Τετάρτη 14 Μαΐου 2014

ΑΠΟ ΤΟ ΛΕΙΜΩΝΑΡΙΟ ΤΩΝ ΘΕΣΣΑΛΩΝ ΑΓΙΩΝ
Ο Αγιος Αχίλλιος
* Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου,
δασκάλου του 32ου Σχ. Λάρισας


Ο Άγιος Αχίλλιος γεννήθηκε στην Καππαδοκία πριν το τέλος του 3ου αιώνα, από γονείς πλούσιους και ευσεβείς. Αυτοί τον ανέθρεψαν χριστιανικά και τον μόρφωσαν πλουσιοπάροχα. Μετά τον θάνατο των γονέων του, μοίρασε την περιουσία τους στους φτωχούς και πήγε στους Αγίους Τόπους. Κατόπιν επισκέφτηκε διάφορα ασκητήρια όπου ασκήθηκε με νηστεία, προσευχή, αγρυπνία και άλλες χριστιανικές αρετές. Ύστερα πήγε στη Ρώμη και στη Θεσσαλία, όπου κήρυξε τον Χριστό και έκανε πολλά θαύματα. Έτσι διαδόθηκε πολύ η φήμη του και όταν χήρευσε ο θρόνος της Λαρίσης, αναδείχτηκε Αρχιεπίσκοπός της (315 περίπου). Ο Άγιος έλαβε μέρος μαζί με τον Οικουμένιο Τρίκκης και το Ρηγίνο Σκοπέλου, στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια το 325, στην οποία καταδικάστηκε η αίρεση του Αρείου. Εκεί ο Άγιος θαυματούργησε, αναδεικνύοντας τη δύναμη της ορθής πίστης. Διαβάζουμε κατά λέξη σε κώδικα της Μονής Βαρλάαμ των Μετεώρων: «Τον Θεόν επικαλεσάμενος και έλαιον δι’ ευχής βλύσαι ποιεί (την πέτρα)».
Μετά το πέρας της Συνόδου ο Μ. Κωνσταντίνος οδήγησε όλους τους ιεράρχες στη νέα πόλη που έκτιζε (Κωνσταντινούπολη). Εκείνοι προσευχήθηκαν στον Κύριο για να μείνει η πόλη στέρεα, ασάλευτη και ανίκητη. Ο αυτοκράτορας προέπεμψε τον Άγιο στη Λάρισα με πλούσια δώρα για ανεγέρσεις ναών και φιλανθρωπίες. Πριν αναχωρήσει ο Αχίλλιος από τη Βασιλεύουσα, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Μητροφάνης, που δεν παρευρέθη λόγω ασθενείας στη Σύνοδο, ακούγοντας τα κατορθώματα του Αχιλλίου ζήτησε να τον δει και όταν αυτός τον επισκέφθηκε τον τίμησε και τον μακάρισε. Όταν επέστρεψε στη Λάρισα, του ετοιμάστηκε υποδοχή στην είσοδο της πόλης από ιερείς, μοναχούς και πλήθη πιστών. Μόλις ο Άγιος
έφτασε, έπεφταν στα πόδια του και ασπάζονταν τα άκρα των ιματίων του. Το ποιμαντικό του έργο συνεχίστηκε μέχρι το θάνατό του, περίπου το 350, ως τα πέρατα της Ελλάδας. Έτσι ο Α. Αχίλλιος θεωρείται δίκαια Ισαπόστολος, φωτισμένος, χαρισματικός, ένθεος κήρυκας του Ευαγγελίου. Ακόμα τα συναξάρια τον χαρακτηρίζουν υπερασπιστή φτωχών, πατέρα ορφανών, ευεργέτη και πρόμαχο κάθε ανάγκης1.
Κύριο χαρακτηριστικό του ήταν η υψοποιός ταπείνωση, πράγμα που επιβεβαιώνεται με το ακόλουθο περιστατικό. Προσκλήθηκε κάποτε ο Αγ. Αχίλλιος σε μια θεσσαλική πόλη για κάποια ανάγκη της τοπικής τους Εκκλησίας. Οι κάτοικοι έκαναν μεγάλη προετοιμασία, αντάξια ενός επισκόπου, περιμένοντάς τον. Αφού ευπρέπισαν χώρους φιλοξενίας,καθάρισαν δρόμους, ετοίμασαν φαγητά, περίμεναν τον ερχομό του, που τον φαντάζονταν πάνω σε κάποιο άλογο με κουστωδία συνοδών, έναν δηλαδή ερχομό αντάξιο του αξιώματός του. Όμως, αντ' αυτών, είδαν δυο κληρικούς που έρχονταν πεζή. Οι ντόπιοι, νομίζοντας ότι ήταν προπομποί του Επισκόπου, ρώτησαν αν ο Άγιος ήταν κοντά.
Όταν ο ένας από τους δυο κληρικούς είπε ότι αυτός είναι ο Επίσκοπός τους, οι απλοϊκοί κάτοικοι το εξέλαβαν ως ειρωνεία. Μετά από λίγο, κι αφού επέμεναν ρωτώντας και ακούγοντας τα
ταπεινά, γλυκά του λόγια,πείστηκαν ότι αυτός ήταν ο αρχιερέας τους και θαύμασαν την ταπείνωσή του. 
Όταν κατάλαβε ότι πλησίαζε η μέρα της εκδημίας του, ζήτησε να κατασκευαστεί ο τάφος του. Κάλεσε τότε κλήρο και πιστούς, τους το ανακοίνωσε και τους έδωσε τις ύστατες συμβουλές. Λίγες μέρες αργότερα, γύρω στο 350, κοιμήθηκε ειρηνικά, παραδίδοντας την αγία του ψυχή στα χέρια του Θεού. Οι Λαρισαίοι τον θρήνησαν πολύ και τον κήδεψαν με μεγαλοπρέπεια. Λαός και
κλήρος έθαψαν το άγιο του λείψανο στον ήδη ετοιμασμένο τάφο του. Επειδή εκείνα τα πρώτα χριστιανικά χρόνια δεν συνηθίζονταν η ανακομιδή λειψάνων κι επειδή πέρασαν πολλά έτη, ενώ μεσολάβησαν βαρβαρικές επιδρομές, έμεινε ο τάφος του Αγίου άγνωστος. Όμως ο Κύριος με θαύμα του, τριακόσια περίπου έτη αργότερα, την 10η του Φεβρουαρίου, φανέρωσε το λείψανο του εκλεκτού του Αγίου. Έτσι για τα επόμενα χρόνια,μέχρι την άλωση της πόλης απ’ τους Βουλ-
γάρους, το λείψανο και ο τάφος του Αγίου ήταν πηγή θαυμάτων στους προστρέχοντες στη μεσιτεία του.
 Πάνω από τον τάφο του κτίστηκε και ιερός ναός, πιθανότατα αυτός που βλέπουμε ανεβαίνοντας στο λόφο του Φρουρίου2, νότια από την οθωμανική σκεπαστή αγορά. Στα χρόνια της βουλγαρικής ακμής, το 986, ο τσάρος Σαμουήλ άρπαξε το λείψανο του Αγίου και το τοποθέτησε σε λάρνακα στο νησάκι του Αγίου Αχιλλίου της Μικρής Πρέσπας, δημιουργώντας ένα προ-
σκυνηματικό κέντρο για το βασίλειό του, δίνοντας συγχρόνως κύρος στην εξουσία του.
Στο ίδιο νησάκι ο Σαμουήλ ανήγειρε μεγαλοπρεπή ναό, του οποίου σήμερα σώζονται τα ερείπια. 
Ο Βυζαντινος χρονογράφος Γεώργιος Κεδρηνός γράφει για την αρπαγή του αγίου λειψάνου: «Μετήγαγε δε (ο Σαμουήλ) και το λείψανον του Αγίου Αχιλλίου επισκόπου Λαρίσης χρηματίσαντος επί Κωνσταντίνου του μεγάλου, τη μεγάλη και πρώτη Συνόδω παρόντος, (...) και εις Πρέσπαν απέθετο, ένθα ήσαν αυτώ τα βασίλεια, οίκον κάλλιστον και μέγιστον επί τω ονόματι αυτού δομησάμενος». 
Από το 1981 το λείψανο του Αγίου βρίσκεται ξανά στη Λάρισα, στον Μητροπολιτικό Ιερό Ναό του Αγίου Αχιλλίου.«Χαίροις της εώας αστήρ λαμπρός, και των Λαρισαίων λαμπαδούχος και οδηγός, χαίροις ευσεβείας,λειμών ο ανθηφόρος, Αχίλλιε παμμάκαρ,Τριάδος σκήνωμα».

1 Ματθαίος Λαγγής, Ο Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ε’ έκδοση,
τόμος Ε’ ,1996, σ. 428.

2 Αποκαλύφθηκε το 1978. Σχετικά: Κ. Α.Οικονόμου, Η Λάρισα και η θεσσαλική Ιστορία, γ’ τόμος (Λάρισα 2008).

Τρίτη 6 Μαΐου 2014

ΘΕΣΣΑΛΙΑ. Κέντρο της Ελλάδας και καρδιά του μυθικού της κόσμου. Θεσσαλία! Θέσις + αλς = θέση θάλασσας. Αυτό ισχυρίζονται οι γλωσσολόγοι και δεν έχουν άδικο. Πράγματι, μερικές χιλιετίες πριν η Θεσσαλία καλύπτονταν από νερά. Τα νερά μιας τεράστιας, μα σχετικά ρηχής λίμνης, από υδάτινους όγκους που συγκεντρώνονταν από πολυάριθμα μεγάλα ή μικρά ρεύματα που κατηφόριζαν από τα γύρω βουνά. Αυτά τα μικρά ποτάμια μετέφεραν μεγάλες ποσότητες φερτής ύλης η οποία συσσωρεύονταν στον πυθμένα της λίμνης. Κάποτε, με την πάροδο των αιώνων, αυτή η μεγάλη μάζα νερού βρήκε έξοδο προς το Αιγαίο πέλαγος, στην περιοχή μεταξύ των βουνών Ολύμπου και Όσσας.
Αυτό θεωρήθηκε, από τη μεριά των γεωλόγων,αποτέλεσμα της διάβρωσης των ορεινών όγκων,
μιας διάβρωσης που οφειλόταν στη δύναμη των υδάτων, ή, κατ' άλλους, αποτέλεσμα ισχυρής σεισμικής δραστηριότητας στην περιοχή. Αντίθετα,σύμφωνα με την πλούσια ελληνική Μυθολογία,«δράστης» αυτού του διαχωρισμού των ορεινών όγκων υπήρξε ο θαλάσσιος θεός Ποσειδών. Έτσι η περιοχή της Θεσσαλίας μετατράπηκε σε εύφορη πεδιάδα έχοντας μοναδικά κατάλοιπα που θύμιζαν το υδάτινο παρελθόν της: τον ρου του Πηνειού ποταμού και κάποιες αβαθείς λίμνες, όπως η Βοιβηίδα (Κάρλα) και η Νεσσωνίτιδα, που βεβαίως δεν υπάρχει σήμερα.
Όταν αναφερόμαστε στη Θεσσαλία, ιστορικά,δεν εννοούμε το σημερινό ομώνυμο διαμέρισμα
της σύγχρονης Ελλάδας, αλλά μια ευρύτερη περιοχή, που, σε γενικές γραμμές, εκτεινόταν στα
ανατολικά από την περιοχή των εκβολών του Πηνειού, μέχρι τις Θερμοπύλες, και δυτικά από την
περιοχή της Κεντρικής Πίνδου μέχρι το όρος Οίτη.Σύνορά της θεωρούνταν στους ιστορικούς χρόνους,προς Βορρά η Πιερία και η Ελίμεια της Μακεδονίας,δυτικά η Αθαμανία (ή Αθαμαντία) και η Μολοσσία,νότια η Λοκρίδα, η Δωρίδα και η Αιτωλία, ενώ στα ανατολικά η Θεσσαλία βρεχόταν από το Αιγαίο και τους κόλπους Παγασητικό, Μαλιακό και Βόρειο Ευβοϊκό. Πρόκειται δηλαδή για μια περιοχή τουλάχιστον μιάμιση φορά μεγαλύτερη από την έκταση της σημερινής Θεσσαλίας. Είναι βέβαιο ότι ακόμα και κατά την υστεροβυζαντινή εποχή η έκτασή της είναι ανάλογη με αυτή των αρχαίων χρόνων καθώς γνωρίζουμε ότι πρωτεύουσα του μεσαιωνικού κρατιδίου της Θεσσαλίας κατά τον 13ο αιώνα ήταν οι Νέες Πάτρες (Υπάτη), αρκετά νοτιότερα
από τα σημερινά σύνορά της.
ΟΙ ΠΕΡΙΟΔΟΙ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ: Οι περίοδοι της θεσσαλικής ιστορίας χωρίζονται ως εξής:
- 100.000- 8.000 π.Χ., παλαιολιθική εποχή.
- 8.000- 5.000 π.Χ., μεσολιθική εποχή.
- 5.000- 2.300 π.Χ., προκεραμική και κεραμική
εποχή.
- 2300- 2000 π.Χ., εποχή του χαλκού.
- 2000- 1250 π.Χ., μυκηναϊκή ή μινυακή εποχή
(είναι η περίοδος σχηματισμού των πρώτων μύθων
του γένους μας με τους οποίους θα ασχοληθούμε
στα επόμενα άρθρα).
- 1250- 600 π.Χ., γεωμετρική εποχή.
- 600- 197 π.Χ., κλασική και ελληνιστική εποχή:
αρχική οργάνωση του Κοινού των Θετταλών μέχρι
και τη ρωμαϊκή εισβολή στη Θεσσαλία.
- 197 π.Χ.- 330 μ.Χ., Ρωμαιοκρατία.
- 330- 610 μ.Χ., πρωτοβυζαντινή περίοδος- ει-
σβολή Σλάβων.
- 610- 986 μ.Χ., μεσοβυζαντινή περίοδος μέχρι
την άλωση της Λάρισας από τους Βουλγάρους και
την εισβολή διαφόρων βαλκανικών και άλλων φύ-
λων σ’ όλη τη Θεσσαλία.
- 986 - 1392 (ή 1423) μ.Χ., υστεροβυζαντινή
περίοδος και ίδρυση του κρατιδίου της Θεσσαλίας
μέχρι και την πρώτη τουρκική εισβολή στη Λάρισα
υπό τον Εβρέν Μπέη.
- 1393- 1881, Τουρκοκρατία.
- 1881- και σήμερα, Νεότερη ιστορία.
ΘΕΣΣΑΛΙΚΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ: Το παλαιότερο όνομα,της Βορειοανατολικής, αλλά και ολόκληρης της Θεσσαλίας που συναντάμε στους αρχαίους συγγραφείς είναι Πελασγία ή Πελασγιώτιδα. Το όνομα αυτό προέρχεται από τους πρώτους κατοίκους της,τους Πελασγούς που ήταν μια ομάδα Προελλήνων1. Στα χρόνια της κλασικής εποχής μόνο το όνομα της ανατολικής επαρχίας (Πελασγιώτις –περιοχή της Λάρισας) εξακολουθεί να τους θυμίζει.
Αντίθετα το ελληνικό φύλο των Αιολέων επικρατεί στα δυτικά (Αιολίς- Θεσσαλιώτις). Άλλα ονόματα της αρχαίας Θεσσαλίας είναι Πυρραία (στα λεξικά Σούδας και Ησύχιου), Πανδώρα Γη (Στράβων η’),Δρυοπίς, Ελλάδα (Πλίνιος) και, από το φύλο των Αιμόνων, Αιμονία (Πίνδαρος, Αθήναιος). Οι Θεσσαλοί ονομάζονταν αλλιώς και Εφυραίοι διότι προήλθαν από την Εφύρα της δυτικής Ηπείρου (Fr.Stαhlin – «Η Θεσσαλία»). Κυριάρχησαν στα νοτιοδυτικά, γι’ αυτό και το όνομα Θεσσαλιώτις, ενώ στην Ανατολή και το Βορρά συγχωνεύτηκαν με τους ντόπιους αρχαιότερους κατοίκους και διατηρήθηκαν τα παλαιότερα τοπωνύμια: Πελασγιώτις,Φθιώτις, Εστιαιώτις. Τότε αντικαταστάθηκαν και οι ονομασίες πόλεων Άρνη και Φθία με τις Κιέριον και Φάρσαλος αντίστοιχα.
ΜΥΡΜΗΔΟΝΕΣ: Αξίζει να αναφερθεί ότι οι Αχαιοί της Φθίας ονομάζονταν και Μυρμηδόνες. Γε-
νάρχης θεωρείται ο Αιακός που ήταν γιος του Δία και της Ευρώπης και ζούσε στην Αίγινα. Όταν μετά από μια τιμωρία της Ήρας ερημώθηκε από κατοίκους το νησί, ο Αιακός μένοντας μόνος του στο νησί, παρακάλεσε τον Δία να του χαρίσει συντρόφους. Τότε ο Ζευς μεταμόρφωσε ένα μεγάλο αριθμό μυρμηγκιών που βρίσκονταν στην κουφάλα ενός δέντρου, σε ανθρώπους. Αυτοίονομάστηκαν Μυρμηδόνες, δηλαδή μυρμήγκια, εξαιτίας της καταγωγής τους. Αργότερα οι Μυρμηδόνες ακολούθησαν τον γιο του Αιακού Πηλέα και κατοίκησαν στη Θεσσαλική Φθία, ενώ ο αδελφός του Πηλέα, ο Τελαμών έγινε βασιλιάς στη Σαλαμίνα.
ΛΑΡΙΣΑ: Κυρίαρχη θέση στο κράτος της Θεσσαλίας κατείχε η Λάρισα (ή Λάρισσα των αρχαίων).Κτισμένη στο χώρο που σήμερα λέμε «Φρούριο»,ήταν φυσικά προφυλαγμένη από Βορρά και Δύση χάρις στον ποταμό Πηνειό. Είναι βέβαιο ότι τεχνητή οχύρωση θα υπήρχε και προς Νότο και Ανατολή αλλά, όπως είναι φυσικό, θεωρείται αδύνατον να το βεβαιώσουμε αρχαιολογικά, λόγω των αλλεπάλληλων στρωμάτων των οικισμών που είχαν κτιστεί εκεί κατά τη διάρκεια της μακραίωνης ιστορίας της πόλης. Πιθανότερος πρώτος οικιστής της θεωρείται ο Λάρισσος, γιος του Πελασγού, ή, κατ’άλλες πηγές, ο ίδιος ο Πελασγός, που την ονόμασε έτσι προς τιμήν της κόρης του Λάρισσας. Μια τρίτη άποψη, που μάλλον συγκεντρώνει ελάχιστες πι-
θανότητες, είναι αυτή που μας παρουσιάζει τον Ακρίσιο, πατέρα του πρώτου βασιλιά της Λάρισας,του Τεύταμου, πρώτο οικιστή της. Ετυμολογικά η λέξη Λάρισ(σ)α είναι πελασγική και σημαίνει ακρόπολη ή ύψωμα-λόφος. Αυτό που στην ντόπια γλωσσολαλιά λέμε «τούμπα».
ΜΥΘΙΚΑ ΘΕΣΣΑΛΙΚΑ ΓΕΝΗ: Τα κυριότερα γενεαλογικά δέντρα της μυθικής Θεσσαλίας είναι:
των Λαπιθών της Λάρισας και της Μαγνησίας, των Κενταύρων και τρία του Αιόλου, δηλαδή των Φερών, της Φυλάκης και της Αθαμανίας. Αξίζει να σημειώσουμε πως σύμφωνα με την άποψη των αρχαίων ιστορικών, οι Θεσσαλοί ήταν οι πρώτοι άνθρωποι όλου του κόσμου, που εμφανίστηκαν μετά την Τιτανομαχία. Εδώ θα συναντήσουμε για πρώτη φορά το όνομα Έλληνας και Ελλάδα που χαρακτήρισαν έκτοτε όλο το έθνος μας.


Κυριακή 4 Μαΐου 2014


Θεσσαλία: Υστερη Αρχαιότητα και Μεσαίωνας
* Από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου

Οι Σέρβοι στη Θεσσαλία (α’)

Η περίοδος από το 1341 ως και το 1350 χαρακτηρίζεται από κυβερνητική αστάθεια στην Κων-
σταντινούπολη λόγω των συγκρούσεων του αυτοκράτορα Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγου με τον διεκδικητή του θρόνου Καντακουζηνό, και,εν συνεχεία, εξαιτίας της «οικογενειακής» διαμάχης Ιωάννη Ε’ και Ανδρόνικου Δ’, παππού και εγγονού δηλαδή, για τον θρόνο της Αυτοκρατορίας. Όλο αυτό το διάστημα οι Σέρβοι, εκμεταλλευόταν τις εμφύλιες συγκρούσεις, παίρνοντας μέρος, πότε στο πλευρό του ενός και πότε του άλλου, ανάλογα με το συμφέρον τους. Ο Μιχαήλ Μονομάχος, άτυπος κυβερνήτης της Θεσσαλίας, την ίδια περίοδο, με τη σύμφωνη γνώμη των
Θεσσαλών φεουδαρχών, είχε ταχθεί στο πλευρό του Καντακουζηνού. Και αυτό ήταν φυσικό, αφού ο Καντακουζηνός θεωρούνταν εκπρόσωπος της αριστοκρατίας και προστάτης των λογής-λογής αρχόντων και «ευγενών». Ο τοπάρχης που είχε τη μεγαλύτερη δύναμη στη Θεσσαλία, μετά το Μονομάχο, ήταν το 1342 ο Μιχαήλ Γαβριηλόπουλος, συγγενής του παλιότερου Σεβαστοκράτορα Στέφανου Γαβριηλόπουλου.
 Κυριαρχικός του χώρος ήταν η ευρύτερη περιοχή των Τρικάλων, όμως η εξουσία του αμφισβητούνταν από άλλους μεγαλοκτηματίες της περιοχής. Έτσι, η ντόπια αριστοκρατία των γαιοκτημόνων εμπιστεύτηκε τη χώρα και τις περιουσίες τους στα χέρια του Καντακουζηνού, αναγνωρίζοντάς τον ως αυτοκράτορα. Ο Καντακουζηνός, ικανοποιημένος μεν απ’ αυτή την
εξέλιξη, αλλά αδυνατώντας να μεταβεί ο ίδιος στη Θεσσαλία, έστειλε σαν αντιπρόσωπό του τον εξάδελφό του Ιωάννη Άγγελο(1).
 Έτσι στα τέλη του 1342 αφίχθηκε στη Θεσσαλία και ανέλαβε τα καθήκοντά του. Ο Ιωάννης, σύμφωνα με αυτοκρατορικό χρυσόβουλο,διορίστηκε ισόβιος κυβερνήτης της επαρχίας και η εξουσία του δεν ήταν κληρονομική. Στο ίδιο χρυσόβουλο ορίζονταν και τα σύνορα μεταξύ Θεσσαλίας και Ηπείρου, που ήταν τα παλαιότερα ισχύοντα, προκειμένου να αποφευχθούν προστριβές. Ο Ιωάννης Άγγελος αποδείχτηκε ικανός κυβερνήτης, αγαπητός στο λαό. Επε-
ξέτεινε τα σύνορα της βυζαντινής Θεσσαλίας νότια και νοτιοανατολικά εις βάρος των Καταλανών, οι οποίοι, σύμφωνα με τον Γρηγορά,είχαν καταντήσει «αλκοολικοί ηδονιστές». Λίγο αργότερα εισέβαλε και στο κράτος της Ηπείρου καταλαμβάνοντας Αιτωλία και Ακαρνανία, ενώ μέχρι το τέλος του 1342,είχε προσαρτήσει όλο το ηπειρωτικό δεσποτάτο στη Θεσσαλία.
Η ΠΡΩΤΗ ΕΙΣΒΟΛΗ ΤΩΝ ΣΕΡΒΩΝ
Επωφελούμενοι, τότε, από τις ενδο – βυζαντινές συγκρούσεις,οι Σέρβοι με οργανωμένο στρατό
προχώρησαν ταχύτατα προς τη Μακεδονία και τη Βόρεια Ήπειρο.Κατεβαίνοντας ορμητικά συμπαρέσερναν στο διάβα τους και αλβανικούς πληθυσμούς αναγκάζοντάς τους να κινηθούν νοτιότερα.Οι Αλβανοί, με τη σειρά τους,πραγματοποιούσαν συχνά ληστρικές επιδρομές σε ελληνικές πόλεις και χωριά μέχρι τον Κορινθιακό κόλπο. Ως το 1345 η Αλβανία, πέραν του Σκούμπη ποταμού, έγινε τμήμα της σερβικής επικράτειας.
Τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου ο Δουσάν κατέλαβε τις Σέρρες και τον Απρίλιο του 1346 αυτοανακηρύχθηκε «Αυτοκράτωρ των Σέρβων και των Ρωμαίων», ενώ αργότερα κατέλαβε και τη Βέροια.Η Ήπειρος έπεσε στα χέρια του Δουσάν μέχρι τις αρχές του 1347,ενώ τους πρώτους μήνες της επόμενης χρονιάς ολοκλήρωσε και την κατάκτηση της Θεσσαλίας,μάλλον ειρηνικά.
 Η κατάκτηση της Ηπείρου έγινε με βίαιο τρόπο διότι ο Δουσάν αντιμετώπισε ισχυρή αντίδραση από τον Ιωάννη Άγγελο, που από το 1347 είχε τον τίτλο του Σεβαστοκράτορα. Όταν η Ήπειρος έπεσε στα χέρια του μεγάλου του αντιπάλου, ο Ιωάννης υποχώρησε ανατολικά της Πίνδου,
στη Θεσσαλία όπου λίγους μήνες αργότερα πέθανε. Ήταν ένα από τα δεκάδες χιλιάδες θύματα του «μαύρου θανάτου», όπως ονομαζόταν τότε η πανούκλα. Η θανατηφόρα αυτή επιδημία χτύπησε την Κωνσταντινούπολη το 1347,και εν συνεχεία, μέσα στα επόμενα δυο χρόνια, την υπόλοιπη Ελλάδα και το μεγαλύτερο τμήμα της ευρωπαϊκής ηπείρου. Μετά το θάνατο, λοιπόν, του Θεσσαλού διοικητή, οι Σέρβοι κατέλαβαν, προελαύνοντας, τη Θεσσαλία. Ο ηγέτης των Σέρβων, Στέφανος Δουσάν, πιστός στο δόγμα του καισαροπαπισμού, συγκρότησε Σύνοδο
από ιερωμένους της επικράτειάς του στο Βελεστίνο(2), η οποία εξέλεξε τον ίδιο... Πατριάρχη!
Ένας ικανότατος στρατηγός του Δουσάν, ο Γρηγόριος Πρελιούμπος (Preliub), που ήταν και ο επικεφαλής της εκστρατείας στη Θεσσαλία, ορίστηκε διοικητής - έπαρχός της, με έδρα τα Τρίκαλα. Τον Ιανουάριο του 1349 ο Στέφανος Δουσάν ονόμασε τον εαυτό του «Αυτοκράτορα της Rascia (Ν. Σερβία) και της Ρωμανίας, Δεσπότη Άρτας και κόμη της Θεσσαλίας(3)». Η Ήπειρος δόθηκε στον ετεροθαλή αδελφό του Δουσάν,τον Συμεών Ουρός (Uroc), ο οποίος έχοντας μακρινή συγγένεια με τους Παλαιολόγους, έδωσε βυζαντινό «χρώμα» στο όνομά του
προσθέτοντας στο επίθετό του και το όνομα Παλαιολόγος. Τη μεθεπόμενη Κυριακή θα δούμε την εξέλιξη της σερβικής κυριαρχίας στη Θεσσαλία.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ:
Οι οικογένειες φεουδαρχών στη Θεσσαλία τον 13ο και 14ο αι.
(1) Η οικογένεια Μελισσηνών - Κων/νος Μελισσηνός-Κομνηνός-Δούκας-Βρυένιος γαμπρός του
Θεοδώρου της Ηπείρου (ιδρυτής της Ι. Μ. Παναγίας Μακρινίτισσας) - Νικόλαος Μελισσηνός γιος του προηγουμένου (1250-1280 περίπου)
- Ιωάννης Μελισσηνός Παλαιολόγος γιος του Νικολάου (ιδρυτής της Ι. Μ. Ιωάννη Προδρόμου
Δρυανούβαινας-Πορταριάς)
- Άννα Μαλιασσηνή Κομνηνή Δούκαινα Παλαιολογίνα ανιψιά του Μιχαήλ Η’, ιδρύτρια της Ι. Μ. Τι-
μίου Προδρόμου Ν. Πέτρας, πέθανε ως μοναχή Ανθούσα.
(2) Στρατηγόπουλοι - Κομνηνός Στρατηγόπουλος (Καίσαρ), ιδρυτής Ι. Μ. Αγίου Δημητρίου Μακρινίτσας
(3) Γαβριηλόπουλοι - Μιχαήλ Γαβριηλόπουλος, αυθέντης Θεσσαλίας-Φανάρι (συγγραφέας ορκωτικού γράμματος)
- Στέφανος Γαβριηλόπουλος,Ιδιοκτήτης Φαναρίου, Λυκοστομίου, Καστρίου, Σταγών, Τρικάλων,
Δαμασίου και Ελασσόνας
(4)Ζωριάνοι - Μιχαήλ Ζωριάνος, αυλικός του δεσπότη της Ηπείρου Θωμά Αγγέλου, ιδιοκτήτης Ζαγοράς
(5) Οικογένειες Αλβανών γαιοκτημόνων (1310-1350)
- οι Μπούα
- οι Μεσαρίτες
- οι Μαλακασαίοι ή Μαλακάσιοι
- οι Ματαράγκοι
- Πέτρος και Ιωάννης Σεβαστόπουλοι (Δομοκός)
(6) Άλλοι
- Λέων Σπίγγης
- Πηγωνίτης (Ιδιοκτήτης Ι. Μ.
Αγίου Γεωργίου Τρικάλων)
- Αλέξιος Αλβανίτης, (Ιδιοκτή-
της εκτάσεων στην Κλινοβίστα
Καλαμπάκας)
- Ιωάννης Αλβανίτης
- Μιχαήλ Αρχοντίτζης
- Μιχαήλ Μακρογένης
- Ανδρέας Ζαγκλιβάνης
- Νικηφόρος Νεόλος
- Δημήτριος Βούτος
- Ορφανοϊωάννης, (Ιδιοκτήτης περιοχής Σαμοσάδας)
- Βαρδάνης
- Σινιορινός
- Ταρωνάς (Βλάχος)
- Ζωή Συροπούλου (-Μελαχρηνού)
- Μαρμαράς (Πρωτονοβελίσσιμος)
Ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου είναι δάσκαλος στο 32ο Δ.Σχ, Λάρισας – συγγραφέας
Konstantinosa.oikonomou@gmail.com www.scribd.com/oikonomoukon
(1) Καντακουζηνός, |||, 53:2.
(2) Επ. Φαρμακίδης, Η Λάρισα,ό. π.,. 139 και Κ. Α. Οικονόμου,Η Λάρισα και η θεσσ. Ιστορία,
γ’τόμος Λάρισα 2008.
(3) Jirecek – Radovic, Istorija Srba 1, sel. 226 και D. M. Nicol,ό. π.,. 198.

Κυριακή 27 Απριλίου 2014




Θεσσαλία: Υστερη Αρχαιότητα και Μεσαίωνας
* Από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου

Η αλβανική εισβολή στη Θεσσαλία (14ος αι.) και οι τοπάρχες

Ηπιο δυσοίωνη εξέλιξη για το μέλλον της μεσαιωνκής Θεσσαλίας ήταν η διείσδυση, ιδίως μετά το 1309, ομάδων Αλβανών, εκτοπισμένων από τις κοιτίδες τους λόγω εμφυλίων ταραχών, οι οποίοι λεηλατούσαν τα πάντα. Γράφει ο Παπαρρηγόπουλος: “επήλθον εις Θεσσαλίαν και νέοι τινές άποικοι, οι Αλβανοί,οίτινες ήρχισαν να εμβάλλωσιν εις Θεσσαλίαν κατ’ αρχάς μεν επί σκο-
πώ λεηλασίας, μετ’ ου πολύ δε και ίνα οριστικώς κατασταθώσιν εις τας πλουσίας αυτής πεδιάδας (...) μετ΄ ολίγον εισέρευσαν άλλοι και πάλι άλλοι, ώστε πάσα σχεδόν η ύπαιθρος χώρα, παρεκτός των υπό Καταλανών και των Ελλήνων κατεχομένων φρουρίων, κατελήφθη
μονίμως υπ’ αυτών. Μετά τριάντα δε περίπου έτη (...), η Θεσσαλία τοσούτον υπερπληρώθη Αλβανών,ώστε ούτοι μη δυνάμενοι πλέον να ζήσωσι αυτόθι ετράπησαν εις νέας πάλιν μεταναστεύσεις κατά δε τη λοιπήν χέρσον Ελλάδα και εις τινάς των νήσων».
Εν τω μεταξύ ο τελευταίος Σεβαστοκράτορας, Ιωάννης Β΄ Δούκας,πέθανε χωρίς ν΄ αφήσει διαδόχους το 1318. Η Θεσσαλία παρασύρθηκε στην αναρχία ή καλύτερα στην πολυαρχία ξεχωριστών κρατιδίων που κυβερνούνταν από ντόπιους Έλληνες,και λίγο αργότερα Καταλανούς, Φράγκους και Αλβανούς φεουδάρχες, τους λεγόμενους τοπάρχες. Ο σημαντικό-
τερος απ’ αυτούς ήταν ο Στέφανος Γαβριηλόπουλος, ο οποίος είχε συγγενική σχέση με την άλλη μεγάλη οικογένεια «ευγενών», των Μαλιασηνών (Μελισσηνών) του Βόλου. Ο Γαβριηλόπουλος ήλεγχε τη Δυτική Θεσσαλία και τη Δυτική Μακεδονία. Την ίδια χρονική περίοδο της ακμής του
οίκου του Γαβριηλόπουλου, οι Καταλανοί εισέβαλαν από νότια στη Θεσσαλία, όπου αργότερα κάποιοι απ’ αυτούς θα συνάψουν επιγαμίες με τη γενιά των Μαλιασηνών. Ο αυτοκράτορας, από την άλλη, απαιτούσε τη Θεσσαλία ως επαρχία του Βυζαντίου,διεκδικώντας την ως περιουσία της
χήρας κόρης του.
ΤΟΠΙΚEΣ ΗΓΕΜΟΝΙΕΣ:Οι Καταλανοί, έχοντας ιδρύσει μια ηγεμονία στην Ανατολική Στερεά (1311), παρενοχλούσαν τις νότιες παρυφές της Ανατολικής Θεσσαλίας (Αλμυρό).
Στην υπόλοιπη Θεσσαλία επικρατούσαν, διάφοροι Έλληνες (αρχικά) μεγαλοκτηματίες. Αυτοί αποτελούσαν τη λεγόμενη «Βουλή των προεχόντων κατά γένος».
Ο Ιωάννης Καντακουζηνός τους αποκαλεί με τον όρο «οι Θετταλοί»ή «οι των Θετταλών άρχοντες». Κατά διαστήματα κάποιος απ’ αυτούς τους γαιοκτήμονες αποκτούσε μεγαλύτερη
δύναμη και προσπαθούσε να επιβληθεί στους άλλους. Αυτό έγινε με τον Στέφανο Γαβριηλόπουλο από τα Τρίκαλα που, έχοντας εξασφαλίσει κατά χάριν, και όχι λόγω συγγένειας, τον τίτλο του Σεβαστοκράτορα, δημιούργησε μια ισχυρή μεν, αλλά βραχύβια ηγεμονία, που περιελάμβανε περιοχές από το Σμόκοβο ως την Καστοριά. Η ηγεμονία του διαλύθηκε με τον θάνατό του το 1333. Τότε ο Ιωάννης Orsini της Ηπείρου προσπάθησε ανεπιτυχώς να επεκτείνει την κυριαρχία του εισβάλλοντας στη Θεσσαλία.
Η EΔΡΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠOΛΕΩΣ ΛΑΡΙΣΗΣ: Ο Μητροπολίτης της Λάρισας Αντώνιος (1333-1350 περίπου) στο εγκώμιο που έγραψε για τον προκάτοχό του στον αρχιερατικό θρόνο,Κυπριανό, νοσταλγεί την εποχή που στη Λάρισα επικρατούσε τάξη («ρωμαϊκή δεξιά») και όλα κυβερνιόνταν από δίκαιους νόμους. Αλλού, στο ίδιο εγκώμιο, αναφέρει ότι στην εποχή
του («σήμερον») μια επαναστατική ομάδα πολιτών επικράτησε στη Λάρισα, σκορπώντας ανησυχία στην παραδοσιακή βυζαντινή κοινωνία. Μας είναι γνωστά και άλλα αντίστοιχα κινήματα σε άλλες βυζαντινές πόλεις,όπως το κίνημα των «Ζηλωτών» της Θεσσαλονίκης.
Ο Αντώνιος προσθέτει κι άλλους χαρακτηρισμούς για τη Λάρισα του 14ου αιώνα, «φωλεά θηρίων και πετεινών» την αποκαλεί, ενώ το Ναό του Αγίου Αχιλλίου τον ονομάζει
«ορμητήριο ληστών»! Δεν χρειάζεται, λοιπόν, και μεγάλη φαντασία για να καταλάβουμε γιατί οι μητροπολίτες Κυπριανός, Αντώνιος και οι μετέπειτα ιεράρχες δεν κατοικοέδρευαν στη Λάρισα. Έτσι τα Τρίκαλα, από την εποχή του Κυπριανού (1371), έγιναν η έδρα της Μητροπόλεως Λαρίσης.
Η ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ ΣΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ:
Η νότια Θεσσαλία,κατά το μεγαλύτερο τμήμα της συμπεριλαμβανομένης και της πρωτεύουσας Υπάτης, είχε περιέλθει στα χέρια των Καταλανών. Στη βόρεια και τη δυτική Θεσσαλία, εκτός του
Γαβριηλόπουλου, μεγάλες εκτάσεις νέμονταν και ο καταλανικός οίκος των Ραούλ, που συγχωνεύθηκε με την οικογένεια των Μελισσηνών, καθώς και η οικογένεια του γασμούλου
Σιγκουρίνου.
Μετά τον θάνατο του Γαβριηλόπουλου (1333), η βόρεια και δυτική Θεσσαλία ήταν ανοικτή για οποιονδήποτε εισβολέα.Ο τότε Βυζαντινός διοικητής της Θεσσαλονίκης Συριάννης είχε κατη-
γορηθεί για συνωμοσία και βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη περιμένοντας τη δίκη του. Τη θέση του είχε πάρει ένας ικανότατος και έμπειρος στρατηγός, ο Μιχαήλ Μονομάχος. Ο
Μονομάχος είδε την ευκαιρία, που για χρόνια οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες περίμεναν, για επέκταση της αυτοκρατορικής εξουσίας στη Θεσσαλία.
Πράγματι, αφού οργάνωσε το στρατό του, κατέβηκε νότια και, το 1334,κατέλαβε μερικές πόλεις και κάστρα,όπως του Λυκοστομίου στα Τέμπη και του Καστρίου στη σημερινή επαρχία Αγιάς, στην Ανατολική Θεσσαλία.
Την προηγούμενη χρονιά ο Ιωάννης Ορσίνι της Ηπείρου κατάφερε να εισχωρήσει από διαβάσεις της Πίνδου στα Δυτικά και να καταλάβει τους Σταγούς (Καλαμπάκα), τα Τρίκαλα,το Φανάρι, το Δαμάσι και την Ελασσόνα, τοποθετώντας σ’ αυτά δικές του φρουρές.
Ο Καντακουζηνός ισχυρίζεται ότι ο Ορσίνι τα κατέλαβε χωρίς να εμπλακεί σε συγκρούσεις αλλά βάσει συμφωνίας που έκλεισε με τους άρχοντες των πόλεων. Συνεπώς, ένα τμήμα της Δυτικής Θεσσαλίας είχε ενωθεί με το ηπειρωτικό Δεσποτάτο,άγνωστο όμως παραμένει πόσο κράτησε αυτή η ένωση. Στο τέλος του 1334 ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Γ΄Παλαιολόγος έσπευσε με στρατό για δυο λόγους: ο πρώτος λόγος ήταν ότι ο δραπέτης Συργιάννης, που είχε καταφύγει στη Βόρεια Εύβοια, συνεννοούνταν με Ενετούς και Λατίνους άρχοντες προετοιμάζοντας κάποια
πράξη αντεκδίκησης στη Θεσσαλία κατά του βυζαντινού θρόνου και ο δεύτερος λόγος ήταν η εκδίωξη των φρουρών του Ορσίνι από τη Δυτική Θεσσαλία.
Δεν χρειάστηκε πολύς καιρός στο στρατό του αυτοκράτορα, που αποτελούνταν κυρίως από ξένους μισθοφόρους, να καταλάβει όλα τα κατεχόμενα απ’ τους στρατιώτες του Ορσίνι κάστρα.
Ο αυτοκράτορας, φερόμενος διπλωματικά και αποφεύγοντας άσκοπες αιματοχυσίες, αφού συνέλαβε τους εισβολείς στρατιώτες, τους έστειλε άθικτους και ασφαλείς πίσω στην Ήπειρο, δείχνοντας με τον τρόπο αυτό την καλή του θέληση. Έτσι το μεγαλύτερο μέρος της Θεσσαλίας,
πλην Μαγνησίας και περιοχών νοτίως του όρους Όθρυς, ενσωματώθηκε πάλι στην Αυτοκρατορία.
Ο Ανδρόνικος, ο οποίος αναγκάστηκε σύντομα να εγκαταλείψει τη Θεσσαλία, διόρισε τον Μονομάχο κυβερνήτη της Θεσσαλίας. Ο Ανδρόνικος, λίγο πριν αποχωρήσει, δέχτηκε μία αντιπροσωπεία Αλβανών εποίκων. Αυτοί εκπροσωπούσαν δώδεκα χιλιάδες ομόφυλούς τους που ζούσαν στα γύρω ορεινά «αβασίλευτοι» και κατέβαιναν περιστασιακά (τον χειμώνα) στις πεδιάδες.
Οι Αλβανοί ζήτησαν την προστασία του αυτοκράτορα από πιθανή καταπίεσή τους, εκ μέρους των ντόπιων,λόγω των κακών σχέσεων που είχαν τα προηγούμενα χρόνια με τους Έλληνες γαιοκτήμονες, και ως ένδειξη ικανοποίησης, από την υποστήριξη που έλαβαν από τον Ανδρόνικο, υποσχέθηκαν ότι θα του ήταν πάντα πιστοί του υπήκοοι. Μετά την αναχώρηση του αυτοκράτορα οι φρουρές του Μονομάχου παραχώρησαν περιοχές της Μαγνησίας στον ελληνο-
καταλανικό οίκο των φεουδαρχών Μελισσηνών-Novelles οι οποίοι θα κυριαρχήσουν στην περιοχή του κάστρου του Γόλου (Βόλου) και το Πήλιο μέχρι το 1392, χρονιά κατά την οποία οι Τούρκοι κατέλαβαν για πρώτη φορά τη Θεσσαλία. 
Εν τω μεταξύ ο Συργιάννης πέρασε κρυφά στη Θεσσαλία όπου τον υποδέχτηκαν οι Αλβανοί σαν έναν καλό παλιό τους φίλο, μιας και ο Συργιάννης υπήρξε, πριν από τη Θεσσαλονίκη, κυβερνήτης του Βερατίου. Οι Αλβανοί, δίνοντάς του φρουρά, τον οδήγησαν στη Σερβία, όπου συναντήθηκε με τον Κράλη Στέφανο Δουσάν. Ο Σέρβος ηγεμόνας του έδωσε στρατό κι εκείνος κατέλαβε την Καστοριά, στο όνομα του Σέρβου μονάρχη. Εκεί τελείωσε και η δράση του διπρόσωπου Συργιάννη. Ο Ανδρόνικος έστειλε στρατεύματα εναντίον του και ένας βυζαντινός αξιωματούχος τον δολοφόνησε. Το 1337 βρήκε βίαιο θάνατο, δηλητηριασμένος από τη σύζυγό του Άννα, ο Ιωάννης Ορσίνι. Μόνη κυρίαρχος του Δεσποτάτου της Ηπείρου έμεινε η Άννα, έχοντας δυο ανήλικα παιδιά, το Νικηφόρο και τη Θωμαΐδα. Εύκολα,μετά απ’ αυτά, το 1340 το Δεσποτάτο καταλήφθηκε από βυζαντινές δυνάμεις και ενώθηκε, όπως λίγο νωρίτερα η Θεσσαλία, με την Αυτοκρατορία.

Ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου
είναι δάσκαλος στο 32ο Δ. Σχ.
Λάρισας– συγγραφέας
www.scribd.com/oikonomoukon

Κυριακή 6 Απριλίου 2014

Θεσσαλία: Υστερη Αρχαιότητα και Μεσαίωνας
* Από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου

Το θεσσαλικό κράτος μέχρι το 1310 και η Καταλανική Εταιρεία

ΕΝΩΤΙΚΟΙ-ΑΝΘΕΝΩΤΙΚΟΙ: Ένας από τους πολυτιμότερους συμμάχους των Θεσσαλών Σεβαστοκρατόρων ήταν ο βασιλιάς της Σικελίας Κάρολος ντ’ Ανζού (1267-1282) που ήταν ορκισμένος εχθρός του Βυζαντινού αυτοκράτορα. Ο Κάρολος βέβαια δεν τόλμησε να επιχειρήσει κάτι εναντίον του Βυζαντίου λόγω της φιλοενωτικής πολιτικής των Παλαιολόγων. Μάλιστα το 1274 υπογράφηκε στη Λυών η λεγόμενη (ψευδο)ένωση των εκκλησιών με όρους απαράδεκτους για την Ορθόδοξη Εκκλησία, όπως για παράδειγμα το «πρωτείο» του πάπα. Έτσι ο Κάρολος της Σικελίας «αφοπλίστηκε» από επιχειρήματα που θα του επέτρεπαν να
συνεργήσει με τον Ιωάννη της Θεσσαλίας εναντίον του Παλαιολόγου. Την ίδια περίοδο ο Μιχαήλ Η’ καθαίρεσε το νόμιμο (κανονικό) πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωσήφ,τοποθετώντας αντ’ αυτού τον περιβόητο διώκτη της Ορθοδοξίας Ιωάννη Βέκκο, που έγινε γνωστός ως αυτουργός
των μαρτυρίων εκατοντάδων πιστών, λαϊκών ή μοναχών,στο Άγιο Όρος και αλλού1. Αυτή η φιλοπαπική πολιτική των Παλαιολόγων δημιούργησε πολλά προβλήματα στην ενότητα του βυζαντινού κράτους, μιας και οι αντιδράσεις στην «ένωση» έφταναν από κάθε γωνιά της αυτοκρατορίας.
Ο Ιωάννης Α’ της Θεσσαλίας κι ο Νικηφόρος, δεσπότης της Ηπείρου, εμφανίστηκαν ως υπερασπιστές της Ορθοδόξου πίστεως. Ο αυτοκράτορας προσπάθησε, μάταια, στέλνοντας απεσταλμένους και στο Σεβαστοκράτορα και στον Νικηφόρο, επιδιώκοντας άμβλυνση των διαφορών. Βλέποντας ο Μιχαήλ ότι δεν μπορούσε να εξαναγκάσει τους Θεσσαλούς και τους Ηπειρώτες στην πολιτική του, συγκάλεσε στις 16 Ιουλίου του 1277 «σύνοδο» υπό τον Ιωάννη
Βέκκο για να ληφθούν τα πρέποντα μέτρα κατά των αντιδρώντων στην «ένωση» των εκκλησιών. Οι αποφάσεις αυτής της «ληστρικής», όπως επονομάσθηκε αργότερα, συνόδου,ήταν πρακτικά ανεφάρμοστες, γι’ αυτό κι ο αυτοκράτορας διοργάνωσε τις εκστρατείες που περιγράψαμε στο προηγούμενο άρθρο κατά της Θεσσαλίας. Ο Μιχαήλ εξασφάλισε και τις «ευλογίες» του πάπα Ιννοκέντιου Ε’, ο οποίος αναγνώρισε τη Θεσσαλία και την Ήπειρο ως αδιαίρετα τμήματα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
 Αυτό όπως καταλαβαίνουμε δε σήμαινε απολύτως τίποτα, μιας και μόνο με τη δύναμη των όπλων θα μπορούσε να επιβληθεί η υποταγή της Κεντρικής Ελλάδας στον θρόνο του Μιχαήλ. Ο Ιωάννης, ως υπερασπιστής της Ορθοδοξίας, συγκάλεσε το 12782 κι αυτός με τη σειρά του Σύνοδο στις Νέες Πάτρες, ή ίσως στη Λάρισα, στην οποία συμμετείχαν οκτώ μητροπολίτες και επίσκοποι του κράτους του, ηγούμενοι Ιερών Μονών και πλήθος μοναχών. Η σύνοδος αυτή καταδίκασε την ένωση και τους υποστηρικτές της, άρα και τον ίδιο τον αυτοκράτορα,
κηρύττοντας ως αιρετικούς τους «ενωτικούς». Με την απόφαση της τοπικής αυτής συνόδου διαφώνησαν οι τότε επίσκοποι Τρίκκης και Πέτρας Πιερίας.
ΟΙ ΔΙΑΔΟΧΟΙ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ Α’: Ο Ιωάννης Α’ πέθανε το 1295. Η σύζυγος του Ιωάννη, μετά τον θάνατό του,έγινε μοναχή, με το όνομα Υπομονή. Νωρίτερα η ίδια είχε ιδρύσει την Ι. Μονή της Παναγίας Λυκουσάδας κοντά στο Φανάρι 3 (Ιθώμη). Εκεί λοιπόν τελείωσε την επίγεια ζωή της. Αξίζει να αναφέρουμε ότι το 1283 ίδρυσε επίσης,μαζί με τον Ιωάννη, την Ι. Μονή Θεοτόκου των Μεγάλων Πυλών (Πόρτα-Παναγιά). Μετά τον θάνατο του σεβαστοκράτορα, οι τύχες του κράτους της Θεσσαλίας έπεσαν στα χέρια των γιων του. Μεγαλύτερος γιος του ήταν ο Μιχαήλ-Δημήτριος, αλλά βρισκόταν, τη χρονιά του θανάτου του πατέρα του, φυλακισμένος στην Κωνσταντινούπολη, όμηρος των Παλαιολόγων, οπότε δεν μπορούσε να διεκδικήσει την εξουσία. Οι άλλοι δυο γιοι του, ο Κωνσταντίνος και ο Θεόδωρος, φαίνεται ότι μοιράστηκαν τη νομή της εξουσίας στη Θεσσαλία, με την πρωτοκαθεδρία ίσως του Κωνσταντίνου. Η μητέρα τους μεσολάβησε στον αυτοκράτορα με σκοπό την άμβλυνση των αντιθέσεων Θεσσαλίας και κεντρικής βυζαντινής εξουσίας. Και ο καλύτερος τρόπος, όπως πάντα εκείνη την εποχή, να κλείνει κανείς συμφωνίες ήταν ένας γάμος (συνοικέσιο). Έτσι και έγινε. Ο Γ. Παχυμέρης περιγράφει τις προετοιμασίες του γάμου του Θεόδωρου της Θεσσαλίας με την εξαδέλφη του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β’, Θεοδώρα. Αποτέλεσμα της «συγγένειας», που απέκτησε ο Θεόδωρος με τον αυτοκράτορα, ήταν ο τιμητικός τίτλος του Σεβαστοκράτορα που του αποδόθηκε. Μετά από αυτό το συνοικέσιο η πολιτική του θεσσαλικού κράτους άλλαξε. Επιχειρήθηκε με επιτυχία προσέγγιση με την Κων-
σταντινούπολη και τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β’ Παλαιολόγο, ο οποίος αναγνώρισε την τοπική εξουσία των δύο αδελφών με μικρότερες όμως αρμοδιότητες απ’ ό,τι πριν,ενώ οι Σεβαστοκράτορες υποτάχθηκαν στην ανωτερότητα της εξουσίας του αυτοκράτορα, παραχωρώντας, σε ένδειξη καλής θέλησης, την περιοχή της Δημητριάδας στην απευθείας επικυριαρχία του (1299). Λίγο νωρίτερα (1295-6) το κράτος της Θεσσαλίας είχε επεκτείνει τα σύνορά του προς τα δυτικά καταλαμβάνοντας εδάφη του κράτους της Ηπείρου που κυβερνιόταν τότε από το Λατίνο Φίλιππο του Τάραντα.
Ανάμεσα στα κέρδη του θεσσαλικού κράτους ήταν το κάστρο της Ναυπάκτου και το Αγγελόκαστρο (Αιτωλοακαρνανία). Όταν στην Ήπειρο ανέλαβε την εξουσία η χήρα του
προηγουμένου δεσπότη Νικηφόρου, Θεσσαλοί και Ηπειρώτες υπέγραψαν συνθήκη (3-9-1296), σύμφωνα με την οποία οι θεσσαλικές δυνάμεις θα αποχωρούσαν από τις περισσότερες κατακτημένες περιοχές. Ο Θεόδωρος σκοτώθηκε, πιθανώς σε κάποια πολεμική σύγκρουση, το 1299. Η ιστορία  του ανεξάρτητου θεσσαλικού κράτους τελειώνει το 1303 με τον θάνατο του τελευταίου Σεβαστοκράτορα, του Κωνσταντίνου. Βέβαια θεωρητικά η ύπαρξη του κράτους της
Θεσσαλίας θα υφίσταται για 15 ακόμα έτη, υπό την ηγεσία του γιου του Κων/νου, Ιωάννη Β’, ο οποίος την εποχή του θανάτου του πατέρα του ήταν ακόμη ανήλικος.
ΚΑΤΑΛΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Ο νεαρός Ιωάννης Β’ Δούκας ασκούσε την εξουσία στη Θεσσαλία υπό την κηδεμονία του δούκα των Αθηνών Γκυ. Όταν ο δούκας της Αθήνας πέθανε, ο Ιωάννης είχε πια ενηλικιωθεί. Νέος ηγεμόνας στην Αθήνα ανέλαβε το 1309 ο Βάλτερ ντε Μπριέν. Την
εποχή εκείνη εμφανίστηκε μια πραγματική μάστιγα για τον ελλαδικό χώρο: η Καταλανική Εταιρεία. Αυτή απαρτιζόταν από τυχοδιώκτες εμπειροπόλεμους Καταλανούς μισθοφόρους, υπό την ηγεσία του Σεπούν, που είχαν προσληφθεί από τον αυτοκράτορα λίγο νωρίτερα, το 1303, για την αντιμετώπιση του τουρκικού κινδύνου. Οι Καταλανοί, όταν τελείωσε η αποστολή που τους ανατέθηκε, στράφηκαν κατά της Κωνσταντινούπολης, για να διωχθούν εν συνεχεία πολύ δύσκολα από τη Θράκη. Έπειτα κατηφόρισαν προς τη Μακεδονία, ερημώνοντας τα πάντα στο διάβα τους (μεταξύ των θυμάτων τους ήταν και Ιερές Μονές του Αγίου Όρους, 1307). Από εκεί μετακινήθηκαν στη Θεσσαλία (1309), συνεχίζοντας ανεμπόδιστα το καταστροφικό έργο τους. Ως από μηχανής θεός, ο Βάλτερ των Αθηνών κάλεσε τους Καταλανούς να υπηρετήσουν ως μισθοφόροι υπό την εξουσία του, δίνοντας κατ’ αυτό τον τρόπο βαθιές ανάσες στην πολύπαθη Θεσσαλία. Όμως στις αρχές του 1311 οι Καταλανοί, βλέποντας ότι ο Βάλτερ δεν είχε οικονομικούς πόρους για να ικανοποιήσει τις συμφωνίες που είχε κάνει,στράφηκαν εναντίον του. Η αποφασιστική μάχη δόθηκε κοντά στον Αλμυρό στις 15 Μαρτίου του 1311. Η Εταιρεία έχοντας και τη βοήθεια ισχυρής τουρκικής δύναμης, νίκησε τους Φράγκους, ενώ φονεύτηκε ο δούκας των Αθηνών (Βάλτερ). Στο μεταξύ, λίγο νωρίτερα, ο δεσπότης των Νέων Πατρών (Θεσσαλίας) Ιωάννης Β’ έσπασε την πολιτική των προγόνων του και, επειδή προέβλεπε ότι δεν θα είχε πλέον την προστασία του αθηναϊκού Δουκάτου, στράφηκε προς τον βυζαντινό θρόνο. Νυμφεύτηκε μάλιστα τη νόθο κόρη του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β’, Ειρήνη το 1310. Τα αποτέλεσμα αυτού του γάμου ήταν η επανένωση της Θεσσαλίας με την παρηκμασμένη, πλέον, Βυζαντινή Αυτοκρα-
τορία. Ο Ανδρόνικος, από την άλλη μεριά, ένιωθε, μετά τον γάμο που προαναφέραμε καθώς και με τον γάμο μιας εγγονής του με τον ηγέτη της Ηπείρου, ότι το Βυζάντιο επανενώθηκε (πλην των νήσων του Αιγαίου και του φραγκικού πριγκιπάτου της Αχαΐας).
Στο επόμενο άρθρο μας θα ασχοληθούμε με τις αλβανικές εισβολές-επιδρομές του 14ου αιώνα στη Θεσσαλία
Του Κων/νου Αθ. Οικονόμου δασκάλου 
στο 32ο Δ. Σχ. Λάρισας – συγγραφέα
www.scribd.com/oikonomoukon konstantinosa.
oikonomougmail.com
1 Για τις διώξεις των Λατινόφρονων κατά της Ορθοδοξίας μπορούμε να διαβάσουμε, ενδεικτικά, το μαρτυρολόγιο της 22ας Σεπτεμβρίου, όπου ιστορείται το μαρτύριο των 26 Ζωγραφιτών μο-
ναχών (Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδοξίας, 5η έκδοση, τόμος Θ, μην Σεπτέμβριος, σελίδες 485-487).
2 G. Ostrogorsky, Ιστορία του Βυζαντινού κράτους, εκδ. Βασιλόπουλος, 3ος τόμος, 1981,σελ.148
3 Λίγο νωρίτερα ο Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος είχε εκδώσει χρυσόβουλο (αναγνώρισης) για τις Ιερές Μονές της Παναγίας Μακρινίτισσας (Μακρινίτσας) που είχε ιδρύσει ο Νικ. Μαλιασηνός και του Αγίου Δημητρίου, ως προσάρτημα, και της Νέας Πέτρας με ιδρυτή τον ιερομόναχο Κυπριανό