Δευτέρα 26 Ιουνίου 2017

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

ΤΑ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΤΟΜΗΣ ΤΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΣΑΠΚΑ

Η τελετή των αποκαλυπτηρίων της προτομής του Μιχαήλ Σάπκα στην Κεντρική Πλατεία. Ομιλεί ο δήμαρχος Λαρίσης Δημήτριος Χατζηγιάννης. 14 Μαΐου 1964. Αρχείο κ. Λίλας Ρίζου.
Η τελετή των αποκαλυπτηρίων της προτομής του Μιχαήλ Σάπκα στην Κεντρική Πλατεία. Ομιλεί ο δήμαρχος Λαρίσης Δημήτριος Χατζηγιάννης. 14 Μαΐου 1964. Αρχείο κ. Λίλας Ρίζου.
Ο αναμορφωτής της Λάρισας Μιχαήλ Σάπκας απεβίωσε την Πρωτομαγιά του 1956 στην Αθήνα, όπου νοσηλευόταν για ανεγχείρητο καρκίνο του προστάτη. Την επομένη, 2 Μαΐου, η σωρός του έφθασε στη Λάρισα, τοποθετήθηκε στο ναό του αγίου Αχιλλίου και στις 4 το απόγευμα, εψάλη η εξόδιος ακολουθία από τον μητροπολίτη Λαρίσης Δημήτριο.
Όταν ο Μιχαήλ Σάπκας κατάλαβε ότι εγγίζει το τέλος της ζωής του, εξέφρασε στους συγγενείς την επιθυμία η κηδεία του να είναι απέριττη, να μην εκφωνηθούν επικήδειοι κατά την ώρα της νεκρώσιμης ακολουθίας και να μην κατατεθούν στέφανοι στη σωρό του. Εν τω μεταξύ με την αγγελία του θανάτου του, συνήλθε σε έκτακτη συνεδρίαση το Δημοτικό Συμβούλιο, έπειτα από πρόσκληση του δημάρχου Δημητρίου Χατζηγιάννη. Στο ψήφισμα που εκδόθηκε αναφέρεται μεταξύ άλλων: «... ομοφώνως ψηφίζει... Η οδός Ιωάννου Μεταξά, εν ή κατώκει ο μεταστάς, να μετονομασθή εις οδόν Δημάρχου Μιχαήλ Σάπκα...».
Τρεις ημέρες μετά τον ενταφιασμό του Μιχαήλ Σάπκα, μερίδα του τύπου και αρκετοί πολίτες, διαφώνησαν ανοικτά με την απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου να μετονομασθεί η οδός Ιωάννου Μεταξά, η σημερινή Ασκληπιού, σε Μιχαήλ Σάπκα. Όλοι τους θεωρούσαν τη συγκεκριμένη μετονομασία ως πράξη ιεροσυλίας στην υστεροφημία του Ιωάννη Μεταξά και πρότειναν άλλους μεγάλους δρόμους και πλατείες, στα οποία μπορούσε να δοθεί το όνομά του. Στη διαφωνία αυτή αναγκάσθηκαν να παρέμβουν οι οικείοι του Μιχαήλ Σάπκα, οι οποίοι ευγενικά ζήτησαν να μην εκτελεσθεί η απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου.
Επειδή διαφαίνονταν ότι η νέα ονομασία που πρότεινε το Δημοτικό Συμβούλιο δεν επρόκειτο να επικρατήσει, προτάθηκαν από ορισμένους έγκριτους πολίτες της πόλεως διάφοροι δρόμοι και σημεία όπου μπορούσε να διαιωνιστεί η μνήμη του αναμορφωτή της. Μεταξύ αυτών ήταν η Κεντρική Πλατεία, που τότε ονομάζονταν Β’ Σώματος Στρατού, ονομασία όμως άνευ αντικειμένου, εφ’ όσον η έδρα του είχε μεταφερθεί και η Λάρισα φιλοξενούσε την Iη Στρατιά και μάλιστα προτάθηκε συγχρόνως να στηθεί και η προτομή του στην Κεντρική Πλατεία.
Οι συζητήσεις συνεχίζονταν με μικρότερη όμως ένταση, μέχρι τις δημοτικές εκλογές της 5ης Απριλίου 1959. Το νέο σώμα που προήλθε από τις εκλογές με δήμαρχο εκ νέου τον Δημήτριο Χατζηγιάννη, έπειτα από αίτηση του δημοτικού συμβούλου Γεωργίου Τσιοβαρίδη προς τον πρόεδρο του Δημοτικού Συμβουλίου Αθανάσιο Μεσσήνη «περί μετονομασίας μιας οδού της πόλεως εις οδόν Μιχαήλ Σάπκα», αποφάσισε στη συνεδρίαση της 5ης Νοεμβρίου 1959 όπως μετονομασθεί η κεντρική πλατεία της Λάρισας σε Μιχαήλ Σάπκα και τοποθετηθεί σε κάποιο σημείο της η προτομή του. Η απόφαση, σύμφωνα με το σχετικό ψήφισμα που εκδόθηκε, ελήφθη ομόφωνα από το σώμα. Η μετονομασία της κεντρικής πλατείας (Β΄ Σώματος Στρατού) σε Πλατεία Μιχαήλ Σάπκα έγινε άμεσα, ενώ συγχρόνως δρομολογήθηκαν και οι ενέργειες για την κατασκευή της προτομής του. Ανατέθηκε η κατασκευή του στον γλύπτη Νικόλαο Παυλόπουλο (1909-1990), που ήταν γνωστός στους καλλιτεχνικούς κύκλους ως Νικόλας, με καταγωγή από το χωριό Άγιος Γεώργιος Πηλίου. Τότε είχε φιλοτεχνήσει ως γνωστόν και τον ανδριάντα του Αριστοτέλη, ο οποίος είναι τοποθετημένος στον αρχαιολογικό χώρο στα Στάγειρα της Χαλκιδικής[1].
Τα αποκαλυπτήρια της προτομής του Σάπκα έγιναν σε ειδική πανηγυρική τελετή το απόγευμα της 14ης Μαΐου 1964, παραμονή της εορτής του Αγίου Αχιλλίου, παρευρέθηκαν όλοι οι μητροπολίτες που είχαν προσκληθεί στον εορτασμό του πολιούχου. Κύριος ομιλητής υπήρξε ο δήμαρχος Δημήτριος Χατζηγιάννης, ο οποίος έπλεξε το εγκώμιο του τιμώμενου Μιχαήλ Σάπκα ενώπιον των επισήμων, των συγγενών της οικογένειας Σάπκα, αντιπροσωπείας του Ε. Ε. Σ. Λαρίσης και πλήθος κόσμου. Μεταξύ άλλων ο δήμαρχος ανέφερε και τα εξής: « Εις τα πρώτα βήματα της κατά το 1881 απελευθερωθείσης Λαρίσης, δύο βασικά έργα αποτελούν δι’ αυτήν σταθμούς ιστορικούς.: α) Η εκπόνησις και η εφαρμογή ευτυχούς δια την εποχήν του σχεδίου της πόλεως, έργου προκατόχων αειμνήστων δημοτικών αρχόντων και β) Η επί της δημαρχίας του Μιχαήλ Σάπκα ίδρυσις του θαυμασίως εξελιχθέντος Οργανισμού Υδρεύσεως και Ηλεκτροφωτισμού Λαρίσης. Τα δύο αυτά επιτεύγματα των πρώτων χρόνων της ελευθέρας Λαρίσης απέσπασαν την πόλιν από μεσαιωνικόν σκοτάδι, πνευματικόν και πολιτικόν, εις το οποίον την είχε βυθίσει δουλεία πέντε αιώνων»[2].
Η σημερινή φωτογραφία έχει ληφθεί κατά την διάρκεια της τελετής των αποκαλυπτηρίων της προτομής του Μιχαήλ Σάπκα. Η τελετή έλαβε χώρα στην κεντρική πλατεία, μπροστά στο σημείο όπου είχε στηθεί η στήλη με την μαρμάρινη προτομή του τιμώμενου δημάρχου. Από αριστερά διακρίνονται στη σειρά οι ιεράρχες που είχαν προσκληθεί από τον μητροπολίτη Λαρίσης Ιάκωβο Σχίζα (1960-1968) να συμμετάσχουν στην εορταστική Θεία Λειτουργία στον ναό του Αγίου Αχιλλίου και στη Λιτανεία της ιερής εικόνας του. Σε πρώτο πλάνο διακρίνεται ο τότε δήμαρχος Δημήτριος Χατζηγιάννης να απαγγέλει την ομιλία του. Μέσα στο πλήθος και μερικώς καλυπτόμενοι, αναγνωρίζονται ο γιός του Αλέκος Σάπκας, διευθυντής τότε της Χειρουργικής Κλινικής στο Νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού στην Αθήνα και ο Αθανάσιος (Νάσος) Ρίζος, γαμπρός στην κόρη του Αλκμήνη (Μίνα) Σάπκα. Ο φωτογράφος μας είναι άγνωστος και η λήψη της φωτογραφίας έγινε στις 14 Μαΐου 1964.
 [1]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Μιχαήλ Σάπκας, ο ευπατρίδης πολιτικός (1873-1956), Λάρισα, (2013), έκδοση Δ.Ε.Υ.Α. Λ.,, σελ. 52-60.
[2]. Γ.Α.Κ.-Αρχεία Ν. Λάρισας, Αναμνήσεις Δημητρίου Χατζηγιάννη (1888-1973), επιμέλεια-εισαγωγή-σχόλια Ιουλία Κανδήλα, Λάρισα (2011) σ. 402-404, όπου και υπάρχει το πλήρες κείμενο της ομιλίας του Δημάρχου Δημητρίου Χατζηγιάννη κατά τα αποκαλυπτήρια της προτομής του Μιχαήλ Σάπκα.
Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

Η ΛΑΡΙΣΑ ΤΟΥ 1890

Η ραγδαία ανάπτυξή της

Άποψη της Λάρισας από την περιοχή του Μεζούρλου. Χαρακτικό από την εφημερίδα Le Monde Illustre των Παρισίων. Μάιος 1897, λίγα χρόνια μετά το ταξίδι του Βλάση Γαβριηλίδη (1890)Άποψη της Λάρισας από την περιοχή του Μεζούρλου. Χαρακτικό από την εφημερίδα Le Monde Illustre των Παρισίων. Μάιος 1897, λίγα χρόνια μετά το ταξίδι του Βλάση Γαβριηλίδη (1890)
Το 1890 επισκέφθηκε τη Θεσσαλία ο δημοσιογράφος και εκδότης της εφημερίδας «Ακρόπολις» των Αθηνών Βλάσης Γαβριηλίδης.
Ξεκίνησε με το πλοίο από τον Πειραιά, με κατεύθυνση το λιμάνι του Βόλου και συνέχισε με τον Θεσσαλικό σιδηρόδρομο προς Λάρισα, Τρίκαλα και Καλαμπάκα. Οι κακοί δρόμοι δεν ευνοούσαν την περίοδο εκείνη την μετακίνηση με άμαξες. Κατά την δημοσίευση των εντυπώσεών του στην «Ακρόπολη» δεν αναφέρεται το όνομά του, αλλά το κείμενο υπογράφεται με το ψευδώνυμο «Έλλην», το οποίο αποδίδονταν σ’ αυτόν. Ο Γαβριηλίδης (1848-1920) θεωρείται ο «πατέρας» της δημοσιογραφίας στην σύγχρονη Ελλάδα. Γεννήθηκε στους Επιβάτες Ανατολικής Θράκης, από εύπορη οικογένεια. Σπούδασε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή και συνέχισε με επί πλέον σπουδές στη φιλολογία και τις πολιτικές επιστήμες στη Λειψία της Γερμανίας. Το 1878 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, ύστερα από την εκδίωξή του από τις τουρκικές αρχές εξαιτίας ενός άρθρου του σε εφημερίδα της Κωνσταντινουπόλεως. Το 1880 εξέδωσε το περιοδικό «Μη χάνεσαι», το οποίο την 1η Νοεμβρίου 1883 το μετέτρεψε στην καθημερινή εφημερίδα «Ακρόπολις». Ήταν προσωπικός φίλος του Χαριλάου Τρικούπη, τον οποίο όμως αργότερα πολέμησε και στήριξε τον Γεώργιο Α΄. Από το 1909, δηλαδή μετά από το Κίνημα στο Γουδί, και μέχρι τον θάνατο του, ο Γαβριηλίδης υποστήριξε θερμά την πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου. Το όνομά του είναι συνδεδεμένο με τα γεγονότα που έμειναν γνωστά ως Ευαγγελικά. Ο Γαβριηλίδης, προοδευτικός και υποστηρικτής της δημοτικής γλώσσας[2], δεν δίστασε να αρχίσει τη δημοσίευση της μετάφρασης των Ευαγγελίων στη δημοτική, την οποία αναγκάσθηκε να διακόψει ύστερα από την αντίδραση εξοργισμένων υποστηρικτών της διατήρησης της γλώσσας των Ευαγγελίων. Πέθανε στις 11 Απριλίου 1920 στην Αθήνα.
 Τις εντυπώσεις του από το ταξίδι στη Θεσσαλία τις δημοσίευσε σε συνέχειες στην εφημερίδα «Ακρόπολις» από τις 28 Μαρτίου έως τις 15 Απριλίου του 1891 με τον τίτλο «Ανά την Θεσσαλίαν»[1]. Η αντικειμενικότητα και η ακρίβεια των αναφερομένων στοιχείων είναι μερικές φορές εξόφθαλμα εσφαλμένη και πολλές φορές καταφεύγει στην υπερβολή. Η γλώσσα του διακρίνεται από ιδιωματισμούς και νεολεξίες, δηλ. λέξεις δικής του επινόησης. Για πολλούς, ιδιαίτερα τους νεώτερους, η καθαρεύουσα που χρησιμοποιεί αποτελεί εμπόδιο, όμως η χρήση της από τον Γαβριηλίδη είναι τόσο χαρισματική, ώστε κάθε προσπάθεια μετάφρασής της θα εκλαμβάνονταν ως ιεροσυλία.
 Το οδοιπορικό του είναι γραμμένο σε μια περίοδο που η Θεσσαλία προσπαθεί με άλματα να φθάσει στο επίπεδο της παλιάς Ελλάδας. Μπορεί να περιγράφει τις θεσσαλικές πόλεις με ενθουσιασμό, καθώς αναγεννιούνται, όμως με τρόπο που δεν προσβάλλει κατακρίνει και τα κακώς κείμενα. Για τη Λάρισα αναφέρεται με επαίνους μέχρι υπερβολής και ενθουσιάζεται από τον νεωτεριστικό άνεμο που φυσούσε στην πρωτεύουσα της Θεσσαλίας, η οποία αναπτύσσονταν ταχύτατα σε πολλούς τομείς.
 Στη συνέχεια θα αναφέρουμε ορισμένα αποσπάσματα με τις εντυπώσεις του από τη Λάρισα:
«Με τας σκέψεις αυτάς εφθάσαμεν εις Λάρισσαν! Αληθής από του σταθμού φαντασμαγορία. Πεδιάς, σπήτια, ποταμός, δένδρα, μιναρέδες και εις το βάθος ο Όλυμπος! Το σύνολον της εικόνος απαράμιλλον […] Δύο χιλιάδες οικοδομαί και είκοσι ή εικοσιπέντε μιναρέδες παρέχουσιν εις την Λάρισσαν ποίησιν και πανηγυρικότητα και γραφικότητα, όσην ολίγαι κέκτηνται πόλεις. Αφαιρέσατε τους μιναρέδες κ’ έχετε πόρρωθεν πολυπληθές χωρίον. Προσθέσατέ τους κ’ έχετε την Λάρισσαν. Την Λάρισσαν την νέαν, την ανοιχτόδρομον, την ρυμοτομηθείσαν[3], την με γραμμάς ευρείας, τολμηράς, την υποστάσαν αληθές ξεκοίλιασμα, την ξετουρκωθείσαν, την εξελληνισθείσαν, την Λάρισσαν με το ευρύ της μέλλον, σταθμόν ενώσεως με την Ευρώπην, σταθμόν προόδου προς την Μακεδονίαν, σταθμόν πολιτισμού όλης της Θεσσαλίας, σταθμόν αγροτικής επαναστάσεως, κοινωνικής αναδιοργανώσεως. Την Λάρισσαν καθρέπτην μετ’ ολίγα έτη, αρκεί να μην ανακοπεί η εργασία της αρξαμένης προόδου. […] Αλλ΄ η Λάρισα υπέστη το φοβερόν της ξεκοίλιασμα, ήνοιξεν, ηύρυνε δρόμους εις παρισινά μπουλεβάρ, εκανόνισεν ευθείας, εμόρφωσεν πλατείας, έκοψεν, έρραψεν, έκαψεν, εκρήμνισεν, ηύθυνεν, όλα αυτά με έν δάνειον δημοτικόν 500.000 δραχμών, του οποίου αι 250.000 δεν εδαπανήθησαν, εκ δε των δαπανηθεισών αντικρύσθησαν μεν αι δαπάναι της ρυμοτομίας, επληρώθησαν δ’ αι αποζημιώσεις και εξεφύτρωσαν συνοικίαι ολόκληροι, μαγαζείων δημοτικών, προς δε και ξενοδοχείον του Δήμου[4], διότι στερείται τοιούτων ευπρεπών η Πηνειούπολις. […]
 Το μεγαλύτερον της θέλγητρον ο Πηνειός! Αι πόλεις ή παρά θάλασσαν ή παρά ποταμόν. Εκ της από της γεφύρας θέας προς την δενδρόφυτον παρά τον Πηνειόν πλατείαν, δημιουργηθείσαν υπό του αοιδίμου Γρίβα[5], συμπληρωθείσαν υπό του λαμπρού δημάρχου κ. Γαλάτη, όπου μουσική, καφενείον, εν κομψώ περιπτέρω[6], δένδρα πυκνά, αι ραδινώταται των λευκών, ενόμιζε τις ότι ευρίσκεται εις τον Δούναβιν, παρά γερμανικήν κωμόπολιν. Ο δε παρά τον Πηνειόν περίπατος με τας πτελέας και ταις αγράμπελαις και τας λεύκας του και δεξιά τον Όλυμπον, ενώ αήρ, ως παγωτόν από φράουλα, αρωματίζει εισπνεόμενος τους πνεύμονάς μου, νεαροί δε βέηδες με τα πυργωτά φέσια των επί θυμοειδών ευμόρφων ίππων διεσταύρουν κ’ εκύκλουν τον κάμπον, ενώ Λαρισσόπουλοα άρρενα και θήλεα εξώρμουν από του σχολείου ως ατίθασσοι πώλοι εις το λιβάδι μετά φωνών, γελώτων, κυνηγητού, στρατιωτικών προσταγμάτων και μιμικών παρελάσεων, πόρρωθεν δε ανεμίγνυεν αρκετά αηδείς και ασυναρτήτους μελωδίας η ανακρουομένη μουσική του Συντάγματος[7]. Εξ όλων αυτών ο παρά τον Πηνειόν περίπατος μοι εφάνη ως το αναψυκτικώτερον των ατμοσφαιρικών λουτρών.
----------------------------------------------------------------
 [1]. Βλασίου Γαβριηλίδου. Ανά την Θεσσαλίαν, εισαγωγή-επιμέλεια: Γιάννης Α. Σακελλίων, Καίτη Γιαννούλου-Γιαννουκάκου, εκδ. «Έλλα», Λάρισα (1998) σελ.142.
 [2]. Φαίνεται περίεργο η γλώσσα του βιβλίου του «Ανά την Θεσσαλίαν» να είναι στην καθαρεύουσα από έναν δημοσιογράφο υποστηρικτή της δημοτικής γλώσσας και αρνητικό πρωταγωνιστή των «Ευαγγελικών». Αλλά φαίνεται ότι με τις πολιτικές αλλαγές που συντελέσθηκαν ενδιάμεσα, μπήκε δυναμικά στον αγώνα για την απλοποίησή της.
 [3]. Είναι γνωστό ότι πολύ σύντομα, πριν ακόμα συμπληρωθεί ένας χρόνος ελεύθερης ζωής, το 1882, σχεδιάστηκε το νέο ρυμοτομικό σχέδιο της Λάρισας, το οποίο σε ορισμένες κεντρικές περιοχές άρχισε να υλοποιείται σύντομα.
 [4]. Ο Βλάσης Γαβριηλίδης αναφέρεται εδώ εις το «Μέγα Ξενοδοχείον το Στέμμα» το οποίο είχε κτισθεί επί δημαρχίας Διονυσίου Γαλάτη (1887-1891) στη βόρεια πλευρά της κεντρικής πλατείας. Βλέπε και: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Ξενοδοχείον το Στέμμα, εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 19ης Μαρτίου 2014.
 [5]. Διορίσθηκε στρατιωτικός διοικητής στη Λάρισα μετά την απελευθέρωση του 1881. Ήταν ο πρώτος που συνέλαβε την ιδέα δςνδροφύτευσης τμήματος του Αλκαζάρ κοντά στην έξοδο της γέφυρας. Τα 1903, με εισήγηση της βασίλισσας Όλγας, η οποία ερχόταν συνήθως το φθινόπωρο στη Λάρισα συνοδεύοντας τον σύζυγό της Γεώργιο Α΄, ιδρύθηκε και στην πόλη μας, όπως και σε άλλες ελληνικές πόλεις, «Φιλοδασική Ένωσις», με σκοπό να συμβάλλει στη δημιουργία πρασίνου στην ευρύτερη περιοχή. Ο Σύλλογος αυτός συμπλήρωσε την δενδροφύτευη του διοικητού Γρίβα.
 [6]. Το αναφερόμενο από τον Γαβριηλίδη κέντρο είναι το Αλκαζάρ, το οποίο δεν κατονομάζει.
 [7]. Το 1883, σύμφωνα με τα πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου, επί δημαρχίας Αργυρίου Διδίκα (1882-1883), του πρώτου Έλληνα Δημάρχου της απελευθερωμένης Λάρισας, εγκρίθηκε «πίστωσις προς ανέγερσιν […] ενός παραπήγματος ως τόπου όπου θα παιανίζει η Μουσική». Έτσι κατασκευάστηκε στο άλσος των Μουσών, όπως ονομάζονταν τότε ο σημερινός κήπος του Αλκαζάρ, μαρμάρινη στρόγγυλη υπερυψωμένη εξέδρα, στην οποία ορισμένες ημέρες της εβδομάδος και κατά τη διάρκεια εορτών και πανηγύρεων εκτελούσε διάφορα προγράμματα η φιλαρμονική ορχήστρα (μπάντα) του στρατού για να ψυχαγωγούνται οι περιπατητές. Στις 4 Ιουλίου 1896, επί δημάρχου Κωνσταντίνου Αναστασιάδη (1996-1998), αποφασίσθηκε να μεταφερθεί η μαρμάρινη εξέδρα «εις την πλατείαν Δικαστηρίων, την μόνην θέσιν όπου λαμβάνει αναψυχήν ο κόσμος και εις την οποίαν συγκεντρούται όλη η Λάρισα και παιανίζει η Μουσική εις ωρισμένας ημέρας της εβδομάδος και ήτις υποπίπτει εις την αντίληψιν των ξένων».
Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Τρίτη 30 Μαΐου 2017

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

Το καφενείο «Νέος Κόσμος»

Το καφενείο «Νέος Κόσμος» στην ανατολική πλευρά της Κεντρικής πλατείας, 24 ώρες πριν την κατεδάφισή του. Φωτογραφία του δημοσιογράφου και μέλους της Φωτοθήκης Λάρισας Βαγγέλη Ρηγόπουλου.Το καφενείο «Νέος Κόσμος» στην ανατολική πλευρά της Κεντρικής πλατείας, 24 ώρες πριν την κατεδάφισή του. Φωτογραφία του δημοσιογράφου και μέλους της Φωτοθήκης Λάρισας Βαγγέλη Ρηγόπουλου.
Προπολεμικά γύρω από την Κεντρική πλατεία βρίσκονταν τα περισσότερα και τα καλύτερα καφενεία της Λάρισας. Στη βόρεια πλευρά της, κάτω από το ξενοδοχείο «Το Στέμμα» ήταν του Μαλάκη, κάτω από την Λέσχη Ασλάνη (σήμερα Στρατιωτική Λέσχη) του Μπόκοτα και στη συνέχεια το «Εμπορικόν» του Τεκελιώτη.
Στην ανατολική πλευρά κάτω από το ξενοδοχείο «Κεντρικόν» (μετά ξενοδοχείο «Ολύμπιον» και σήμερα Φροντιστήρια) ήταν το καφεζαχαροπλαστείον του Παλάκα, πιο κάτω ο «Νέος Κόσμος» του Μήτσου Αντωνιάδη, και στην γωνία με την Κούμα «Ο Παράδεισος» ιδιοκτησίας του φαρμακοποιού Μανεσιώτη. Στη νότια πλευρά ήταν το καφεζαχαροπλαστείον του Δ. Πάλτσου που αργότερα μετονομάσθηκε σε «Παλλάδιον» και μετά την Εμπορική Τράπεζα βρισκόταν το «Πανελλήνιον» του Μπουσινιώτη. Τέλος στη δυτική πλευρά και κάτω από το κτίριο του Νικ. Καρανίκα ήταν το «Βασιλικόν» των αδελφών Ρεμπάκη[1]. Συνολικά εννέα καφενεία περιτριγύριζαν την πλατεία και τα καλοκαιρινά βράδια, καθώς τα περισσότερα άπλωναν έξω τραπεζοκαθίσματα, έσφυζε ο χώρος από ζωή.
Η σημερινή εικόνα απεικονίζει ένα από τα παλαιότερα καφενεία της Λάρισας τον «Νέο Κόσμο». Όπως αναφέρθηκε βρισκόταν στην ανατολική πλευρά της πλατείας και ήταν από τα λίγα κτίσματα που ο σεισμός και οι βομβαρδισμοί δεν το έπληξαν, γι’ αυτό και λειτουργούσε και μεταπολεμικά, μέχρι το 1990 περίπου που κατεδαφίσθηκε και στη θέση του κατασκευάσθηκε πολυώροφη οικοδομή. Μεταπολεμικά συνόρευε με το ξενοδοχείο «Ολύμπιον» που είχε κτισθεί το 1936-37. Πριν από την χρονολογία αυτή όμως, είχε δίπλα του το βιβλιοπωλείο του Αλκιβιάδη Μακρή, που ήταν εξάδελφος του εκδότη της «Μικράς» Θρασύβουλου Μακρή. Όταν κατά το 1925 ο Αλκιβιάδης Μακρής μετέφερε την επιχείρησή του στο Βόλο, βιβλιοπωλείο και τυπογραφείο περιήλθαν στην Εταιρεία Δημητρακοπούλου-Παρασκευοπούλου-Παναγιωτακοπούλου. Ακριβώς πίσω από το μαγαζί αυτό ήταν εγκατεστημένα τα γραφεία και τυπογραφεία της «Ελευθερίας», που επικοινωνούσαν και από την οδό Φαρσάλων (Ρούσβελτ σήμερα) με ένα στενό. Το βιβλιοπωλείο διατηρήθηκε ως την ημέρα που ο Ανδρέας Κουτσίνας, στην ιδιοκτησία του οποίου ανήκαν και όλα τα διπλανά καταστήματα που καταλάμβαναν την γωνία Αλεξάνδρας (Κύπρου) και Μ. Αλεξάνδρου, τα κατεδάφισε και στη θέση τους δημιούργησε την τριώροφη οικοδομή που στεγαζόταν μέχρι πριν λίγα χρόνια το ξενοδοχείο «Ολύμπιον» και τα κάτω απ’ αυτό ισόγεια καταστήματα. Το «Ολύμπιον» λειτούργησε ως επιχείρηση του Γεωργίου Γάκου και ήταν για την εποχή του το πολυτελέστερο ξενοδοχείο.
Το καφενείο «Νέος Κόσμος» διατηρεί ακριβώς τη ίδια μορφή όπως είχε όταν άρχισε να λειτουργεί στις αρχές του 20ουαιώνα. Αποτελούσε ιδιοκτησία του πιο ξακουσμένου εμποροράφτη της παλιάς εποχής Αγγελίδη. Αρχικά το λειτούργησε ως καφενείο ο Αθανάσιος Μπουσινιώτης, ο οποίος του έδωσε και τον τίτλο «Νέος Κόσμος». Όταν ο Μπουσινιώτης με τον αδελφό του Δημήτριο ανήγειραν το τριώροφο «Πανελλήνιον», την επιχείρηση του «Νέου Κόσμου» ανέλαβε ο Γ. Καρανίκας. Το δούλεψε μόνος του για κάποιο διάστημα και αργότερα πήρε για συνεταίρο του τον Μήτσο Αντωνιάδη, ο οποίος ήταν κληρονόμος του εμποροράφτη Αγγελίδη. Ο Αντωνιάδης ήταν και δυναμικός συνδικαλιστής του κλάδου του και για αρκετά χρόνια διετέλεσε Πρόεδρος των Επαγγελματιών Λαρίσης. Κατά την διάρκεια της κατοχής επιτάχθηκε για ένα διάστημα από τους Γερμανούς και χρησιμοποιήθηκε για κατάλυμα στρατιωτών. Αλλά γρήγορα εγκαταλείφθηκε και λειτούργησε και πάλι το καφενείο. Διάφορα θεατρικά σχήματα που έρχονταν στην Λάρισα κατά την διάρκεια της κατοχής, το χρησιμοποίησαν και σαν θεατρική σκηνή, καθώς τα άλλα καφενεία που διέθεταν προπολεμικά θεατρική σκηνή (Πανελλήνιον, Παράδεισος) είχαν καταστραφεί σοβαρά από τον σεισμό. Οι παλιοί θυμούνται τους θιάσους Τσάκωνα και Μυλωνά και τους ηθοποιούς Χατζηχρήστο και Σπεράντζα Βρανά, παιδιά τότε, να διασκεδάζουν τους καταπονημένους και πεινασμένους Λαρισαίους. Κατά την μεταπολεμική περίοδοο «Νέος Κόσμος» ευπρεπίσθηκε, ανανεώθηκε και αναπτύχθηκε σε όλη του την έκταση και την λειτουργία του συνέχισαν τα παιδιά του Μήτσου Αντωνιάδη. Το καφενείο αυτό από τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του υπήρξε εντευκτήριο εμπόρων, επαγγελματιών και συνταξιούχων. Στους χώρους του συνεδρίαζαν τα επαγγελματικά σωματεία, ήταν ο τόπος διεξαγωγής δημοπρασιών και δίνονταν χοροεσπερίδες.
Όπως φαίνεται και στην φωτογραφία, ο «Νέος Κόσμος» ήταν ένα επίμηκες κτίσμα που έβλεπε προς την πλατεία. Διέθετε πέντε μεγάλες και ψηλές τοξοειδείς πόρτες και το πεζοδρόμιό του στεγαζόταν από μεταλλικό σκέπαστρο, στηριγμένο με όμορφες πολύκλαδες σιδεριές. Τα πρώτα χρόνια δεν ανήκε όλος ο χώρος στο καφενείο. Η πρώτη πόρτα δίπλα από το βιβλιοπωλείο του Αλκ. Μακρή (αργότερα δίπλα από την είσοδο του ξενοδοχείου «Ολύμπιον») χρησίμευε για καπνοπωλείο του Θανάση Καραλόπουλου,ο οποίος είχε δική του βιομηχανία τσιγάρων, των οποίων η ονομασία στο εμπόριο ήταν «Κόκορας»[2]. Στην τελευταία πέμπτη πόρτα είχε το ραφείο του ο Αγγελίδης, που ήταν και ο ιδιοκτήτης της οικοδομής. Οι Λαρισαίοι του είχαν δώσει την περιπαικτική επωνυμία «Λόρδος Σαλίσμπουρυ», γιατί κάποια στιγμή είχε πάει στο Λονδίνο για να παρακολουθήσει την ανδρική μόδα, και όταν γύρισε ήταν ντυμένος σαν Άγγλος λόρδος.
 [1]. Ο Νικ. Καρανίκας, πατέρας της Θάλειας Δημητράτου,το 1910 έκτισε τη διώροφη οικοδομή που υπήρχε στη γωνία των οδών Βασιλίσσης Σοφίας και Ίωνος Δραγούμη. Στον επάνω όροφο έμενε αυτός με την οικογένειά του και στο ισόγειο λειτουργούσε το καφεζαχαροπλαστείον «Βασιλικόν», το οποίο παραδόξως, παρά την ονομασία του ήταν στέκι αντιβασιλικών (βενιζελικών).
[2]. Η Λάρισα κατά τις πρώτες δεκαετίες του περασμένου αιώνα διέθετε πολλές μικροβιομηχανίες τσιγάρων, τα οποία τα κατασκεύαζαν στο Δημόσιο Καπνεργοστάσιο που βρισκόταν στην οδό Φιλελλήνων, εκεί όπου σήμερα είναι το κτίριο του ΟΤΕ. Οι τοπικές καπνοβιομηχανίες της εποχής εκείνης αποτελούν ένα πολύ ενδιαφέρον κεφάλαιο της τοπικής μας ιστορίας και θα αναφερθούμε σ’ αυτές σε προσεχές σημείωμά μας.
* Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

Η Κεντρική πλατεία της Λάρισας το 1897


Η Κεντρική Πλατεία της Λάρισας δύο ημέρες πριν την κατάληψή της από τους Τούρκους τον Απρίλιο του 1897. Χαρακτικό του Σουηδού Arvid Wester Η Κεντρική Πλατεία της Λάρισας δύο ημέρες πριν την κατάληψή της από τους Τούρκους τον Απρίλιο του 1897. Χαρακτικό του Σουηδού Arvid Wester
Φέτος συμπληρώνονται 120 χρόνια από την έναρξη των επώδυνων για την χώρα μας πολεμικών επιχειρήσεων, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλίας και είχαν σαν αποτέλεσμα να πλήξουν σοβαρά το αξιόμαχο του στρατού μας.
Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 επικράτησε να ονομάζεται και «ατυχής» για να αμβλυνθεί η μοιραία για τον ελληνισμό κατάληξή του και «πόλεμος των 33 ημερών» από την χρονική διάρκεια των εχθροπραξιών του. Οι πολεμικές επιχειρήσεις άρχισαν στις 4 Απριλίου στην περιοχή της Μελούνας και διακόπηκαν στις 7 Μαΐου του 1897 λίγο μετά τον Δομοκό , με την υπογραφή της ανακωχής. Η Λάρισα κατελήφθη από τους Τούρκους στις 13 Απριλίου 1897, που συνέπεσε να είναι η Κυριακή του Πάσχα και στις 24 Μαΐου του 1898 οι κατακτητές απομακρύνθηκαν. Οι ημερομηνίες που αναφέρονται συμβαδίζουν με το παλαιό (ιουλιανό) ημερολόγιο το οποίο επικρατούσε την περίοδο εκείνη στη χώρα μας.
Η βιβλιογραφία του Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 είναι τεράστια. Σε πρόσφατο βιβλίο τού συμπολίτη μας Χαράλαμπου Βόγια με τίτλο «Ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897. Κινηματογραφικές, Υγειονομικές και άλλες πρωτοτυπίες. Ευρεία Γενική Βιβλιογραφία», ο συγγραφέας αποδελτίωσε 676 συνολικά βιβλία και μονογραφίες για το θέμα του πολέμου του 1897, εκ των οποίων το 50% αφορά ελληνικές δημοσιεύσεις. Πιστεύει δε ότι η βιβλιογραφία του δεν έχει ολοκληρωθεί και θα εμπλουτισθεί και άλλο με τον χρόνο. Τα λήμματα αυτά προέρχονται από 23 χώρες. Η υπάρχουσα βιβλιογραφία δεν έχει ακόμα μελετηθεί συστηματικά. Βέβαια τα ιστορικά γεγονότα είναι λίγο-πολύ γνωστά, όμως η αξία της αναδίφησης της πλούσιας βιβλιογραφίας έχει και μια άλλη ιδιαίτερη σημασία για την πόλη μας. Τα περισσότερα έντυπα κοσμούνται με φωτογραφίες και χαρακτικά του πολέμου, με τοπία των θεσσαλικών πόλεων, ιδιαίτερα της Λάρισας, και με σχεδιαγράμματα των πολεμικών επιχειρήσεων. Και από την άποψη αυτή, η συγκέντρωση των απεικονίσεων της πόλεώς μας όπως ήταν πριν 120 χρόνια, αποτελεί σπουδαίο ιστορικό απόκτημα. Την εργασία αυτή έχει αναλάβει η ομάδα της Φωτοθήκης, η οποία έχει αποδελτιώσει εκατοντάδες σχέδια και φωτογραφίες της Λάρισας από την περίοδο του 1897 και ο αριθμός τους καθημερινά αυξάνεται.
Η σημερινή εικόνα είναι από τις σπανιότερες του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897, γιατί χαράχθηκε και δημοσιεύθηκε στη μακρινή Σουηδία. Βρίσκεται στο βιβλίο του Σουηδού δημοσιογράφου Arvid Wester, ο οποίος ήταν απεσταλμένος εφημερίδων της Στοκχόλμης και του Χέλσιγκφορ, με αποστολή να καλύψει τον διαγραφόμενο από πριν πόλεμο στη Θεσσαλία. Τις προσωπικές του εμπειρίες από τον ατυχή για τα ελληνικά στρατεύματα πόλεμο κατέγραψε ο συγγραφέας μετά το τέλος του σε βιβλίο με τον τίτλο Falttagsminnen fran Thessalien, το οποίο εκδόθηκε στη Στοκχόλμη το 1897 στα σουηδικά. Πρέπει όμως να σημειώσουμε ότι το σουηδικό αυτό χαρακτικό είναι ακριβής αντιγραφή στερεοσκοπικής κάρτας η οποία κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά από τον οίκο Underwood & Underwood της Ουάσιγκτον των Ηνωμένων Πολιτειών με τον τίτλο: “Public Square at Larissa, two days before its capture by the Turks”΄, δηλαδή: «Δημόσια Πλατεία στη Λάρισα, δύο ημέρες πριν την κατάληψή της από τους Τούρκους». Δημοσιεύουμε όμως το χαρακτικό και όχι την κάρτα, επειδή το Σουηδικό βιβλίο είναι σπανιότατο, και το χαρακτικό επίσης.
Ο φωτογράφος στάθηκε στην ανατολική πλευρά της Κεντρικής Πλατείας, στην σημερινή οδό Μ. Αλεξάνδρου και έστρεψε τον φακό του προς τα βορειοδυτικά. Ολόκληρη η πλατεία είναι γεμάτη από ελληνικές στρατιωτικές μονάδες, με τους αξιωματικούς τους. Έχουν αφήσει στο έδαφος τον οπλισμό τους σε όμορφους σχηματισμούς ή τον έχουν ακουμπήσει στα δένδρα. Αν θεωρηθεί ακριβής ο υπομνηματισμός που υπάρχει στην στερεοσκοπική κάρτα, η φωτογραφία πρέπει να έχει ληφθεί την Μ. Παρασκευή 11 Απριλίου 1897 και τα στρατεύματα να ετοιμάζονται για άτακτη οπισθοχώρηση. Όμως η σχεδόν συμμετρική παράταξή τους, μας υποχρεώνει να δεχθούμε ότι ο στρατός συγκεντρώθηκε στην πλατεία με σκοπό να προωθηθεί στο πολεμικό μέτωπο. Άρα η λήψη της φωτογραφίας χρονολογικά πρέπει να είναι κατά τι προγενέστερη.
Στο βάθος διακρίνονται ορισμένα εντυπωσιακά κτίρια της Λάρισας. Αριστερά είναι το «Θέμιδος Μέλαθρον», όπως ανέγραφε πινακίδα πάνω από την είσοδό του, δηλαδή το Μέγαρο των Δικαστηρίων. Ήταν κτίσμα της τουρκοκρατίας (1876)[1] και πρόλαβε να στεγάσει μόλις για πέντε χρόνια το Τουρκικό Διοικητήριο. Όπως φαίνεται, ή κύρια όψη του είχε ανατολικό προσανατολισμό. Δεξιότερα διαγράφεται η σιλουέτα του Ξενοδοχείου «Το Στέμμα»[2]. Κτίσθηκε το 1887 επί δημαρχίας Διονυσίου Γαλάτη. Για την κατασκευή του ξενοδοχείου αυτού ο παλιός δήμαρχος Μιχαήλ Σάπκας αναφέρει στις χειρόγραφες «Αναμνήσεις» του τα εξής: «…οικοδομήθη, κατεδαφισθέντων των τουρκικών καφενείων και ψυχαγωγικών κέντρων της τουρκοκρατίας, δημοτικών κτισμάτων και αυτών, πεπαλαιωμένων, επί δημάρχου αειμνήστου Διον. Γαλάτη, με εντελώς νεώτερον αρχιτεκτονικόν ρυθμόν». Το επόμενο ισόγειο κτίσμα στέγασε για πολλά χρόνια το τοπικό υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας και βρισκόταν στην γωνία Αλεξάνδρας (σήμερα Κύπρου) και Φιλελλήνων.
-------------------------------------------------
[1]. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Θέμιδος Μέλαθρον. Το παλιό Δικαστικό Μέγαρο, εφ. Larissanet, Λάρισα, φύλλα της 6ης και 13ης Δεκεμβρίου 2013.
[2]. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Ξενοδοχείον το «Στέμμα», εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 19ης Μαρτίου 1914.

* Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Παρασκευή 26 Μαΐου 2017

ΕΝ ΛΑΡΙΣΣΗ

Συνοικία Ταμπάκικα. 


Τα Ταμπάκικα. Σχέδιο του Γερμανού περιηγητή Κ. J. 1927. Από τη συλλογή του Τάσου Πουλτσάκη
Τα Ταμπάκικα είναι η συνοικία της Λάρισας, η οποία τελευταία απ’ όλες απέβαλε την τουρκική ονομασία της [1]. Ταμπάκ στην τουρκική γλώσσα σημαίνει δέρμα, η συνοικία επίσημα ονομαζόταν Ταμπάκχανε μαχαλεσί, δηλαδή η συνοικία των βυρσοδεψείων και μεταξύ των χριστιανών απλοποιήθηκε σε Ταμπάχανα[2]. Ταμπάκηδες ονομάζονταν τότε οι βυρσοδέψες, δηλαδή τα άτομα τα οποία κατεργάζονταν τα δέρματα. Η περιοχή της Λάρισας ιδίως στις ορεινές περιοχές, συντηρούσε ανεπτυγμένη κτηνοτροφία, επομένως η παρουσία εργαστηριών κατεργασίας των δερμάτων ήταν επιβεβλημένη. Τα βυρσοδεψεία αυτά αναπτύσσονταν σε περιοχές όπου ήταν εφικτή η πρόσβαση σε πλούσια παροχή νερού και σε ειδικά παράμερα σημεία, γιατί ανάδιδαν δυσάρεστη οσμή. Τις προϋποθέσεις αυτές εκπλήρωνε για τη Λάρισα η συνοικία Ταμπάκικα. Αν παρατηρήσει κανείς τον χάρτη της πόλεως στην περιοχή αυτή, θα διαπιστώσει ότι η συνοικία περιχαρακωνόταν κατά κάποιον τρόπο κατά τα ¾ από την καμπύλη του ποταμού, ενώ στα νότια υπήρχε ο λόφος του Φρουρίου. Σήμερα ειδικά που ολόκληρη η περιοχή έχει οικοδομηθεί,  ο οικισμός βρίσκεται ουσιαστικά στην μεγάλη αγκαλιά του Πηνειού.
Όπως αναφέρει ο Δημήτριος Τσοποτός, ταμπάκηδες υπήρχαν στη Λάρισα από την περίοδο της πρώιμης τουρκοκρατίας: «Αναφέρονται εν τοις αφιερωτηρίοις γράμμασι του Τουρχάν βέη και του υιού αυτού Ομέρ βέη, μάγειροι … βυρσοδέψαι … κατέχοντες υπό ενοίκιον πολυάριθμα Μαγαζεία κείμενα εν Λαρίσση…»[3].
Ο ιστορικός της Λάρισας Επαμεινώνδας Φαρμακίδης μας διέσωσε ενθύμηση του 1729 του ιερομονάχου Ιουστίνου Αγιοταφίτου, η οποία εντοπίζει τον χώρο των βυρσοδεψείων στην πόλη μας: «Ενθύμησις όταν εκατέβασεν η Σαλαμπριά και έπνιξε την Λάρισα, τον Πέρα Μαχαλάν, των Ταπακίδων Μαχαλά, και Αρναούτ Μαχαλά και άλλα χωρία…»[4]. Οι συνοικίες αυτές, κτισμένες στις όχθες του Πηνειού, πλημμύριζαν σε κάθε υπερχείλιση του ποταμού, όταν καταρρακτώδεις βροχές έπλητταν την περιοχή, πριν γίνουν τα προστατευτικά αναχώματα.
Αναφορά στον μαχαλά των ταμπάκηδων εδώ στη Λάρισα έχουμε και σε ένα χειρόγραφο του 18ου αιώνα από τη Μονή Μεταμορφώσεως στα Μετέωρα, στο οποίο αναφέρεται ότι οι κάτοικοί του πρόσφεραν «… άσπρα νε΄ (55) μαχαλάς Ταμπάκηδες»[5] για τις ανάγκες της μονής.
Μερικά από τα ιστορικά δεδομένα που αναφέρθηκαν, καθώς και η διατήρηση της ονομασίας της περιοχής ως Ταμπάκικα μέχρι και τα μέσα του 20ου αιώνα, μας πείθουν ότι η θέση των εργαστηρίων βυρσοδεψίας δεν άλλαξε σ΄ όλο αυτό το μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η εργασία ξεκινούσε με το εμβάπτισμα μέσα στα νερά του Πηνειού των δερμάτων των ζώων για ένα 24ωρο, ώστε να φουσκώσουν. Ακολουθούσε το καθάρισμα του υποδόριου ιστού με ειδικά μαχαίρια και προχωρούσαν στο ασβέστωμα, που σκοπό είχε να απαλλάξει το δέρμα από το τρίχωμα. Κατόπιν άρχιζε η κατεργασία της δέψης. Δεψικές ύλες υπήρχαν πολλές, ανάλογα με την χλωρίδα του τόπου. Τα εργαστήρια της Λάρισας χρησιμοποιούσαν
αλεσμένο τον εξωτερικό φλοιό του βαλανιδιού, μαζί με φλούδες πεύκου. Τοποθετούσαν τα δέρμα σε γούρνες που περιείχαν διαλύματα των δεψικών υλών. Η διαδικασία αυτή κρατούσε μήνες. Όταν ολοκληρωνόταν η δέψη, έβγαζαν τα δέρματα από την γούρνα, τα έπλεναν και τα άπλωναν για να στεγνώσουν στη σκιά και στη συνέχεια τα γυάλιζαν με ειδικό τρόπο. Με τη διαδικασία μετατρέπονταν τα δέρματα σε κατεργασμένα πλέον, ικανά για χρήση από τους ανθρώπους. Κάθε ταμπάκικο, εκτός από εργαστήριο κατεργασίας, ήταν και κατάστημα εμπορίου, όπου πωλούσε τα κατεργασμένα δέρματα στους διάφορους επαγγελματίες (υποδηματοποιούς, κλπ.).
Σε μια φωτογραφία του 1900 περίπου, η οποία κυκλοφόρησε σε επιστολικό δελτάριο της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας και αποτυπώνει τα Ταμπάκικα από το ύψος του Φρουρίου, διακρίνονται στην πρώτη σειρά, παράλληλα με τον δρόμο ο οποίος αντιστοιχεί με την σημερινή οδό Γεωργιάδου, τα βυρσοδεψεία με τα μεγάλα ανοίγματα, για το αέρισμα των δερμάτων[6].
Τα Ταμπάκικα διατήρησαν ιστορικά τα χαρακτηριστικά της παραδοσιακής βιοτεχνικής απασχόλησης των κατοίκων της από τα πρώτα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας στην περιοχή μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Μετά το 1925 έμειναν μόνον τρία βυρσοδεψεία, τα οποία ουσιαστικά υπολειτουργούσαν και το τελευταίο ταμπάκικο της Λάρισας έκλεισε το 1960[7].
Το σχέδιο το οποίο συνοδεύει το κείμενο έχει μια μικρή ιστορία. Απεικονίζει μέρος της συνοικίας Ταμπάκικα, όπως την κατέγραψε το 1927 ο Γερμανός περιηγητής Κ. J. Στην κάτω αριστερή γωνία διακρίνεται η γραφή: Larissa 1927 και από κάτω K. J. Το σχέδιο αυτό το δώρισε ο ζωγράφος μεταπολεμικά στον Φιλόλαο Τλούπα ο οποίος ζούσε μέχρι τον θάνατό του στο Παρίσι. Όταν κάποια στιγμή βρέθηκε ο αδελφός του Τάκης Τλούπας στο Παρίσι, το φωτογράφισε και αντίγραφό του υπάρχει σήμερα στη συλλογή του γιατρού Τάσου Πουλτσάκη[8].
——————————————
   [1]. Γνωρίζουμε λίγο-πολύ τις συνοικίες της τουρκοκρατούμενης Λάρισας (Αρναούτ, Σουφλάρ, Καραγάτς, Τρανός μαχαλάς, Παράσχου, κλπ). Όμως μετά την απελευθέρωση σύντομα απέβαλαν την παλαιά ονομασία τους και οι περισσότερες συνοικίες πήραν το όνομα του ναού της περιοχής τους (συνοικία Αγ. Αθανασίου, 40 Μαρτύρων, Αγ. Κωνσταντίνου, Αγ. Αχιλλίου, Αγ. Νικολάου, κλπ). 
   [2]. Βλέπε: Φαρμακίδης Επαμεινώνδας, Η Λάρισα, από των μυθολογικών χρόνων μέχρι της προσαρτήσεως αυτής εις την Ελλάδα (1881), Βόλος (1926), στον ενσωματωμένο πολύπτυχο χάρτη του 1880, όπου η συνοικία καταγράφεται ως Ταμπάχανα, ενώ βορειότερα, προς την καμπύλη του Πηνειού, αναφέρεται η περιοχή «Άμπελοι». Προφανώς το όνομα της περιοχής αυτής έδωσε μεταπολεμικά τη σημερινή ονομασία της συνοικίας Αμπελόκηποι.
   [3]. Βλέπε: Τσοποτός Δημήτριος, Γη και Γεωργοί της Θεσσαλίας, Βόλος (1912) σελ. 30. Ο Δημήτριος Κων. Τσοποτός (1860-1939) γεννήθηκε στην Πορταριά. Σπούδασε σε Γεωπονικές Σχολές των Πανεπιστημίων της Γερμανίας και όταν αποφοίτησε το 1882 επέστρεψε στην Ελλάδα και ανέλαβε τη διεύθυνση των μεγάλων θεσσαλικών αγροκτημάτων που είχε ο πατέρας του στο Νεμπεγλέρ, τη σημερινή Νίκαια. Είχε όμως έφεση στις ιστορικές έρευνες και αναδείχθηκε σε διακεκριμένη πνευματική φυσιογνωμία του Βόλου. Υπήρξε συγγραφέας πολλών ιστορικών και γεωπονικών βιβλίων και μονογραφιών.
   [4]. Φαρμακίδης Επαμεινώνδας, ο. π. σελ. 206, υποσημ. 2.
   [5]. Σπανός Κώστας, Ένα μετεωρίτικο χειρόγραφο του 18ου αιώνα, περ. Θεσσαλικό Ημερολόγιο, τόμ 8ος, σελ. 26. Το άσπρο ήταν νομισματική μονάδα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας μικρής αξίας κατά τον 18ο αιώνα.
   [6]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Τα Ταμπάκικα. Η συνοικία των Αμπελοκήπων, εφ. Ελευθερία, Λάρισα, φύλλο της 4ης Ιανουαρίου 2015, όπου και η σχετική φωτογραφία.
   [7]. Γουργιώτη Λένα, Τα Καζαντζήδικα και τα Ταμπάκικα της Λάρισας, Πρακτικά του Α΄ Ιστορικού-Αρχαιολογικού Συνεδρίου «Λάρισα. Παρελθόν και Μέλλον», 26-28 Απριλίου 1985, Λάρισα (1985) σελ. 411-416.
   [8]. Το χαρακτικό αυτό έχει πολλές ομοιότητες με την προπολεμική φωτογραφία που δημοσιεύθηκε στο βιβλίο «Λάρισα. Εικόνες του χθες» με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και κείμενο του δημοσιογράφου Νίκου Νάκου, έκδοση του 2003 από την Δημοτική Πινακοθήκη Λάρισας- Μουσείο Γ. Κατσίγρα, στη σελ. 73. 
ΝΙΚΟΛΑΟΣ  ΑΘ.  ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ
nikapap@hotmail.com

Δευτέρα 15 Μαΐου 2017

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις

Ο προπολεμικός ναός του Αγίου Αχιλλίου


Ο προπολεμικός ναός του Αγίου Αχιλλίου. Φωτογραφία του 1935. Από το αρχείο του συλλέκτη Θανάση Μπετχαβέ
Από σήμερα αρχίζουν οι εκδηλώσεις για την αυριανή εορτή του πολιούχου της Λάρισας Αγίου Αχιλλίου. Για να συμβαδίσουμε με την επικαιρότητα θα παρουσιάσουμε σήμερα μια εικόνα του προπολεμικού ναού του Αγ. Αχιλλείου. Ο φωτογράφος στάθηκε στην αριστερή όχθη του Πηνειού, στην περιοχή του σημερινού Κηποθεάτρου και αποτύπωσε την βορειοδυτική πλευρά του ναού πάνω στον λόφο. Ο φωτογράφος μάς είναι άγνωστος, η δε χρονολογία λήψεώς της προσδιορίζεται γύρω στα 1935.
Η φωτογραφία αυτή φανερώνει την σημαντική και ευνοϊκή θέση που κατείχε ο μητροπολιτικός ναός στον λόφο της Λαρισινής Ακροπόλεως. Οι πρώτες εργασίες κατασκευής του ναού άρχισαν στα τέλη του 19ου αιώνα. Έπρεπε να αντικατασταθεί η βασιλική του Καλλιάρχη, η οποία είχε οικοδομηθεί κατά την διάρκεια της τουρκοκρατίας πρόχειρη και μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Πρώτα κατασκευάσθηκε η δυτική πλευρά με τα δύο ψηλά κωδωνοστάσια σε ρυθμό νεοκλασικό και σύντομα ακολούθησε και η κατασκευή του υπόλοιπου ναού. Τα εγκαίνια έγιναν με επισημότητα στις 25 Σεπτεμβρίου 1907 από τον τότε μητροπολίτη Λαρίσης Αμβρόσιο Κασσάρα (1900-1910)[1]. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία μιας μεγάλης σε μέγεθος και επιβλητικής σε ύψος τρίκλιτης σταυροειδούς βασιλικής με τρούλο, της οποίας η θέση ψηλά στον λόφο της προσέδιδε επί πλέον ύψος, ειδικά όταν την αντίκριζε κανείς από κάτω, καθώς διέσχιζε την πέτρινη γέφυρα του Πηνειού.
Αργότερα, η είσοδος του ναού καλύφθηκε με όμορφα μαρμάρινα σκαλοπάτια και στο ύψος της εισόδου κατασκευάσθηκε ευρύτατο ορθογώνιο πλατύσκαλο. Η όλη κατασκευή ήταν αναγκαία και άρμοζε σε μητροπολιτικό ναό μεγαλουπόλεως, όπου συχνά διαδραματίζονταν διάφορα επίσημα γεγονότα, όπως δοξολογίες, εορτές, υποδοχές αρχόντων, πανηγύρεις, κλπ. Στις ακάλυπτες πλευρές του προαύλιου χώρου τοποθετήθηκαν προστατευτικά μεταλλικά κιγκλιδώματα και φυτεύτηκαν δένδρα. Σε κάποια πρώιμη φάση η λίθινη τοιχοποιία του ναού καλύφθηκε με επίχρισμα σε ολόκληρη την επιφάνειά της, έτσι όπως αποτυπώνεται και στην δημοσιευόμενη φωτογραφία.
Ο αρχιτέκτονας του ναού αυτού, το όνομα του οποίου δεν μας είναι γνωστό, φαίνεται καθαρά ότι προσάρμοσε το όλο σχέδιο στο γενικότερο αρχιτεκτονικό πνεύμα που επικρατούσε την περίοδο εκείνη στην ναοδομία. Η ομοιότητα αρκετών στοιχείων, σε μικρότερη βέβαια κλίμακα, με τον καθεδρικό ναό των Αθηνών, ιδιαίτερα στην πρόσοψη, είναι εμφανής. Είναι γεγονός ότι ο ναός αυτός της πρωτεύουσας του ελληνικού κράτους υπήρξε πρότυπο όχι μόνον για τον Άγιο Αχίλλιο, αλλά και για πολλούς άλλους ναούς σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια και μάλιστα αρκετά χρόνια πριν από την απελευθέρωση του 1881 και στην Θεσσαλία. Στην περιοχή μας ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στον Αμπελώνα είναι σύγχρονος με τον Άγιο Αχίλλιο, αφού εγκαινιάσθηκε έναν χρόνο νωρίτερα, το 1906,έχει περίπου την ίδια αρχιτεκτονική μορφή, χωρίς όμως να διαθέτει κωδωνοστάσια, και διατηρείται μέχρι σήμερα. Το ίδιο αρχιτεκτονικό σχέδιο, αλλά σε πιο απλουστευμένη μορφή και με ένα μόνον κωδωνοστάσιο είχε και ο προπολεμικός ναός του Αγίου Αθανασίου που είχε κτισθεί το 1925[2].
Πίσω από την δεξιά όχθη του ποταμού διακρίνεται το ψηλό αναλληματικό τοιχίο, το οποίο συγκρατεί τις δυτικές υπώρειες του λόφου και όσο προχωρεί προς την βόρεια πλευρά ελαττώνεται σε ύψος. Το προστατευτικό αυτό τοιχίο κατασκευάσθηκε το 1892 και με τον τόπο αυτό δημιουργήθηκε στα δυτικά του ναού ένας ευρύς προαύλιος χώρος, απαραίτητος για τις επίσημες τελετές που πραγματοποιούνται σε μητροπολιτικούς ναούς.
Δεξιότερα του ναού απεικονίζονται δύο κτίσματα. Το πρώτο που είναι και το ψηλότερο είναι η τριώροφη κατοικία που έκτισε ο Ιωάννης Βελλίδης, ένας πλούσιος γαιοκτήμονας. Είχε υπό την κατοχή του την περιοχή του χωριού Τατάρ, της σημερινής Φαλάνης. Ο Βελλίδης δαπάνησε ένα σεβαστό ποσόν για να κατασκευάσει σε περίοπτη θέση πάνω στο λόφο το επιβλητικό αρχοντικό του, δίπλα από τον μητροπολιτικό ναό, σε διαστάσεις που να αντιπαραβάλλεται και να υπερτερεί απ’ αυτόν σε ύψος. Δυστυχώς όμως η μοίρα δεν επεφύλαξε ευτυχισμένες ημέρες στο ζεύγος Βελλίδη. Ο ιδιοκτήτης του λίγο μετά την ολοκλήρωση της οικοδομής είχε τραγικό τέλος. Σύμφωνα με την ειδησεογραφία των εφημερίδων της εποχής, τον Απρίλιο του 1890,για άγνωστους λόγους, έπεσε στα νερά του διπλανού Πηνειού και αυτοκτόνησε. Τρεις ημέρες μετά την κηδεία του Ιωάννη Βελλίδη, η σύζυγός του Ελένη, μέσα στο βαθύ πένθος που βρέθηκε, δεν μπόρεσε να αντέξει τον άδικο χαμό του άνδρα της και τον ακολούθησε και εκείνη στον τάφο, δίπλα του[3].
Το δεύτερο κτίσμα στη σειρά είναι η κατοικία του Δημητρίου Αλέκου (1818-1897), ο οποίος επί τουρκοκρατίας είχε διατελέσει δημογέροντας και ήταν ένας από τους δύο δημοτικούς συμβούλους του πρώτου Δημοτικού Συμβουλίου της Λάρισας το οποίο διορίσθηκε το 1881 αμέσως μετά την απελευθέρωση.
Η τύχη και των τριών αυτών κτισμάτων που διακρίνονται στη φωτογραφία είναι γνωστή. Καταστράφηκαν ολοσχερώς από τον μεγάλο σεισμό του 1941.
 [1]. Ο μητροπολίτης Λαρίσης Αμβρόσιος Κασσάρας, Καλύμνιος την καταγωγή, χρημάτισε επίσκοπος Πλαταμώνος κατά τα έτη 1877-1900. Το 1900 με Β. Δ. ενσωματώθηκε η μικρή σε έκταση επισκοπή Πλαταμώνος στη χηρεύουσα τότε Μητρόπολη Λαρίσης και ο ίδιος διορίσθηκε μητροπολίτης με τον τίτλο Λαρίσης, Πλαταμώνος και Φαναριοφερσάλων. Καθαιρέθηκε το 1910 και μέχρι τον θάνατό του το 1918 σχόλαζε στο Συκούριο, όπου είχε ανοικοδομήσει ιδιωτική κατοικία και διέμενε μαζί με τους συγγενείς του.
[2]. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Ο Ναός του Αγίου Αθανασίου, Λάρισα, εφ. «Ελευθερία», φύλλο της 8ης Ιανουαρίου 2014.
[3].Αλέξανδρος Γρηγορίου, Το Α΄ Δημοτικό Νεκροταφείο της Λάρισας (1899-1993). Ιστορική διαδρομή. Ταφικά μνημεία. Ο Ιερός Ναός των Παμμεγίστων Ταξιαρχών. Το Στρατιωτικό Νεκροταφείο της Λάρισας, Θεσσαλονίκη (2013) σ. 19.
Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Τετάρτη 10 Μαΐου 2017

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

Δυο παραπήνεια εξοχικά κέντρα


Φωτογραφία της συνοικίας Ταμπάκικα από την πλημμύρα η οποία έπληξε τη Λάρισα τον Μάρτιο του 1932. Στο μέσον ο ναός της Ζωοδόχου Πηγής. Αντιγραφή φωτογραφίας από την εφημερίδα «Λαρισαϊκή Ηχώ» του δημοσιογράφου και συγγραφέα Δαμιανού ΒουλγαράκηΦωτογραφία της συνοικίας Ταμπάκικα από την πλημμύρα η οποία έπληξε τη Λάρισα τον Μάρτιο του 1932. Στο μέσον ο ναός της Ζωοδόχου Πηγής. Αντιγραφή φωτογραφίας από την εφημερίδα «Λαρισαϊκή Ηχώ» του δημοσιογράφου και συγγραφέα Δαμιανού Βουλγαράκη
Την περίοδο του μεσοπολέμου οι περισσότεροι Λαρισαίοι μετακινούνταν με τα πόδια όταν οι αποστάσεις ήταν μικρές. Αυτοκίνητα υπήρχαν,αλλά ήταν ελάχιστα και οι πιο ευκατάστατοι χρησιμοποιούσαν άμαξες.
Οι δρόμοι όμως ήταν σε κακά χάλια (στην καλύτερη περίπτωση σκυρόστρωτοι). Ο παλιός δημοσιογράφος Κώστας Περραιβός είχε μια φράση κλισέ για τους δρόμους της Λάρισας αυτής της περιόδου, «κονισαλέοι και λασποβριθείς», δηλ. γεμάτοι σκόνη (το καλοκαίρι) και λάσπη (τον χειμώνα). Παρ’ όλα αυτά οι απλοί Λαρισαίοι διάνυαν καθημερινά μεγάλες αποστάσεις με τα πόδια για τις καθημερινές τους ασχολίες και όχι μόνον. Και για τους περιπάτους, οι οποίοι ξεκούραζαν από τον μόχθο της ημέρας τούς εργαζόμενους που ήθελαν να βρεθούν μακριά από τα καφενεία, παρέες ολιγάριθμων ατόμων κατευθύνονταν σε εξοχικά σημεία της πόλεως όταν το επέτρεπαν οι συνθήκες.
Ένας από τους πλέον δημοφιλείς περιπάτους για τους Λαρισαίους ήταν η πορεία προς την περιοχή του Αλκαζάρ. Ησυχία, πράσινο, καθαρός αέρας συνόδευε τους περιπατητές. Και όταν η κόπωση δυσκόλευε τη συνέχεια της βόλτας, υπήρχαν διάφορα εξοχικά κέντρα στην περιοχή, όπου σταματούσαν να αναπαυθούν, να απολαύσουν τη θέα και να πιουν τον καφέ ή το τσιπουράκι τους. Το σπουδαιότερο ήταν το κέντρο «Αλκαζάρ», για το οποίο μιλήσαμε διεξοδικά πριν από καιρό[1]. Ένα άλλο στην κυριολεξία εξοχικό σημείο το οποίο δεχόταν μεγάλο κύμα Λαρισαίων ήταν το κέντρο «Κιβωτός». Βρισκόταν στο τέρμα της περιοχής «Μεριάς»[2], ανάμεσα στην αριστερή όχθη του Πηνειού, και στο «Στάδιο Αλκαζάρ», εκεί που αρχίζει η σημερινή συνοικία Αλκαζάρ[3]. Το εξοχικό κέντρο ήταν ένα μικρό, χαμηλό τετράγωνο κτίσμα. Εσωτερικά ίσα που χωρούσε τον μπουφέ, την μικρή αποθήκη και δυο-τρία τραπέζια με λιγοστές καρέκλες. Γι’ αυτό και η «Κιβωτός» ήταν κατ’ εξοχήν θερινό κέντρο, επειδή τότε ο καιρός επέτρεπε να απλώνει στον περιβάλλοντα εξωτερικό χώρο και κάτω από τη σκιά των δένδρων πολλά τραπεζάκια.
Το κέντρο το διαχειριζόταν ένας Ζαρκαδούλας, για τον οποίο δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα. Το δούλευε ολόκληρο τον χρόνο, ακόμα και τις παγερές ημέρες του χειμώνα γιατί δεν ήθελε να στριφογυρνάει στα καφενεία. Μοναδικοί πελάτες του τον χειμώνα ήταν συνήθως κάποιοι ψαράδες του Πηνειού, οι οποίοι πήγαιναν και τον έκαναν συντροφιά τρώγοντας τηγανιές με ποταμίσια ψάρια και πίνοντας κρασί ή τσίπουρο. Όσοι τον γνώρισαν έλεγαν ότι ο Ζαρκαδούλας ήταν άνθρωπος ήσυχος, ήρεμος, αγαθός και λιγομίλητος. Το τελευταίο μπορούμε να πούμε ότι ήταν προσόν, γιατί στο κέντρο του κατέφευγαν και μερικά παράνομα ερωτικά ζευγαράκια τα οποία αποζητούσαν εχεμύθεια, την οποία ο ιδιοκτήτης παρείχε αφειδώς.
Η ονομασία του κέντρου ως «Κιβωτός» προήλθε, σύμφωνα με τους παλιούς ιστορικούς, ύστερα από μια πλημμύρα του Πηνειού, όταν η επίπεδη αυτή περιοχή, μαζί με τον απέναντι συνοικισμό Ταμπάκικα, κατακλύσθηκαν από νερά, από τα οποία προεξείχε μόνον το εξοχικό κέντρο από την πλευρά του Αλκαζάρ και η εκκλησία της Παναγίας στα Ταμπάκικα. Νονός του κέντρου ήταν ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Ελευθερία» Ευάγγελος Τσιρόπουλος[4], ο οποίος περιέγραψε ως εξής την πλημμύρα στην περιοχή αυτή: «Ολόκληρον το πεδίον του Αλκαζάρ εκαλύφθη υπό υγράν σινδόνην, ήτις εξετείνετο μέχρι του αγροκτήματος Χαροκόπου[5]. Τα πάντα είχον καλυφθεί από τα πλημμυρίσαντα ύδατα και εν τω μέσω της σχηματισθείσης απεράντου λίμνης επρόβαλεν, ως η Κιβωτός του Νώε, το εξοχικόν κέντρον παρά τον κήπον Παπασταύρου»[6].Η παρομοίωση αυτή του Τσιρόπουλου ήταν πετυχημένη, άρεσε στους αναγνώστες της εφημερίδας και στον Ζαρκαδούλα, ο οποίος έσπευσε να υιοθετήσει την ονομασία αυτή και από τότε η «Κιβωτός» υπήρξε σημείο αναφοράς πολλών περιπατητών. Μεταπολεμικά στην ίδια τοποθεσία δημιουργήθηκε το εξοχικό κέντρο «Άλσος», γνωστό περισσότερο ως «Τζίμης» του Δημητρίου Αχιλλείου.
Η περισσότερη δουλειά για την Κιβωτό του Ζαρκαδούλα άρχιζε τον Μάιο. Τότε οι Λαρισαίοι, όταν οι Κυριακές και γιορτές ήταν ηλιόλουστες, κατέβαιναν οικογενειακώς μετά τον εκκλησιασμό στο Αλκαζάρ και πολλοί κατευθύνονταν στην «Κιβωτό». Οι περισσότεροι απ’ αυτούς κατανάλωναν τα φρέσκα και τρυφερά αγγουράκια που ήταν παραγωγή του αγροκτήματος Παπασταύρου και τα πωλούσε στον κόσμο ο επιστάτης του Μπαξεβάνος. Κάθονταν στα τραπέζια του κέντρου και απολάμβαναν τα αγγουράκια με τη συνοδεία τσίπουρου και άλλων μεζέδων του Ζαρκαδούλα.
Από την πλευρά της συνοικίας Ταμπάκικα, λίγο πιο κάτω από την στροφή της σημερινής οδού Γεωργιάδου και δίπλα στην δεξιά όχθη του Πηνειού, υπήρχε ένα άλλο εξοχικό κέντρο. Δεν είχε ιδιαίτερη ονομασία και ο κόσμος το γνώριζε σαν «Κήπος Κατσαούνη». Στις αρχές του 20ουαιώνα ο Γεώργιος Κατσαούνης[7] είχε ιδρύσει σε μια μεγάλη ιδιόκτητη έκταση που διέθετε κοντά στο ποτάμι, ένα από τα πρώτα παγοποιεία της Λάρισας, το οποίο σταμάτησε τη λειτουργία του το 1925. Επειδή προς την πλευρά του Πηνειού το κτήμα διέθετε κήπο με άφθονα δένδρα, κυρίως λεύκες, ένα έξυπνος επιχειρηματίας ονόματι Θεοδώρου εκμεταλλεύθηκε την ειδυλλιακή αυτή θέση, την εμπλούτισε με άνθη και άλλα φυτά και το 1928 λειτούργησε ένα θαυμάσιο θερινό εξοχικό κέντρο, εφοδιασμένο με γραμμόφωνο τελευταίου τύπου με μεγάλο χωνί. Το κέντρο δεν είχε εύκολη πρόσβαση από την δεξιά όχθη του ποταμού στα Ταμπάκικα και οι πελάτες για να φθάσουν επιβιβάζονταν σε μια περαταριά που βρισκόταν στο Αλκαζάρ και έκανε διαδρομές μεταξύ των δύο οχθών του ποταμού. Ήταν κάπως απομονωμένο και ευνοούσε, όπως και η «Κιβωτός», τα παράνομα ερωτικά ζευγάρια και αποτελούσε ένα φιλόξενο καταφύγιο των νέων οι οποίοι ήθελαν να αποφύγουν τα αδιάκριτα βλέμματα των πολλών. Η ζωή του κέντρου αυτού υπήρξε βραχύβια, μόλις δύο καλοκαίρια, και μετά διέκοψε τη λειτουργία του.

[1]. Βλέπε σχετικά στο Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα. 53 δημοσιεύματα στην καθημερινή εφημερίδα της Λάρισας «Ελευθερία» κάθε Τετάρτη, κατά το έτος 2014, Λάρισα (2016) σελ. 33-40.
[2]. Μεριάς ονομαζόταν από την περίοδο ακόμα της Τουρκοκρατίας, όλη η περιοχή που περικλειόταν από την έξοδο της γέφυρας, τον οδικό δρόμο προς Γιάννουλη, το ανάχωμα πίσω από το Στάδιο και την αριστερή όχθη του Πηνειού. Ήταν ένα απέραντος επίπεδος χώρος, όπου γινόταν τα στρατιωτικά γυμνάσια των Τούρκων. Μετά την απελευθέρωση της Λάρισας η περιοχή ονομάσθηκε Πεδίον του Άρεως και μετά την δενδροφύτευση του Αλκαζάρ ο Μεριάς είχε περιορισθεί στον χώρο της εμποροζωοπανήγυρης.
[3]. Μέχρι πριν λίγα χρόνια η συνοικία αυτή λεγόταν Παπασταύρου. Πήρε το όνομα από το μεγάλο ομώνυμο αγρόκτημα που βρισκόταν στην περιοχή και ανήκε στον φαρμακοποιό της Λάρισας Κωνσταντίνο Παπασταύρου.
[4]. Ο Ευάγγελος Τσιρόπουλος (1900-1938) ήταν αρχικά αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Ελευθερία» και από 1925 διετέλεσε διευθυντής της έως το 1935, όταν προσβλήθηκε από φυματίωση και απεβίωσε στις 18 Φεβρουαρίου 1938. Γιός του ήταν ο Κώστας Τσιρόπουλους (1930-2017) σπουδαίος συγγραφέας και διανοούμενος στην Αθήνα, ο οποίος απεβίωσε πρόσφατα.
[5].Τα κτήματα του Παναγή Χαροκόπου, ιδιοκτήτη του πύργου Χαροκόπου στην Γιάννουλη, έφθαναν μέχρι το ανάχωμα, δηλ. μέχρι το ύψος του οδικού άξοναπου δημιουργήθηκε πρόσφατα και ο οποίος ξεκινάει από τον Υδατόπυργο και καταλήγει στη γέφυρα της Ν. Σμύρνης.
[6]. Βλέπε: Ολύμπιος (Περραιβός Κώστας), Η Λάρισα που χάθηκε, εφ. «Λάρισα», φύλλο της 20ης Αυγούστου 1979.
[7]. Ο Γεώργιος Κατσαούνης ήταν ιδιοκτήτης πολλών αστικών ακινήτων μέσα στην πόλη. Τα περισσότερα από τα καταστήματα του ανηφορικού δρόμου (οδός Ακροπόλεως) πάνω από το Αρχαίο Θέατρο, ήταν δικά του. Επίσης ιδιοκτησία του ήταν και το μέγαρο Κατσαούνη, το νεοκλασικό κτίριο που βρισκόταν στη νότια πλευρά της πλατείας, ανάμεσα από τα Δικαστήρια και το υποκατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας και έμεινε περισσότερο γνωστό ως «Παλλάδιον», γιατί λίγο πριν τον πόλεμο λειτουργούσε στο ισόγειο το ομώνυμο καφεζαχαροπλαστείο. Το 1920 ο Κατσαούνης εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Για την τύχη της τεράστιας ακίνητης περιουσίας του θα πρέπει να γίνει μια επισταμένη μελέτη.

* Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com