Σάββατο 14 Οκτωβρίου 2017

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

Από Φυλακές, Στρατιωτική Λέσχη


Το μέγαρο του Μεχμέτ Χατζημέτου, γνωστό ως Λέσχη Ασλάνη. Επιστολικό δελτάριο των αρχών του 1930, όταν λειτουργούσε ως Ξενοδοχείο "Μεγάλη Βρετανία".Το μέγαρο του Μεχμέτ Χατζημέτου, γνωστό ως Λέσχη Ασλάνη. Επιστολικό δελτάριο των αρχών του 1930, όταν λειτουργούσε ως Ξενοδοχείο "Μεγάλη Βρετανία".
Μέχρι τον ιταλικό βομβαρδισμό της 21ης Δεκεμβρίου 1940 και τον μεγάλο σεισμό του 1941, στη βορεινή πλευρά την Κεντρικής Πλατείας, στη γωνία Φιλελλήνων και Κύπρου,
δέσποζε ένα από τα επιβλητικότερα κτίσματα της Λάρισας. Το είχε κτίσει στα 1905-06 ο μουσουλμάνος Μεχμέτ Χατζημέτου, αλλά στην ιστορία της Λάρισας πέρασε σαν Λέσχη Ασλάνη, επειδή ο επάνω όροφος είχε ενοικιασθεί από το 1906 μέχρι το 1919 περίπου στον Ιωάννη Ασλάνη, με την προϋπόθεση ο μισθωτής να χρησιμοποιήσει τον χώρο αποκλειστικά και μόνον ως λέσχη, την οποία "έπρεπε να διακοσμήσει πολυτελώς και να την εμπλουτίσει με έπιπλα αξίας". Σήμερα στη θέση αυτή στεγάζεται η Λέσχη Αξωματικών Φρουράς Λαρίσης. Την ιστορική διαδρομή του κεντρικού αυτού σημείου της πόλεώς μας από την απελευθέρωση του 1881 μέχρι σήμερα θα καταγράψουμε εν συντομία στο σημερινό μας σημείωμα.
Από την τουρκοκρατία ακόμα, υπήρχε στο σημείο αυτό ένα απλό ισόγειο κτίσμα με μικρά σιδερόφρακτα παράθυρα, το οποίο στέγαζε τις ποινικές φυλακές της Λάρισας[1] και μετά την απελευθέρωση. Το κτίριο αυτό ανήκε στον πλούσιο Τούρκο κτηματία και τραπεζίτη της Λάρισας Μεχμέτ Χατζημέτου. Το 1905, μετά την μεγάλη πυρκαγιά η οποία αποτέφρωσε το εντυπωσιακό κτίριο των Δικαστηρίων που βρισκόταν στην βορειοδυτική πλευρά μέσα στην πλατεία, ο Τούρκος ιδιοκτήτης κατεδάφισε τις φυλακές και τα διπλανά προς αυτές ιδιόκτητα καταστήματα και στη θέση τους οικοδόμησε ένα μεγαλοπρεπέστατο για την εικόνα της Λάρισας της εποχής εκείνης διώροφο μέγαρο που κάλυπτε ένα μεγάλο μέρος της γωνίας Κύπρου και Φιλελλήνων.
Μετά την ολοκλήρωσή του, ο οθωμανός ιδιοκτήτης ενοικίασε τον Ιούλιο του 1906 ολόκληρο τον επάνω όροφο στον Ιωάννη Ασλάνη, λεσχάρχη, όπως αναφέρεται το επάγγελμά του στο συμβόλαιο [2]. Σύμφωνα με την υποχρέωση που του έθετε το μισθωτήριο συμβόλαιο, μετέτρεψε τον όροφο σε Λέσχη, η οποία φιλοξενούσε πολλαπλές εκδηλώσεις που συγκέντρωναν την ανώτερη κοινωνία της πόλεως. Έχουν εντοπισθεί διαφημιστικές καταχωρήσεις σε εφημερίδες της περιόδου εκείνης, από τις οποίες πληροφορούμαστε ότι ο χώρος αυτός χρησιμοποιήθηκε ως ψυχαγωγικό κέντρο με μουσική και χορευτικά συγκροτήματα, ως αίθουσα χορευτικών εκδηλώσεων, θεατρικών παραστάσεων, διαλέξεων, κοντσέρτων, ως χαρτοπαικτική λέσχη, κλπ. Μέχρι και το τέλος της δεύτερης δεκαετίας του 20ου αιώνα η κοινωνική ζωή ολόκληρης της πόλεως συγκεντρωνόταν μέσα στον χώρο της Λέσχης Ασλάνη. Ο Ιωάννης Ασλάνης ήταν ένας δραστήριος και προοδευτικός επιχειρηματίας που έφερε στην πόλη τον κοσμοπολίτικο αέρα της ελληνικής πρωτεύουσας. Οι χώροι της Λέσχης ήταν πολυτελέστατοι για την εποχή τους, με βαρύτιμους κρυστάλλινους πολυελαίους, πολυτελέστατα βιεννέζικα έπιπλα, πολύχρωμα περσικά χαλιά, βελούδινες κουρτίνες και ακριβά σερβίτσια. Για τη διασκέδαση των θαμώνων, πολλοί από τους οποίους ήταν πλούσιοι Τούρκοι μπέηδες που είχαν παραμείνει στη Λάρισα και μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας το 1881, μετακαλούσε τακτικά μουσικά συγκροτήματα και τραγουδίστριες από τη Βιέννη και άλλες μεγαλουπόλεις του εξωτερικού.
Ο Ιωάννης Ασλάνης λειτούργησε τη λέσχη μέχρι το 1919. Τη χρονολογία αυτή, άγνωστο για ποιόν λόγο, διέκοψε τη λειτουργία της και δημιούργησε πρόχειρη θεατρική σκηνή στην Πλατεία Ταχυδρομείου, η οποία υπήρξε ο πρόδρομος του κινηματοθεάτρου «Ολύμπια», το κτίριο του οποίου διατηρείται βελτιωμένο μέχρι και σήμερα, χωρίς όμως να λειτουργεί. Η πόλη με την διακοπή της λειτουργίας της Λέσχης Ασλάνη έχασε το κοσμικότερο κέντρο της και το μοναδικό εντευκτήριο της παλιάς Λαρισινής αριστοκρατίας.
Αν και αργότερα ο όροφος χρησιμοποιήθηκε, όπως θα δούμε, και για άλλους σκοπούς, η ονομασία Λέσχη Ασλάνη παρέμεινε για πολλά χρόνια στη συνείδηση των Λαρισαίων και αφορούσε ολόκληρο το κτίσμα.
Περί το 1920 ο όροφος άλλαξε διαρρύθμιση και ενοικιάσθηκε από τον επιχειρηματία Βασίλειο Μίχο, ο οποίος το χρησιμοποίησε ως ξενοδοχείο, με την ονομασία «Μεγάλη Βρετανία». Ήταν τότε ένα από τα ευπρεπέστερα ξενοδοχεία της πόλεως, σε μια πολύ ευνοϊκή θέση. Τα μόνιππα (τα ταξί της εποχής) ήταν παρατεταγμένα στο απέναντι πεζοδρόμιο της πλατείας, έτοιμα να μεταφέρουν τους πελάτες του ξενοδοχείου, οι οποίοι στην πλειονότητά τους ήταν διερχόμενοι έμποροι και επιχειρηματίες που επισκέπτονταν την πόλη για επαγγελματικούς λόγους.
Το ισόγειο του μεγάρου Χατζημέτου διέθετε πολλά καταστήματα. Προπολεμικά, από την πλευρά της οδού Φιλελλήνων είχε κατάστημα εγχωρίων προϊόντων ο πλούσιος εβραίος έμπορος Μουσών Αβραάμ[3]. Στην ημικυκλική γωνία του κτιρίου υπήρχε το Καπνοπωλείο των αδελφών Μπαλταδώρου. Στη συνέχεια επί της οδού Αλεξάνδρας (Κύπρου σήμερα) βρισκόταν καταστήματα τα οποία κατά διαστήματα άλλαζαν χρήσεις. Μετά την κυρία είσοδο του ξενοδοχείου, τον υπόλοιπο χώρο καταλάμβανε το ιστορικό καφενείο του Δημητρίου Μπόκοτα. Στο καφενείο αυτό σύχναζαν ως επί το πλείστον εργαζόμενοι και ιδιαίτερα οι αρτεργάτες οι οποίοι έπαιρναν τον καφέ τους τις πολύ πρωινές ώρες, καθώς και οι αμαξάδες που είχαν παρκαρισμένα τα αμάξια τους στην απέναντι πλευρά του δρόμου κατά μήκος της πλατείας. Στο βάθος του καφενείου αυτού υπήρχε ιδιαίτερη αίθουσα στην οποία ήταν εγκατεστημένα μπιλιάρδα.
Μετά την μικρασιατική καταστροφή και τις ανταλλαγές των πληθυσμών, ο Χατζημέτος έφυγε μαζί με του υπόλοιπους οθωμανούς που είχαν παραμείνει στη Λάρισα. Βάσει του νόμου περί ανταλλαξίμων περιουσιών, η ιδιοκτησία του κτηρίου περιήλθε το 1929 στο δημόσιο και εν συνεχεία στην Εθνική Τράπεζα, η οποία είχε ορισθεί ως διαχειρίστρια των ανταλλαξίμων μουσουλμανικών ακινήτων στην Ελλάδα. Το 1935 μεταβιβάστηκε στο δημόσιο, το οποίο δυνάμει πωλητηρίου συμβολαίου το παραχώρησε στις Ένοπλες Δυνάμεις για στρατιωτική χρήση. Τελικά κρίθηκε σκόπιμο, λόγω της κεντρικής της θέσεως, στο κτίριο αυτό να στεγασθεί η Λέσχη Αξιωματικών Φρουράς Λαρίσης[4].
Αρχιτεκτονικά το μέγαρο αυτό αποτελούσε ένα θαυμάσιο δείγμα εκλεπτυσμένης νεοκλασικής αισθητικής. Ο κάτω όροφος είχε διαμορφωθεί σε μια σειρά καταστημάτων με μεγάλα ανοίγματα, χωρίς καμία αισθητική αξία, πλην της εισόδου στον άνω όροφο, η οποία ήταν διακοσμητικά επιμελημένη. Η αξεπέραστη όμως ομορφιά του κτιρίου επικεντρωνόταν στον επάνω όροφο και κυρίως στην πρόσοψη η οποία έβλεπε προς την πλατεία και η οποία πάνω στη σκεπή κατέληγε σε μεγάλο και όμορφο τοξωτό αέτωμα. Ολόκληρο το οικοδόμημα είχε μια ιδιότυπη μορφή γωνιακού κτίσματος όπου οι δύο πλευρές αρθρώνονταν σε οξεία γωνία με την παρεμβολή κυλινδρικού όγκου, ο οποίος ήταν περισσότερο εμφανής στον επάνω όροφο, ενώ ψηλά, στο ύψος της σκεπής ο όγκος αυτός επιστεφόταν με οξυκόρυφο τρούλο από φολιδωτά γκρίζα στοιχεία.
Από τους ιταλικούς βομβαρδισμούς της 21ης Δεκεμβρίου του 1940 το κτίριο υπέστη σοβαρές ζημιές, οι οποίες επηρέασαν την στατικότητα του κτιρίου. Ήλθε στη συνέχεια και ο ισχυρός σεισμός του Μαρτίου του 1941 και καταστράφηκε ολόκληρος ο επάνω όροφος.
Μεταπολεμικά το κατεστραμμένο κτίριο κατεδαφίσθηκε και στη θέση του άρχισε να οικοδομείται το 1950 το κτίριο της Λέσχης Αξιωματικών Φρουράς Λαρίσης. Ενδιαφέρον στην αρχιτεκτονική του σημερινού κτιρίου είναι ότι διατήρησε μερικώς την ημικυλινδρική μορφή της γωνίας, εκεί που συναντώνται οι δύο πλευρές του κτίσματος, χάρη στα σχέδια που εκπόνησε η τεχνική υπηρεσία του Στρατού, η οποία έλαβε υπ' όψιν το παλιότερο σχέδιο του οικήματος Χατζημέτου (Ασλάνη). Η λειτουργία Στρατιωτικής Λέσχης με την σημερινή μορφή της ανάγεται στα 1953-54.
-----------------
[1]. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Μια σπάνια εικόνα της Λάρισας του 1897, εφ. "Ελευθερία", φύλλο της 4ης Δεκεμβρίου 2016.
[2]. Η συμβολαιογραφική πράξη μισθώσεως έχει αριθμό 34810, έγινε από τη συμβολαιογράφο Αγαθάγγελο Ιωαννίδη στις 12 Ιουλίου 1906, ήταν διάρκειας πέντε ετών και βασική υποχρέωση του μισθωτή ήταν να χρησιμοποιήσει τον χώρο αποκλειστικά ως λέσχη και να τον εμπλουτίσει με έπιπλα αξίας. Το ενοικιαστήριο υπάρχει στα Γ.Α.Κ. νομού Λάρισας, φωτοαντίγραφο του οποίου με εφοδίασε ο Θανάσης Μπετχαβές.
[3]. Ήταν ο ιδιοκτήτης του ομώνυμου αρχοντικού επί της οδού Παλαιστίνης 7, το οποίο έχει κριθεί διατηρητέο και αφού στέγασε κατά καιρούς διάφορες επιχειρήσεις, σήμερα έχει περιπέσει σε αχρηστία.
[4]. Πιο πριν η Λέσχη Αξιωματικών στεγαζόταν στον επάνω όροφο του αρχοντικού της Θάλειας Καρανίκα-Δημητράτου, το οποίο βρισκόταν στη νοτιοδυτική γωνία της πλατείας, εκεί που μέχρι πριν από λίγα χρόνια βρισκόταν οι υπηρεσίες της Εφορίας. Στις αρχές του 20ου αιώνα η Λέσχη Αξιωματικών στεγαζόταν σε κάποιο απλό κτίριο στη δυτική πλευρά της Πλατείας Ταχυδρομείου.

* Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις...

Οι παλιές κάρτες της Λάρισας

ΛΑΡΙΣΣΑ. Η Γέφυρα του Πηνειού. Φωτογραφία του 1900 περίπου. Εκδότης Στεφ. Στουρνάρας εν Βόλω.
ΛΑΡΙΣΣΑ. Η Γέφυρα του Πηνειού. Φωτογραφία του 1900 περίπου. Εκδότης Στεφ. Στουρνάρας εν Βόλω.
Το επιστολικό δελτάριο που συνοδεύει το σημερινό κείμενο είναι από τα παλαιότερα που έχουν κυκλοφορήσει για την Λάρισα.
Προέρχεται από την πρώτη σειρά καρτών που κυκλοφόρησε ο Βολιώτης ζωγράφος και φωτογράφος Στέφανος Στουρνάρας. Είναι ασπρόμαυρες, με την ένδειξη του τοπίου στο κάτω μέρος της φωτογραφίας και αριθμημένες στην πίσω όψη. Με την ευκαιρία αυτή θα κάνουμε μια αναδρομή γύρω από την ιστορία των επιστολικών δελταρίων και των πρώτων καρτών που κυκλοφόρησαν με θέμα τη Λάρισα.
Από το 1880, πέραν των κλασικών επιστολών είχε επικρατήσει στην Ελλάδα και ένα νέο είδος αλληλογραφίας. Ήταν τα λεγόμενα επιστολικά δελτάρια, τα οποία είναι περισσότερο γνωστά με την ξενική ονομασία cart postals ή μονολεκτικά ως κάρτες. Τα δελτάρια αυτά ήταν απλές υπόλευκες κάρτες, διαστάσεων συνήθως 15 x 10 εκ. περίπου, οι οποίες σταδιακά είχαν αρχίσει να αντικαθιστούν πολλές από τις κλειστές σε φάκελο επιστολές. Στην μια όψη έφεραν έντυπο γραμματόσημο με την κεφαλή του Ερμή, την ένδειξη «ΕΠΙΣΤΟΛΙΚΟΝ ΔΕΛΤΑΡΙΟΝ/CARTE CORRESPONDENCE» και διέθεταν ειδικό χώρο για την διεύθυνση του αποστολέα και του παραλήπτη, ενώ στην άλλη όψη ο αποστολέας έγραφε κάποιο σύντομο μήνυμα.
Όταν αργότερα η φωτογραφική τέχνη είχε πλέον εξελιχθεί, τα επιστολικά δελτάρια έγιναν στις ανεπτυγμένες ταχυδρομικά χώρες εικονογραφημένα, δηλαδή στη μία όψη εκτυπωνόταν κάποια φωτογραφία ή σχέδιο, για να προσελκύσουν το ενδιαφέρον του αγοραστή. Συνήθως φρόντιζαν να απεικονίζουν όμορφα τοπία από διάφορες περιοχές, αλλά για τους ρομαντικούς υπήρχαν και κάρτες με εικόνες ερωτευμένων ζευγαριών. Από την πρώτη κιόλας στιγμή τα δελτάρια αυτά έγιναν πολύ δημοφιλή και άρχισαν να κυκλοφορούν μαζικά.
Φυσικό ήταν να ακολουθήσει και η Ελλάδα το πνεύμα της εποχής. Αρχικά εμφανίσθηκαν διάφορες ερασιτεχνικές ιδιωτικές πρωτοβουλίες στον τομέα των εικονογραφημένων δελταρίων. Όμως τα πρώτα εικονογραφημένα φωτολιθογραφικά επιστολικά δελτάρια που απεικονίζουν τη Λάρισα κυκλοφόρησαν λίγο πριν από το 1900 από το χαρτοπωλείο και τυπογραφείο των Πάλλη & Κοτζιά που η επιχείρησή τους βρισκόταν στην οδό Ερμού 8 στην Αθήνα από το 1880. Η εταιρεία αυτή είχε μεγάλη παραγωγή καρτών για όλες σχεδόν τις περιοχές της Ελλάδος και σήμερα οι απόψεις της Λάρισας αποτελούν σημείο αναφοράς για την ιστορία της μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας το 1881. Είναι αριθμημένες, ασπρόμαυρες και μερικές έχουν επιχρωματισθεί, αλλά όχι με ιδιαίτερη επιμέλεια. Η παλαιότερη απεικόνιση της Λάρισας είναι η υπ’ αριθμ. 374 και φέρει τον υπότιτλο «Πλατεία Καλλιθέας (Ακροπόλεως)». Η φωτογραφία αυτή αποτυπώνει μια μέρα γιορτής πάνω στο Φρούριο. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις και σε συνδυασμό με χαρακτικό από την ίδια εκδήλωση της γαλλικής εφημερίδας Le Monde Illustre, η φωτογραφία αυτή χρονολογείται τον Μάρτιο του 1897, παραμονές του ελληνοτουρκικού πολέμου, όταν ο διάδοχος Κωνσταντίνος μετά την άφιξή του στη Λάρισα παρακολούθησε τη δοξολογία προς τιμήν του στον μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Αχιλλίου.
Το 1900 η Γενική Διεύθυνση Ταχυδρομείων και Τηλεγράφων Ελλάδος προκήρυξε πανελλήνιο διαγωνισμό μεταξύ φωτογράφων και οι 384 καλύτερες κυκλοφόρησαν κατά διαστήματα σε αριθμημένες κάρτες με τοπία και αρχαιότητες απ’ όλη την μέχρι τότε Ελλάδα. Η πρώτη σειρά βγήκε στη αγορά τον Ιούλιο του 1901. Από τα 384 συνολικά εικονογραφημένα δελτάρια της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας, τα οκτώ απ’ αυτά είναι διάφορες απόψεις της Λάρισας. Κυκλοφόρησαν την 1η Μαΐου 1902. Το έντονο ενδιαφέρον των Λαρισαίων για τις πρώτες εικονογραφημένες κάρτες της πόλης μας αποτυπώνεται σε δημοσιεύματα του τοπικού τύπου της εποχής[1]. Είναι λογικό οι λήψεις των φωτογραφιών στις κάρτες της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας να έγιναν σε προγενέστερα χρονικά διαστήματα από την ημερομηνία κυκλοφορίας τους, χωρίς να γνωρίζουμε πότε ακριβώς. Μόνο σε ορισμένες μπορεί να εκτιμηθεί η χρονολογία από την μορφή ή την παρουσία των κτισμάτων που απεικονίζονται και θα πρέπει αυτές να είναι της περιόδου 1898-1899. Στα πρώτα αυτά εικονογραφημένα δελτάρια αναφέρονταν μόνον οι εκδότες οι οποίοι τα εκτύπωναν και τα διακινούσαν χωρίς να αναφέρονται οι φωτογράφοι που είχαν κάνει τις λήψεις.
Κοντά σ’ αυτούς πρέπει να προσθέσουμε και τον Βολιώτη ζωγράφο-φωτογράφο Στέφανο Στουρνάρα (1867-1928), ο οποίος σπούδασε την τέχνη του στο Μετσόβειο Πολυτεχνείο. Εργάσθηκε για ένα διάστημα μαζί με τους αδελφούς του κυρίως σε φωτογραφίες πορτραίτα. Τα παλαιότερα επιστολικά δελτάρια είναι της Α΄ σειράς, με φωτογραφίες του 1895-1905. Οι κάρτες της Λάρισας του Στ. Στουρνάρα είναι από δικές του λήψεις, αλλά και από αντιγραφές άλλων φωτογράφων. Μετά το 1905 ασχολήθηκε με τις έγχρωμες κάρτες. Αυτές ουσιαστικά ήταν οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες, οι οποίες με μια ειδική χρωμολιθογραφική επεξεργασία με την επιμέλεια του Στουρνάρα ιδιαίτερα στην επιλογή των χρωμάτων, εκτυπώνονταν στην Γερμανία. Οι κάρτες αυτές αποτελούσαν πρωτοπορία για τα ελληνικά δεδομένα της εποχής, είναι όμορφες και πολλές σε αριθμό.
Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι οι απόψεις της Λάρισας μέσα από τα πρώτα εικονογραφημένα επιστολικά δελτάρια που κυκλοφόρησαν διάφοροι εκδότες {Πάλλης και Κοτζιάς, Ελληνική Ταχυδρομική Υπηρεσία, Στ. Στουρνάρας, και άλλοι), μας δίνουν την δυνατότητα να αναπλάσουμε με κάποια σχετική ακρίβεια την όψη της πόλεώς μας και κυρίως του κεντρικού τομέα της, έτσι όπως ήταν στις αρχές του περασμένου αιώνα, μόλις είκοσι χρόνια μετά την προσάρτηση της περιοχής μας στο ελεύθερο ελληνικό κράτος.
 [1]. «Έφθασαν ήδη από τινος εις το Ταχυδρομείον εις αρκετήν ποσότητα και τα εικονογραφημένα δελτάρια της πόλεώς μας, των οποίων μεγάλη, ως πληροφορούμεθα, γίνεται ζήτησις …», εφ. «Όλυμπος», Λάρισα, φύλλο της 7 Ιουλίου 1902.

* Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

ΠΥΡΓΟΣ ΧΑΡΟΚΟΠΟΥ


Ο Πύργος του Χαροκόπου στη Γιάννουλη. Νοτιοανατολική όψη. Φωτογραφία του 1985.Ο Πύργος του Χαροκόπου στη Γιάννουλη. Νοτιοανατολική όψη. Φωτογραφία του 1985.
Ένα από τα πλέον εμβληματικά κτίσματα της Λάρισας, το οποίο κατόρθωσε να διασωθεί από τις διάφορες θεομηνίες και τις πολεμικές συγκρούσεις που γνώρισε η πόλη μας κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, είναι ο Πύργος του Χαροκόπου.
Γνωστός στους Λαρισαίους, μικρούς και μεγάλους, βρίσκεται στην είσοδο της Γιάννουλης και το κουφάρι του στέκεται σήμερα σαν αποδυναμωμένος φρουρός στις εσχατιές της Λάρισας.
Ιδιοκτήτης του υπήρξε ο γνωστός εθνικός ευεργέτης Παναγής Χαροκόπος. Γεννήθηκε το 1835 στο χωριό Πλαγιά της Κεφαλονιάς. Ήταν ο πρώτος από τους οκτώ γιους του Απόστολου Χαροκόπου. Σε νεαρή ηλικία ξενιτεύτηκε, με την φιλοδοξία να αποκτήσει χρήματα, όπως συνέβαινε και σε πολλούς Έλληνες της μετεπαναστατικής περιόδου. Αρχικά βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη, αλλά μετά από μικρό χρονικό διάστημα εγκαταστάθηκε στο Βουκουρέστι, όπου ασχολήθηκε με το εμπόριο σιτηρών. Από το εμπόριο φαίνεται ότι κέρδισε αρκετά χρήματα και έτσι από το 1869 επεξέτεινε τις δραστηριότητές του και στην εκμετάλλευση ενοικιασμένων γεωργικών κτημάτων. Διέμενε στο Ροζέτσι, ένα χωριό κοντά στον Δούναβη, γιατί ο υδάτινος δρόμος τού πρόσφερε εύκολη εμπορική διαμετακομιστική δυνατότητα. Μετά από λίγο καιρό προσκάλεσε στη Ρουμανία και τους αδελφούς του Ιωάννη, Σπυρίδωνα και Νικόλαο, οι οποίοι εργάζονταν κάτω από την καθοδήγησή του. Στη Ρουμανία εφάρμοσε νέες καλλιεργητικές μεθόδους, οι οποίες εκτός από πολλά χρήματα, του απέφεραν και τη φήμη προηγμένου καλλιεργητή. Το αποτέλεσμα ήταν να προσκληθεί από την βασιλική οικογένεια, η οποία του ανέθεσε την καλλιέργεια χιλιάδων στρεμμάτων, στα οποία αύξησε σημαντικά την παραγωγή. Η συμβολή του αυτή στην ανάπτυξη της ρουμανικής γεωργίας ανταμείφθηκε με ειδικό παράσημο που του απένειμε η χώρα που τον φιλοξενούσε.
Μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο Ελληνικό Βασίλειο, ο Παναγής Χαροκόπος εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα και ακολουθώντας το παράδειγμα πολλών Ελλήνων κεφαλαιούχων της διασποράς, αγόρασε τεράστιες εκτάσεις από τους Οθωμανούς οι οποίοι εγκατέλειπαν τα θεσσαλικά εδάφη. Λέγεται ότι το 1899 αγόρασε στην περιοχή μας 80.000 στρέμματα τουρκικά τσιφλίκια, εκ των οποίων τα 14.500 από τον μπέη Ουσαμπαντίν και την αδελφή του, στην περιοχή της Γιάννουλης. Και στις γαιοκτησίες αυτές εφάρμοσε όσες γνώσεις απέκτησε από την πείρα του στη Ρουμανία, με τη χρήση νέων προϊόντων και την επιβολή νέων μεθόδων.
Την ίδια εποχή (1902) άρχισε να κτίζει στη Γιάννουλη το αρχοντικό που φέρει μέχρι σήμερα το όνομά του. Σκοπός του ήταν να βρίσκεται κοντά στην κτηματική περιουσία που διέθετε στην περιοχή και να την ελέγχει. Τα σχέδια εκπονήθηκαν από τον διάσημο αρχιτέκτονα και ολυμπιονίκη Αναστάσιο Μεταξά (1862-1937) από την Αθήνα. Ο Πύργος του Χαροκόπου όπως είναι γνωστός στην περιοχή, είναι ένα γερό πετρόκτιστο κτίριο, κτισμένο στο κέντρο μιας τεράστιας έκτασης, προστατευμένο από τις γύρω ιδιοκτησίες με ψηλή τοιχοποιία. Αποτελείται από ημιυπόγειο και δύο ορόφους. Στη στέγη του εξέχει υπερώο στεφανωμένο με φρουριακές επάλξεις και με απέραντη θέα στη γύρω περιοχή. Σ’ αυτό ο ιδιοκτήτης είχε δημιουργήσει το προσωπικό του γραφείο, γιατί απ’ εκεί ψηλά μπορούσε και ήλεγχε τα κτήματά του. Στην πρόσοψή του πύργου υπάρχει και σήμερα μια μαρμάρινη κλίμακα με εννέα σκαλοπάτια η οποία οδηγεί στο υπερυψωμένο ισόγειο και μέσω της κυρίας εισόδου εισερχόταν ο επισκέπτης σε ένα τεράστιο σαλόνι. Το σπίτι ήταν πλουτισμένο εσωτερικά με παλιά, βαριά και λεπτοδουλεμένα έπιπλα που είχε φέρει ο Παναγής Χαροκόπος από τη Ρουμανία.
Σε κάποια απόσταση από τον πύργο ήταν κτισμένοι πολλοί ισόγειοι βοηθητικοί χώροι, οι οποίοι εξυπηρετούσαν τους ιδιοκτήτες και το υπηρετικό προσωπικό. Μεγάλη εντύπωση προξενούσε στους περαστικούς ένας ψηλός ανεμοδείκτης, ο οποίος βρισκόταν στην είσοδο του τεράστιου χώρου που περιέβαλλε τον πύργο. Τον θυμάμαι όταν νεαρός μαθητής ταξίδευα σε συγγενείς μου στον Τύρναβο και μπαίνοντας στο λεωφορείο προσπαθούσα να βρίσκομαι σε θέση κοντά στο παράθυρο. Ήταν κάτι πρωτόγνωρο για τα παιδικά μου μάτια και ειδικά όταν ήταν χειμώνας και γυρνούσε δαιμονισμένα. Στο παιδικό μου μυαλό όλο αυτό το σκηνικό του περιτοιχισμένου πύργου με τον ανεμοδείκτη, φάνταζε σαν κάτι το εξωτικό.
Το 1911 πέθανε ο Παναγής Χαροκόπος και καθώς ήταν άγαμος, η τεράστια περιουσία του διαμοιράσθηκε στον μικρότερο αδελφό του Σπυρίδωνα (Σπύρο) και τα τρία τέκνα του. Τον πύργο κληρονόμησε ο Παναγής Χαροκόπος ο νεότερος και μετά απ’ αυτόν ο Γεώργιος Χαροκόπος, γιος του πρώτου ξαδέλφου του, τον οποίο υιοθέτησε ο νεότερος Παναγής το 1964, αφού τόσο ο ίδιος, όσο και τα αδέλφια του δεν απέκτησαν τέκνα.
Καθώς τα ανίψια του Παναγή Χαροκόπου ήταν άνθρωποι με έντονη κοινωνική ζωή στην Αθήνα και το εξωτερικό, το σπίτι έσφυζε από κίνηση όλες τις εποχές του χρόνου, καθώς σ’ αυτό γίνονταν πολλές κοσμικές συγκεντρώσεις, με προσκεκλημένους άτομα από την υψηλή κοινωνία της πρωτεύουσας. Πολιτικοί, όπως ο Ελευθέριος Βενιζέλος, υψηλόβαθμοι στρατιωτικοί, και άνθρωποι της τέχνης ήταν τακτικοί θαμώνες. Στους χώρους του διασκέδασαν για χρόνια και πολλά άτομα από την αστική κοινωνία της Λάρισας.
Το 1939 ο νεώτερος Παναγής Χαροκόπος νυμφεύθηκε την Αμαλία-Μελίνα Μερκούρη[1], η οποία κατοικούσε για μικρά χρονικά διαστήματα στον πύργο. Μεγάλοι σε ηλικία κάτοικοι της Γιάννουλης την θυμούνται από την ιππασία που έκανε τριγυρνώντας στα κτήματα των Χαροκόπου, καβάλα πάνω σε ένα άσπρο άλογο.
Κατά την διάρκεια της κατοχής οι ιδιοκτήτες υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τον πύργο ο οποίος επιτάχθηκε από τα γερμανικά στρατεύματα και κρίθηκε κατάλληλος για να στεγάσει το στρατηγείο τους.
Το 1988 το κονάκι, όπως το ονόμαζαν οι κληρονόμοι του Παναγή Χαροκόπου, κρίθηκε διατηρητέο από την υπουργό Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη, που όπως είδαμε το είχε κατοικήσει για κάποιο διάστημα, χωρίς όμως να φροντίσει για την συντήρησή του όσο ήταν αρμόδια υπουργός. Συγχρόνως το εγκατέλειψαν και οι ιδιοκτήτες του και με τον θάνατο του Γεωργίου Χαροκόπου, το κτίσμα με τον περιβάλλοντα χώρο ερήμωσε. Όλα αυτά τα χρόνια, επειδή η πρόσβαση και η περιήγηση στους εσωτερικούς χώρους ήταν δύσκολη, μένει πάντα βαθιά χαραγμένη στις αναμνήσεις των κατοίκων της πόλεώς μας, ο ανεμοδείκτης στην αυλή του αρχοντικού, τον οποίο αντίκριζαν καθώς κατευθύνονταν προς την Γιάννουλη. Που να βρίσκεται άραγε σήμερα;
Και ενώ το κτίριο λόγω της ισχυρής κατασκευής του μπόρεσε να ξεπεράσει τις κακουχίες της κατοχής, φαίνεται ότι δεν πρόκειται πλέον να επιβιώσει για πολύ από τις φθορές που συσσωρεύει η εγκατάλειψη, ο χρόνος και η κρατική αδιαφορία, καθώς καθημερινά διαπιστώνουμε ότι οδηγείται στην αυτοκαταστροφή, λες και έχουμε πολλά τέτοια σπουδαία ιστορικά κτίσματα στην περιοχή μας...
 [1]. Η Αμαλία-Μελίνα Μερκούρη (Αθήνα 1920-Νέα Υόρκη 1994) ήταν γόνος πολιτικής οικογένειας, γνώρισε σε μικρή ηλικία (1939) και παντρεύτηκε τον ανεψιό του Παναγή Χαροκόπου, τον νεότερο Παναγή. Χώρισαν το 1953. Όμως η παρουσία της στους χώρους του Πύργου, όταν ερχόταν στη Λάρισα, η καλοσύνη και η προσήνειά της μένουν πάντα ζωντανά στην περιοχή. Και ενώ στον πύργο οι κοινωνικές εκδηλώσεις όταν βρισκόταν η Μελίνα στη Γιάννουλη ήταν συχνές, δεν έχουμε πληροφορίες και ενδείξεις ότι συμμετείχε ενεργά και στην ζωή της Λάρισας.
Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις...

Στα σκαλοπάτια του Αγ. Αχιλλίου

Μια ομάδα έξι καλοντυμένων νεαρών φωτογραφίζεται συμμετρικά με την ίδια στάση στα σκαλοπάτια του Αγ. Αχιλλίου. Προπολεμική φωτογραφία.Μια ομάδα έξι καλοντυμένων νεαρών φωτογραφίζεται συμμετρικά με την ίδια στάση στα σκαλοπάτια του Αγ. Αχιλλίου. Προπολεμική φωτογραφία.
Η σημερινή φωτογραφία απεικονίζει μέρος από τα σκαλοπάτια που υπήρχαν στη δυτική πλευρά του λόφου, ακριβώς κάτω από το προαύλιο του μητροπολιτικού ναού του Αγίου Αχιλλίου.
Μια ομάδα έξι νεαρών με κουστούμι και γραβάτα, μια ηλιόλουστη γιορτινή ημέρα, κατά τη διάρκεια της βόλτας αποφάσισε να φωτογραφηθεί στα σκαλιά του Λόφου. Η στάση τους θυμίζει χορευτική φιγούρα, οι αποστάσεις μεταξύ τους είναι συμμετρικές και βρίσκονται στο ψηλότερο σημείο της κλίμακας. Πίσω τους διακρίνεται μέρος από το νότιο καμπαναριό του προπολεμικού ναού, γεγονός το οποίο χρονολογεί τη λήψη της φωτογραφίας στα πριν από το 1940 χρόνια. Τη φωτογραφία αυτή μού την έστειλε πριν δύο περίπου χρόνια φίλος αναγνώστης, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Δυστυχώς δεν είχα την πρόνοια τότε να κρατήσω την ηλεκτρονική διεύθυνση του αποστολέα και έτσι δεν μπορώ να γνωρίζω ποιοί απεικονίζονται στη φωτογραφία. Εάν διαβάσει το σημερινό σημείωμα, θα τον παρακαλούσα να επικοινωνήσει μαζί μου.
Με την ευκαιρία αυτή θα ήθελα να αναφέρω ορισμένα ιστορικά στοιχεία για τα σκαλοπάτια αυτά. Οι πληροφορίες προέρχονται από το συμφωνητικό αρ.16008 του συμβολαιογράφου της Λάρισας Αγαθάγγελου Ιωαννίδη, που εντόπισε ο καθηγητής Κώστας Θεοδωρόπουλος, ερευνητής και συλλέκτης, στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (Γ.Α.Κ. Λάρισας), ο οποίος και μου προμήθευσε φωτοτυπία του.
Στις 13 Ιανουαρίου 1894 ο συμβολαιογράφος Ιωαννίδης πήγε στο δημαρχιακό κατάστημα, το οποίο στεγαζόταν στην κατοικία του πρώτου δημάρχου της Λάρισας Χασάν Ετέμ (1881-1882)[1]. Παρουσία δύο μαρτύρων, ο Αχιλλεύς Αστεριάδης, δήμαρχος Λαρίσης[2], ως αντιπρόσωπος του ομώνυμου Δήμου και ως πρόεδρος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Ιερού Ναού του Αγίου Αχιλλίου, συμφώνησε με τον Αντώνιο Ν. Ρίζου[3], ο οποίος ήταν εργολάβος δημοσίων και δημοτικών έργων «την κατασκευήν κλίμακος και λοιπών έργων προς εξωραϊσμόν του ενταύθα Μητροπολιτικού Ναού του Αγίου Αχιλλίου» αντί ποσού 10.200 δραχμών.
Στο συμφωνητικό αναγράφονται οι υποχρεώσεις του εργολάβου, μερικές από τις οποίες ορίζουν ότι η έναρξη των εργασιών θα έπρεπε να γίνει μέσα σε ένα μήνα από την υπογραφή του συμφωνητικού και μέσα σε ένα χρόνο το έργο θα πρέπει να έχει περατωθεί, αλλιώς θα υπήρχε ποινική ρήτρα. Τα υλικά τα οποία θα προέρχονταν από την εκχωμάτωση της κλίμακας[4] και των γύρω δρόμων, θα μεταφορτώνονταν σε άλλα σημεία του ναού για να ενισχυθεί το έδαφος και να ισοπεδωθεί ο προαύλιος χώρος. Οι απαιτούμενες πέτρες και τα μάρμαρα για τα σκαλοπάτια[5] θα προέρχονταν από το λατομείο του Τυρνάβου και της Χασάμπαλης.
Ενώ μετά το 1900 ο ναός άρχισε σταδιακά να κατεδαφίζεται για να ανεγερθεί η λαμπρή προπολεμική εκκλησία αναγεννησιακού ρυθμού, η κλίμακα διατηρήθηκε μέχρι το 1972, όταν άρχισαν επί δημαρχίας Θάνου Μεσσήνη οι εργασίες εξωραϊσμού της δυτικής πλευράς του λόφου, αυτή η οποία υπάρχει και σήμερα. Επειδή η καταστροφή της κλίμακας του Αγ. Αχιλλίου έγινε σχετικά πρόσφατα, πιστεύεται ότι θα υπάρχουν ακόμη πολλοί παλιοί Λαρισαίοι οι οποίοι την ανεβοκατέβηκαν[6].
 [1]. Η κατοικία του Χασάν Ετέμ βρισκόταν, όπως αναφέρεται στο συμφωνητικό, στην περιοχή της Λάρισας Ramazan Atik. Ο Θεόδωρος Παλιούγκας (Η Λάρισα κατά την τουρκοκρατία (1423-1881), τόμ. Β΄, Κατερίνη, 2007, σελ.741) αναφέρει ότι η εν λόγω περιοχή βρισκόταν νότια της κεντρικής πλατείας. Όμως από τη δωρεά του οικοπέδου 4.000 τ. μ. από τον Χασάν Ετέμ προς ανοικοδόμηση ναού για τις ανάγκες των χριστιανών του Καραγάτς μαχαλά (συνοικία Αγ. Κωνσταντίνου), γνωρίζουμε ότι η κατοικία του βρισκόταν σ' αυτή την περιοχή.
[2]. Η πρώτη του θητεία ως δημάρχου ήταν την τετραετία (1891-1895), διαδεχθείς τον Διονύσιο Γαλάτη (1887-1891). Η καταγραμμένη από τον Βάσο Καλογιάννη δεύτερη τετραετία στον δημαρχιακό θώκο του Διονυσίου Γαλάτη, δεν ευσταθεί. Η αναφορά στο συμφωνητικό του Αχιλλέα Αστεριάδη ως προέδρου του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Αγίου Αχιλλείου απορρέει από την ιδιότητά του ως δημάρχου, καθ' όσον πρόκειται περί του μητροπολιτικού ναού, αλλά και ως ενορίτη, αφού η κατοικία του βρισκόταν στη γωνία των σημερινών οδών Κούμα και Ασκληπιού.
[3]. Ο Αντώνιος Ρίζου (όπως υπέγραφε) ήταν πατέρας του γυναικολόγου ιατρού Αθανασίου (Νάσου) Ρίζου και της Ευφροσύνης (Φρόσως), συζύγου του Πάνου Σάπκα, μικρότερου αδελφού του δημάρχου Μιχαήλ Σάπκα. Όπως αναφέρει η εγγονή του Λίλα Ρίζου, ο ίδιος κατασκεύασε επίσης το 1911 το αρχοντικό του υφασματέμπορου Αντωνιάδη στην οδό Παπακυριαζή, το οποίο το 1930 περίπου το αγόρασε ο Ιωάννης Αλεξάνδρου, καθώς και το αρχοντικό του Μιχ. Σάπκα το 1913 στη γωνία των σημερινών οδών Κύπρου-Παναγούλη.
[4]. Η κλίμακα αυτή συνέδεε την δυτική πλευρά του προαύλιου χώρου του καθεδρικού ναού με τον δρόμο που δημιουργήθηκε κατά μήκος της δεξιάς όχθης του Πηνειού και μ’ αυτόν τον τρόπο γινόταν ευκολότερη η προσπέλαση της γέφυρας του Πηνειού, ειδικά κατά την ημέρα της εορτής των Θεοφανείων και της κατάδυσης του Σταυρού στα νερά του ποταμού. Πριν από την κατασκευή αυτής της κλίμακας, η πορεία της θρησκευτικής πομπής των Θεοφανείων ακολουθούσε έναν στενό, δύσβατο και ανηφορικό λιθόστρωτο δρόμο, ο οποίος περνούσε δίπλα από το χάνι των αδελφών Σαχίνη, όπου από το 1905 στεγάζονταν οι ποινικές φυλακές και κατέληγε στην είσοδο της γέφυρας.
[5]. Το ύψος της κλίμακας ήταν μεγάλο και ο αριθμός των βαθμίδων υπολογίζεται, από τις διάφορες φωτογραφίες που υπάρχουν, περίπου σε πενήντα. Κάθε δέκα βαθμίδες υπήρχε πλατύσκαλο, ενώ το εύρος της, ήταν αρκετά μεγάλο, ικανό για να διέρχεται η πομπή χωρίς να αλλοιώνεται ο σχηματισμός της.
[7]. Ιστορικές έχουν μείνει οι διαβάσεις της κλίμακας αυτής, στην κάθοδο, με το αυτοκίνητο από τον τολμηρό οδηγό Μιχάλη Ζέϊκο το 1938 και στην άνοδο, με το άλογο από τον Γιάννη Δαλθανάση το 1949.
* Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Πέμπτη 5 Οκτωβρίου 2017

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις...

Η προτομή του Κρυστάλλη στο Αλκαζάρ



Η προτομή του λογοτέχνη Κώστα Κρυστάλλη (1868-1894) στο άλσος Αλκαζάρ. Επιστολικό δελτάριο του 1950 περίπου. Από το αρχείο του Βαγγέλη Ρηγόπουλου, μέλους της Φωτοθήκης Λάρισας.Η προτομή του λογοτέχνη Κώστα Κρυστάλλη (1868-1894) στο άλσος Αλκαζάρ. Επιστολικό δελτάριο του 1950 περίπου. Από το αρχείο του Βαγγέλη Ρηγόπουλου, μέλους της Φωτοθήκης Λάρισας.
Η σημερινή φωτογραφία προέρχεται από επιστολικό δελτάριο το οποίο κυκλοφόρησε περί το 1950, χωρίς να αναφέρεται ο εκδότης και ο τόπος έκδοσής του.
Απεικονίζει ένα τμήμα του άλσους Αλκαζάρ, το οποίο βρίσκεται αριστερά μόλις κατεβεί κάποιος τα σκαλοπάτια, για να οδηγηθεί στον πεζόδρομο που οδηγεί στα ενδότερα του άλσους. Στο σημείο αυτό την προσοχή του περιπατητή προσελκύει η προτομή του συγγραφέα και ποιητή Κώστα Κρυστάλλη. Για τον συγκεκριμένο λογοτέχνη και την ιστορία της προτομής θα κάνουμε αναφορά στο σημερινό μας σημείωμα.
Όπως αναφέρθηκε, ο Κώστας Κρυστάλλης ήταν ποιητής και πεζογράφος. Γεννήθηκε το 1868 στο Συρράκο της Ηπείρου. Τα εγκύκλια μαθήματα τα παρακολούθησε στο σχολείο του χωριού του. Το 1880 φοίτησε στην Ζωσιμαία Σχολή των Ιωαννίνων, αλλά το 1885 διέκοψε τις σπουδές για λόγους υγείας. Η δημοσίευση το 1887 ενός ποιήματός του που αναφερόταν σε επεισόδια της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 στάθηκε αφορμή να περιπέσει σε δυσμένεια από τις τουρκικές αρχές και το 1889 αναγκάσθηκε να καταφύγει στην Αθήνα. Στην πρωτεύουσα αρχικά εργάστηκε ως τυπογράφος, αργότερα ως συντάκτης στο περιοδικό "Εβδομάς" και εν συνεχεία διορίστηκε υπάλληλος στους σιδηροδρόμους της Πελοποννήσου. Παράλληλα δημοσίευε ποιήματα και διηγήματα σε διάφορα φιλολογικά περιοδικά της Αθήνας. Καθώς ήταν άτομο με ασθενική κράση, προσβλήθηκε από φυματίωση και μετακόμισε στην Κέρκυρα, ελπίζοντας ότι εκεί θα βελτιωθεί η υγεία του. Παρ' όλα αυτά όμως η υγεία του επιδεινώθηκε και τελικά πέθανε στις 22 Απριλίου 1894 νεότατος, σε ηλικία 26 ετών, στην Άρτα όπου τον φιλοξενούσε η αδελφή του.
Τα έργα του, ποίηση και πεζογραφία, έχουν θεματολογία επηρεασμένη από το δημοτικό τραγούδι, την λαογραφία, την παράδοση και την ηθογραφία της εποχής, ενώ συγχρόνως ασχολήθηκε και με τη συλλογή ιστορικού και λαογραφικού υλικού. Στα πεζογραφήματά του (αφηγηματικά διηγήματα) περιγράφονται τα γαμήλια έθιμα στα τσελιγκάτα της Ηπείρου, με παράθεση σχετικών τραγουδιών, περιέχονται ενδυματολογικές πληροφορίες και ζωντανεύουν με απαράμιλλο τρόπο οι ομορφιές της φύσεως της Ηπείρου. Γι' αυτό και καθιερώθηκε ως «ο ποιητής του βουνού και της στάνης». Τα έργα του κυκλοφόρησαν σε μια περίοδο όπου οι λαογραφικές καταγραφές του Νικολάου Πολίτη ευνοούσαν την αξία μιας επαναφοράς της παραγνωρισμένης την εποχή εκείνη λαϊκής παραδόσεως, των ηθών και εθίμων και η αξία των κειμένων του αξιοποιήθηκε.
Προπολεμικά δραστηριοποιούνταν στη Λάρισα ο Ο.Ε.Λ. (Όμιλος Εκδρομέων Λαρίσης), ένα σωματείο που σκοπό είχε την συχνή, σχεδόν εβδομαδιαία, επαφή των μελών του με την φύση, μέσω εκδρομικών εξορμήσεων. Φυσικό ήταν όλα τα μέλη του Ομίλου καθώς ήταν φυσιολάτρες, να αγαπήσουν τα λογοτεχνικά έργα του ποιητή του βουνού και της στάνης. Αποφάσισαν λοιπόν κάποια στιγμή να τιμήσουν τον άνθρωπο που τους ενέπνεε, αλλά ο θάνατος του στην πιο γόνιμη ηλικία τους στέρησε το ίνδαλμά τους. Από τους εμπνευστές της απόφασης αυτής μεταξύ των άλλων ήταν και ο μετέπειτα Λαρισαίος καλλιτέχνης Μήτσος Κατσικογιάννης. Προχώρησαν σε προκήρυξη πανελληνίου διαγωνισμού μέσω των αθηναϊκών εφημερίδων για την φιλοτέχνιση προτομής του Κώστα Κρυστάλλη. Ο διαγωνισμός είχε απήχηση, γιατί στα γραφεία του Ομίλου Εκδρομέων στη Λάρισα έφθαναν καθημερινά προτάσεις και φωτογραφίες από πολλούς Έλληνες γλύπτες. Απ' όλες τις προτάσεις προτιμήθηκε αυτή του Νίκου Γεωργαντά[1], γιατί αυτή ήταν η γνώμη δύο επιτροπών, μιας στην πόλη μας και μιας άλλης στην Αθήνα. Επί πλέον ήλθε και ο ίδιος στη Λάρισα, κομίζοντας αυτοπροσώπως την πρότασή του, πρόσφερε την καλύτερη τιμή για το γλυπτό και συνεργάσθηκε με τον Όμιλο δημιουργικά. Στην Αθήνα, την φιλοτέχνιση της προτομής του Κρυστάλλη στον γύψο και το μάρμαρο παρακολουθούσε επταμελής επιτροπή, η οποία απαρτιζόταν από τον ζωγράφο Αγήνορα Αστεριάδη, τον δημοσιογράφο Θωμά Μαλαβέτα, τον κριτικό τέχνης Μιχαήλ Ροδά, τον ποιητή Κώστα Σταμπολή, τον λογοτέχνη Τάσο Ζάππα, τον δικηγόρο Βησσαρίωνα Στεργιόπουλο και τον έμπορο Νικόλαο Κουλουμούνδρα, όλοι τους φιλότεχνοι. Όταν τελείωσε το έργο το παρέλαβαν οι ίδιοι από τον γλύπτη και το παρέδωσαν σε ειδική επιτροπή στη Λάρισα, η οποία και φρόντισε και για την τοποθέτησή του. Η τοπική επιτροπή απαρτιζόταν από τους Δημήτριο Καραναστάση, Κώστα Περραιβό, Ιωάννη Βαζιγιαρτζίκη, Λάζαρο Παπάζογλου, Σταύρο Λάσκαρη, Μανώλη Σακελλαρίου και Βάσο Κωνσταντινόπουλο. Η προτομή, όπως αναφέρθηκε, στήθηκε στο Αλκαζάρ και τα αποκαλυπτήρια έγιναν στις 21 Ιανουαρίου 1940, με μεγάλη επισημότητα, παρουσία του καλλιτέχνη και πλήθους κόσμου[2].
Η προτομή είναι στημένη στην κορυφή ψηλής ακανόνιστης στήλης από μεγάλες ανώμαλες πέτρες. Στην πρόσθια πλευρά της στήλης είναι ενσωματωμένο ένα γλυπτό σύμπλεγμα σε μορφή αρχαίας άρπας, στη βάση του οποίου τρέχει πόσιμο νερό. Η προτομή στηρίζεται στα ανοιγμένα φτερά ενός αετού, κάτω από τον οποίο βρίσκεται μαρμάρινη πλάκα, η οποία φέρει επιγραφή με ένα δίστιχο από κάποιο ποίημά του: "Πάρε με απάνου στα βουνά / τι θα με φάει ο κάμπος". Η αλληγορία του συμπλέγματος της προτομής είναι εμφανής. Γύρω από την προτομή τα φυτά του κήπου στο άλσος δεν έχουν ακόμα αναπτυχθεί, ενώ πίσω στο βάθος διακρίνονται χαμηλά κτίσματα στην περιοχή του Πέρα Μαχαλά, στο ύψος της στροφής της οδού Κοζάνης. Η βάση του παλιού ναού του Αγίου Χαραλάμπους, που είχε πρόχειρα συντηρηθεί μετά τον σεισμό του 1941, διακρίνεται δεξιά, πίσω από ένα σύμπλεγμα δένδρων.
---------------------------------------
[1]. Ο Νικόλαος Γεωργαντής (1983-1947) γεννήθηκε και πέθανε στην Αθήνα. Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (Α.Σ.Κ.Τ.) των Αθηνών και στη συνέχεια τελειοποίησε τις σπουδές του στο Παρίσι. Είχε χρηματίσει πρόεδρος του Επαγγελματικού Καλλιτεχνικού Επιμελητηρίου ως το θάνατό του, το 1947. Επιδόθηκε κυρίως στην κατασκευή ταφικών μνημείων και ηρώων, αλλά είχε φιλοτεχνήσει επίσης ανδριάντες και προτομές.
[2]. Βλέπε: Παλιός Ομιλίτης [μέλος του Εκδρομικού Ομίλου], Η προτομή Κρυστάλλη, εφ. "Ελευθερία", Λάρισα, φύλλο της 22ας Ιανουαρίου 1947.
Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Πέμπτη 7 Σεπτεμβρίου 2017

Η απελευθέρωση της Λάρισας


Η γέφυρα της Λάρισας 1833. WORDSWORTH CHR. (μετ. ΣωτήρηςΕυ. Κύρκος), «Ταξίδι στη Θεσσαλία του 1833: Οι μύθοι της Θεσσαλίας. Τοπογραφική περιγραφή της Θεσσαλίας. Λάρισα. Τέμπη. Φάρσαλα. Βελεστίνο. Βόλος», Θεσσαλικό Ημερολόγιο, 30 (1996) 19-48.Η γέφυρα της Λάρισας 1833. WORDSWORTH CHR. (μετ. ΣωτήρηςΕυ. Κύρκος), «Ταξίδι στη Θεσσαλία του 1833: Οι μύθοι της Θεσσαλίας. Τοπογραφική περιγραφή της Θεσσαλίας. Λάρισα. Τέμπη. Φάρσαλα. Βελεστίνο. Βόλος», Θεσσαλικό Ημερολόγιο, 30 (1996) 19-48.
31η Αυγούστου 1881. Ημέρα ποίησης και αγίας παραμυθίας ανέτειλε, επιτέλους, στη Λάρισα, αναφέρει σε άρθρο της η εφημερίδα της Κωνσταντινούπολης, Νεολόγος.
Έπρεπε να αναπηδήσει από τον βοιωτικό του τάφο ο Πίνδαρος, για να τραγουδήσει από τις κορυφές του Ολύμπου τα θαυμάσια της αξιομνημόνευτης ημέρας, κατά την οποία η Λάρισα προσήλθε να κλίνει την κεφαλήν της υπό τον μητρικό κόλπο. Μία νύχτα παλμών και ελπίδων μόλις πέρασε, κι ανέτειλε μια μέρα που έδιωξε το σκοτάδι της μακραίωνης δουλείας. Η πόλη καθ’ όλη τη διάρκεια της προηγούμενης νύκτας βρισκόταν σε εγρήγορση. Είχε υπακούσει στο παράγγελμα του Σωτήρος και αγρυπνούσε, μη τυχόν ο Νυμφίος την βρει τα μεσάνυχτα ανέτοιμη.
 Ο Δίας, συνεχίζει ο ανταποκριτής, από τις κορυφές του Ολύμπου είχε δώσει διαταγές στον Απόλλωνα να χαιρετίσει την ημέρα αυτή με όλη τη λάμψη που της ταίριαζε. Οι κάτοικοι, αφού ευπρεπίστηκαν, ξεχύθηκαν από τα χαράματα στους δρόμους ανταλλάσσοντας μεταξύ τους ασπασμούς ανάστασης και ηθικής παλιγγενεσίας. Κρατώντας σημαίες και δάφνες στα χέρια, προχωρούν προς το μέρος της πύλης των Τρικάλων απ’ όπου αναμενόταν να εισέλθει ο ελληνικός στρατός ως άλλος Μεσσίας, για την αγάπη του οποίου είχαν χυθεί πολλά δάκρυα και πολλοί στεναγμοί προσφέρθηκαν ως ιλαστήριος θυσία στον θρόνο του Δημιουργού. Οι νέοι και οι νέες της πόλης, με την αγνότητά τους ως σύμβολο και ένδυμα, βγήκαν να υποδεχτούν τον ελληνικό στρατό, έτοιμοι να τον προσφωνήσουν και να τον ράνουν με άνθη που είχαν μαζέψει από τους πρόποδες του Ολύμπου και τις όχθες του Πηνειού.
Στην είσοδο της πόλης, όπου την προηγούμενη νύκτα είχε κατασκευαστεί μία αψίδα στολισμένη με φύλλα δάφνης, είχαν συγκεντρωθεί οι Αρχές του τόπου, ενώ στις δύο πλευρές του δρόμου παρατάχθηκαν όσοι έφεραν τις σημαίες των περισσοτέρων χωρίων της Πελασγιώτιδας. Από τις σημαίες πιο πολυτελής ήταν η «βαρύτιμος χρυσοκέντητη της Λαρίσσης» η οποία έφερε χρυσοκέντητες τις τρεις αυτές λέξεις «Ζήτω το Έθνος» και την οποία κρατούσε ένας από τους καλλίτερους νέους της πόλης, ο φοιτητής της Ιατρικής κ. Ευρ. Α. Μακρής. Κοντά στη σημαία στέκονταν η δασκάλα Αγγελική Σκόδρα με τα κορίτσια του Παρθεναγωγείου, ντυμένα στα λευκά. Λίγο πιο πέρα στέκονταν εκείνοι που κρατούσαν τις δύο σημαίες της εβραϊκής κοινότητος, μαζί με τους δασκάλους και τους μαθητές αυτής. Ο κλήρος με τον οποίο κάθε χαρά και κάθε οδύνη συμμερίστηκε το ελληνικό έθνος στα μαύρα χρόνια της δουλείας, φορώντας κυανόλευκα άμφια, κρατώντας λαμπάδες στολισμένες με τα εθνικά χρώματα και την εικόνα της Αναστάσεως του Σωτήρος, στολισμένη με λευκά άνθη και πλούσιες κυανές ταινίες, παρατάχθηκε στην είσοδο της αψίδας, εν χορώ ψάλλοντες τα Αναστάσιμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Στη συνέχεια, ο αρθρογράφος διαπιστώνει ότι του είναι δύσκολο να βρει τα προσήκοντα χρώματα για να περιγράψει τα αισθήματα των ανθρώπων, που βλέπουν την πατρίδα τους να απελευθερώνεται από τον τουρκικό ζυγό. Είχε υποφέρει πολλά και είχε πάθει πολλά. Μάρτυρες των παρελθόντων δεινών του ήταν οι θέσεις στις οποίες συνωθούνταν, ενώ η γύρω φύση και οι απέραντες πεδιάδες του υπενθύμιζαν τραγικές σκηνές, των οποίων θύματα και ήρωες έγιναν εκείνοι, οι οποίοι δεν ήταν γραφτό τους να χαιρετίσουν την μέρα, που θα γινόταν βάλσαμο στις πληγές τους.
Όταν, επιτέλους, φάνηκαν στο βάθος της μεγάλης λεκάνης, την οποία αποτελούν τα κυκλικά όρη του τμήματος αυτού, οι λόγχες των Ελλήνων στρατιωτών, πολλοί φώναξαν «Νυν απολύεις», ενώ οι περισσότεροι ανέβηκαν στα υψώματα, ως άλλοι Ιουδαίοι, βλέποντας την νεφέλη του πυρός, η οποία τους οδήγησε διά μέσου της ερήμου. Σε λίγη ώρα ο κονιορτός έγινε πυκνότερος και τα πρώτα τμήματα του ελληνικού στρατού έφτασαν στην αψίδα. Τότε, βρόντησε από τον Όλυμπο ο Δίας και οι φωνές του συγκεντρωμένου πλήθους υποκατέστησαν τους κεραυνούς του. Τι μπορεί να γράψει κάποιος και πώς μπορεί να περιγράψει τέτοιο θέαμα; Τα χέρια των ανδρών και των γυναικών υψώνονταν σαν αδιαπέραστο δάσος προς τον στρατό και τον στρατηγό, «τα αδέλφια μας», άκουγε κάποιος παντού και τα δακρυσμένα μάτια όλων ατένιζαν την ελληνική σημαία που κυμάτιζε, ανάμεσα στις λόγχες των στρατιωτών,από την αύρα των σαράντα δύο κορυφών του Ολύμπου και λαμπρυνόταν από την αόρατη συνοδεία όλων εκείνων, οι οποίοι μαρτύρησαν για εκείνη.
Γιατί να μη μπορώ να περισυλλέξω μέσα σε δακρυδόχους όλα εκείνα τα δάκρυα που χύθηκαν τη στιγμή της εισόδου του ελληνικού στρατού στη Λάρισα, αναρωτιέται ο συντάκτης. Ήθελα αυτά να αποκρυσταλλωθούν σε μαργαριτάρια, με τα οποία θα κοσμούνταν το στεφάνι που θα έβαζε η Ελλάδα στο μέτωπο των ηρωικών παιδιών της!
Ο ασυγκράτητος και ατιθάσευτος ενθουσιασμός γρήγορα μεταδόθηκε, σαν ηλεκτρικός σπινθήρας, στους παρελαύνοντες στρατιώτες και αξιωματικούς, οι οποίοι αντιχαιρετούσαν βγάζοντας τα καπέλα τους και σείοντας τα ξίφη τους. Κλήρος, λαός, γυναίκες, άνδρες, γέροι και παιδιά ακολουθούσαν την παρέλαση ατενίζοντες τους οπλίτες, οι οποίοι, μπροστά στην ενθουσιώδη υποδοχή που τους επιφυλάχτηκε από τα αδέλφια τους, γρήγορα ξέχασαν τους κόπους και τις κακουχίες τους.
Ο απεσταλμένος της εφημερίδας της Κωνσταντινούπολης, Νεολόγος, εν κατακλείδι διαπιστώνει ότι οι κάτοικοι της Λάρισας έκαμαν στον ελληνικό στρατό την καλύτερη υποδοχή από όλες όσες είχε παρακολουθήσει και κλείνει την αναφορά του στην απελευθέρωση της Λάρισας με ένα παράξενο γεγονός που του συνέβη αργά το βράδυ, όταν ολόκληρη η πόλη φωτιζόταν από τα βεγγαλικά κι αντηχούσε από τις ενθουσιώδεις ζητωκραυγές των κατοίκων αναμεμιγμένες με την ηχώ των τραγουδιών και των οργάνων. Ενώ, λοιπόν, βάδιζε προς την φωταγωγημένη αγορά, διασχίζοντας το συγκεντρωμένο πλήθος που γλεντούσε, ένας χωρικός σταμάτησε αυτόν και βγάζοντας από τον σάκο του ένα κόκκινο αυγό του το προσέφερε. Μετά τον καθιερωμένο χαιρετισμό, του ζήτησε να το τσουγκρίσουν, αφού η μέρα εκείνη ήταν το Πάσχα και η Ανάσταση των Λαρισαίων και της Θεσσαλίας, που μόλις είχε προσαρτηθεί στην Ελλάδα.
Της Κωνσταντινιάς Πατσή
* Η Κωνσταντινιά Πατσή είναι Διευθύντρια του ΓΕ.Λ Τυρνάβου. Πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, κάτοχος Μεταπτυχιακού διπλώματος Master of Business Administration (MBA) του Staffordshire University
Πηγές
Εφημερίδα,ΝΕΟΛΟΓΟΣ, Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 1881, έτος ΙΣΤ΄, αρ. φ. 3742.

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

Η ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥ "ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ ΛΑΡΙΣΣΗΣ" (1888)

Η αρχική μορφή του Δημοτικού Νοσοκομείου Λαρίσης. Φωτογραφία του 1934.
Η αρχική μορφή του Δημοτικού Νοσοκομείου Λαρίσης. Φωτογραφία του 1934.
Κατά την απελευθέρωση της το 1881 η Λάρισα στερείτο νοσηλευτικού ιδρύματος. Υπήρχε στην περιοχή του Αλκαζάρ το παλιό τουρκικό στρατιωτικό νοσοκομείο, το οποίο με διαταγή του Τούρκου διοικητή δεχόταν και χριστιανούς ασθενείς, με δωρεάν νοσηλεία από νεαρούς ιατρούς (Αναστάσιος Ζαρμάνης, Αναστάσιος Αστεριάδης, Παναγιώτης Θεοχαρίδης, και άλλοι)[1], του οποίου όμως διεκόπη η λειτουργία του μετά την αποχώρηση του τουρκικού στρατού.
Τα πρώτα χρόνια μετά το 1881 οι νοσηλευτικές ανάγκες της πόλεως εξυπηρετήθηκαν από το πρόχειρο νοσοκομείο που ίδρυσε ένας φιλάνθρωπος δικαστικός κλητήρας, ο Ιωάννης Παπαϊωάννου, ο οποίος είχε μετατρέψει την κατοικία του σε πρόχειρο νοσηλευτήριο ολίγων κλινών.
Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η περιγραφή του Μιχαήλ Σάπκα[2] γι' αυτό το πρώτο νοσοκομείο της Λάρισας: «Είς αγαθός γέρων, Γιάννης Παπαϊωάννου λεγόμενος, υπηρετών ως δικαστικός κλητήρ παρά τοις εν Λαρίση δικαστηρίοις, ξένος και αυτός, μόλις εγκατασταθείς εις την Λάρισαν, Μπαρμπαγιάννης προσαγορευόμενος, συνέλαβε την ιδέαν της ιδρύσεως Νοσοκομείου. Περιτρέχων πεζή με την βακτηρίαν του γήρατος ανά χείρας ανά τας πόλεις και τα χωρία της Θεσσαλίας της δικαστικής περιφερείας Λαρίσης, προς κοινοποίησιν δικαστικών αποφάσεων ή επίδοσιν δικογράφων, ωμίλει παντού περί ιδρύσεως Νοσοκομείου πολιτικού εις Λάρισαν, αναπτύσσων την εντολήν του Χριστού περί φιλαλληλίας και ευσπλαχνίας προς τον πλησίον, και εζήτει τον οβολόν των καλών χριστιανών υπέρ του ανωτέρου σκοπού. Τα συλλεγόμενα χρήματα κατέθετε εις την Εθνικήν [Τράπεζαν] ή παρέδιδε εις τον Δήμαρχον δια το Νοσοκομείον. Όταν είχε συλλεγεί αρκετόν ποσόν, εγκατέστησε εις έν δωμάτιον της οικίας του (οικία Καθεκλά), απέναντι του Ναού του Αγίου Κωνσταντίνου, τέσσαρας κλίνας με όλα τα χρειώδη και ετοποθέτει εις αυτάς βαρέως πάσχοντας απόρους ξένους. Τούτους περιέθαλπε προσωπικώς μόνος του, ιατροί δε της πόλεως προθύμως προσέφερον δωρεάν τας ιατρικάς υπηρεσίας των.
Την φιλάνθρωπον ταύτην δράσιν του Μπαρμπαγιάννη, προς άρσιν πάσης υπονοίας δι’ ιδιοτελή εκμετάλλευσιν των πασχόντων, παρηκολούθη και η Δημοτική αρχή, ήτις πεπεισμένη περί των αγνών και μόνον φιλανθρωπικών αισθημάτων του Μπαρμπαγιάννη, την εκ χριστιανικών πεποιθήσεων προερχομένην, επέτρεψε εις αυτόν να περιάγη εις τας εκκλησίας κιβωτίδια προς συλλογήν εράνων υπέρ του Νοσοκομείου. Ούτω εσχηματίσθη εις την Λάρισαν ο πρώτος Νοσοκομειακός πυρήν εις την οικίαν του Μπαρμπαγιάννη, όστις πολλάς προσέφερεν υπηρεσίας εις τους πάσχοντας ξένους».
Το 1887 εκλέχθηκε Δήμαρχος Λαρίσης ο Διονύσιος Γαλάτης (1887-1891) και μία από τις πρώτες του ενέργειες υπήρξε η δημιουργία ευπρεπούς και σύγχρονου νοσηλευτικού ιδρύματος στην πόλη. Στις 12 Νοεμβρίου 1888 τέθηκε σε μειοδοτικό διαγωνισμό η «…κατασκευή Δημοτικού Νοσοκομείου εν τω μέσω του Δημοτικού Γηπέδου του κειμένου μεταξύ του ποταμού Πηνειού, του Μεβλεβή τεκέ, του τέως Στρατώνος του Πυροβολικού και του Μποστανίου του γνωστού υπό την επωνυμίαν “Κολοκυνθούς”, κατά τον υπό του Δημομηχανικού Λαρίσσης Β. Σαδούκα συνταχθέντα προϋπολογισμόν και συγγραφήν των υποχρεώσεων και κατά το υπό της Νομαρχίας Λαρίσσης εγκριθέν σχεδιάγραμμα…»[3].
Για την επιλογή της τοποθεσίας του Νοσοκομείου ο Μιχαήλ Σάπκας αναφέρει τα εξής: «Κατηρτίσθη κατάλληλος εξ ειδικών επιτροπή προς εξεύρεσιν καταλλήλου τοποθεσίας δια την ανέγερσιν του Νοσοκομείου. Αύτη επέλεξε τοιαύτην εις την ανατολικήν πλευράν της πόλεως, εις ελαφρόν ύψωμα, παρά τον οθωμανικόν τεκέν, όπου λόγω της ευχέρου τοποθεσίας συνεκεντρούντο αι αριστοκράτιδες οθωμανίδες επί τουρκοκρατίας και επεδίδοντο εις διάφορα παιχνίδια και διασκεδάσεις παρά την όχθην του Πηνειού. Η εκλεγείσα δια το Νοσοκομείον θέσις ήτο εξαιρετική, απέναντι του Ολύμπου και του Κισσάβου, υψηλή, είχε απέναντι το δάσος Γκιμπλή Ορμάν, κατόπιν Λούνα Πάρκ, εξαιρετικώς κατάφυτος εξοχή της πόλεως, ήτο αναπεπταμένη με ορίζοντα ευρύτατον, εκτάσεως 8-10 στρεμμάτων, μη απέχουσα πολύ από την δεξιάν όχθην του Πηνειού».
Στις 30 Δεκεμβρίου 1888 συντάχθηκε από τον συμβολαιογράφο της Λάρισας Παναγιώτη Σκαμβούγερα το συμφωνητικό αρ. 9502 μεταξύ του Αδελφάτου του Δημοτικού Νοσοκομείου και του εργολάβου ο οποίος ανεδείχθη από τον μειοδοτικό διαγωνισμό. Σύμφωνα μ' αυτό, μεταξύ του Αδελφάτου του Δημοτικού Νοσοκομείου, το οποίο αποτελείτο από τον Πρόεδρο Διονύσιο Σ. Γαλάτη Δήμαρχο Λαρίσης και τα μέλη Σαμουήλ Βέγα, Εμμανουήλ Σταυρίδη και Ανδρέα Κωνσταντίνου, όλοι τους έμποροι και του Κωνσταντίνου Αντωνίου Χατζηδάκη, αρχιτέκτονα, ως πληρεξούσιου του Νικολάου Τσιάμη εργολάβου, κατοίκου Αταλάντης συμφωνήθηκε ότι το Αδελφάτο του Νοσοκομείου χορηγεί εργολαβικώς στον Νικόλαο Τσιάμη την κατασκευήν Δημοτικού Νοσοκομείου στη Λάρισα αντί δραχμών 36.864,50.
Από την μελέτη του συγκεκριμένου συμβολαίου μαθαίνουμε σήμερα ότι τα σχέδια του Δημοτικού Νοσοκομείου εκτελέσθηκαν από τον Δημομηχανικό Λαρίσης Β. Σαδούκα και η κατασκευή του έγινε από τον εργολάβο Αταλάντης Νικόλαο Τσιάμη, με την εποπτεία του Λαρισαίου αρχιτέκτονα Κωνσταντίνου Χατζηδάκη.
Εν τω μεταξύ ο δήμαρχος Διονύσιος Γαλάτης επεδίωξε και γνωρίσθηκε με τον Ιωάννη Κουτλιμπανά πλούσιο έμπορο από την Ρουμανία, Ζαρκινό την καταγωγή, ο οποίος το διάστημα εκείνο βρισκόταν στη Λάρισα και κατόρθωσε να τον πείσει να αναλάβει τα έξοδα κατασκευής του. Για τον σκοπό αυτό ο Κουτλιμπανάς κατέθεσε άμεσα στο υποκατάστημα Λαρίσης της Τράπεζας Ηπειροθεσσαλίας το ποσόν των 40.000 δραχμών, επιφυλασσόμενος να συμπληρώσει τη δωρεά με επιπλέον ποσόν μετά την επιστροφή του στη Ρουμανία[4].
Δύο μήνες μετά την σύνταξη του συμφωνητικού, τον Φεβρουάριο του 1889, έγινε η επίσημη τελετή θεμελιώσεως του Νοσοκομείου από τον μητροπολίτη Λαρίσης Νεόφυτο Γ΄, παρουσία του δημάρχου Διονυσίου Γαλάτη, των αρχών της πόλεως και του δωρητή Ιωάννη Κουτλιμπανά.
Στο αναφερθέν συμφωνητικό μεταξύ του αδελφάτου του Νοσοκομείου και των κατασκευαστών δεν αναφέρεται πουθενά το όνομα του μεγάλου ευεργέτη Ιωάννη Κουλιμπανά, ενώ δύο μήνες αργότερα διαπιστώνουμε ότι βρισκόταν στην τελετή θεμελιώσεως, όπου ήταν το τιμώμενο πρόσωπο. Φαίνεται ότι στο διάστημα αυτό λήφθηκε από τον Κουτλιμπανά η απόφαση να αναλάβει τα έξοδα κατασκευής του.
Η ανέγερση του νοσοκομείου άρχισε με ταχείς ρυθμούς και ο Μιχαήλ Σάπκας αναφέρει ότι τον Νοέμβριο του 1890 «…πενταμελής επιτροπή απαρτιζομένη εκ του Νομομηχανικού κ. Αγγελοπούλου, του Αχιλλέως Λογιωτάτου, πρώην βουλευτού και ετέρων τριών ευυπολήπτων της πόλεώς μας προσώπων, παραλαμβάνει το κατάστημα». Και οι εφημερίδες της Λάρισας στις 22 Νοεμβρίου 1890, είκοσι μήνες μετά την τελετή θεμελιώσεως, γράφουν: «Από του παρελθόντος Σαββάτου οι εις το Πολιτικόν ενταύθα Νοσοκομείον δια χρημάτων του Δήμου μας νοσηλευόμενοι ασθενείς[5], μετηνέχθησαν εις το δαπάναις του εν Ρωμανία διαμένοντος ομογενούς κ. Ι. Αστ. Κουτλιμπανά ανεγερθέν Νοσοκομείον «Ρήγας Φερραίος»[6].
Το σημερινό κείμενο μας δίνει ένα χειροπιαστό παράδειγμα για το πόσο σπουδαίος ιστορικός πλούτος περιέχεται στα ράφια των Γενικών Αρχείων του Κράτους του νομού μας και για το πόσες πληροφορίες μπορούν να αντληθούν από τις κιτρινισμένες σελίδες των εγγράφων τους.
 [1]. εφ. "Νέα Ημέρα", Λάρισα, φύλλο της 29ης Σεπτεμβρίου 1935.
[2]. Από τις ανέκδοτες χειρόγραφες «Αναμνήσεις από την ανέγερσιν του Δημοτικού Νοσοκομείου και των παραρτημάτων αυτού» του παλαιού Δημάρχου Μιχαήλ Σάπκα (1873-1956), τις οποίες έγραψε λίγα χρόνια πριν τον θάνατό του.
[3]. Γ.Α.Κ. Λάρισας, αρ. διακηρύξεως 4255. Η διακήρυξη αυτή είναι ενσωματωμένη στο συμβόλαιο αρ. 9502 του συμβολαιογράφου Λαρίσης Παναγιώτου Σκαμβούγερα. Αντίγραφό του μου παραχώρησε ο καλός φίλος Κώστας Θεοδωρόπουλος.
[4]. Βλ. Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Οι απαρχές των νοσηλευτικών ιδρυμάτων της Λάρισας. Από τις «Αναμνήσεις» του Μιχαήλ Σάπκα, «Εύκρατον», Πρακτικά επιστημονικής συνάντησης προς τιμήν του Γεωργίου Αντωνακοπούλου, ομότιμου καθηγητού της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Λάρισα 10 Μαΐου 2014, σελ. 59-78.
[5]. Ο δημοσιογράφος εννοεί εδώ το νοσηλευτήριο που είχε ιδρύσει στην ιδιωτική του κατοικία ο Ιωάννης Παπαϊωάννου, το οποίο την περίοδο εκείνη ονομαζόταν επίσημα «Πολιτικόν Νοσοκομείον Ρήγας Φερραίος».
[6]. εφ. Σάλπιγξ, Λάρισα, φύλλο της 22ας Νοεμβρίου 1890. Η αρχική ονομασία του Νοσοκομείου ως "Πολιτικόν Νοσοκομείον Ρήγας Φερραίος" διατηρήθηκε μέχρι το 1895, όταν κατά την διάρκεια τελετής κατά την οποία έγιναν τα αποκαλυπτήρια της προτομής του Ιω. Κουτλιμπανά στον αύλειο χώρο του νοσηλευτικού ιδρύματος, έλαβε την ονομασία "Κουτλιμπάνειον Δημοτικόν Νοσοκομείον".
Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com