Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2019

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

Η Λάρισα του Haygarth (1810)

Άποψη του ποταμού Πηνειού, του όρους Όσσα και τμήματος της Λάρισας. Υδατογραφία του William Haygarth. 1810. Γεννάδειος ΒιβλιοθήκηΆποψη του ποταμού Πηνειού, του όρους Όσσα και τμήματος της Λάρισας. Υδατογραφία του William Haygarth. 1810. Γεννάδειος Βιβλιοθήκη
Στο σημερινό μας σημείωμα θα παρουσιάσουμε την υδατογραφία ενός σχεδόν άγνωστου περιηγητή των αρχών του 19ου αιώνα, ο οποίος επισκέφθηκε τη Λάρισα το 1810. Είναι ο Αγγλος ευγενής William Haygarth (1782-1825;), γιος καταξιωμένου ιατρού και συγγραφέα.
Σπούδασε φιλολογία και αρχαιολογία σε φημισμένα αγγλικά πανεπιστήμια και μάλιστα στο Πανεπιστήμιο του Cambridge και υπήρξε συμφοιτητής του λόρδου Βύρωνα. Στους κύκλους της Αγγλίας, όμως, έγινε γνωστός σαν σπουδαίος ποιητής.
Όπως ήταν συνήθεια στους εύπορους και καλλιεργημένους νέους της αγγλικής κοινωνίας της εποχής εκείνης, το 1810 επιχείρησε, μαζί με άλλους Βρετανούς, την περιήγησή του[1] στην ηπειρωτική Ελλάδα, σε μια εποχή όπου ο ελληνισμός είχε αφυπνισθεί και προετοιμαζόταν για τον μεγάλο αγώνα. Οι περιηγητές αυτοί, αρχαιολάτρες ως επί το πλείστον, αναζητούσαν τη γοητευτική περιπέτεια της περιήγησης στις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου, επειδή ήταν κατάσπαρτες από αρχαιολογικούς χώρους. Συχνά συνοδεύονταν και από καλλιτέχνες, με σκοπό να απεικονίσουν τοπία, αρχαιότητες και νεότερα μνημεία και να αιχμαλωτίσουν σκηνές του σύγχρονου καθημερινού βίου. Μερικές φορές και οι ίδιοι οι ταξιδιώτες προσπαθούσαν να κρατήσουν την εικαστική μαρτυρία των εντυπώσεών τους από την περιήγηση, με όση καλλιτεχνική ικανότητα διέθεταν. Ο Haygarth ανήκε στους τελευταίους. Παρόλο που η επίδοσή του στη ζωγραφική δεν διακρινόταν για εξαιρετική ποιότητα, τα έργα του εν τούτοις παρουσιάζουν ενδιαφέρον ως έκφραση, γιατί περιέχουν σαν θέματα και καταγράφουν σκηνές από τον ελληνικό χώρο. Το εικαστικό έργο του για τη χώρα μας είναι πολύτιμο, επειδή έχει περισώσει με τον χρωστήρα του εικόνες της προεπαναστατικής Ελλάδας(2).
Κατά την εξάμηνη παραμονή του στην Ελλάδα (Αύγουστος 1810–Ιανουάριος 1811), ο Haygarth φιλοτέχνησε, όπως σημειώνει και ο ίδιος, 120 συνολικά υδατογραφίες. Εκτός από αυτό το εικαστικό υλικό, καρπός του ταξιδιού του ήταν και ένα ημερολόγιο, στο οποίο κατέγραψε τις εντυπώσεις από την περιήγησή του, όχι σε πεζό λόγο, όπως όλοι οι άλλοι περιηγητές, αλλά σε στίχους. Επιστρέφοντας στην Αγγλία και με τις εντυπώσεις του ταξιδιού του νωπές, έγραψε ένα ογκώδες έμμετρο οδοιπορικό για την Ελλάδα, το οποίο εκδόθηκε σε πολυτελή τόμο στο Λονδίνο το 1814(3). Το ποιητικό αυτό οδοιπορικό παρουσιάζει με σπουδαία ακρίβεια και γεωγραφική λεπτομέρεια τις ιστορικές διαδρομές που ακολούθησε. Το έργο αυτό διαπνέεται από αρχαιολατρία, από θαυμασμό για την ελληνική φύση και από ενδιαφέρον για τους νεοέλληνες. Συγχρόνως καταγράφει τη θλίψη του για τη χαμένη δόξα και την παρακμή της Ελλάδας, αλλά και την προορατική πίστη του στην αναγέννησή της.
Καθώς βρίσκεται τον Σεπτέμβριο του 1810 στη Θεσσαλία ο Haygarth, μεταξύ άλλων, περιφέρεται στις όχθες του Πηνειού ποταμού, περιδιαβαίνει την Κοιλάδα των Τεμπών κυριευμένος από την αίγλη των μύθων και την ιστορία της, παρατηρεί τα βουνά της Όσσας και του Ολύμπου να προστατεύουν με την παρουσία τους την ομορφιά και τη γραφικότητα της Κοιλάδας ακόμη και στην εποχή του, αιώνες μετά την αποσκίρτηση από τη λατρεία του Δωδεκάθεου. Και ενώ για τα Τέμπη η γοητεία παραμένει αναλλοίωτη, για τη θεσσαλική ενδοχώρα οι ένδοξες μνήμες του αρχαίου πολιτισμού τον οδηγούν σε θλιβερές συγκρίσεις, σε σχέση με την κατάσταση των κατοίκων της περιοχής κατά την περίοδο του ταξιδιού του.
Το μοναδικό αυτό έργο του Haygarth είχε την ευκαιρία να το εντοπίσει το 1886 σε δημοπρασία στο Λονδίνο ο Ιωάννης Γεννάδιος, διπλωματικός αντιπρόσωπος της Ελλάδας στο Ηνωμένο Βασίλειο. Κατόρθωσε να αποκτήσει μεγάλο μέρος από το εικαστικό έργο του, κυρίως όμως τις 120 υδατογραφίες, τις οποίες φιλοτέχνησε κατά το ταξίδι του στην Ελλάδα. Σήμερα όλο αυτό το υλικό υπάρχει στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη των Αθηνών, με την ένδειξη: Haygarth’s sketches of Greece. 1810-1811. Οι υδατογραφίες είναι αριθμημένες από το 1 έως το 120 και μεταξύ αυτών υπάρχουν και μερικές με θεσσαλικό ενδιαφέρον (Τέμπη, Μετέωρα, Λάρισα, Ελασσόνα, κ.λπ.).
Η απεικόνιση της Λάρισας η οποία μας ενδιαφέρει εδώ, έχει τον αριθμό 34. Επάνω αριστερά υπάρχει επιγραφή γραμμένη από τον ίδιο τον καλλιτέχνη, στην οποία περιγράφεται το θέμα της απεικόνισης και η ημερομηνία εκτέλεσής της: View of the river Peneus, M(oun)t Ossa and p(ar)t of Larissa. Sept(embe)r 13, 1810. (=Άποψη του ποταμού Πηνειού, του όρους Όσσα και μέρους της Λάρισας 13 Σεπτεμβρίου 1810)
Το θέμα της υδατογραφίας αυτής είναι σχεδιασμένο από τη δεξιά όχθη του Πηνειού, την ίδια περίπου θέση με αυτήν που επέλεξαν και άλλοι περιηγητές (Holland, Cartwright, Wordsworth), δηλαδή από την περιοχή της σημερινής δεύτερης μικρής οδικής γέφυρας του Πηνειού. Απεικονίζει το δυτικό τμήμα της Λάρισας, το οποίο κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας ήταν το ομορφότερο και το σημαντικότερο της πόλης.
Χαμηλά σε πρώτο επίπεδο απεικονίζεται μικρό ύψωμα της δεξιάς όχθης του Πηνειού. Σε ένα δεύτερο επίπεδο καταγράφονται από τα αριστερά με τη σειρά το οικοδομικό σύμπλεγμα της μονής του τάγματος των Μεβλεβήδων, η κοίτη του Πηνειού, η πέτρινη γέφυρα που ενώνει τις δύο όχθες του ποταμού, ο πυκνοδομημένος Τρανός μαχαλάς στον λόφο της Ακρόπολης και δεξιά το τζαμί του Χασάν Μπέη. Στο βάθος μακριά η κωνική απόληξη της κορυφής της Όσσας συμπληρώνει την ομορφιά του τοπίου.
Καλλιτεχνικά η καταγραφή αυτή του Haygarth είναι αδρή και αχνή, με τονισμό των φωτοσκιάσεων. Στην έγχρωμη έκδοσή του διακρίνεται καθαρά ότι χρησιμοποιεί ουσιαστικά ένα χρώμα, το καστανό, σε αρκετές διαβαθμίσεις τόνων και μάλιστα ανάλογα με τα επίπεδα της εικόνας. Στο πρώτο επίπεδο χαμηλά προτιμά να αναπτύξει τους σκοτεινότερους τόνους με μια πιο πυκνή συγκέντρωση χρώματος. Και καθώς προχωρεί προς το κεντρικό θέμα, κλιμακώνει την καταγραφή σε ανοικτότερους τόνους για να καταλήξει στο μακρινότερο θέμα, τον Κίσσαβο, με μια μόλις αχνή απεικόνιση. Αυτή η αριστουργηματική χρήση και ανάπτυξη ενός μόνον χρώματος στην αναπαράσταση κάποιου δύσκολου τοπίου, αφήνει μια πολύ καλή οπτική ικανοποίηση στον παρατηρητή. Η όλη εικόνα παρουσιάζει μια όψη ομιχλώδη, κάτι σαν ονειρική απεικόνιση και αποπνέει μια ρομαντική διάθεση. Γίνεται φανερό ότι η ποιητική του εκφραστικότητα αντανακλάται και στην εικαστική απόδοση των έργων του. Προσωπικά πιστεύω ότι η υδατογραφία αυτή αποτελεί την πιο ποιητική καταγραφή της Λάρισας, απ’ όσες μας έχουν αφήσει οι περιηγητές της.
[1]. Οι περιηγήσεις αυτές ήταν τα περίφημα grand tours των νέων ευγενικής καταγωγής όταν αποφοιτούσαν από το πανεπιστήμιο.
[2]. Κωνσταντουδάκη-Κιτρομιλίδου Μαίρη: William Haygarth. Τόπος και Εικόνα, τόμ. Δ’, Αθήνα (1982) σ. 169-170.
[3]. William Haygarth: Greece. A poem in Three Parts, with Notes, Classical Illustrations and Sketches of the Scenery. London (1814).

Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

1925. Αφετηρία ανάπτυξης της Λάρισας

Μέρος της ΒΔ πλευράς της πλατείας Θέμιδος με τα κτίσματα που την περιτριγύριζαν. Φωτογραφία του 1930 περίπου. Αρχείο Φωτοθήκης ΛάρισαςΜέρος της ΒΔ πλευράς της πλατείας Θέμιδος με τα κτίσματα που την περιτριγύριζαν. Φωτογραφία του 1930 περίπου. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας
Το 1925 συμπληρώθηκαν 44 χρόνια από την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στο Ελληνικό Βασίλειο και την απελευθέρωση της Λάρισας έπειτα από 458 χρόνια δουλείας. Χρονικό διάστημα αρκετό για να δοθεί η δυνατότητα στην πόλη να αποτινάξει την οθωμανική φυσιογνωμία της και να αποκτήσει την όψη μιας σύγχρονης πολιτείας.
Όμως διάφορα γεγονότα όλο αυτό το διάστημα αναχαίτιζαν κάθε προσπάθειά της. Η καταστρεπτική πλημμύρα του 1883, η κυβερνητική αστάθεια στην κεντρική πολιτική σκηνή στα τέλη του 19ου αι., η 15μηνη κατάληψη της πόλης από τους Τούρκους το 1897, οι βαλκανικοί πόλεμοι του 1912-13, ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος, ο καταραμένος εθνικός διχασμός, η Μικρασιατική καταστροφή, η ανταλλαγή πληθυσμών, τα συνεχή στρατιωτικά κινήματα, δεν άφηναν περιθώρια οικονομικής και πολιτικής ευστάθειας. Όλο αυτό το διάστημα των 44 χρόνων η Λάρισα ήταν μια πόλη απωθητική. Η διαμονή σ' αυτήν ήταν δύσκολη και προβληματική. Παχύ στρώμα λάσπης τον χειμώνα και άφθονη σκόνη το καλοκαίρι κάλυπταν τους δρόμους, οι οποίοι δεν διέθεταν ακόμα κράσπεδα, και η κυκλοφορία ήταν πολύ δύσκολη[1]. Έπειτα η πόλη στερείτο και δύο βασικών αγαθών, το φως και το νερό.
Ο δημοτικός φωτισμός ήταν απαρχαιωμένος. Κάλυπτε ουσιαστικά την κεντρική περιοχή με ένα δίκτυο περιορισμένης ισχύος και αμφιβόλου συνέπειας, ενώ οι συνοικίες φωτίζονταν από γκαζοφάναρα. Το ίδιο ίσχυε και για τις κατοικίες. Όσο για το νερό, ενώ στις αυλές κάθε σπίτι διέθετε πηγάδι, το νερό του δεν ήταν πόσιμο και το χρησιμοποιούσαν μόνον για πότισμα των κήπων και για τη λάτρα του σπιτιού. Το πόσιμο νερό το προμηθεύονταν από τους νερουλάδες, οι οποίοι γέμιζαν βαρέλια με νερό του Πηνειού, γυρνούσαν στην πόλη και το πωλούσαν έναντι μικρής αμοιβής. Οι νοικοκυρές το αποθήκευαν σε πιθάρια (κιούπια) και ρίχνοντας λίγη στύψη το νερό καθάριζε από τις φερτές ύλες (όχι βέβαια και από τα μικρόβια) και μετά από δύο ημέρες ήταν έτοιμο για πόση. Όλη αυτή η κατάσταση δεν ήταν ευχάριστη για τους προσωρινούς κατοίκους της Λάρισας (στρατιωτικούς, δημόσιους υπαλλήλους, κ.λπ.), οι οποίοι προσπαθούσαν με κάθε δυνατό τρόπο να μετατεθούν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν.
Όλα αυτά μέχρι το 1925. Τον Οκτώβριο αυτού του έτους προκηρύχθηκαν δημοτικές εκλογές, οι πρώτες μετά το 1914[2]. Οι συνδυασμοί που ανταγωνίσθηκαν ήταν τέσσερις, αλλά οι δύο ήταν οι πιο ισχυροί, του Μιχαήλ Σάπκα και το "Ενιαίο Μέτωπο" του Νικ. Βαλιανάτου. Ο τελευταίος εκπροσωπούσε τη Σοσιαλιστική κίνηση, τα δε στελέχη του προέρχονταν από το Κομμουνιστικό κόμμα. Ο Νικ. Βαλιανάτος έκανε έναν τιτάνιο αγώνα, αλλά έχασε τη δημαρχία με διαφορά ολίγων ψήφων από τον συνδυασμό του Μιχ. Σάπκα.
Αμέσως μετά την εκλογή του, το Δημοτικό Συμβούλιο καταπιάστηκε δυναμικά με το θέμα του ηλεκτροφωτισμού, της ύδρευσης και της οδοποιίας της Λάρισας [3]. Ήταν ακόμα η εποχή της δικτατορίας του Θεόδωρου Πάγκαλου και η υπομονή των Λαρισαίων είχε εξαντληθεί, έπειτα από τόσα χρόνια στασιμότητας των εταιρειών, οι οποίες είχαν αναλάβει το φλέγον αυτό θέμα[4]. Δύο συλλαλητήρια με μεγάλη συμμετοχή κόσμου στην Κεντρική πλατεία Θέμιδος, δημιούργησαν στη συνέχεια ταραχές γύρω από τις εγκαταστάσεις της "Όμνιουμ". Το γεγονός αυτό ευαισθητοποίησε το νέο Δημοτικό Συμβούλιο, το οποίο πήρε την απόφαση να κηρύξει έκπτωτη την ανάδοχη εταιρεία και να αναλάβει προσπάθεια η ίδια η πόλη να λύσει το χρονίζον πρόβλημα. Ιδρύθηκε έτσι η Εταιρεία Υδρεύσεως Ηλεκτρισμού Λαρίσης (ΕΥΗΛ)[5]. Με την εγγύηση του Δήμου συνάφθηκε μεγάλο δάνειο και με τις προσωπικές μετοχές εύπορων ατόμων της πόλης (Νικ. Φίλιος, Φώτης Παππάς, Ηλίας Κολέσκας, Μιχαήλ Μπούρας, και πολλοί άλλοι) προχώρησαν με ταχύ ρυθμό τα έργα ύδρευσης και ηλεκτροφωτισμού. Και ενώ στις κολόνες τοποθετούνταν τα ηλεκτροφόρα καλώδια και στους δρόμους ανοίγονταν χαντάκια για να τοποθετηθούν οι σωληνώσεις που θα έφερναν στα σπίτια των Λαρισαίων καθαρό και υγιεινό νερό, την άνοιξη του 1928 μια ιδιότυπη διαδήλωση εκδηλώθηκε στο κέντρο της Λάρισας. Οι νεροβαρελάδες με τα αμάξια τους έφθασαν έξω από το δημαρχείο, διαμαρτυρόμενοι στον δήμαρχο Μιχαήλ Σάπκα ότι με την αναμενόμενη ύδρευση της Λάρισας μέσω της ΕΥΗΛ θα έχαναν τη δουλειά τους. Ο δήμαρχος τους άκουσε προσεκτικά και τους υποσχέθηκε ότι θα είναι από τους πρώτους που θα προσληφθούν στην Εταιρεία[6]. Τα έργα συνεχίστηκαν και έφθασε η 7η Δεκεμβρίου 1930, όταν ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος εγκαινίασε τον Υδατόπυργο και στο κτίριο της ΕΥΗΛ που κτίστηκε στη θέση της παράγκας της Όμνιουμ, άνοιξε τη στρόφιγγα και έφθασε σε κάθε σπίτι της πόλης αποστειρωμένο τρεχούμενο νερό.
Αυτή ήταν η αρχή. Ακολούθησε η κατασκευή σύγχρονης οδοποιίας. Προηγήθηκαν τα πεζοδρόμια με τα κράσπεδα και τα ρείθρα και η ασφαλτόστρωση των κεντρικών οδών της πόλης. Οι δρόμοι που ασφαλτοστρώθηκαν πρώτοι ήταν οι Ακροπόλεως (Παπαναστασίου), Αλεξάνδρας (Κύπρου). Μ. Αλεξάνδρου, Κούμα, Ερμού, Φαρσάλων (Ρούσβελτ), Ασκληπιού, Παπακυριαζή. Συνεχίσθηκαν και σε άλλους δρόμους της πόλης και αργότερα και σε συνοικιακούς. Το 1927 επεκτάθηκε το σχέδιο πόλεως και κατασκευάσθηκαν πολλά έργα σπουδαίας σημασίας, όπως η ασφαλτόστρωση της Κεντρικής πλατείας Θέμιδος και άλλων μικρότερων πλατειών. Η δενδροφύτευση και ο καλλωπισμός πλατειών και πάρκων έγινε βάσει σχεδίου, το οποίο εκπονήθηκε από επιτροπή αποτελούμενη από τον Διευθυντή της Αβερωφείου Γεωργικής Σχολής Φιλοπ. Τζουλιάδη και άλλους γεωπόνους μηχανικούς. Επίσης φυτεύτηκαν κατά μήκος των κεντρικών οδών δενδροστοιχίες με κατάλληλα σκιερά δένδρα, οι δε πλατείες εμπλουτίστηκαν με πράσινο, άνθη και άλλα θαμνώδη δενδρύλλια. Οι δημοτικοί κήποι συμπληρώθηκαν από τον δενδροκόμο του Δήμου Ιωάννη Κατσίγρα με καλαισθησία. Στα Παλαιά Ανάκτορα, την πλατεία Φρουρίου, την πλατεία Ταχυδρομείου και σε άλλες μικρότερες πλατείες οι κήποι έτυχαν ιδιαίτερης επιμέλειας από τον ίδιο. Το άλσος Αλκαζάρ είχε γίνει εφάμιλλο με τα ευρωπαϊκά πάρκα. Οι όχθες του Πηνειού κοσμήθηκαν επίσης με δενδροφυτεύσεις. Η Λάρισα παρουσίαζε τότε όψη πράσινης πόλης και πολλοί ξένοι περιηγητές ή διερχόμενοι την παρομοίαζαν με μικρή Ελβετική ή Γερμανική πόλη. Η εμφάνισή της ήταν τότε, το 1930-34, εξαιρετική[7]. Για την κατασκευή πολλών διδακτηρίων κατά το διάστημα 1930-34 έχουμε ήδη προ πολλού αναφερθεί.
Πήραμε μια μικρή ιδέα για τα έργα ουσίας, τα οποία δρομολογήθηκαν κατά την εννεαετή (1925-1934) παρουσία του Μιχαήλ Σάπκα στον δημαρχιακό θώκο της πόλης. Δεν πρέπει πλέον να αμφιβάλλουμε ότι δίκαια του αποδόθηκε ο τίτλο του αναμορφωτή της Λάρισας.
--------------------------------------------------
[1]. Τα καταστήματα που εμπορεύονταν γαλότσες διέθεταν για άνδρες και γυναίκες μεγάλη ποικιλία και όλα τα σπίτια διέθεταν στην εξώπορτα τις ξέστρες (ποδόμακτρα) για να καθαρίζουν τις σόλες των παπουτσιών. Τις γαλότσες τις αφαιρούσαν πριν μπουν στο σπίτι. Η κατάσταση αυτή με τη λάσπη ευνοούσε τους υπαίθριους λούστρους, συνήθως νεαρά αγόρια, τα οποία ήταν παρατεταγμένα στη σειρά στη βόρεια πλευρά της πλατείας.
[2]. Η έκρυθμη κατάσταση που αναφέρθηκε δεν επέτρεψε όλο αυτό το διάστημα των 11 ετών να προκηρυχθούν εκλογές.
[3]. Όλα αυτά τα χρόνια που ερευνώ την πρόσφατη ιστορία της πόλης μας από το 1881, δεν εντόπισα δήμαρχο που να μην ενδιαφέρθηκε για την ύδρευση, τον φωτισμό και την κατασκευή Δημοτικού Θεάτρου. Και για μεν τα δύο πρώτα ο Μιχαήλ Σάπκας μέχρι το 1930 τα κατάφερε πολύ καλά, για το Θέατρο όμως ακόμα και σήμερα η κατασκευή του καρκινοβατεί.
[4]. Το 1909 επί δημαρχίας Αχιλλέα Αστεριάδη μια τριάδα επιχειρηματιών από την Κέρκυρα ανέλαβε την εκτέλεση των έργων ύδρευσης και ηλεκτρισμού της Λάρισας, την οποία υποσχέθηκε ότι θα περαίωνε σε 3,5 χρόνια. Όμως το 1910 οι ανωτέρω μεταβίβασαν την εκτέλεση των έργων στην Ανώνυμη Εταιρεία "Πηνειός". Ο χρόνος περνούσε και η εταιρεία, λόγω έλλειψης κεφαλαίων, κωλυσιεργούσε στο θέμα του φωτισμού, ενώ δεν είχε καταπιαστεί καθόλου με το θέμα της ύδρευσης. Το 1912 ο "Πηνειός" μεταβίβασε τις υποχρεώσεις σε μια άλλη εταιρεία την "Ελληνικόν Όμνιουμ Ηλεκτρισμού". Αυτή εγκατέστησε μια πρόχειρη παράγκα με λαμαρίνες στον χώρο όπου σήμερα βρίσκεται το υπό κατασκευήν Δημοτικό Θέατρο και εγκατέστησε μια μεταχειρισμένη ηλεκτροπαραγωγό μηχανή, η οποία δεν ήταν ικανή να καλύψει τις ανάγκες όλης της πόλης. Συχνές βλάβες και συχνές διακοπές ρεύματος ήταν καθημερινό φαινόμενο, το οποίο εξόργιζε τους Λαρισαίους μέχρι το 1925.
[5]. Είναι η πρόδρομος εταιρεία του ΟΥΗΛ και της σημερινής ΔΕΥΑΛ, η τελευταία μόνον στον τομέα ύδρευσης.
[6]. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Διαδήλωση νεροβαρελάδων στη Λάρισα, εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 22ας Φεβρουαρίου 2017.
[7]. Σάπκας Μιχαήλ, Αναμνήσεις εκ της εκτελέσεως έργων οδοποιίας εν Λαρίση, Κεφάλαιο από το ανέκδοτο χειρόγραφο του δημάρχου Μιχαήλ Σάπκα "Αναμνήσεις", το οποίο ανήκει στο αρχείο της Φωτοθήκης Λάρισας.

Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

ΛΑΡΙΣΑ. Μία εικόνα, χίλιες λέξεις…

Οικία Νικολάου Παρίση

Η κατοικία του οδοντιάτρου Νικολάου Παρίση στη βόρεια πλευρά της πλατείας Ταχυδρομείου. Από το οικογενειακό αρχείο Πάρι και Βάσως ΠαρίσηΗ κατοικία του οδοντιάτρου Νικολάου Παρίση στη βόρεια πλευρά της πλατείας Ταχυδρομείου. Από το οικογενειακό αρχείο Πάρι και Βάσως Παρίση
Πολύ συχνά σκέπτομαι πώς θα αισθανόμουν αν ξαφνικά περπατούσα στους δρόμους της Λάρισας του 1930 ας πούμε.
Εξοικειωμένος με την εικόνα της πόλης μας εκείνης της εποχής από τις πολλές παλιές φωτογραφίες που έχω "μελετήσει", οι διαδρομές αυτές στην προπολεμική Λάρισα συνοδεύουν τώρα τελευταία και τα πιο όμορφα όνειρά μου. Από το πλούσιο υποσυνείδητο του μυαλού αναδύονται κτίρια και μορφές που συγκινούν κάποιους και σήμερα. Είναι τα σπίτια που θα ήθελα να είχα δει και τους δρόμους όπου περπάτησαν οι άνθρωποι της πόλης με τους οποίους εξοικειώθηκα πολύ στενά, χωρίς να τους έχω γνωρίσει.
Πρόσφατα έκανα τον γύρο της πλατείας Ταχυδρομείου[1]. Η ματιά μου περιπλανήθηκε στα κτίσματα που την περιβάλλουν. Ψηλά, άκομψα, χωρίς ίχνος ομορφιάς, στριμωγμένα το ένα δίπλα στο άλλο, λες και φοβούνται την άπλα και τη μοναξιά. Μέσα μου όμως νόμιζα ότι περπατούσα και έβλεπα την προπολεμική πλατεία. "Το βλέμμα στην πόλη είναι ο ορισμός της υποκειμενικότητας … και κινείται συχνά αυτόνομα" αναφέρει στο νέο του βιβλίο ο αθηναιογράφος Νίκος Βατόπουλος[2]. Στάθηκα μόνος σε ένα από τα καφέ της βόρειας πλευράς της να πιω τον "σκέτο ελληνικό" και να διαβάσω την εφημερίδα και καθώς σήκωνα τα μάτια ένιωθα να προβάλλουν ασυναίσθητα με τη σειρά όλα τα παλιά κτίρια. Το παλιό Ταχυδρομείο στη γωνία με την οδό Παναγούλη, η ταβέρνα "Τα Πασαδάκια", η Μουσική Σχολή του Αχιλλέα Χατζηψαθά, το σπίτι και το ιατρείο του Νίκου Παρίση και το αρχοντικό του εργολάβου Δημητρίου Πουλιάδη στη γωνία με την οδό Ασκληπιού. Εκείνη τη στιγμή κάποιος φίλος με είδε μόνο, πλησίασε και κάθισε να μου κάνει παρέα. Με μιας όλα έσβησαν από μπροστά μου και προσγειώθηκα στο σήμερα. Έτσι τουλάχιστον νόμισα. Γιατί συνομήλικος καθώς ήταν, λες και ήταν βαλτός, θέλησε να μάθει τι θα βλέπαμε μπροστά μας αν βρισκόμασταν να πίνουμε καφέ στα τραπεζάκια της πλατείας πριν από 80 περίπου χρόνια. Καθόμασταν μπροστά από την πολυώροφη οικοδομή η οποία αντικατέστησε το σπίτι του οδοντίατρου Νικόλαου Παρίση όταν το κατεδάφισαν, και για την ιστορία του μιλήσαμε.
Στις αρχές του 20ού αιώνα μεταξύ του αρχοντικού του Πουλιάδη και τα ισόγεια καταστήματα τα οποία αργότερα στέγασαν την ταβέρνα "Τα Πασαδάκια" και τη Μουσική Σχολή του Αχιλλέα Χατζηψαθά, υπήρχε ευρύχωρη αυλή με ένα χαμηλό μικρό σπιτάκι. Το 1931 στη θέση αυτή ο οδοντίατρος Νικόλαος Παρίσης έκτισε μια όμορφη διώροφη οικοδομή.
Ο Νικόλαος Παρίσης ήταν από τους πρώτους οδοντιάτρους στη Λάρισα[3]. Γεννήθηκε το 1899 στην Κουκουράβα (Άνω Αμυγδαλή) Αγιάς. Μετά τις βασικές σπουδές του γράφτηκε στο Οδοντιατρικό Σχολείο Αθηνών και το 1923 πήρε το δίπλωμά του. Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους άνοιξε ιδιωτικό οδοντιατρείο στη Λάρισα σε ένα νοικιασμένο οίκημα το οποίο βρισκόταν απέναντι από την εκκλησία του Αγ. Κωνσταντίνου και άρχισε την επαγγελματική του σταδιοδρομία. Στις 19 Φεβρουαρίου 1933 νυμφεύθηκε την Αλίκη Κρίκη, αδελφή του φαρμακοποιού Οδυσσέα Κρίκη[4]. Ο γάμος έγινε στην Αγιά και το χαρακτηριστικό είναι ότι καθώς το νεόνυμφο ζευγάρι μετά τον γάμο ερχόταν στη Λάρισα για να ξεκινήσει τον μήνα του μέλιτος, συνοδευόταν από άνδρες της Χωροφυλακής, επειδή την περίοδο εκείνη ομάδες ληστών λυμαίνονταν τη θεσσαλική ύπαιθρο και ο φόβος επιδρομής ήταν μεγάλος. Το ζευγάρι μετά τον γάμο του εγκαταστάθηκε στον επάνω όροφο του σπιτιού που είχε κτίσει ο Νικόλαος Παρίσης, ενώ στους ευρύχωρους χώρους του ισογείου στεγάσθηκε το οδοντιατρείο του. Ο Νικόλαος και η Αλίκη Παρίση απέκτησαν δύο τέκνα. Το πρώτο, ο Πάρις σπούδασε και αυτός οδοντιατρική και διαδέχθηκε στο επάγγελμα τον πατέρα του. Νυμφεύθηκε τη Βάσω με την οποία δημιούργησαν μια ευτυχισμένη οικογένεια. Το δεύτερο, η Δανάη παντρεύτηκε τον φαρμακοποιό Παναγιώτη Χατζηπλατσή. Ο Νικόλαος Παρίσης διέγραψε μια αξιόλογη επαγγελματική πορεία, λόγω της επιστημονικής του ικανότητας, αλλά και της ευνοϊκής θέσης που είχε το οδοντιατρείο του, καθώς στη νότια πλευρά της πλατείας Ταχυδρομείου υπήρχαν πολλά πρακτορεία υπεραστικών λεωφορείων τα οποία εξυπηρετούσαν επαρχίες του νομού Λαρίσης. Επί πλέον διετέλεσε για πολλά χρόνια και μέλος του Οδοντιατρικού Συλλόγου της πόλης μας.
Ο σεισμός του Μαρτίου του 1941 κατέστησε ακατοίκητο τον επάνω όροφο του σπιτιού. Έτσι ο ιδιοκτήτης αναγκάσθηκε να κρημνίσει τον όροφο και να διατηρήσει το ισόγειο, στο οποίο στέγασε προσωρινά το ιατρείο και την οικογένειά του. Μετά τον πόλεμο και συγκεκριμένα το 1952 ο Νικόλαος Παρίσης πρόσθεσε εκ νέου τον επάνω όροφο που είχε καταστραφεί, συντήρησε ολόκληρη την οικοδομή και το κτίριο επανήλθε οικοδομικά στην αρχική του κατάσταση, έτσι όπως διακρίνεται στη δημοσιευόμενη φωτογραφία.
Το σπίτι του ήταν διώροφο με υπόγειο και μεταξύ του διπλανού αρχοντικού του Πουλιάδη μεσολαβούσε αυλή η οποία επεκτεινόταν προς τα πίσω και γειτόνευε με τις εγκαταστάσεις του κινηματοθεάτρου «Πάλλας». Ο Πάρις Παρίσης με τον Τάκη Γιαταγάνα θυμούνται ότι με την παρέα τους πηδούσαν τον φράχτη που χώριζε την αυλή από το «Πάλλας» και έφθαναν στους χώρους υγιεινής του κινηματογράφου, απ’ όπου περνούσαν στην αίθουσα απαρατήρητοι και έβλεπαν τα έργα χωρίς εισιτήριο. Ώσπου κάποια στιγμή ο πανέξυπνος Μιχάλης Τζεζαϊρλίδης, ιδιοκτήτης του κινηματογράφου, τους εντόπισε και για να τους αποτρέψει έλαβε τα απαραίτητα μέτρα, ενισχύοντας το τοιχίο που παραβίαζαν οι ανήσυχοι νεαροί της εποχής. Το 1975 το αρχοντικό του Παρίση ακολουθώντας τον συρμό της εποχής, κατεδαφίσθηκε και στη θέση του κατασκευάσθηκε η πολυώροφη οικοδομή που υπάρχει μέχρι σήμερα.
Από την άλλη πλευρά το σπίτι του Νικολάου Παρίση ερχόταν σε επαφή με τη Σχολή Μουσικής του Αχιλλέα Χατζηψαθά. Ο τελευταίος ήταν σπουδαίος κιθαρίστας και είχε διατελέσει καθηγητής κιθάρας στη σχολή που είχε ιδρύσει ο Μουσικός Σύλλογος. Από τα χέρια πέρασαν πολλοί κιθαρίστες-κανταδόροι της παλιάς Λάρισας.
-------------------------------
[1]. Πόσο πολύπαθη ονομαστικά είναι αυτή η πλατεία! Άλλαξε τόσα ονόματα, αλλά εξακολουθεί να ονομάζεται Ταχυδρομείου, αν και ποτέ δεν της αποδόθηκε επίσημα αυτή η ονομασία.
[2]. Βλέπε: Βατόπουλος Νίκος, Μικροί δρόμοι της Αθήνας, εκδόσεις "Μεταίχμιο", Αθήνα (2019) σελ. 9-10.
[3]. Στο μητρώο του Οδοντιατρικού Συλλόγου Λαρίσης κατέχει την τέταρτη θέση, μετά τον Χρήστο Παντοστόπουλο, τον Γιώργο Οικονομόπουλο και τον Γρηγόριο Σωτηριάδη. Βλέπε: Βοζαλής Μπαρμπής, Πορτραίτα πρωτοπόρων οδοντιάτρων της Λάρισας, Λάρισα (2006) σελ. 14.
[4]. Ο Οδυσσέας Κρίκης εκτός από το φαρμακείο διατηρούσε συγχρόνως και κατάστημα ανταλλακτικών αυτοκινήτων, καθώς και την αντιπροσωπεία των τρακτέρ John Deer Caterpillar. Το κατάστημα αυτό βρισκόταν στην αρχή της οδού Ρούσβελτ, κοντά στη σημερινή οδό Κύπρου.

Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

ΛΑΡΙΣΑ. Μία εικόνα, χίλιες λέξεις…

Μητρόπολις και γέφυρα Πηνειού


Μητρόπολις και γέφυρα Πηνειού. Φωτογραφία από το επιστολικό δελτάριο αρ. 10 του Fr. Caloutas από τη Σύρο. 1915 περίπου. Αρχείο Φωτοθήκης ΛάρισαςΜητρόπολις και γέφυρα Πηνειού. Φωτογραφία από το επιστολικό δελτάριο αρ. 10 του Fr. Caloutas από τη Σύρο. 1915 περίπου. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας
Η περιοχή της παλιάς Λάρισας με τη γέφυρα και τον μητροπολιτικό ναό του Αγ. Αχιλλίου είναι πολυζωγραφισμένη και πολυφωτογραφημένη.
Επί χρόνια ήταν η πιο όμορφη γωνιά της πόλης και αποτυπώθηκε από πολλούς επισκέπτες της. Από τον 17ο αιώνα που εντοπίζεται η πρώτη απεικόνιση της Λάρισας στο οδοιπορικό του Edward Brown μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, έχουμε εκατοντάδες απεικονίσεις σε χαρακτικά και φωτογραφίες. Όμορφες είναι οι εικόνες της περιοχής που έχουν αποτυπωθεί από διάφορους φωτογράφους σε επιστολικά δελτάρια όχι μόνον Αθηναίων εκδοτών (Ελληνική Ταχυδρομική Υπηρεσία, Πάλλης-Κοτζιάς, Ελευθερουδάκης, Κουρτίδης, κλπ.), αλλά και από άλλα μέρη της Ελλάδος (Στουρνάρας και Παρασκευόπουλος από Βόλο, Καλουτάς από Σύρο, Γρηγορούδης από Θεσσαλονίκη, κλπ.) και φυσικά και Λαρισαίων (Γεώργιος Βελώνης, Ιωάννης Κουμουνδούρος, Μίμης Γεντέκος και άλλοι).
Η σημερινή εικόνα θεωρείται μία από τις καλύτερες της περιοχής αυτής. Είναι ευκρινής, θαυμάσια φωτισμένη και αποτυπώνει με λεπτομέρειες πολλά από τα εμβληματικά σημεία της Λάρισας της εποχής εκείνης: την πέτρινη γέφυρα του Πηνειού, τον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Αχιλλίου, το παλιό τουρκικό ρολόι και πολλά άλλα κτίρια που θα αναλύσουμε στη συνέχεια. Προέρχεται από τον φακό του Fr. Caloutas, όπως αναγράφεται στην οπίσθια πλευρά της κάρτας. Ο Φραγκούλης Ευαγγέλου Καλουτάς ή Francois E. Caloutas (1887-1952) γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου, ήταν φωτογράφος και περιόδευε σε πολλές πόλεις για να φωτογραφήσει τοπία, με σκοπό να τα χρησιμοποιήσει σε επιστολικά δελτάρια τα οποία διακινούσε πανελλήνια. Τοποθετείται μέσα στους δέκα μεγαλύτερους εκδότες καρτών στην Ελλάδα. Η αναγραφή του ονόματός του ήταν συνήθως στη γαλλική γλώσσα και σε μερικές και στην ελληνική. Οι κάρτες του έχουν ορισμένα χαρακτηριστικά: Η αρίθμηση και ο τίτλος της φωτογραφίας είναι αποτυπωμένα μέσα στο πλαίσιο της φωτογραφίας και ο τίτλος εκτός από τα ελληνικά, είναι γραμμένος και στα γαλλικά. Οι κάρτες του είναι αριθμημένες. Για τη Λάρισα έχουν ιδιαίτερη αρίθμηση, είναι συνολικά περίπου δέκα όσες έχουν εντοπισθεί και τις οποίες τις αρίθμησε από 1-10. Στη Λάρισα ήλθε απ’ όσο γνωρίζω περί το 1915 και η κάρτα που δημοσιεύεται σήμερα φέρει τον αριθμό 10, ενώ στην οπίσθια όψη της έχει τυπωμένα τα στοιχεία του: Francois E. Caloutas – Syra.
Αναλύοντας τη φωτογραφία, θα τη διαιρέσουμε σε δύο επίπεδα. Στο κάτω προέχει μεγαλοπρεπής η παλιά πέτρινη γέφυρα του Πηνειού. Έχουμε αναφερθεί πολλές φορές ιστορικά και κατασκευαστικά σ' αυτήν και νομίζω ότι περιττεύει να τα επαναλάβουμε. Στο σημερινό σημείωμα θα σταθούμε στα στηθαία της γέφυρας και θα αναφέρουμε ορισμένα στοιχεία τα οποία μπορούν να μας βοηθήσουν ενδεικτικά στη χρονολόγηση της απεικόνισης. Τα στηθαία κατά την τουρκοκρατία ήταν λίθινες επίπεδες πλάκες τοποθετημένες κάθετα στα δύο πλάγια άκρα της γέφυρας, οι οποίες έφθαναν σε ύψος περίπου τα 80 εκ. Κατά την απελευθέρωση οι πλάκες αυτές είχαν χάσει τη συναρμολόγησή τους και είχαν καταστεί επικίνδυνες. Η πρώτη κατασκευαστική ενέργεια των ελληνικών αρχών ήταν να ενισχυθούν με ισχυρό αρμό. Επειδή όμως ήταν και χαμηλές σε ύψος, το 1886 αποφασίσθηκε, μαζί με άλλες εργασίες αύξησης του εύρους του οδοστρώματος της γέφυρας, να απομακρυνθούν και στη θέση τους να τοποθετηθούν ξύλινα κιγκλιδώματα ικανού ύψους σε σχήμα Χ. Την εργασία αυτή ανέλαβε το Τμήμα Μηχανικού του Στρατού υπό τον ταγματάρχη τότε Κων. Σαπουντζάκη. Όμως το ξύλινο υλικό των στηθαίων αποδείχθηκε ευάλωτο και σύντομα, περί το 1908, αντικαταστάθηκε από ισχυρά σιδερένια στοιχεία, τα οποία διατηρήθηκαν μέχρι τη διπλή ανατίναξη της γέφυρας κατά τη διάρκεια της κατοχής (1941 και 1944). Στη σημερινή φωτογραφία του Καλουτά διακρίνονται πολύ καθαρά τα σιδερένια στηθαία της γέφυρας, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η λήψη της φωτογραφίας έγινε μετά το 1908. Γραφική είναι και η εικόνα της άμαξας η οποία διασχίζει το οδόστρωμα της γέφυρας με κατεύθυνση προς την πόλη.
Στο επάνω επίπεδο απεικονίζονται με ιδιαίτερη ευκρίνεια όλα τα κτίρια της δυτικής πλευράς του Λόφου. Από αριστερά προέχει ο μητροπολιτικός ναός του Αγ. Αχιλλίου. Άρχισε να κτίζεται το 1900 περίπου στη θέση της βασιλικής του Καλλιάρχη, χάρη στη συνδρομή των Λαρισαίων, την αποφασιστικότητα του Δημοτικού Συμβουλίου και την έγκριση και ενεργή συμμετοχή του μητροπολίτη Λαρίσης Αμβρόσιου Κασσάρα. Τα επίσημα εγκαίνια έγιναν τον Σεπτέμβριο του 1907. Αν προσέξει κανείς, η τοιχοποιία του ναού διατηρεί την ομορφιά της κτισμένης πέτρας, με τις πλίνθινες διακοσμήσεις γύρω από τα ανοίγματα. Αργότερα άσπρο επίχρισμα σκέπασε όλους τους τοίχους και η εξωτερική εικόνα του ναού πήρε άλλη μορφή. Μπροστά από τον ναό ισχυρός τοίχος αντιστήριξης δημιουργεί ευρύ προαύλιο στη δυτική πλευρά του ναού και δίπλα απεικονίζεται το μεγάλο κλιμακοστάσιο το οποίο οδηγούσε από την εκκλησία στη δεξιά όχθη του Πηνειού.
Στη συνέχεια ακολουθούν κατοικίες αστικών οικογενειών της Λάρισας. Εμπρός διατηρείται μια οικοδομή από την περίοδο της τουρκοκρατίας με τη χαρακτηριστική ανατολίτικη αρχιτεκτονική της και πίσω εξέχει το τριώροφο αρχοντικό του Ιωάννη Βελλίδη. Δεξιότερα, κοντά στη γέφυρα προέχει το διώροφο κτίριο του Κλεάνθη Σακελλαρίδη, πίσω του ένα μέρος από τις ποινικές φυλακές της Λάρισας (πρώην χάνι των αδελφών Σαχίνη) και στο βάθος το παλιό τούρκικο ρολόι με τις καμπάνες να αναγγέλλουν την ώρα στους κατοίκους της πόλης. Τέλος, στη δεξιά πλευρά της εικόνας ορθώνεται το ξενοδοχείο "Μακεδονία" και πίσω του εξέχει το υπερώο του ξενοδοχείου "Ακροπόλ".
Σήμερα προβάλαμε μια φωτογραφία η οποία απεικονίζει μια ιδιαίτερη ομορφιά της Λάρισας η οποία βρίσκεται σε μια προνομιακή περιοχή. Αν κάποιος σταθεί σήμερα στο ίδιο σημείο που στάθηκε το 1915 ο Καλουτάς θα αντικρίσει μια τελείως διαφορετική εικόνα. Πέρασαν εκατό και περισσότερα χρόνια και δεν έμεινε τίποτα που να θυμίζει την παλιά Λάρισα. Μια σύγκριση μεταξύ των δύο απόψεων είναι αναπόφευκτη. Πότε ήταν ομορφότερη η περιοχή;
Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

Ο λόφος της Ακρόπολης κατά το 1897

 
Στον Λόφο της Αρχαίας Ακρόπολης της Λάρισας. Κανόνια 15 χιλιοστών του ελληνικού στρατού τα οποία είχαν κατακτήσει οι Τούρκοι στον πόλεμο του 1897. Στο βάθος το παλιό τουρκικό ρολόι της Λάρισας. Φωτογραφία από τουρκικό περιοδικό της 9. 9. 1897. Αρχείο Φωτοθήκης ΛάρισαςΣτον Λόφο της Αρχαίας Ακρόπολης της Λάρισας. Κανόνια 15 χιλιοστών του ελληνικού στρατού τα οποία είχαν κατακτήσει οι Τούρκοι στον πόλεμο του 1897. Στο βάθος το παλιό τουρκικό ρολόι της Λάρισας. Φωτογραφία από τουρκικό περιοδικό της 9. 9. 1897. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας
Η σημερινή φωτογραφία είναι πολύ σπάνια και προέρχεται από το μακρινό 1897. Ήταν Μ. Σάββατο, το ημερολόγιο έδειχνε 12 Απριλίου 1897 (με το παλιό ημερολόγιο) και από μερικές ημέρες πριν είχε αρχίσει ο ελληνοτουρκικός πόλεμος, χωρίς όμως ευνοϊκά αποτελέσματα για τη χώρα μας.
Ο τουρκικός στρατός είχε οδηγήσει σε φυγή τα ελληνικά στρατεύματα και η Λάρισα αισθανόταν επισφαλής. Οι περισσότεροι κάτοικοί της προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να εγκαταλείψουν την πόλη αναζητούντες μεταφορικό μέσον, ο ελληνικός στρατός είχε πάρει την εντολή να οπισθοχωρήσει προς τα Φάρσαλα, και οι Τούρκοι ήταν "προ των πυλών" της πόλης. Η άτακτη οπισθοχώρηση του στρατού[1] είχε ως αποτέλεσμα να εγκαταλειφθούν στα χέρια των νικητών του πολέμου τα βαρέα όπλα, μεταξύ των άλλων και πολλά από τα κανόνια του πυροβολικού.
Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφέρουμε ότι δυτικά του υπερυψωμένου χώρου της παλιάς τουρκικής αγοράς (μπεζεστένι), στο σημείο όπου σήμερα έχει στηθεί το Ηρώον της πόλης μας, υπήρχαν από την περίοδο της τουρκοκρατίας στρατώνες και αποθήκες πυροβολικού. Οι εγκαταστάσεις αυτές διατηρήθηκαν και μετά την απελευθέρωση του 1881 από τον ελληνικό στρατό. Μετά την κατάληψη της Λάρισας από τους Τούρκους το 1897, οι κατακτητές εγκατέστησαν εκ νέου το πυροβολικό τους στα ίδια κτίρια, με λάφυρα τώρα τα κανόνια του στρατού μας. Στην εικόνα διακρίνονται δύο κανόνια 15 χιλιοστών, όπως αναγράφεται στην υποσημείωση της τουρκικής φωτογραφίας, τα οποία καταλαμβάνουν τον χώρο έξω από τους στρατώνες. Στο άκρο δεξιό της εικόνας μόλις φαίνεται τμήμα από μία αποθήκη πυροβολικού. Οι αποθήκες ήταν δύο επιμήκη κτίρια κτισμένα παράλληλα κατά μήκος της βόρειας παρυφής του λόφου, μέσα στα οποία διατηρούνταν τα πυροβόλα όπλα. Η φωτογραφία έχει δημοσιευθεί στο εξώφυλλο του περιοδικού Servet - i Funun Dergisi της Κωνσταντινούπολης, στο τεύχος 339, με ημερομηνία 9 Σεπτεμβρίου 1897, δηλ. πέντε μήνες μετά την προσωρινή κατάληψη της Λάρισας και έχει εντοπισθεί από τον Θωμά Κυριάκο, μέλος της Φωτοθήκης Λάρισας.
Ένα άλλο ενδιαφέρον, το οποίον μας αποκαλύπτει η εικόνα αυτή, είναι ότι στο βάθος διακρίνεται το τουρκικό ρολόι της Λάρισας. Έχουμε αναφέρει και άλλες φορές ότι η παρουσία ρολογιού στη Λάρισα μάς είναι γνωστή από παλιά. Διάφοροι περιηγητές (Εβλιγιά Τσελεμπή, Κωνσταντίνος Διοικητής, Richard Pococke, Jacob Bartholdy, κ.ά.) έκαναν αναφορές στα οδοιπορικά τους για το ρολόι τη Λάρισας[2]. Θα λέγαμε ότι η παρουσία του πάνω στην ακρόπολη ήταν στενά συνδεδεμένη με την πόλη. Γι' αυτό και οι προτάσεις που εξαγγέλλονται τελευταία από τον Δήμο Λαρισαίων για την κατασκευή νέου πύργου ρολογιού σε κάποια θέση στον Λόφο, ακούγονται με συμπάθεια και νοσταλγία από πολλούς συμπολίτες μας.
Επειδή το πρώτο γνωστό ρολόι της Λάρισας ήταν σύμφωνα με τις περιγραφές ξύλινο, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, οι τουρκικές αρχές της πόλης αποφάσισαν να κατασκευάσουν άλλο πιο στερεότερο και επιβλητικότερο. Κάποια στιγμή, δυστυχώς δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς, κτίσθηκε ψηλός πέτρινος πύργος με εξάγωνη βάση, στην ίδια περίπου θέση που ήταν και ο παλαιότερος ξύλινος πύργος. Η περιφέρεια του πέτρινου κορμού του γινόταν όλο και πιο μικρότερη όσο ψήλωνε. Πάνω στον κορμό του πύργου στηριζόταν ο μεταλλικός πυργίσκος του ρολογιού. Έφερε έξι μεταλλικούς στύλους καθηλωμένους στον πύργο, ενώ ψηλά υποβάσταζαν εξάγωνη σκεπή, η οποία είχε σχήμα κωνοειδές. Στο εσωτερικό του μεταλλικού αυτού πυργίσκου είχαν ενσωματωθεί καμπάνες οι οποίες ανήγγειλαν την ώρα, την μισή ώρα και το τέταρτο της ώρας και ο ήχος τους ακουγόταν καθαρά σε ολόκληρη την πόλη. Ο ιστορικός της Λάρισας Επαμεινώνδας Φαρμακίδης[3] αναφέρει ότι στη βάση του υπήρχε τουρκική επιγραφή η οποία ανέφερε ότι το ρολόι επισκευάσθηκε το 1836 με δαπάνες κάποιου Σεϊτ Ταχήρ Εφέντη. Η πληροφορία αυτή νομίζω ότι ίσως οριοθετεί και τη χρονολογία κατασκευής του.
Την παρουσία του ρολογιού αυτού αναφέρουν πολλοί Έλληνες και ξένοι επισκέπτες της Λάρισας, κατά τον 19ο αιώνα και τα πρώτα χρόνια του 20ού αι., και ήταν πολλοί. Ένας απ' αυτούς ήταν και ο Ιωάννης Λεονάρδος από τα Αμπελάκια, ο οποίος στο βιβλίο του «Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία» που εκδόθηκε το 1836 γράφει χαρακτηριστικά ότι: «Εδώ κτυπά και έν Κωδωνωρολόγιον τρόπον τινά, ολίγον σπάνιον άκουσμα εις την Τουρκίαν».
Μέρος του κορμού και ο πυργίσκος του ρολογιού αυτού διακρίνεται σε όλα τα χαρακτικά και τις φωτογραφίες τα οποία απεικονίζουν από μακριά τον Λόφο και χρονολογούνται από το 1850 μέχρι το 1900 περίπου. Αργότερα βέβαια έχουμε επιστολικά δελτάρια και φωτογραφίες μέχρι το 1920 που το απεικονίζουν σχεδόν ολόκληρο.
Το ρολόι αυτό με τις καμπάνες διατηρήθηκε μέχρι το 1923, όταν επί δημαρχίας Δημητρίου Παπαγεωργίου (19222-1924) απομακρύνθηκε ο μεταλλικός πυργίσκος και στη θέση του κατασκευάστηκε ένας νέος κτιστός τετράπλευρος πυργίσκος με υπέροχη αρχιτεκτονική δομή, στις τέσσερες πλευρές του οποίου είχαν τοποθετηθεί στρόγγυλα ρολόγια με ωροδείκτες και λεπτοδείκτες.
-----------------------------------------
[1]. "…το πεζικόν επιστρέφον εντός της πόλεως, διεθύνετο προς τους στρατώνας. Και οι στρατιώται και οι αξιωματικοί κατασυντετριμμένοι και κατηφείς εβάδιζον, τινές χωρίς πίλους και άλλοι χωρίς μανδύας…". Βλέπε: Παπασταύρου Αμαλία, Η φοβερά νυξ τη φυγής Λαρίσσης της 11 προς 12 Απριλίου 1897, Εν Αθήναις (1897) σελ. 13.
[2]. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Το ρολόι της Λάρισας. Ιστορική διαδρομή, εφ. "Ελευθερία", Λάρισα, φύλλο της 17ης Σεπτεμβρίου 2014 και του ιδίου "Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα - Α΄ (2014), Λάρισα (2016) σελ. 167-170.
[3]. Φαρμακίδης Επαμεινώνδας, Η Λάρισα, από των μυθολογικών χρόνων μέχρι της προσαρτήσεως αυτής εις την Ελλάδα (1881), Βόλος (1926) σελ. 10.

Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

Μέγαρο Αλεξάνδρου

Το μέγαρο Αλεξάνδρου επί της οδού Βενιζέλου σε φωτογραφία του 1946. Δεξιά διακρίνεται μέρος του κτιρίου της Τραπέζης ΛαρίσηςΤο μέγαρο Αλεξάνδρου επί της οδού Βενιζέλου σε φωτογραφία του 1946. Δεξιά διακρίνεται μέρος του κτιρίου της Τραπέζης Λαρίσης
Με την αποκάλυψη του Αρχαίου Θεάτρου και την πεζοδρόμηση της οδού Βενιζέλου, που έγιναν τα τελευταία χρόνια, αναδείχθηκε απέναντι από το κοίλον του Θεάτρου ένα τριώροφο επιβλητικό κτίριο, το ύψος του οποίου διασπά τη μονοτονία των πολλών ισόγειων καταστημάτων, τα οποία κυριαρχούν σε όλο σχεδόν το μήκος της οδού Βενιζέλου.
Πρόκειται για το μέγαρο Αλεξάνδρου. Είναι ένα από τα λίγα μεγάλα προπολεμικά κτίσματα της Λάρισας, το οποίο κατόρθωσε να διασωθεί μέχρι σήμερα και μάλιστα σε πολύ καλή κατάσταση, χάρη στην ευαισθησία που έδειξε ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης του Δημήτριος Ιωάν. Αλεξάνδρου.
Ο γενάρχης της οικογένειας Δημήτριος Αλεξάνδρου (1862-1906) γεννήθηκε στον Τύρναβο και το 1879 μετακόμισε στη Λάρισα, όπου μαζί με τον Κυριακό Διδάσκαλο άνοιξαν κατάστημα υαλικών σε ισόγειο οίκημα στη γωνία των σημερινών οδών Βενιζέλου και Παπαναστασίου. Σύντομα ο συνεταίρος του αποχώρησε, στο κατάστημα έμεινε μόνος του ο Αλεξάνδρου και λόγω θέσεως οι δουλειές του πήγαιναν περίφημα. Στις διαφημιστικές καταχωρήσεις των εφημερίδων της εποχής αναφέρεται ως «Μέγα Υελοπωλείον "Λούβρ" Δημητρ. Αλεξάνδρου». Όμως το 1906 πέθανε σε νεαρή ηλικία (44 χρονών) και την επιχείρηση ανέλαβε ο γιος του Ιωάννης Αλεξάνδρου (1884-1962)[1] που ήταν τότε 21 ετών. Αυτός κατόρθωσε, χάρη στην ισχυρή προσωπικότητα που διέθετε, να αναδείξει οικονομικά την επιχείρηση[2] και μετά το 1922 αγόρασε το διπλανό στο κατάστημά του οικόπεδο που ήταν ανταλλάξιμο. Το 1930 ανήγειρε στο οικόπεδο αυτό το τριώροφο κτίριο που υπάρχει μέχρι σήμερα, με προοπτική το ισόγειο να αποτελέσει τη μόνιμη επαγγελματική του στέγη και οι δύο όροφοι να χρησιμοποιηθούν σαν κατοικία της οικογένειας. Το πρώτο γωνιακό κατάστημα κατεδαφίσθηκε και στη θέση του ανεγέρθηκε το νεοκλασικό κτίριο της Τράπεζας Λαρίσης. Στο νέο του κατάστημα ο Ιωάννης Αλεξάνδρου επέκτεινε την επιχείρηση και τη μετέτρεψε σε κατάστημα γενικού εμπορίου, όμως οι όροφοί του ποτέ δεν κατοικήθηκαν από την οικογένειά του. Προπολεμικά στέγασαν κλειστή ιδιωτική λέσχη Λαρισαίων αστών αγγλικού τύπου, με χαρτοπαικτική λέσχη. Επίσης, στους χώρους του πραγματοποιούνταν διάφορες δεξιώσεις και συνελεύσεις επαγγελματικών σωματείων της πόλης. Κατά την περίοδο της Κατοχής ολόκληρο το κτίριο επιτάχθηκε από τους Γερμανούς, με αποτέλεσμα η επιχείρηση να διακόψει τη λειτουργία της και η οικογένεια να μετακομίσει προσωρινά στην Αθήνα. Οι Γερμανοί μετέτρεψαν το ισόγειο του κτιρίου σε χώρο στάθμευσης των γερμανικών αυτοκινήτων της Κομαντατούρας, ενώ στους δύο ορόφους εγκαταστάθηκαν διοικητικές υπηρεσίες του γερμανικού Φρουραρχείου.
Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια ολόκληρο το κτίριο ενοικιάσθηκε στον επιχειρηματία Τσούκαρη, ο οποίος το μετέτρεψε σε ξενοδοχείο, το οποίο όμως λειτούργησε μόνο για λίγα χρόνια. Το 1948-49 το ισόγειο στέγασε και πάλι την επαγγελματική δραστηριότητα του Ιωάννη Αλεξάνδρου, ενώ οι δύο όροφοι χρησιμοποιήθηκαν ως κλινική. Αρχικά στεγάστηκε η χειρουργική κλινική του Γεωργίου Κατσίγρα μέχρι το 1955, οπότε μεταφέρθηκε στη μεγάλη ιδιόκτητη κλινική του στην πλατεία Ταχυδρομείου. Μετά τη μετακόμιση του Κατσίγρα τους χώρους του μεγάρου ενοικίασαν οι αδελφοί Γκαράνη για να αναπτύξουν την πρώτη χειρουργική τους κλινική, μέχρις ότου ολοκληρωθεί η δική τους, την οποία έκτισαν επί της οδού Παπαναστασίου. Ακολούθησε η ουρολογική κλινική του Αντώνη Καφετζούλη. Όταν μετακόμισε και ο τελευταίος ιατρός, αρχικά στον πρώτο όροφο λειτούργησε το club "Παράδεισος" με αποκλειστικά ανδρική πελατεία και κατόπιν από τους ορόφους του πέρασαν διάφορα καταστήματα εστιάσεως και ψυχαγωγικές λέσχες κάθε είδους.
Το 1953 ανέλαβε την οικογενειακή επιχείρηση του ισόγειου καταστήματος ο εγγονός του ιδρυτή και συνονόματός του Δημήτριος Αλεξάνδρου, ο οποίος το 1980 άλλαξε για τρίτη φορά τη χρήση του και το λειτούργησε ως κατάστημα παιδικών παιχνιδιών μέχρι το 2004. Τη χρονιά αυτή ο Δημήτριος Αλεξάνδρου ο νεότερος συνταξιοδοτήθηκε και το κτίριο έκτοτε άλλαξε ιδιοκτήτη και χρήση[3].
Αρχιτεκτονικά το μέγαρο Αλεξάνδρου είναι ένα τριώροφο οικοδόμημα με αισθητικά όμορφη πρόσοψη. Οι υψηλές διαστάσεις του ισογείου δημιουργούν έναν ευρύ εσωτερικό χώρο. Τα ανοίγματα καταλαμβάνουν σχεδόν ολόκληρη την πρόσοψη του καταστήματος και στην ανατολική πλευρά υπάρχει ξεχωριστή θύρα εισόδου που οδηγεί σε ξύλινο κλιμακοστάσιο το οποίο φθάνει μέχρι και τον τρίτο όροφο. Σήμερα το ισόγειο κατάστημα εναρμονίζεται με τα τοξωτά ανοίγματα του πρώτου ορόφου και τον επιτυχημένο συνδυασμό χρωματικής απόδοσης των επιχρισμάτων. Στενός επιμήκης εξώστης με παραδοσιακές σιδεριές και μαρμάρινα φουρούσια διατρέχει όλο το μήκος του πρώτου ορόφου, ενώ στον δεύτερο ο εξώστης περιορίζεται μόνο στο κεντρικό τμήμα.
Η αρχοντιά του μεγάρου Αλεξάνδρου της εποχής του Μεσοπολέμου δένει επιτυχημένα με τη βαθμιαία αναδυόμενη κλασική ομορφιά του Αρχαίου Θεάτρου και την περιποιημένη πεζοδρόμηση του μεταξύ των χώρου.
-----------------------------------------------
[1]. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Οικογένεια Αλεξάνδρου, εφ. "Ελευθερία", Λάρισα, φύλλο της 21ης Σεπτεμβρίου 2016.
[2]. Χαρακτηριστική και πρωτότυπη είναι μια διαφήμιση του καταστήματος η οποία εμφανίσθηκε το 1906 στις τοπικές εφημερίδες: "Μέγα Σκάνδαλον. Η ευειδεστάτη δις Κ. Μ. μνηστευθείσα προ 15 ημερών τον Χ. Π., τον οποίον εις το έπακρον εμίσει, εγένετο άφαντος από χθες. Οι γονείς της, εις ούς ανεκοίνωσεν την προς τον μνηστήρα απέχθειάν της, υποθέτουν ότι η δυστυχής κόρη θα αυτοκτονούσε. Επληροφορήθημεν όμως ότι ο δυστυχής πατήρ εύρε την κόρην του. Την εύρε ωσεί αφηρημένην προ των προθηκών του ενταύθα υαλοπωλείου Ιωάν. Αλεξάνδρου, χάσκουσαν με την ποικιλίαν των ειδών! Ενεγκαλίσθη μετ' ολίγον και αυτή τον πατέρα της, εζήτησε συγγνώμην και παρεκάλεσεν αυτόν να της ψωνίση όλα τα αναγκαιούντα εις τον γάμον είδη από τον Ι. Αλεξάνδρου". Βλέπε: Ζιαζιάς Γεώργιος, Αναζητώντας τη χαμένη Λάρισα. 50 χρόνια μνήμες και αναπολήσεις (1900-1950), τόμ. Β’, Λάρισα (2000), σελ. 8-9.
[3]. Όλες οι πληροφορίες σχετικά με την ιστορία του κτιρίου και της οικογένειας Αλεξάνδρου προέρχονται από τον Δημήτριο Αλεξάνδρου, ο οποίος εκπροσώπησε την τρίτη γενεά της οικογενειακής επιχείρησης Αλεξάνδρου, η οποία διήρκεσε 125 χρόνια (1879-2004).
Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

Η περιοχή του Αγίου Νικολάου

Η κατάφυτη αυλή του παλαιού ναού του Αγ. Νικολάου με το μεταπολεμικό καμπαναριό. Δεξιά στο διώροφο κτίριο στεγαζόταν μέχρι το 1957 το Δημαρχείο της Λάρισας. Φωτογραφία από επιστολικό δελτάριο του Νικ. Στουρνάρα. 1955 περίπου. Αρχείο Φωτοθήκης ΛάρισαςΗ κατάφυτη αυλή του παλαιού ναού του Αγ. Νικολάου με το μεταπολεμικό καμπαναριό. Δεξιά στο διώροφο κτίριο στεγαζόταν μέχρι το 1957 το Δημαρχείο της Λάρισας. Φωτογραφία από επιστολικό δελτάριο του Νικ. Στουρνάρα. 1955 περίπου. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας
Η σημερινή εικόνα προέρχεται από φωτογραφία επιστολικού δελταρίου (κάρτας) του Νικολάου Στουρνάρα[1], το οποίο κυκλοφόρησε στα μέσα της δεκαετίας του 1950.
Απεικονίζει μια περιοχή της συνοικίας του Αγίου Νικολάου η οποία οριοθετείται από τη συμβολή των σημερινών οδών Αγ. Νικολάου, Παπαναστασίου και Γρηγορίου Ε’.
Στη φωτογραφία αυτή δεξιά διακρίνεται ένα διώροφο κτίριο, το οποίο την περίοδο εκείνη στέγαζε τις υπηρεσίες της Δημαρχίας Λαρίσης. Η περιοχή αυτή του Αγίου Νικολάου (Παράσχου μαχαλάς) ήταν κατά τον 19ο αιώνα χριστιανική συνοικία και σ' αυτήν δημιουργήθηκε και ο πρώτος πυρήνας της λαρισαϊκής αστικής τάξης. Κατά τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας και μέχρι το 1881 είναι γνωστό ότι στην πλευρά αυτή, ανατολικά του ναού του Αγίου Νικολάου, ήταν εγκατεστημένα τα διάφορα Προξενεία της τουρκοκρατούμενης Λάρισας, το ελληνικό, το αγγλικό, το ρωσικό, το ισπανικό. Ιδιαίτερα το τελευταίο είχε υπό την προστασία του τους περισσότερους Λαρισινούς Ισραηλίτες, οι οποίοι από τον καιρό του διωγμού τους από την καθολική Ισπανία, ήρθαν στην Ελλάδα (Σεφαραδίτες) και αρχικά λόγω της Τουρκοκρατίας διατήρησαν όχι μόνον την ισπανική γλώσσα, αλλά και την υπηκοότητα. Το ίδιο συνέβη και με την παρουσία του ελληνικού Προξενείου. Οι Έλληνες της πόλης αναθάρρησαν με την παρουσία του, γιατί μπορεί μεν να ήταν Οθωμανοί πολίτες, αλλά ως χριστιανοί είχαν κάποια αδιόρατη προστασία κυρίως από τον Έλληνα, αλλά και τους άλλους χριστιανούς Προξένους, κυρίως της ομόδοξης Ρωσίας[2].
Μέχρις ότου ανεγερθεί επί δημαρχίας Δημ. Χατζηγιάννη το σημερινό μόνιμο Δημαρχιακό Μέγαρο, στη γωνία των οδών Παπαναστασίου και Ίωνος Δραγούμη, οι δημοτικές υπηρεσίες στεγάζονταν κατά διαστήματα σε διάφορα ιδιωτικά κτίσματα. Βρίσκεται σε εξέλιξη προσπάθεια να εντοπισθούν όλα αυτά τα κτίρια της Λάρισας τα οποία χρησίμευσαν ως Δημαρχεία. Δεν ολοκληρώθηκε ακόμη, αλλά παρατηρείται ότι τα περισσότερα έχουν ήδη κατεδαφισθεί και στην θέση τους κτίσθηκαν σύγχρονες οικοδομές. Την ίδια τύχη είχε και το συγκεκριμένο κτίριο της σημερινής φωτογραφίας. Εδώ δεν στεγάσθηκε για μεγάλο διάστημα η Δημαρχία, γιατί ο σεισμός του 1957 το κατέστησε ετοιμόρροπο και αναγκάσθηκε να μετακομίσει στο κτίριο Αβραάμ Μουσόν, όπου παρέμεινε μέχρι την κατασκευή του σημερινού Δημαρχείου.
Στα αριστερά της φωτογραφίας διακρίνεται η κατάφυτη αυλή του Αγ. Νικολάου με τον ομώνυμο ναό και το μεταπολεμικό καμπαναριό. Ολόκληρος ο χώρος περιβάλλεται από χαμηλό τοιχίο από επεξεργασμένες πέτρες σε σχήμα μωσαϊκού, το οποίο συμπληρώνεται καθ' ύψος από πυκνό μεταλλικό κιγκλίδωμα. Ο ναός κτίσθηκε το 1857 σε αρχιτεκτονική μορφή τρίκλιτης βασιλικής. Το 1897 αυξήθηκε κατά μήκος με την προσθήκη γυναικωνίτη και παρέμεινε αναλλοίωτος μέχρι το 1970 όταν άρχισε σταδιακά να κατεδαφίζεται για να ανεγερθεί ο σημερινός ναός.
Νοτιοανατολικά του ναού και σε μικρή απόσταση απ' αυτόν κτίσθηκε το 1893, λίγα χρόνια μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας, ψηλό κωδωνοστάσιο, τετραώροφο, πέτρινο, με σταθερή και βαθμιαία μειούμενη σε κάθε όροφο επιφάνεια. Η οροφή του κατέληγε σε ψηλή κωνοειδή απόληξη. Όπως φαίνεται από φωτογραφίες και από δύο σχέδια του Αγ. Αστεριάδη[3], το κωδωνοστάσιο αυτό ήταν κομψό, όμορφο και διέφερε αρχιτεκτονικά από την απλή μορφή της παρακείμενης τρίκλιτης βασιλικής. Είχε κτισθεί σύμφωνα με την νεοκλασική αρχιτεκτονική αντίληψη που επικρατούσε κατά την περίοδο εκείνη στον ελληνικό χώρο, με τα δίλοβα τοξωτά ανοίγματα στους δύο τελευταίους ορόφους και τις τρίγωνες απολήξεις στη βάση της κωνοειδούς στέγης του.
Κατά τον ισχυρό σεισμό του Μαρτίου του 1941 το καμπαναριό αυτό υπέστη σοβαρές ρωγμές, οι οποίες αποκαταστάθηκαν προσωρινά, αλλά στον σεισμό του 1954 κατέρρευσαν οι δύο τελευταίοι όροφοι και τελικά τέθηκε σε αχρηστία. Γι’ αυτό έπειτα από σύντομο χρονικό διάστημα κατεδαφίσθηκε και στη θέση του αναγέρθηκε νέο τετραώροφο πιο απλό κωδωνοστάσιο από τσιμέντο, αυτό που διακρίνεται στη δημοσιευόμενη φωτογραφία. Το τελευταίο διατηρήθηκε μέχρι τη δεκαετία του 1970. Τότε αρχικά κατεδαφίσθηκε το καμπαναριό και σταδιακά ο ναός του 1857 για να ανεγερθεί στη θέση του το 1978 ο σημερινός τεράστιος ναός, ο μεγαλύτερος σε χωρητικότητα στη Λάρισα, στη δυτική πλευρά του οποίου ενσωματώθηκαν δύο ψηλά κωδωνοστάσια.
Ένα πολύ γραφικό θέαμα παρουσίαζαν και οι μονοκατοικίες της περιοχής του Αγίου Νικολάου, οι οποίες συνήθως περιβάλλονταν από ευρύτατες αυλές, πλημμυρισμένες από ποικιλίες λουλουδιών κάθε εποχής. Εξ άλλου μυρωμένη ήταν η ατμόσφαιρα και σ’ ολόκληρη την άλλη πόλη, γιατί οι παλιοί Λαρισαίοι είχαν πάθος με τα λουλούδια και οι οικοδέσποινες συναγωνίζονταν ποια θα παρουσίαζε την καλύτερα ανθισμένη αυλή της. Στη νότια πλευρά του ναού βρισκόταν και το τριώροφο σπίτι του Στρατηγού Άρτη. Κτίσμα των τελευταίων χρόνων της Τουρκοκρατίας, διατηρήθηκε μέχρι και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, όταν ερειπωμένο κατεδαφίσθηκε, διανοίχθηκε η οδός Σούτσου και κατασκευάσθηκε πολυώροφη οικοδομή[4].
---------------------------------------------------------
[1]. Ο Νικόλαος Στουρνάρας (1918-1993) ήταν γιος του "άγιου της φωτογραφίας" Στέφανου Στουρνάρα. Από μικρός και ειδικά μετά τον θάνατο του πατέρα του (1928), μαζί με την μητέρα του και τον μεγαλύτερο αδελφό του Κωνσταντίνο εργαζόταν στο φωτογραφείο της οικογένειας. Το 1948 μετακόμισε στην Αθήνα όπου άνοιξε φωτογραφείο. Τη δεκαετία του 1950 ταξίδευσε σε πολλά μέρη της Ελλάδας και αποτύπωσε χιλιάδες τοπία και αρχαιολογικά μνημεία. Διατηρούσε μακροχρόνια φιλία με τον δικό μας φωτογράφο Γεώργιο Βαλσάμη, με τον οποίο απέκτησε και πνευματικούς δεσμούς (κουμπαριά).
[2]. Το 1859 ο Πορφύριος Ουσπένσκη, Ρώσος αρχιμανδρίτης, κατά τη διάρκεια περιήγησης σε διάφορες Μονές της Θεσσαλίας επισκέφθηκε και τη Λάρισα. Ήταν 5 Απριλίου του 1859, Κυριακή των Βαΐων όταν παρακολούθησε μαζί με τον Ρώσο Πρόξενο στη Λάρισα Λαζάρου την ακολουθία του Νυμφίου στον ναό του Αγίου Νικολάου.
[3]. Το ένα σχέδιο απεικονίζεται στον μεγάλο πίνακα "Πολιτεία", ο οποίος εκτίθεται στη Δημοτική Πινακοθήκη Λάρισας Μουσείο Γ. Ι. Κατσίγρα και το δεύτερο σχέδιο είναι με μολύβι και υπάρχει στο λεύκωμα "Λάρισα", εκδόσεις "Κέδρος" (1978), σχέδιο αρ. 5.
[4]. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Η κατοικία του στρατηγού Άρτη, εφ. "Ελευθερία", φύλλο της 23ης Αυγούστου 2015.

Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com