κέντρο του κατέφευγαν και μερικά παράνομα ερωτικά ζευγαράκια τα οποία αποζητούσαν εχεμύθεια, την οποία ο ιδιοκτήτης παρείχε αφειδώς.
Η ονομασία του κέντρου ως «Κιβωτός» προήλθε, σύμφωνα με τους παλιούς ιστορικούς, ύστερα από μια πλημμύρα του Πηνειού, όταν η επίπεδη αυτή περιοχή, μαζί με τον απέναντι συνοικισμό Ταμπάκικα, κατακλύσθηκαν από νερά, από τα οποία προεξείχε μόνον το εξοχικό κέντρο από την πλευρά του Αλκαζάρ και η εκκλησία της Παναγίας στα Ταμπάκικα. Νονός του κέντρου ήταν ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Ελευθερία» Ευάγγελος Τσιρόπουλος[3], ο οποίος περιέγραψε ως εξής την πλημμύρα στην περιοχή αυτή: «Ολόκληρον το πεδίον του Αλκαζάρ εκαλύφθη υπό υγράν σινδόνην, ήτις εξετείνετο μέχρι του αγροκτήματος Χαροκόπου. Τα πάντα είχον καλυφθεί από τα πλημμυρίσαντα ύδατα και εν τω μέσω της σχηματισθείσης απεράντου λίμνης επρόβαλεν, ως η Κιβωτός του Νώε, το εξοχικόν κέντρον παρά τον κήπον Παπασταύρου»[4]. Η παρομοίωση αυτή του Τσιρόπουλου ήταν πετυχημένη, άρεσε στους αναγνώστες της εφημερίδας και στον Ζαρκαδούλα, ο οποίος έσπευσε να υιοθετήσει την ονομασία αυτή και από τότε η «Κιβωτός» υπήρξε σημείο αναφοράς πολλών περιπατητών. Μεταπολεμικά στην ίδια τοποθεσία δημιουργήθηκε το εξοχικό κέντρο «Άλσος», γνωστό περισσότερο ως «Τζίμης» του Δημητρίου Αχιλλείου.
Η περισσότερη δουλειά για την Κιβωτό του Ζαρκαδούλα άρχιζε τον Μάιο. Τότε οι Λαρισαίοι, όταν οι Κυριακές και γιορτές ήταν ηλιόλουστες, κατέβαιναν οικογενειακώς μετά τον εκκλησιασμό στο Αλκαζάρ και πολλοί κατευθύνονταν στην «Κιβωτό». Οι περισσότεροι απ’ αυτούς κατανάλωναν τα φρέσκα και τρυφερά αγγουράκια που ήταν παραγωγή του διπλανού αγροκτήματος Παπασταύρου και τα πωλούσε στον κόσμο ο επιστάτης του Μπαξεβάνος. Κάθονταν στα τραπέζια του κέντρου και απολάμβαναν τα αγγουράκια με τη συνοδεία τσίπουρου και άλλων μεζέδων του Ζαρκαδούλα.

------------------------------------
[1]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα. 53 δημοσιεύματα στην καθημερινή εφημερίδα της Λάρισας «Ελευθερία» κάθε Τετάρτη, κατά το έτος 2014, Λάρισα (2016) σελ. 33-40.
[2]. Μεριάς ονομαζόταν από την περίοδο ακόμα της τουρκοκρατίας, όλη η περιοχή που περικλειόταν από την έξοδο της γέφυρας, τον οδικό δρόμο προς Γιάννουλη, το ανάχωμα πίσω από το Στάδιο και την αριστερή όχθη του Πηνειού. Ήταν ένα απέραντος επίπεδος χώρος, όπου γινόταν τα στρατιωτικά γυμνάσια των Τούρκων. Μετά την απελευθέρωση της Λάρισας η περιοχή ονομάσθηκε Πεδίον του Άρεως και μετά την δενδροφύτευση του Αλκαζάρ ο Μεριάς είχε περιορισθεί μόνον στο χώρο της εμποροζωοπανήγυρης.
[3]. Ο Ευάγγελος Τσιρόπουλος (1900-1938) ήταν αρχικά αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Ελευθερία» και από 1925 διετέλεσε διευθυντής της έως το 1935, όταν προσβλήθηκε από φυματίωση και απεβίωσε στις 18 Φεβρουαρίου 1938. Γιός του ήταν ο Κώστας Τσιρόπουλους (1930-2017) σπουδαίος συγγραφέας και διανοούμενος στην Αθήνα.
[4]. Ολύμπιος (Περραιβός Κώστας), Η Λάρισα που χάθηκε, εφ. «Λάρισα», φύλλο της 20ης Αυγούστου 1979.

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2025

 

Αιγηίς: Ένας πολιτισμός που χάθηκε… άδοξα


Πιστεύω πως δεν υπάρχει κανείς, σήμερα, που να μην αποδέχεται ως γεγονός την ύπαρξη πολιτισμού και μάλιστα αρκετά ανεπτυγμένου, στον προϊστορικό χώρο του Αιγαίου. Την περιοχή που είναι γνωστή ως Αιγηίδα.

Συγκεκριμένα όταν άρχισε το τέλος της παγετώδους περιόδου οι πορθμοί που χωρίζουν την Ευρώπη από την Αφρική και την Ασία δεν υπήρχαν αλλά ήσαν στεριές. Όπως η Ιταλία η Σικελία και η Τυνησία ήταν επίσης ενωμένες. Εκεί λοιπόν που σήμερα βρίσκεται η Μεσόγειος ήταν τότε δύο χωριστές θάλασσες που χώριζαν την Μεσόγειο σε ανατολική και δυτική.

Το μεγαλύτερο μέρος που δεν καλυπτόταν από πάγους στην περιοχή της Ευρώπης ήταν η χώρα της Αιγηίδος. Άρχιζε από τα δυτικά των Ιονίων νησιών, που φυσικά δεν ήταν τότε νησιά, περιελάμβανε την ηπειρωτική Ελλάδα, το Αιγαίο που και αυτό δεν ήταν φυσικά θάλασσα, ακόμη, την Μικρά Ασία, την Κρήτη, την Κύπρο και έφθανε έως την Συρία. Την περιοχή αυτή που ονομαζόταν Αιγηίδα ή Αγαιίδα την διέσχιζε ο Αιγαίος ποταμός που ερχόταν από τον Εύξεινο και διέρρεε την μεγάλη πεδιάδα ( Ελλάδας – Μικράς Ασίας) σχημάτιζε μία λίμνη ανατολικά της Εύβοιας και χυνόταν στην ανατολική κλειστή θάλασσα νοτιοδυτικά και νοτιοανατολικά της Κρήτης. Στην ίδια θάλασσα χυνόταν και ο Νείλος αλλά και ο Αδριατικός ποταμός που εξέβαλε βορειοδυτικά της Κέρκυρας. Η χώρα της Αιγηίδος είχε ήπιο κλίμα, άφθονα νερά, μεγάλες και εύφορες πεδινές εκτάσεις.

Αυτή ήταν σε βασικές γραμμές η περιοχή της Αιγηίδος και φυσικά οι άνθρωποι που βρίσκονταν εκεί είναι λογικό πως κάτω από τόσο ευνοϊκές συνθήκες να είχαν την καλύτερη εξέλιξη που μπορεί να πιθανολογήσει ο οποιοσδήποτε ερευνητής. Το ίδιο και η περιοχή παρουσίασε την μεγαλύτερη και αξιολογότερη ανάπτυξη και έτσι έγινε η ουσιαστική κοιτίδα του ανθρώπινου πολιτισμού,μέχρι που ήρθε το λιώσιμο των πάγων με όλα τα δυσμενή έως και απόλυτα καταστροφικά αποτελέσματα για ολόκληρη δυστυχώς την χώρα της Αιγηίδος.

Ακόμη λοιπόν το ίδιο πιστεύω, ότι και μετά το λιώσιμο των πάγων και το πλημμύρισμα της περιοχής με τα νερά που εισέβαλαν από την ευρύτερη περιοχή των Ηρακλείων στηλών, σημερινό Γιβραλτάρ, η καταστροφή ήταν γενικευμένη.

Έτσι έχουμε ξαφνικά ένα φυσικό φαινόμενο (;), που επιφέρει τον πανικό και στην συνέχεια την καταστροφή του τότε κόσμου, κάτω μάλιστα από συνθήκες που δεν επέτρεπαν καμία αντίδραση, εφ’ όσον η χρονική διάρκεια των πλημμύρων ήταν τόσο μικρή που τίποτα δεν μπορούσε να γίνει προς την σωτηρία.

Ο άνθρωπος της περιοχής της Αιγηίδος βρίσκεται κατατρεγμένος από την ίδια την φύση και την μανία της και παραδίδεται σ’ αυτή χωρίς καμία απολύτως αντίδραση! Να συμπληρώσουμε πως τα ευρήματα του γνωστού καθηγητού κ. Άρη Πουλιανού, μάλιστα δε τα οστά του αρχανθρώπου στο σπήλαιο των Πετραλώνων της Χαλκιδικής, έφεραν στο φως μέσα από τις έρευνες που έγιναν σ’ αυτά, συμπεράσματα που ανέδειξαν ότι οι τότε άνθρωποι όχι μόνο ήσαν στο επίπεδο του εχέφρονος άρα εξελιγμένου ανθρώπου αλλά βρίσκονταν σε αρκετά ικανοποιητικό , για να μην πω πάρα πολύ ικανοποιητικό και φανεί υπερβολή, εξελικτικό στάδιο. Και να σημειώσουμε πως γίνεται λόγος για τουλάχιστον 800- 900 χιλιάδες χρόνια π.Χ.

Αν σώθηκαν κάποιοι; Ναι, σίγουρα κάποιοι σώθηκαν… Οι άνθρωποι που κατοικούσαν σε πολύ ψηλές περιοχές, εκείνοι που στην ουσία όπως πάντα συμβαίνει έως και τις ημέρες μας, δεν είχαν την αμεσότητα του πολιτισμού στον βαθμό που λογικά είχαν οι κατοικούντες τις πεδινές περιοχές. Έτσι η Αιγηίδα με τις τρεις λίμνες της ξαφνικά μετατρέπεται σε μία λεκάνη που γεμίζει από άκρη σε άκρη με τα νερά του Ατλαντικού Ωκεανού, δημιουργώντας την Μεσόγειο θάλασσα και το Αιγαίο Πέλαγος.

Εδώ να σημειώσουμε πως υπάρχουν θεωρίες οι οποίες αναφέρονται στην μυθική Ατλαντίδα, την οποία καθόλου μυθική δεν μας παρουσιάζει ο Πλάτων στα βιβλία του Τίμαιος- Κριτίας, και η οποία θεωρία θέλει άμεσους «αυτουργούς» τους κατοικούντες την μεγάλη νήσο, με τον τεράστιο πολιτισμό, που βεβαίως άνθρωποι τον είχαν δημιουργήσει και φυσικά ανθρώπινα και τα χαρακτηριστικά του… Δηλαδή με λίγα λόγια οι ανθρώπινες αδυναμίες δεν άφησαν τα περιθώρια ούτε και σε εκείνο τον τεράστια προηγμένο πολιτισμό να έχει την θετική μορφή που θα μπορούσε να είχε, αλλά η αλαζονεία της εξουσίας του δυνατού έπαιξε και εδώ τον πρωταρχικό της ρόλο.

Η σύγκρουση με τους Έλληνες, τους Αθηναίους όπως λέει ο ιερέας της Σαίδος στον Σόλωνα ήταν εκείνη που ναι μεν ανέκρουσε την κατακτητική πορεία των Ατλάντιων αλλά είχε και τα ανάλογα αποτελέσματα… Γιατί όταν δύο υψηλοί πολιτισμοί συγκρούονται ένα είναι το σίγουρο αποτέλεσμα. Η καταστροφή!

Η χρήση των υπερόπλων από τους Ατλάντιους αλλά και τους Αθηναίους, οι οποίοι μην ξεχνάμε ότι ήταν και οι μεταδόσαντες τον πολιτισμό στην Ατλαντίδα την οποία και εποίκησαν καταστήσαντες αυτήν κάτι σαν την σημερινή Αμερική, η χρήση αυτή λοιπόν ήταν και το καθοριστικό σημείο για την επικείμενη καταστροφή. Και να σας πω κάτι; Λογικό μου φαίνεται να συνέβη κάτι παρόμοιο γιατί αλλιώς δεν μπορεί να εξηγηθεί όχι μόνο το αιφνίδιο της καταστροφής αλλά και η μικρή χρονική διάρκεια αυτής που δεν επέτρεψε καμία αντίδραση στους πληγέντες. Αλλά ακόμη και το μαζικό αυτής. Καθότι σχεδόν ολόκληρος ο τότε γνωστός κόσμος επλήγει ολοκληρωτικά!

Το λιώσιμο των πάγων και η διείσδυσή των υδάτων τους στην Αιγηίδα είχε ως αποτέλεσμα και άλλες μεταβολές πάνω στον πλανήτη. Κυρίως την δημιουργία του Ρεύματος του Κόλπου, ( Γκολφ Στρήμ), το οποίο μετέφερε θερμά ρεύματα και είχε μετέπειτα ως αποτέλεσμα την δημιουργία περιοχών σε κατοικημένες κάτι που πριν δεν υφίστατο αφού αποτελούσαν παγωμένες εκτάσεις.

Η καταστροφή όπως και να ήταν η πραγματικότητα είναι δεδομένη και η ερήμωση επίσης. Ποιοι έμειναν; Οι βοσκοί και αγράμματοι στα βουνά που σαν παραμύθι, κατά κάποιο τρόπο κράτησαν στο μυαλό έναν πολιτισμό που κάποτε υπήρξε. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι στην μνήμη των προγόνων μας υπήρξαν όχι μόνο ένας αλλά τρεις κατακλυσμοί! Του Ωγύγου του Δαρδάνου και του Δευκαλίωνα.

Βέβαια αυτός ο τελευταίος είναι από τους πλέον σημαντικούς καθότι οι καταστροφές άλλαξαν ριζικά μια πολύ μεγάλη περιοχή, όπως ήταν αυτή της Αιγηίδος και για τον λόγο αυτό έμεινε στην θύμηση ως το γεγονός που σημάδεψε την ιστορία ενός τόπου και ενός ολόκληρου πολιτισμού. Και όπως προαναφέραμε οι θύμησες αυτές δεν θα μπορούσαν από εκείνους που σώθηκαν να έχουν άλλη μορφή από εκείνη της προφορικής παράδοσης που άγγιζε τα όρια του μύθου.

Έναν μύθο που μέσα στα χρόνια που περνούσαν όλο και περισσότερο έπαιρνε την θέση του στο αποκλειστικό χώρο της λαϊκής μυθολογίας μόνο και μόνο για να το διηγούνται στα εγγόνια τους που έμελλε να έρθουν σε έναν κόσμο ο οποίος για ακόμη μία φορά θα έψαχνε να βρει και πάλι τον δρόμο προς τα …επάνω…

http://apocalypsejohn.com/egiis-politismos-chathike-adoxa/