Πέμπτη 5 Μαρτίου 2020

Ιχνηλατώντας την Παλιά Λάρισα

Η ΟΔΟΣ ΕΡΜΟΥ - ΣΤ'

Ο εμπορικότερος δρόμος της Λάρισας

Το εμπορικό κατάστημα Ντίνας-Ντώνης. Στην είσοδο αριστερά ο Βαγγέλης Βοζαλής και δεξιά ο Μίνως Ντίνας. Φωτο-Φελουζάκης. 1954. Αρχείο Βαγγέλη ΒοζαλήΤο εμπορικό κατάστημα Ντίνας-Ντώνης. Στην είσοδο αριστερά ο Βαγγέλης Βοζαλής και δεξιά ο Μίνως Ντίνας. Φωτο-Φελουζάκης. 1954. Αρχείο Βαγγέλη Βοζαλή
Με το σημερινό κείμενο ολοκληρώνουμε την αναφορά μας στα καταστήματα και τους καταστηματάρχες του πιο κεντρικού και εμπορικού δρόμου της Λάρισας για εκατό και πλέον χρόνια, την Ερμού.
-- Βαδίζουμε στην ανατολική πλευρά του δρόμου, με κατεύθυνση προς την οδό Κύπρου. Είχαμε μείνει στο εμπορικό του Ιωάννη Βλησσαρίδη. Το αμέσως επόμενο κατάστημα στέγαζε παλαιότερα το χρυσοχοείο του Ιωάννη Λαγού. Όταν αυτός αποσύρθηκε, μετέφερε σ' αυτόν τον χώρο το κατάστημά του, που ήταν ωρολογοποιείο και χρυσοχοείο, ο Αλέκος Κωνσταντινίδης[1]. Ο τελευταίος είχε τρία αγόρια, τον Αντώνη (Νάκη), τον Νίκο και τον Μάριο. Οι δύο πρώτοι συνέχισαν την εργασία του πατέρα τους και η επιχείρηση ονομάστηκε Αλ. Κωνσταντινίδης και Υιοί. Κάποια στιγμή Νάκης και Νίκος Κωνσταντινίδης μετέφεραν το κατάστημα στην οδό Μ. Αλεξάνδρου, κάτω από το ξενοδοχείο "Ολύμπιον" και δίπλα από το μαγαζί των Δημητρόπουλου-Καραπέτσα. Ο τρίτος γιος του Αλέκου Κωνσταντινίδη, ο Μάριος, ξενιτεύτηκε στη Λατινική Αμερική όπου εργάστηκε σκληρά και έγινε εργοστασιάρχης.
--Στο επόμενο κατάστημα στεγαζόταν παλαιότερα το εμπορικό "Κόσμος" του Ρίζου Χαλιαμπάλια και μετά το ενοικίασε ο Αθανάσιος Παπακωνσταντίνου, ο οποίος εμπορευόταν κυρίως ανδρικά είδη (πουκάμισα, γραβάτες, παντελόνια, κλπ.). Ήταν σπουδαίο μαγαζί και όπως θυμάται ο Βαγγέλης Βοζαλής, ο κόσμος το αποκαλούσε "ο Δραγώνας της Λάρισας", κατά τα πρότυπα του ξακουστού ομώνυμου καταστήματος της Αθήνας. Νυμφεύθηκε την Κωνσταντίνα Παπαλέξη, με την οποία απέκτησαν τρία τέκνα, τον Κώστα ο οποίος έγινε ωκεανολόγος, τη Λιλή η οποία ζει στην Αθήνα και τον Πάνο ο οποίος συνεχίζοντας την επιχείρηση του πατέρα του, μετέφερε το κατάστημα στην οδό Βενιζέλου και εξελίχθηκε σε πολύ επιτυχημένο επιχειρηματία.
--Ακολουθούσε το κατάστημα του Ευθύμιου Γκόλτσου, το οποίο πωλούσε ανδρικά υφάσματα (κασμήρια). Ο άνθρωπος αυτός είχε μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Καταγόταν από την Καρυά Ολύμπου και σε νεαρή ηλικία ξενιτεύτηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου μάλιστα υπηρέτησε και στον αμερικανικό στρατό. Πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο επέστρεψε στην Ελλάδα και άνοιξε το κατάστημα στην οδό Ερμού. Από τον γάμο του απέκτησε τον γιο του Κώστα, ο οποίος όταν τελείωσε το γυμνάσιο πήγε στην Αμερική για σπουδές. Μετά από έναν χρόνο από την αναχώρηση του Κώστα , ο πατέρας του πούλησε το εμπόρευμα του καταστήματος και το σπίτι του και μαζί με τη σύζυγό του μετακόμισαν κατά το 1947-48 και οι ίδιοι στην Αμερική, όπου και εγκαταστάθηκαν μόνιμα. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Κώστας Γκόλτσος υπήρξε ανάδοχος (νονός) του Βαγγέλη Βοζαλή, ο οποίος το 1945 άρχισε να εργάζεται ως εμποροϋπάλληλος στο κατάστημα του Ευθύμιου Γκόλτσου, όπου παρέμεινε μέχρι και το 1954, όταν πλέον δημιούργησε τη δική του επιχείρηση. Παράλληλα, στο κατάστημα αυτό συστεγάστηκαν σε μια πλευρά του οι αδελφοί Παπαδόπουλοι, οι οποίοι πωλούσαν λαϊκά υφάσματα (αλατζάδες)[2]. Αργότερα τους διαδέχθηκε στην ίδια πλευρά του καταστήματος ο Γιάννης Μάναγας με γυναικεία υφάσματα, ενώ στην άλλη πλευρά του οι Ντίνας-Ντώνης συνέχισαν με τα ανδρικά κασμήρια. Μετά την αναχώρηση του Ευθύμιου Γκόλτσου στην Αμερική, στο μαγαζί αυτό στεγάστηκε ο Βασίλειος Νούτσιας, που είχε ως συνέταιρο τον Μίνω Ντίνα, του οποίου είχε νυμφευθεί την αδελφή. Όταν μετά από κάποιο διάστημα ο Νούτσιας αποχώρησε και μετακόμισε στο παλιό μαγαζί του στους Γόννους, ο Ντίνας συνεταιρίστηκε με τον Ζήση Ντώνη και έτσι δημιουργήθηκε η γνωστή επιχείρηση Ντίνας-Ντώνης. Ο Ζήσης Ντώνης ήταν από τον Αμπελώνα και ξεκίνησε ως εμποροϋπάλληλος στο κατάστημα του Ιωάννη Βλησσαρίδη πριν συνεταιριστεί με τον Ντίνα. Ο Μίνως Ντίνας νυμφεύθηκε την κόρη του συμβολαιογράφου Μουλούλη Σοφία, ενώ ο Ζήσης Ντώνης την Αικατερίνη Μπρότση από τον Αμπελώνα. Τον πρώτο διαδέχθηκε στον συνεταιρισμό ο γιος του Βασίλης, ενώ τον δεύτερο ο δικός του γιος Κώστας, διατηρώντας στο κατάστημα την ίδια επιγραφή. Μετά από την αναγκαστική αποχώρηση του Κώστα Ντώνη, το κατάστημα το δούλεψε μόνος του ο Βασίλης Ντίνας μέχρι το 2019, οπότε και το έκλεισε. Η ιστορία του καταστήματος αυτού είναι αλήθεια ότι μας απασχόλησε κάπως περισσότερο, ίσως λόγω της μεγάλης αποδοχής που είχε όλα αυτά τα χρόνια από το λαρισαϊκό κοινό, αλλά και από την παρουσία του φίλου και πληροφοριοδότη μας Βαγγέλη Βοζαλή, ο οποίος από το κατάστημα αυτά ξεκίνησε τα πρώτα επαγγελματικά του βήματα.
--Δίπλα από το προηγούμενο κατάστημα ήταν παλαιότερα το ωρολογοποιείο του Δ. Νίσκα[3] και στη συνέχεια στο ίδιο σημείο στεγάστηκε το χρυσοχοείο του Γεωργίου Παπανικολάου. Με την οικογένεια του τελευταίου σχετίζεται και ένα σημαντικό γεγονός της εποχής εκείνης. Ο Παπανικολάου είχε αποκτήσει δύο πολύ όμορφες κόρες, την Βίκυ η οποία είχε παντρευτεί τον Γεώργιο Χασιώτη και την Τούλα η οποία είχε παντρευτεί τον αξιωματικό της αεροπορίας Βαλλιανάτο. Είχε όμως την ατυχία να την ερωτευθεί παράφορα ο σμηνίτης Τζήμας που ήταν στην προσωπική υπηρεσία του συζύγου της, ο οποίος λόγω της θέσεώς του μπαινόβγαινε στο σπίτι τους. Επειδή εκείνη δεν ανταποκρινόταν στις ανήθικες προτάσεις του, την δολοφόνησε με μαχαίρι. Η δολοφονία αυτή είχε γίνει στις αρχές της δεκαετίας του 1960 και συγκλόνισε όχι μόνο τη Λάρισα, αλλά και ολόκληρο το πανελλήνιο[4].
-- Το τελευταίο κατάστημα στην πλευρά αυτή της Ερμού, γωνία με την οδό Κύπρου, παλαιότερα βρισκόταν το παντοπωλείο του Νικολάου Μουλούλη. Κατόπιν στην ίδια θέση στεγάστηκε το εμπορικό του Κίκου Σακκή και εν συνεχεία άνοιξαν κατάστημα νεωτερισμών οι Νεσήμ Καλαμάρας και Πάστακας. Όταν ο τελευταίος αποχώρησε, το μαγαζί το δούλεψε μόνος του ο Καλαμάρας, ο οποίος αργότερα το μετέτρεψε σε κατάστημα με παιδικά ρούχα, με την επωνυμία "Ρόζ Νινί". Κάποια στιγμή μετακόμισε το κατάστημά του στην Κύπρου, κοντά στο χρυσοχοείο του Αμπελακιώτη, εκεί όπου πιο πριν ήταν το εστιατόριο του Μπίσμπα, και το μετονόμασε σε "Αγγελούδι".
Τελειώσαμε την αναφορά μας στην ιστορία του κεντρικού αυτού δρόμου της Λάρισας, την Ερμού, και την καταγραφή όσων καταστημάτων και καταστηματαρχών μπορέσαμε να εντοπίσουμε μέχρι το τέλος του 20ού αιώνα. Όπως είδατε αποφύγαμε να αναφερθούμε στα σημερινά καταστήματα για ευνόητους λόγους, εκτός εκείνων βέβαια που έχουν μακρά διάρκεια ζωής και εξακολουθούν να υπάρχουν μέχρι και σήμερα. Είναι σίγουρο ότι παραλείψαμε μερικά, αν λάβουμε υπόψη την υπενθύμιση πολλών αναγνωστών που ήλθαν σε επαφή μαζί μας. Όταν με το καλό τα κείμενα του 2020 κυκλοφορήσουν σε βιβλίο θα συμπεριληφθούν και όλα όσα οι φίλοι μας, μάς υπέδειξαν.
Στο σημείο αυτό θέλω να ευχαριστήσω θερμά τον Βαγγέλη Βοζαλή. Ήταν αυτός που μετά την αναφορά μας στη Στοά Κουτσίνα, με παρότρυνε να ασχοληθούμε με την οδό Ερμού και με συμβούλευε για την μεταπολεμική ιστορία της. Υποψιάζομαι ότι θέλει να συνεχίσουμε και για άλλους δρόμους. Ας είναι καλά ο άνθρωπος…
----------------------------------
[1]. Ο Γιώργος Ζιαζιάς αναφέρει ότι το προηγούμενο κατάστημα του Αλ. Κωνσταντινίδη βρισκόταν στην οδό Ακροπόλεως (Παπαναστασίου), δίπλα από το σημερινό υποκατάστημα της AlphaBank, και λόγω πυρκαγιάς μετακόμισε στην Ερμού.
[2]. Αλατζάς είναι τουρκική λέξη και σημαίνει παρδαλός. Οι αλατζάδες προσδιορίζουν γυναικεία υφάσματα κατώτερης ποιότητας τα οποία χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή πρόχειρων καθημερινών ρούχων ή τα φορούσαν οι φτωχότερες κοινωνικές τάξεις.
[3]. Υπάρχει μια μικρή είδηση στην εφημερίδα "Μικρά" η οποία αναφέρει τα εξής: "Ο υπασπιστής της Α.Β.Υ. του πρίγκηπος Ανδρέου απένειμε τον τίτλον των προμηθευτών εις τους : ζαχαροπλάστην Γ. Παλάκαν, τους χρυσοχόους Κ. και Δ. Νίσκαν και τον Θρασ. Μακρήν βιβλιοπώλην". Βλέπε: Ζιαζιάς Γεώργιος, Αναζητώντας τη χαμένη Λάρισα. 50 χρόνια μνήμες και αναπολήσεις (1900-1950), τόμ. Β΄, Λάρισα (2000) σελ. 15-16.
[4]. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Πλατεία Ταχυδρομείου. Ανατολική πλευρά, εφ. "Ελευθερία" Λάρισα, φύλλο της 6ης Απριλίου 2016 και του ιδίου "Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα - Γ΄", σελ. 67-70.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2020

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

ΟΙ ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

Μια ομάδα καρναβαλιστών απαθανατίζεται σε φωτογραφείο της Λάρισας το 1937Μια ομάδα καρναβαλιστών απαθανατίζεται σε φωτογραφείο της Λάρισας το 1937
Βρισκόμαστε σήμερα στο τέλος του Τριωδίου, στην Κυριακή της Τυρινής ή τη δεύτερη Αποκριά, όπως την αποκαλεί ο κόσμος και οι καρναβαλιστικές εκδηλώσεις έπρεπε να βρίσκονται στην κορύφωσή τους.
Όμως τα τελευταία χρόνια και όλως ιδιαιτέρως φέτος, με την απαγόρευση των εορταστικών εκδηλώσεων λόγω της αιφνίδιας εμφάνισης και της σαρωτικής εξάπλωσης του κορονοϊού σε παγκόσμια κλίμακα, η παρουσία μασκαρεμένων στους δρόμους είναι σπάνια και μόνον μικρά παιδάκια, ντυμένα με αποκριάτικες στολές, δίνουν μια χαλαρή αίσθηση γιορτινής ατμόσφαιρας.
Τα παλιά χρόνια τέτοια εποχή μασκαρευόταν και γλεντούσε με την ψυχή του όλος ο κόσμος. Η Λάρισα ήταν τότε μια μικρή πόλη 25-30 χιλιάδων κατοίκων, οι περισσότεροι από τους οποίους γνωρίζονταν, είχαν ανεπτυγμένες φιλικές σχέσεις μεταξύ τους και χαιρόταν ο ένας την συντροφιά του άλλου. Αντάμωναν στις χαρές και τις λύπες τους, τις μοιράζονταν και ζούσαν μέσα σε μια ατμόσφαιρα που τη χαρακτήριζε η ανθρωπιά.
Στη Λάρισα την προπολεμική περίοδο τα πρώτα καρναβάλια έβγαιναν στους δρόμους μόλις άνοιγε το Τριώδιο. Άντρες και γυναίκες μεταμφιεσμένοι με ό,τι η φαντασία τους επινοούσε, δημιουργούσαν παρέες και γύριζαν στα σπίτια συγγενών και φίλων. Οι πόρτες ήταν παντού ορθάνοιχτες και με επιφωνήματα χαράς δέχονταν τους αγνώριστους επισκέπτες φίλους τους, οι οποίοι προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να μην τους αναγνωρίσουν. Με κιθάρες, ακορντεόν και άλλα όργανα έμπαιναν με κέφι και τραγούδια στα σπίτια και εκεί άρχιζε το παιχνίδι της αναγνώρισης των μασκαρεμένων. Τα λόγια από τα τραγούδια μερικές φορές ήταν αλλοιωμένα και προσαρμοσμένα στο πνεύμα των ημερών, το οποίο επέτρεπε την ελευθεροστομία και τα υπονοούμενα σε άτομα του σπιτιού που επισκέπτονταν. Στο τέλος γινόταν η αποκάλυψη και όλοι μαζί κάθονταν στο τραπέζι, έτρωγαν, έπιναν, τραγουδούσαν και αν η ημέρα το επέτρεπε, το γλέντι κρατούσε μέχρι τα ξημερώματα. Αυτές οι διαδρομές των μεταμφιεσμένων στους δρόμους κρατούσε όλη την περίοδο της Αποκριάς, η οποία τότε διαρκούσε από την Τσικνοπέμπτη μέχρι και τη δεύτερη Κυριακή της Αποκριάς, δηλ. πάνω από δεκαπέντε μέρες και οδηγούσαν σε ένα καθολικό ξεφάντωμα, το οποίο επέτρεπε στον κόσμο να ξεχνάει τις στενοχώριες και τα βάσανα της ζωής και να ζει λίγες στιγμές ευθυμίας, ανωνυμίας και …πειρασμών. Μικροί και μεγάλοι περίμεναν τις Αποκριές με λαχτάρα και απολάμβαναν τη φαιδρότητα των στιγμών με ενθουσιασμό.
Τις Κυριακές τα απογεύματα τα καρναβάλια κατευθύνονταν στην Κεντρική πλατεία, καταλάμβαναν ακόμα και τους γύρω δρόμους και άρχιζε μια ατέλειωτη άμιλλα ποια από τις παρέες θα παρουσιάσει την πιο πρωτότυπη ιδέα μεταμφίεσης. Έβλεπε κανένας τις πιο απίθανες φιγούρες. Πιο συχνοί ήταν οι Ξυλοπόδαροι, οι οποίοι ισορροπούσαν πάνω σε ξύλα, τα οποία πρόσθεταν ύψος που έφθανε μέχρι και τα τρία μέτρα. Από τα Ταμπάκικα ερχόταν συνήθως μια παρέα που υποδυόταν την Καμήλα. Τη συνόδευαν χορεύοντας με κλαρίνα και βιολιά, και την ακολουθούσαν πολλοί κάτοικοι της συνοικίας μικροί και μεγάλοι, μεταμφιεσμένοι ή όχι. Άλλη παρέα παρίστανε το Γύφτικο Καραβάνι, με άνδρες ντυμένους τσιγγάνες και υπό τους ήχους μιας λατέρνας, να διαβάζουν τη μοίρα στις παλάμες των περίεργων που τους ακολουθούσαν. Μια χρονιά παρουσιάστηκε ένας κομπογιαννίτης οδοντογιατρός φορώντας φράκο και ψηλό καπέλο, εποχούμενος σε μόνιππο, να προσπαθεί με μια τεράστια τανάλια να …ξεδοντιάσει όποιον υπέφερε από πονόδοντο. Μεγάλη επιτυχία είχε μια άλλη παρέα. Κάποιος ανεβασμένος σε σούστα παρίστανε μια επίτοκη γυναίκα η οποία είχε πόνους τοκετού και δίπλα της η μαμή κραδαίνοντας στον αέρα υποτυπώδεις εμβρυουλκούς, να προσπαθεί να φέρει εις πέρας τη δυστοκία που αντιμετώπιζε. Την εμφάνιση των παραπάνω μασκαράδων ο κόσμος που ήταν συγκεντρωμένος στην πλατεία την υποδεχόταν με γέλια και χειροκροτήματα.
Το μεγαλύτερο γλέντι όμως γινόταν το απόγευμα της τελευταίας Κυριακής των Απόκρεω. Εκτός από τις μεταμφιέσεις που αναφέραμε, όλοι περίμεναν το άρματων μαθητών της Αβερωφείου Γεωργικής Σχολής, γιατί κάθε χρόνο κέρδιζε τον θαυμασμό τους για την πρωτοτυπία και την αρτιότητά του. Και τούτο γιατί τα κοστούμια, τη σκηνική παρουσία και τους ρόλους επιμελούνταν ο Γιώργος Παππάς[1], ο μετέπειτα γνωστός ηθοποιός του Βασιλικού Θεάτρου και των περίφημων ασπρόμαυρων ταινιών του κινηματογράφου. Προπολεμικά είχε διατελέσει για ένα μικρό χρονικό διάστημα λογιστής στη Γεωργική Σχολή[2]. Ήταν πάντα επικεφαλής των μεταμφιεσμένων, και με τους μαθητές της Σχολής, με τα άλογα, τα βόδια και τα άλλα ζωντανά της, έκανε πολιτική κυρίως σάτιρα για πρόσωπα και πράγματα της εποχής τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και τοπικό. Όλα αυτά γίνονταν την πενταετία 1925-30, πριν ακόμη σταδιοδρομήσει ως ηθοποιός.
Όταν ερχόταν το σούρουπο και οι θεατές και τα καρναβάλια αποχωρούσαν από το κέντρο της πόλης, το γλέντι συνεχιζόταν στους συνοικίες. Σε κάθε γειτονιά, επέλεγαν έναν ανοικτό χώρο ή κάποιο σταυροδρόμι, όπου οι μικρότεροι έφερναν από τα σπίτια τους ξύλα, τα συγκέντρωναν στο κέντρο και τα έβαζαν φωτιά. Όταν αυτή φούντωνε και οι φλόγες της ψήλωναν, τότε οι μεγαλύτεροι, άνδρες και γυναίκες, έστηναν γύρω από τη φωτιά χορό τραγουδώντας. Ο χορός στήνονταν σε δύο επάλληλες σειρές, από μέσα οι άνδρες και απ' έξω οι γυναίκες. Οι επικεφαλής των χορών αυτοσχεδίαζαν τραγουδώντας σατιρικά άσματα τα οποία αναφέρονταν σε αισθηματικά θέματα με κάποια όμως ελευθεροστομία. Ο χορός κρατούσε μέχρις ότου τελείωναν τα ξύλα, και όταν η φωτιά κατακάθιζε άρχιζε σιγά-σιγά η αποχώρηση, με ανταλλαγές εγκάρδιων ευχών για την επικείμενη Σαρακοστή.
Την άλλη μέρα που ήταν η Καθαρά Δευτέρα, οι περισσότεροι αναζητούσαν τον φούρνο που έψηνε τις καλύτερες λαγάνες. Τις αγόραζαν ζεστές-ζεστές και μετά επισκέπτονταν τον μπακάλη της γειτονιάς από τον οποίο προμηθεύονταν ελιές, ταραμά, νηστίσιμο χαλβά, φρέσκα κρεμμυδάκια και μ' αυτά άρχιζαν τη Σαρακοστή, που οι περισσότεροι την κρατούσαν μέχρι το Πάσχα. Αν ο καιρός ήταν καλός ξεκινούσαν κατά ομάδες με τις άμαξες ή με τα πόδια και πήγαιναν στις "Τούμπες" όπου γιόρταζαν τα κούλουμα. Η περιοχή αυτή βρισκόταν έξω από την πόλη, στον δρόμο προς τον Βόλο και πέρα από τις σιδηροδρομικές γραμμές, κοντά στον Σταθμό του Θεσσαλικού τρένου. Σήμερα οι Τούμπες δεν υπάρχουν καθώς η πόλη ξαπλώθηκε προς όλες τις κατευθύνσεις και επάνω τους κτίστηκαν τα σπίτια των νέων συνοικιών της Λάρισας. Χάθηκαν, όπως επίσης χάθηκαν και τα ωραία έθιμα που διατηρούσαν επί χρόνια οι πρόγονοί μας.

---------------------------------------
[1]. Ο Γεώργιος Παππάς (1903-1958) σπούδαζε Γεωπονία στο Μονπελιέ της Γαλλίας, αλλά φαίνεται ότι δεν αποφοίτησε από τη Σχολή και επέστρεψε στην Ελλάδα. Στη θεατρική σκηνή πρωτοεμφανίστηκε το 1931 σε ηλικία 28 ετών.
[2]. Ολύμπιος (Κώστας Περραιβός). Η Λάρισα που χάθηκε, εφ. "Λάρισα", φύλλο της 11ης Φεβρουαρίου 1980.

Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2020

Ιχνηλατώντας την Παλιά Λάρισα

Η ΟΔΟΣ ΕΡΜΟΥ - E'

Ο εμπορικότερος δρόμος της Λάρισας


Οι αδελφοί Βασίλης (με την ποδιά) και Φώτης, παιδιά του Κωνσταντίνου Γώγου, στο κατάστημά τους επί της οδού Ερμού 13. Φωτογραφία του 1928. Από το οικογενειακό αρχείο του Ντίνου Γώγου.Οι αδελφοί Βασίλης (με την ποδιά) και Φώτης, παιδιά του Κωνσταντίνου Γώγου, στο κατάστημά τους επί της οδού Ερμού 13. Φωτογραφία του 1928. Από το οικογενειακό αρχείο του Ντίνου Γώγου.
Συνεχίζουμε και σήμερα την καταγραφή των καταστηματαρχών οι οποίοι πέρασαν από την οδό Ερμού από τις αρχές του 20ού αιώνα, μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια και πριν ακόμα η εμπορική αυτή οδός πάρει τη σημερινή μορφή της.
Όπως γράψαμε και σε προηγούμενο σημείωμά μας η καταγραφή αυτή βασίζεται σε αρχειακό υλικό δημοσιευμένο σε παλιές εφημερίδες, περιοδικά και βιβλία και σε μαρτυρίες ανθρώπων οι οποίοι πέρασαν ολόκληρη τη ζωή τους εργαζόμενοι σε έναν από τους πιο πολυσύχναστους δρόμους της Λάρισας. Είμαστε σίγουροι πως σε ό,τι δημοσιεύθηκε ή πρόκειται να δημοσιευθεί έχουν παρεισφρήσει λάθη, υπήρξαν παραλήψεις και παρανοήσεις και αρκετοί πιθανόν να έχουν εκφράσει αντιρρήσεις για ορισμένες πληροφορίες που έχουν καταγραφεί. Το γνωρίζαμε, καθώς αλάθητο κείμενο δεν μπορεί να υπάρξει. Για τον λόγο αυτό ζητήσαμε τη συνδρομή και άλλων ατόμων, παραθέτοντας τα προσωπικά τηλέφωνα (2410-287.450 και 6951-004.232), ελπίζοντας ότι όταν αυτά τα κείμενα θα περιληφθούν σε βιβλίο η μορφή τους θα είναι αρτιότερη. Εξ άλλου είναι γνωστό ότι λάθη και παραλείψεις δεν κάνουν μόνον όσοι δεν γράφουν.
--Στρίβοντας από την ανώνυμη πάροδο της οδού Ερμού κατευθυνόμενοι αριστερά προς την οδό Κύπρου και ακολουθώντας την ανατολική πλευρά του δρόμου, το γωνιακό κατάστημα έχει μια μεγάλη ιστορία. Στη θέση αυτή στις αρχές του 20ού αιώνα Τούρκος έμπορος λειτουργούσε κατάστημα με κασμήρια που μόλις είχαν κάνει την εμφάνισή τους στην αγορά της πόλης μας. Το όνομά του δεν έφθασε μέχρι τις μέρες μας, στον εμπορικό όμως κόσμο της εποχής εκείνης ήταν γνωστός σαν "Μπέης". Όταν ο τελευταίος αποχώρησε, τον χώρο αυτό χρησιμοποίησε ο Ισραηλίτης χοροδιδάσκαλος Μωυσής Εσκενατζής, γνωστός στη Λάρισα ως "Μουσίκος". Υπήρξε ο πρώτος που δίδαξε σύγχρονους ευρωπαϊκούς χορούς στην πόλη μας[2] αποκλειστικά σε άνδρες, σε μια εποχή όπου οι μόνοι γνωστοί χοροί στις διασκεδάσεις ήταν οι δημοτικοί. Όταν ο Μουσίκος μετέφερε προσωρινά το χοροδιδασκαλείο στην ιδιωτική του κατοικία, στο κατάστημα εγκατέστησε το εμπορικό του ο Θωμάς Τσιρόπουλος, ο οποίος έμεινε μέχρι την ημέρα που κατεδαφίστηκε για να γίνουν στο σημείο αυτό τα νέα καταστήματα.
--Συνεχόμενα βρισκόταν το κατάστημα γουναρικών του Φώτη Γώγου. Μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του Βασίλη[3] είχαν ανοίξει συνεταιρικά το 1928 στην απέναντι πλευρά της οδού Ερμού κατάστημα, αλλά το 1940 χώρισαν και ο Φώτης άνοιξε δικό του. Ο τελευταίος είχε υπάλληλο στο κατάστημά του τη Λουΐζα, τη μετέπειτα σύζυγο του δημάρχου Αριστείδη Λαμπρούλη, ενώ ο ίδιος (Φώτης Γώγος) νυμφεύθηκε την αδελφή του δημάρχου Λαμπρούλη Ελένη. Το μαγαζί του σταμάτησε να λειτουργεί το 1967.
--Ακολουθούσε το εμπορικό του Θεοφάνη Χατζηγρίβα. Από τα παιδιά του Θεοφάνη ο Ιωάννης σπούδασε δικηγόρος, ο Ανδρέας ασχολήθηκε με τα λογιστικά και οι Αλέκος, Νικόλαος και Κώστας έστησαν βιοτεχνία την οποία μετέφεραν στην οδό Βενιζέλου, η οποία παρήγαγε έτοιμα γυναικεία ενδύματα, ανδρικά εσώρουχα, σχολικές ποδιές, κ.ά. Είχαν όμως την ατυχία το εργοστάσιό τους να καεί.
--Στο διπλανό κατάστημα προπολεμικά είχε το ραφείο του ο Γούσιας. Ήταν ένα από τα παλαιότερα της Λάρισας και όταν αυτός μετακόμισε στην Κύπρου, άνοιξε υαλοπωλείο ο Ευριπίδης Καρυώτης. Μετά τον θάνατο του τελευταίου συνέχισαν τη λειτουργία του καταστήματος δύο από τα παιδιά του ο Ιωάννης και η Σοφία. Είχε και άλλα δύο μεγαλύτερα κορίτσια τη Λιλή και τη Μαριάνθη η οποία εργαζόταν στην πολεοδομική υπηρεσία του Δήμου. Και τα τέσσερα αδέλφια δεν βρήκαν συντρόφους, έμειναν άγαμοι και δεν υπήρξε διαδοχή στην επιχείρηση.
--Στη συνέχεια ακολουθούσε το εμπορικό κατάστημα του Ι. Κουτλιμπανά, τον οποίον διαδέχθηκε ο Ιωάννης Χρονιάδης και για ένα διάστημα είχε συνεταίρο τον Α. Νασίκα. Το εμπόρευμά τους ήταν ανδρικά υφάσματα (κασμήρια) κατάλληλα για κουστούμια, καθώς και για παλτά. Όταν τη δεκαετία του 1960 πέθανε ο Ιωάννης Χρονιάδης, τη λειτουργία του καταστήματος συνέχισε η σύζυγός του Αικατερίνη.
--Πιο κάτω είχε το εργαστήριο επισκευής υποδημάτων ο Ιωάννης Κονταξής. Στο κατάστημά του πωλούσε ανδρικά και γυναικεία παπούτσια, έτοιμα και με παραγγελία. Νυμφεύθηκε την κόρη του παπα-Στάμου, ενός γνωστού στους παλαιότερους Λαρισαίους … άτακτου ιερέα, ο οποίος υπηρετούσε στην εκκλησία των Ταξιαρχών στο παλαιό Κοιμητήριο. Μαζί του στο κατάστημα ο Γιάννης Κονταξής είχε και τον αδελφό του Μενέλαο, αλλά κάποια στιγμή ο τελευταίος δημιούργησε δικό του κατάστημα στην οδό Βενιζέλου με γυναικεία και παιδικά παπούτσια και αργότερα άνοιξε άλλο κατάστημα στην οδό Παναγούλη, δίπλα από το ζαχαροπλαστείο των αδελφών Κωνσταντινίδη, με ηλεκτρικά είδη. Υπήρξε υψηλόβαθμο στέλεχος στην Εφορία Προσκόπων της Λάρισας, μέλος του Μορφωτικού Εκδρομικού Συλλόγου "Αριστεύς" και διετέλεσε γενικός αρχηγός στην ομάδα μπάσκετ του "Αριστέως".
--Ακολουθούσε το εμπορικό κατάστημα του Ιωάννη Βλησσαρίδη, το οποίο διακινούσε γυναικεία υφάσματα και συναφή είδη. Ο πατέρας του Δημήτριος ήταν από τα Αμπελάκια και εγκαταστάθηκε στη Λάρισα όπου εργάσθηκε ως επιπλοποιός. Νυμφεύθηκε τη Γλυκερία Σδράλη από τη Βλάστη. Για να εγκαταστήσει την οικογένειά του ο Δημήτριος Βλησσαρίδης αγόρασε μια ωραία διώροφη κατοικία η οποία βρισκόταν στη γωνία των σημερινών οδών Ηπείρου και Παπαναστασίου. Απέκτησαν έξι τέκνα, από τα οποία ο Βασίλειος ήταν ο τελευταίος της οικογένειας. Γεννήθηκε γύρω στα 1897 και ήταν από τους πιο επιτυχημένους εμπόρους της Λάρισας. Όπως αναφέρθηκε, διέθετε στην οδό Ερμού κατάστημα με είδη προικός και υφάσματα, το οποίο είχε την επωνυμία «Ο Θησαυρός». Το 1947 νυμφεύθηκε τη Βασιλική Καράμπελου από τον Τύρναβο, της οποίας η οικογένεια διατηρούσε εργοστάσιο υφαντουργίας το οποίο παρήγαγε αλατζάδες. Το εργαστήριό τους πυρπολήθηκε κατά τον εμφύλιο. Απέκτησαν μια κόρη την Ελένη, η οποία είναι παντρεύτηκε τον δικηγόρο Δανιήλ Γάλλο. Τον Δεκέμβριο του 1941, κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, ο Βασίλειος Βλησσαρίδης αγόρασε την κατοικία-πύργο της γυναίκας του αξιωματικού του Ιππικού Ανδρέα Βερύκιου, η οποία βρισκόταν στη γωνία των σημερινών οδών Παπαναστασίου και Μουρούζη και ήταν ονομαστή στη Λάρισα για την ιδιότυπη αρχιτεκτονική της μορφή. Ο πύργος αυτός διατηρήθηκε μέχρι το 1965, οπότε και κατεδαφίσθηκε για να ανεγερθεί πολυώροφη οικοδομή[4]. Ο Βασίλειος Βλησσαρίδης ήταν ένας πνευματώδης άνθρωπος με ανεπτυγμένο το αίσθημα του χιούμορ. Επιχειρούσε πολλές φάρσες σε διάφορους φίλους και καταστηματάρχες της εμπορικής αγοράς της Λάρισας, γι' αυτό όπως μας ανέφερε ο οδηγός μας σ' αυτό το οδοιπορικό Βαγγέλης Βοζαλής, του είχαν αποδώσει την προσωνυμία "ο χωραταζής της οδού Ερμού". Πέθανε το 1980 σε ηλικία 83 ετών.
----------------------------------------------------
[1]. Οι μέχρι τώρα διορθώσεις και υποδείξεις που μας έγιναν από αρκετούς αναγνώστες, έχουν ληφθεί σοβαρά υπόψη και ευελπιστούμε, όταν φθάσει η στιγμή να δημοσιευθούν όλα τα κείμενα σε βιβλίο τα λάθη και οι παραλείψεις να έχουν περιοριστεί στο ελάχιστο.
[2]. Λίγο αργότερα λειτούργησε και η "Σχολή Χορού Σαρρέα", η οποία όμως για άγνωστους λόγους διέκοψε σύντομα τη λειτουργία της.
[3]. Ο Βασίλης Γώγος είχε τρία τέκνα. Ο Κωνσταντίνος (Ντίνος) με τη σύζυγό του Μαρία Τσιμπίδα απέκτησαν τον Βασίλη, ο οποίος συνεχίζει την επιχείρηση μέχρι σήμερα στην Ερμού 13. Η Λίνα παντρεύτηκε τον Βασίλη Σκουλίδη, ο οποίος ασχολήθηκε ενεργά με τον προσκοπισμό. Η Ρίτα παντρεύτηκε τον τραπεζιτικό υπάλληλο Ιωάννη Μπουμπουγιατζή. Ο Βασίλης Γώγος πέθανε το 1964. Ευχαριστώ τον Ντίνο Γώγο για την προσφορά της προπολεμικής φωτογραφίας του καταστήματός τους και τον Γρηγόρη Γώγο για τις ιστορικές πληροφορίες.
[4]. Βλέπε: Παπαθεοδωρου Νικόλαος, Η οικία-πύργος του Βερύκιου Βελησσαρίδη, εφ. "Ελευθερία", Λάρισα, φύλλα της 10ης και 18ης Μαΐου 2017.

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2020

Η ΟΔΟΣ ΕΡΜΟΥ - Δ'

Ο εμπορικότερος δρόμος της Λάρισας


Το εσωτερικό του εμποροραφείου των αδελφών Μαρκίδη, το οποίο βρισκόταν στην πάροδο της οδού Ερμού. Καθισμένος ο Πέτρος Μαρκίδης. Περίπου 1935. Από το οικογενειακό αρχείο της Αριστέας Μαρκίδη-Παππά. Το εσωτερικό του εμποροραφείου των αδελφών Μαρκίδη, το οποίο βρισκόταν στην πάροδο της οδού Ερμού. Καθισμένος ο Πέτρος Μαρκίδης. Περίπου 1935. Από το οικογενειακό αρχείο της Αριστέας Μαρκίδη-Παππά.
Την προηγούμενη Τετάρτη τελειώσαμε την περιγραφή της δυτικής πλευράς της οδού Ερμού μέχρι το τελευταίο κατάστημα που βρίσκεται στη γωνία με την οδό Βενιζέλου. Σήμερα, με τη βοήθεια και πάλι του Βαγγέλη Βοζαλή και άλλων γνωστών μου, θα πεταχτούμε
στην απέναντι (ανατολική) πλευρά του δρόμου, αρχίζοντας από το κατάστημα που βρίσκεται στη γωνία με την οδό Βενιζέλου. --Από την τουρκοκρατία ακόμη υπήρχε στη γωνία αυτή εμπορική επιχείρηση κάποιου Τούρκου, ο οποίος πωλούσε υφάσματα. Όταν αυτός έφυγε, την επιχείρηση τη συνέχισαν οι αδελφοί Κέλλα. Αργότερα εγκαταστάθηκε το φαρμακείο του Οδυσσέα Κρίκη[1], το οποίο σύντομα μεταφέρθηκε λίγα μέτρα πιο πέρα, στην οδό Βενιζέλου, απέναντι από το σημείο όπου καταλήγει σ' αυτή η οδός Δήμητρας. Ακολούθως αγόρασε το ακίνητο ο Αναστάσιος (Τάσος) Κουτσοκώστας, ο οποίος πωλούσε έτοιμα ανδρικά ενδύματα και υφάσματα. Ήταν δραστήριος άνθρωπος και πολύ καλός επαγγελματίας. Εγινε γνωστός για τους συνδικαλιστικούς αγώνες του και μάλιστα διετέλεσε και πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου. Ο Κουτσοκώστας απέκτησε τρία τέκνα, τον Ηλία ο οποίος ανέλαβε το μαγαζί του πατέρα του, την Έλλη η οποία παντρεύτηκε τον δικηγόρο Αριστείδη Ασημακόπουλο και τον Γρηγόρη. Ο τελευταίος με τη γυναίκα του Μαίρη απέκτησαν δύο κόρες, τη Βασιλική (Μιρέλλα) η οποία παντρεύτηκε τον γνωστό συνθέτη Γιώργο Κατσαρό και την Αγγελική. Μετά τον Κουτσοκώστα στο μαγαζί εγκαταστάθηκε ο Φώτης Σιμιτσής ο οποίος ανέπτυξε μια επικερδή επιχείρηση με ψιλικά είδη. --Κάτω από το κατάστημα του Σιμιτσή υπήρχε ημιυπόγειος χώρος ο οποίος ήταν προσπελάσιμος από το πεζοδρόμιο της οδού Ερμού με λίγα σκαλάκια. Στον χώρο αυτό οι αδελφοί Χρήστος και Λεωνίδας Σαλταγιάννης άνοιξαν το "Καφενείο των Εμπόρων" και εξυπηρετούσαν με καφέδες όλα τα καταστήματα της Ερμού και όχι μόνον. Διέθετε και έναν μικρό χώρο με τραπέζια, όπου τις ελεύθερες ώρες οι περίοικοι έπιναν τον καφέ τους, συζητούσαν και μερικές φορές χαρτόπαιζαν. Ήταν άνθρωποι πολύ εξυπηρετικοί και αγαπητοί στους μαγαζάτορες της οδού Ερμού. --Το αμέσως επόμενο κατάστημα προπολεμικά το είχε νοικιασμένο ο Ισραηλίτης Φιλοσώφ και το χρησιμοποιούσε ως παπλωματάδικο. Όταν ο τελευταίος μεταστεγάστηκε μέσα στη διπλανή πάροδο, το κατάστημα ενοικιάστηκε το 1943 από τους αδελφούς Π. Χρήστου. Ήταν το πρώτο κατάστημα που άνοιξε στη Λάρισα και το οποίο διέθετε καλλυντικά, μπιζού, είδη δώρων κλπ. Τα αδέλφια Χρήστου ήταν τρία, ο Χρήστος, ο Νικόλαος και ο Σωτήρης. Ο Χρήστος ήταν παντρεμένος με την Βασιλική Περηφάνη από τη Νίκαια και απέκτησαν δύο τέκνα, τον Παντελή και την Σοφία. Ο Νικόλαος παρέμεινε άγαμος, ενώ ο Σωτήρης παντρεύτηκε την Θεοδοσία (Σούλα) Κουτσιαφτούλη από τη Χάλκη. Μαζί της απέκτησε δύο κόρες, την Ασπασία και την Ιωάννα, οι οποίες ανέλαβαν με επιτυχία την μακροχρόνια επιχείρηση μετά τον θάνατο του πατέρα τους το 1989. Το 2012 εγκατέλειψαν το κατάστημά τους στην Ερμού και εγκαταστάθηκαν στην οδό Βενιζέλου 33, όπου και συνεχίζουν μέχρι σήμερα[2]. --Δίπλα από το κατάστημα των αδελφών Π. Χρήστου ήταν παλαιότερα το εμπορικό του Κώστα Πανέτσου με όνομα "Πλούτος" και συνεταιρίστηκε με την "Εμπορική Ένωση" της Θεσσαλονίκης που ήταν ένα από τα μεγαλύτερα καταστήματα υφασμάτων της Β. Ελλάδος. Από το ίδιο μαγαζί πέρασε μετά ο Θωμάς Ψυχούλης που εμπορεύονταν νήματα, κλωστές, κεντήματα, κλπ. Μια πόρτα του καταστήματος αυτού είχε χρησιμοποιήσει για μικρό διάστημα ο Νικόλαος Καρκαγιάννης από τα Αμπελάκια. Όταν οι Ψυχούλης και Καρκαγιάννης αποσύρθηκαν, πήρε όλο το κατάστημα ο Χρήστος Ζούκης (αδελφός του ζωγράφου Ζήση Ζούκη) και το ονόμασε "Ευρωπαία". --Στο επόμενο κατάστημα τα παλιά χρόνια στεγάστηκε το κατάστημα υφασμάτων Κων. Δομενικιώτου και του Ιωάννη Γαζέπη και μετά λειτούργησε το εμπορικό του Βασίλη Καραΐσκου. --Στη συνέχεια ακολουθεί ένα στενό δρομάκι που συνδέει την οδό Ερμού με την Ανδρούτσου, η πάροδος Ερμού. Επειδή στο στενό αυτό λειτούργησαν παλαιότερα σημαντικά καταστήματα τα οποία σήμερα δεν υπάρχουν, θα τα περιγράψουμε μαζί με τα υπόλοιπα της Ερμού. Πρώτο ήταν προπολεμικά το παπλωματάδικο του Φιλοσώφ, που τον διαδέχθηκε ο Σολομών Μαγρίζος με την ίδια επαγγελματική ιδιότητα. Ο Σολομών Μαγρίζος ήταν άνθρωπος που ζούσε με πολλές στερήσεις και έγινε γνωστός κυρίως από τη δολοφονία του γύρω στα 1990, η οποία συντάραξε τη Λάρισα και έμεινε ανεξιχνίαστη. --Στο επόμενο κατάστημα στην ίδια πάροδο είχε ανοίξει πολύ παλιά το εμποροραφείο του ο Θεόδωρος Μαρκίδης ( 1840-1936)[3]. Λόγω της εξαιρετικής τεχνικής που διέθετε πάνω στη δουλειά του, αλλά και του καλού χαρακτήρα, σύντομα απέκτησε μεγάλη πελατεία όχι μόνον Ελλήνων αλλά και Τούρκων. Ήταν φραγκοράφτης, όπως ονόμαζαν την εποχή εκείνη όσους εμπορεύονταν ανδρικά υφάσματα και έραβαν ευρωπαϊκά κουστούμια. Το κατάστημά του ήταν ένας τόπος συγκεντρώσεως πολλών και εκλεκτών μελών της λαρισαϊκής κοινωνίας. Με την τρίτη γυναίκα του την Αριστέα Παπαϊωάννου από τη Μακρινίτσα απέκτησε δύο αγόρια, τον Πέτρο και τον Γιάννη, οι οποίοι μαθήτευσαν κοντά του στην τέχνη της ραπτικής και τον διαδέχθηκαν στο κατάστημα όταν το 1925 εκείνος αποσύρθηκε. Ο Πέτρος Μαρκίδης (1900-1958) παράλληλα με την επαγγελματική του δραστηριότητα, συμμετείχε ενεργά στη μουσική κίνηση της πόλης και για πολλά χρόνια υπήρξε πρόεδρος του Μουσικού Συλλόγου Λαρίσης και μέλος του Φυσιολατρικού Ομίλου. Νυμφεύθηκε το 1944 τη Μαρίκα Χαντή με την οποία απέκτησε δύο κορίτσια, την Αριστέα (Ρίτα)[4] δασκάλα και την Ελένη (Νίτσα) νηπιαγωγό. Ο Γιάννης Μαρκίδης (1902-1986), μετά τον θάνατο του αδελφού του το 1958, ανέλαβε μόνος πλέον το μαγαζί μέχρι το 1968, οπότε και το έκλεισε. Υπήρξε δραστήριο μέλος του Ορειβατικού Συλλόγου Λαρίσης και παρέμεινε άγαμος. --Ακολουθούσε μέσα στο δρομάκι το κατάστημα του Χαράλαμπου Εμπορίδη με τον Ανδρέα Χατζηβασιλείου. Σύμφωνα με πληροφορίες που μου παρεχώρησε ο Ιωάννης Γώγουλας και η σύζυγός του Ελένη Κακάτσιου, ήταν και οι δύο δερματέμποροι. Είχαν έλθει στη Λάρισα το 1924 πρόσφυγες από τη Μ. Ασία και άνοιξαν στη θέση αυτή το κατάστημά τους, το οποίο λειτούργησε μέχρι το 1970. Σήμερα μέσα στο δρομάκι αυτό που παραμένει χωροταξικά αναλλοίωτο, δεν λειτουργεί πλέον κανένα κατάστημα. (Συνεχίζεται)
Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2020

 Ηρακλής. Η γέννηση του πιο δυνατού και πιο γενναίου ανάμεσα στους θνητούς.(ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ, 

Ο Δίας είχε δει την Αλκμήνη, του άρεσε και αποφάσισε να την κάνει δική του. Αυτή τη φορά δεν ήταν από τυχαία επιθυμία, όπως με τόσες άλλες θνητές γυναίκες, αλλά γιατί ήθελε να κάνει μαζί της τον πιο δυνατό και τον πιο γενναίο ανάμεσα στους θνητούς, αυτόν που θα γινόταν λυτρωτής των ανθρώπων από τα δεινά. Αυτό ήθελε να γίνει πριν γυρίσει ο Αμφιτρύωνας, γι’αυτό βρήκε τώρα που έλειπε στην εκστρατεία κατά των Ταφίων. Επειδή όμως καταλάβαινε ότι η Αλκμήνη θα ήθελε να μείνει πιστή στον Αμφιτρύωνα, μεταχειρίστηκε απάτη για να τον δεχτεί στο δωμάτιό της. Πήρε τη μορφή του Αμφιτρύωνα, όπως θα ήταν καθώς θα γύριζε από την εκστρατεία, και το βράδυ εμφανίστηκε στην πόρτα της, ενώ γύρω του έβρεχε χρυσή βροχή. Στο χέρι του κρατούσε ένα χρυσό κύπελλο, το καρχήσιο, και ένα περιδέραιο, σαν και εκείνο που είχε δώσει κάποτε στην Ευρώπη, δώρα που τα πρόσφερε γιο την ερωτική νύχτα. Η Αλκμήνη ξεγελάστηκε και νόμισε πως ήταν ο Αμφιτρύωνας, γι’ αυτό και του ζήτησε να της διηγηθεί και για την εκστρατεία στους Τηλεβόες. Ο Δίας της διηγήθηκε όλο όσα έγιναν και την διαβεβαίωσε πως πια είχε πάρει εκδίκηση για το θάνατο των αδελφών της. Συγχρόνως της έδωσε το χρυσό κύπελλο και της είπε ότι του το έδωσαν δώρο τιμητικό οι στρατιώτες από το λάφυρο που πήραν. Της είπε ακόμα ότι το κύπελλο αυτό το είχε κάνει δώρο ο Ποσειδώνας στον Τηλεβόα και από αυτόν το κληρονόμησε ο Πτερέλαος. Μετά από όλες αυτές τις εξηγήσεις ο Δίας ενώθηκε μαζί της. Προηγουμένως όμως παρακάλεσε τον ήλιο να μη βγει για τρεις μέρες. Έτσι η νύχτα αυτή κράτησε όσο τρεις νύχτες. Γι’ αυτό και ο Ηρακλής, που γεννήθηκε από τη νύχτα αυτή, λεγόταν και “τριέσπερος”, γατί χρειάστηκαν τρεις νύχτες για τη σύλληψή του, ή και “τρισέληνος”, γιατί βγήκε τρεις φορές απανωτά το φεγγάρι χωρίς να γίνει μέρα. Μετά ο Δίας εξαφανίστηκε.
Την ίδια νύχτα όμως γύρισε και ο Αμφιτρύωνας από τον πόλεμο και περίμενε να τον υποδεχτεί η Αλκμήνη με ανυπομονησία και πόθο. Διαπίστωσε όμως, όταν κοιμήθηκε μαζί της, ότι δεν ήταν τρυφερή μαζί του, δυσαρεστήθηκε πολύ και ζήτησε να μάθει το λόγο. Η Αλκμήνη παραξενεύτηκε, και με τη σειρά της τον ρώτησε γιατί παραπονιόταν αφού πριν λίγο είχε πλαγιάσει μαζί της και μάλιστα της έφερε και δώρο το χρυσό κύπελλο. Ο Αμφιτρύωνας όμως το αρνιόταν και ορκιζόταν πως δεν είχε ξανάρθει το ίδιο βράδυ στο δωμάτιό της και δεν της είχε δώσει κανένα χρυσό κύπελλο. Απόδειξη για όλα αυτά, έλεγε, ήταν ότι το χρυσό κύπελλο που της έφερνε δώρο από τα λάφυρα βρισκόταν ακόμα μέσα στο κιβώτιό του. Όταν όμως άνοιξε το κιβώτιο για να της δείξει το κύπελλο, δεν βρήκε τίποτα μέσα και έτσι φάνηκε πως είχε δίκιο η Αλκμήνη. Ο Αμφιτρύωνας δεν ήξερε πια τι να βάλει με το νου του. Στην αμηχανία του κατέφυγε στο μάντη Τειρεσία, ο οποίος του φανέρωσε ότι ο Δίας είχε έρθει με τη δική του μορφή και είχε κοιμηθεί με την Αλκμήνη. Έτσι τη μακριά αυτή νύχτα η Αλκμήνη ενώθηκε με τον Δια, που έσπειρε τον Ηρακλή, και με τον Αμφιτρύωνα, από τον οποίο συνέλαβε τον Ιφικλή, που ήταν μια νύχτα νεότερος από τον Ηρακλή.

Οι μήνες περνούσαν και έφτασε ο καιρός να γεννηθεί ο Ηρακλής. Η Ήρα είχε μάθει όμως την απιστία του Δια και έβαλε στο μυαλό της να εκδικηθεί τον άπιστο σύζυγο, εξαπατώντας τον όπως τo συνήθιζε. Τη μέρα λοιπόν που θα γεννούσε η Αλκμήνη, ο Δίας φώναξε τους άλλους θεούς γύρω του στον Όλυμπο και καυχήθηκε πως το παιδί που θα έφερνε τη μέρα εκείνη στο φως η Ειλείθυια, η θεά της γέννας, θα εξουσίαζε όλους τους άλλους, γιατί θα ήταν από τους άντρες που ο η γενιά τους κρατάει από τον ίδιο. Η Ήρα όμως, που είχε βάλει κιόλας στο μυαλό της ένα σχέδιο για να τον εξαπατήσει, καμώθηκε πως δεν τον πίστευε και τον προκάλεσε να ορκιστεί ότι πραγματικά αυτός που τη μέρα εκείνη θα έπεφτε ανάμεσα στα πόδια της μάνας του, θα κυριαρχούσε σε όλους τους γείτονες. Ο Δίας δεν έβαλε τίποτα στο νου του, γατί δεν φαντάστηκε τους δολερούς σκοπούς της Ήρας, και έκανε τον πιο δυνατό όρκο. Μόλις έγινε αυτό, αμέσως έφυγε η Ήρα από τον Όλυμπο και πήγε στο Άργος, όπου η Νικίππη, η γυναίκα του Σθένελου, βρισκόταν στον έβδομο μήνα της. Σκοπός της εκδίκησης της Ήρας ήταν να μην εξουσιάσει ο Ηρακλής- αυτό όμως θα γινόταν μόνο αν δεν γεννιόταν πρώτος τη μέρα εκείνη, αλλά τον προλάβαινε κάποιος άλλος. Η Ήρα διάλεξε το γιο του Σθένελου. Τώρα έπρεπε από τη μια να καθυστερήσει τη γέννα της Αλκμήνης, που ήταν κιόλας στην ώρα της, και από την άλλη να επιταχύνει τη γέννα της Νικίππης. Διέταξε λοιπόν τις Μοίρες και την Ειλείθυια, που είχαν καθίσει κιόλας μπροστά από το δωμάτιο της Αλκμήνης περιμένοντάς την να γεννήσει, να καθυστερήσουν τη γέννηση του Ηρακλή ώσπου να γεννήσει η Νικίππη. Αυτές κάθισαν τότε κάτω και έδεσαν τα χέρια τους γύρω από τα γόνατα για να «δέσουν» τους πόνους της Αλκμήνης και να την εμποδίσουν να γεννήσει, ενώ επιτάχυναν τους πόνους της Νικίππης, ώστε να γεννήσει τον Ευρυσθέα πριν της ώρας του, στους εφτά μήνες. Καθώς όμως οι Μοίρες και η Ειλείθυια κάθονταν με σταυρωμένα τα χέρια εμποδίζοντας έτσι την Αλκμήνη, πέρασε μια νυφίτσα από μπροστά τους και τότε αυτές τρόμαξαν και έλυσαν τα χέρια τους. Αμέσως «λύθηκαν» και οι πόνοι της Αλκμήνης και γεννήθηκε ο Ηρακλής. (Από το γεγονός αυτό διηγούνταν αργότερα πως η πρώτη τροφός του Ηρακλή ήταν μια νυφίτσα). Παρ’ όλα αυτά η Ήρα είχε πετύχει το σκοπό της: στο μεταξύ είχε προλάβει να γεννηθεί ο Ευρυσθέας και σύμφωνα με τον όρκο που είχε δώσει ο Δίας – και που δεν μπορούσε να τον πάρει πίσω – έπρεπε αυτός να τους εξουσιάζει όλους και ο Ηρακλής να υπηρετήσει τον Ευρυσθέα. Από το γεγονός αυτό προήλθε η παροιμία «τετράδι γέγονας» που λέγεται για όσους κοπιάζουν και υπηρετούν άλλους, επειδή ο Ηρακλής με το να γεννηθεί την τέταρτη μέρα έπρεπε να κοπιάζει για τον Ευρυσθέα. Μια μέρα μετά τον Ηρακλή γεννήθηκε και ο γιος του Αμφιτρύωνα, ο Ιφικλής.
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ
ΟΙ ΗΡΩΕΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2020

Ιχνηλατώντας την Παλιά Λάρισα

Η ΟΔΟΣ ΕΡΜΟΥ - Γ'

Ο εμπορικότερος δρόμος της Λάρισας


Η οδός Ερμού φωτογραφημένη από την οδό Βενιζέλου τον Απρίλιο του 1941, μετά τον σεισμό και κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Ο τοίχος από το κατάστημα των αδελφών Κουτσίνα έχει κρημνισθεί. Από το βιβλίο "Η Μνήμη της πόλης. Λάρισα. Κατοχή -Απελευθέρωση. 1941-1944". Αρχεία Βυρ. Μήτου και άλλων. Επιμέλεια Φωτοθήκης Λάρισας (2018) σελ. 98Η οδός Ερμού φωτογραφημένη από την οδό Βενιζέλου τον Απρίλιο του 1941, μετά τον σεισμό και κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Ο τοίχος από το κατάστημα των αδελφών Κουτσίνα έχει κρημνισθεί. Από το βιβλίο "Η Μνήμη της πόλης. Λάρισα. Κατοχή -Απελευθέρωση. 1941-1944". Αρχεία Βυρ. Μήτου και άλλων. Επιμέλεια Φωτοθήκης Λάρισας (2018) σελ. 98
Συνεχίζουμε[1] τον περίπατό μας στην εμπορική οδό Ερμού, περιγράφοντας τα διάφορα καταστήματά της από την περίοδο του μεσοπολέμου μέχρι και πριν λίγα χρόνια, με όσα ιστορικά στοιχεία έχουν συγκεντρωθεί από διάφορες πηγές.
-Το επόμενο κατάστημα, όπως καταγράφεται στο σχεδιάγραμμα του Βαγγέλη Βοζαλή, που δημοσιεύθηκε την περασμένη Τετάρτη, ήταν του Βασίλη Πράσσα. Στις αρχές του 20ού αιώνα στο μαγαζί αυτό λειτούργησε το εμπορικό του Καλογερόπουλου, ο οποίος ήταν ένας από τους μεγαλύτερους εμπόρους της εποχής του στη Λάρισα. Ο γιος του Νεοπτόλεμος Καλογερόπουλος είχε συγκεντρώσει πλούσιο ιστορικό υλικό που αφορούσε τη Λάρισα και την περιοχή της με πρόθεση να εκδώσει την ιστορία της, χωρίς όμως να ολοκληρώσει την επιθυμία του. Προπολεμικά είχε εκδώσει τον «Οδηγό της Λαρίσης». Όταν ο Καλογερόπουλος εγκατέλειψε το κατάστημα, στέγασαν στο σημείο αυτό το εμπορικό τους ο Γεώργιος Αντωνιάδης με τον αδελφό του. Οι τελευταίοι είχαν έλθει το 1883 από τη Σιάτιστα. Ο Γεώργιος Αντωνιάδης[2] ήταν αξιόλογος άνθρωπος, πολύ καλός επαγγελματίας και διετέλεσε πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου. Παράλληλα ασχολήθηκε με τα πολιτικά πράγματα της Λάρισας και υπήρξε φανατικός οπαδός του κόμματος των Φιλελευθέρων. Ήταν ένα από τα σημαντικότερα τοπικά στελέχη του και από κοινού με τους Πέτρο Γέμτο, Στέργιο Αρχιμανδρίτη, Μιχάλη Σωτηρίου, Μανδραβέλη και άλλους, ίδρυσαν την τοπική «Λέσχη των Φιλελευθέρων». Στο κατάστημα των αδελφών Αντωνιάδη μπήκε νεότατος ως υπάλληλος ο Βασίλειος Πράσσας. Ο τελευταίος επέδειξε ιδιαίτερο ζήλο για την προαγωγή της επιχείρησης, γι' αυτό και όταν στις αρχές της δεκαετίας του 1930 οι ιδιοκτήτες του αποφάσισαν να μετακομίσουν οικ
ογενειακώς στην Αθήνα, παρέδωσαν την επιχείρηση στον Βασίλη Πράσσα. Μεταπολεμικά ο τελευταίος συνεταιρίστηκε με τα ανίψια του Ανδρέα και Αντώνη Γιάννακα, των οποίων ο πατέρας Δημήτριος είχε το ξενοδοχείο "Rex" επί της οδού Ίωνος Δραγούμη, απέναντι από την Αγροτική Τράπεζα. Αργότερα όταν ο Πράσσας αποχώρησε, ο μεν Ανδρέας άνοιξε κατάστημα πωλήσεως αυτοκινήτων δίπλα από το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας, ενώ ο Αντώνης συνεταιρίσθηκε με τον Τάκη Παπαδημητρίου και λειτούργησαν το "Salon vert", το οποίο πωλούσε γυναικεία υφάσματα.
--Το διπλανό κατάστημα προπολεμικά το είχε νοικιασμένο ο Δημήτριος Ψυχούλης και πωλούσε ψιλικά. Μάλιστα ένα διάστημα είχε συνεταιριστεί με τον Βασ. Δραγατσίκη. Αργότερα το δούλεψε ο Φιλίππου επίσης με ψιλικά και στη συνέχεια ενοικιάστηκε από τους αδελφούς Παρμενίωνα και Δημήτριο Γιαννιό, οι οποίοι το μετέτρεψαν σε εμπορικό κατάστημα με γυναικεία υφάσματα. Το κατάστημα αυτό ήταν το τελευταίο πριν από την είσοδο στη Στοά Κουτσίνα[3] και καταλάμβανε τη μία από τις δύο γωνίες της Στοάς προς την οδό Ερμού. Ως γνωστόν η Στοά Κουτσίνα είχε δημιουργηθεί το 1923-24.
--Την άλλη γωνία της Στοάς καταλάμβανε το μεγάλο εμπορικό κατάστημα των αδελφών Νικολάου και Ανδρέα Κουτσίνα. Η οικογένεια Κουτσίνα εγκαταστάθηκε στη Λάρισα πολύ πριν το 1907 και ο Φίλιππος Κουτσίνας, πατέρας των αδελφών, άνοιξε εμπορικό μαγαζί στην παλιά περιοχή Σιάουλο[4]. Αργότερα αγόρασε κάποια κατοικία που υπήρχε επί της οδού Ερμού, την οποία έπειτα από διάφορες μετασκευές τη μετέτρεψε σε ιδιόκτητο κατάστημα, το οποίο το 1907 το διαφήμιζε από τις στήλες των τοπικών εφημερίδων ως εξής: "Τρέξατε εις το επί της οδού Ερμού μέγα εμπορικόν κατάστημα Φιλίππου Κουτσίνα, να θαυμάσητε τα νέα υφάσματα της εποχής, ως και άλλα είδη πολυτελείας τα οποία εκόμισε κατ' αυτάς το κατάστημα απ' ευθείας εξ Ευρώπης…"[5]. Το 1919 πέθανε ο Φίλιππος Κουτσίνας και συνέχισαν τη λειτουργία του καταστήματος οι γιοι του Νικόλαος και Ανδρέας. Το 1923 οι τελευταίοι γκρέμισαν ένα τμήμα του καταστήματος μήκους τριών μέτρων, για να διανοιχτεί η Στοά Κουτσίνα προς την πλευρά της οδού Ερμού. Όταν αργότερα ο Νικόλαος Κουτσίνας μετακόμισε και άνοιξε μαγαζί στον Βόλο, ο Ανδρέας έμεινε μόνος του στη Λάρισα. Κατά τον σεισμό της 1ης Μαρτίου 1941 το κατάστημα υπέστη πολύ μεγάλες ζημιές. Η δημοσιευόμενη φωτογραφία αποτελεί αψευδή μαρτυρία του γεγονότος. Η λήψη της έγινε τον Απρίλιο του 1941 από Γερμανό στρατιώτη και αποτυπώνει τη δυτική πλευρά της οδού Ερμού όπως φαίνεται από την οδό Βενιζέλου. Μετά από την καταστροφή αυτή το κατάστημα του Ανδρέα Κουτσίνα έπαψε να λειτουργεί και στο βάθος προς τη Στοά είχαν το εμπορικό τους οι αδελφοί Μισούρα, οι οποίοι πωλούσαν γυναικεία υφάσματα. Αμέσως μετά την κατοχή στο σημείο όπου ήταν προπολεμικά το κατάστημα του Ανδρέα Κουτσίνα στεγάστηκε η UNRRA[6], ένας διεθνής οργανισμός περίθαλψης των θυμάτων πολέμου. Σύμφωνα με τον Γιώργο Ζιαζιά, όταν η UNRRA αποσύρθηκε, στον χώρο αυτό εγκατέστησε τα γραφεία της τον Μάρτιο του 1947 η Τ.Α.Ε. (Τεχνικές Αεροπορικές Εκμεταλλεύσεις), αεροπορική εταιρεία δημοσίου συμφέροντος, και άρχισε άμεσα η αεροπορική συγκοινωνία Αθηνών-Λαρίσης-Θεσσαλονίκης[7]. Μετά το 1951 στο κατάστημα αυτό στεγάστηκε η Εμπορική Ένωση. Ιδιοκτήτες του ήταν ο Τάκης Χατζής και ο Παναγιώτης Στωικίδης[8]. Σήμερα στο σημείο αυτό υπάρχει το εμπορικό κατάστημα Δ. Μισδραχής και Υιοί Ο.Ε.
--Δίπλα από το εμπορικό του Ανδρέα Κουτσίνα υπήρχε προπολεμικά το κατάστημα γουναρικών του Θεόδωρου Μπαλάνου και στη γωνία Ερμού-Βενιζέλου ο Σωτήριος Α. Λαγός, ο οποίος επισκεύαζε και πωλούσε ωρολόγια και κοσμήματα, όπως μας πληροφορεί η επιγραφή του καταστήματός του στη φωτογραφία, η οποία δημοσιεύεται σήμερα. Ο Σωτ. Λαγός είχε τη φήμη άριστου τεχνίτη και σ’ αυτόν κατέφευγαν οι παλιοί Λαρισαίοι για να διορθώσουν τα ρολόγια τσέπης που οι περισσότεροι είχαν στα γιλέκα τους. Ο Σωτήρης είχε την τέχνη να τα ανανεώνει και να παρατείνει τη λειτουργία τους. Μεταπολεμικά στη θέση αυτή στεγάστηκε το κατάστημα γυναικείων τσαντών και μπιζού "Κοντεσίνα" του Γεωργίου Κουρέλλου, το οποίο αργότερα το λειτούργησε ο ανεψιός του Ιωάννης Κουρέλος.
(Συνεχίζεται)
-----------------------------------------------
[1]. Θα πρέπει να διορθώσουμε ένα λάθος το οποίο παρεισέφρησε στο κείμενο της περασμένης Τετάρτης και επισήμανε ο κ. Μαγκαλίδης. Η Τούλα, η Φιφή και ο Θεόδωρος Αξενίδης ήταν μικρότερα αδέλφια του Κώστα Αξενίδη και όχι παιδιά του. Παλαιότερα σε τέτοιες περιπτώσεις οι δημοσιογράφοι ανέφεραν ότι το λάθος οφειλόταν στον "δαίμονα του τυπογραφείου", σήμερα αποδίδεται στον "δαίμονα του διαδικτύου", η αλήθεια όμως είναι ότι οφείλεται στην εσφαλμένη καθοδήγηση των πλήκτρων του υπολογιστή που χειρίζεται ο υποφαινόμενος.
[2]. Η κατοικία του βρισκόταν στην ανατολική πλευρά της πλατείας Ταχυδρομείου, ενώ του αδελφού του στην οδό Παπακυριαζή. Και οι δύο κατοικίες ήταν ιδιόκτητες και κατασκευαστής τους ήταν ο εργολάβος Δημήτριος Πουλιάδης. Όταν τα πράγματα στη δουλειά τους άρχισαν να μην πηγαίνουν οικονομικά καλά για τους αδελφούς Αντωνιάδη, ίσως και από την πολυτελή ζωή τους, αποφάσισαν στις αρχές της δεκαετίας του 1930 να εγκαταλείψουν τη Λάρισα και να εγκατασταθούν στην Αθήνα, ενώ τις κατοικίες τους τις αγόρασε ο έμπορος υαλικών Ιωάννης Αλεξάνδρου. Το κτίριο στην πλατεία Ταχυδρομείου μετατράπηκε σε ξενοδοχείο με την ονομασία "Τέμπη", ενώ στο άλλο της οδού Παπακυριαζή μετακόμισε η οικογένεια του αγοραστή. Το τελευταίο διατηρείται μέχρι και σήμερα, με ορισμένες επεμβάσεις στον όροφο έπειτα από τον σεισμό του 1941, και σ' αυτό διαμένει ο γιος του Δημήτριος.
[3].Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Η Στοά Κουτσίνα. εφ. "Ελευθερία", Λάρισα, φύλλα της 28ης Φεβρουαρίου, 7ης και 14ης Μαρτίου 2018.
[4]. Σιάουλο ονομαζόταν ο ανοικτός χώρος, ο οποίος υπάρχει και σήμερα και δημιουργείται από τη συμβολή των οδών 28ης Οκτωβρίου, 23ης Οκτωβρίου, Νικηταρά, Ογλ και Κύπρου.
[5]. Ζιαζιάς Γεώργιος. Αναζητώντας τη χαμένη Λάρισα. Πενήντα χρόνια μνήμες και αναπολήσεις (1900-1950), τόμ. Β΄, Λάρισα (2000) σελ. 12.
[6]. Η UNRRA (United Nations Relief and Rehabilitation Administration) ήταν ένας Οργανισμός Περίθαλψης και Αποκατάστασης των Ηνωμένων Εθνών, στον οποίο πρωτοστατούσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Σκοπός της ήταν η μέριμνα για την περίθαλψη θυμάτων πολέμου σε κάθε πληγείσα χώρα, σε τομείς όπως ένδυση, σίτιση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, κλπ.
[7]. Το 1951 με πρωτοβουλία της κυβέρνησης η Τ.Α.Ε. και άλλες τρεις αεροπορικές εταιρείες που υπήρχαν τότε στην Ελλάδα συγχωνεύθηκαν σε μία και δημιουργήθηκε η Ολυμπιακή Αεροπορία.
[8]. Ο Παναγιώτης Στωικίδης είναι γιος του παλιού πρωτοψάλτη του ναού του Αγ. Νικολάου και κατόπιν του μητροπολιτικού ναού του Αγ. Αχιλλίου Πλάτωνα Στωικίδη και αδελφός του Νικολάου Στωικίδη, διευθυντή παλαιότερα του Δημοτικού Αστεροσκοπείου Λάρισας "Αριστεύς" στη Γιάννουλη.

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2020

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

Το Διοικητήριο του Β΄ Σώματος Στρατού


Το αρχοντικό του Κων. Σκαλιώρα όπως μετατράπηκε σε Διοικητήριο του Β΄ Σώματος Στρατού. Επιστολικό δελτάριο αρ. 27 . Περίπου 1935-1936. Συλλογή του Αντώνη Γαλερίδη.Το αρχοντικό του Κων. Σκαλιώρα όπως μετατράπηκε σε Διοικητήριο του Β΄ Σώματος Στρατού. Επιστολικό δελτάριο αρ. 27 . Περίπου 1935-1936. Συλλογή του Αντώνη Γαλερίδη.
Η σημερινή εικόνα μάς επιβεβαιώνει τους στενούς δεσμούς που είχε η πόλη μας ανέκαθεν με το στράτευμα.
Δεν θα αναφερθώ στην παρουσία χιλιάδων στρατιωτών του οθωμανικού στρατού κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, που έχουν περιγράψει όλοι σχεδόν οι ξένοι περιηγητές, οι οποίοι πέρασαν από τη Λάρισα αυτό το διάστημα. Όμως και μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος το 1881, η Λάρισα ως ακριτική πόλη φιλοξενούσε αρκετούς στρατιωτικούς σχηματισμούς, για τους οποίους δεν υπήρχαν χώροι στρατωνισμού. Για τον λόγο αυτό το 1886 είχε ανατεθεί στους Κων. Σκαλιώρα και σε εργολάβο του Βόλου να κατασκευάσουν πολλούς και μεγάλους θαλάμους, οι οποίοι θα μπορούσαν να φιλοξενήσουν μέχρι και 10.000 στρατιώτες[1]. Λέγεται δε ότι από τα κέρδη της επιχείρησης αυτής ο Κων. Σκαλιώρας έχτισε το αρχοντικό του, το οποίο απεικονίζεται στη σημερινή φωτογραφία. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι η παρουσία τόσου μεγάλου αριθμού αξιωματικών και στρατιωτών είχε ευεργετικές επιδράσεις στην οικονομία της πόλης από κάθε άποψη. Το γεγονός αυτό συνεχίζεται μέχρι και τις μέρες μας και αποτέλεσε σημαντικό παράγοντα ανάπτυξης της πόλης μας όλα αυτά τα χρόνια.
Αλλά και μέσα στην πόλη υπήρχαν κτίρια, στα οποία από τις αρχές του 20ού αιώνα στεγάζονταν οι διοικητικές υπηρεσίες διαφόρων στρατιωτικών σχηματισμών.
--Η 1η Μεραρχία Πεζικού είχε το στρατηγείο της στο αρχοντικό Στεφάνοβικ[2], το οποίο βρισκόταν στην αρχή της οδού Παπακυριαζή, κατεδαφίσθηκε μετά τον σεισμό του 1954 και στο σημείο αυτό στεγάζονται σήμερα σε απλά ισόγεια κτίσματα το στρατιωτικό πρατήριο και το στρατιωτικό οδοντιατρείο.
--Το Διοικητήριο της 1ης Ταξιαρχίας Ιππικού στεγαζόταν στον πρώτο όροφο κτιρίου ιδιοκτησίας του μεγαλοκτηματία Αθ. Κατσαούνη. Βρισκόταν στη νότια πλευρά της πλατείας, εκεί όπου σήμερα είναι ο πεζόδρομος Μαρίνου Αντύπα και κατά την κατοχή της Λάρισας από τους Γάλλους το 1917 στα ίδια γραφεία είχε εγκαταστήσει το στρατηγείο του ο στρατηγός Venel.
--Το Φρουραρχείο στεγαζόταν στη αρχή της οδού Μανωλάκη, στη γωνία με την οδό Απόλλωνος. Καταστράφηκε από τις κακουχίες της κατοχής (σεισμός, βομβαρδισμοί) και μεταπολεμικά σε ένα μικρό κτίσμα στέγασε σύστημα Προσκόπων, ενώ ο υπόλοιπος χώρος μετατράπηκε σε γήπεδο μπάσκετ όπου έπαιζαν οι ομάδες Αριστεύς, Γυμναστικός Σύλλογος, Άρης. Σήμερα στη θέση αυτή έχει ανεγερθεί το "σπίτι του στρατηγού".
--Η Λέσχη Αξιωματικών Φρουράς Λαρίσης αρχικά στεγαζόταν στον όροφο του αρχοντικού Νικ. Καρανίκα, το οποίο βρισκόταν στη νοτιοδυτική πλευρά της πλατείας. Μετά την εξαγορά το 1935 ως ανταλλάξιμου κτιρίου του μεγάρου του Οθωμανού Μεχμέτ Χατζημέτου (Λέσχη Ασλάνη), παραχωρήθηκε στον στρατό και μεταστεγάστηκε σ' αυτό η Στρατιωτική Λέσχη. Στον ίδιο χώρο υπάρχει και σήμερα, αλλά σε διαφορετικό κτήριο, το οποίο εγκαινιάστηκε τα 1954.
--Από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 είχε αποφασισθεί ήδη η μεταφορά της έδρας του Β΄ Σώματος Στρατού στη Λάρισα και η πολιτεία αναζητούσε ευπρεπές κτίριο για να στεγαστεί το Διοικητήριό του. Διαβάζουμε σε εφημερίδα της Κυβερνήσεως απόφαση της Ελληνικής Δημοκρατίας, υπογεγραμμένη στις 14 Αυγούστου 1931 από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Αλέξανδρο Ζαΐμη και τον υπουργό Στρατιωτικών Γ. Κατεχάκη, για την απαλλοτρίωση στη Λάρισα χώρου εκτάσεως 1331,5 m2, με σκοπό τη μόνιμη εγκατάσταση του εδρεύοντος πλέον στη Λάρισα Β΄ Σ.Σ. Η έκταση αυτή περιλάμβανε το οικόπεδο όπου βρισκόταν το αρχοντικό του Κων. Σκαλιώρα, το οποίο ανήκε στους κληρονόμους του και τα διπλανά οικόπεδα με κατοικίες της χήρας Σαμολαδά και του Νικολάου Αγκωνάκη. Οι συνθήκες για την εγκατάσταση του Διοικητηρίου του Β΄ Σ.Σ. στο αρχοντικό Σκαλιώρα ήταν πολύ δύσκολες, καθώς στο κτέριο είχε εγκατασταθεί από τον Μάρτιο του 1919 η "Λαρισαϊκή Λέσχη"[3]. Τελικά η τελευταία δέχτηκε να αποχωρήσει έπειτα από πολύ μεγάλες πιέσεις και κυρίως έπειτα από την ψήφιση νόμου "περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως αγροτικών και αστικών κτημάτων προς ανέγερσιν στρατιωτικών ή ναυτικών κτιρίων", ο οποίος εγκρίθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο την 4η Αυγούστου 1931.
Με την εγκατάσταση στο αρχοντικό Σκαλιώρα του Διοικητηρίου του Β΄ Σώματος Στρατού, το εν λόγω κτίριο πήρε τη μορφή που έχει στη φωτογραφία, η οποία συνοδεύει το σημερινό κείμενο. Επειδή η λήψη της φωτογραφίας έγινε περί το 1935-36[4], το Διοικητήριο φέρει στην κορυφή της στέγης το βασιλικό σύμβολο, την κορώνα, ενώ στον εξώστη του ορόφου υπάρχει η επιγραφή "Β΄ Σώμα Στρατού".
Για το όμορφο αυτό κτίριο έχουμε γράψει επανειλημμένως[5]. Από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι το 1919 κατοικούσε σ' αυτό κατά διαστήματα ο πρίγκιπας Ανδρέας, γιος του βασιλιά Γεωργίου Α΄ και αδελφός του Κωνσταντίνου, με τη σύζυγό του Αλίκη. Η παρουσία του δικαιολογείται από το γεγονός ότι υπηρετούσε στην 1η Ταξιαρχία Ιππικού, η οποία είχε έδρα τη Λάρισα. Στη φωτογραφία θα πρέπει να προσεχθεί και ο ψηλός σιδερένιος στύλος στο πεζοδρόμιο των σημερινών οδών Πατρόκλου κα Ρούσβελτ. Πρόκειται για στύλο της Ε.Υ.Η.Λ. "Εταιρεία Ύδρευσης Ηλεκτρισμού Λαρίσης", ο οποίος καλύπτει μικρό μέρος του αρχοντικού. Πρόκειται για στύλο ηλεκτρικών καλωδίων της Εταιρείας. Παρόμοιοι υπήρχαν και σε πολλά άλλα σημεία της Λάρισας. Μάλιστα ελάχιστους εξ αυτών συναντούμε και σήμερα.
-----------------------------------------------------
[1]. Χαρακτικά από τον "ατυχή" ελληνοτουρκικό πόλεμο επιβεβαιώνουν την παρουσία των στρατώνων αυτών στο νοτιοδυτικό τμήμα της Λάρισας. Βλέπε: εφ. Le Monde IllustreParis, 1 Μαΐου 1897, σελ 277, δημοσιευμένο στο ημέτερο βιβλίο "Η Λάρισα στα χαρακτικά των Ευρωπαίων περιηγητών. 16ος - 19ος αιώνας", Λάρισα (2006) σελ. 129. Μάλιστα οι θάλαμοι αυτοί απεικονίζονται και σε φωτογραφίες από την παρουσία των Γάλλων το 1917, ορισμένοι δε απ' αυτούς υπάρχουν μέχρι και σήμερα με κάποιες βελτιώσεις.
[2]. Αρκετές φωτογραφίες του κτιρίου Στεφάνοβικ της περιόδου, όπου στέγαζε την 1η Μεραρχία, υπάρχουν στο αρχείο Ε.Λ.Ι.Α. του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τράπεζας.
[3]. Η "Λαρισαϊκή Λέσχη" ήταν μια κλειστή ιδιωτική ανδρική λέσχη, κατά το πρότυπο των λεσχών της Μεγ. Βρετανίας, στην οποία συγκεντρωνόταν όλη η καλή και εύπορη κοινωνία της Λάρισας, έπιναν το τσάι ή τον καφέ τους, συζητούσαν για πολιτικά και άλλα θέματα και χαρτόπαιζαν. Πριν το 1919 στεγαζόταν σε κτίριο επί της οδού Κούμα, δίπλα από το καφεζαχαροπλαστείο "Ο Παράδεισος".
[4]. Ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ βρισκόταν εξόριστος επί 11 χρόνια και επέστρεψε στην Ελλάδα τον Νοέμβριο του 1935, έπειτα από δημοψήφισμα. Επομένως η λήψη της σημερινής φωτογραφίας έγινε μετά την ημερομηνία αυτή.
[5]. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Το αρχοντικό του Κων. Σκαλιώρα, εφ. "Ελευθερία" Λάρισας, φύλλο της 30ής Δεκεμβρίου 2015. Του ιδίου "Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα - Β΄". Λάρισα (2018) σελ. 231-234.

Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com