Παρασκευή 7 Μαρτίου 2014

Κνωσσός – Το παλάτι του Μίνωα

Αναρτήθηκε από τον/την olympiada στο Μαρτίου 7, 2014
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
To πιο σημαντικό κέντρο του Μινωικού Πολιτισμού, η Κνωσός, είναι χτισμένη πάνω στο λόφο της Κεφάλας μέσα σε ελιές, αμπέλια και κυπαρίσσια, βρίσκεται 5 χιλ. ΝΑ του Ηρακλείου και καλύπτει μια έκταση περίπου 15 τετρ. χλμ. Η επιλογή της περιοχής έγινε με βάση τη στρατηγική της θέση και τα φυσικά της πλεονεκτήματα. Βρίσκεται ανάμεσα στους δυο ποταμούς Βλιχιά και Καίρατο (σημερινό Κατσαμπά), με εύκολη πρόσβαση στη θάλασσα, αλλά και στο
εσωτερικό της Κρήτης. Σύμφωνα με την παράδοση ήταν η έδρα του βασιλιά Μίνωα και πρωτεύουσα του κράτους του. Η Κνωσός ήταν μια σημαντική πόλη κατά την αρχαιότητα, με συνεχή ζωή από τα νεολιθικά χρόνια μέχρι τον 5ο μ.Χ. αιώνα και εκεί χτίστηκε το πρώτο σημαντικό μινωικό ανάκτορο της Κρήτης. Πρόκειται για το πιο σημαντικό δείγμα του Μινωικού πολιτισμού, που έζησε την ακμή του από το 1700 έως το 1450 π.Χ. Με το χώρο του ανακτόρου της Κνωσού συνδέονται συναρπαστικοί μύθοι, όπως του Λαβύρινθου με τον Μινώταυρο και του Δαίδαλου με τον Ίκαρο. Αναφορές στην Κνωσό, το ανάκτορό της και το Μίνωα γίνονται στον Όμηρο,[1] στο Θουκυδίδη (αναφορά στο Μίνωα), στον Ησίοδο και Ηρόδοτο, στο Βακχυλίδη και Πίνδαρο, στον Πλούταρχο και Διόδωρο το Σικελιώτη. Η περίοδος ακμής της πόλης ανάγεται στη μινωική εποχή (2000-1350 π.Χ.) κατά την οποία αποτελεί το βασικότερο και πιο πολυπληθές κέντρο της Κρήτης. Ακόμα και σε μεταγενέστερες περιόδους διαδραματίζει σημαντικό ρόλο και αναπτύσσεται ιδιαίτερα, όπως στην ελληνιστική εποχή.
ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ
Ο Μίνωας και η μητέρα του πριγκίπισσα Ευρώπη, είχαν απαχθεί από τον Δία, που είχε πάρει μορφή ταύρου. Ο μικρός Μίνωας είχε τα προνόμια και το δικαίωμα της βασιλείας του ανακτόρου, πάντα με βάση τις συμβουλές και τους νόμους του Δία, που τον επισκεπτόταν κάθε 9 χρόνια. Οι κάτοικοι της Κρήτης αμφισβήτησαν κάποτε το δικαίωμα του Μίνωα πάνω στο θρόνο και τότε αυτός τους απάντησε ότι η βασιλεία του ήταν θέλημα των θεών. Ο Ποσειδώνας, για να ευχαριστήσει το Μίνωα, του έστειλε έναν ταύρο να τον θυσιάσει, αλλά αυτός ήταν τόσο όμορφος, που ο Μίνωας αποφάσισε να τον κρατήσει και θυσίασε ένα δικό του ταύρο. Αυτή η πράξη του νευρίασε τον Ποσειδώνα κι έκανε την Πασιφάη (γυναίκα του Μίνωα) να ερωτευθεί τον θεϊκό ταύρο. Καρπός αυτού του έρωτα ήταν ο Μινώταυρος. Μετά απ’ αυτό, ο Μίνωας ζήτησε από τον Δαίδαλο, ξακουστό αρχιτέκτονα της εποχής, να του χτίσει ένα λαβύρινθο για να κλείσει εκεί μέσα τον Μινώταυρο, που ήταν μισός ταύρος, μισός άνθρωπος. Στο μεταξύ, ο γιος του Μίνωα, Ανδρόγεως, βρισκόταν στην Αθήνα για να πάρει μέρος σε αγώνες, και ενώ είχε νικήσει, ο βασιλιάς της Αθήνας τον έστειλε στο Μαραθώνα για να σκοτώσει έναν ταύρο. Δυστυχώς, ο ταύρος σκότωσε τον Ανδρόγεω κι όταν το έμαθε ο Μίνωας κήρυξε πόλεμο κατά της Αθήνας. Ο Δίας, προστάτης της Κρήτης, κατέστρεψε την Αθήνα, κι ο βασιλιάς της αναγκάστηκε να υποχωρήσει και να κάνει ό,τι του ζητήσει ο Μίνωας, για να αποφύγει το θυμό του Δία. Έτσι ο Μίνωας του ζήτησε να στέλνει στην Κρήτη κάθε 9 χρόνια 7 νέους και 7 νέες για να θυσιάζονται στο Μινώταυρο. Αυτή η κατάσταση κράτησε πολλά χρόνια, μέχρι που ο Θησέας στάλθηκε ως ένας από τους 7 που θα θυσιάζονταν στον Μινώταυρο. Η Αριάδνη, κόρη του Μίνωα, τον ερωτεύθηκε και ζητώντας τη βοήθεια του Δαίδαλου, που ήξερε τα κατατόπια του λαβύρινθου, τον βοήθησε να σκοτώσει τον Μινώταυρο. Μετά απ’ αυτό, ο Θησέας έφυγε με την Αριάδνη για την Αθήνα. Ο Μίνωας για να τιμωρήσει τον Δαίδαλο, τον έκλεισε στο λαβύρινθο μαζί με το γιο του Ίκαρο, απ’ όπου αργότερα δραπέτευσαν με φτερά από κερί και φτερά πουλιών, που είχε κατασκευάσει ο Δαίδαλος. Παρά τις προειδοποιήσεις του πατέρα του, ο Ίκαρος πέταξε πολύ κοντά στον ήλιο με αποτέλεσμα τα φτερά να λιώσουν και να πέσει στο πέλαγος, που αργότερα πήρε την ονομασία Ικάριο πέλαγος, από το όνομά του. Ο Δαίδαλος κατάφερε να φτάσει στη Σικελία και να φιλοξενηθεί στο παλάτι του βασιλιά Κόκαλου. Ο Μίνωας κυνήγησε μέχρι εκεί τον Δαίδαλο, αλλά τον σκότωσαν οι κόρες του Κόκαλου. Στον Άδη, ο Μίνωας έγινε ένας από του άρχοντες.
ΙΣΤΟΡΙΚΟ
Η πόλη της Κνωσού κατοικήθηκε συνεχώς από τα τέλη της 7ης χιλιετίας έως και τα ρωμαϊκά χρόνια. Τα παλαιότερα ίχνη κατοίκησης στο χώρο της Κνωσού ανάγονται στη νεολιθική εποχή (7000-3000 π.Χ.), η οποία χαρακτηρίζεται από το στάδιο της τεχνολογικά εξελιγμένης αγροτικής ζωής (λίθινα εργαλεία και υφαντικά βαρίδια). Οι κάτοικοι από τροφοσυλλέκτες γίνονται παραγωγοί (γεωργοί, κτηνοτρόφοι) και παρατηρείται η τάση για μια πιο συστηματική και μόνιμη εγκατάσταση. Οι οικιστικές φάσεις στην Κνωσό διαδέχονται η μια την άλλη, ενώ ο πληθυσμός του οικισμού στα τέλη της Ύστερης Νεολιθικής Εποχής υπολογίζεται σε 1.000-2.000 κατοίκους.
Στην Εποχή του Χαλκού, που χαρακτηρίζεται από την κατεργασία του χαλκού, συνεχίζεται πιθανόν η ανάπτυξη του οικισμού. Η κατοίκηση συνεχίζεται στην προανακτορική περίοδο (3000-1900 π.Χ.), στο τέλος της οποίας ο χώρος ισοπεδώνεται για την ανέγερση ενός μεγάλου ανακτόρου. Το πρώτο αυτό ανάκτορο χτίστηκε το 2000 π.Χ., αλλά, κατά τις εργασίες που έγιναν για την κατασκευή του, καταστράφηκαν πολλά παλαιότερα κτίσματα. Ο οικισμός, πλέον, αναφέρεται ως Ko-no-so στα κείμενα της Γραμμικής Γραφής Β, του 14ου αιώνα π.X. Ιδιαίτερα έντονη ήταν η κατοίκηση με τα πρώτα (19ος-17ος αιώνας π.X.) και δεύτερα ανάκτορα (16ος-14ος αιώνας π.X.), καθώς και τις πολυτελείς οικίες, τον ξενώνα και τα μινωικά έργα υποδομής. Τα ανάκτορα κτίζονται σε θέσεις που ελέγχουν πεδιάδες και προσβάσεις από τη θάλασσα, ενώ παράλληλα αναπτύσσονται και σημαντικοί οικισμοί γύρω από αυτά. Πόλεις και ανάκτορα μένουν ωστόσο ατείχιστα, επιβεβαιώνοντας τη λεγόμενη pax minoica. Γύρω στα τέλη του 1600 π.Χ., πιθανόν ένας μεγάλος σεισμός καταστρέφει ολοκληρωτικά την Κνωσό και οδηγεί σε εργασίες μεγάλης κλίμακας στην πόλη και στο ανάκτορο. Οι Μινωίτες οικοδομούν ένα δεύτερο, μεγαλοπρεπέστερο ανάκτορο πάνω στα ερείπια του παλαιού, κάπου μεταξύ 1600-1550 π.Χ. και παράλληλα χτίστηκαν κι άλλα κτίρια. Η πόλη αναπτύχθηκε σε μεγάλη έκταση και ο πληθυσμός της υπολογίστηκε από τον Evans γύρω στους 80.000 κατοίκους.
Γύρω στο 1450 π.Χ., όμως, ένας άλλος σεισμός, που προκλήθηκε πιθανώς από την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας (Σαντορίνη), επέφερε τη μερική καταστροφή του. Αποκαταστάθηκε πάλι και χρησιμοποιήθηκε από τους Αχαιούς (Μυκηναίους) περίπου το 1450-1400 π.Χ., που εγκαθίστανται στην Κνωσό. Το ανάκτορο καταστρέφεται οριστικά περίπου το 1350 π.Χ., από μεγάλη πυρκαγιά που άρχισε στις αποθήκες εμπορευμάτων. Ύστερα από αυτό, το παλάτι δεν αποκαταστάθηκε ξανά και έπαψε να κατοικείται. Παρέμεινε, όμως, μία από τις πιο σημαντικές πόλη-κράτος μέχρι την πρώτη Βυζαντινή περίοδο. Από τα τελευταία μυκηναϊκά μέχρι τα ρωμαϊκά χρόνια κατοικείται ξανά. Από τις επόμενες περιόδους σώζονται μερικά ερείπια, τα περισσότερα από τα οποία είναι τάφοι και ένας μικρός κλασικός ναός στην περιοχή του ανακτόρου. Μεγάλη άνθιση γνώρισε η πόλη την ελληνιστική περίοδο (ιερά Γλαύκου και Δήμητρας, λαξευτοί τάφοι, χρήση βόρειου νεκροταφείου, οχυρωματικοί πύργοι). Το 67 π.X. ο Quintus Caecilius Metellus Creticus κατέλαβε την Κνωσό και ίδρυσε ρωμαϊκή αποικία με το όνομα Colonia Julia Nobilis. Στην περίοδο αυτή ανήκει η «έπαυλη του Διονύσου» με τα θαυμάσια ψηφιδωτά.
Στη βυζαντινή εποχή, η Κνωσός αποτέλεσε έδρα επισκόπου, ενώ διατηρούνται ακόμη τα λείψανα βασιλικής του 6ου αιώνα μ.Χ. Μετά την αραβική κατάκτηση της Κρήτης, το λιμάνι του Ηρακλείου αρχίζει να αποκτά μεγαλύτερη σπουδαιότητα, ενώ η Κνωσός αρχίζει να ξεχνιέται σιγά-σιγά. Ένας μικρός οικισμός κτίστηκε πάνω στα ρωμαϊκά ερείπια και αναφέρεται σαν «Μακρύτοιχος», παίρνοντας το όνομά του από ένα μακρύ τοίχο, λείψανο της ρωμαϊκής Κνωσού.
ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ
Οι πρώτες ανασκαφές στο χώρο της Κνωσού άρχισαν το 1878 από τον Ηρακλειώτη έμπορο Μίνω Καλοκαιρινό, λάτρη των αρχαιοτήτων. Τότε ανασκάφηκε τμήμα της δυτικής πτέρυγας και ήρθαν στο φως αρκετά σκεύη της εποχής και πολλά σημαντικά μικροαντικείμενα.
Αργότερα, ανασκαφές έκαναν ο Αμερικανός πρόξενος W.J. Stillman, ο ανασκαφέας των Μυκηνών και της Τροίας, Γερμανός H. Schliemann με τον συνεργάτη του W. Dörpfeld, ο Γάλλος αρχαιολόγος M. Joubin και ο Άγγλος αρχαιολόγος Sir Arthur Evans, διευθυντής του Ashmolean Museum της Οξφόρδης. Όλοι όμως προσέκρουσαν σε αδυναμία αγοράς του χώρου του ανακτόρου. Όταν η Κρήτη ανακηρύχθηκε ανεξάρτητη (Κρητική Πολιτεία) το 1898, θεσπίστηκε νόμος με τον οποίο όλες οι αρχαιότητες κηρύσσονταν κτήμα της Πολιτείας. Έτσι το 1900, ο Evans με τους βοηθούς του αρχίζει ξανά συστηματικές ανασκαφές που κράτησαν 30 χρόνια (1900-1913 και 1922-1930) και αποκάλυψαν ολόκληρο το ανάκτορο, στο οποίο έγιναν ευρείας έκτασης αναστηλώσεις, μεγάλο τμήμα της μινωικής πόλης και των νεκροταφείων. Για την αναστήλωσή του, ο Evans χρησιμοποίησε σε αρκετά σημεία τσιμέντο κι ενώ είχε κατηγορηθεί γι’ αυτό, αργότερα αποδείχτηκε ότι ήταν απαραίτητο για τη στατικότητα των κτιρίων σε βάθος χρόνου. Από τότε, οι ανασκαφές συνεχίζονται στην ευρύτερη περιοχή της Κνωσού από την Αγγλική Αρχαιολογική Σχολή και την ΚΓ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων.
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ
Τα αρχαία ερείπια της Κνωσού που εκτείνονται διάσπαρτα στην περιοχή της μαρτυρούν τη σπουδαιότητα του χώρου. Τα συγκροτήματα μνημείων που διατηρούνται σήμερα ανάγονται χρονολογικά στη νεοανακτορική περίοδο στην οποία ανήκει το δεύτερο ανάκτορο (1700-1450 π.Χ.) και διάφορα άλλα κτιριακά συγκροτήματα. Εκτός από τα λειψάνων της μινωικής εποχής σώζονται και μερικά μνημεία μεταγενέστερων εποχών, αλλά και νεκροταφεία διαφόρων περιόδων, που αποδεικνύουν μια συνεχή κατοίκηση στην περιοχή της Κνωσού. Πρόκειται για ένα σημαντικό αρχαιολογικό χώρο διαμονής. Πέρα από το συγκρότημα του μινωικού ανακτόρου μπορεί σήμερα ο επισκέπτης να δει ιδιωτικές οικίες με πλούσιο εσωτερικό τοιχογραφημένο διάκοσμο, μερικά δημόσια κτήρια, αλλά και κάποια θρησκευτικά κέντρα. Από τη ρωμαϊκή εποχή σώζεται ιδιωτική ρωμαϊκή περίστυλη οικία με θαυμάσια ψηφιδωτά δάπεδα.
Ο νεολιθικός οικισμός βρέθηκε κάτω από την κεντρική αυλή του ανακτόρου και σε βάθος 7 μ., γεγονός που οφείλεται σε διαδοχικές εγκαταστάσεις (10 οικοδομικά στρώματα). Ο πρώτος οικισμός είχε ημιμόνιμο χαρακτήρα εγκατάστασης, ενώ σταδιακά αποκτά μόνιμο χαρακτήρα, καθώς τα σπίτια διαθέτουν λίθινη κρηπίδα και ανωδομή από πηλό. Ο οικισμός κατείχε πιθανόν έκταση τόση, όση και το μινωικό ανάκτορο. Ο οικισμός της προανακτορικής εποχής δε διατηρήθηκε σχεδόν καθόλου, καθώς καταστράφηκε στο μεγαλύτερο μέρος του από την κατασκευή του ανακτόρου.
Στην πρώτη περίοδο της Εποχής του Χαλκού, με την εμφάνιση κι επεξεργασία του χαλκού, παρατηρείται μια σταδιακή εξέλιξη κι ανάπτυξη. Η οικονομική και πολιτική εξέλιξη οδηγεί γύρω στο 2000 π.Χ. στην ίδρυση του πρώτου ανακτόρου. Γύρω από την κεντρική αυλή αναπτύσσονται τέσσερις πτέρυγες με τα βασιλικά διαμερίσματα, εργαστήρια, ιερά, αποθήκες, θησαυροφυλάκια, την αίθουσα του θρόνου και τις αίθουσες συμποσίων.
Ο μινωικός οικισμός εκτεινόταν γύρω από το ανάκτορο και στους λόφους υπήρχαν τα νεκροταφεία. Σημαντικά στοιχεία της ραγδαίας ανάπτυξης δίνουν και τα υπόλοιπα κτιριακά συγκροτήματα της εποχής: Το Μικρό Ανάκτορο (17ος-15ος αιώνας π.X.) βρίσκεται δυτικά του κυρίως ανακτόρου και έχει όλα τα ανακτορικά αρχιτεκτονικά στοιχεία. Η Βασιλική Έπαυλη (14ος αιώνας π.X.) βρίσκεται ΒΑ του ανακτόρου. Παρουσιάζει έντονο θρησκευτικό χαρακτήρα και ίσως πρόκειται για κατοικία επιφανούς μέλους της αριστοκρατίας ή του ιερατείου. Χαρακτηριστικά στοιχεία της έπαυλης είναι τα πολύθυρα, η υπόστυλη κρύπτη με πεσσό και το διπλό κλιμακοστάσιο. Η Οικία των Τοιχογραφιών (15ος, 14ος-12ος αιώνας π.X.) βρίσκεται ΒΔ του Ανακτόρου. Πρόκειται για μικρή σε μέγεθος οικία αστικού τύπου με πλούσιο εσωτερικό τοιχογραφημένο διάκοσμο. Το Καραβάν Σεράι (Ξενώνας) βρίσκεται νότια του ανακτόρου και θεωρήθηκε χώρος υποδοχής και διαμονής επισκεπτών με αίθουσα που περιείχε τοιχογραφίες και λουτρό. ΗΑνεξερεύνητη Οικία (14ος-12ος αιώνας π.X.) βρίσκεται ΒΔ του ανακτόρου και έχει ιδιωτικό-βιοτεχνικό χαρακτήρα. Ο Βασιλικός Τάφος-Ιερό βρίσκεται 600 μ. περίπου νότια του ανακτόρου. Φαίνεται ότι εδώ είχε ταφεί κάποιος από τους τελευταίους βασιλιάδες της Κνωσού (17ος-14ος αιώνας π.X.). Χαρακτηριστικά αρχιτεκτονικά στοιχεία είναι η είσοδος με αυλή, στοά και ένα μικρό προθάλαμο και υπόστυλη κρύπτη με δύο πεσσούς. Η Οικία του Αρχιερέα βρίσκεται 300 μ. νότια του Καραβάν-Σεράι. Εδώ βρέθηκε πέτρινος βωμός με δύο κίονες, που τον πλαισίωναν βάσεις διπλών πελέκων. Η Νότια Οικία (17ος-15ος αιώνας π.X.) βρίσκεται νότια του ανακτόρου και πρόκειται για ιδιωτική αστική οικία, τριώροφη με δεξαμενή καθαρμών και υπόστυλη κρύπτη. Από τη ρωμαϊκή Κνωσό σημαντικό οικοδόμημα και χαρακτηριστικό δείγμα μνημείου αποτελεί η Έπαυλη του Διονύσου (2ος αιώνας μ.X.), ιδιωτική ρωμαϊκή περίστυλη οικία με θαυμάσια ψηφιδωτά δάπεδα του ψηφοθέτη Απολλιναρίου, που εικονίζουν το Διόνυσο.
ΤΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ
ΤΟ ΑΝΑΚΤΟΡΟ
Το Ανάκτορο της Κνωσού είναι το μεγαλύτερο από τα κέντρα της μινωικής εξουσίας. Πρόκειται για ένα κτιριακό συγκρότημα που αναπτύσσεται σε χώρο 15.000 τ.μ. Χτισμένο σ’ ένα κατά μεγάλο ποσοστό τεχνητό λόφο, ήταν το πιο εντυπωσιακό από τα μινωικά ανάκτορα. Αποτελούσε το κέντρο διοίκησης της μινωικής Κνωσού, που βρίσκεται σε απόσταση 5 χλμ. ΝΑ του Ηρακλείου. Το πρώτο ανάκτορο κτίστηκε περίπου το 2000 π.Χ. Σύμφωνα με την παράδοση το ανάκτορο της Κνωσού αποτέλεσε την έδρα του βασιλιά Μίνωα.
Γύρω στο 2000 π.X. κτίστηκε το παλαιό ανάκτορο στο νότιο άκρο της πόλης, που καταστράφηκε από σεισμό γύρω στο 1900 π.X. Αμέσως επισκευάστηκε, αλλά καταστράφηκε για δεύτερη φορά από σεισμό, περίπου το 1700 π.X. Ο ενιαίος σχεδιασμός που παρουσιάζουν Φαιστός και Μάλια έρχονται σε αντίθεση με το πρώτο ανάκτορο της Κνωσού, που κατασκευάστηκε ίσως με την ενοποίηση σημαντικών συγκροτημάτων της προανακτορικής εποχής. Στο σχεδιασμό του αποφεύχθηκαν γενικά οι ευθείς διάδρομοι. Τα στοιχεία αυτά, μαζί με την πολύπλοκη αρχιτεκτονική του δομή, δικαιολογούν τον μύθο του Λαβύρινθου. Αμέσως μετά οικοδομήθηκε το νέο ανάκτορο, πιο μεγαλοπρεπές, στα μέσα του 15ου αιώνα π.X. Αχαιοί ηγεμόνες κάθονται πλέον στην αίθουσα του θρόνου του ανακτόρου, οι οποίοι ως απόλυτοι κυρίαρχοι ελέγχουν όλο το νησί. Το ανάκτορο καταστρέφεται και πάλι στα μέσα του 14ου αιώνα π.X. (Yστερομινωική Εποχή IIIA), αυτή τη φορά από πυρκαγιά και από τότε παύει να λειτουργεί ως ανακτορικό κέντρο.
Το ανάκτορο της Κνωσού χωρίζεται σε διάφορα τμήματα, καθένα από τα οποία έχει ξεχωριστή χρήση. Ήταν πολυώροφο, χτισμένο με πελεκητούς δόμους και διακοσμημένο με θαυμάσιες τοιχογραφίες που απεικόνιζαν πιθανόν θρησκευτικές τελετές. Εντύπωση προκαλούν η ποικιλία των δομικών υλικών, τα χρωματιστά κονιάματα, οι ορθομαρμαρώσεις και οι τοιχογραφίες που κοσμούν δωμάτια και διαδρόμους. Τις υψηλές τεχνικές γνώσεις των Μινωιτών επιβεβαιώνουν πρωτότυπες αρχιτεκτονικές και κατασκευαστικές επινοήσεις, όπως οι φωταγωγοί και τα πολύθυρα, η χρήση δοκαριών για ενίσχυση της τοιχοποιίας, καθώς και το σύνθετο αποχετευτικό και υδρευτικό δίκτυο. Η πρόσβαση γινόταν από τρεις εισόδους που βρίσκονταν στη βόρεια, τη δυτική και τη νότια πλευρά του. Το ανάκτορο αναπτύσσεται με 4 πτέρυγες γύρω από τη μεγάλη Κεντρική Αυλή, χώρο δημόσιων συγκεντρώσεων.
Στη δυτική πτέρυγα του ανακτόρου εντάσσονται οι επίσημοι χώροι διοικητικών και θρησκευτικών δραστηριοτήτων: το Τριμερές Ιερό, τα Ιερά Θησαυροφυλάκια και οι Υπόστυλες Κρύπτες. Μέσα εκεί υπάρχουν οι δημόσιες αποθήκες (18 μακρόστενα δωμάτια) με τα μεγάλα πιθάρια, τα ιερά, τα θησαυροφυλάκια. Ξεχωρίζει η Αίθουσα του Θρόνου, με τη δεξαμενή καθαρμών και τον αλαβάστρινο θρόνο που πλαισιώνεται από θρανία και αποτελείται από τον προθάλαμο και τον κυρίως χώρο του θρόνου, ενώ στους πάνω ορόφους υπάρχουν συγκεντρωμένες οι αίθουσες των τελετών.
Στο ΝΔ τμήμα του ανακτόρου βρίσκεται η Δεύτερη αυλή, η Δυτική, που αποτελούσε την επίσημη πρόσβαση στο ανάκτορο, αλλά και χώρο τελετουργιών και η Δυτική Είσοδος που οδηγεί στο Διάδρομο Πομπής. Στη νότια πτέρυγα σημαντικότεροι χώροι είναι το Νότιο Πρόπυλο, ο Διάδρομος της Πομπής και η Νότια Είσοδος με την τοιχογραφία του Πρίγκιπα με τα Κρίνα.
Στην αριστερή πλευρά του διαδρόμου βρίσκονται τα Προπύλαια και τα περίφημα Διπλά Κέρατα, ένα από τα ιερά σύμβολα της μινωικής θρησκείας.
Στην ανατολική πτέρυγα αναπτύσσονται τα βασιλικά διαμερίσματα, μεγάλες αίθουσες υποδοχής, τα δωμάτια του προσωπικού κι ένα ιερό. Σε αυτές οδηγεί το επιβλητικό μεγάλο Κλιμακοστάσιο. Από τα πιο σημαντικά δωμάτια είναι η αίθουσα των Διπλών Πελέκων και το Διαμέρισμα της Βασίλισσας, με την τοιχογραφία των δελφινιών.
Στα βόρεια και ανατολικά του διαμερίσματος της βασίλισσας βρίσκονται οι βασιλικές αποθήκες καθώς και ο Διάδρομος του Ζατρικίου (ένα είδος σκακιού). Ανατολικότερα κατασκευάστηκαν τα διάφορα εργαστήρια, καθώς και οι βασιλικές αποθήκες.
Η επικοινωνία με το λιμάνι της Κνωσού γινόταν από τη Βόρεια Είσοδο. Η Βόρεια Είσοδος πλαισιώνεται από υπερυψωμένες στοές, από τις οποίες η δυτική κοσμείται με την τοιχογραφία του Κυνηγιού Ταύρου.
Στη βόρεια πτέρυγα κυριαρχεί το λεγόμενο «Τελωνείο», μία δεξαμενή καθαρμών
κι ένας υπαίθριος λιθόκτιστος θεατρικός χώρος.
Από το θέατρο ξεκινάει μεγάλος λιθόστρωτος πομπικός δρόμος, ο Βασιλικός Δρόμος που οδηγούσε στο Μικρό Ανάκτορο και την πόλη στη ΒΔ γωνία του ανακτόρου.
Τέλος, στη νότια πτέρυγα υπήρχε το μεγαλοπρεπές νότιο Πρόπυλο.
Τα πολυάριθμα, εξαιρετικής τέχνης, ευρήματα από το ανάκτορο, αγγεία, σκεύη, ειδώλια, το αρχείο πινακίδων της Γραμμικής Β γραφής, καθώς και τα πρωτότυπα των τοιχογραφιών, φυλάσσονται στο Μουσείο Ηρακλείου.
ΤΑΥΡΟΚΑΘΑΨΙΑ
Τα Ταυροκαθάψια (ταύρος + καθάπτομαι) ήταν μια πολύ σημαντική γιορτή και γινόταν στην Κνωσό προς τιμή του Ποσειδώνα, αλλά και στη Θεσσαλία, στη Σμύρνη και την Τίρυνθα, όπου γινόταν αγώνας για τη σύλληψη άγριου ή ερεθισμένου ταύρου. Οι νέοι που συμμετείχαν στον αγώνα ονομάζονταν ταυροκαθόπται και προσπαθούσαν έφιπποι να συλλάβουν τον άγριο ταύρο, πιάνοντάς τον από τα κέρατα και χρησιμοποιώντας σχοινιά ή ξύλο, αλλά ποτέ σιδερένιο όπλο. Έπειτα κάθονταν στον τράχηλο ή στη ράχη του ζώου και έκαναν διάφορες ακροβατικές φιγούρες και ασκήσεις. Σε αντίθεση με τις σημερινές ταυρομαχίες, τα ταυροκαθάψια δεν απαιτούσαν το θάνατο του ταύρου. Είχαν στόχο μόνο την ανάδειξη του θάρρους και την τόλμη των αθλητών. Στο ανάκτορο της Κνωσού και της Τίρυνθας βρέθηκαν τοιχογραφίες με παραστάσεις του αγωνίσματος. Παραστάσεις επίσης σώθηκαν σε διάφορα αγγεία και νομίσματα θεσσαλικών πόλεων.
ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΑΝΑΚΤΟΡΟ
Η καινούργια εποχή που ξεκίνησε με την κατασκευή των νέων ανακτόρων στη μινωική Κρήτη αποδεικνύει τη οικονομική ευρωστία και την πολιτική ηρεμία, στην οποία βρισκόταν το νησί. Η Κνωσός αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα οικιστικής ανάπτυξης την περίοδο αυτό. Δεν επισκευάστηκε μόνο και πάλι το ανάκτορο, που διακοσμήθηκε με εντυπωσιακές τοιχογραφίες, αλλά σε όλη την έκταση του ανακτόρου και της μινωικής πόλης κατασκευάστηκαν καινούργια συγκροτήματα, βασιλικές επαύλεις και μνημειακοί τάφοι.
Ένα από τα σημαντικά αυτά μνημεία αποτελεί το λεγόμενο «Μικρό Ανάκτορο» της Κνωσού, που ήταν οργανικά ενωμένο με το κύριο ανάκτορο. Στο οικοδόμημα αυτό κάποιες από τις αίθουσές του ξεπερνούν σε χάρη και διακόσμηση αυτές του μεγάλου ανακτόρου. Το Μικρό Ανάκτορο (17ος-15ος αιώνας π.X.) βρίσκεται στα δυτικά του δημόσιου δρόμου Κνωσού-Ηρακλείου, σε ελάχιστη απόσταση από το κυρίως ανάκτορο κι έχει όλα τα ανακτορικά αρχιτεκτονικά στοιχεία (ξεστή τοιχοδομία, χώροι υποδοχής, περίστυλη αίθουσα, διπλό μέγαρο με πολύθυρα και δεξαμενή καθαρμών-ιερό). Ήταν ένα κτίσμα με ιδιαίτερο θρησκευτικό χαρακτήρα, καθώς διέθετε βωμό, αίθουσες με πεσσούς και θρησκευτικά αντικείμενα βασιλικής τέχνης. Το ξακουστό ρυτό με τη μορφή ταυροκεφαλήςαπό στεατίτη βρέθηκε εδώ. Το θρησκευτικό χαρακτήρα του δεν έχασε το κτίσμα ακόμη και όταν οι Μυκηναίοι ανέλαβαν τα ηνία στην Κρήτη και έκτισαν ένα βωμό, ακριβώς πάνω από το παλιό δωμάτιο με τη δεξαμενή καθαρμού.
Το Μικρό Ανάκτορο αποτελεί το μεγαλύτερο σε έκταση κτίριο, μετά το μεγάλο ανάκτορο. Η ανατολική του πρόσοψη έχει καταστραφεί εντελώς. Το σημαντικό αυτό κτίριο διαθέτει ενδιαφέροντα λατρευτικά δωμάτια, μεταξύ αυτών και 3 αίθουσες με πεσσούς και λατρευτικές εγκαταστάσεις και μια βάση καθαρμού. Το συνολικό συγκρότημα, διαστάσεων 45Χ28 μ., πρέπει να είχε ακόμη έναν όροφο. Η είσοδος βρισκόταν στα ανατολικά κι οδηγούσε σ’ ένα προθάλαμο. Από κει, μέσω ενός πολυθύρου με τρία πλατιά σκαλοπάτια, ο επισκέπτης οδηγείτο σε μια περίστυλη αυλή. Στο βόρειο μέρος της αυλής, άλλο πολύθυρο οδηγούσε στην επίσημη αίθουσα του συγκροτήματος. Πρόκειται για μια ορθογώνια αίθουσα που μ’ ένα πολύθυρο χωρίζεται σε δύο δωμάτια και με άλλα πολύθυρα επικοινωνεί στα ανατολικά με κιονοστοιχία βεράντας. Οι τοίχοι ήταν διακοσμημένοι με γυψόλιθο και το δάπεδο πλακοστρωμένο. Πίσω από το βόρειο τμήμα της αίθουσας υπάρχει το «πλυντήριο», χώρος με αποχέτευση που συνδέεται με τον εξωτερικό αγωγό, ενώ πίσω από το νότιο τμήμα της αίθουσας βρίσκεται στεγασμένη μια δεξαμενή καθαρμών. Δυτικότερα και νοτιότερα υπάρχουν άλλα δωμάτια διαφόρων χρήσεων. Δύο μεγάλες κλίμακες (δυτικά και νότια) πλαισιώνουν τη μεγάλη αίθουσα με τους πεσσούς. Τη σπουδαιότητα και τον ιερό χαρακτήρα της αίθουσας αυτής φανερώνουν τα λατρευτικά αντικείμενα που βρέθηκαν εκεί, μεταξύ αυτών και μια βάση με διπλούς πέλεκες. Ακόμη μια εντυπωσιακή αίθουσα με πεσσούς βρίσκεται στο ΝΑ άκρο του συγκροτήματος. Οι διαστάσεις του ανεσκαμμένου τμήματος (περίπου 90 μ. μήκος και πάνω από 30 μ. πλάτος), δίνουν μνημειακή μορφή στο κτίσμα αυτό.
Η μικρή απόσταση του Μικρού Ανακτόρου με το θεατρικό χώρο του ανακτόρου της Κνωσού (περίπου 230 μ.) και η ιερή οδός που συνέδεε τους δύο αυτούς χώρους, φανερώνουν την οργανική ένωση του ιερών αυτών κτισμάτων, όπου πιθανόν μέσω της οδού θα μεταφέρονταν ιερά αγάλματα και θρησκευτικά κειμήλια μπροστά από πλήθος ανθρώπων, που θα παρακολουθούσαν τις τελετουργίες αυτές. Μετά την καταστροφή της Κνωσού (Yστερομινωική ΙΙΙΒ περίοδος). το Μικρό ανάκτορο χρησιμοποιήθηκε ως ιερό φετιχιστικό ειδώλων, όπως δείχνουν και τα πέτρινα ειδώλια που βρέθηκαν εκεί.
Η ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΕΠΑΥΛΗ
Σημαντικό μνημείο της Κνωσού, με ιδιαίτερη αρχιτεκτονική μορφή, αποτελεί η λεγόμενη «Βασιλική έπαυλη», που βρίσκεται στο ΒΑ άκρο του ανακτόρου. Παρουσιάζει έντονο θρησκευτικό χαρακτήρα και ίσως πρόκειται για κατοικία επιφανούς μέλους της αριστοκρατίας ή του ιερατείου. Χαρακτηριστικά στοιχεία της Έπαυλης είναι τα πολύθυρα, η υπόστυλη κρύπτη με πεσσό και το διπλό κλιμακοστάσιο. Κατασκευάστηκε σε μια τομή της πλαγιάς του λόφου, ενώ η πρόσοψή της έβλεπε ανατολικά, στην κοιλάδα του Καιράτου ποταμού. Σώζεται το ισόγειο και έχει αναστηλωθεί μέρος του πρώτου ορόφου, ενώ υπήρχε και δεύτερος όροφος από πάνω.
Η Βασιλική έπαυλη κτίστηκε κατά την Yστερομινωική I περίοδο (14ος αι. π.Χ.) και χωρίζεται από το ανάκτορο της Κνωσού μ’ έναν πλακοστρωμένο δρόμο, που ονομάστηκε από τους ανασκαφείς «βασιλικός δρόμος». Τόσο η θέση της, όσο και αρκετές αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες δείχνουν ότι η Βασιλική έπαυλη συνδεόταν οργανικά με το ανάκτορο. Μέσω ενός τοιχισμένου αύλειου χώρου, ο επισκέπτης έφτανε στην είσοδο της έπαυλης, η οποία διέθετε τη χαρακτηριστική μορφή των μυκηναϊκών μεγάρων, με δύο κίονες μεταξύ των παραστάδων. Από ένα φωταγωγό έμπαινε κανείς στον προθάλαμο και από κει στην κύρια αίθουσα του μινωικού πολύθυρου. Οι τοίχοι είναι επενδυμένοι με πλάκες από γυψόλιθο, όπως και το δάπεδο. Μετά τον πρόδομο ακολουθούσε η κύρια αίθουσα του κτίσματος, με ορθογώνια κάτοψη. Ένα πολύ σημαντικό στοιχείο της αίθουσας αυτής, που δε συναντάται σε άλλες επαύλεις, είναι ο λίθινος θρόνος, που βρέθηκε σε μία κόγχη της νότιας πλευράς. Η κόγχη, στην οποία βρέθηκε ο θρόνος, ήταν απομονωμένη με σκαλιά και κίονες και επικοινωνούσε μέσω ενός φωταγωγού με τον επάνω όροφο. Αυτή η αρχιτεκτονική διάταξη με το υποβλητικό σκηνικό δηλώνει ότι ο συγκεκριμένος χώρος προοριζόταν για κάποιες θρησκευτικές τελετουργίες.
Από την κεντρική αίθουσα οδηγείται κανείς σε μία υπόστυλη κρύπτη, στην οποία υπήρχαν αυλάκια και κοιλότητες, κατασκευασμένα προφανώς για να δέχονται υγρές προσφορές. Οι τοίχοι της κρύπτης ήταν κτισμένοι με γυψόλιθο, ενώ το δάπεδό της ήταν στρωμένο με γυψολιθικές πλάκες. Ένα ιδιόμορφο χαρακτηριστικό της βασιλικής έπαυλης είναι το ιδιότυπο κλιμακοστάσιο που χωριζόταν σε δύο πτέρυγες, καθώς οδηγούσε στον επάνω όροφο. Το ΝΑ τμήμα της έπαυλης, όπου βρισκόταν μία πλακοστρωμένη αίθουσα, ένα λουτρό και μία τουαλέτα, φαίνεται ότι είχε ιδιωτικό χαρακτήρα.
Η ΟΙΚΙΑ ΤΩΝ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΩΝ
Γύρω από το ανάκτορο εκτεινόταν η πόλη της Κνωσού, που περιμένει ακόμη να ανασκαφεί. Μέχρι σήμερα έχουν ανασκαφεί μόνον επαύλεις ή κτίρια που θεωρήθηκαν κατοικίες αξιωματούχων, οι οποίοι πρέπει να είχαν άμεση σχέση με το ανάκτορο. Η «Οικία των τοιχογραφιών» βρίσκεται στη ΒΔ πλευρά του ανακτόρου της Κνωσού, στη νότια πλευρά του βασιλικού δρόμου. Είναι ένα μικρό και απλό σε αρχιτεκτονική μορφή κτίριο, που βρίσκεται σήμερα σε κακή κατάσταση, αλλά εντυπωσιάζει με τις τοιχογραφίες που βρέθηκαν εκεί. Χρονολογείται τον 15ο-12ο αιώνα π.X. και πρόκειται για μικρού μεγέθους οικία αστικού τύπου με πλούσιο εσωτερικό τοιχογραφημένο διάκοσμο.
Η οικία διαθέτει μια σχεδόν ορθογώνια κάτοψη. Η είσοδος βρίσκεται στη ΝΔ γωνία. Η τοιχοδομία αποτελείται από καλοδουλεμένους γυψόλιθους πάνω σε ασβεστολιθικό θεμέλιο. Η οικία διαθέτει τρία μακρόστενα δωμάτια στη νότια πλευρά της, ενώ μια σειρά από μικρά τετράγωνα κι ορθογώνια δωμάτια καλύπτουν τη βόρεια πλευρά. Στην κύρια αίθουσα της κατοικίας βρισκόταν ένα δάπεδο με πλαίσιο. Εντυπωσιάζει, επίσης, το δάπεδο του ΝΑ γωνιακού δωματίου, διακοσμημένο με μια ζώνη από κονίαμα γύρω από κέντρο στρωμένο με πλάκες από σιδηρόπετρα. Το ενδιαφέρον του κτιρίου εστιάζεται στα αναρίθμητα σπαράγματα τοιχογραφιών που αποκαλύφθηκαν όχι πεσμένα, αλλά μάλλον τακτοποιημένα σ’ ένα μέρος του κεντρικού μακρόστενου δωματίου. Λεπτές στρώσεις από ζωγραφισμένο κονίαμα, πάχους μόλις 4 χιλιοστών, βρέθηκαν σε διαδοχικά στρώματα. Από τα σπαράγματα αυτά συμπληρώθηκε η τοιχογραφία με τους γαλάζιους πιθήκους και η τοιχογραφία των χελιδονιών.
Η ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ «ΓΑΛΑΖΙΟΥ ΠΟΥΛΙΟΥ»
Από τις αρχαιότερες και σημαντικότερες τοιχογραφίες, που βρέθηκαν στη λεγόμενη «Οικία των τοιχογραφιών» της Κνωσού είναι αυτή του «γαλάζιου πουλιού». Σώζεται πολύ αποσπασματικά και είναι βέβαιο ότι ανήκε σε μεγαλύτερη σύνθεση, που κοσμούσε τους τοίχους του κτιρίου. Στο κέντρο της παράστασης και σε λευκό βάθος δεσπόζει ένα γαλάζιο πουλί καθισμένο πάνω σε βράχο. Από τη μορφή του σώζονται μόνο τμήμα των φτερών και τα μικρά πόδια του. Το τοπίο γύρω του είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό και αποδίδεται με διάφορα έντονα χρώματα. Στα θραύσματα που σώζονται διακρίνονται κυρίως βράχια, άγρια ρόδα και ίριδες. Το έργο χαρακτηρίζεται από την ελευθερία στην απόδοση των περιγραμμάτων, από τη μεγαλειώδη έκφραση της φυσιοκρατίας και από την εναλλαγή έντονων χρωμάτων. Η σκηνή σφύζει από ζωντάνια, όμως αποπνέει εξαιρετική ηρεμία και αρμονία.
Η ΝΟΤΙΑ ΟΙΚΙΑ
Η λεγόμενη «Νότια Οικία» αποτελεί ακόμη ένα δείγμα μινωικής αρχιτεκτονικής, έπαυλη κάποιου Μινωίτη ιδιώτη. Πρόκειται για ιδιωτική αστική οικία, τριώροφη με δεξαμενή καθαρμών και υπόστυλη κρύπτη. Βρίσκεται στη ΝΔ γωνία του μεγάλου ανακτόρου της Κνωσού. Από τα ανασκαφικά ευρήματα συμπεραίνεται ότι η οικία κατασκευάστηκε μετά την καταστροφή του σεισμού το 1600 π.Χ., καθώς ο δυτικός τοίχος της θεμελιώθηκε πάνω στα ερείπια της Βαθμιδωτής Στοάς, που πριν το σεισμό οδηγούσε στη ΝΔ είσοδο του ανακτόρου. Έχει εν μέρει αναστηλωθεί.
Από τη Νότια Οικία έχουν διασωθεί τμήματα του ισογείου, των άλλων δύο ορόφων και ίσως να διέθετε και τρίτο όροφο. Η είσοδος της έπαυλης βρισκόταν πιθανόν στη ΝΑ γωνία. Το ισόγειο διέθετε δύο χώρους, από τους οποίους ο ένας είχε τρεις πεσσούς στη σειρά, ενώ ο άλλος περιείχε χάλκινα εργαλεία και διπλούς πέλεκες. Στον πρώτο όροφο υπάρχει μια κρύπτη με πεσσό, όπου βρέθηκε βάση για διπλό πέλεκα και άλλη μία για ιερά αντικείμενα (πιθανόν ιερά κέρατα). Στη ΒΑ πλευρά του πρώτου ορόφου ανοίγεται η κύρια αίθουσα της οικίας με πλακόστρωτο δάπεδο. Ο προθάλαμος της αίθουσας αυτής βρίσκεται στα νότια και οδηγούσε πιθανόν στην είσοδο της οικίας. Στα δυτικά της κύριας αίθουσας υπάρχει ένα λουτρό.
Ένας διάδρομος στα νότια του λουτρού οδηγούσε σε κλιμακοστάσιο, από όπου οι ιδιοκτήτες της οικίας κατέβαιναν στο ισόγειο. Εντύπωση προκαλούν οι παραστάδες της εισόδου που είναι μονολιθικές από γυψόλιθο. Ακόμη διατηρούνται ίχνη του μηχανισμού με τον οποίο κλείδωνε η πόρτα: ξύλινη μπάρα έμπαινε στον τόρμο της παραστάδας και στερεωνόταν με χάλκινο καρφί. Μια άλλη σκάλα οδηγούσε στο δεύτερο όροφο, ενώ δίπλα της υπάρχει ένα δωμάτιο με μια σειρά από βάσεις κιόνων, ακριβώς πάνω από τους πεσσούς του ισογείου και στη συνέχεια, ακόμη ένα δωμάτιο. Η βόρεια πλευρά του δωματίου αυτού επικοινωνεί μ’ ένα χώρο, που διέθετε ίσως νιπτήρα και αποχωρητήριο στη γωνία.
Η ΑΝΕΞΕΡΕΥΝΗΤΗ ΟΙΚΙΑ
Ένα ακόμη δείγμα μινωικής αρχιτεκτονικής αποτελεί η λεγόμενη «Ανεξερεύνητη Οικία», που ονομάστηκε έτσι από τον Evans, γιατί ο ίδιος είχε αποκαλύψει μόνο την ανατολική της πρόσοψη. Η συγκεκριμένη οικία βρίσκεται ΒΔ του μεγάλου ανακτόρου και ακριβώς πίσω από το Μικρό ανάκτορο της Κνωσού. Έχει ιδιωτικό-βιοτεχνικό χαρακτήρα, όπως συμπεραίνεται από τα ανασκαφικά ευρήματα. Σήμερα, το συγκρότημα αυτό έχει εξ ολοκλήρου ανασκαφεί.
Πρόκειται για ορθογώνιο κτίριο με κεντρική αίθουσα με 4 πεσσούς, διαδρόμους, αποθήκες και κλιμακοστάσιο. Συνδεόταν με το Μικρό ανάκτορο με μια γέφυρα, διέθετε θαυμάσια λαξευτή πρόσοψη και σκάλες για τον επάνω όροφο. Από τα δωμάτια που διέθετε η οικία, το πιο σημαντικό ήταν η κεντρική αίθουσα με λαξευτή τοιχοδομία και 4 πεσσούς. Το οικοδόμημα αυτό κατασκευάστηκε στην Yστερομινωική ΙΑ περίοδο (1600/1580-1480 π.Χ.), κατοικήθηκε και στην Yστερομινωική ΙΙ-ΙΙΙΑ περίοδο (1425-1340/1330 π.Χ.), όπως φανερώνουν πρόσθετοι τοίχοι στην κεντρική αίθουσα, που ανήκουν στην εποχή της μυκηναϊκής εξουσίας στην Κνωσό. Το κτίριο καταστράφηκε από πυρκαγιά γύρω στο 1375 π.Χ., αλλά υπάρχουν ενδείξεις για επαναχρησιμοποίησή του σε μεταγενέστερα χρόνια.
Ο ΞΕΝΩΝΑΣ
Ακολουθώντας κανείς το δημόσιο δρόμο Ηρακλείου-Κνωσού προς τα νότια, προσπερνά το μεγάλο ανάκτορο και φτάνει σ’ ένα σημείο, όπου βρίσκεται ένα ακόμη σημαντικό μνημείο της Κνωσού, ο Ξενώνας ή το «Καραβάν Σεράι», όπως χαρακτηριστικά το ονόμασε ο Evans. Το συγκεκριμένο κτίσμα θεωρήθηκε χώρος υποδοχής και διαμονής επισκεπτών με αίθουσα που περιείχε τοιχογραφίες και λουτρό, λόγω των ευρημάτων που βρέθηκαν εκεί (κομμάτια από πήλινες μπανιέρες). Επικοινωνούσε με το ανάκτορο με γέφυρα. Οι τοίχοι του ήταν διακοσμημένοι με τοιχογραφίες που απεικονίζουν τοπίο με πέρδικες και τσαλαπετεινούς.
Έχουν αναστηλωθεί δύο δωμάτια του Ξενώνα με πρόσοψη προς το ανάκτορο. Το ανατολικό έχει μορφή πρόπυλου κι εσωτερικά ήταν διακοσμημένο με την περίφημη τοιχογραφία με τις πέρδικες. Το στυλ της τοιχογραφίας θυμίζει αρκετά τις τοιχογραφίες της οικίας των τοιχογραφιών. Στο διπλανό δωμάτιο υπάρχει μια μικρή λίθινη δεξαμενή, που ο Evans πίστευε ότι χρησίμευε στους ταξιδιώτες για ποδόλουτρο.
Ο ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ ΤΑΦΟΣ-ΙΕΡΟ
Ένα από τα πιο σημαντικά μνημεία της Κρήτης και το τελευταίο που αποκάλυψε ο Evans στη διάρκεια των ανασκαφών του, βρίσκεται 600 μ. περίπου νότια του μεγάλου ανακτόρου. Επικοινωνούσε με την Οικία του Αρχιερέα με πλακόστρωτο δρόμο. Φαίνεται ότι εδώ είχε ταφεί κάποιος από τους τελευταίους βασιλιάδες της Κνωσού (17ος-14ος αιώνας π.X.). Χαρακτηριστικά αρχιτεκτονικά στοιχεία του είναι η είσοδος με αυλή, στοά με ένα μικρό προθάλαμο και υπόστυλη κρύπτη με δύο πεσσούς. Είναι διώροφος με ταφικό θάλαμο που είναι σκαλισμένος στο βράχο. Ο επάνω όροφος πιστεύεται ότι χρησίμευε σαν ιερό για τη λατρεία των νεκρών. Η κατασκευή του τοποθετείται χρονολογικά στη Μεσομινωική ΙΙΙΒ περίοδο (1850-1700/1650 π.Χ.) και έπειτα από μερική καταστροφή επισκευάστηκε στη Ύστερη Μινωική ΙΑ περίοδο (1600/1580-1480 π.Χ.). Ο μνημειακός αυτός τάφος διαθέτει δύο ορόφους. Ο κάτω όροφος περιελάμβανε τον θαλαμωτό τάφο, έναν ορθογώνιο νεκρικό θάλαμο μ’ έναν κεντρικό πεσσό. Εντυπωσιάζει η λαξευτή του τοιχοδομία.
Η είσοδος στο βασιλικό τάφο γινόταν από τα βόρεια. Εκεί υπήρχε μια στοά με δύο κίονες. Απέναντι από τη στοά υπήρχε μια πλακόστρωτη αυλή και η είσοδος του διαδρόμου που οδηγούσε στο νεκρικό θάλαμο. Στον προθάλαμο οδηγούσε ένας διάδρομος, που πλαισιωνόταν από μικρά δωμάτια στη νότια και βόρεια πλευρά του. Στη νότια πλευρά του διαδρόμου βρισκόταν το κλιμακοστάσιο, που οδηγούσε στον επάνω όροφο και στο ιερό. Ο προθάλαμος, η κρύπτη των πεσσών, διέθετε δύο πεσσούς. Εκεί βρέθηκαν οστεοφυλάκια για τα οποία υπέθεσε ο Evans ότι έγιναν για να ενταφιαστούν νεκροί από το μεγάλο σεισμό του 1600 π.Χ. Ακριβώς πάνω από τον προθάλαμο βρισκόταν το ιερό. Στην Ύστερη Μινωική ΙΑ περίοδο (1600/1580-1480 π.Χ.), ο προθάλαμος δέχτηκε κάποιες μετατροπές και επισκευές. Ο νεκρικός θάλαμος βρισκόταν στη δυτική πλευρά του συγκροτήματος και διέθετε έναν κεντρικό πεσσό. Ήταν λαξευμένος μέσα σε μαλακό βράχο. Η οροφή του, που ήταν ο φυσικός βράχος, ήταν βαμμένη γαλάζια. Πιθανόν ο νεκρός να είχε τοποθετηθεί σε ξύλινη λάρνακα, που δε σώθηκε. Οι τοίχοι του θαλάμου ήταν διακοσμημένοι με γυψόλιθο. Με την ίδια πέτρα διακοσμήθηκε και το δάπεδο, σχηματίζοντας ένα πλαίσιο γύρω από τον πεσσό. Μέσα στο νεκρικό θάλαμο, στη ΒΔ γωνία του, βρέθηκε ωστόσο μια μεταγενέστερη ταφή του τέλους της Υστερομινωικής ΙΙ περιόδου (1425-1390 π.Χ.).
Το κλιμακοστάσιο του διαδρόμου οδηγούσε στον πάνω όροφο, όπου κατασκευάστηκε το ιερό. Πρόκειται για ένα χώρο με δύο κίονες, ακριβώς πάνω από τους πεσσούς του προθαλάμου. Η διάταξη του τάφου θυμίζει αρκετά την περιγραφή του Διόδωρου του Σικελιώτη, που κάνει λόγο για τον τάφο του Μίνωα στη Σικελία: αναφέρει ότι υπήρχε ναός της Αφροδίτης πάνω από τον κυρίως τάφο. Ο βασιλικός Τάφος-Ιερό έχει αναστηλωθεί από τον Evans.
Πηγή: Υπουργείο Πολιτισμού
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Ο κατάλογος πλοίων της Ιλιάδας αναφέρει ότι η Κρήτη απέστειλε 80 πλοία υπό τις διαταγές του βασιλιά της Κνωσού, Ιδομενέα (Οδύσσεια, τ 178-9).
1 Δυτική Αυλή - 2 Δυτική Πύλη (Είσοδος) - 3 Διάδρομος Πομπής - 4 Προπύλαια -
5 Κλίμακα - 6 Διάδρομος Αποθηκών - 7 Αποθήκες - 8 Ιερό - 9 Αίθουσα Θρόνου -
10 Δεξαμενή Καθαρμών - 11 Υπαίθριο Θέατρο - 12 Βόρεια Είσοδος - 13 Κεντρική
Αυλή - 14 Αποθήκες Πιθαριών - 15 Ανατολικός Προμαχώνας - 16 Αίθουσα Διπλών
Πελέκεων - 17 Διαμέρισμα Βασίλισσας - 18 Μέγα Κλιμακοστάσιο - 19 Μικρό Ιερό
Διπλών Πελεκέων - 20 Νότια Είσοδος - 21 Διάδρομος Ζατρικίου - 22 Εργαστήρια -
23 Τελωνείο - 24 Τελωνείο - 25 Πλακόστρωτη Οδός

Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014

Σχολές της Αρχαίας Δυτικής Φιλοσοφίας

Αναρτήθηκε από τον/την olympiada στο Μαρτίου 2, 2014
Η ΑΡΧΑΙΑ ΔΥΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ αποτελεί μια μοναδική προσφορά του κλασσικού ελληνικού πνεύματος στην Ανθρωπότητα. Με κέντρο τον Σωκράτη, χρονικά και ιδεολογικά, η Φιλοσοφία θα χωριστεί σε:
1. ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΗ
2. ΣΩΚΡΑΤΙΚΗ
3. ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ & ΡΩΜΑΪΚΗ
Στην Προσωκρατική έχουμε σαν άξονα της Φιλοσοφίας την ΦΥΣΗ. Στο Σωκράτη κέντρο της γίνεται ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ. Στην εποχή που χαρακτηρίζεται από την αυτοκρατορία του Αλέξανδρου και την μετέπειτα των Ρωμαίων, το κέντρο της φιλοσοφίας
φαίνεται να μετατοπίζεται προς τον ΚΟΣΜΟ.
Πραγματικά, η αρχαία δυτική φιλοσοφία κινείται πάντα γύρω και από τα τρία κέντρα Άνθρωπος – Φύση  – Κόσμος (ή Θεός), τονίζοντας κατά τις ιστορικές προκλήσεις της το ένα ή το άλλο κέντρο της. Όλοι οι φιλόσοφοι ασχολήθηκαν με όλα τα θέματα που απασχολούν τον άνθρωπο με ιδιαίτερη επιτυχία: από την επιστήμη και την θρησκεία ως τη πολιτική και την τέχνη. Η λέξη όμως Φιλοσοφία, σαν αγάπη στην Σοφία, αποδίδεται στον Πυθαγόρα, παρόλο που ο ίδιος ήταν περισσότερο σοφός από φιλόσοφος.
Στην Αρχαία Δυτική Φιλοσοφία παρατηρούμε την Φιλοσοφία σαν ΕΠΙΣΤΗΜΗ και σαν ΤΡΟΠΟ ΖΩΗΣ. Συνήθως τονιζόταν το ένα από τα δύο, ανάλογα με τις προκλήσεις της εποχής και της ανταπόκρισής τους  σ αυτές. Έτσι αναπτύσσεται μια διδασκαλία με επιστημονικό και εκπαιδευτικό τρόπο που διδάσκεται μέσα σε ειδικούς χώρους και στοχεύει στην αλήθεια και από την άλλη αναπτύσσεται ένας τρόπος ζωής που στοχεύει την ευτυχία (μάλλον ευδαιμονία) του ανθρώπου. Γι αυτό τον λόγο μιλάμε για ΣΧΟΛΕΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ.
Το όνομα κάποιων αποτέλεσε από μόνο του το όνομα μιας Σχολής (πχ Ηράκλειτος ο Σκοτεινός), ενώ άλλες Σχολές πήραν το όνομά τους από ένα χαρακτηριστικό της συμπεριφοράς τους (πχ κυνικοί) ή από κάποια εξωτερική περίσταση (πχ Στωικοί).
Από που γεννήθηκε η Αρχαία Δυτική Φιλοσοφία; Γιατί αναπτύχθηκαν τόσες Σχολές Φιλοσοφίας; Εδώ η απάντηση δίνεται χωρίς εξωτερική απόδειξη: Οι παραδοσιακές σχολές Μυστηρίων δίνουν τη θέση τους στο τελευταίο τους διάδοχο: Την Φιλοσοφία, σαν θεωρία και πράξη μιας ευτυχισμένης ζωής και συμβίωσης.
ΟΙ ΙΩΝΕΣ ΣΤΟΧΑΣΤΕΣ
ΜΙΛΗΣΙΑ ΣΧΟΛΗ
Μέσα σε διάστημα ενός αιώνα η Μίλητος έβγαλε τρεις στοχαστές: Θαλής, Αναξίμανδρος και Αναξιμένης. Καθένας από τους τρείς δεχόταν ως αρχή της Φύσης ένα ορισμένο στοιχείο, η απομόνωση του οποίου αποτελούσε το σημαντικότερο βήμα για μιά συστηματική περιγραφή της πραγματικότητας.
Η σχολή άνθησε όλο τον 6ο αιώνα στην παλαιά πρωτεύουσα της Ιωνίας και χάθηκε μαζί με την πόλη, κατά την καταστροφή της από τους Πέρσες το 494 π.Χ. ύστερα από τη μάχη στον ποταμό Λάδη.
Όλοι οι Φιλόσοφοι προσπάθησαν να ερμηνεύσουν τον κόσμο σχετικά με το πώς και το γιατί έγινε – όχι με θεολογικο-μυθικούς όρους αλλά με καθαρά φυσικούς και επιστημονικούς. Έτσι καθένας ερμήνευσε τον κόσμο ξεκινώντας από μια φυσική αρχή – στοιχείο: Το Νερό, ή τον Αέρα, ή το Πυρ, ή το Άπειρο, ή το Όν.  Ίδρυσαν σχολές που μέσα από το πέρασμα αντιστοιχούν στα πανεπιστήμια της Αναγέννησης. Ασχολήθηκαν με όλες τις πλευρές της ζωής – ποίηση, επιστήμη, πολιτική, θεολογία, ιατρική κλπ, εκφράζοντας το πρότυπο του ολιστικού ανθρώπου.
ΘΑΛΗΣ
Για τον Θαλή, που καταγόταν από παλαιά εμπορική οικογένεια, λέγεται ότι είχε προβλέψει την ηλιακή έκλειψη του 585 π.Χ. και ότι ζούσε και έπειτα από την εισβολή των Περσών στα μέσα του 6ου αιώνα. Είχε πάει στην Αίγυπτο. Αρχή του σύμπαντος έθεσε το στοιχείο ΝΕΡΟ. Απέδωσε ζωή σε κάθε μέρος της φύσης, από τα ορυκτά ως τα άστρα (υλοζωισμός). Η Γεωμετρία του χρωστά πολλά περισσότερα από το γνωστό θεώρημα του Θαλή, η αστρονομία πολλούς υπολογισμούς, όπως η φαινόμενη διάμετρος του ήλιου και της σελήνης, η λόξωση της εκλειπτικής, το αντανακλώμενο φως των πλανητών.
ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟΣ
Ο Αναξίμανδρος φαίνεται ότι ήταν λίγο νεώτερος. Από τα συγγράμματά του Περί φύσεως έχει σωθεί μόνο ένα περίεργο απόσπασμα. Είναι δύσκολο να προσδιοριστεί η εποχή που έζησε ο Ανεξίμανδρος, ίσως να έζησε ανάμεσα στα 560-500 π.Χ. Από τα συγγράμματά του Περί Φύσεως δεν έχει σωθεί τίποτα. Δεν υπάρχει επιστήμη που να μην έλκει τα θεμέλιά της σε θεωρίες του μεγάλου αυτού φιλόσοφου: Γεωγραφία, μαθηματικά, αστρονομία, εξελικτική βιολογία. Προσδιόρισε την περίμετρο ξηράς και θάλασσας και κατασκεύασε μια γήινη σφαίρα. Πρόβλεψε σεισμούς και εκλείψεις. Τοποθέτησε την Γη σαν μετέωρη μέσα στο σύμπαν να συγκρατείται από τις ελκτικές δυνάμεις των άλλων ουράνιων σωμάτων. Κοσμολογικά όρισε σαν πρώτη αρχή το Άπειρο. Από αυτό διαφοροποιούνται τα 4 στοιχεία – γή, νερό, αέρας, φωτιά. Όλα διευθύνονται από την Ανάγκη και την Δικαιοσύνη.
ΑΝΑΞΙΜΕΝΗΣ 
Είναι ο 3ος και τελευταίος από την σχολή της Μιλήτου. Γεννήθηκε γύρω στο 585 πΧ και πέθανε γύρω στα 525. Για την ζωή του ξέρουμε μόνο ότι ήταν συμμαθητής και μαθητής του Αναξίμανδρου. Πρέσβευσε ότι η κύρια αρχή του κόσμου είναι ο Αέρας.  Αντιλαμβάνεται τον κόσμο σαν ζωντανό όν. Μιλάει για κοσμικό ζώο – πράγμα που θα το αναφέρει αργότερα και ο Πλάτων. Η καταστροφική επέκταση των Περσών ανέκοψε την υπέροχη αυτή πορεία της φιλοσοφίας αναγκάζοντάς την να μεταφερθεί δυτικά.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΩΝΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΩ ΙΤΑΛΙΑΞΕΝΟΦΑΝΗΣ Ο ΚΟΛΟΦΩΝΙΟΣ
Αρχηγός της ελεατικής σχολής θεωρείται συνήθως ο Ξενοφάνης, που οπωσδήποτε έλαβε μέρος στην ίδρυσή της. Γεννημένος γύρω στο 570 π.Χ. στην Κολοφώνα, έφυγε από την Ιωνία το 546 π.Χ., όταν την κυρίευσαν οι Πέρσες. Έζησε ως περιπλανώμενος ραψωδός και τελικά εγκαταστάθηκε στην Ελέα, που την είχαν ιδρύσει πρόσφυγες Ίωνες. Πέθανε μετά το 480 π.Χ. Η περίοδος που εμφανίζεται ο Ξενοφάνης είναι μεταβατική για τη φιλοσοφία. Η σχολή της Μιλήτου είχε καταστραφεί. Η φιλοσοφία όμως συνεχίστηκε μέσα από την ίδρυση της Ελεατικής σχολής με καθαρά φιλοσοφικούς και οντολογικούς προβληματισμούς. Πρέσβευε ότι ο ήλιος και τα άστρα είναι διάπυρα νέφη. Τα άστρα με το φως του ήλιου σβήνουν. Τα σύννεφα είναι εξατμίσεις από τη θάλασσα και οι αστραπές προέρχονται από τις κινήσεις των διάπυρων νεφών. Μιλούσε για βιόρρυθμους και χρονικούς κύκλους.
ΚΑΤΩ ΙΤΑΛΙΑ
ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ Ο ΣΑΜΙΟΣ
Ο Σύνδεσμος των Πυθαγορείων παρουσιάστηκε στα τέλη του 6ου π.Χ. αιώνα, αρχικά στις πόλεις της Μεγάλης Ελλάδας, ως θρησκευτική και πολιτική εταιρεία. Ιδρυτής του ήταν ο Πυθαγόρας από τη Σάμο, που είχε γεννηθεί περίπου το 580 π.Χ. Ύστερα από μεγάλα ταξίδια, που τον έφεραν από την Αίγυπτο μέχρι και την Ινδία, έφτασε στην αριστοκρατική πόλη Κρότων, από όπου ξεκίνησε την μεταρρυθμιστική προσπάθειά του με σκοπό την κάθαρση της ηθικής και της θρησκευτικής και πολιτικής ζωής.
Στον Πυθαγόρα που πέθανε το 500 π.Χ. περίπου, δεν είναι δυνατό να αποδοθεί καμία φιλοσοφική θεωρία, παρόλο που προσπάθησαν αργότερα να τον μυθοποιήσουν και να τον παρουσιάσουν ως το ιδεώδες κάθε ελληνικής σοφίας. Ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης κάνουν λόγο μόνο για φιλοσοφία. Για τη ζωή του δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτε. Για τα αποσπάσματα από το έργο του υπάρχουν πολλές αμφιβολίες.
Η πνευματική καταγωγή των Πυθαγορείων, ο φιλοσοφικός δογματισμός τους καθώς και η εξάπλωσή τους, αποτελούν ένα τριπλό ιστορικό ανεξήγητο. Η σχολή του Πυθαγόρα, το λεγόμενο Ομακοείο, ήταν ένα κοινόβιο με αναμφισβήτητο αρχηγό, δάσκαλο και νομοθέτη τον Πυθαγόρα. Έφτασε να αριθμεί μέχρι 300 μέλη. Μέσα από αυστηρό πρόγραμμα ηθικής, ψυχολογικής και νοητικής εκπαίδευσης οι μαθητές περνούσαν το στάδιο του Ακουσματικού, Μαθηματικού και τέλος Πολιτικού. Έτσι διαμορφώθηκαν εξαίρετοι φιλόσοφοι-αριστοκράτες που επέδρασαν στην ελληνική κοινωνία.
Τα Μαθηματικά και η Μουσική οφείλουν πολλά στους μαθητές του Πυθαγόρα, εφόσον αυτά κανόνιζαν τις ψυχολογικές, θρησκευτικές και ηθικές υποχρεώσεις τους.
ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ Ο ΕΛΕΑΤΗΣ
Ο Παρμενίδης (που είχε γεννηθεί γύρω στο 515 π.Χ.), Ελεάτης από αριστοκρατική οικογένεια, ήταν προσωπικότητα σημαντική και με πολιτική δράση. Είχε σχέσεις με τους Πυθαγόρειους. Έγραψε γύρω στο 470 π.Χ.. Ιδρυτής της Ελεατικής σχολής παρόλο που τον σπόρο τον έριξε ο Ξενοφάνης. Πρώτος ο Παρμενίδης αναφαίρεται στο Ον. Του αποδίδει τα όσα απέδιδαν οι  προηγούμενοι προσωκρατικοί στο στοιχείο – αρχή τους. Αναφέρεται στο Ον σαν να πρόκειται για τον Απόλυτο Θεό. Του δίνει τα χαρακτηριστικά της Ολότητας και της Ακινησίας -  εφόσον είναι πανταχού παρών.
ΖΗΝΩΝ Ο ΕΛΕΑΤΗΣ
Γεννήθηκε στην Ελέα της Ιταλίας γύρω στο 595 πΧ. Φίλος και μαθητής του Παρμενίδη, έδωσε πολλές διαλέξεις για να υπερασπιστεί τις θεωρίες του δασκάλου του περί του όντος. Τον διαδέχθηκε στην διεύθυνση της σχολής της Ελέας. Το χαμένο σύγγραμμα του Ζήνωνα (περίπου 490- 430 π.Χ.) είναι ίσως το πρώτο φιλοσοφικό έργο που ήταν διαιρεμένο σε κεφάλαια και είχε διαλεκτική διάταξη. Χρησιμοποιεί την “εις άτοπον απαγωγή” για να αποδείξει τις θεωρίες του Παρμενίδη. Είναι πασίγνωστα τα παράδοξα του Ζήνωνα όπου αποδείκνυε ότι πχ ο Αχιλλέας δεν θα φθάσει ποτέ την Χελώνα, ότι ο χώρος δεν υπάρχει, όπως δεν υπάρχει και η κίνηση κλπ. Μόνο κατά τον 17ο μΧ αιώνα (Λάιμπνιτς, Νεύτων) μπορέσαμε να αναπτύξουμε την θεωρία του απειροστικού λογισμού και να κατανοήσουμε τα “παιχνίδια” του Ζήνωνα.
ΜΕΛΙΣΣΟΣ Ο ΣΑΜΙΟΣ
Ο Μέλισσος ήταν ο στρατηγός των Σαμίων που νίκησε το 442 π.Χ. τους Αθηναίους. Μαθητής του Παρμενίδη, συνεχίζει την ίδια γραμμή με τον Ζήνωνα. Για τον Μέλισσο, ο χρόνος είναι σταθερός, στατικός και ομογενής παράγοντας που αποκτά ελαστικότητα και πλαστικότητα όταν εκδηλώνεται.
ΕΜΠΕΔΟΚΛΗΣ Ο ΑΚΡΑΓΑΝΤΙΝΟΣ
Ο πρώτος Δωριέας στην ιστορία της φιλοσοφίας είναι ο Εμπεδοκλής, από τον Ακράγαντα, περίπου 490 – 430 π.Χ. Ποιητής, πολιτικός, γιατρός, θαυματοποιός, ήταν επιφανής, ιερατική προσωπικότητα με μαντικές ιδιότητες, πιθανόν να είχε σχέσεις με τη σικελική ρητορική σχολή, από την οποία μας είναι γνωστά τα ονόματα του Κόρακα και του Τεισία. Σπούδασε στους Πυθαγόρειους αλλά και κοντά στον Αναξαγόρα και στον Παρμενίδη. Έγραψε: Περί Φύσεως, Προοίμιο εις Απόλλωνα, Καθαρμοί, Περσικά, Τραγωδίαι, Πολιτικοί Λόγοι, Ιατρικός Λόγος. Μιλάει για τα 4 βασικά στοιχεία (“ριζώματα”): Γή , Νερό, Αέρα, Φωτιά. Για τις δύο αντίθετες δυνάμεις του Σύμπαντος: Φιλία και Νείκος. Επίσης μιλά για την μετενσάρκωση στην φύση.
Η ΙΩΝΙΚΗ ΑΝΤΑΠΑΝΤΗΣΗ
ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ Ο ΕΦΕΣΙΟΣ
Ο Ηράκλειτος (περίπου 536-470 π.Χ.) από την Έφεσο, ο «σκοτεινός», άφησε τα υψηλά αξιώματα (που είχε χάρη στην ευγενική καταγωγή του) από αντίθεση προς την ανερχόμενη δημοκρατία την οποία απεχθανόταν. Αποσύρθηκε σε περήφανη απομόνωση και τα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε την άνεση να γράψει ένα σύγγραμμα με τρία μέρη: Σύμπαν, Πολιτική, Θεολογία. Το έργο του δεν ήταν γενικά κατανοητό ήδη στην αρχαιότητα. Έχουν διασωθεί μερικά αποσπάσματα μόνο, που συχνά επιδέχονται πολύ διαφορετικές ερμηνείες: “Στη φύση αρέσει να κρύβεται”, “Τα πάντα ρεί”, “Πόλεμος πάντων πατήρ”, “Αυτοί που επαγρυπνούν έχουν ένα κοινό κόσμο. Αυτοί που κοιμούνται γυρίζουν ο καθένας στο δικό του κόσμο”, “Εκ πυρός τα πάντα και εις πυρ τελευτά”
ΑΝΑΞΑΓΟΡΑΣ Ο ΚΛΑΖΟΜΕΝΙΟΣ
Ο Αναξαγόρας από τις Κλαζομενές (500 ως και μετά το 430 π.Χ.) εγκαταστάθηκε στην  Αθήνα στα μέσα του 5ου αιώνα και επηρέασε την φιλοσοφία αλλά και την πολιτική της Ελλάδας μέσα από τον μαθητή του Περικλή. Το 434 π.Χ. κατηγορήθηκε για ασέβεια και υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει την πόλη, πήγε στη Λάμψακο όπου ίδρυσε σχολή. Ασχολήθηκε κυρίως με την αστρονομία. Λέγεται ότι περιφρονώντας τα γήινα είχε χαρακτηρίσει πατρίδα του τον ουρανό, και σκοπό της ζωής του την παρατήρηση των άστρων. Μαθητές του αναφέρονται ο Μητρόδωρος και ο Αρχέλαος. “Όλα τα πράγματα ήταν κάποτε ενωμένα, άπειρα κατά το πλήθος και κατά την σμικρότητα, γιατί το μικρό – η μικρότητα – είναι άπειρον και όταν όλα τα πράγματα ήταν ενωμένα, τίποτε δεν διακρινόταν, ακριβώς εξ αιτίας της σμικρότητά τους.” Ο νούς ήταν αυτός που έδωσε την πρωταρχική ώθηση με δίνη. “Και ότι υπάρχουν εκεί άνθρωποι και πόλεις κατοικημένες και έργα κατασκευασμένα, όπως είναι και σε μας και ότι αυτοί έχουν ήλιο και σελήνη και τα άλλα άστρα, όπως είναι και σε μάς …”
ΟΙ ΑΤΟΜΙΚΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ
ΛΕΥΚΙΠΠΟΣ Ο ΜΙΛΗΣΙΟΣ
Για τον Λεύκιππο γνωρίζουμε πολύ λίγα πράγματα, άλλωστε η ύπαρξή του είχε αμφισβητηθεί ήδη στην αρχαιότητα. Η μεγάλη ανάπτυξη της ατομικής θεωρίας από τον Δημόκριτο (βλ. σ.125 κ.ε.) έκανε να ξεχαστεί εντελώς ο εισηγητής της. Ωστόσο μπορούμε με βεβαιότητα να διαπιστώσουμε τα ιχνη του ατομισμού σ’ όλη την πορεία της σκέψης ύστερα από τον Παρμενίδη. Και αν ακόμη ο Λεύκιππος δεν γεννήθηκε στα Άβδηρα, πάντως διατέλεσε αρχηγός της σχολής από την οποία προήλθαν ο Πρωταγόρας και ο Δημόκριτος. Πρέπει να ήταν σύγχρονος του Εμπεδοκλή και Αναξαγόρα, αλλά ίσως λίγο  μεγαλύτερός τους. Παραμένει τελικά άγνωστο – παρόλο που είναι πιθανό – αν έγραψε κάτι, ιδιαίτερα τα έργα “Μέγας διάκοσμος” και “Περί νου”. Ο Λεύκιππος επινόησε πρώτος την ατομική θεωρία. Τον οναμάζουν υλιστή, αλλά μιά προσεκτικότερη μελέτη της θεωρίας του φανερώνει ότι η λέξη “άτομο” του Λεύκιππου και του Δημόκριτου είναι πολύ πιό πλούσια έννοια και οντότητα από αυτό που η σημερινή επιστήμη ορίζει.
ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ Ο ΑΒΔΗΡΙΤΗΣ
Γεννήθηκε ίσως το 460 πΧ στα Άβδηρα της Θρήκης. Ξόδεψε την τεράστια πατρική του περιουσία για να ταξιδέψει σε Αίγυπτο, Βαβυλώνα, Ινδία, Ιταλία… Μάλλον φοίτησε και στους Πυθαγόρειους. Διαδέχθηκε τον δάσκαλό του, Λεύκιππο στη σχολή των Αβδήρων. “Εαν λοιπόν η μεν γένεσις των σωμάτων προέρχεται εκ της ενώσεως των ατόμων, η δε φθορά των εκ του διαχωρισμού των ατόμων, η γένεσις δεν είναι τίποτε άλλο παρά αλλοίωσις” Αλλά υπάρχουν άτομα που πλησίάζουν την αιωνιότητα, είναι σταθερά, δεν μετακινούνται: Τέτοια είναι τα άτομα της ψυχής.
ΔΙΟΓΕΝΗΣ Ο ΑΠΟΛΛΩΝΙΑΤΗΣ
Γεννήθηκε στην Απολλωνία, μια αποικία της Μιλήτου στον Πόντο. Πιθανόν σύγχρονος του Αναξαγόρα, άκμασε γύρω στο 440 – 430 πΧ. Είναι ο όψιμος εκπρόσωπος της Ιωνικής Φιλοσοφίας. Ο χαρακτήρας της φιλοσοφίας του είναι εκλεκτικός αλλά αυτό δεν της στερεί την ιδιαίτερη αξία της. Όλα τα πράγματα πρέπει να είναι μετατροπές μιας βασικής ουσίας. Η βασική ουσία έχει θεία νόηση  που κατευθύνει τα πάντα με τον καλύτερο τρόπο. Η νόηση και η ζωή οφείλονται στον αέρα, που γι’ αυτό είναι η βασική μορφή της ύλης. Ο αέρας είναι θείος και κυβερνά τα πάντα. Παίρνει διαφορετικές μορφές ανάλογα με τις διαφορές του στην θερμότητα, την κίνηση κλπ.
ΟΙ ΣΟΦΙΣΤΕΣ
Από την ατομική σχολή προερχόταν ο Πρωταγόρας από τα Άβδηρα (περ. 480 – 410 π.Χ.), ένας από τους πρώτους περιπλανώμενους δασκάλους της σοφιστικής, που δίκαια θεωρειται και ο πιο σπουδαίος. Έδρασε κατά διαφορετικές περιόδους στην Αθήνα και λέγεται ότι πέθανε καθώς προσπαθούσε να φύγει από αυτήν, ύστερα από μια καταδίκη του για ασέβεια. Από τα πολυάριθμα συγγράμματά του, που είχαν γραμματικό, λογικό, ηθικό, πολιτικό και θρησκευτικό περιεχόμενο, έχουν διασωθεί μόνο λίγα αποσπάσματα.
Ο Γοργίας ο Λεοντίνος ( 483 – 375 π.Χ.) είχε πάει το 427 ως πρεσβευτής της πατρίδας του στην Αθήνα, όπου απέκτησε μεγάλη φιλολογική φήμη. Στα γερατειά του έζησε στη Λάρισα. Προερχόταν από τη ρητορική σχολή της Σικελίας, με την οποία σχετιζόταν και ο Εμπεδοκλής.
Για τον Ιππία τον Ηλείο, εκτός από ορισμένες γνώμες του (μερικές από τις οποίες επικρίνονται στον πλατωνικό διάλογο Ιππίας μείζων) ξέρουμε μόνο ότι καυχιόταν για την πολυγνωσία του. Για τον Πρόδικο από την Ιουλία της Κέας ξέρουμε μόνο την γνωστή αλληγορία για τον Ηρακλή, που σώζεται στα απομνημονεύματα του Ξενοφώντα, 2, 1, 21. Οι υπόλοιποι σοφιστές, τους οποίους αναφέρει μόνο ο Πλάτων, είναι ασήμαντοι, μνημονεύονται απλώς μερικές χαρακτηριστικές φράσεις τους.
Οι Σοφιστές αποτελούν κάτι σαν την ηθική σκιά της φιλοσοφίας γιατί παρόλα τα εξαιρετικά τους προσόντα δεν τα συμπλήρωναν με την απαραίτητη ηθική. Ο Σωκράτης δεν διαστάζει να τους αποκαλεί πόρνες της γνώσης επειδή οι σοφιστές πουλούσαν τη γνώση τους σε όποιον έδινε είχε τα χρήματα για να πληρώσει κι ας ήταν αναμφιβόλου ηθικής.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Ένα μεγάλο χάσμα χωρίζει το Σωκράτη από τους Σοφιστές. Ο Σωκράτης αναζήτησε τη Μία και Καθολική Αλήθεια και υπήρξε ένα μεγάλος δάσκαλος και ερευνητής της.
Ο Σωκράτης (469 – 399 π.Χ) από την Αθήνα γεννήθηκε το 470 ή το 469 π.Χ. και ήταν γιος του αγαλματοποιού Σωφρονίσκου και της μαίας Φαιναρέτης. Είναι σταθμός στην ιστορία της φιλοσοφίας, ακόμη και εξωτερικά, με την εντελώς ιδιόρρυθμη προσωπικότητά του και το νέο φιλοσοφικό τρόπο του. Δεν ήταν ούτε πολυμαθής ούτε πλανόδιος δάσκαλος, δεν ανήκε σε καμία σχολή και δεν ήταν οπαδός κανενός αλλά μελέτησε συγγράμματα των Προσωκρατικών και ήταν παραδειγματικός πολίτης και στρατιώτης. Ήταν απλός άνθρωπος του λαού, γιος αγαλματοποιού, και αρχικά είχε ασχοληθεί με την γλυπτική. Είχε βαθιά έφεση για γνώση και είχε δεχτεί τις καινούργιες διδασκαλίες που ήταν διάχυτες στην πόλη του.
Δεν θαμπώθηκε όμως από τη στιλπνότητα της ρητορικής ούτε πίστεψε ποτέ στην ωφελιμότητα αυτής της γνώσης. Από την κοφτερή σκέψη του δεν ξέφυγαν οι αντιφάσεις που υπήρχαν σε εκείνη τη μορφωτική κίνηση, της οποίας η επιπολαιότητα και η κουφότητα του προκαλούσαν ηθική αγανάκτηση. Το «Δαιμόνιον» του Σωκράτη: Αναφορές τον θέλουν να κάθεται επί ώρες ή και μέρες μόνος του, με το βλέμμα καρφωμένο κάπου. Δε μιλούσε, δεν έτρωγε, δεν κουνιόταν. Έμοιαζε σαν να έχει καταληφθεί από κάτι. Αυτό ήταν το γνωστό «δαιμόνιον του Σωκράτους», χαρακτηριστικό της περίεργης προσωπικότητάς του. Πρόκειται γι’ αυτό που στην Ανατολή ονομάζεται κατάσταση «σαμάντι».
Η γνώση αυτή εκμαιεύεται από το εσωτερικό του ανθρώπου ως η κατεξοχήν ουσία του. Πρόκειται για τη μαιευτική μέθοδο διδασκαλίας. Ο Σωκράτης –σαν γνήσιος Έλληνας- δεν αρνήθηκε την ευδαιμονία του ατόμου, αλλά την ταύτισε με την ηθική τελειοποίηση του ανθρώπου. Ό,τι δίδαξε ο Σωκράτης το εφάρμοσε στη ζωή του.Το μεγαλείο της προσωπικότητάς του έγκειται στο ότι σ’ αυτόν η ζωή και η διδαχή ήταν ένα. Θεωρούσε καθήκον του και θεϊκή επιταγή (πρβ. Πλάτων, Απολογία) να διαφωτίσει τον εαυτό του και τους συμπολίτες του για τη μηδαμινότητα της κίβδηλης γνώσης των σοφιστών και να επιδοθεί με κάθε σοβαρότητα στην αναζήτηση της αλήθειας, έστω και αν αυτό συνεπαγόταν παραμέληση των δικών του (Ξανθίππη).
Φιλόσοφος των περιστάσεων και της καθημερινής ζωής, επηρέαζε τους συμπολίτες του και συγκέντρωνε γύρω του τους πιο αξιόλογους νέους της Αθήνας (Αλικιβιάδης) που τον τιμούσαν ως ιδανικό και ως δάσκαλο της αρετής. Παρουσιάζεται έτσι ηγέτης μιας αριστοκρατίας του πνεύματος, γεγονός που τον έφερε σε σύγκρουση με τους δημοκρατικούς που ήταν τότε στην εξουσία. Αυτές ήταν οι προϋποθέσεις με τις οποίες οι προσωπικές αντιζηλίες σε συνδυασμό με την παρανόηση της διδασκαλίας του τον οδήγησαν στο δικαστήριο. Καταδικάστηκε αναπάντεχα σε θάνατο, αυτό όμως συντέλεσε όσο τίποτα άλλο στη μεγάλη δόξα του.
Ο ΠΛΑΤΩΝ ΚΑΙ Η ΑΚΑΔΗΜΙΑ
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 427 π.Χ., δύο χρόνια μετά το θάνατο του Περικλή. Πέθανε το 347 π.Χ.  Ο Πλάτων έμεινε μαζί με το Σωκράτη οκτώ χρόνια (407-399 π.Χ.), δηλαδή ως το θάνατο του τελευταίου.
Η Ακαδημία ιδρύθηκε το 387 π.Χ. στην Αθήνα με πρότυπο τη φιλοσοφική κοινότητα των Πυθαγορείων. Η λατρεία των Μουσών, του Απόλλωνα και του Έρωτα ήταν συνδεδεμένη με το όλο έργο της Ακαδημίας. Κεφαλή της ήταν ο Πλάτωνας και τα μέλη της ζούσαν κοινοβιακή ζωή.
Σκοπός της ήταν ο συνδυασμός της φιλοσοφικής, επιστημονικής, ηθικής και θρησκευτικής αγωγής, ώστε να σφυρηλατούνται επίλεκτα πνεύματα που αργότερα θα ασκούσαν μεγάλη επίδραση στην αθηναϊκή πολιτεία και στις άλλες πόλεις, από τις οποίες προέρχονταν οι μαθητές. Η πολιτική στην υψηλότερή της έννοια ήταν ένα από τα κύρια θέματα της Ακαδημίας. Άλλωστε τα δύο μεγαλύτερα έργα του Πλάτωνα –Πολιτεία και Νόμοι- είναι πολιτικά. Το κυριότερο όμως έργο της Ακαδημίας ήταν φιλοσοφικού και επιστημονικού χαρακτήρα. Είναι το πρώτο επιστημονικό και φιλοσοφικό Ίδρυμα. Αναζήτησε την καθαρή γνώση.
Τα 13 τελευταία χρόνια της ζωής του ο Πλάτωνας αφιερώθηκε στο συγγραφικό του έργο και, όταν πέθανε, σε ηλικία 81 ετών, θάφτηκε στον κήπο της Ακαδημίας.
Η Μέση Ακαδημία αρχίζει στην Αιολία με τον Αρκεσίλαο από την Πιτάνη (περ. 315 – 241 π.Χ.) που τη διδασκαλία του την κατέγραψε ο μαθητής του Λακύδης, και τελειώνει με τον Καρνεάδη (155 π.Χ. στη Ρώμη ) και το διάδοχό του Κλειτόμαχο (πέθανε το 110 π.Χ.) Από τα έργα τους δεν έχει σωθεί τίποτε, πηγή γι΄ αυτούς, εκτός από τον Διογένη τον Λαέρτιο, είναι προπάντων ο Κικέρων και ο Σέξτος ο Εμπειρικός.
Έμμεσες μόνο και πολύ γενικές είναι οι πληροφορίες που έχουμε για τη Νεώτερη Ακαδημία. Ο Φίλων από τη Λάρισα βρισκόταν το 87 π.Χ. στη Ρώμη. Το διάδοχό του Αντίοχο από τον Ασκάλωνα άκουσε το 78 π.Χ. ο Κικέρων στην Αθήνα. Χαρακτηριστικός εκπρόσωπος του εκλεκτικού πλατωνισμού σε αυτή την πρώτη – βασικά ηθική – μορφή του είναι και ο Άρειος Δίδυμος, με ισχυρή απόκλιση προς τη στωϊκή φιλοσοφία (έζησε την εποχή του Αυγούστου), και ο Θράσυλλος, που έκανε τη συστηματική κατάταξη και την έκδοση των έργων του Δημόκριτου και του Πλάτωνα. Αλλά και μέσα στην Ακαδημία αναπτύχθηκε ολόκληρη φιλολογία από παραφράσεις και υπομνήματα στα έργα του Πλάτωνα.
Ο τελευταίος ηγέτης της πλατωνικής Ακαδημίας ήταν ο Δαμάσκιος. Σώζεται η αρχή ενός συγγράμματός του Περί των Πρώτων αρχών, το τέλος ενός υπομνήματός του στον Παρμενίδη και μια βιογραφία του δασκάλου του Ισιδώρου. Από  τους σχολιαστές αυτής της περιόδου ξεχωρίζει ο Συμπλίκιος. Αυτοί οι δύο τελευταίοι έφυγαν με το στενότερο κύκλο των μαθητών τους και πήγαν για ένα χρονικό διάστημα στην Περσία, όταν το 529 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός έκλεισε την Ακαδημία, δήμευσε την περιουσία της και απαγόρευσε τα μαθήματα, επισφραγίζοντας έτσι και τυπικά το τέλος της.
Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΛΥΚΕΙΟ
Πλάτωνας και Αριστοτέλης: Από την άποψη του ορθολογισμού μπορούμε να δεχτούμε ότι η Ελληνική και Δυτική εν γένει φιλοσοφία φτάνει στην πλήρη ωριμότητά της με τον Αριστοτέλη.
Χρησιμοποίησε τη μεθοδολογία της ορθολογιστικής φιλοσοφίας που είχε διδαχτεί στην Πλατωνική Ακαδημία. Ο Αριστοτέλης γεννήθηκε το 384 π.Χ. στα Στάγιρα της Χαλκιδικής.  Το 367/6 π.Χ. βρίσκουμε τον Αριστοτέλη στην Ακαδημία του Πλάτωνα, στην Αθήνα, όπου παραμένει για 20 ολόκληρα χρόνια, μέχρι το θάνατο του Πλάτωνα.
Στην Πέλλα ο Αριστοτέλης εκπαιδεύει όχι μόνο τον Αλέξανδρο, αλλά και τα παιδιά που τον συνόδευαν, καθώς και άλλους υψηλούς αξιωματούχους της αυλής του Φιλίππου. Ο Αριστοτέλης μετέδωσε στον Αλέξανδρο τον ενθουσιασμό για την επιστήμη και τη φιλοσοφία και τον διαμόρφωσε ηθικά και πολιτικά. Η εκπαίδευση του Αλέξανδρου από τον Αριστοτέλη άρχισε το 343 και έληξε το 341/40 π.Χ. έπειτα από διαφωνία για το αν όλοι οι λαοί μπορούσαν να ενωθούν με ισότητα σε μια κοινή αυτοκρατορία.
Γύρισε στην Αθήνα μαζί με τον Θεόφραστο και ίδρυσε το Λύκειο ή Περίπατο εφόσον συνήθιζαν στη σχολή αυτή να περπατούν συζητώντας και εξηγώντας τα φιλοσοφικά θέματα..
Όταν πέθανε ο Αλέξανδρος οι Αθηναίοι έδειξαν και στον Αριστοτέλη εχθρικές διαθέσεις, έτσι ο φιλόσοφος πήγε στην Χαλκίδα όπου έζησε τα τελευταία χρόνια του – πέθανε το 322 πΧ. Διάδοχος στο Λύκειο έγινε ο Θεόφραστος.
Ο Αριστοτέλης θεωρείται σαν κορυφή της φιλοσοφίας – αυτής που θεμελιώνεται στο όργανο της λογικής. Διαφώνησε με τον Πλάτωνα σε ζητήματα μεταφυσικά όπως πχ η αθανασία της ψυχής εφόσον δεν μπορούσε να την κατανοήσει. Αυτό οδήγησε την Αριστοτέλεια λογική σε δρόμους που διέψευσαν τον εαυτό της. Μόνο η επιστήμη της ευρωπαϊκής αναγέννησης μπόρεσε να απελευθερωθεί από τα σφάλματα της λογικής του Αριστοτέλη, ενώ η σημερινή επιστήμη εμπνέεται από την ανώτερη λογική του Πλάτωνα.
ΣΧΟΛΗ ΤΩΝ ΜΕΓΑΡΩΝ  – ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ
Ο Ευκλείδης από τα Μέγαρα ίδρυσε τη σχολή του λίγο μετά το θάνατο του Σωκράτη. Από τον Φαίδωνα του Πλάτωνα γνωρίζουμε ότι ο Ευκλείδης υπήρξε μαθητής του Σωκράτη και ήταν παρών στο θάνατό του. Μετά το θάνατο του Δασκάλου, πολλοί μαθητές κατέφυγαν στα Μέγαρα και φιλοξενήθηκαν από τον Ευκλείδη. Ανάμεσά τους και ο Πλάτων.
Κύριο γνώρισμα της φιλοσοφίας του είναι η σύνδεση της σωκρατικής με την ελεατική φιλοσοφία. Ταύτισε το Αγαθό με το Ον των Ελεατών και δίδαξε ότι αυτό αποτελεί την μόνη πραγματικότητα. Το ανώτατο αγαθό το ονόμασε φρόνηση, θεό, νου.
Σημαντικοί μεταξύ των Μεγαρικών είναι ο Ευβουλίδης, ο Διόδωρος Κρόνος και ο Στίλπων, που πολέμησε τη θεωρία των Ιδεών του Πλάτωνα και πλησίασε πολύ την Κυνική Σχολή. Το ανώτατο αγαθό γι’ αυτόν είναι η απάθεια. Μαθητής του είναι ο Ζήνων ο Κυτιεύς, ιδρυτής του Στωικισμού. Από αυτή τη σχολή πρέπει να αναφερθούν οι δύο εριστικοί Ευβουλίδης από τη Μίλητο και Αλεξίνιος από την Ηλεία, επίσης ο Διόδωρος Κρόνος από την Καρία και ο Στίλπων. Η σχολή είχε πολύ σύντομη ζωή, αργότερα συγχωνεύτηκε με τον κυνισμό και τη φιλοσοφία της Στοάς
ΣΧΟΛΗ ΤΗΣ ΗΛΕΙΑΣ – ΦΑΙΔΩΝ
Το ίδιο ισχύει και για τη φιλοσοφική εταιρεία που ίδρυσε ο Φαίδων, αγαπημένος μαθητής του Σωκράτη, στην πατρίδα του την Ηλεία, ύστερα από λίγο ο Μενέδημος τη μετέφερε στην Ερέτρια. Ο Ιερώνυμος τον αποκαλεί «δούλον» στο «Περί ψυχής». Τον εξαγόρασε ο Αλκιβιάδης και ο Κρίτων με προτροπή του Σωκράτη. Δεν γνωρίζουμε πολλά γι’ αυτόν.
ΚΥΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ
Ιδρυτής της κυνικής σχολής (που ονομάστηκε έτσι από το γυμνάσιο του Κυνοσάργους) ήταν ο Αντισθένης που γεννήθηκε στην Αθήνα το 444 π.Χ. και πέθανε το 370 π.Χ. Παλαιός φίλος και αυτός, όπως ο Ευκλείδης, του Σωκράτη. Ο ιδιόρρυθμος Διογένης από τη Σινώπη ήταν πιο πολύ μια χαρακτηριστική φιγούρα στην ιστορία του πολιτισμού παρά άνθρωπος της επιστήμης. Μαζί με αυτόν πρέπει να αναφερθεί ο Κράτης από τη Θήβα. Αργότερα η κυνική σχολή συγχωνεύτηκε με τη Στοά.
Ο Αντισθένης, υπήρξε μαθητής του Γοργία του Σοφιστή. Στην αρχή άνοιξε σχολή Ρητορικής, αλλά μετά από ρήξη με τον Γοργία, ακολούθησε τον Σωκράτη. Όταν ο Σωκράτης πέθανε, ο Αντισθένης ίδρυσε την Κυνική Σχολή στην πλατεία του Κυνοσάργους.
Σύμφωνα με μια εκδοχή, γι’ αυτό ονομάστηκαν Κυνικοί, καθώς και από τον τρόπο ζωής που πρέσβευαν, που ήταν λιτός και ασκητικός. Όλοι οι Κυνικοί ζούσαν σαν ζητιάνοι, χωρίς αγαθά και οικία. Έκαναν αυτό που λέμε «σκυλίσια ζωή».
ΚΥΡΗΝΑΪΚΗ ΣΧΟΛΗ
Ιδρυτής της είναι ο Αρίστιππος από την Κυρήνη. Γεννήθηκε το 435 π.Χ. στην Κυρήνη της Β. Αφρικής. Εκεί γνώρισε τη φιλοσοφία του Πρωταγόρα. Νέος ήρθε στην Αθήνα και εντάχθηκε στον κύκλο του Σωκράτη. Μετά την καταδίκη του δασκάλου του, οδοιπορεί κηρύσσοντας τις θεωρίες του σε πολλές ελληνικές πόλεις, σε αυλές τυράννων, «πρώτος εκ των μαθητών του Σωκράτους διδάξας επί χρήμασιν». Την Κυρηναϊκή Σχολή την ίδρυσε αφού εγκαταστάθηκε στην πατρίδα του.
Η ευδαιμονία-σοφία έγκειται στο να ελέγχει το αίσθημα και να μην αφήνει τον άνθρωπο να ελέγχεται απ’ αυτό. «Δεν είναι η αποχή από τις απολαύσεις το καλύτερο, αλλά να τις ελέγχει κανείς και να μην υποτάσσεται σ’ αυτές» (Πλούταρχος).
Ο Αρίστιππος ο Κυρηναίος, πλανόδιος δάσκαλος της σοφιστικής, κάπως νεώτερος από την Ευκλείδη και τον Αντισθένη, κατά καιρούς μόνο είχε σχέση με τον κύκλο του Σωκράτη. Ίδρυσε την σχολή του όταν ήταν πια γέρος. Φαίνεται ότι η συστηματική επεξεργασία των ιδεών του, που για αυτόν ήταν πιο πολύ πρακτικοί κανόνες ζωής, έγινε από τον εγγονό του που επονομάστηκε μητροδίδακτος, επειδή η σοφία του παππού του, του παραδόθηκε από την μητέρα του Αρετή.
ΣΤΩΙΚΙΣΜΟΣ
Ζήνων ο Κιτιεύς Στην ιστορία της Στοάς πρέπει να διακρίνουμε μια παλαιότερη (βασικά ηθική), μια μεσαία (συγκρητική) και μια νεώτερη (θρησκευτική) περίοδο. Πολλές από τις προσωπικότητες αυτής της σχολής κατάγονταν από χώρες της ελληνιστικής Ανατολής. Έτσι, ο ιδρυτής της Στοάς Ζήνων ήρθε ως έμπορος από την Κύπρο στην Αθήνα, και όπως λέγεται, τον έθελξε τόσο πολύ η φιλοσοφία ώστε μελέτησε τη διδασκαλία όλων των σχολών και ύστερα, το 308, ίδρυσε τη δική του. Ο Ζήνων καταγόταν από το Κίτιο της Κύπρου και έζησε από το 326 ως το 246 π.Χ. Γύρω στο 300 άρχισε να διδάσκει τις ιδέες του στην Ποικίλη Στοά, όπου εκθέτονταν έργα των γνωστότερων ζωγράφων της Αθήνας, στο στυλ του Πολυγνώτου και απ’ όπου η Σχολή πήρε το όνομά της. Πιο σημαντικός μαθητής του ήταν ο Κλεάνθης από την Άσσο (στην Τρωάδα), σώζεται ένας μονοθεϊστικός ύμνος στο Δία. Επιστημονική κεφαλή της σχολής ήταν ο Χρίσιππος (280- 209 π.Χ.) από τους Σόλους (ή την Ταρσό) της Κιλικίας. Λέγεται ότι είχε γράψει πάρα πολλά έργα, αλλά, εκτός από τους τίτλους του ελάχιστα έχουν σωθεί. Από τους άλλους στωϊκούς πρέπει να αναφερθούν μόνο ο Αρίστων από τη Χίο, ο Διογένης ο Βαβυλώνιος ( 155 π.Χ. Ρώμη) και ο Απολλόδωρος. Με τη Στοά συνδέονταν και ο Αρίσταρχος και ο Ερατοσθένης.
Η τάση προς τον συγκρητισμό άρχισε μέσα στη Στοά με τον Παναίτιο (180 110 π.Χ.), που είχε επηρεαστεί πολύ από το σκεπτικισμό της Ακαδημίας και διατηρούσε στενές σχέσεις με ρωμαίους πολιτικούς, και ολοκληρώθηκε με τον Ποσειδώνειο που καταγόταν από την Απάμεια της Συρίας (περ 175- 90 π.Χ.). Ήταν από τους μεγαλύτερους ιστοριοδίφες της αρχαιότητας, ειδικότερα στο χώρο της ιστορικής γεωγραφίας. Δίδασκε στη Ρόδο και η διδασκαλία του είχε μεγάλη απήχηση στους νεαρούς ρωμαίους μαθητές του, ανάμεσά τους ήταν και ο Κικέρων.
Περίοδοι του Στωικισμού:
Η αρχαία περίοδος ή Πρώτος Στωικισμός, από το τέλος του 4ου αιώνα π.Χ. μέχρι τον 2ο αιώνα π.Χ, στον οποίο ξεχωρίζει ο Ζήνων ο Κυτιεύς, ο ιδρυτής του, και οι μαθητές του Κλεάνθης και Χρύσιππος. Ο Κλεάνθης ήταν ένας καλός ποιητής που εργαζόταν μεταφέροντας νερό στους κήπους της Αθήνας, για να μπορεί να παρακολουθεί τα μαθήματα του Ζήνωνα και να συντηρεί τον εαυτό του. Ο Χρύσιππος θεωρείται ο κατεξοχήν ιδεολόγος του Στωικισμού, αυτός που έδωσε οριστική μορφή στη διδασκαλία του.
Η μεσαία περίοδος ή Δεύτερος Στωικισμός, από τον 2ο αιώνα π.Χ. μέχρι τον 1ο αιώνα μ.Χ. Αυτή την εποχή ξεχωρίζουν οι Πανέκιος και Ποσειδώνιος. Ο πρώτος σαν εισηγητής της διδασκαλίας στη Ρώμη και ο δεύτερος σαν αληθινός εκλεκτικιστής, μελετητής των διαφόρων γνωστών –εκείνη την εποχή- φιλοσοφικών θέσεων.
Ο Στωικισμός της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, στον οποίο τοποθετούνται τόσες σημαντικές προσωπικότητες, όπως ο Σενέκας, ο Μάρκος Αυρήλιος, ο Επίκτητος, καθώς και ο Κορνούτος, ο Μουσώνιος Ρούφος, ο Δίων Χρυσόστομος κ.α.
ΣΤΩΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ
Η φιλοσοφία του σχηματίζεται με βάση το παραδοσιακό τρίπτυχο:
α) Φυσική, που μελετά τα διάφορα στοιχεία που απαρτίζουν τον κόσμο, τα αντικείμενα της γνώσης υιοθετώντας τον τύπο ενός υλιστικού πανθεϊσμού.
β) Λογική ή οι αναγκαίες λειτουργίες για να μπορούμε να γνωρίσουμε.
γ) Ηθική, που μελετάει τη συμπεριφορά με βάση ηθικούς σκοπούς, καθήκοντα, αρετές, αξίες και ιδανικά σοφίας. Περιέχει επίσης τα σχετικά με την πολιτική θεωρία και περί δικαίου.
ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΟΙ
Ο Επίκουρος (341-270 π.Χ.) γιος αθηναίου δασκάλου, γεννήθηκε στη Σάμο και είχε ήδη αρχίσει να διδάσκει στη Μυτιλήνη κα στη Λάμψακο, προτού ιδρύσει, το 306, στην Αθήνα τη φιλοσοφική εταιρεία που ονομάστηκε κήποι (από τον τόπο όπου συναθροίζονταν τα μέλη της). Ήταν δάσκαλος πολύ αγαπητός για τα κοινωνικά του χαρίσματα, λεπτός άνθρωπος με πολύ γούστο, που ενσάρκωνε το ιδανικό της αττικής ευγένειας. Αφετηριακό σημείο της διδασκαλίας του είναι η ομορφιά, που προσπάθησε να την ανυψώσει σε αρχή της πρακτικής ζωής και να την εξασφαλίσει στο άτομο. Από τα πολυάριθμα και πολύ βιαστικά γραμμένα έργα του έχουν διασωθεί το Κύριαι Δόξαι, τρεις διδακτικές επιστολές, τμήματα από το έργο του Περί φύσεως και μερικά σκόρπια αποσπάσματα.
Από το πλήθος των οπαδών του η αρχαιότητα είχε ξεχωρίσει το στενό φίλο  του Μητρόδωρο από τη Λάμψακο, τον Ζίνωνα από τη Σιδώνα και τον Φαίδρο. Γνωστότερος είναι ο Φιλόδημος από τα Γάδαρα της Κοίλης Συρίας.
“Η ευτυχία  θεμελιώνεται στην υγεία του σώματος και στη ατάραχη ηρεμία της ψυχής”
“Η ηθική του σώφρονος ανθρώπου γνωρίζει πότε είναι απαραίτητο να θυσιάζει την παρούσα ηδονή προς χάριν της ευτυχίας του μέλλοντος”
“Ασεβής δεν είναι ακείνος που δεν παραδέχεται τους θεούς των πολλών, αλλά εκείνος που αποδίδει στους θεούς τις δοξασίες των πολλών” .
ΣΚΕΠΤΙΚΙΣΤΕΣ
Ο Σκεπτικισμός δεν παρουσιαζόταν ως αυτοτελής σχολή, σύμφωνα και με την φιλοσοφική άποψη που υποστήριζε, είχε χαλαρότερο σχήμα. Ο Σκεπτικισμός έχει τη αρχή του στον Πύρρωνα. Παρέχει την βάση για μιά σε βάθος κριτική των θεωριών της γνώσης που υπήρχαν όμως ήδη από τους Προσωκρατικούς. Το δεύτερο χαρακτηριστικό του Σκεπτικισμού είναι ο δρόμος προς τη αταραξία, που είναι και ο ηθικός σκοπός του.
Ο Πύρρων από την Ηλεία συστηματοποίησε τη σκεπτική φιλοσοφία, είχε κάπως στενότερες σχέσεις με τη σωκρατική – σοφιστική σχολής της πατρίδας του. Μαζί με τον Ανάξαρχο, οπαδό της φιλοσοφίας του Δημόκριτου, ο Πύρρων ακολούθησε την εκστρατεία του Αλέξανδρου στην Ασία. Ο Πυρρωνισμός είναι προϊόν της εποχής του, όπου οι παραδοσιακές αξίες και δοξασίες της κοινωνίας βρίσκονταν σε μεταβατικό στάδιο. Με βάση τις απόψεις του Πύρρωνα ο σιλλογράφος Τίμων από τον Φλιούντα (320-230 π.Χ.) περιγελούσε τους φιλοσόφους.
Η δεύτερη φάση του σκεπτικισμού αποτελεί τον Σκεπτικισμό της Ακαδημίας με εκπροσώπους τον Αρκεσίλαο (265 πΧ) και τον Καρνεάδη (155 πΧ).
ΕΚΛΕΚΤΙΚΙΣΤΕΣ
Επιχειρεί να εξομαλύνει τον ανταγωνισμό των διαφορετικών φιλοσοφικών θέσεων, με βάση το σημείο της αναζήτησης της ευδαιμονίας, την εξάλειψη των παθών και το ιδανικό του σοφού.
Η Εκλεκτικιστική φιλοσοφία εκθέτει σε γενικές γραμμές  τις θεμελιώδεις και έμφυτες ανθρώπινες αλήθειες, αυτές πού είναι ανεξάρτητες  και πριν από κάθε έρευνα. Εμφανίστηκε στους Στωικούς, κυριάρχησε αργότερα στην Ακαδημία και έγινε επίσης δεκτός από τους περιπατητικούς.
Εκπρόσωποί του είναι ο Μάρκος Τούλιος Κικέρωνας (106 42 πΧ), ο μέγας αστρονόμος Κλαύδιος Πτολεμαίος όπως και ο Γαληνός, ο γιατρός. Στον εκλεκτικιστικό Στωικισμό, οι τελευταίοι μεγάλοι φιλόσοφοι της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας δείχνουν ένα έντονο θρησκευτικό ενδιαφέρον (Σενέκας, Μουσώνιος Ρούφος, Επίκτητος, Μάρκος Αυρήλιος).
ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΚΟΙ
Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση ιδρυτής του νεοπλατωνισμού είναι κάποιος Αμμώνιος Σακκάς, ένας αινιγματικός φιλόσοφος που είχε ιδρύσει στην Αλεξάνδρεια μια σχολή φιλαληθείας, με συγκριτικές και εκλεκτικιστικές συνθέσεις. Εκτός από τον Πλωτίνο και τον Ωριγένη μαθητής του ήταν ο ρήτορας Λογγίνος στον οποίο αποδίδεται το Περί ύψους, βιβλίο σημαντικό για την εξέλιξη των εννοιών της αισθητικής, και κάποιος άλλος Ωριγένης.
Ουσιαστικός θεμελιωτής της νεοπλατωνικής σχολής είναι ο Πλωτίνος (204-269 μ.Χ.)  Γεννήθηκε στη Λυκόπολη της Αιγύπτου και σπούδασε στην Αλεξάνδρεια. Πήρε μέρος σε εκστρατεία (αποτυχημένη) κατά των Περσών για να γνωρίσει τα μυστήριά τους. Γύρω στο 224μ.Χ. διδάσκει με μεγάλη επιτυχία στη Ρώμη. Πέθανε σε κάποιο κτήμα στην Καμπανία. Ήταν ευγενική, λεπτή φύση, η προσωποποίηση της βαθιάς εσωτερικότητας και της εκπνευματωμένης αντίληψης για τη ζωή – ντρεπόταν επειδή ήταν ενσαρκωμένος!!. Τα έργα του γράφτηκαν σε γεροντική ηλικία και τα εξέδωσε ο μαθητής του Πορφύριος. Άσκησε εξαιρετική επίδραση στην αριστοκρατία της Ρώμης και οι μαθητές του ίδρυσαν τις νεοπλατωνικές σχολές στις σημαντικότερες ελληνιστικές πόλεις.
Ο νεοπλατωνισμός γνώρισε μια σύντομη πολιτική επιτυχία με την προσχώρηση σ΄ αυτήν του αυτοκράτορα Ιουλιανού, που είχε ελπίσει ότι με τη βοήθειά της θα μπορούσε να ανανεώσει τα αρχαία μυστήρια και ξεριζώσει τους αυξανόμενους φανατισμούς των αιρέσεων.
Ιδρυτής του αθηναϊκού νεοπλατωνισμού είναι ο Πλούταρχος (πέθανε ύστερα από το 430 μ.Χ.) με τους μαθητές του Συριανό και Ιεροκλή. Τόσο αυτοί όσο και εκείνοι που αναφέρονται παρακάτω έγραψαν σχόλια – που εν μέρει έχουν διασωθεί – σε έργα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Σημαντικότερος είναι ο Πρόκλος (411-485 μ.Χ.) Από τα έργα του πρέπει προπάντων να μνημονευτεί το “Περί της κατά Πλάτωνα θεολογίας”.
Μέσα στις ποικίλες ιδέες που συνθέτουν την νεοπλατωνική διδασκαλία μπορούμε να σημειώσουμε: α) Την Ενότητα  της ολης ουσιαστικής πραγματικότητας. β) Την μετενσάρκωση των ψυχών, έως ότου βιώσουν πλήρως την ιδέα της ενότητας. γ) Την ανάγκη κάθαρσης σαν αυτοπραγμάτωση και ένωση με την θεία ουσία μέσα του και στο Σύμπαν (θεοφάνεια). Γι’ αυτό συμπεριλαμβάνει ηθικές, ασκητικές και μαγικές πρακτικές, θεωρώντας την Μαγεία σαν την Μεγάλη Επιστήμη – σύνθεση όλων των επιστημών.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΗ ΣΧΟΛΗ – ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
Από τον συγκριτισμό των Αλεξανδρινών φιλοσόφων προήλθαν και οι καλύτερες φιλοσοφικές θέσεις της ανερχόμενης θρησκείας των χριστιανών.
Από τον Κλήμεντα τον Αλεξανδρέα έχουν διασωθεί τρία έργα: Λόγος προτρεπτικός προς Έλληνας, Παιδαγωγός, Στρωματείς. Από τη σχολή του προερχόταν και ο θεμελιωτής της χριστιανικής θεολογίας, Ωριγένης. Γεννημένος το 185 μ.Χ. στην Αλεξάνδρεια και με ολοκληρωμένη για εκείνη την εποχή μόρφωση, Ωριγένης διακρίθηκε ως δάσκαλος, αλλά εξαιτίας της διδασκαλίας του ήρθε σε σύγκρουση με την εκκλησιαστική Σύνοδο που τον καθαίρεσε από το αξίωμά του. Έζησε στην Καισάρεια και στην Τύρο, όπου πέθανε το 254 μ.Χ. Συνδύαζε τη σιδερένια θέληση και την ακαταπόνητη δραστηριότητα με το ειρηνικό και συμφιλιωτικό πνεύμα της επιστημονικής μόρφωσης, το οποίο προσπάθησε να μεταφέρει και στις έντονες εκκλησιαστικές διαμάχες. Από τα συγγράμματά του, εκτός από εκείνο που στρεφόταν κατά του Κέλσου, ενδιαφέρει και το “Περί αρχών”. Γράφοντας κατηγορίες ενάντια στους νεοπλατωνικούς φιλοσόφους μας εξιστορεί μοναδικά στοιχεία για τα μυστήριά τους.

Κυριακή 2 Μαρτίου 2014

Φαιστός – το παλάτι του Ροδάμανθυ

Αναρτήθηκε από τον/την olympiada στο Μαρτίου 1, 2014
Εισαγωγή
Η Φαιστός ήταν η δεύτερη σημαντικότερη πόλη της Κρήτης κατά το 2000 π.Χ., μετά την Κνωσό, και αποτελεί σήμερα σημαντικό αρχαιολογικό χώρο. Βρίσκεται περίπου 62 χλμ., ΝΔ του Ηρακλείου Κρήτης, νότια του ποταμού Γεροπόταμου. Χτισμένη σε χαμηλό λόφο και σε υψόμετρο 100 μ. από την επιφάνεια της θάλασσας, περιβάλλεται από τους επιβλητικούς ορεινούς όγκους του Ψηλορείτη, των Αστερουσίων και των Λασηθιώτικων βουνών, ενώ σε μικρή απόσταση βρίσκεται η κωμόπολη Τυμπάκι. Ανατολικά και βόρεια της Φαιστού βρίσκεται ο
Ληθαίος, απ’ όπου οι κάτοικοί της εφοδιάζονταν με νερό.
Πολλοί αρχαίοι συγγραφείς έχουν αναφέρει τη Φαιστό. Η πρώτη αναφορά στη Φαιστό γίνεται από τον Όμηρο στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια, όπου αναφέρει τη συμμετοχή της Φαιστού στον πόλεμο της Τροίας και την περιγράφει ως μια «καλά κατοικημένη» πόλη. Ο αρχαίος ιστορικός Διόδωρος ο Σικελιώτης αποδίδει την ίδρυση της Φαιστού, όπως και της Κνωσού και της Κυδωνίας, στον Μίνωα. Στοιχεία για την ιστορία της αρχαίας πόλης ήρθαν στο φως έπειτα από ιταλικές αρχαιολογικές ανασκαφές. Το όνομα είναι προελληνικό και στις πινακίδες της Κνωσού Γραμμικής Β αναφέρεται Paito (αττικός τύπος Φαιστός) και η ετυμολογία της είναι από το φα(F)ιστός= λαμπρός, ένδοξος.
Ιστορικά και μυθολογικά στοιχεία
Είναι μια από τις τρεις σημαντικές πόλεις που ίδρυσε ο Μίνωας και αποτέλεσε το δεύτερο πιο σπουδαίο κέντρο πολιτισμού στη Μινωική εποχή. Η μυθολογία θέλει να βασιλεύει στη Φαιστό η δυναστεία που είχε ιδρύσει ο Ροδάμανθυς, γιος του Δία και αδελφός του Μίνωα. Η Φαιστός άρχισε να κατοικείται από τη Νεολιθική εποχή και άκμασε πολύ κατά τα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ., την εποχή του Χαλκού. Η ανάπτυξη της σπουδαίας αυτής πόλης κράτησε έως την ίδρυση και εξάπλωση του ανακτόρου της Κνωσού. Στις αρχές του 2000 π.Χ. η εξουσία της Φαιστού περνάει σε βασιλιάδες κι έτσι αρχίζουν να χτίζονται μεγάλα παλάτια. Το 1900 π.Χ. χτίστηκε το πρώτο ανάκτορο, που μαζί με τα υπόλοιπα κτίσματα, είχε έκταση 18.000 τ.μ. Περίπου το 1600 π.Χ. ένας μεγάλος σεισμός καταστρέφει τη Φαιστό, όπως και την Κνωσό. Δεν άργησαν όμως να χτίσουν ένα νέο, πιο επιβλητικό ανάκτορο, από το οποίο προέρχονται και τα περισσότερα σημερινά ευρήματα. Η πόλη της Φαιστού συνεχίζει να κατοικείται τη Μινωική εποχή και τη Γεωμετρική περίοδο. Στους αιώνες που ακολούθησαν, η Φαιστός αναπτύσσεται όλο και περισσότερο. Η έκτασή της μεγαλώνει και αποκτά πλούτο και αυτοδυναμία. Σαν οικονομικό, διοικητικό και θρησκευτικό κέντρο, επόπτευε την εύφορη πεδιάδα της Μεσαράς. Η πόλη ήταν ανεξάρτητη κι έκοβε πολλά νομίσματα στα οποία εικονιζόταν η Ευρώπη καθισμένη σε ταύρο και ένα κεφάλι λιονταριού με τις λέξεις ΦΑΙΣΤΙΩΝ ΤΟ ΦΑΙΜΑ. Επίσης διοικούσε δύο πολύ σημαντικά λιμάνια της Μινωικής εποχής, τα Μάταλα και τον Κόμμο. Υπό την εξουσία της ήταν μέχρι και τα νησάκια Παξιμάδια, που τότε είχαν την ονομασία Λητώαι. Γύρω στο 1000 π.Χ., η Γόρτυνα, γειτονική πόλη, καταστρέφει και υποδουλώνει τη Φαιστό. Ύστερα από αυτό αρχίζει η παρακμή. Ο αριθμός των κατοίκων αρχίζει να μειώνεται σημαντικά και στα χρόνια της Ενετοκρατίας υπάρχουν πολύ λιγοστά δείγματα ζωής.
 
Ανασκαφές
Ο πρώτος που επεσήμανε τη θέση της Φαιστού, ήταν ο πλοίαρχος Spratt. Το 1884 άρχισαν οι πρώτες έρευνες από τον Halbherr και η Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή τις συνέχισε από το 1900 έως το 1904. Οι ανασκαφές στο ανάκτορο άρχισαν το 1909. Αργότερα ανέλαβε ο Doro Levi (1950-1971). Ανάμεσα στα ευρήματα υπάρχουν πολύχρωμα καμαραϊκά αγγεία και πολλά άλλα. Ένα από τα πιο σημαντικά ευρήματα από τις ανασκαφές στη Φαιστό, είναι ο περίφημος Δίσκος της Φαιστού. Τον ανακάλυψε, στις 3 Ιουνίου του 1908, ο Ιταλός Λουίτζι Περνιέ, σε υπόγειο δωματίου στο ανάκτορο της Φαιστού και χρονολογείται πιθανώς στον 17ο αιώνα π.Χ. Ο Δίσκος της Φαιστού αποτελεί έναν από τους πιο μεγάλους γρίφους στην ιστορία της αρχαιολογίας, μιας και η αποκρυπτογράφηση αυτών που γράφει πάνω δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα, ούτε έχει γίνει γνωστός ο λόγος κατασκευής του. Ο Δίσκος σήμερα φυλάσσεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου.
Το ανάκτορο
Στη Φαιστό η μινωική εποχή αρχίζει το 2600 π. Χ. Το πρώτο ανάκτορο βρισκόταν στη δυτική πλευρά του αρχαιολογικού χώρου, οικοδομήθηκε το 2000 π.Χ. σε αλλεπάλληλα επίπεδα και οι τοίχοι του ήταν κτισμένοι με αργολιθοδομή. Το ανάκτορο καταστράφηκε από σεισμό το 1730 π.Χ., όπως και η Κνωσός. Στη θέση των ερειπίων κτίστηκε ανάκτορο, μεγαλοπρεπέστερο του πρώτου.
Το νέο ανάκτορο κτίστηκε πάνω από τα ερείπια του πρώτου, είχε ανάλογο σχέδιο με μόνη διαφορά το ελαφρά υπερυψωμένο επίπεδο του, λόγω της ύπαρξης των ερειπίων. Η κεντρική αυλή των ανακτόρων είχε παρόμοιες διαστάσεις με τις αυλές της Κνωσού και των Μαλίων και ενδεχομένως χρησιμοποιούνταν για τελετές λατρευτικού χαρακτήρα όπως τα Ταυροκαθάψια.
Η σημαντικότητα του ανακτόρου της Φαιστού έγκειται στο γεγονός ότι παρέχει εξαιρετική στρωματογραφία, αλλά και πληροφορίες για τη σχέση του πρώτου και του δεύτερου ανακτόρου και των δύο διαφορετικών φάσεων του Μινωϊκού πολιτισμού γενικά.