Τετάρτη 22 Νοεμβρίου 2017

ΛΑΡΙΣΑ. Μία εικόνα, χίλιες λέξεις

Οικία οικογένειας Παντοστόπουλου



Η κατοικία του οδοντιάτρου Χρήστου Παντοστόπουλου. Σχέδιο του Χρήστου Τζεζαϊρλίδη.Η κατοικία του οδοντιάτρου Χρήστου Παντοστόπουλου. Σχέδιο του Χρήστου Τζεζαϊρλίδη.
Το κτίριο της σημερινής εικόνας οι παλαιότεροι Λαρισαίοι το θυμούνται ζωηρά. Βρισκόταν μέχρι το 1975 στη νοτιοδυτική γωνία της διασταύρωσης των οδών Κούμα και Βασιλέως Κωνσταντίνου (Παναγούλη σήμερα), απέναντι από το κινηματοθέατρο «Παλλάς» και ήταν η κατοικία της οικογένειας Παντοστόπουλου.
Η κατοικία αυτή οικοδομήθηκε την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα. Όταν ο φωτογράφος Ιωάννης Παντοστόπουλος εγκαταστάθηκε στη Λάρισα ενοικίασε την κατοικία αυτή και εγκατέστησε στους χώρους της το φωτογραφικό εργαστήριο. Αργότερα, όπως μας αναφέρει ο Γεώργιος Γουργιώτης, νυμφεύθηκε την ιδιοκτήτρια του κτιρίου και έτσι έγινε κάτοχός της[1]. Ήταν ένας από τους πρώτους καλλιτέχνες ζωγράφους-φωτογράφους της Λάρισας μετά την απελευθέρωση, η επαγγελματική δράση του οποίου ξεκίνησε από τις αρχές της δεκαετίας του 1890. Θεωρείται ο γενάρχης μιας μεγάλης οικογένειας φωτογράφων της πόλης μας, αφού η αδελφή του Στυλιανή Παντοστοπούλου παντρεύτηκε τον φωτογράφο Γεράσιμο Δαφνόπουλο (1874-1935), από τους συγγενείς του οποίου προήλθαν πολλοί ονομαστοί καλλιτέχνες φωτογράφοι, όπως ο Γεώργιος Βαλσάμης, ο Νικόλαος Μούσιος και ο Δημήτριος Αρετόπουλος.
Το οίκημα αυτό κληρονόμησε ο γιος του Χρήστος Παντοστόπουλος. Ο τελευταίος γεννήθηκε στη Λάρισα το 1897, αλλά δεν συγκινήθηκε από την επαγγελματική επιτυχία στη φωτογραφική τέχνη και την κοινωνική καταξίωση που είχε ο πατέρας του και ακολούθησε άλλο επάγγελμα. Σπούδασε στο «Οδοντιατρικόν Σχολείον» του Πανεπιστημίου Αθηνών[2] και αποφοίτησε τον Οκτώβριο του 1923 στη Λάρισα. Το οδοντιατρείο του το εγκατέστησε στην ιδιωτική τους κατοικία, στους χώρους όπου είχε το φωτογραφικό εργαστήριο ο πατέρας του. Ήταν μια ευρύχωρη μονοκατοικία, της οποίας η κυρία είσοδος ήταν επί της οδού Παναγούλη. Τα δύο πρώτα δωμάτια εκατέρωθεν της εισόδου που έβλεπαν στον δρόμο, εξυπηρετούσαν την επαγγελματική του ιδιότητα. Το ένα το είχε μετατρέψει σε αίθουσα αναμονής και το άλλο το χρησιμοποιούσε ως οδοντιατρείο. Τα υπόλοιπα δωμάτια του σπιτιού φιλοξενούσαν την οικογένεια η οποία αποτελείτο από τον ίδιο και τις δύο αδελφές του. Και τα τρία αδέλφια δεν ευτύχησαν να κάνουν οικογένεια. Ήταν από τους πρώτους επιστήμονες οδοντιάτρους που εγκαταστάθηκε στη Λάρισα, εφοδιασμένος με τα κατάλληλα εργαλεία της επιστήμης του, στο δε μητρώο του Οδοντιατρικού Συλλόγου της Λάρισας φέρει τον αριθμό 1 (ένα). Η κατοικία διέθετε μια μεγάλη κατάφυτη αυλή η οποία έβλεπε επί της Παναγούλη. Τοιχίο με κάγκελα την οριοθετούσε από το πεζοδρόμιο και μια μεγάλη σιδερένια πόρτα με περίτεχνα σχέδια οδηγούσε από τον δρόμο στην αυλή.
Αρχιτεκτονικά η κατοικία του Χρήστου Παντοστόπουλου ήταν μια ισόγεια μονοκατοικία με ημιυπόγειο, η οποία ήταν στολισμένη εξωτερικά με ορισμένα λιτά και κομψά νεοκλασικά διακοσμητικά στοιχεία κυρίως γύρω από τα ανοίγματα και τις γωνίες. Ιδιαίτερα η κυρία είσοδος είχε στα πλάγια δύο ευρείες παραστάδες, ήταν ψηλή και επάνω τελείωνε σε ένα κομψό τριγωνικό αέτωμα. Δύο σκαλοπάτια οδηγούσαν από το πεζοδρόμιο στην δίφυλλη πόρτα με φεγγίτη. Η πόρτα ήταν ξύλινη και τα ανοίγματά της προστατεύονταν από όμορφες σιδεριές. Ήταν ένα κτίσμα σχετικά μικρό σε διαστάσεις, αλλά πολύ κομψό, με ωραίες αναλογίες, τετράριχτη στέγη με κεραμίδια, ακροκέραμα στις γωνίες και με δύο απλές καμινάδες, όπως φαίνεται και από το δημοσιευόμενο σχέδιο. Τελικά αυτοί οι παλιοί τεχνίτες, εμπειρικοί οι περισσότεροι, φαίνεται ότι είχαν πολύ ανεπτυγμένο το αίσθημα της καλαισθησίας, αν αναλογισθεί κανείς την αδιάφορη αισθητική παρόμοιων σε διαστάσεις σημερινών μονώροφων κτισμάτων.
Ο Χρήστος Τζεζαϊρλίδης αποτύπωσε σε ωραία σχέδια τόσο την κατοικία του Χρήστου Παντοστόπουλου, όσο και την σιδερένια αυλόπορτα. Τα σχέδια αυτά δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό «Σπαρμός» που εξέδιδε στην πόλη μας την δεκαετία του 1980 ο ιατρός και λογοτέχνης Μάκης Λαχανάς.
Ο Χρήστος Παντοστόπουλος εκτός από την επιστήμη του, επιδόθηκε με ιδιαίτερη αγάπη στη μουσική, την οποία μελέτησε θεωρητικά. Υπήρξε επί σειρά ετών μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Δημοτικού Ωδείου Λάρισας, συμμετείχε κατά καιρούς σε διάφορες εκδηλώσεις με μουσικά σχήματα του Ωδείου (ο ίδιος ήταν εξαιρετικός τενόρος), δημοσίευε στις τοπικές εφημερίδες κριτική μουσικών εκδηλώσεων, ρεσιτάλ, συναυλιών, κλπ. και γενικά πρωτοστατούσε σε κάθε μουσική εκδήλωση της πόλης τόσο προπολεμικά όσο και μεταπολεμικά, μέχρι και τον θάνατό του. Συνταξιοδοτήθηκε το 1964 και πέθανε το 1974.
Το κτίριο άντεξε στις κακουχίες της κατοχής (σεισμός, βομβαρδισμοί), και ο ιδιοκτήτης συνέχισε και μεταπολεμικά να εργάζεται και να διαμένει σ’ αυτό. Αργότερα όμως, μετά τον θάνατό του (1974), ακολούθησε δυστυχώς την τύχη των άλλων νεοκλασικών κτισμάτων της Λάρισας. Κατά την κατεδάφισή του το 1975, στη διάρκεια σωστικής ανασκαφής από την Εφορεία Κλασικών Αρχαιοτήτων, βρέθηκε σε δεύτερη χρήση ενεπίγραφη πλάκα με απελευθερωτικές πράξεις. Η πλάκα αυτή είχε χρησιμοποιηθεί σε κτίσμα της ύστερης αρχαιότητας ως κατώφλι, με την επιγραφή τοποθετημένη προς τα κάτω, από την οποία όμως διασώθηκαν μόνο αποσπασματικά λείψανα[3]. Στην ίδια ανασκαφή βρέθηκαν και άλλες πλάκες με επιγραφές.
 [1]. Ο Ιωάννης Παντοστόπουλος (1863-1928) γεννήθηκε στη Σαμαρίνα και σε νεαρή ηλικία εγκαταστάθηκε στη Λάρισα. Αργότερα επισκέφθηκε το Άγιον Όρος και μαθήτευσε κοντά στους μοναχούς την αγιογραφία. Με τη φωτογραφία ασχολήθηκε αργότερα. Βλέπε: Γουργιώτης Γεώργιος, Λαρισαίοι φωτογράφοι του τέλους του 19ου αιώνα ως το 1940, στο βιβλίο Μικρά μελετήματα, Λάρισα (2000) σ. 131-132.
[2]. Μπαρμπής Βοζαλής, Πορτραίτα πρωτοπόρων οδοντιάτρων της Λάρισας, Λάρισα (2006) σ. 11. Δεν είχε ακόμα αναπτυχθεί ως ιδιαίτερη Σχολή η Οδοντιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
[3]. Ζάχου-Κοντογιάννη Μ.-Η., Μία νέα επιγραφή με απελευθερωτικές πράξεις από τη Λάρισα, Επιστημονική Επετηρίς Φιλοσοφικής Σχολής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τόμ. Κ΄ (1981) σ. 155-172.

* Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com


Πέμπτη 16 Νοεμβρίου 2017

ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

Τα Ταμπάκικα

 

Μία από τις φτωχότερες γειτονιές της Λάρισας, δίπλα στον Πηνειό ποταμό, ήταν τα Ταμπάκικα, που κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας έμεναν εκεί λίγοι κάτοικοι, που το επάγγελμά τους ήταν η κατεργασία δερμάτων, οι ταμπάκηδες, όπως τους αποκαλούσαν τότε (ταμπάκ τουρκιστί σημαίνει δέρμα), δηλαδή οι βυρσοδέψοι, όπως επίσης έμεναν μερικές από τις φτωχότερες οικογένειες, αυτές που υπέμεναν καρτερικά την αφόρητη μυρωδιά, την απαίσια μπόχα που έβγαινε από το πλύσιμο, ήλιασμα κ.λπ. της κατεργασίας των δερμάτων.
Είχε τόσες πολλές βιοτεχνίες τομαριών, που και από το δρόμο, σήμερα οδός Γεωργιάδου, απέφυγε κανείς να περάσει διότι η δυσοσμία ήταν αηδιαστική και εμετική, γι’ αυτό άλλωστε η συνοικία αυτή ήταν μικρή, αφού κανένας δεν ήθελε να πάει στον τόπο αυτό που βρωμοκοπούσε.
Το όνομα Ταμπάκικα διατήρησε μέχρι τον πόλεμο του 1940, αλλά και στα πρώτα χρόνια τα μεταπολεμικά, οπότε μετονομάστηκε σε Αμπελόκηπους, γιατί στο πίσω μέρος της συνοικίας και δίπλα στο ποτάμι υπήρχαν λίγα αμπέλια.
Στα στενά δρομάκια και αδιέξοδα της συνοικίας αυτής και μέσα σε χαμόσπιτα, παράγκες, χαλάσματα, σε άθλια κατάσταση, λειτουργούσαν ναοί τής Αφροδίτης, που έθυαν αξιοθρήνητα πλάσματα που είχαν κατεβεί το τελευταίο σκαλοπάτι του ανθρώπινου ξεπεσμού και στους πανάθλιους αυτούς δρόμους τους γεμάτους από μια σπιθαμή λάσπης το χειμώνα και σκόνη το καλοκαίρι, κυκλοφορούσαν όχι μόνο στο θεοσκόταδο που επικρατούσε τη νύχτα, αλλά και την ημέρα, άνθρωποι της κατώτατης υποστάθμης, χασικλήδες, χαμίνια, κακοποιοί, κλέφτες, στρατιώτες από κάθε καρυδιάς καρύδι, γιατί τότε υπήρχε πάντοτε στρατός και πάρα πολλούς από το 1925 που εγκαταστάθηκε στη Λάρισα το Β’ Σώμα Στρατού, και νταβατζήδες και σωματέμποροι, που γίνονταν με το ζόρι εραστές και που πολλές φορές αρματωμένοι με κουμπούρες και δίκοπα μαχαίρια, μπουκάριζαν στα δωμάτια των δύστυχων αυτών γυναικών - ιερειών και τις υποχρέωναν να δεχθούν προστασία, με αντάλλαγμα βέβαια τις εισπράξεις των. Πολλές από αυτές πλήρωσαν την ανυπακοή τους με τη ζωή τους. Και κάθε βράδυ δεν έλειπαν οι καβγάδες, σαματάδες, αιματηρά γεγονότα, ακόμα και φόνοι. Οι εφημερίδες της εποχής έγραφαν για τα Ταμπάκικα ήταν στίγμα του σύγχρονου πολιτισμού.
Για τη ζωή της συνοικίας αυτής μεταφέρω εδώ ένα κομμάτι από όσα γράφω στο βιβλίο μου «Αναζητώντας τη χαμένη Λάρισα»: «Πράγματι, όπως θυμούνται όλοι, οι μεγάλης σήμερα ηλικίας, η κατάσταση, στη συνοικία αυτή ήταν τέτοια που ξευτελίζονταν κάθε ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Έβλεπε κανείς την ημέρα τις γυναίκες των σπιτιών αυτών αγουροξυπνημένες, κακοβαμμένες και πολλές μαστουρωμένες να είναι στημένες στις πόρτες για να ψωνίσουν κανένα πρωινό πελάτη και άλλες να κάθονται έξω από κάτι μικρομάγαζα - τεκέδες και περισσότερο τις ημέρες που είχε λιακάδα, επιδεικνύοντας προκλητικά στους περαστικούς τα μισόγυμνα στήθη τους και λίγο μπούτι πάνω από τα γόνατα, μεταξύ της μαύρης κάλτσας και της κατά προτίμηση κόκκινης καλτσοδέτας και του κοντοφουστανιού.
Τη νύχτα δέχονταν τους πελάτες στα πανάθλια δωμάτιά τους, που μύριζαν μούχλα και περμαγκανάντ, ανάμικτα με φθηνό άρωμα και στα τρίζοντα σανιδένια κρεβάτια με τα βρώμικα σεντόνια. Τον χειμώνα δε ήταν που να τις αηδιάζεις, όταν σε υποδέχονταν καθισμένες, ανασκουμπωμένες με ανοιχτά τα σκέλη τους στα μαγκάλια…».
Και όμως δούλευαν τότε όλες πολύ καλά, γιατί ήταν φτηνές και οι νεολαίοι, που το χαρτζιλίκι τους τότε ήταν πενιχρό για τους περισσότερους, δεν έφθανε για τις αλλού ακριβότερες.
Η κατάσταση στην πανάθλια αυτή συνοικία συνεχίστηκε μέχρι το 1930, που ξεσηκώθηκαν πολλοί Λαρισαίοι και Ταμπακιώτες κυρίως επαγγελματίες, που με το πέρασμα του χρόνου είχαν έλθει στη συνοικία αυτή και ασκούσαν διάφορα επαγγέλματα, εξυπηρετώντας τον πληθυσμό της πολυάνθρωπης πλέον συνοικίας, και ζήτησαν από την Πολιτεία να απαλλάξει τη συνοικία αυτή από τα κακόφημα σπίτια και τα κακοποιά στοιχεία, όπως και έγινε.
Στη συνοικία τα παλιά εκείνα χρόνια πρόβαλαν το πρώτο παγοποιείο του Αθ. Κατσαούνη, ο πρώτος ατμόμυλος του Δερβίς - Βέη, που το 1884 μεταβιβάστηκε στον Ι. Τσιμπούκην, ο μύλος του Παππά και, βέβαια, πρόβαλε και φάνταζε η εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής, που κτίστηκε στην αρχή σε αρκετό βάθος από την επιφάνεια της γης, πλάι στο αναβλύζον τότε εκεί αγίασμα, κατόπιν της κατά το έτος 1877 ανευρέσεως της εικόνας της Παναγίας, ύστερα από όνειρο ευσεβούς γυναίκας.
Επίσης, στη συνοικία λειτουργούσε και το εξοχικό κέντρο «Ο Πλάτανος», δίπλα στο ποτάμι, με τον περίφημο Καραγκιόζη που παρακολουθούσαν όχι μόνο Ταμπακιώτες, αλλά και από όλη την πόλη οι Καραγκιοζόφιλοι. Το κέντρο αυτό, αλλά και η συνοικία, συνδέονταν με περαταριά με την απέναντι περιοχή τότε Παπασταύρου, που υπήρχε μόνο το μικρό εξοχικό κεντράκι «Η Κιβωτός», στο σημείο δε αυτό οι Ταμπακιώτες κολυμπούσαν ή μάθαιναν κολύμπι, οι οποίοι επίσης ψάρευαν στον Πηνειό γουλιανούς και σαζάνια, ψάρια νοστιμότατα. Πολλοί, μάλιστα, Ταμπακιώτες είχαν και βάρκες ειδικές για το ποτάμι. Στα Ταμπάκικα υπήρχε και ένας πύργος της οικογένειας Ροδόπουλου, χωρίς όμως ν’ αναφέρεται πουθενά πώς κατεδαφίστηκε.
Η συνοικία αυτή, ακόμα και προ ολίγων δεκαετιών, υπέφερε πολύ από τις πλημμύρες που προξενούσε ο Πηνειός, ο οποίος συχνά πλημμύριζε και της προξενούσε ζημιές.
Σήμερα, τα Ταμπάκικα - Αμπελόκηποι, με τις όμορφες πολυκατοικίες, πήρε όψη πολιτισμένη και σε λίγα χρόνια που θα διαμορφωθούν και όσοι δαιδαλώδεις δρόμοι υπάρχουν και σήμερα, τίποτα δεν θα θυμίζει από τα κακόφημα Ταμπάκικα της παλιάς εποχής, τίποτα από την παλιά φυσιογνωμία της συνοικίας αυτής.
(Τα Ταμπάκικα οι Τούρκοι τα ονόμαζαν Ταμπάχανα ή Ταμπακχανέ Μαχάλεσι).


Τετάρτη 25 Οκτωβρίου 2017

ΛΑΡΙΣΑ. Μία εικόνα, χίλιες λέξεις...

Η Λάρισα όπως την είδε ο Fr. Pouqueville (1812)


Η Λάρισα όπως ήταν το 1812. Χαρακτικό του François PouquevilleΗ Λάρισα όπως ήταν το 1812. Χαρακτικό του François Pouqueville
Η σημερινή εικόνα προέρχεται από το βιβλίο του Γάλλου Francois Pouqueville, "Grece"[1] και αποτυπώνει την παραπήνεια περιοχή όπου σήμερα βρίσκεται το Γενικό Νοσοκομείο.
Ο Pouqueville (1770-1838) μετά το τέλος των βασικών σπουδών του, χειροτονήθηκε σε νεαρή ηλικία ιερέας, αλλά γρήγορα αποσχηματίσθηκε και το 1794 άρχισε ιατρικές σπουδές στο Παρίσι. Υπήρξε συγγραφέας ιστορικών και περιηγητικών βιβλίων και διπλωμάτης. Στη χώρα μας έγινε γνωστός με την τελευταία ιδιότητά του, αφού παρέμεινε περισσότερο από μια δεκαετία στα Ιωάννινα, διορισμένος από τον Ναπολέοντα πρόξενος της Γαλλίας στην αυλή του Αλή πασά, αλλά και επειδή έγραψε σπουδαία περιηγητικά βιβλία και πολλές μελέτες για την αρχαία και την σύγχρονη για την εποχή του Ελλάδα.
Πριν ακόμα διορισθεί πρόξενος στην Ήπειρο, ο Pouqueville ένιωθε μεγάλη αγάπη για την Ελλάδα, γεγονός που τον έκανε να προσπαθήσει να μάθει την ελληνική γλώσσα. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στον τουρκοκρατούμενο ελληνικό χώρο, σαν πρόξενος της Γαλλίας που ήταν, δημιούργησε ισχυρές σχέσεις με τον Αλή πασά. Παρέμεινε στα Ιωάννινα από το 1805 μέχρι το 1815 και όταν έγινε η αποκατάσταση της βασιλείας ανακλήθηκε στη Γαλλία. Κατά το διάστημα αυτό των δέκα ετών πραγματοποίησε πολλές περιηγήσεις, κυρίως στην ηπειρωτική Ελλάδα, μελέτησε με ιδιαίτερο ζήλο γεωγραφικά, ιστορικά και αρχαιολογικά τους χώρους που επισκέφθηκε και συγκέντρωσε άφθονο υλικό από τα συνεχή ταξίδια του. Όταν επέστρεψε στο Παρίσι κυκλοφόρησε ένα μεγάλο σε έκταση οδοιπορικό σε πέντε τόμους(1).
Σε κάποια από τις πολλές περιηγήσεις του στον τουρκοκρατούμενο ελληνικό χώρο, ο Pouqueville επισκέφθηκε και τη Λάρισα περί τα 1812. Την περιγράφει με πολλές και πολύτιμες λεπτομέρειες, δίνει πληροφορίες για τη θέση της, κάνει εκτενείς αναφορές στη διαχρονική και εκκλησιαστική ιστορία της πόλεως και της περιοχής, αναφέρει στιγμιότυπα από την καθημερινή ζωή των κατοίκων της, μουσουλμάνων, χριστιανών, εβραίων και τσιγγάνων και συγκρίνει τη σημερινή της κατάσταση, με τις περιγραφές των αρχαίων κλασικών συγγραφέων. Από τις πολλές σελίδες που αφιέρωσε αναφερόμενος στην πόλη μας, θα απομονώσουμε μερικές που είναι κυρίως περιγραφικές και χαρακτηρίζουν την πόλη, όπως την αντίκρισε ένα πολύπειρο μάτι καθώς περιπλανήθηκε στους χώρους της και την έζησε για λίγο.
Για τον Πηνειό ο Pouqueville γράφει: «Το βλέμμα μου ξαναγυρίζει στον Πηνειό, καθώς ξεγλιστράει ανάμεσα σε δενδροστοιχίες με ιτιές και πλατάνια που φθάνουν ως τα προάστια της Λάρισας. Δεν ξεπροβάλλει πια ανάμεσα σε γυμναστήρια, σε ναούς, σε αμφιθέατρα όπου γίνονταν οι ταυρομαχίες, επιδεικνύοντας το ρεύμα του. Κυρίαρχος όπως πάντοτε, αλλά τώρα κυρίαρχος μιας ερειπωμένης χώρας, κυλάει μέσα από τις γειτονιές μιας πόλης βουτηγμένης στον βούρκο και μοιάζει να βιάζεται να την εγκαταλείψει, για να ορμήσει πλέον ως νικητής στα Τέμπη, εκεί όπου έχει διανοίξει μια δίοδο με την ορμητική ροή του».
Από το εσωτερικό της πόλεως οι εντυπώσεις του είναι απογοητευτικές: « Η Λάρισα, όπως και όλες οι τουρκικές πόλεις, έχει να επιδείξει ορισμένα μεγάλα αρχοντικά, τα οποία όμως χάνονται μέσα σε ένα απροσδιόριστο συνονθύλευμα από καλύβια. Αντί για πλατείες δεν βλέπει κανείς παρά σωρούς από σκουπίδια, λακκούβες με στάσιμα νερά, ενώ τα άλλοτε ξακουσμένα παζάρια της ξεφτίζουν καθημερινά»[3].
Είναι από τους πρώτους περιηγητές, έλληνες και ξένους, που επισκέφθηκαν τη Λάρισα και αναφέρονται στο τάφο του Ιπποκράτη. Γράφει σχετικά: «Απογυμνωμένη από τα μεγαλεία και τα μνημεία της, καυχιέται ότι είχε επάνω στο έδαφος της τον τάφο του Ιπποκράτη, που έζησε τις τελευταίες ημέρες της ζωής του στη Λάρισα, η οποία βρίσκεται κοντά στην Τρίκκη, τη γενέτειρα του Ασκληπιού...». Τόσο παλιά, από τα 1812 ακόμη, χρονολογία κατά την οποία ο Pouqueville επισκέφθηκε τη Λάρισα, ήταν διάχυτη η υπερηφάνεια των χριστιανών κατοίκων, καθώς γνώριζαν ότι στα χώματά της αναπαυόταν ο πατέρας της Ιατρικής Ιπποκράτης (460-370 π. Χ.).
Η σημερινή εικόνα που συνοδεύει το κείμενο αποτυπώνει το βορειοανατολικό τμήμα της πόλεως, την συνοικία Σουφλάρια. Μπροστά και στο κέντρο της εικόνας υπάρχουν σε μεγάλη έκταση διάσπαρτες όρθιες λίθινες στήλες, οι οποίες υποδηλώνουν την παρουσία μουσουλμανικού νεκροταφείου σ’ αυτή την περιοχή, το οποίο εκτεινόταν μέχρι τον χώρο όπου καταλαμβάνει σήμερα το Γενικό Νοσοκομείο. Αριστερά ο Πηνειός κυλά ήρεμα τα νερά του ανάμεσα από κατάφυτες όχθες. Η συνοικία αποτελείται από αραιές, χαμηλές και απρόσωπες κατοικίες, μέσα από τις οποίες προβάλλουν πέντε τζαμιά με τους αντίστοιχους μιναρέδες. Από τα τζαμιά αυτά το μεγαλύτερο και επιβλητικότερο είναι αυτό που βρίσκεται δεξιά σε πρώτο επίπεδο. Καλύπτεται με τρούλο και η βόρεια πλευρά του εμφανίζει στοά. Πρόκειται για το τζαμί του Ομέρ μπέη, γιου του κατακτητή της Θεσσαλίας Τουραχάν μπέη. Βρισκόταν στην σημερινή οδό Γαριβάλδη, μεταξύ των οδών Δήμητρας και Ολύμπου. Νότια και σε μικρή απόσταση από το τζαμί απεικονίζεται ένας τουρμπές, (ταφικό μαυσωλείο) κάποιου ευγενούς Οθωμανού. Πίσω από τα σπίτια της συνοικίας απλώνεται η μεγάλη θεσσαλική πεδιάδα, η οποία στο βάθος περιχαρακώνεται από τα υψώματα της Χασάμπαλης, ενώ αριστερά διαγράφεται επιβλητική η κωνική απόληξη της Όσσας. Το χαρακτικό αυτό έχει πολλές ομοιότητες με το αντίστοιχο της Λάρισας του Stackelberg, το οποίο σχεδίασε ο τελευταίος όταν επισκέφθηκε το 1811 τη Λάρισα.
[1]. Ο πλήρης τίτλος του είναι: L’Univers. Histoire et Description de tous les peuples. GRECE, par Fr. Pouqueville. Paris, M.DCCC.XXXV (=1835). Eίναι γνωστό ότι ο συγγραφέας δεν σχεδίαζε κατά τις περιηγήσεις του, όπως συνέβαινε με τους περισσότερους περιηγητές. Έτσι στα βιβλία του φιλοξένησε αντίγραφα χαρακτικών τα οποία είχαν ήδη δημοσιευθεί σε οδοιπορικά άλλων.
[2]. Fr. Pouqueville Voyage dans la Grece. Paris, M.DCCC.XX (=1820). Το 1826 κυκλοφόρησε η δεύτερη έκδοση του οδοιπορικού του αναθεωρημένη, διορθωμένη και επαυξημένη, σε έξι τόμους.
[3]. Fr. Pouqueville. Ταξίδι στην Ελλάδα. Θεσσαλία-Μακεδονία. εκδ. αφοί Τολίδη, Αθήνα, (1995), σ. 258-262.
Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Κυριακή 22 Οκτωβρίου 2017

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

Μια βόλτα στην οδό Ακροπόλεως


Η οδός Ακροπόλεως (Παπαναστασίου) από τη διασταύρωση με την Αλεξάνδρας (Κύπρου), με κατεύθυνση προς βορρά. Φωτογραφία από μια χιονισμένη ημέρα. Περίπου 1935.Η οδός Ακροπόλεως (Παπαναστασίου) από τη διασταύρωση με την Αλεξάνδρας (Κύπρου), με κατεύθυνση προς βορρά. Φωτογραφία από μια χιονισμένη ημέρα. Περίπου 1935.
Ο κεντρικός δρόμος που δημιουργήθηκε με το νέο Σχέδιο Πόλεως της Λάρισας το 1883-84 και ο οποίος ξεκινούσε από τον Λόφο της Ακροπόλεως, κατέληγε πέρα από την εκκλησία του Αγίου Νικολάου, μέχρι και την περιφερειακή τάφρο, όπου σήμερα βρίσκεται η οδός Πολυτεχνείου, ονομάσθηκε εξ αρχής οδός Ακροπόλεως.
Κατά καιρούς ο δρόμος αυτός άλλαξε ονομασίες (το 1920 Βασ. Αλεξάνδρου, το 1936 Βασ. Σοφίας και έπειτα από την μεταπολίτευση Παπαναστασίου)[1], όμως μέχρι και το 1940 συναντάμε σε διαφημίσεις, επιστολικά δελτάρια και διάφορα έγγραφα την πρώτη ονομασία.
Από το σημερινό μας σημείωμα αρχίζουμε μια βόλτα στην οδό Ακροπόλεως, ξεκινώντας από τη διασταύρωσή της με την Αλεξάνδρας (Κύπρου), μέχρι την Μακεδονίας (Βενιζέλου), ακολουθώντας το αριστερό πεζοδρόμιο, για να περιγράψουμε τα σημαντικότερα κτίσματα και την ιστορία τους.
Στη γωνία υπήρχε ένα διώροφο κτίριο, το οποίο διακρίνεται και στην δημοσιευόμενη φωτογραφία. Στο ισόγειο λειτούργησε ένα από τα μεγαλύτερα και μακροβιότερα καταστήματα τροφίμων και αποικιακών ειδών της Λάρισας από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι το 1941. Ιδρύθηκε από τον Κωνσταντίνο Μακρυγιάννη και λόγω της καταγωγής του ήταν γνωστός και ως "Κρητικός". Ο λογότυπος του καταστήματος στα έγγραφα και τις διαφημίσεις ήταν: "Κατάστημα αποικιακών "Η Κρήτη". Κ. Μακρυγιάννη, εν Λαρίση, οδός Ακροπόλεως". Πριν εγκατασταθεί σ' αυτό το κατάστημα, ο Κώστας Μακρυγιάννης διατηρούσε ακριβώς απέναντι μεγάλη αποθήκη κρασιών και εφοδίαζε πολλά ξενοδοχεία φαγητού (εστιατόρια) και ταβέρνες της Λάρισας. Όταν όμως ανεγέρθηκε η διώροφη οικοδομή στη γωνία των οδών Ακροπόλεως, Αλεξάνδρας και Απόλλωνος, θέση προνομιακή, εγκατέλειψε την κρασαποθήκη και άνοιξε το κατάστημα αποικιακών, το οποίο είχε πρόσοψη και από τις τρεις πλευρές, με είσοδο από την οδό Απόλλωνος. Το μαγαζί αυτό συνέχισε τη λειτουργία από τους γιούς του ιδρυτή του, Δημήτριο, Ιωάννη και Ρηγίνο Μακρυγιάννη. Συγχρόνως άλλαξε και την μορφή του και έγινε τυροπωλείο, καθώς οι δύο πρώτοι αδελφοί ασχολούνταν με την τυροκομία. Ο Ρηγίνος είχε απασχοληθεί και με την γεωργία, δεν έμεινε όμως για πολύ στη Λάρισα και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου διακρίθηκε επαγγελματικά. Στο ισόγειο, εκτός από το κατάστημα του Μακρυγιάννη υπήρχαν βορειότερα και άλλα, τα οποία κατά καιρούς άλλαζαν χρήση και ενοικιαστή.
Στον επάνω όροφο του ίδιου κτιρίου στεγάσθηκε το Ξενοδοχείο "Όλυμπος" του Χαράλαμπου Βουζίκα. Από την πλευρά της οδού Ακροπόλεως είχε εννέα ανοίγματα, τέσσερα παράθυρα εκατέρωθεν και στο μέσον πόρτα με εξώστη. Από την πλευρά της οδού Αλεξάνδρας είχε πέντε ανοίγματα, δύο παράθυρα εκατέρωθεν και στο μέσον πόρτα με εξώστη. Αρχιτεκτονικά στο εξωτερικό του το κτίριο ακολουθούσε τον συρμό της εποχής, τον νεοκλασικό ρυθμό. Διέθετε κομψούς εξώστες με σιδερένια κιγκλιδώματα, στηριγμένους σε γλυπτά μαρμάρινα φουρούσια, παραστάδες γύρω από τα ανοίγματα, και άλλα ήπια αρχιτεκτονικά στοιχεία, όπως σχεδόν όλα τα κτίρια της Πλατείας Θέμιδος (Κεντρική πλατεία), κατά την προπολεμική περίοδο. Η κεντρική είσοδος του ξενοδοχείου βρισκόταν επί της οδού Ακροπόλεως. Βορειότερα υπήρξε προπολεμικά το Κουρείο του Μαλισόβα, κατόπιν ακολουθούσε το συμβολαιογραφείο του Παπαμιχαήλ, στο οποίο στη συνέχεια στεγάσθηκε ο συμβολαιογράφος Πανταζής Μουλούλης[2] από τον Τύρναβο. Αργότερα στο ίδιο ενώθηκαν και στεγάσθηκαν τα συμβολαιογραφεία των Χρήστου Μαλάκη, Στέφανου Καράσσου και Περικλή Γαρδίκη.
Τόσο τα καταστήματα όσο και το ξενοδοχείο "Όλυμπος" διατηρήθηκαν μέχρι την εποχή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Κατά τον ιταλικό βομβαρδισμό της 21ης Δεκεμβρίου 1940 και τον επακολουθήσαντα μεγάλο σεισμό της 1ης Μαρτίου 1941, η οικοδομή κατέστη επικίνδυνα ετοιμόρροπη. Οι αρμόδιες υπηρεσίες αναγκάσθηκαν να κατεδαφίσουν το νότιο τμήμα της, αυτό απέναντι από την Εθνική Τράπεζα, το οποίο διατηρήθηκε ως οικόπεδο για μερικά χρόνια, ενώ το υπόλοιπο κτίσμα επιδιορθώθηκε και λειτούργησε. Ο Χαράλαμπος Βουζίκας μετέφερε το ξενοδοχείο του, με την ίδια ονομασία "Όλυμπος", στη γωνία των οδών Κούμα και Ρούσβελτ, σε μια ισόγεια κατοικία με υπερυψωμένο υπόγειο. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 στη θέση του οικοπέδου οικοδομήθηκε τριώροφο κτίσμα, το οποίο βόρεια συνέχονταν με το υπόλοιπο προπολεμικό κτίσμα που είχε διατηρηθεί και είχε αντέξει σε όλους τους σεισμούς που ακολούθησαν μετά το 1941. Σήμερα βέβαια υπάρχει στη θέση του πολυώροφη οικοδομή.
Στη συνέχεια και μέχρι την οδό Ύδρας υπήρχαν χαμηλά ισόγεια καταστήματα, τα οποία άλλαζαν συχνά χέρια και είναι δύσκολο να παρακολουθήσει κανείς τους συνεχόμενους καταστηματάρχες. Θα αναφέρουμε μόνον μερικούς που άφησαν το στίγμα τους στην τοπική ιστορία. Ακολουθούσε κατόπιν το υποδηματοποιείο του Αναστασίου Σβάρνα που έμεινε γνωστό στην πόλη γιατί ο ιδιοκτήτης του είχε την ικανότητα να κατασκευάζει καλές και στερεές μονοκόμματες μπότες για τους αξιωματικούς και παπούτσια μποτίνια. Ας μην ξεχνάμε ότι την εποχή εκείνη οι δρόμοι της Λάρισας δεν είχαν ακόμα ασφαλτοστρωθεί και τον χειμώνα μεταβάλλονταν σε παχύ στρώμα λάσπης, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα η βάδιση με χαμηλά παπούτσια να ήταν δύσκολη και επικίνδυνη[3].Όσοι δεν μπορούσαν να αγοράσουν μποτίνια φορούσαν πάνω από τα παπούτσια τους ελαστικές γαλότσες ή όταν έφθαναν στο σπίτι τους χρησιμοποιούσαν το ποδόμακτρο[4] για να απαλλαγούν από την λάσπη. Τον Αναστάσιο Σβάρνα διαδέχθηκε ο γιος του Αθανάσιος, ο οποίος έμαθε την τέχνη από τον πατέρα του και συνέχισε να κάνει και αυτός μπότες αξιωματικών, αφού πλέον αποτελούσαν την βασική πελατεία του. Κάποτε όμως καταργήθηκαν οι μπότες από τις στολές των στρατιωτικών, η άσφαλτος στεγανοποίησε τους δρόμους και η δουλειά στο υποδηματοπωλείο άρχισε να πέφτει. Έτσι ο Θανάσης αναγκάσθηκε εκ των πραγμάτων να εγκαταλείψει το τσαγκάρικο και προσλήφθηκε υπάλληλος στην Αγροτική Τράπεζα.
--------------------------------------------------
[1]. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Η οδός Ακροπόλεως. Μία ιστορική οδός, εφ. "Ελευθερία", Λάρισα, φύλλο της 6ης Ιουλίου 2016. Από τις μετονομασίες των οδών μπορούμε να παρακολουθήσουμε με ενδιαφέρον τις εκάστοτε πολιτικές σκοπιμότητες. Δεν ήταν όμορφη η ονομασία οδός Ακροπόλεως; Γιατί την άλλαξαν;
[2]. Αρχικά το συμβολαιογραφικό του γραφείο στεγαζόταν "εν ενί των επί της οδού Αλεξάνδρας εργαστηρίων του Δήμου Λαρίσης", όπως αναφέρεται στο συμβόλαιο αρ. 2955, με ημερομηνία 8 Δεκεμβρίου 1907 του Πανταζή Ν. Μουλούλη. Εργαστήριο την εποχή εκείνη σήμαινε κατάστημα, γραφείο, και πρέπει να βρισκόταν στο ισόγειο του Ξενοδοχείου "Το Στέμμα", γιατί απ' όσο γνωρίζω ήταν το μοναδικό κτίριο επί της οδού Αλεξάνδρας το οποίο ανήκε ιδιοκτησιακά στο Δήμο Λαρίσης.
[3]. Αλλά και το καλοκαίρι οι δρόμοι δεν ήταν εύκολα διαβατοί. Η χειμερινή λάσπη γινόταν σκόνη καιμε το περπάτημα, αλλά και με το ελαφρότερο φύσημα του ανέμου οι Λαρισαίοι πνίγονταν στη σκόνη και δυσκολεύοντανστην αναπνοή.
[4]. Το ποδόμακτρο ήταν λεπτή σιδερένια ορθογώνια λάμα, πακτωμένη στερεά στο έδαφος, η οποία βρισκόταν ακριβώς έξω από την πόρτα της κυρίας εισόδου του σπιτιού, για να καθαρίζονται τα πέλματα των παπουτσιών από τις λάσπες. Είχαν διάφορα σχήματα και πολλές φορές οι σιδηρουργοί όταν τα κατασκεύαζαν δημιουργούσαν αληθινά έργα τέχνης. Σήμερα έχουν μείνει ελάχιστα και μπορεί κανείς να τα δει σε παλιά προπολεμικά σπίτια, αν εν τω μεταξύ δεν τα έχουν ξηλώσει. Αποτελούν είδος προς εξαφάνιση και αμφιβάλλω αν οι νεότεροι τα γνωρίζουν.
Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Σάββατο 14 Οκτωβρίου 2017

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

Από Φυλακές, Στρατιωτική Λέσχη


Το μέγαρο του Μεχμέτ Χατζημέτου, γνωστό ως Λέσχη Ασλάνη. Επιστολικό δελτάριο των αρχών του 1930, όταν λειτουργούσε ως Ξενοδοχείο "Μεγάλη Βρετανία".Το μέγαρο του Μεχμέτ Χατζημέτου, γνωστό ως Λέσχη Ασλάνη. Επιστολικό δελτάριο των αρχών του 1930, όταν λειτουργούσε ως Ξενοδοχείο "Μεγάλη Βρετανία".
Μέχρι τον ιταλικό βομβαρδισμό της 21ης Δεκεμβρίου 1940 και τον μεγάλο σεισμό του 1941, στη βορεινή πλευρά την Κεντρικής Πλατείας, στη γωνία Φιλελλήνων και Κύπρου,
δέσποζε ένα από τα επιβλητικότερα κτίσματα της Λάρισας. Το είχε κτίσει στα 1905-06 ο μουσουλμάνος Μεχμέτ Χατζημέτου, αλλά στην ιστορία της Λάρισας πέρασε σαν Λέσχη Ασλάνη, επειδή ο επάνω όροφος είχε ενοικιασθεί από το 1906 μέχρι το 1919 περίπου στον Ιωάννη Ασλάνη, με την προϋπόθεση ο μισθωτής να χρησιμοποιήσει τον χώρο αποκλειστικά και μόνον ως λέσχη, την οποία "έπρεπε να διακοσμήσει πολυτελώς και να την εμπλουτίσει με έπιπλα αξίας". Σήμερα στη θέση αυτή στεγάζεται η Λέσχη Αξωματικών Φρουράς Λαρίσης. Την ιστορική διαδρομή του κεντρικού αυτού σημείου της πόλεώς μας από την απελευθέρωση του 1881 μέχρι σήμερα θα καταγράψουμε εν συντομία στο σημερινό μας σημείωμα.
Από την τουρκοκρατία ακόμα, υπήρχε στο σημείο αυτό ένα απλό ισόγειο κτίσμα με μικρά σιδερόφρακτα παράθυρα, το οποίο στέγαζε τις ποινικές φυλακές της Λάρισας[1] και μετά την απελευθέρωση. Το κτίριο αυτό ανήκε στον πλούσιο Τούρκο κτηματία και τραπεζίτη της Λάρισας Μεχμέτ Χατζημέτου. Το 1905, μετά την μεγάλη πυρκαγιά η οποία αποτέφρωσε το εντυπωσιακό κτίριο των Δικαστηρίων που βρισκόταν στην βορειοδυτική πλευρά μέσα στην πλατεία, ο Τούρκος ιδιοκτήτης κατεδάφισε τις φυλακές και τα διπλανά προς αυτές ιδιόκτητα καταστήματα και στη θέση τους οικοδόμησε ένα μεγαλοπρεπέστατο για την εικόνα της Λάρισας της εποχής εκείνης διώροφο μέγαρο που κάλυπτε ένα μεγάλο μέρος της γωνίας Κύπρου και Φιλελλήνων.
Μετά την ολοκλήρωσή του, ο οθωμανός ιδιοκτήτης ενοικίασε τον Ιούλιο του 1906 ολόκληρο τον επάνω όροφο στον Ιωάννη Ασλάνη, λεσχάρχη, όπως αναφέρεται το επάγγελμά του στο συμβόλαιο [2]. Σύμφωνα με την υποχρέωση που του έθετε το μισθωτήριο συμβόλαιο, μετέτρεψε τον όροφο σε Λέσχη, η οποία φιλοξενούσε πολλαπλές εκδηλώσεις που συγκέντρωναν την ανώτερη κοινωνία της πόλεως. Έχουν εντοπισθεί διαφημιστικές καταχωρήσεις σε εφημερίδες της περιόδου εκείνης, από τις οποίες πληροφορούμαστε ότι ο χώρος αυτός χρησιμοποιήθηκε ως ψυχαγωγικό κέντρο με μουσική και χορευτικά συγκροτήματα, ως αίθουσα χορευτικών εκδηλώσεων, θεατρικών παραστάσεων, διαλέξεων, κοντσέρτων, ως χαρτοπαικτική λέσχη, κλπ. Μέχρι και το τέλος της δεύτερης δεκαετίας του 20ου αιώνα η κοινωνική ζωή ολόκληρης της πόλεως συγκεντρωνόταν μέσα στον χώρο της Λέσχης Ασλάνη. Ο Ιωάννης Ασλάνης ήταν ένας δραστήριος και προοδευτικός επιχειρηματίας που έφερε στην πόλη τον κοσμοπολίτικο αέρα της ελληνικής πρωτεύουσας. Οι χώροι της Λέσχης ήταν πολυτελέστατοι για την εποχή τους, με βαρύτιμους κρυστάλλινους πολυελαίους, πολυτελέστατα βιεννέζικα έπιπλα, πολύχρωμα περσικά χαλιά, βελούδινες κουρτίνες και ακριβά σερβίτσια. Για τη διασκέδαση των θαμώνων, πολλοί από τους οποίους ήταν πλούσιοι Τούρκοι μπέηδες που είχαν παραμείνει στη Λάρισα και μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας το 1881, μετακαλούσε τακτικά μουσικά συγκροτήματα και τραγουδίστριες από τη Βιέννη και άλλες μεγαλουπόλεις του εξωτερικού.
Ο Ιωάννης Ασλάνης λειτούργησε τη λέσχη μέχρι το 1919. Τη χρονολογία αυτή, άγνωστο για ποιόν λόγο, διέκοψε τη λειτουργία της και δημιούργησε πρόχειρη θεατρική σκηνή στην Πλατεία Ταχυδρομείου, η οποία υπήρξε ο πρόδρομος του κινηματοθεάτρου «Ολύμπια», το κτίριο του οποίου διατηρείται βελτιωμένο μέχρι και σήμερα, χωρίς όμως να λειτουργεί. Η πόλη με την διακοπή της λειτουργίας της Λέσχης Ασλάνη έχασε το κοσμικότερο κέντρο της και το μοναδικό εντευκτήριο της παλιάς Λαρισινής αριστοκρατίας.
Αν και αργότερα ο όροφος χρησιμοποιήθηκε, όπως θα δούμε, και για άλλους σκοπούς, η ονομασία Λέσχη Ασλάνη παρέμεινε για πολλά χρόνια στη συνείδηση των Λαρισαίων και αφορούσε ολόκληρο το κτίσμα.
Περί το 1920 ο όροφος άλλαξε διαρρύθμιση και ενοικιάσθηκε από τον επιχειρηματία Βασίλειο Μίχο, ο οποίος το χρησιμοποίησε ως ξενοδοχείο, με την ονομασία «Μεγάλη Βρετανία». Ήταν τότε ένα από τα ευπρεπέστερα ξενοδοχεία της πόλεως, σε μια πολύ ευνοϊκή θέση. Τα μόνιππα (τα ταξί της εποχής) ήταν παρατεταγμένα στο απέναντι πεζοδρόμιο της πλατείας, έτοιμα να μεταφέρουν τους πελάτες του ξενοδοχείου, οι οποίοι στην πλειονότητά τους ήταν διερχόμενοι έμποροι και επιχειρηματίες που επισκέπτονταν την πόλη για επαγγελματικούς λόγους.
Το ισόγειο του μεγάρου Χατζημέτου διέθετε πολλά καταστήματα. Προπολεμικά, από την πλευρά της οδού Φιλελλήνων είχε κατάστημα εγχωρίων προϊόντων ο πλούσιος εβραίος έμπορος Μουσών Αβραάμ[3]. Στην ημικυκλική γωνία του κτιρίου υπήρχε το Καπνοπωλείο των αδελφών Μπαλταδώρου. Στη συνέχεια επί της οδού Αλεξάνδρας (Κύπρου σήμερα) βρισκόταν καταστήματα τα οποία κατά διαστήματα άλλαζαν χρήσεις. Μετά την κυρία είσοδο του ξενοδοχείου, τον υπόλοιπο χώρο καταλάμβανε το ιστορικό καφενείο του Δημητρίου Μπόκοτα. Στο καφενείο αυτό σύχναζαν ως επί το πλείστον εργαζόμενοι και ιδιαίτερα οι αρτεργάτες οι οποίοι έπαιρναν τον καφέ τους τις πολύ πρωινές ώρες, καθώς και οι αμαξάδες που είχαν παρκαρισμένα τα αμάξια τους στην απέναντι πλευρά του δρόμου κατά μήκος της πλατείας. Στο βάθος του καφενείου αυτού υπήρχε ιδιαίτερη αίθουσα στην οποία ήταν εγκατεστημένα μπιλιάρδα.
Μετά την μικρασιατική καταστροφή και τις ανταλλαγές των πληθυσμών, ο Χατζημέτος έφυγε μαζί με του υπόλοιπους οθωμανούς που είχαν παραμείνει στη Λάρισα. Βάσει του νόμου περί ανταλλαξίμων περιουσιών, η ιδιοκτησία του κτηρίου περιήλθε το 1929 στο δημόσιο και εν συνεχεία στην Εθνική Τράπεζα, η οποία είχε ορισθεί ως διαχειρίστρια των ανταλλαξίμων μουσουλμανικών ακινήτων στην Ελλάδα. Το 1935 μεταβιβάστηκε στο δημόσιο, το οποίο δυνάμει πωλητηρίου συμβολαίου το παραχώρησε στις Ένοπλες Δυνάμεις για στρατιωτική χρήση. Τελικά κρίθηκε σκόπιμο, λόγω της κεντρικής της θέσεως, στο κτίριο αυτό να στεγασθεί η Λέσχη Αξιωματικών Φρουράς Λαρίσης[4].
Αρχιτεκτονικά το μέγαρο αυτό αποτελούσε ένα θαυμάσιο δείγμα εκλεπτυσμένης νεοκλασικής αισθητικής. Ο κάτω όροφος είχε διαμορφωθεί σε μια σειρά καταστημάτων με μεγάλα ανοίγματα, χωρίς καμία αισθητική αξία, πλην της εισόδου στον άνω όροφο, η οποία ήταν διακοσμητικά επιμελημένη. Η αξεπέραστη όμως ομορφιά του κτιρίου επικεντρωνόταν στον επάνω όροφο και κυρίως στην πρόσοψη η οποία έβλεπε προς την πλατεία και η οποία πάνω στη σκεπή κατέληγε σε μεγάλο και όμορφο τοξωτό αέτωμα. Ολόκληρο το οικοδόμημα είχε μια ιδιότυπη μορφή γωνιακού κτίσματος όπου οι δύο πλευρές αρθρώνονταν σε οξεία γωνία με την παρεμβολή κυλινδρικού όγκου, ο οποίος ήταν περισσότερο εμφανής στον επάνω όροφο, ενώ ψηλά, στο ύψος της σκεπής ο όγκος αυτός επιστεφόταν με οξυκόρυφο τρούλο από φολιδωτά γκρίζα στοιχεία.
Από τους ιταλικούς βομβαρδισμούς της 21ης Δεκεμβρίου του 1940 το κτίριο υπέστη σοβαρές ζημιές, οι οποίες επηρέασαν την στατικότητα του κτιρίου. Ήλθε στη συνέχεια και ο ισχυρός σεισμός του Μαρτίου του 1941 και καταστράφηκε ολόκληρος ο επάνω όροφος.
Μεταπολεμικά το κατεστραμμένο κτίριο κατεδαφίσθηκε και στη θέση του άρχισε να οικοδομείται το 1950 το κτίριο της Λέσχης Αξιωματικών Φρουράς Λαρίσης. Ενδιαφέρον στην αρχιτεκτονική του σημερινού κτιρίου είναι ότι διατήρησε μερικώς την ημικυλινδρική μορφή της γωνίας, εκεί που συναντώνται οι δύο πλευρές του κτίσματος, χάρη στα σχέδια που εκπόνησε η τεχνική υπηρεσία του Στρατού, η οποία έλαβε υπ' όψιν το παλιότερο σχέδιο του οικήματος Χατζημέτου (Ασλάνη). Η λειτουργία Στρατιωτικής Λέσχης με την σημερινή μορφή της ανάγεται στα 1953-54.
-----------------
[1]. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Μια σπάνια εικόνα της Λάρισας του 1897, εφ. "Ελευθερία", φύλλο της 4ης Δεκεμβρίου 2016.
[2]. Η συμβολαιογραφική πράξη μισθώσεως έχει αριθμό 34810, έγινε από τη συμβολαιογράφο Αγαθάγγελο Ιωαννίδη στις 12 Ιουλίου 1906, ήταν διάρκειας πέντε ετών και βασική υποχρέωση του μισθωτή ήταν να χρησιμοποιήσει τον χώρο αποκλειστικά ως λέσχη και να τον εμπλουτίσει με έπιπλα αξίας. Το ενοικιαστήριο υπάρχει στα Γ.Α.Κ. νομού Λάρισας, φωτοαντίγραφο του οποίου με εφοδίασε ο Θανάσης Μπετχαβές.
[3]. Ήταν ο ιδιοκτήτης του ομώνυμου αρχοντικού επί της οδού Παλαιστίνης 7, το οποίο έχει κριθεί διατηρητέο και αφού στέγασε κατά καιρούς διάφορες επιχειρήσεις, σήμερα έχει περιπέσει σε αχρηστία.
[4]. Πιο πριν η Λέσχη Αξιωματικών στεγαζόταν στον επάνω όροφο του αρχοντικού της Θάλειας Καρανίκα-Δημητράτου, το οποίο βρισκόταν στη νοτιοδυτική γωνία της πλατείας, εκεί που μέχρι πριν από λίγα χρόνια βρισκόταν οι υπηρεσίες της Εφορίας. Στις αρχές του 20ου αιώνα η Λέσχη Αξιωματικών στεγαζόταν σε κάποιο απλό κτίριο στη δυτική πλευρά της Πλατείας Ταχυδρομείου.

* Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις...

Οι παλιές κάρτες της Λάρισας

ΛΑΡΙΣΣΑ. Η Γέφυρα του Πηνειού. Φωτογραφία του 1900 περίπου. Εκδότης Στεφ. Στουρνάρας εν Βόλω.
ΛΑΡΙΣΣΑ. Η Γέφυρα του Πηνειού. Φωτογραφία του 1900 περίπου. Εκδότης Στεφ. Στουρνάρας εν Βόλω.
Το επιστολικό δελτάριο που συνοδεύει το σημερινό κείμενο είναι από τα παλαιότερα που έχουν κυκλοφορήσει για την Λάρισα.
Προέρχεται από την πρώτη σειρά καρτών που κυκλοφόρησε ο Βολιώτης ζωγράφος και φωτογράφος Στέφανος Στουρνάρας. Είναι ασπρόμαυρες, με την ένδειξη του τοπίου στο κάτω μέρος της φωτογραφίας και αριθμημένες στην πίσω όψη. Με την ευκαιρία αυτή θα κάνουμε μια αναδρομή γύρω από την ιστορία των επιστολικών δελταρίων και των πρώτων καρτών που κυκλοφόρησαν με θέμα τη Λάρισα.
Από το 1880, πέραν των κλασικών επιστολών είχε επικρατήσει στην Ελλάδα και ένα νέο είδος αλληλογραφίας. Ήταν τα λεγόμενα επιστολικά δελτάρια, τα οποία είναι περισσότερο γνωστά με την ξενική ονομασία cart postals ή μονολεκτικά ως κάρτες. Τα δελτάρια αυτά ήταν απλές υπόλευκες κάρτες, διαστάσεων συνήθως 15 x 10 εκ. περίπου, οι οποίες σταδιακά είχαν αρχίσει να αντικαθιστούν πολλές από τις κλειστές σε φάκελο επιστολές. Στην μια όψη έφεραν έντυπο γραμματόσημο με την κεφαλή του Ερμή, την ένδειξη «ΕΠΙΣΤΟΛΙΚΟΝ ΔΕΛΤΑΡΙΟΝ/CARTE CORRESPONDENCE» και διέθεταν ειδικό χώρο για την διεύθυνση του αποστολέα και του παραλήπτη, ενώ στην άλλη όψη ο αποστολέας έγραφε κάποιο σύντομο μήνυμα.
Όταν αργότερα η φωτογραφική τέχνη είχε πλέον εξελιχθεί, τα επιστολικά δελτάρια έγιναν στις ανεπτυγμένες ταχυδρομικά χώρες εικονογραφημένα, δηλαδή στη μία όψη εκτυπωνόταν κάποια φωτογραφία ή σχέδιο, για να προσελκύσουν το ενδιαφέρον του αγοραστή. Συνήθως φρόντιζαν να απεικονίζουν όμορφα τοπία από διάφορες περιοχές, αλλά για τους ρομαντικούς υπήρχαν και κάρτες με εικόνες ερωτευμένων ζευγαριών. Από την πρώτη κιόλας στιγμή τα δελτάρια αυτά έγιναν πολύ δημοφιλή και άρχισαν να κυκλοφορούν μαζικά.
Φυσικό ήταν να ακολουθήσει και η Ελλάδα το πνεύμα της εποχής. Αρχικά εμφανίσθηκαν διάφορες ερασιτεχνικές ιδιωτικές πρωτοβουλίες στον τομέα των εικονογραφημένων δελταρίων. Όμως τα πρώτα εικονογραφημένα φωτολιθογραφικά επιστολικά δελτάρια που απεικονίζουν τη Λάρισα κυκλοφόρησαν λίγο πριν από το 1900 από το χαρτοπωλείο και τυπογραφείο των Πάλλη & Κοτζιά που η επιχείρησή τους βρισκόταν στην οδό Ερμού 8 στην Αθήνα από το 1880. Η εταιρεία αυτή είχε μεγάλη παραγωγή καρτών για όλες σχεδόν τις περιοχές της Ελλάδος και σήμερα οι απόψεις της Λάρισας αποτελούν σημείο αναφοράς για την ιστορία της μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας το 1881. Είναι αριθμημένες, ασπρόμαυρες και μερικές έχουν επιχρωματισθεί, αλλά όχι με ιδιαίτερη επιμέλεια. Η παλαιότερη απεικόνιση της Λάρισας είναι η υπ’ αριθμ. 374 και φέρει τον υπότιτλο «Πλατεία Καλλιθέας (Ακροπόλεως)». Η φωτογραφία αυτή αποτυπώνει μια μέρα γιορτής πάνω στο Φρούριο. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις και σε συνδυασμό με χαρακτικό από την ίδια εκδήλωση της γαλλικής εφημερίδας Le Monde Illustre, η φωτογραφία αυτή χρονολογείται τον Μάρτιο του 1897, παραμονές του ελληνοτουρκικού πολέμου, όταν ο διάδοχος Κωνσταντίνος μετά την άφιξή του στη Λάρισα παρακολούθησε τη δοξολογία προς τιμήν του στον μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Αχιλλίου.
Το 1900 η Γενική Διεύθυνση Ταχυδρομείων και Τηλεγράφων Ελλάδος προκήρυξε πανελλήνιο διαγωνισμό μεταξύ φωτογράφων και οι 384 καλύτερες κυκλοφόρησαν κατά διαστήματα σε αριθμημένες κάρτες με τοπία και αρχαιότητες απ’ όλη την μέχρι τότε Ελλάδα. Η πρώτη σειρά βγήκε στη αγορά τον Ιούλιο του 1901. Από τα 384 συνολικά εικονογραφημένα δελτάρια της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας, τα οκτώ απ’ αυτά είναι διάφορες απόψεις της Λάρισας. Κυκλοφόρησαν την 1η Μαΐου 1902. Το έντονο ενδιαφέρον των Λαρισαίων για τις πρώτες εικονογραφημένες κάρτες της πόλης μας αποτυπώνεται σε δημοσιεύματα του τοπικού τύπου της εποχής[1]. Είναι λογικό οι λήψεις των φωτογραφιών στις κάρτες της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας να έγιναν σε προγενέστερα χρονικά διαστήματα από την ημερομηνία κυκλοφορίας τους, χωρίς να γνωρίζουμε πότε ακριβώς. Μόνο σε ορισμένες μπορεί να εκτιμηθεί η χρονολογία από την μορφή ή την παρουσία των κτισμάτων που απεικονίζονται και θα πρέπει αυτές να είναι της περιόδου 1898-1899. Στα πρώτα αυτά εικονογραφημένα δελτάρια αναφέρονταν μόνον οι εκδότες οι οποίοι τα εκτύπωναν και τα διακινούσαν χωρίς να αναφέρονται οι φωτογράφοι που είχαν κάνει τις λήψεις.
Κοντά σ’ αυτούς πρέπει να προσθέσουμε και τον Βολιώτη ζωγράφο-φωτογράφο Στέφανο Στουρνάρα (1867-1928), ο οποίος σπούδασε την τέχνη του στο Μετσόβειο Πολυτεχνείο. Εργάσθηκε για ένα διάστημα μαζί με τους αδελφούς του κυρίως σε φωτογραφίες πορτραίτα. Τα παλαιότερα επιστολικά δελτάρια είναι της Α΄ σειράς, με φωτογραφίες του 1895-1905. Οι κάρτες της Λάρισας του Στ. Στουρνάρα είναι από δικές του λήψεις, αλλά και από αντιγραφές άλλων φωτογράφων. Μετά το 1905 ασχολήθηκε με τις έγχρωμες κάρτες. Αυτές ουσιαστικά ήταν οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες, οι οποίες με μια ειδική χρωμολιθογραφική επεξεργασία με την επιμέλεια του Στουρνάρα ιδιαίτερα στην επιλογή των χρωμάτων, εκτυπώνονταν στην Γερμανία. Οι κάρτες αυτές αποτελούσαν πρωτοπορία για τα ελληνικά δεδομένα της εποχής, είναι όμορφες και πολλές σε αριθμό.
Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι οι απόψεις της Λάρισας μέσα από τα πρώτα εικονογραφημένα επιστολικά δελτάρια που κυκλοφόρησαν διάφοροι εκδότες {Πάλλης και Κοτζιάς, Ελληνική Ταχυδρομική Υπηρεσία, Στ. Στουρνάρας, και άλλοι), μας δίνουν την δυνατότητα να αναπλάσουμε με κάποια σχετική ακρίβεια την όψη της πόλεώς μας και κυρίως του κεντρικού τομέα της, έτσι όπως ήταν στις αρχές του περασμένου αιώνα, μόλις είκοσι χρόνια μετά την προσάρτηση της περιοχής μας στο ελεύθερο ελληνικό κράτος.
 [1]. «Έφθασαν ήδη από τινος εις το Ταχυδρομείον εις αρκετήν ποσότητα και τα εικονογραφημένα δελτάρια της πόλεώς μας, των οποίων μεγάλη, ως πληροφορούμεθα, γίνεται ζήτησις …», εφ. «Όλυμπος», Λάρισα, φύλλο της 7 Ιουλίου 1902.

* Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

ΠΥΡΓΟΣ ΧΑΡΟΚΟΠΟΥ


Ο Πύργος του Χαροκόπου στη Γιάννουλη. Νοτιοανατολική όψη. Φωτογραφία του 1985.Ο Πύργος του Χαροκόπου στη Γιάννουλη. Νοτιοανατολική όψη. Φωτογραφία του 1985.
Ένα από τα πλέον εμβληματικά κτίσματα της Λάρισας, το οποίο κατόρθωσε να διασωθεί από τις διάφορες θεομηνίες και τις πολεμικές συγκρούσεις που γνώρισε η πόλη μας κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, είναι ο Πύργος του Χαροκόπου.
Γνωστός στους Λαρισαίους, μικρούς και μεγάλους, βρίσκεται στην είσοδο της Γιάννουλης και το κουφάρι του στέκεται σήμερα σαν αποδυναμωμένος φρουρός στις εσχατιές της Λάρισας.
Ιδιοκτήτης του υπήρξε ο γνωστός εθνικός ευεργέτης Παναγής Χαροκόπος. Γεννήθηκε το 1835 στο χωριό Πλαγιά της Κεφαλονιάς. Ήταν ο πρώτος από τους οκτώ γιους του Απόστολου Χαροκόπου. Σε νεαρή ηλικία ξενιτεύτηκε, με την φιλοδοξία να αποκτήσει χρήματα, όπως συνέβαινε και σε πολλούς Έλληνες της μετεπαναστατικής περιόδου. Αρχικά βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη, αλλά μετά από μικρό χρονικό διάστημα εγκαταστάθηκε στο Βουκουρέστι, όπου ασχολήθηκε με το εμπόριο σιτηρών. Από το εμπόριο φαίνεται ότι κέρδισε αρκετά χρήματα και έτσι από το 1869 επεξέτεινε τις δραστηριότητές του και στην εκμετάλλευση ενοικιασμένων γεωργικών κτημάτων. Διέμενε στο Ροζέτσι, ένα χωριό κοντά στον Δούναβη, γιατί ο υδάτινος δρόμος τού πρόσφερε εύκολη εμπορική διαμετακομιστική δυνατότητα. Μετά από λίγο καιρό προσκάλεσε στη Ρουμανία και τους αδελφούς του Ιωάννη, Σπυρίδωνα και Νικόλαο, οι οποίοι εργάζονταν κάτω από την καθοδήγησή του. Στη Ρουμανία εφάρμοσε νέες καλλιεργητικές μεθόδους, οι οποίες εκτός από πολλά χρήματα, του απέφεραν και τη φήμη προηγμένου καλλιεργητή. Το αποτέλεσμα ήταν να προσκληθεί από την βασιλική οικογένεια, η οποία του ανέθεσε την καλλιέργεια χιλιάδων στρεμμάτων, στα οποία αύξησε σημαντικά την παραγωγή. Η συμβολή του αυτή στην ανάπτυξη της ρουμανικής γεωργίας ανταμείφθηκε με ειδικό παράσημο που του απένειμε η χώρα που τον φιλοξενούσε.
Μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο Ελληνικό Βασίλειο, ο Παναγής Χαροκόπος εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα και ακολουθώντας το παράδειγμα πολλών Ελλήνων κεφαλαιούχων της διασποράς, αγόρασε τεράστιες εκτάσεις από τους Οθωμανούς οι οποίοι εγκατέλειπαν τα θεσσαλικά εδάφη. Λέγεται ότι το 1899 αγόρασε στην περιοχή μας 80.000 στρέμματα τουρκικά τσιφλίκια, εκ των οποίων τα 14.500 από τον μπέη Ουσαμπαντίν και την αδελφή του, στην περιοχή της Γιάννουλης. Και στις γαιοκτησίες αυτές εφάρμοσε όσες γνώσεις απέκτησε από την πείρα του στη Ρουμανία, με τη χρήση νέων προϊόντων και την επιβολή νέων μεθόδων.
Την ίδια εποχή (1902) άρχισε να κτίζει στη Γιάννουλη το αρχοντικό που φέρει μέχρι σήμερα το όνομά του. Σκοπός του ήταν να βρίσκεται κοντά στην κτηματική περιουσία που διέθετε στην περιοχή και να την ελέγχει. Τα σχέδια εκπονήθηκαν από τον διάσημο αρχιτέκτονα και ολυμπιονίκη Αναστάσιο Μεταξά (1862-1937) από την Αθήνα. Ο Πύργος του Χαροκόπου όπως είναι γνωστός στην περιοχή, είναι ένα γερό πετρόκτιστο κτίριο, κτισμένο στο κέντρο μιας τεράστιας έκτασης, προστατευμένο από τις γύρω ιδιοκτησίες με ψηλή τοιχοποιία. Αποτελείται από ημιυπόγειο και δύο ορόφους. Στη στέγη του εξέχει υπερώο στεφανωμένο με φρουριακές επάλξεις και με απέραντη θέα στη γύρω περιοχή. Σ’ αυτό ο ιδιοκτήτης είχε δημιουργήσει το προσωπικό του γραφείο, γιατί απ’ εκεί ψηλά μπορούσε και ήλεγχε τα κτήματά του. Στην πρόσοψή του πύργου υπάρχει και σήμερα μια μαρμάρινη κλίμακα με εννέα σκαλοπάτια η οποία οδηγεί στο υπερυψωμένο ισόγειο και μέσω της κυρίας εισόδου εισερχόταν ο επισκέπτης σε ένα τεράστιο σαλόνι. Το σπίτι ήταν πλουτισμένο εσωτερικά με παλιά, βαριά και λεπτοδουλεμένα έπιπλα που είχε φέρει ο Παναγής Χαροκόπος από τη Ρουμανία.
Σε κάποια απόσταση από τον πύργο ήταν κτισμένοι πολλοί ισόγειοι βοηθητικοί χώροι, οι οποίοι εξυπηρετούσαν τους ιδιοκτήτες και το υπηρετικό προσωπικό. Μεγάλη εντύπωση προξενούσε στους περαστικούς ένας ψηλός ανεμοδείκτης, ο οποίος βρισκόταν στην είσοδο του τεράστιου χώρου που περιέβαλλε τον πύργο. Τον θυμάμαι όταν νεαρός μαθητής ταξίδευα σε συγγενείς μου στον Τύρναβο και μπαίνοντας στο λεωφορείο προσπαθούσα να βρίσκομαι σε θέση κοντά στο παράθυρο. Ήταν κάτι πρωτόγνωρο για τα παιδικά μου μάτια και ειδικά όταν ήταν χειμώνας και γυρνούσε δαιμονισμένα. Στο παιδικό μου μυαλό όλο αυτό το σκηνικό του περιτοιχισμένου πύργου με τον ανεμοδείκτη, φάνταζε σαν κάτι το εξωτικό.
Το 1911 πέθανε ο Παναγής Χαροκόπος και καθώς ήταν άγαμος, η τεράστια περιουσία του διαμοιράσθηκε στον μικρότερο αδελφό του Σπυρίδωνα (Σπύρο) και τα τρία τέκνα του. Τον πύργο κληρονόμησε ο Παναγής Χαροκόπος ο νεότερος και μετά απ’ αυτόν ο Γεώργιος Χαροκόπος, γιος του πρώτου ξαδέλφου του, τον οποίο υιοθέτησε ο νεότερος Παναγής το 1964, αφού τόσο ο ίδιος, όσο και τα αδέλφια του δεν απέκτησαν τέκνα.
Καθώς τα ανίψια του Παναγή Χαροκόπου ήταν άνθρωποι με έντονη κοινωνική ζωή στην Αθήνα και το εξωτερικό, το σπίτι έσφυζε από κίνηση όλες τις εποχές του χρόνου, καθώς σ’ αυτό γίνονταν πολλές κοσμικές συγκεντρώσεις, με προσκεκλημένους άτομα από την υψηλή κοινωνία της πρωτεύουσας. Πολιτικοί, όπως ο Ελευθέριος Βενιζέλος, υψηλόβαθμοι στρατιωτικοί, και άνθρωποι της τέχνης ήταν τακτικοί θαμώνες. Στους χώρους του διασκέδασαν για χρόνια και πολλά άτομα από την αστική κοινωνία της Λάρισας.
Το 1939 ο νεώτερος Παναγής Χαροκόπος νυμφεύθηκε την Αμαλία-Μελίνα Μερκούρη[1], η οποία κατοικούσε για μικρά χρονικά διαστήματα στον πύργο. Μεγάλοι σε ηλικία κάτοικοι της Γιάννουλης την θυμούνται από την ιππασία που έκανε τριγυρνώντας στα κτήματα των Χαροκόπου, καβάλα πάνω σε ένα άσπρο άλογο.
Κατά την διάρκεια της κατοχής οι ιδιοκτήτες υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τον πύργο ο οποίος επιτάχθηκε από τα γερμανικά στρατεύματα και κρίθηκε κατάλληλος για να στεγάσει το στρατηγείο τους.
Το 1988 το κονάκι, όπως το ονόμαζαν οι κληρονόμοι του Παναγή Χαροκόπου, κρίθηκε διατηρητέο από την υπουργό Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη, που όπως είδαμε το είχε κατοικήσει για κάποιο διάστημα, χωρίς όμως να φροντίσει για την συντήρησή του όσο ήταν αρμόδια υπουργός. Συγχρόνως το εγκατέλειψαν και οι ιδιοκτήτες του και με τον θάνατο του Γεωργίου Χαροκόπου, το κτίσμα με τον περιβάλλοντα χώρο ερήμωσε. Όλα αυτά τα χρόνια, επειδή η πρόσβαση και η περιήγηση στους εσωτερικούς χώρους ήταν δύσκολη, μένει πάντα βαθιά χαραγμένη στις αναμνήσεις των κατοίκων της πόλεώς μας, ο ανεμοδείκτης στην αυλή του αρχοντικού, τον οποίο αντίκριζαν καθώς κατευθύνονταν προς την Γιάννουλη. Που να βρίσκεται άραγε σήμερα;
Και ενώ το κτίριο λόγω της ισχυρής κατασκευής του μπόρεσε να ξεπεράσει τις κακουχίες της κατοχής, φαίνεται ότι δεν πρόκειται πλέον να επιβιώσει για πολύ από τις φθορές που συσσωρεύει η εγκατάλειψη, ο χρόνος και η κρατική αδιαφορία, καθώς καθημερινά διαπιστώνουμε ότι οδηγείται στην αυτοκαταστροφή, λες και έχουμε πολλά τέτοια σπουδαία ιστορικά κτίσματα στην περιοχή μας...
 [1]. Η Αμαλία-Μελίνα Μερκούρη (Αθήνα 1920-Νέα Υόρκη 1994) ήταν γόνος πολιτικής οικογένειας, γνώρισε σε μικρή ηλικία (1939) και παντρεύτηκε τον ανεψιό του Παναγή Χαροκόπου, τον νεότερο Παναγή. Χώρισαν το 1953. Όμως η παρουσία της στους χώρους του Πύργου, όταν ερχόταν στη Λάρισα, η καλοσύνη και η προσήνειά της μένουν πάντα ζωντανά στην περιοχή. Και ενώ στον πύργο οι κοινωνικές εκδηλώσεις όταν βρισκόταν η Μελίνα στη Γιάννουλη ήταν συχνές, δεν έχουμε πληροφορίες και ενδείξεις ότι συμμετείχε ενεργά και στην ζωή της Λάρισας.
Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com