ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ…

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

 Την Παρασκευή 21 Μαρτίου πραγματοποιήθηκε στο Αμφιθέατρο της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης της πόλης μας εκδήλωση, αφιερωμένη στην προσωπικότητα και το έργο του μεγάλου δασκάλου του Γένους, του Λαρισαίου Κωνσταντίνου Κούμα. Μεταξύ των ομιλητών ήταν και ο γράφων, ο οποίος σκιαγράφησε την προσωπικότητά του ως Λαρισαίου. Επειδή από το ακροατήριο ζητήθηκε η δημοσίευση του κειμένου, για πληρέστερη κατανόηση, τη δημοσιεύουμε σε δύο συνέχειες από τις στήλες της εφημερίδας:

«Αισθάνομαι ιδιαίτερη χαρά απόψε Κυρίες και Κύριοι, για δύο κυρίως λόγους. Ο πρώτος γιατί οι οργανωτές της εκδήλωσης για τον Κωνσταντίνο Κούμα, μου έκαναν την τιμή να με συμπεριλάβουν ως συνομιλητή, με δύο ηχηρές προσωπικότητες του ελλαδικού χώρου, τον αξιότιμο πρώην πρόεδρο της Δημοκρατίας και εξέχον μέλος της χορείας των ακαδημαϊκών διδασκάλων κ. Προκόπη Παυλόπουλο, και τον διακεκριμένο πανεπιστημιακό διδάσκαλο κ. Αθανάσιο Ευσταθίου. Ο δεύτερος λόγος; Γιατί βρίσκομαι και πάλι σε έναν χώρο πολύ οικείο για μένα από παλιά. Όσοι γνωρίζουν την μέχρι σήμερα πορεία μου στην πόλη, θα καταλάβουν.

Για τους Λαρισαίους δεν είναι άγνωστο το όνομα Κούμας, αφού ένας από τις κεντρικότερους δρόμους της πόλης μας, και μάλιστα πολύ κοντά στο κτίριο όπου βρισκόμαστε, φέρει το όνομά του και η Κεντρική πλατεία κοσμείται από το 1930 με την προτομή του. Όμως ελάχιστοι γνωρίζουν ποιος πραγματικά ήταν ο Κωνσταντίνος Κούμας και ακόμα γιατί η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη της φέρει το όνομα του συντοπίτη λόγιου των προεπαναστατικών χρόνων. Υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους «Διδασκάλους του Γένους», ο οποίος εργάσθηκε με ακατάβλητο σθένος για την πνευματική αφύπνιση του υπόδουλου ελληνισμού. Ιστορικά είναι γνωστή η λογιοσύνη και το έργο του σημαντικού αυτού Λαρισαίου. Το τεράστιο συγγραφικό του έργο και η πλούσια εκπαιδευτική του δράση, προετοίμασαν πνευματικά τη γενιά των Ελλήνων, αυτή που πραγματοποίησε την Επανάσταση του 1821.

Οι συνομιλητές μου θα σας πουν αρκετά πάνω σ’ αυτό το θέμα. Η δική μου συμβολή στη σημερινή εκδήλωση είναι να προβάλλω τον Κωνσταντίνο Κούμα ως Λαρισαίο. Από τα βιογραφικά του θα σταθούμε περισσότερο μόνο σε εκείνα που έχουν σχέση με την πόλη μας. Ο ίδιος φρόντισε στον 12ο τόμο του έργου του «Ιστορίαι των ανθρωπίνων πράξεων» να γράψει την αυτοβιογραφία του μέχρι το 1832, χρονολογία έκδοσης του βιβλίου. Είναι γραμμένη σε τρίτο πρόσωπο, δηλαδή σαν να το έγραψε κάποιος άλλος, σε γλώσσα απλή και κατανοητή. Καταλαμβάνει τις σελίδες 583-599 αυτού εδώ του τόμου που σας δείχνω και προσωπικά πιστεύω ότι θα πρέπει η βιογραφία του να διδάσκεται στα Σχολεία της περιοχής μας τουλάχιστον.

Θα ξεκινήσουμε ένα νοερό ταξίδι στο χρόνο με αφετηρία την 26η Σεπτεμβρίου 1777, ημερομηνία γέννησης του Κούμα στον Τρανό Μαχαλά της Λάρισας. Τρανός μαχαλάς κατά την τουρκοκρατία ονομαζόταν η συνοικία του Αγ. Αχιλλίου. Εκτεινόταν κυρίως στο Λόφο της Ακρόπολης, αυτόν που σήμερα ονομάζουμε Φρούριο και ήταν κυρίως χριστιανική συνοικία. Πατέρας του ήταν ο Μιχαήλ Κούμας, ένας ευκατάστατος γουναράς το επάγγελμα, μητέρα του μια απλή γυναίκα, η Αβραμική.

Η Γενή Σεχίρ, όπως ονομαζόταν η Λάρισα από τους Οθωμανούς, κατοικούνταν εκείνη την περίοδο από Τούρκους «μισόχριστους και εις άκρα θηριώδεις», όπως τους περιγράφουν οι Δημητριείς (Γρηγόριος Κωνσταντάς-Δανιήλ Φιλιππίδης) στη «Νεωτερική Γεωγραφία» που εκδόθηκε εκείνη την περίοδο (1791). Οι γονείς του επειδή ήταν αγόρι τον είχαν έγκλειστο, φοβούμενοι μήπως τον συλλάβουν οι γενίτσαροι. Γι’ αυτό και μέχρι την ηλικία των δέκα ετών δεν είχε πάει καθόλου στο σχολείο, ούτε κάν στην εκκλησία. Έτσι και αλλιώς σχολείο και χριστιανικός ναός δεν υπήρχαν στην πόλη από το 1769, μέχρι το 1794, για 25 ολόκληρα χρόνια. Ο μοναδικός ναός της Λάρισας, ο Άγ. Αχίλλιος, και το επίσης μοναδικό ελληνικό σχολείο, είχαν καταστραφεί από τον μαινόμενο μουσουλμανικό όχλο το 1769 κατά τη διάρκεια των Ορλωφικών. Οι χριστιανοί της πόλης κατά το διάστημα αυτό εκκλησιάζονταν αναγκαστικά είτε στην εξοχική Αγ. Μαρίνα, εκκλησία τότε του οικισμού Καλύβια ή σε πλησιόχωρους οικισμούς, όπως η Νίκαια.

Τα προτερήματα τα οποία στόλιζαν τον Κούμα από νεαρή ακόμα ηλικία, ήταν πολλά. Αν και είχε εύθραυστη υγεία, εξ απαλών ονύχων έδειχνε ότι ήταν προορισμένος για να ανέλθει σε ανώτατα πνευματικά αξιώματα.

Το 1787 έπληξε τη Λάρισα επιδημία πανώλης, η οποία ήταν τόσο σοβαρή ώστε ανάγκασε την οικογένεια να μετακομίσει προσωρινά στον Τύρναβο. Ο Κούμας ήταν τότε 10 ετών. Επειδή εκεί το χριστιανικό στοιχείο υπερείχε, ο τουρκικός ζυγός ήταν ελαφρότερος. Ο Τύρναβος είχε τότε εν λειτουργία επτά ναούς και μόνο δύο τζαμιά, ο δε μητροπολίτης Λαρίσης έμενε για μεγάλα χρονικά διαστήματα στον Τύρναβο, αντί για τη Λάρισα. Εδώ ο μικρός Κούμας κατόρθωσε να μάθει τα πρώτα του γράμματα.

Οι γονείς του, αντιλαμβανόμενοι τη φιλομάθειά του, τον εμπιστεύθηκαν το 1790 να μαθητεύσει για έξη χρόνια κοντά στον περίφημο ιεροδιδάσκαλο του Τυρνάβου Ιωάννη Πέζαρο, τον Σωκράτη του Τυρνάβου, όπως τον ονόμαζαν. Όταν άρχισε τα μαθήματα, ο δάσκαλος τού φάνηκε άγγελος μάλλον παρά άνθρωπος, όπως έλεγε. Το διάστημα αυτό της μαθητείας κοντά του απεδείχθη τόσο αποφασιστικό για την πνευματική του συγκρότηση, ώστε προσδιόρισε ολοκληρωτικά τη μετέπειτα ζωή του.

Επιστρέφοντας το 1796 στη Λάρισα, με την προτροπή των γονέων του, έκανε υπακοή στην πρόταση του μητροπολίτη Λαρίσης Διονυσίου Καλλιάρχη και σε ηλικία 19 ετών τον ακολούθησε στην Κωνσταντινούπολη, με προοπτική να υπηρετήσει ως γραμματικός στην ηγεμονική αυλή του μεγάλου διερμηνέα της Υψηλής Πύλης, Κωνσταντίνου Υφηλάντη. Η πορεία αυτή των ευφυών νέων προς την Κωνσταντινούπολη φαίνεται ότι ήταν κάτι συνηθισμένο την εποχή εκείνη, γιατί έναν αιώνα πριν, το 1691, ο Αλέξανδρος Ελλάδιος ο Λαρισαίος ακολούθησε και αυτός τον μητροπολίτη Λαρίσης Παρθένιο στην Κωνσταντινούπολη, ο οποίος τον εμπιστεύθηκε για καλύτερη φροντίδα και εκπαίδευση στην οικογένεια των Χρυσοσκουλαίων, οι οποίοι ήταν τιτουλάριοι του Οικουμενικού Θρόνου. Στην Κωνσταντινούπολη όμως ο Κούμας δεν έμεινε για πολύ. Επέστρεψε στη Λάρισα την ίδια χρονιά, γιατί δεν του άρεσε να βρίσκεται στην υπηρεσία ηγεμόνος, καθώς ο χαρακτήρας του τον οδηγούσε σε άλλους ανεξάρτητους ατραπούς»
(Συνέχεια).