Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2020

 

ΤΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

«Νοσταλγώντας την παλιά Λάρισα – Ο Πηνειός από τον Άγιο Αθανάσιο μέχρι τα Ταμπάκικα»

Γράφει ο Θωμάς Κυριάκος

Πηνειός, το δικό μας ποτάμι.  Σήμα κατατεθέν της Λάρισας, με τις τόσες ομορφιές, που ανακαλύπτουμε και χαιρόμαστε κάθε φορά που διασχίζουμε, ως  περιπατητές, τις κοίτες του.

Η Λάρισα από την αρχαιότητα ήταν κτισμένη δίπλα στον Πηνειό. Η φυσική, παλαιά κοίτη του ποταμού περνούσε από τις συνοικίες του Αγίου Αθανασίου, του Πέρα Μαχαλά, τα Ταμπάκικα για να βρει διέξοδο από την πόλη στα όρια της Νέας Σμύρνης.

Ο Πηνειός είχε διάφορες ονομασίες στο πέρασμα των αιώνων, τα καταγεγραμένα σε διάφορα κείμενα ονόματα ήταν: Αργυροδίνης (κατά τον Όμηρο), Σαλαμβριάς ή Σαλαμπριάς, Λυκόστομος, Κοστούμ, Κιουσέμ/Κιοστέμβλ. «Ο Paul Lucas δίνει δυο ονομασίες στον Πηνειό, Σαλαμπριά και Λυκόστομο (Licoustum) και μάλιστα χαρακτηρίζει τη δεύτερη τούρκικη. Όμως ο Επαμεινώνδας Φαρμακίδης μάς πληροφορεί ότι: «Ο ποταμός ούτος κοινώς καλείται Σαλαμπριά, προσωνυμία ην πρώτη η Άννα Κομνηνή απέδωκεν εις αυτόν κατά το έτος 1150 … εκ της λέξεως Σαλάμβη, σημαινούσης οπήν». Όσο για την ονομασία Λυκόστομο αυτή είναι παραφθορά του ονόματος Λυκοστόμιο που αποτελούσε τη Μεσαιωνική ονομασία της Κοιλάδας των Τεμπών απ’ όπου ο Οθωμανός Γεωγράφος Χατζή Κάλφας αποκαλεί τον Πηνειό Κοστούμ ή Κιοστέμ».

Συχνά το ποτάμι πλημμύριζε τις παρόχθιες συνοικίες, προκαλώντας ζημιές και θύματα. Για το λόγο αυτό τη δεκαετία του 1930 ανατέθηκε, αρχικά, στην εταιρεία ΒΟΟΤ η κατασκευή της νέας κοίτης, από την πλευρά του σημερινού Αισθητικού Άλσους , ενώ από το 1935 περίπου ανέλαβε την απ’ ευθείας εκτέλεση των έργων το Υπουργείο Δημοσίων Έργων και οδήγησε τα νερά του Πηνειού εκτός πόλης. Μετά τον πόλεμο, τη δεκαετία του ’50, κατόπιν απαίτησης και των κατοίκων, επανέφεραν μέρος του νερού στην παλιά κοίτη, με ελεγχόμενη ροή από το φράγμα που βρίσκεται στο χώρο της ΔΕΥΑΛ μετά τον Υδατόπυργο.

Ο Πηνειός καθόρισε και την οικονομική ζωή της πόλης αφού κοντά στις όχθες του οργανώθηκαν οι επαγγελματικές συνοικίες της Λάρισας. Στα Ταμπάκικα τα βυρσοδεψεία επεξεργάζονταν δέρματα, στα Μύλια λειτουργούσαν οι παραδοσιακοί νερόμυλοι, στα Σάλια γινόταν η μεταφορά και το εμπόριο ξυλείας και στον Πέρα Μαχαλά, στην αριστερή όχθη του Πηνειού, το νερό βοηθούσε στην επεξεργασία του μαλλιού και στην ανάπτυξη της υφαντικής. Αλλά και η εμπορική δραστηριότητα της πόλης, το μεγάλο εμπόριο των ζώων, οι ιππικοί αγώνες και οι εμποροπανηγύρεις, διεξάγονταν στο πάρκο Αλκαζάρ και κοντά στο ποτάμι [1].

Σας προσκαλώ σε μια περιήγηση στον Πηνειό. Σ΄ έναν περίπατο ξεκινώντας από τον Υδατόπυργο και τη συνοικία του Αγίου Αθανασίου, περνώντας από την παλιά πετρόκτιστη γέφυρα, που τόσοι και τόσοι περιηγητές, ζωγράφοι, φωτογράφοι αλλά και κάτοικοι της πόλης αποθανάτισαν, έως τα Ταμπάκικα και τα παλιά Σφαγεία. Μια περιήγηση μέσα σε χωμάτινα δρομάκια, παρόχθιες διαδρομές, με λεύκες και καραγάτσια, σαν αυτά που γοήτευσαν τον Δ. Ροδόπουλο και πήρε το όνομα Καραγάτσης όταν στα 1930 έγραψε τον «Συνταγματάρχη Λιάπκιν», ανάμεσα  από βυρσοδεψεία και μύλους, μέχρι τα νταλιάνια που ψάρευαν για χρόνια οι Λαρισαίοι.

Υδατόπυργος του ΟΥΗΛ τότε, ΔΕΥΑΛ σήμερα. Χρονολογία: 1934.
Η φωτογραφία είναι των εκδόσεων Γκινακού-Μαργαρίτη (Πειραιάς).

Το 1927, στη Λάρισα την πόλη των 24.000 κατοίκων ξεκινούν τα πρώτα έργα ύδρευσης που ολοκληρώνονται το 1930. Κόστισαν 20.000.000 δρχ. ποσό τεράστιο για την εποχή. Το 1930 μέσα σε πανηγυρική ατμόσφαιρα εγκαινιάζονται συνολικά τα έργα της ύδρευσης. Στα εγκαίνια παρευρέθηκε και ο ίδιος ο πρωθυπουργός ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Πατώντας ένα κουμπί, ο Βενιζέλος, ξεχύθηκε νερό σε σπίτια και καταστήματα. Οι Λαρισαίοι απόκτησαν νερό, αποστειρωμένο, υγιεινό από τα καλύτερα ποιοτικά και κυρίως άφθονο. Με ένα απλό στρίψιμο της κάνουλας, οι νοικοκυρές -που υπέφεραν τα πάνδεινα από τη λειψυδρία και τη βαναυσότητα των «σακάδων»- είχαν τώρα στη διάθεσή τους όσο νερό ήθελαν να πιουν και να καθαρίσουν. Αποτελούσαν πλέον εφιαλτική ανάμνηση το μαρτύριο της έλλειψης του νερού και του τύφου.

Όπως επεσήμανε στα εγκαίνια, ο Δήμαρχος Μιχ. Σάπκας, τη δαπάνη για το έργο της ύδρευσης το κάλυψαν εξ ολοκλήρου οι κάτοικοι, χωρίς να βάλει μια δραχμή το κράτος. Το άκουσε ο Βενιζέλος και το σημείωσε. Μετά τα εγκαίνια κάλεσε τους Αθηναίους δημοσιογράφους που τον συνόδεψαν στη Λάρισα και δήλωσε:

«Να γράψητε παρακαλώ στις εφημερίδας σας, ότι τα έργα ύδρευσης και ηλεκτροφωτισμού της Λαρίσης ετελέσθησαν δια μόνον των οικονομικών δυνάμεων του τόπου, επί τη βάσει ενός ιδιοτύπου νόμου την έκδοσιν του οποίου προκάλεσεν ο Δήμος Λαρίσης και να καλέσητε τους Δημάρχους όλων των πόλεων της Ελλάδος να λάβουν υπόδειγμα εις την εκτέλεσιν δημοτικών έργων, την Λάρισαν». Προς γενική κατάπληξη ολόκληρης της Ελλάδας και εν μέσω της μεγαλύτερης οικονομικής κρίσης, που γνώριζε η Ελλάδα και ο κόσμος, επιτυγχάνει να πραγματοποιήσει το 1930 το όνειρο δεκάδων γενεών της Λάρισας, με το να εξασφαλίσει την παροχή άφθονου νερού.

Το εξοχικό κέντρο του Δημ. Μπαρμπούτη «Υδραγωγείο» κοντά στον Υδατόπυργο. 1946. Αρχείο Δημ. Μπαρμπούτη

Η οικογένεια Δημητρίου Μπαρμπούτη είναι από τις πιο γνωστές στη Λάρισα εδώ και έναν αιώνα. Στα 60 χρόνια εργασίας του αναφέρεται ότι άνοιξε δεκατρία (13) καταστήματα, σε δεκατρία διαφορετικά σημεία της Λάρισας.

Ένα από αυτά ήταν και το εξοχικό κέντρο με το όνομα «Υδραγωγείο», δίπλα στις εγκαταστάσεις του ΟΥΗΛ στον Υδατόπυργο, κοντά στο ποτάμι . Μάλιστα για τη μεταφορά των πελατών του είχε μισθώσει φορτηγό αυτοκίνητο, το οποίο ξεκινούσε από την Κεντρική πλατεία. Το κέντρο βρισκόταν σε ειδυλλιακή θέση, όμως έκλεισε πολύ γρήγορα, γιατί το καλοκαίρι του 1946 ο γιός του Μήτσου Περικλής, 18 ετών, πνίγηκε κάνοντας μπάνιο στο ποτάμι. Το πλήγμα για την οικογένεια ήταν τόσο μεγάλο ώστε ο Μπαρμπούτης σταμάτησε τη λειτουργία του.

Η συνοικία του Αγίου Αθανασίου φωτογραφημένη από τον Υδατόπυργο. Χρονολογία περίπου 1935~6. Φωτογράφος Παντελής Γκίνης (Λάρισα).

Η συνοικία του Αρναούτ μαχαλά (Αγίου Αθανασίου) ήταν επί τουρκοκρατίας συνοικία η οποία κατοικείτο από Αρβανίτες δηλ. από Αλβανούς ή κατά μία άλλη εκδοχή Ορεινός. Όπως αναφέρει ο δημοσιογράφος και ιστορικός ερευνητής Κων. Περραιβός: «Μετά την εξόντωση του Αλή πασά και των τέκνων του, οι Αρβανίτες που ήταν εγκατεστημένοι στον Αρναούτ Μαχαλά έγιναν στόχος των γενίτσαρων του Σουλτάνου, αναγκασθέντες έτσι να εγκαταλείψουν την Λάρισα. Τότε άρχισε να εποικίζεται από Έλληνες των Αγράφων, του Ολύμπου και αργότερα από τα Αμπελάκια, το Βλαχολίβαδο, το Ζάρκο και άλλες περιοχές. Οι νέοι έποικοι ίδρυσαν στην περιοχή καταστήματα τα οποία πωλούσαν προϊόντα από τις πατρίδες τους (όσπρια, τυριά κρασιά, αλλαντικά, κλπ). Επιπλέον, επειδή τον κεντρικό τομέα της Λάρισας τον κατοικούσαν τα τελευταία χρόνια πριν από την απελευθέρωση της Θεσσαλίας το 1881 οι Οθωμανοί γαιοκτήμονες (μπέηδες), η αστική τάξη της πόλεως, θέλησε να βρεθεί μακριά τους και εγκαταστάθηκε και αυτή στον Αρναούτ μαχαλά. Από τον πυρήνα αυτόν των εύπορων και μορφωμένων χριστιανών της συνοικίας προήλθαν τα άτομα εκείνα τα οποία έπαιξαν κατά την επανάσταση του 1878 πρωταγωνιστικό ρόλο. Μετά την απελευθέρωση έκτισαν στη συνοικία του Αγίου Αθανασίου τα αρχοντικά τους διάφοροι εύποροι Λαρισαίοι όπως ο γιατρός Αναστ. Ζαρμάνης, ο χρυσοχόος Νικ. Αρσενίδη, ο δικηγόρος Δημητρίου Γαλανίδη, ο έμπορος Κωνστ. Σηλυβρίδης, ο γαιοκτήμονας και επιχειρηματίας Κωνστ. Σκαλιώρας και πολλοί άλλοι. Ήταν όλα κτισμένα με στοιχεία δανεισμένα από την παραδοσιακή, αλλά και την νεοκλασική αρχιτεκτονική. Αυτά ο Γιώργος Γουργιώτης τα χαρακτηρίζει σαν «λαϊκά νεοκλασικά» κτίσματα. [2]

Στην ίδια συνοικία του Αγίου Αθανασίου μπορούμε να εντάξουμε και την περιοχή Σάλια, η οποία καταλαμβάνει την παλιό τουρκικό μαχαλά Σαρατσλάρ. Η ονομασία Σάλια προήλθε από την παρουσία στην περιοχή ειδικών εργατών, που ονομάζονταν «Σαλτζίδες» και οι οποίοι είχαν την ικανότητα να αγκιστρώνουν στο σημείο αυτό πριν τη γέφυρα τις μεγάλες ντάνες υλοτομημένης ξυλείας που ταξίδευε από την Πίνδο μέσω του ρεύματος του Πηνειού. Την ανέβαζαν στις όχθες και εν συνεχεία την μετέφεραν στα καταστήματα του Ξυλοπάζαρου της πόλεως και στα διάφορα εργοστάσια ξυλείας.

Ο προπολεμικός ναός του Αγ. Αθανασίου. Λεπτομέρεια φωτογραφίας από επιστολικό δελτάριο του Νικ. Κουρτίδη. Περίπου 1935.

Η λήψη της φωτογραφίας απεικονίζει ένα τμήμα της συνοικίας του Αγίου Αθανασίου και έγινε από τον Υδατόπυργο.  Στο κάτω τμήμα της φωτογραφίας διακρίνεται η δεξιά όχθη του Πηνειού και ο παρόχθιος δρόμος, ο οποίος αντιστοιχεί στη σημερινή οδό Κραννώνος. Πίσω από τα πρώτα σπίτια του συνοικισμού προβάλλει μεγαλοπρεπής ο ναός του Αγίου Αθανασίου. Είχε αντικαταστήσει τον παλαιό ναό, που είχε αρχίσει να κτίζεται το 1855 επί τουρκοκρατίας και εγκαινιάσθηκε το 1869. Το 1925-26, προφανώς επειδή ο ναός ήταν μικρός μέγεθος δεν επαρκούσε για να εξυπηρετήσει τις αυξανόμενες ανάγκες της ενορίας, «ανακαινίσθηκε εκ βάθρων» στο ίδιο σημείο όπου βρισκόταν ο παλιός. Πολλές από τις εικόνες του ναού είχαν ζωγραφισθεί το 1926 από τον Αγιογραφικό Οίκο της Λάρισας των Χρυσόστομου Παπαμερκουρίου και Παντελή Γκίνη, οι οποίες σήμερα διασώζονται στο σκευοφυλάκιο του ναού. Η «ζωή» αυτού  του ναού υπήρξε σύντομη, μόνον 15 χρόνια, αφού την 1η Μαρτίου 1941 καταστράφηκε σοβαρά από τον σεισμό και κρίθηκε κατεδαφιστέος, χωρίς όμως μέχρι το 1946 τουλάχιστον να έχει ακόμα κατεδαφισθεί. Αφού ακολούθησε μια μακροχρόνια προσωρινή στέγαση του ναού σε κατάλληλα διαμορφωμένο οίκημα, που βρίσκεται έως και σήμερα εγκαταλελειμμένος στον προαύλιο χώρο, στις 3 Μαρτίου 1987 έγιναν τα εγκαίνια του σημερινού ναού. [3]

Λάρισα η παλιά πετρόκτιστη γέφυρα και πίσω της  το τζαμί του Χασάν Μπέη στο λόφο «Πευκάκια». Εκδόσεις Στεφ. Στουρνάρα (Βόλος), αρχές της δεκαετίας του 1900.

Το τζαμί αυτό ήταν το επισημότερο τη Λάρισας και από τα μεγαλύτερα στον Ελλαδικό χώρο. Κτίστηκε, σύμφωνα με την παράδοση, λίγα χρόνια μετά την κατάληψη της Λάρισας από τους Οθωμανούς πάνω σε χώρο Βυζαντινής εκκλησίας αφιερωμένης στη Σοφία του Θεού, η οποία με τη σειρά της είχε κτιστεί, κατά την περίοδο των βυζαντινών χρόνων, στη θέση αρχαίου ιερού προς τιμήν της θεάς Δήμητρας που υπήρχε εκεί από τους κλασικούς χρόνους.

Με την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στο Ελληνικό κράτος, η μουσουλμανική κοινότητα σταμάτησε να χρησιμοποιεί και να φροντίζει το τζαμί του Χασάν μπέη, γιατί την εξυπηρετούσε καλύτερα το νεόκτιστο Γενί τζαμί που είχε κτισθεί απέναντι από την Πλατεία Ανακτόρων, εκεί που υπάρχει μέχρι σήμερα. Από την εγκατάλειψη του το τζαμί υπέστη σοβαρές φθορές και το 1908 κατεδαφίσθηκε. Άξια αναφοράς είναι η προσπάθεια που έγινε από τον εκδότη-δημοσιογράφο της εφημερίδας «ΜΙΚΡΑ» της Λάρισας Θρασύβουλος Μακρής, συνεπικουρούμενος από τον Μιχαήλ Χρυσοχόου, αγωνιστή, χαρτογράφο και συγγραφέα με συνεχή διαβήματα προς τη Νομαρχία Λαρίσης, τη Βακουφική Επιτροπή των συμπολιτών μας Οθωμανών που είχαν τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων της κοινότητας τους και προς τον αρχαιολόχο κ. Αρβανιτόπουλο, γνωστό για την πρώτη ανασκαφή και αποκάλυψη του Α΄Αρχαίου θεάτρου της πόλης. Όπως ανέφερε ο  Θρασύβουλος Μακρής στις 21/1/1907: «…Συμμεριζόμεθα πάντες την γνώμην του κ. Χρυσοχόου ότι αι αρχαιότητες της Θεσσαλίας και ιδία αι της Λαρίσσης κατεστράφησαν βανδαλικώς σχεδόν υφ΄ ημών των ιδίων ως και το ότι εις τούτο συνετέλεσαν δυστυχώς εκείνοι οι οποίοι ακριβώς έπρεπε να πρωστατεύωσι τα αρχαία κειμήλια. Εις την περίπτωσιν όμως της κατεδαφίσεως του τζαμιού Ορχάν (Χασάν μπέη) δεν ηξεύρομεν ποιοι είναι οι υπεύθυνοι βεβαίως όλαι οι αρχαί από της Νομαρχίας μέχρι της Βακουφικής Επιτροπής φέρουσι μέρος της ευθύνης δια την γενομένην καταστροφήν, τούτο δε συνέβη, διότι έπρεπε προς πάσης ενέργειας η μεν Βακουφική Επιτροπή των συμπολιτών μας Οθωμανών να μη προβεί εις την πώλησιν του υλικού προτού ερωτήση τον κ. Δήμαρχον ή τον κ. Νομάρχην οι οποίοι προς πάσης εγκρίσεως ή μη της προτάσεως ταύτης θα εζήτουν βεβαίως την γνώμην του ειδικού δια την υπηρεσίαν ταύτην εφόρου των Αρχαιοτήτων Θεσσαλίας κ. Αρβανιτόπουλου, και μετά την λήψιν της γνώμης να προβώσιν εις ταύτην ή εκείνην την ενέργεια…»

Δεξιότερα του τζαμιού παρατηρούμε έναν ορθογωνικό κτίριο με σκεπή και ένα λεπτό πύργο. Αυτός ο χώρος ήταν αποθήκες υλικού πολέμου μέχρι και τον πόλεμο του 1940 που βομβαρδίστηκε πριν την είσοδο των Γερμανών στην πόλη τον Απρίλιο του 1941. Σήμερα και οι δύο αυτοί χώροι (τζαμί του Χασάν μπέη και αποθήκες πολέμου) έχουν κατεδαφισθεί και σε κάποιο σημείο του χώρου αποκαλύφθηκε το Β΄ Αρχαίο Θέατρο της Λάρισας.

Η γιορτή των Θεοφανίων, πιθανόν πριν το 1880. Φωτογραφία από το βιβλίο «ΛΑΡΙΣΑ. Εικόνες του χθες» του Δήμου Λαρισαίων.

Η μοναδική ίσως φωτογραφία της γέφυρας του Πηνειού με στηθαίο. Διακρίνονται πολλοί με φέσια και οι κολυμβητές με βράκες έτοιμοι να πέσουν στο νερό. Είναι από τις παλαιότερες που έχουν διασωθεί και τοποθετείται χρονολογικά στα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας (1878-1880), , ο δε φωτογράφος είναι άγνωστος. Την περίοδο εκείνη (1866) γνωρίζουμε ότι υπήρχε στη Λάρισα φωτογραφείο του Γεωργίου Φεχτζή (George Fehtsi) και Σία, με φωτογραφεία του παράλληλα στον Βόλο και τα Τρίκαλα. Επίσης στην πόλη μας δραστηριοποιείτο και ο Γεώργιος Αποστολίδης από το 1870. Λογικά λοιπόν φωτογράφος θα πρέπει να είναι ένας εκ των δύο, με πιθανότερο τον Φεχτζή.

Επιχρωματισμένη καρτ ποστάλ του Στεφ. Στουρνάρα (Βόλος), του 1907. Η λήψη της έγινε από την πλευρά του Τσούγκαρι και απέναντι βλέπουμε τη συνοικία του Βλαχομαχαλά ή Πέρα Μαχαλά, τον τρούλο από την παλιά εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους και δεξιά τις δενδροστοιχίες από το πάρκο του Αλκαζάρ.

Για τον κατασκευαστή της γέφυρας αυτής είχαν διατυπωθεί παλαιότερα πολλές απόψεις. Πίστευαν ότι ήταν έργο των ύστερων βυζαντινών χρόνων. Σήμερα όμως είναι ιστορικά αποδεδειγμένο ότι την είχε ανεγείρει ο Χασάν μπέης, εγγονός του κατακτητή της Θεσσαλίας [1423] Τουρχάν μπέη. Επομένως πρέπει να χρονολογηθεί σαν κτίσμα του τέλους του 15ου αιώνα. Θεωρείται ότι ήταν η πρώτη γνωστή πέτρινη αμαξιτή γέφυρα του θεσσαλικού χώρου. Μέχρι τότε οι γέφυρες της περιοχής αυτής είχαν στενό οδόστρωμα με μεγάλη καμπύλη, το οποίο επέτρεπε μόνον την διακίνηση πεζών και μεμονωμένων ζώων μεταφοράς. Η γέφυρα της Λάρισας, ήταν μία από τις μεγαλύτερες και στατικά στερεότερες της χώρας. Είχε μήκος 120 μέτρα και πλάτος 4,5 μέτρα, το οποίο μόλις επέτρεπε με κάποια δυσκολία τη διασταύρωση δύο αμαξών. Εκτείνονταν επάνω σε εννέα τόξα. Πεζοδρόμια δεν υπήρχαν και στα πλάγια ο δρόμος περιχαρακώνονταν σε χαμηλό ύψος με βαριά λίθινα στηθαία, κατασκευασμένα από μεγάλες πλάκες, τοποθετημένες κάθετα. Η επιμελημένη κατασκευή που είχε η γέφυρα την κράτησε στερεή σε όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας.

Η Πρωτεύουσα της Θεσσαλίας Λάρισσα και ο Πηνειός Ποταμός. Θεόφιλος Χατζημιχαήλ. Χρονολογία 1930. Συλλογή της Εμπορικής Τράπεζας

Το με τον τίτλο «Η Πρωτεύουσα της Θεσσαλίας Λάρισσα και ο Πηνειός Ποταμός. Έργο του Θεοφίλου Γ. Χατζημιχαήλ 1930», το οποίο είναι αντιγραφή της καρτ ποστάλ αρ. 234 του Στέφανου Στουρνάρα, με ορισμένες διαφορές, ιδίως στην απόδοση των ατμόμυλων της περιοχής στην περιοχή των παλιών Σφαγείων. Επειδή ο Στουρνάρας ήταν από το Βόλο και πόλη διαμονής του Θεόφιλου, λογικό ήταν ότι κάποια στιγμή έφτασαν και στα χέρια του, ο οποίος και την αντέγραψε.

Ο Πηνειός πλημμυρισμένος  και στο βάθος ο Άγιος Αχίλλειος, χρονολογία περίπου 1932~3. Φωτογράφος  ο Λαρισαίος Ιωάννης Κουμουνδούρος.

Σύμφωνα με τον Θεοδ. Παλιούγκα οι πλημμύρες αποτελούσαν τη δεύτερη σοβαρότερη αιτία θανάτου στη Λάρισα, μετά τα λοιμώδη νοσήματα. Οι περισσότερες και καταστροφικότερες πλημμύρες σημειώνονταν κατά τη διάρκεια του χειμώνα, όταν, μετά από μεγάλες βροχοπτώσεις στη δυτική Θεσσαλία ο Πηνειός υπερχείλιζε, και τα πλεονάζοντα νερά του κατέκλυζαν τις παρόχθιες συνοικίες όπως του Πέρα Μαχαλά και τα Ταμπάκικα. Όταν τα νερά αποτραβιόντουσαν, άφηναν πίσω τους περιοχές ερειπωμένες, πολλούς νεκρούς και εκατοντάδες αστέγους, αλλά και εκτεταμένες ζημιές στη γεωργική παραγωγή και στη κτηνοτροφία. Από τις αρχές της δεκαετίας του ΄30 όταν αρχικά η ΒΟΟΤ και στη συνέχεια το Υπουργείο Δημοσίων Έργων και οδήγησαν τα νερά του Πηνειού εκτός πόλης, οι οδυνηρές συνέπειες των πλημμυρικών φαινομένων στην πόλη μειώθηκαν.

Από τη παληά Λάρισα – Δειλινό στη γέφυρα. Καρτ ποστάλ  του Νικ. Στουρνάρα (Βόλος), του 1938~39.

Η λήψη της φωτογραφίας έγινε από την κοίτη του Πηνειού από την πλευρά του Πέρα Μαχαλά, στο ύψος του σημερινού ΚΗΠΟΘΕΑΤΡΟΥ, απέναντι από την εκκλησία του Αγ. Αχιλλείου. Παρατηρώντας προσεκτικά το τοίχο πίσω από τη γέφυρα (αριστερά) διακρίνεται ο τοίχος του Κέντρου ΚΑΛΛΙΘΕΑ.

Το Καφεζυθοποιείον ΚΑΛΛΙΘΕΑ, λειτουργούσε στο κάτω του Λόφου Ακροπόλεως, στην γωνία των σημερινών οδών Κενταύρων & Καλλιθέας από το 1925, στο λόφο «Πευκάκια» που εκτεινόταν από εκείνο το σημείο έως και την περιοχή του ΤΕΕ. Παρ΄ όλο που η επίσημη ονομασία του ήταν «Καλλιθέα» ο κόσμος το ήξερε σαν «Πευκάκια», γιατί έτσι το διαχώριζε από το κέντρο «Καλλιθέα» του Μήτσου Μπόκοτα στον Λόφο. Τα «Πευκάκια» γνώρισαν προπολεμικά μεγάλες δόξες. Τα καλοκαίρια έφερνε ορχήστρες και τραγουδίστριες και γέμιζε από κόσμο ο οποίος απολάμβανε δροσιά, ωραία μουσική και χορό.

Με την κήρυξη του πολέμου και την είσοδο των Γερμανών τον Απρίλιο του 1941 στη Λάρισα, το κέντρο σταμάτησε τη λειτουργία του και λόγω της θέσης του τα στρατεύματα κατοχής το επέλεξαν  ως παρατηρητήριο. Από το σημείο αυτό μπορούσαν να ελέγξουν τον θεσσαλικό κάμπο και ιδιαίτερα την παρακείμενη γέφυρα του Πηνειού. Μετά την απελευθέρωση τα «Πευκάκια» λειτούργησαν ξανά, χωρίς όμως την παλιά αίγλη.

Η περιοχή Τσούγκαρι, κάτω από το λόφο Φρουρίου βομβαρδισμένη από του Γερμανούς και η γέφυρα του Πηνειού, ότι είχε απομείνει μετά την ανατίναξη της από του Νεοζηλανδούς. Τέλη Απριλίου του 1941. Συλλογή Βύρωνα Μήτου από το λεύκωμα του Δήμου Λαρισαίων «ΛΑΡΙΣΑ. Η μνήμη της πόλης ΚΑΤΟΧΗ-ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ 1941-1944.

Η παλιά πετρόκτιστη γέφυρα του Πηνειού ανατινάχτηκε από συμμαχικά χέρια. Οι Νεοζηλανδοί, κατά την οπισθοχώρηση των συμμαχικών δυνάμεων προς το Νότο, είχαν αναλάβει να καθυστερήσουν την προέλαση των Γερμανών. Γι αυτό το λόγο βρέθηκαν και στην περιοχή της Λάρισας. Πριν 2,5-3 χρόνια που στάλθηκε από ένα διαδικτυακό φίλο τον εγγονό τον Jason Lowe, εγγονό του λοχία Francis Clive Lowe μια δυσανάγνωστη σελίδα από τον ημερολόγιο του παππού του που αναπαριστούσε ένα σκαρίφημα γέφυρας και τα σημεία τοποθέτησης των εκρηκτικών. Πριν μερικούς μήνες μου στάλθηκε και η μετάφραση του κειμένου, από τους διαχειριστές της σελίδας Greece at WWII Archives στο Facebook, διαφωτίζοντας εκείνες τις τελευταίες στιγμές πριν την ανατίναξη της γέφυρας. Ας μεταφερθούμε στη νύχτα της 18ης Απριλίου 1941, μια βραδιά πριν την κατάληψη της πόλης από του Γερμανούς:

Μέσα από το σκοτάδι φάνηκαν σκιές οχημάτων. Ήταν γερμανικά ή βρετανικά; Ή ήταν δικοί μας; (Νεοζηλανδοί) Η καρδιά μου χτύπαγε σαν σφυρί στο στήθος μου. Αργά σήκωσα το τουφέκι και ψιθύρισα στον εαυτό μου.
«Θα πάω κάτω με αυτό το πράγμα που φλέγεται ούτως ή άλλως.» Δεν αναγνώριζα τη δική μου φωνή.
«Γεια σας» Μια φωνή, βγήκε από το σκοτάδι.

«Δόξα το Θεό» απάντησε ο λοχίας μας: «Ποιος είναι;»
«Νεοζηλανδική Μηχανοκίνητη Μεραρχία Ιππικού» ήταν η απάντηση. Σταμάτησαν.
«Γεια σου λοχία.» είπε ένας αξιωματικός καθώς βγήκε. «Είμαστε οι τελευταίοι από τον στρατό μας, είμαστε όλοι από τη νότια πλευρά τώρα. Καλύτερα να βιαστείτε. Οι Γερμανοί είναι σχεδόν στην ουρά μας.»
«Ναι Κύριε» απάντησε ο Redmond. «Δεξιά αγόρια πίσω στο έμβολο και θα την τινάξουμε στον αέρα (την γέφυρα)», μας φώναξε. Το Bren Carrier έφευγε μακριά καθώς σπεύσαμε πίσω στο ηλεκτρικό έμβολο.
«Μα το θεό, στοιχηματίζω ότι ανεβαίνει σε μια αποθήκη πυρομαχικών» είπε ο Τζακ
Παρακολουθούσαμε καθώς ο λοχίας πήρε τη λαβή του εμβόλου και στα δύο χέρια. Το πάτησε για μια στιγμή και έπειτα πιο δυνατά. Μια λαμπρή λάμψη φωτίζει ξαφνικά ολόκληρο τον ουρανό και μια απίστευτη έκρηξη χωρίζει στα δυο τον αέρα. Εκεί που ήμασταν, αισθανόμασταν ασφαλείς, αλλά η γη βυθίστηκε κάτω από τα πόδια μας, και σε έναν από μας ένα κομμάτι σκυροδέματος καρφώθηκε πάνω στο κράνος του. Τον τίναξε πάνω για ένα δευτερόλεπτο, αλλά μετά από λίγο το ξεπέρασε γελώντας.
Επιστρέψαμε στη γέφυρα ή εκεί που βρισκόταν κάποτε αυτή. Θα έλεγα ότι κάναμε τέλεια δουλειά. Ο λοχίας σταμάτησε κοιτάζοντας τα συντρίμμια.
«Λοιπόν, είναι μια πρωτοκλασάτη δουλειά παιδιά» είπε.
«Έλα ρε Λοχία» είπε ο Jim «Δεν είναι καλό να περιμένουμε άλλο εδώ τώρα, ας φύγουμε».
Ακόμη και την στιγμή που ο Jim μιλούσε, ακούσαμε φορτηγά στο δρόμο, ο θόρυβος σε μια περίπτωση έμοιαζε από τάνκ. Ακούγοντας προσεκτικά ανακαλύψαμε ότι έρχονται από τη Λάρισα. Κάποιος φώναξε από ένα Bren Carrier.
«Για όνομα του Θεού! Οι Αυστραλοί έφυγαν τη νύχτα στις 9 το βράδυ και οι Γερμανοί διέσχισαν τον ποταμό στις δέκα» ήταν ο αξιωματικός από το τελευταίο όχημα Bren που μίλησε. Mετά από μια σύντομη παύση συνέχισε «Επέστρεψα για να σας προειδοποιήσω, δεν σας έμεινε καθόλου χρόνος, οι Γερμανοί περιμένουν μόνο το φως της ημέρας πριν εισέλθουν στη Λάρισα. Πρέπει να συνειδητοποιήσετε ότι δεν έχουν μείνει δικοί μας στη Λάρισα. Όλοι κατευθύνονται προς τη Λαμία, δηλαδή όσοι έμειναν.»Ακολουθήστε με τα φορτηγά σας» Είδε τη κατεστραμμένη γέφυρα. «Είναι μεγάλη δουλειά» ήταν το μόνο σχόλιό του.
«Ναι, αλλά ποιο το όφελος, αν είναι ήδη (οι Γερμανοί) πάνω από πέντε μίλια μπροστά μας.»
«Ναι, αλλά θα κρατήσει τα τάνκς τους μακριά για λίγο.»
Ήμασταν ήδη στο φορτηγό. Ξεκίνησε με ένα βρυχηθμό και μερικά δευτερόλεπτα αργότερα ακολουθούσαμε τα Bren. Νομίζω ότι όλοι αφήσαμε ένα αναστεναγμό ανακούφισης, καθώς το φορτηγό πήρε ταχύτητα.
Πηγαίνοντας δίπλα από την Λάρισα στην ανατολή της αυγής δεν θα μπορούσα παρά να σκεφτώ «Λάρισα μόλις πριν λίγες εβδομάδες ήσουν μια όμορφη μικρή ελληνική πόλη, τότε ένας σεισμός σε χτύπησε! Την προηγούμενη νύχτα οι παλιο- Ιταλοί πήραν αβαντάζ στον πόνο σου και τώρα οι Γερμανοί έχουν αποτελειώσει την καταστροφή σου. Σε αποχαιρετώ…» [4 ]

Γέφυρα του Πηνειού. Ζωγράφος Δημήτριος Γιολδάσης. Συλλογή Γεωργίου Ι. Κατσίγρα. ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΛΑΡΙΣΑΣ – ΜΟΥΣΕΙΟ Γ.Ι. ΚΑΤΣΙΓΡΑ.

Ο Δημ. Γιολδάσης μας μεταφέρει στα χρόνια της Γερμανικής κατοχής με μια καθημερινή εικόνα στην περιοχή της γέφυρας και του παραποτάμιου δρόμου, της σημερινής οδού Καλλιθέας. Σε πρώτο πλάνο βλέπουμε την ξύλινη προσθήκη, που είχε γίνει από τους Γερμανούς ,για να μπορέσουν να συνεχιστούν απρόσκοπτα οι μετακινήσεις βαρέων οχημάτων και αυτοκινήτων από και πως τη Λάρισα.

Έντονη είναι η κίνηση όχι μόνο πάνω στο κατάστρωμα της γέφυρας, αλλά και στον παρόχθιο δρόμο, από άμαξες και πεζούς. Στο βάθος βλέπουμε το άλσος Αλκαζάρ με το σπιτάκι του φύλακα και το Ηρώο των πεσόντων του «ατυχούς» Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 και τον Όλυμπο.

Γέφυρα Πηνειού και πίσω της ο λόφος Ακροπόλεως, 1957~8. Εκδότης: IRIS-Χασσίδ, φωτογράφος Κ. Στουρνάρας (Αθήνα).

Στη φωτογραφία βλέπουμε τη τσιμεντένια γέφυρα του Πηνειού, με δυο ρεύματα κυκλοφορίας ένα εισόδου και ένα εξόδου από την πόλη. Η λήψη της είναι από την πλευρά του Πέρα Μαχαλά. Στο βάθος φαίνεται το παλιό ρολόι της Λάρισας, ενώ απουσιάζει από το πλάνο ο ναός του Αγίου Αχιλλίου. Ήταν η περίοδος πριν ξεκινήσει η κατασκευή του ναού, που γνωρίζουμε έως σήμερα. Τη δεκαετία του ΄50, για προσωρινή χρήση, ο ναός στεγαζόταν σε μια ξύλινη κατασκευή, την επονομαζόμενη ως «Παράγκα», στο χώρο που βρίσκεται σήμερα το Ηρώο της πόλης μας, δίπλα στο αναψυκτήριο «ΦΡΟΥΡΙΟ» .

Λάρισα Υδροφόρος. Καρτ ποστάλ – φωτογραφία, του 1910 περίπου,  του φωτογράφου Στέφανου Στουρνάρα από τον Βόλο.

Απεικονίζει τη δεξιά όχθη του Πηνειού, στο ύψος όπου σήμερα στεγάζεται το Τεχνικό Επιμελητήριο. Στο κέντρο ένα άλογο είναι φορτωμένο με ασκούς και από τις δύο πλευρές της ράχης του. Ο ιδιοκτήτης του ζώου κρατώντας ένα μεγάλο μεταλλικό δοχείο γεμίζει με νερό του ποταμού τους ασκούς (σακιά), για να μεταφέρει το περιεχόμενό τους στην πόλη και να το πουλήσει.

Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας οι κάτοικοι της Λάρισας υδρεύονταν είτε από τα νεροπήγαδα που υπήρχαν σε ορισμένα σπίτια, είτε από δημόσιες κρήνες είτε από τον Πηνειό. Πιο τυχεροί οσοι κατοικούσαν στις παραποτάμιες συνοικίες γιατί το μετέφεραν, συνήθως, μόνοι τους με υδροδοχεία, ενώ οι συνοικίες στο εσωτερικό της πόλης το αγόραζαν από τους νερουλάδες, τους λεγόμενους και Σακατζήδες, προερχόμενη από την τούρκικη λέξη sakkaci.

Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά στην εφημερίδα ΕΛΛΑΣ (τεύχος 6, στις  6/1/1908) ο ανταποκριτής της εφημερίδας ονόματι Φρύνος [5] «συναντά κανείς πολύ συχνά, ιδίως τώρα, κατά τας ημέρας του χειμώνος, εις τας οδούς της Λαρίσσης, μερικούς ρακένδυτους. Σύρουν από του χαλινού άλογα ισχνά, ενώ ο θρους της βροχής και οι μονότονοι του ίππου κωδωνισμοί αναμιγνύονται με τον τριγμόν των συγκρουόμενων οδόντων των. Είναι οι ταλαίπωροι βιοπαλαισταί, οι κατά το Θεσσαλικό ιδίωμα ονομαζόμενοι Σακαντζήδες, οι οποίοι υδρεύουν την Λάρισσαν δια του αρχέγονου συστήματος δυο ιδιότροπων ασκών, οίτινες ενίοτε αποτελούν εστίας νόσων. Οι Σακαντζήδες λοιπόν ούτοι, ή καλιακούδες (κολιοί), κατερειπωμένα τινά εναπομείντα τεμένη και η συνήθης ερημιά των οδών αδικούν την κατά τα άλλα συμπαθεστάτην Λάρισσαν, διότι της προσδίδουν κάτι τι το Τούρκικον. Η κοινωνική κίνηση είνε χαλαρά, διότι δεν υπάρχει, είτε διότι δεν φαίνεται. Ήθελα να δώσω μια εικόνα της ζωής των δεσποινίδων της Λαρίσσης. Αλλά εδώ συχνότερα συναντώμαι με κομήτην, παρά με δεσποινίδα.»

Γέφυρα Πηνειού και στο βάθος ο Άγιος Αχίλλειος. Απεικονίζει τη δεξιά όχθη του Πηνειού, στο ύψος όπου σήμερα στεγάζεται το Τεχνικό Επιμελητήριο. Καρτ ποστάλ του Στ. Στουρνάρα (Βόλος), χρονολογία δεκαετία του 1910.

Οι σακάδες ή σκατζήδες είχαν ως επάγγελμα την τροφοδοσία της πόλης με καθαρό νερό. Όπως περιγράφει ο παλιός Δήμαρχος Μιχαήλ Σάπκας, χάρη στις ενέργειές του η Λάρισα έλυσε το πρόβλημα της ύδρευσης με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, αναφέρει τον τρόπο με τον οποίο υδρεύονταν η πόλης μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1920: «Η πόλις κτισμένη επί της δεξιάς όχθης του Πηνειού, επί Τουρκοκρατίας εξ αυτού υδρεύετο. Το ύδωρ μετεφέρετο υπό υδροφόρων, των λεγομένων σακατζήδων, εις ασκούς δερματίνους, τους λεγομένους σακάδες, χωρητικότητος εκάστου 35-40 οκάδων, φερομένους ως πλήρες φορτίον επί ίππων ανά δύο. Το ύδωρ ηντλείτο εκ της κοίτης του Πηνειού και ιδίως κατεβάλλετο προσπάθεια να λαμβάνεται εκ του κεντρικού ρεύματος του ποταμού. Κατόπιν οι δερμάτινοι ασκοί αντεκατεστάθησαν δια βυτίων, φερομένων επί τροχοφόρου βάσεως, συρομένων δι’ ίππων. Η άντλησις του ύδατος αντεκατεστάθη υπό πετρελαιοκινήτων αντλιών, τοποθετημένων εις τας όχθας, εις δεξαμενάς σιδηράς, αρκετής χωρητικότητος, και εξ αυτών ελάμβανον δια κρουνών τα βυτία το ύδωρ».

Θεσσαλία Πηνειός. Καρτ ποστάλ του Στέφ. Στουρνάρα (Βόλος) Νο 237, της περιόδου 1907-10.

Η λήψη της φωτογραφίας είναι περίπου στο σημείο κάτω από το σημερινό Κηποθέατρο,  ανάμεσα από το Αλκαζάρ και τη συνοικία Ταμπάκικα. Στη μέση του ποταμού υπήρχε μια ξέρα που οι κάτοικοι ονόμαζαν «νησάκι», η οποία δίχαζε σ΄εκείνο το σημείο το ποτάμι και ήταν ευμεγέθης γι αυτό το λόγο και της είχε αποδοθεί το προσωνύμιο «Νησάκι». Με τα έργα διευθέτησης της κοίτης και της ροής του Πηνειού το νησάκι ενσωματώθηκε στην παρόχθια κοίτη.

«Πανόραμα της Λαρίσσης». Απεικονίζει τη σημερινή συνοικία Ταμπάκικα, όπως ήταν γύρω στα 1902 και ο φωτογράφος είναι άγνωστος.

Τα Ταμπάκικα ή Ταμπαγλί  (των Βυρσοδεψείων) είναι καταγεγραμμένη ως αμιγώς μουσουλμανική κατά τον 15ο και 16ο αιώνα. Δεν είναι ξεκάθαρο το πότε ακριβώς εγκαταστάθηκαν χριστιανοί στο συνοικισμό, αλλά στις αρχές του 19ου αιώνα συγκαταλέγεται μεταξύ των έξι χριστιανικών συνοικιών της Λάρισας. Κύριο χαρακτηριστικό της συνοικίας είναι η στενή και άναρχη ρυμοτομία, που την ακολουθεί έως και σήμερα. Όπως είναι ευδιάκριτο και στη φωτογραφία ενώ στην πρώτη σειρά βρίσκονται στοιχισμένα τα βυρσοδεψεία με τα μεγάλα ανοίγματα, για το αέρισμα των δερμάτων, στην πίσω σειρά τα σπίτια και οι αυλές, λόγω της πυκνής δόμησης, μοιάζουν να αλληλεπικαλύπτονται από τις γειτονικές κατοικίες.

Η λήψη της φωτογραφίας έχει γίνει από το λόφο Ακροπόλεως, στο σημείο που βρίσκεται σήμερα το Ηρώο. Χαμηλά κάτω η γυμνή περιοχή αντιστοιχεί στη σημερινή οδό Γεωργιάδου, η οποία όπως φαίνεται καθαρά στη φωτογραφία, δεν ακολουθούσε τη σημερινή ευθεία πορεία, αλλά διακόπτονταν από διάφορα εμβόλιμα κτίσματα. Επάνω δεξιά, μόλις διακρίνεται ένα μεγάλο μέρος του ναού της Ζωοδόχου Πηγής. Στο βάθος ο Πηνειός φαίνεται να «αγκαλιάζει», στη βορεινή πλευρά, τη συνοικία σαν τοίχος προστασίας.

Η συνοικία Ταμπάκικα της Λάρισας και ο Ναός της Ζωοδόχου Πηγής. Ο χωματόδρομος μπροστά μας είναι η σημερινή Γεωργιάδου. Χρονολογία: αρχές της δεκαετίας του 1930.

Σύμφωνα με την παράδοση που είναι διάχυτη από πολλά χρόνια, το 1876 ο ιδιοκτήτης του χώρου όπου σήμερα υπάρχει ο ναός της Παναγίας θέλησε να κτίσει έναν ταμπαχανέ, δηλ. βυρσοδεψείο. Κατά την εκσκαφή για την κατασκευή των θεμελίων του, οι εργάτες κάποια στιγμή έφθασαν σε σημείο όπου το έδαφος ήταν υγρό και όσο η εκσκαφή προχωρούσε άρχισε να αναβλύζει νερό, μέσα από το οποίο φανερώθηκε ξαφνικά ένα εικόνισμα της Παναγίας. Στο σημείο αυτό κτίστηκε το 1877 ένα μικρό εκκλησάκι το οποίο, όπως αναφέρει ο Θεόδωρος Παλιούγκας, αναφέρεται ως «Παρεκκλήσιον Φανερωμένης» ή ως «Παρεκκλήσιον Ταμβάκικα».  Έπειτα από τρία χρόνια (1880), στη θέση του παρεκκλησίου άρχισε η ανοικοδόμηση του γνωστού προπολεμικού ναού της Ζωοδόχου Πηγής.  Μάλιστα ο μητροπολίτης Λαρίσης Νεόφυτος Πετρίδης απηύθυνε στο ποίμνιο της μητροπόλεως παραινετική επιστολή, με την οποία τους προέτρεπε να συμβάλλουν οικονομικά στην ταχύτερη αποπεράτωση του ναού. Όλοι οι πιστοί και κυρίως οι κάτοικοι της συνοικίας ανταποκρίθηκαν πρόθυμα στο κάλεσμα για την ανέγερση όχι μόνον οικονομικά, αλλά και με την προσφορά εθελοντικής εργασίας. Αρωγοί στην προσπάθεια αυτή ήλθαν και οι συντεχνίες των βυρσοδεψών, των σαμαράδων, των τσαρουχάδων και σανδαλοποιών που είχαν τα εργαστήριά τους στη συνοικία.

Εν τω μεταξύ ήλθε η στιγμή της απελευθέρωσης της Λάρισας από τους Τούρκους και επειδή αργούσε η ολοκλήρωση του ναού λόγω οικονομικών δυσχερειών, έγινε περιφορά της εικόνας και σε όμορες επισκοπές της μητροπόλεως Λαρίσης (Δημητριάδος, Πλαταμώνος, Γαρδικίου). Ο αρχικός ναός του 1880 διατηρήθηκε ακέραιος μέχρι τον μεγάλο σεισμό του 1941. Τότε κατέρρευσε το κομψό κωδωνοστάσιο και επηρεάσθηκε σημαντικά η ακεραιότητα της τοιχοποιίας.

Οι ζημιές στην τοιχοποιία επισκευάσθηκαν σύντομα,ενώ περίπου το 1950 κατασκευάσθηκε νότια του ναού νέο ψηλό τετραώροφο κωδωνοστάσιο. Ακολούθησαν διάφορες προσθήκες και κατασκευές στα πλάγια του ναού σε τέτοιο σημείο, ώστε εσωτερικά έδινε την εντύπωση πεντάκλιτης βασιλικής.
Όλες αυτές οι διορθωτικές παρεμβολές στη χωρητικότητα του ναού κράτησαν μέχρι το 1992. Τη χρονιά αυτή ο λαβωμένος από τον σεισμό ναός κατεδαφίσθηκε και στη θέση του ανοικοδομήθηκε ο σημερινός ναός. [6]

Μερική άποψη της συνοικίας Ταμπάκικα φωτογραφημένη από το λόφο Ακροπόλεως. Χρονολογία: 1958. Η φωτογραφία προέρχεται από τον αγαπητό φίλο και μέλος της Φωτοθήκης Λάρισας κ. Σπύρο Μπαρμπούτη.

Μια παρέα συμμαθητών  και φίλων φωτογραφίζονται στα σκαλάκια που οδηγούν στην οδό Γεωργιάδου, με φόντο τη συνοικία Ταμπάκικα στη Λάρισα.  Πρόκειται για τους (με τυχαία σειρά): Μπαρμπούτη Σπ., Ζιώτα Μ., Αλβίζο Αντ., Πασχαλίδη Κ., Πουλτσάκη Μ. & Γκαρέλη Γ. (με τυχαία σειρά).

Τμήμα της συνοικίας Ταμπάκικα και ο Μύλος του Παππά στη Λάρισα, περίπου το 1910. Από το αρχείο του Nicholson Museum. Φωτογράφος: William J Woodhouse.

Η λήψη της φωτογραφίας είναι από το λόφο Ακροπόλεως με κατεύθυνση την βρειοανατολική πλευρά της πόλης. Μπροστά μας είναι τμήμα της συνοικίας Ταμπάκικα, η σημερινή οδός Γεωργιάδου και στο βάθος η χαρακτηριστική κορυφή της Όσσας. Ήταν από τους πρώτους μύλους που χτίστηκαν στη Λάρισα μετά την απελευθέρωση της πόλης από τους Τούρκους το 1881. Δεξιά μας ο μιναρές που βλέπουμε πρέπει να ανήκει στο τζαμί του Ταμπακχανέ Μαχαλεσί, όπως το ονομάζει ο θεοδ. Παλιούγκας, και το τοποθετεί με «ασφάλεια» στη βορειοανατολική γωνία της συμβολής των οδών Γεωργιάδου & Διονύσου, ενώ κυριαρχεί στο μέσο της φωτογραφίας ο Μύλος του Παππά, πριν την πυρκαγιά του 1920 που προκάλεσε σημαντικές ζημιές στο κτίριο και στα μηχανήματά του.

«Υπάρχει, όμως, κάτι μεγάλο και τρανό και ογκώδες που άντεξε σ΄ αυτές τις αλλαγές. Άντεξε στο χρόνο. Τουλάχιστον εξωτερικά. Είναι σαν σήμα κατατεθέν της Λάρισας, σαν σήμερα κατατεθέν της συνοικίας στην οποία είναι χτισμένος. Ο «Μύλος του Παππά». Που παραμένει όρθιος, μοναδικός, τεράστιος στη θέση του, δεκάδες χρόνια. Συνώνυμος της συνοικίας που ανήκει. Λες «Μύλος του Παππά» κι εννοείς Ταμπάκικα. Λες Αμπελόκηποι και χρωματίζεις το «Μύλο» ανέφερε ο Νίκος Κύρκος. Και συνεχίζει «Σαν μια τεράστια κυψέλη ήταν το εσωτερικό του. Κι ο αυλόγυρος σειόταν από γέλια, κίνηση, φωνές, βρισιές, ζωτικότητα… Όλοι ήταν ζωηροί, όλοι γελαστοί και άσπροι, με τις οπλές των αλόγων και τις ρόδες των διπλόκαρων να καλοναρχούν στην πιάτσα. Θαρρούσες πως από κει έτρωγε ψωμί η μισή Λάρισα. Εκεί χτυπούσε η καρδιά της πόλης. Δέσποτας πραγματικός, δέσποζε της περιοχής ο Μύλος. Τίποτα σπουδαίο δεν υπήρχε γύρω του. Στη δυτική πλευρά χαμόσπιτα. Στην ανατολική χαντάκια, τριβόλια, βρομούσες, βούζια, ρίχια, σκουπίδια, ατάκτως ερριμένα. Ούτε ζευγαράκια δεν τολμούσαν να βγουν ραντεβού εκεί, φοβούμενα τις ερημιές και τα βαθιά σκοτάδια. Μακρύτερα μόνο το Νοσοκομείο κι ανάμεσα ο Πηνειός, που πότε σιωπηλός και πότε τρομερός, τραβούσε – και τραβάει – την αιώνια κατηφόρα για τα Τέμπη.» [7]

Οδός Γεωργιάδου, από τα ΚΤΕΛ προς την γέφυρα.  Φωτογραφία του Τάκη  Τλούπα, του 1960. Από την ιστοσελίδα της ΔΕΥΑΛ.

Τότε που η πόλη είχε ακόμη χωματόδρομους, που όταν έβρεχε, συχνό φαινόμενο τότε, μετατρέπονταν σε λασπόδρομους. Εκεί, στα αριστερά μας, πριν τα σημερινά ΚΤΕΛ, βρισκόταν το παλιό κλωστοϋφαντουργείο της πόλης. Σήμερα στο ισόγειο της πολυώροφης οικοδομής στεγάζεται στο ισόγειο του το υποκατάστημα γνωστής αλυσίδας πώλησης ηλεκτρονικών συσκευών. Ενώ λίγο πιο κάτω στα δεξιά μας συναντάμε το χώρο του «Μύλου του Παππά».

Λάρισα, Ατμόμυλος στον Πηνειό, επιχρωματισμένη καρτ ποστάλ του Στεφ. Στουρνάρα (Βόλος), No 233, αρχές του 1910.

Πρόκειται για την περιοχή κοντά στα Σφαγεία και ο Μύλος που φαίνεται είναι ο Μύλος του Τσιμπούκη στο σημείο που βρίσκεται σήμερα το κατάστημα «ΠΛΑΙΣΙΟ» στην οδό Γεωργιάδου. Στο βάθος αριστερά το Κουτλιμπάνειο Νοσοκομείο της πόλης.

Άποψη του Πηνειού με το νταλιάνι που υπήρχε προπολεμικά στην περιοχή των Σφαγείων της Λάρισας. του Λαρισαίου φωτογράφου Παντελή Γκίνη. Χρονολογία: περίπου 1935.

Μια άλλη αγαπημένη συνήθεια των Λαρισαίων στον Πηνειό ήταν το ψάρεμα. Το ποτάμι είχε πολλά και πολύ γλυκά ψάρια, τα σαζάνια και τους γουλιανούς. Ψάρευαν καθημερινά μικροί και μεγάλοι, άλλοι με βάρκες, άλλοι από τις όχθες, ενώ πολλοί έριχναν τα δίχτυα τους στα νταλιάνια, όπως το εικονιζόμενο, που ήταν φωλιές ψαριών κατάλληλες για αναπαραγωγή φτιαγμένες με ξύλα και πέτρες.
Αν παρατηρήσετε με προσοχή τη φωτογραφία θα δείτε τις δυο εκκλησίες, πάνω αριστερά τον Άγιο Αχίλλιο και δεξιά της Παναγίας στα Ταμπάκικα, ενώ ανάμεσα τους υψώνεται η καμινάδα από τον Μύλο του Τσιμπούκη. Ο μύλος του Παππά κρύβεται από τη δενδροστοιχία.

«Δημοτικά Σφαγεία Λαρίσης», όπως έγραφε και η παλιά ταμπέλα στην είσοδο του χώρου, στην οδό Αεροδρομίου. Χρονολογία: 12-9-1985. Φωτογράφος: Βαγγέλης Ρηγόπουλος, συνταξιούχος δημοσιογράφος και μέλος της Φωτοθήκης Λάρισας.

Στους εφήβους της δεκαετίας του ΄80 ο χώρος των «Σφαγείων» ήταν περισσότερο συνυφασμένος με το διπλανό γήπεδο μπάσκετ, παρά με το κτίριο. Τόπος συνάντησης μας σχεδόν καθημερινός τα καλοκαίρια.

Ο χώρος άρχισε να αλλάζει από τις αρχές του ’90 όταν τα εγκατεστημένα Σφαγεία, τα οποία εξυπηρετούσαν τις ανάγκες της περιοχής μέχρι το 1989, με απόφαση του Δημ. Συμβουλίου Λάρισας σταμάτησαν τη λειτουργίας τους, για λόγους δημόσιας υγείας. Το 1990 το κτίσμα ανακηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο διότι, όπως αναφέρεται στο πρακτικό της απόφασης, αποτελεί αξιόλογο δείγμα σιδηράς κατασκευής των αρχών του αιώνα μας, κατάλληλο για τη μελέτη της εξέλιξης της αρχιτεκτονικής στον τομέα αυτό . Συντηρήθηκε και εδώ και δυο δεκαετίες περίπου στεγάζει Δημοτικές Υπηρεσίες.

Ελπίζω να μην σας κούρασε το οδοιπορικό μας κατά μήκος του Πηνειού ποταμού και των παρόχθιων περιοχών, εξάλλου στις μέρες μας πολλοί Λαρισαίοι, περιπατητές και ποδηλάτες, κάνουν τακτικά αυτή τη διαδρομή, είτε για λόγους άθλησης, είτε αναψυχής. Ελπίζω την επόμενη φορά που θα ακολουθήσετε αυτή τη διαδρομή να σταματήσετε σε κάποια από τα σημεία που αναφέρθηκαν στη σημερινή δημοσίευση και να παρατηρήσετε, με την ματιά ενός «παλιού» Λαρισαίου, τις μεταβολές που έχουν γίνει στην πόλη μας. Να αναζητήσετε τα ψήγματα εκείνα που συνδέουν το παρελθόν με το σήμερα. Καλά αναζήτηση.

Το οδοιπορικό μας στην παλιά Λάρισα συνεχίζεται…

Οδοιπορικό στην παλιά Λάρισα Ι
Οδοιπορικό στην παλιά Λάρισα ΙΙ

Θωμάς Ζ. Κυριάκος
thomask.larissa@gmail.com
Μέλος  της Φωτοθήκης Λάρισας

[1] «Νοσταλγώντας την παλιά Λάρισα Ι – Το πάρκο Αλκαζάρ και η συνοικία του Πέρα Μαχαλά», LarissaPress 29/3/2020.

[2] Η Λάρισα από την απελευθέρωση μέχρι το 1950-Γεωργίου Ζιαζιά, κεφ. Μαχαλάδες-Εκκλησίες-Πηνειός

[3]Λάρισα-Μια εικόνα χίλιες λέξεις «Ο προπολεμικός ναός του Αγ. Αθανασίου» Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ 8/1/2014

[4] Days of Khaki. Mainland Greece and Crete. Francis Clive Lowe. Κεφ. 7 «Η ανατίναξη μιας γέφυρας»

[5] Εκείνη την εποχή τις περισσότερες φωτογραφίες τις έστελνε ο Ιπποκράτης Κουτσίνας και ο Σωκράτης Γκολφινόπουλος.

[6] Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα «Ο ναός της Παναγίας στα Ταμπάκικα» Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ 24/1/2015

[7] Γκρανκάσα – Νίκος Κύρκος. Στο ένθετο Reporter της εφημερίδας ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, 21/11/2004. Από το βιβλίο «Λάρισα – Μια πόλη στη λογοτεχνία» επιμ. Θωμά Ψύρρα

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2020

 


ΔΙΗΝΕΚΗΣ, Ο ΣΠΑΡΤΙΑΤΗΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΑΣ!
Ο Διηνέκης ήταν ένας από τους 300 Σπαρτιάτες που έλαβαν μέρος στη μάχη των Θερμοπυλών το 480 π.Χ. υπό τον βασιλιά Λεωνίδα.Έμεινε γνωστός εξαιτίας της απάντησης του «καλύτερα, θα πολεμήσουμε υπό σκιά», όταν κάποιος παρατήρησε ότι οι Πέρσες είναι τόσοι πολλοί ώστε τα βέλη τους θα σκέπαζαν τον ήλιο. Η φράση αυτή έμελλε να γίνει συνώνυμη της ανδρείας, της τόλμης και της περιφρόνησης του θανάτου, μιας και αυτός όταν έρχεται στο πεδίο της μάχης, τιμημένα, αποτελεί το ύψιστο ιδανικό κάποιου για τη χώρα - πόλη του. Μια έκφραση Πατριωτισμού.
Ο Ηρόδοτος μας πληροφορεί ότι την τρίτη και τελευταία μέρα της μάχης και αφού ο Λεωνίδας είχε πληγωθεί θανάσιμα, ο Διηνέκης μαζί με ορισμένους από τους συντρόφους του 4 φορές τράβηξαν το πτώμα του από τα χέρια των εχθρών μέχρις ότου πέθαναν όλοι τους από τον καταιγισμό βελών.
Το παράδοξο με τον Διηνέκη ήταν πως κανονικά δεν είχε το δικαίωμα να πολεμήσει στην μάχη των Θερμοπυλών, διότι έπρεπε βάσει του σπαρτιατικού νόμου να έχει τουλάχιστον ένα γιο για να συνεχίσει την γενιά του. Ο Διηνέκης αντίθετα είχε 4 κόρες, όμως μέσω της παρέμβασης μιας δούλης, που ισχυρίστηκε πως γέννησε το γιο του, του δόθηκε το δικαίωμα να λάβει μέρος στη μάχη.
Και τώρα,όποιος έχει διάθεση ας εντρυφήσει στις λεπτομέρειες....
Ήρθε η ώρα να γνωρίσουμε όλοι οι Έλληνες μία σπάνια και ηρωική μορφή, έναν "Άριστο" κατά τον Ηρόδοτο, ένα πρόσωπο που δεν το αναφέρει η Ιστορία που μαθαίνουν τα ελληνόπουλα, ενώ θα έπρεπε να το μαθαίνουν πρώτο.
Έχω πολλά στοιχεία να σας διηγηθώ για το Διηνέκη.Τόσα πολλά που δεν χωρούν σε μια απλή και σύντομη σημείωση.
Αρχικά θα ξεκινήσουμε την αφήγηση με τα ιστορικά στοιχεία πριν μπούμε σε λεπτομέρειες:
Ας δούμε τι αναφέρει ο Ηρόδοτος, ο πατέρας της ελληνικής Ιστορίας μαζί με τον Θουκιδίδη.
"Λακεδαιμονίων δὲ καὶ Θεσπιέων τοιούτων γενομένων ὅμως λέγεται ἀνὴρ ἄριστος γενέσθαι Σπαρτιήτης Διηνέκης· τὸν τόδε φασὶ εἰπεῖν τὸ ἔπος πρὶν ἢ συμμῖξαι σφέας τοῖσι Μήδοισι, πυθόμενον πρός τευ τῶν Τρηχινίων ὡς ἐπεὰν οἱ βάρβαροι ἀπίωσι τὰ τοξεύματα, τὸν ἥλιον ὑπὸ τοῦ πλήθεος τῶν ὀιστῶν ἀποκρύπτουσι· τοσοῦτο πλῆθος αὐτῶν εἶναι. (2) τὸν δὲ οὐκ ἐκπλαγέντα τούτοισι εἰπεῖν ἐν ἀλογίῃ ποιεύμενον τὸ Μήδων πλῆθος, ὡς πάντα σφι ἀγαθὰ ὁ Τρηχίνιος ξεῖνος ἀγγέλλοι, εἰ ἀποκρυπτόντων τῶν Μήδων τὸν ἥλιον ὑπὸ σκιῇ ἔσοιτο πρὸς αὐτοὺς ἡ μάχη καὶ οὐκ ἐν ἡλίῳ".( Ηροδότου Ιστορίαι, Βιβλίο 7, 226).
Απ΄όλους τους Σπαρτιάτες και τους Θεσπιείς που πολέμησαν τόσο ηρωικά, το πιο εκπληκτικό δείγμα θάρρους (Άριστος) δόθηκε από το Σπαρτιάτη Διηνέκη.Λέγεται ότι πριν από τη μάχη, ένας ντόπιος από την Τραχίνα (Σπαρτιατική αποικία στη Φθιώτιδα - σήμερα σταθμός τραίνου στην ορεινή περιοχή της Οίτης πριν το Λιανοκλάδι),είπε στο Διηνέκη πως, όταν οι Πέρσες θα τοξεύσουν και θα ρίξουν τα βέλη τους,θα είναι τόσα πολλά που θα κρύψουν τον ήλιο!(2). Ο Διηνέκης τότε, εντελώς ατάραχος από το αλόγιστο πλήθος των βαρβάρων (1,7 εκατομμύρια στρατός και βοηθητικοί),απάντησε στον Τραχίνιο πως η είδηση που του φέρνει αυτός ο ξένος είναι πολύ ευχάριστη,αφού αν οι Πέρσες έκρυβαν τον ήλιο στη μάχη, τόσο το καλύτερο διότι θα πολεμούσαν στη σκιά.
Ποιος ήταν αυτός ο άνδρας που αναφέρεται ο μοναδικός Άριστος με συγκεκριμένο όνομα από ένα ιστορικό; Γιατί αποκρύφτηκε η ιστορία του και δεν συμπεριελήφθη σε μια ιστορική αφήγηση για παιδιά και μεγάλους,αφού ήταν τόσο σημαντική η παρουσία του στη μάχη των Θερμοπυλών;
Ο Διηνέκης γεννήθηκε στην Σπάρτη , επί βασιλείας Κλεομένη του πρώτου .Σαν γόνος αμιγώς Σπαρτιατικής οικογένειας ακολούθησε κι αυτός τον δρόμο που δίδαξε στους Σπαρτιάτες ο Λυκούργος με την Μεγάλη Ρήτρα και στα επτά του χρόνια ήταν μέλος της Αγωγής . Στα 18 του ήταν πλέον Όμοιος , και θα ήταν άγνωστος σε εμάς, ένας Σπαρτιάτης ανάμεσα σε πολλούς αν δεν τον ανέφερε ο ιστορικός Ηρόδοτος.
Ο Διηνέκης , ακολουθώντας πάντα τις επιταγές της Σπάρτης , κοιμόταν στις συστοιχίες κι έτρωγε στα κοινά φειδίτια ή φιλίτια (συσίτια) στα οποία για να είναι μέλος , όπως όλοι οι Όμοιοι προσέφερε ένα μέδιμνο κριθάρι, οκτώ χοές οίνου, πέντε μνάες τυρί και μισή μνα σύκα. Παντρεύτηκε , όπως συνηθιζόταν, πριν τα 30 του χρόνια κι έκανε τέσσερις κόρες . Ήταν πάντα χαμηλών τόνων και χωρίς να διαπρέπει σε προσωπικό επίπεδο κατάφερε να είναι ένας από τους πλέον σεβαστούς Σπαρτιάτες. Όταν του πρότειναν να γίνει μέλος των 300 ιππέων (τιμητικό άγημα που συνόδευε το βασιλιά της Σπάρτης σε όλες τις μάχες και απαρτίζονταν από εκλεκτούς αξιωματικούς και Ολυμπιονίκες όπως ο Πολύνεικος) αυτός αρνήθηκε. Αρκέστηκε να διοικεί μια "ενωμοτία" δηλαδή ήταν "ενωμοτάρχης" και διοικούσε ένα σώμα 36 εκλεκτών ανδρών που συνήθως πλαγιοκοπούσε τον εχθρό και άνοιγε ρήγματα στη διάταξη της φάλαγγας τους.
Όταν λοιπόν του προτάθηκε από τη γερουσία (5 Έφοροι) και το συμβούλιο των εκλεκτών 300 ιππέων, Ολυμπιονικών και διακεκριμένων με παράσημα ανδρείας αξιωματικών να μπει στο Σώμα,αυτός αρνήθηκε ευγενικά λέγοντας:" Αφήστε με εδώ που είμαι! Εγώ μέχρι το 36 ξέρω να μετράω! Από κει και δώθε..ζαλίζομαι!"
Έχουν μείνει "ιστορικές" οι καθημερινές του φράσεις για πολλά θέματα,ενώ πάντα τον διέκρινε μια απλότητα, δυνατό και καυστικό χιούμορ,αλλά και δύναμη σοφίας στο λόγο του.
Κάποτε στη Ρόδο που είχε επισκεφτεί ως μέλος των Σπαρτιατών Πρέσβεων, σε μια προσπάθεια ένωσης των ελληνικών Δυνάμεων ξηράς και θαλάσσης προ της επικείμενης επέλασης του Ξέρξη, συνάντησε απόσπασμα του αυτοκρατορικού Στόλου των Περσών υπό ένα Αιγύπτιο αρχηγό της ναυτικής μοίρας,ονόματι Ψαμίτυχο.Αντάλλαξαν πληροφορίες και δώρα,ενώ ο Αυγύπτιος τον ρώτησε γιατί οι Σπαρτιάτες έχουν τόσο μακριά μαλλιά (κώμη). Ο Διηνέκης τότε του είπε:
"Διότι, κανένα άλλο στολίδι (εκτός από την κώμη) δεν κάνει έναν ωραίο άντρα ωραιότερο και έναν άσχημο άνδρα... τρομακτικότερο!!! Άσε που είναι και..τζάμπα"!!!
Ήταν έμπειρος εκπαιδευτής των νέων ηλικίας 7 ως 18, (όσο κρατούσε η Αγωγή) πριν εκείνοι ενταχθούν και πάρουν ασπίδα και δόρυ στην τιμητική θέση των ανδρών πολεμιστών με τον κόκκινο μανδύα και όλη την πολεμική εξάρτηση,σε ένα ΕΙΔΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ που εκπαίδευαν οι Σπαρτιάτες τους νέους,που μαζί με όλα τα σκληρά γυμνάσια και τις τακτικές της ανοιχτής μάχης σώμα με σώμα, τους έδιωχναν το ΦΟΒΟ.
Το πρόγραμμα αυτό είχε κατασκευαστεί με αξεπέραστη τεχνική και κατάρτηση ακόμη και για σημερινά δεδομένα, με ιατρικά στοιχεία,ψυχολογικά και ανθρωπολογικά επιστημονικά κριτήρια. Η πειθαρχία του φόβου επικεντρώνονταν σε 28 ασκήσεις που αφορούν το ανθρώπινο νευρικό σύστημα.Τα πέντε κυριότερα είναι τα γόνατα και οι κνήμες,οι πνεύμονες και η καρδιά,τα πλευρά και τα σπλάχνα,το κάτω μέρος της πλάτης και η ζώνη των ώμων,αλλά κυρίως οι τραπεζοειδείς μύες που ενώνουν τον ώμο με τον αυχένα.
Ένα δευτερεύον τμήμα για το οποίο οι Λακεδεμόνιοι είχαν άλλες δώδεκα ασκήσεις ήταν το ΠΡΟΣΩΠΟ.Συγκεκριμένα οι μύες της κάτω σιαγόνας,του λαιμού και οι 4 οφθαλμικοί σφιγκτήρες,γύρω από την κόγχη του ματιού. Αυτές οι ενώσεις αποκαλούνταν από τους Σπαρτιάτες "ΦΟΒΟΣΥΝΑΚΤΗΡΕΣ" ή αποταμιευτές του φόβου,εκεί επικεντρόνωνταν κι εκεί εκπαίδευαν τους νέους πολεμιστές. Αυτό διότι,ο φόβος γεννιέται στο σώμα κι εκεί έπρεπε να καταπολεμηθεί.Αν η σάρκα "καταληφθεί" από τον οποιονδήποτε φόβο,τότε αρχίζει ο "ΦΟΒΟΚΥΚΛΟΣ" που τρέφεται από τον εαυτό του πολλαπλασιαστικά με αριθμητική πρόοδο, ενώ μετατρέπεται αυτόματα σε μια ΦΥΓΗ ΤΡΟΜΟΥ,με απρόβλεπτες και καταστροφικές συνέπειες (πανικός).
Οι Σπαρτιάτες είχαν την εξής ΑΡΧΗ:
" Βάλε το σώμα σου σε κατάσταση ΑΦΟΒΙΑΣ και το μυαλό απλά θ΄ακολουθήσει"!!!
Αυτός είναι και ο λόγος που οι 300 του Λεωνίδα έμειναν στην Ιστορία ως αξεπέραστο παράδειγμα αφοβίας. Πολύ απλά, δεν ένιωσαν ίχνος φόβου.Έβλεπαν τον Πόλεμο ως μία "εργασία" που έπρεπε να φέρουν εις πέρας και αστειεύονταν ακόμη και την ώρα που έκοβαν τα κεφάλια των αντιπάλων, με τα δόρατα και τα ξίφη τους (βελόνες μανταρίσματος, όπως τα αποκαλούσαν αστειευόμενοι).
Στην ερώτηση που έκαναν στο Διηνέκη μια φορά οι παίδες:
- Σε τι διαφέρουν ένας Σπαρτιάτης βασιλιάς κι ένας μεσαίος Σπαρτιάτης οπλίτης, αυτός απάντησε:
- Ο Βασιλιάς κοιμάται σε κείνη τη βρομότρυπα εκεί κάτω, ενώ εμείς κοιμόμαστε σ΄αυτή το βρομότρυπα εδώ πέρα!
Σαφώς και δεν υπήρχαν διαφορές στη μάχη, όπου ο Βασιλιάς και Αρχηγός των μαχητών ήταν στην πρώτη γραμμή,ίσος μεταξύ ίων και όχι σε θρόνους εκ του μακρόθεν, όπως σήμερα,ή τότε ο Ξέρξης.
Τον Αύγουστο του 480 π.χ. η ζωή του έμελλε να αλλάξει . Ο Ξέρξης με 1,7 εκατομμύρια Πέρσες , συνεχίζοντας μια προσπάθεια που ο πατέρας του Δαρείος ξεκίνησε 10 χρόνια νωρίτερα, (νικήθηκε στο Μαραθώνα από τους Αθηναίους) κατευθύνθηκε εναντίον της Ελλάδας . Ο τότε βασιλιάς της Σπάρτης , και γνωστός σε όλους , Λεωνίδας , αποφάσισε να στείλει ένα απόσπασμα αποτελούμενο από 300 όμοιους , 150 από τους καλύτερους κι 150 νέους , στις Θερμοπύλες για να ενισχύσει το κοινό αίσθημα της άμυνας υπέρ Ελλάδος κυρίως, μιας και γνώριζε πως κανείς από αυτούς δεν θα επέστρεφε. Σημαντικό ρόλο στην απόφαση αυτή ήταν ο χρησμός του μαντείου των Δελφών που έλεγε πως για να μείνει ανέπαφη η Σπάρτη έπρεπε να χάσει ένα Βασιλιά της.(Πράγμα που έγινε, ο Λεωνίδας έπεσε ηρωικά με τους 300 και η Σπάρτη δε γνώρισε ποτέ εισβολή). Αποφάσισε τότε πως και οι 300 όμοιοι που θα έπαιρναν μέρος θα έπρεπε να έχουν απόγονο , θα έπρεπε να έχουν τουλάχιστον έναν γιο που θα συνέχιζε το οικογενειακό δέντρο του κάθε ενός από τους 300, αφού όλοι το ήξεραν πως ο δρόμος για τις Θερμοπύλες ήταν χωρίς επιστροφή.
"Μόθακας" στην αρχαία Σπάρτη ήταν εκείνος που δεν μπορούσε να είναι όμοιος , συνήθως ήταν παιδιά από την ένωση ενός Σπαρτιάτη και μίας ξένης ή κάποιας από την τάξη των ειλώτων. Έναν τέτοιο γιο υιοθέτησε ο Διηνέκης , μιας και δεν είχε δικό του γιο , την ύστατη ώρα για να είναι ένας από τους 300, ξέροντας πως πηγαίνει σε βέβαιο θάνατο.(Σύζυγος του Διηνέκη ήταν η φημιστή για την ομορφιά της η δέσποινα Αρέτη,γυναία του αδελφού του Ιατροκλή που σκοτώθηκε στη μάχη της Πελλάνας. Ο αδελφός του είχε ζητήσει με όρκο να την παντρευτεί ο Διηνέκης, άν ο ίδιος σκοτώνονταν στον πόλεμο, πράγμα που ο Διηνέκης σεβάστηκε και τήρησε κατά γράμμα).
- «Παραδοθείτε Σπαρτιάτες» είπε ο απεσταλμένος του Ξέρξη από την Τραχίνα , σε μια τελευταία προσπάθεια να αποτρέψει την μάχη … «Χαζοί Σπαρτιάτες, όταν οι Πέρσες τοξότες ρίξουν τα βέλη τους ο ήλιος θα κρυφτεί, τόσοι πολλοί είναι» συνέχισε ο Τραχίνιος.
-« Καλύτερα, γιατί τότε θα πολεμήσουμε υπό σκιά» απάντησε καυστικά και με Σπαρτιάτικο χιούμορ ο Διηνέκης.
Αυτή η απάντηση του Διηνέκη έχει μείνει στην ιστορία και την ξέρετε όλοι , όπως κι όλοι ξέρετε την συνέχεια της ιστορίας , την μάχη των Θερμοπυλών , την θυσία των Σπαρτιατών . Πιθανόν να ξέρετε πως ο Διηνέκης μισοπεθαμένος πάλεψε πάνω από το κορμί του νεκρού Βασιλιά του και το κέρδισε τέσσερις φορές πριν ξεψυχίσει.
Είχε προηγηθεί η επίσημη πρεσβεία του Ξέρξη που ζήτησε την παράδοση των όπλων από τον Λεωνίδα. Να παραδώσουν τα όπλα και να φύγουν. Ο Ξέρξης τους χάριζε τη ζωή,αφού δεν είχε καιρό για χάσιμο.(Στόχος του ήταν να καταστρέψει και να κάψει την Αθήνα και τους Αθηναίους που ατίμασαν τη φήμη του πατέρα του Δαρείου).
Η απάντηση του Λεωνίδα ήταν"Λακωνική" απέριττη και γεμάτη νόημα:
- "Μολών λαβέ"! (Έλα να τα πάρεις από τα χέρια μας).
Η απάντηση αυτή εξόργισε τον Πέρση Μονάρχη τόσο που την θεώρησε "ασέβεια" προσωπική. Ήταν η αιτία που μετά τη Μάχη ζήτησε το νεκρό κουφάρι του Λεωνίδα το οποίο αποκεφάλισε, παλούκωσε το κεφάλι σ΄ένα πάσαλο,ατίμασε και σταύρωσε το νεκρό σώμα σ΄ένα ξερό δέντρο, αντί να σεβαστεί και να το παραδώσει προς ταφήν, όπως όριζαν οι νόμοι της εποχής.(Ένα περισσότερο διότι ο Λεωνίδας ήταν και βασιλιάς). Σαφώς και η απερισκεψία, η βλακεία του Πέρση Μονάρχη ήταν αξεπέραστη αφού ένα χρόνο νωρίτερα κι ενώ στα στενά της Χεσονήσου του Άθω κυριαρχούσε θαλασσοταραχή,βυθίζοντας τα πλοία που επιχειρούσαν διέλευση,διέταξε να μαστιγωθεί η θάλασσα από το τμήμα ραβδούχων και μαστιγωτών, με χίλια μαστιγώματα, προς γνώσιν και συμμόρφωσιν!!! Ο Ξέρξης ήταν επαρμένος στο έπακρο και ασεβής.
Λίγοι από εσάς θα ξέρουν πως ο Διηνέκης είναι ο πρώτος άνθρωπος που χαρακτηρίστηκε Άριστος από κάποιον ιστορικό ( Ηρόδοτο ) κι αυτό δεν πέρασε καν στην επίσημη διδακτέα ύλη της Ιστορίας.Γιατί άραγε;
Μέχρι τότε το Άριστο δεν είχε μορφή , ήταν το απρόσιτο για ανθρώπινα δεδομένα, το ιδεατό!!!
Και καλά οι ξένοι. Αμ οι δικοί μας χρυσοπληρωμένοι "κηφήνες" του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου; Δεν έπρεπε να το αναφέρουν ως το λαμπρότερο Κοσμοϊστορικό γεγονός με αξεπέραστα και διαχρονικά μυνήματα ανδρείας προς τους Νέους;
«Ποιό είναι το αντίθετο του φόβου;» ρώτησε ο Διηνέκης ως ενωμοτάρχης , ως διοικητής 36 αντρών. Όσοι έχετε διαβάσει τις Πύλες τις φωτιάς του Steven Pressfield θα ξέρετε την απάντηση ήδη,ή την φαντάζεστε. Στην καρδιά του ατρόμητου αυτού πολεμιστή, του Άνδρα με το άλφα Κεφαλαίο,ποτέ δεν έλειψε η ΑΓΑΠΗ και ο ΕΡΩΤΑΣ που καθοδηγούσαν τη ζωή και το ΕΡΓΟ του.
Ο Διηνέκης έμεινε γνωστός εξαιτίας της απάντησης του «καλύτερα, θα πολεμήσουμε υπό σκιά». Η φράση αυτή έμελλε να γίνει συνώνυμη της ανδρείας, της τόλμης και της περιφρόνησης του θανάτου, μιας και αυτός όταν έρχεται στο πεδίο της μάχης, τιμημένα, αποτελεί το ύψιστο ιδανικό κάποιου για τη χώρα - πόλη του.
Ο Ηρόδοτος μας πληροφορεί ότι την τρίτη και τελευταία μέρα της μάχης και αφού ο Λεωνίδας είχε πληγωθεί θανάσιμα, ο Διηνέκης μαζί με ορισμένους από τους συντρόφους του 4 φορές τράβηξαν το πτώμα του από τα χέρια των εχθρών μέχρις ότου πέθαναν όλοι τους από τον καταιγισμό βελών.
Τη συνέχεια τη γνωρίζετε όλοι. Οι Βάρβαροι διάβηκαν τα Στενά, αφού άφησαν πάνω από 10.000 νεκρούς, πολλούς από το τάγμα των Αθανάτων(προσωπική φρουρά του Ξέρξη) και δύο συγγενείς εξ αίματος του Βασιλιά τους.
Στη Σαλαμίνα έμελλε να γραφτεί το τέλος τους και ο υγρός τους τάφος.
Ντροπιασμένος ο Ξέρξης και απαρηγόρητος πήρε το μάθημά του και επέστρεψε στην Πατρίδα του,χωρίς να πραγματοποιήσει τον πρωταρχικό και στρατηγικό του στόχο, να προσθέσει δηλαδή την Ευρώπη και την Ελλάδα που την ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΗΚΕ, στον ατέλειωτο κατάλογο των επαρχιών του, που αποτελούσαν το αχανές Περσικό Κράτος του Δαρείου, του Κύρου και των προγόνων τους.(Δύο φορές οι Έλληνες σταμάτησαν με την Ανδρεία και το θάρρος τους, με το ίδιο τους το Αίμα την επέλαση των απολίτιστων Βαρβάρων της Ανατολής που στόχο είχε να υποτάξει την Ευρώπη ολάκερη. Τον Αύγουστο του 480 π.Χ από τους Πέρσες και το 1821 όπου τα σύνορα της αχανούς Οθωμανικής αυτοκρατορίας έφτασαν μέχρι την Αυστρο-Ουγγαρία. Αν πέρναγαν οι Βάρβαροι σήμερα δεν θα υπήρχε η Ευρώπη να μας κουνά απειλητικά το δάχτυλο, πράγμα που οι ευρω-πέη ηγέτες γνωρίζουν αλλά προκλητικά αποσιωπούν).
Το παράδοξο με τον Διηνέκη ήταν πως κανονικά δεν είχε το δικαίωμα να πολεμήσει στην μάχη των Θερμοπυλών, διότι έπρεπε βάσει του Σπαρτιατικού Νόμου του Λυκούργου, να έχει τουλάχιστον ένα γιο για να συνεχίσει την γενιά του. Ο Διηνέκης αντίθετα είχε 4 κόρες, όμως μέσω της παρέμβασης της συζύγου του Αρέτης, ισχυρίστηκε πως μια δούλη γέννησε το γιο του Ιδιοτυχίδη κι έτσι του δόθηκε το δικαίωμα να λάβει μέρος στη μάχη. Η ίδια η Αρέτη που τον λάτρευε, πριν ακόμη γνωρίσει τον αδελφό του και πρώτο της σύζυγο Ιατροκλή, (ο πατέρας της αυτόν διάλεξε ως σύζυγο και ο Ιατροκλής τη ζήτησε από τα 13 της χρόνια),αυτή φρόντισε να μην του στερήσει τη χαρά της δόξας, να πολεμήσει και να πεθάνει σαν δαφνοστεφανωμένος ήρωας.
"Οι θεοί πάνε πάντα ένα βήμα μπροστά από μας" ε'ιπε η Αρέτη. " Μας κάνουν ν΄αγαπήσουμε αυτόν που δεν πρέπει κι ύστερα μας στερούν αυτόν που θέλει η καρδιά μας".
"Σκοτώνουν αυτούς που πρέπει να ζήσουν και χαρίζουν τη ζωή σ΄αυτούς που αξίζει να πεθάνουν".
" Το γιατί, το γνωρίζουν μόνο αυτοί".
" Οι γυναίκες των άλλων πόλεων θαυμάζουν τις Σπαρτιάτισσες. Πώς μπορούν, σκέφτονται, να στέκονται στητές και αδάκρυτες, όταν τους φέρνουν τα τσακισμένα κορμιά των ανδρών τους ή των παιδιών τους να ταφούν στην πατρίδα ή ακόμα χειρότερα, όταν τους θάβουν σε ξένη γη,χωρίς να έχουν τίποτα δικό τους, έξω από την ψυχρή μνήμη, να σφίξουν πάνω στην καρδιά τους; Αυτές οι γυναίκες νομίζουν πως είμαστε από σκληρό υλικό ή μήπως νομίζουν πως αγαπάμε τους άντρες μας λιγότερο από αυτές; Ότι οι καρδιές μας είναι φτιαγμένες από πέτρα ή ατσάλι; Μήπως φαντάζονται ότι η θλίψη μας είναι λιγότερη επειδή την κρύβουμε μέσα στα σπλάχνα μας;"
"ΟΙ ΑΛΛΕΣ ΠΟΛΕΙΣ ΦΤΙΑΧΝΟΥΝ ΜΝΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΗ. Η ΣΠΑΡΤΗ, ΑΝΤΡΕΣ!!!!"
Αυτές ήταν οι σκέψεις που εκμηστηρεύτηκε η δέσποινα Αρέτη, η ατρόμητη Σπαρτιάτισσα που αδάκρυτη χαιρέτησε τον Άνδρα που αγάπησε και τίμησε σ΄όλη της τη ζωή,το Διηνέκη, λίγο πριν αυτός πάρει το δρόμο των Θερμοπυλών. Ένα δρόμο που όλοι γνώριζαν πως ήταν δίχως επιστρτοφή.
Ο Διηνέκης ήταν ένας από τους γενναιότερους και πιο διακεκριμένους Σπαρτιάτες, γνωστός για τη μεγάλη του εμπειρία, αφού είχε πολεμήσει σε πάρα πολλές μάχες. Ήταν αγαπητός στο Λεωνίδα και υπάρχουν αποσπάσματα που τους παρουσιάζουν να γευματίζουν μαζί.Είναι ο άνδρας που την πέμπτη ημέρα της Μάχης μπήκε στη σκηνή του Ξέρξη μαζί με τον Αλέξανδρο και τον Ολυμπιονίκη Πολύνεικο και λίγο έλλειψε να αποκεφαλίσουν τον ίδιο τον Ξέρξη στη σκηνή του.
Είναι σχετικά άσημο πρόσωπο, αφού δεν αναφέρεται σε πολλά βιβλία. Παρόλ' αυτά, είναι άξιος θαυμασμού για την ανδρεία του και την αποφασιστικότητα του:
Συμβολίζει τον μέσο Σπαρτιάτη που με την αυταπάρνησή του θυσιάζει τη ζωή του στο πεδίο της μάχης με σκοπό την αιώνια δόξα και την ελευθερία της πατρίδας του.
Ο Διηνέκης πέρασε στην Ιστορία και στην καρδιά μας. Μπορεί τα βιβλία να μην τον αναφέρουν. Τα γονίδια τα δικά μας όμως, όπως κουβαλούν όλες τις ιστορικές μνήμες αναλλοίωτες στο διάβα των χρόνων, έτσι θυμόμαστε και μνημονεύουμε αυτόν τον Άνδρα με σεβασμό και ευγνωμοσύνη,2.500 χρόνια μετά και πάντα, στους Αιώνες των Αιώνων.
Μαζί του το Λεωνίδα και όλους τους 300 που αποτελούν ύψιστο ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ για τους νέους κι εμάς τους μεγαλύτερους.
Μνημονεύω εδώ εκτός από το Λεωνίδα και το Διηνέκη τους Ολυμπιονίκες αδελφούς Αλφεό και Μάρωνα παιδιά του Ορσιφάντου που διέπρεψαν στο πεδίο της Μάχης με τα Αριστεία Ανδρείας. (Ήταν αυτοί που μαζί με το Διηνέκη έφτασαν νύχτα στη σκηνή του Ξέρξη και παρά λίγο να του έπαιρναν το κεφάλι αν δεν πρόφταινε ο Μαρδόνιος και ο Ορόντης, αρχηγός των Αθανάτων, να αποτρέψουν το μοιραίο).
Επίσης θα ήταν αδόκιμο να μην αναφέρω την Ανδρεία των 700 Θεσπιέων και την αίσθηση της Ελευθερίας της Βούλησης που τους διέκρινε.Αφού ο Λεωνίδας τους "έδιωξε" από το πεδίο της Μάχης με το σκεπτικό να φανούν πιο χρήσιμοι στην εξέλιξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων, εκείνοι αρνήθηκαν και παρέμειναν στο πλευρό του έχοντας απόλυτα τη γνώση του θανάσιμου κινδύνου και του θανάτου που τους περίμενε.Σχεδόν κανείς δεν αναφέρει τίποτα για τους Θεσπιείς και την παράτολμη ηθελημένη τους απόφαση. Κανείς δεν ξέρει ποιος ήταν ο επικεφαλής τους. Γνωρίζουμε μόνο πως στη Μάχη διέπρεψε και διακρίθηκε ο Διθύραμβος, ο γιος του Αρματίδη.
Τέλος οι αρχαίοι μας πρόγονοι πίστευαν πως:
ΜΟΝΟ ΟΙ ΘΕΟΙ ΚΑΙ ΗΡΩΕΣ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΓΕΝΝΑΙΟΙ ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥΣ.
Φαίνεται αγαπητοί μου πως μερικοί Άνδρες όπως ο Διηνέκης άγγιξαν και τις δύο έννοιες, αφού ότι κατάφεραν δεν το έπραξαν με τα λόγια ή τη φαντασία τους μέσα στη μοναχικότητά τους, αλλά σ΄ένα πραγματικό κοσμοϊστορικό γεγονός μαζί με τους συντρόφους τους, που άλλο τέτοιο παρόμοιο δεν έχει επιδείξει η Παγκόσμια Ιστορία.
Λευτερώθηκαν και λευτέρωσαν πρώτα το Σώμα τους, ύστερα την Ψυχή τους κι απομείναμε μεις οι σύγχρονοι "επαίτες", γιοι και κόρες δικές τους, με μια άσβεστη μνήμη στο Νου μας, με μια γλυκειά τρεμούλα στην καρδιά μας και μια φωτεινή Σκέψη:
-Διώξτε το φόβο και τον πανικό από την καρδιά σας Έλληνες!!!, θα έλεγε σήμερα ο Διηνέκης.
Σαν σημάνει το σήμαντρο της Λύτρωσης από τα δεσμά μας,
Κι εμείς θα λευτερωθούμε Αδέρφια κι αδερφές μου!
Σχόλια που γράφτηκαν από ένα άγνωστό μου Συνέλληνα,τον Δημήτρη Μαντέ,τον Αύγουστο του 2012.

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Η οδός Μεγ. Αλεξάνδρου


Η οδός Μεγ. Αλεξάνδρου φωτογραφημένη από τη διασταύρωσή της με την Κύπρου. Επιστολικό  δελτάριο με φωτογραφία του Μίμη Γεντέκου. Περίπου 1950. Αρχείο Φωτοθήκης ΛάρισαςΗ οδός Μεγ. Αλεξάνδρου φωτογραφημένη από τη διασταύρωσή της με την Κύπρου. Επιστολικό δελτάριο με φωτογραφία του Μίμη Γεντέκου. Περίπου 1950. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας

Η οδός Μεγ. Αλεξάνδρου, η οποία απεικονίζεται στη σημερινή μας φωτογραφία, είναι από τους λίγους μεγάλους και κεντρικούς δρόμους της Λάρισας, ο οποίος δεν άλλαξε ονομασία από τη στιγμή της πρώτης ονοματοθεσίας της, που έγινε λίγα χρόνια μετά την απελευθέρωσή της το 1881, όταν άρχισε να εφαρμόζεται το πολεοδομικό σχέδιο της πόλης.

Η λήψη της φωτογραφίας έγινε από τη διασταύρωση της οδού Μεγ. Αλεξάνδρου με κατεύθυνση προς νότον. Είναι ευκρινής η πορεία της μέχρι την οδό Κούμα, από το σημείο όμως αυτό και μετά ο δρόμος στενεύει, όπως και σήμερα, παρεμβάλλονται εν τω μεταξύ στη φωτογραφία ένα αυτοκίνητο, μια άμαξα και οι φυλλωσιές των δένδρων και οι λεπτομέρειες του δρόμου σε ορισμένα σημεία είναι δυσδιάκριτες.
Η φωτογραφία αυτή είναι εκτυπωμένη σε επιστολικό δελτάριο, στο οποίο αναγράφεται η τοποθεσία «Λάρισα - Οδός Μεγ. Αλεξάνδρου» και ο εκδότης «Φωτο - ΓΕΝ». Ανήκει σε μια σειρά καρτών τα οποία κυκλοφόρησαν στη Λάρισα από τον καθηγητή των Τεχνικών στη Μέση Εκπαίδευση, φωτογράφο, ζωγράφο και γλύπτη Μίμη Γεντέκο (1905-1998)[1]. Η δημοσιευόμενη εικόνα υπάγεται σε μια σειρά επιστολικών δελταρίων, τα οποία κυκλοφόρησαν στη Λάρισα από τον καθηγητή των Τεχνικών, φωτογράφο, ζωγράφο και γλύπτη Μίμη Γεντέκο. Η σειρά αυτή καρτών υπογραφόταν συνήθως με την επωνυμία ΦΩΤΟ-ΓΕΝ, είναι όλες μεταπολεμικές και αισθητικά μέτριες. Δεν γνωρίζουμε τον αριθμό τους, αλλά η Φωτοθήκη Λάρισας ερευνά όλα τα επιστολικά δελτάρια που έχει εκδώσει για την πόλη μας και προτίθεται να δημοσιοποιήσει κατάλογό τους.
Η λήψη της φωτογραφίας έγινε απόγευμα καλοκαιριού και δεξιά διακρίνεται η ανατολική πλευρά της πλατείας, όπου σταθμεύουν τα ταξί, όπως και σήμερα. Αριστερά απεικονίζεται ένα μεγάλο μέρος από το ξενοδοχείο «Ολύμπιον», ένα ιστορικό ξενοδοχείο της Λάρισας το οποίο κτίστηκε το 1936, στη θέση του παλιού ξενοδοχείου «Κεντρικόν» και μερικών μικρών γειτονικών καταστημάτων ιδιοκτησίας του Ανδρέα Κουτσίνα. Είναι τριώροφο οικοδόμημα κατασκευασμένο ολόκληρο από οπλισμένο σκυρόδεμα (μπετόν αρμέ), γι’ αυτό και ο μεγάλος σεισμός του 1941 δεν επέφερε στο κτίριο σημαντικές βλάβες. Σαν κτίσμα είναι το μοναδικό προπολεμικό κτίριο, το οποίο διασώζεται μέχρι σήμερα από όλα τα άλλα όμορφα οικοδομήματα τα οποία περιτριγύριζαν την Κεντρική πλατεία. Οι δύο όροφοι στέγασαν το ξενοδοχείο «Ολύμπιον» με διευθυντή τον Γεώργιο Γάκο. Για την εποχή του ήταν το πολυτελέστερο ξενοδοχείο στη Λάρισα, πριν ανεγερθούν οι νέες σύγχρονες ξενοδοχειακές μονάδες στην πόλη. Τον Απρίλιο του 1939, το νεότευκτο ξενοδοχείο επιτάχθηκε ολόκληρο από τον Ιωάννη Μεταξά για να φιλοξενήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα τον βασιλιά της Αλβανίας Αχμέτ Ζώγου, τον οποίο είχε καθαιρέσει και εξορίσει ο Μουσολίνι. Μαζί του ήταν η λεχωίδα βασίλισσα Γεραλδίνη με το νεογέννητο ολίγων ημερών βρέφος της και ολόκληρη η ακολουθία τους. Στις 24 Οκτωβρίου 1944, την επομένη της απελευθέρωσης της Λάρισας από τους Γερμανούς, μετά από ένα παλλαϊκό συλλαλητήριο έγιναν από τον εξώστη του ξενοδοχείου οι ιστορικές ομιλίες του Τάσου Μπουκουβάλα, του Κώστα Καραγιώργη και του Δημητρίου Ψιάρη στο πλήθος που είχε κατακλύσει την πλατεία και πανηγύριζε. Μεταπολεμικά μίλησαν από τον ίδιο εξώστη όλοι οι πολιτικοί αρχηγοί των μεγάλων κομμάτων (Γεώργιος Παπανδρέου, Κωνσταντίνος Καραμανλής, και άλλοι) κατά τη διάρκεια προεκλογικών εξορμήσεων στην επαρχία. Πριν από μερικά χρόνια το ξενοδοχείο σταμάτησε τη λειτουργία του και οι όροφοι άλλαξαν χρήση.
Το ισόγειο είχε μεμονωμένα καταστήματα και από τις δύο πλευρές, δηλ. και από την πλευρά της οδού Μεγ. Αλεξάνδρου και από την πλευρά της οδού Κύπρου. Όλα αυτά άλλαζαν συχνά καταστηματάρχες. Σταθερό έμεινε μόνον το γωνιακό κατάστημα Καραπέτσα-Δημητρόπουλου, το οποίο διέθετε είδη καπνού, εφημερίδες και για κάποιο διάστημα και στιλβωτήριο υποδημάτων. Καθώς η λάσπη και η σκόνη μάστιζαν την πόλη, πολλοί Λαρισαίοι αστοί έμπαιναν μέσα στο κατάστημα, ανέβαιναν σε κάποια υπερυψωμένη εξέδρα, η οποία διέθετε πολυθρόνες και ειδικά στηρίγματα όπου τοποθετούσαν τα πόδια τους για να περιποιηθούν οι υπάλληλοι του καταστήματος τα παπούτσια τους. Θυμάμαι ότι ήταν ένα ιδιαίτερα ελκυστικό θέαμα[2].
Συνεχόμενο με το ξενοδοχείο «Ολύμπιον» διακρίνεται στη φωτογραφία το καφενείο «Νέος Κόσμος», ένα από τα αρχαιότερα της Λάρισας, το οποίο επιζούσε μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες. Αποτελούσε ιδιοκτησία του Μήτσου Αντωνιάδη, είχε θαυμάσιες τοξωτές πόρτες και περίτεχνο μεταλλικό στέγαστρο που κάλυπτε όλο σχεδόν το πεζοδρόμιο. Στη φωτογραφία τόσο το καφενείο «Νέος Κόσμος» όσο και ορισμένα ισόγεια καταστήματα κάτω από το ξενοδοχείο «Ολύμπιον» δεν διακρίνονται, καθώς οι καταστηματάρχες έχουν κατεβάσει τις τέντες τους μέχρι χαμηλά στο έδαφος για να αποφύγουν τον δυνατό ήλιο. Από τα πρώτα χρόνια το καφενείο αυτό υπήρξε εντευκτήριο εμπόρων, επαγγελματιών και κυρίως συνταξιούχων. Κατά τη διάρκεια της κατοχής είχε επιταχθεί από τους Γερμανούς. Συνέχισε τη λειτουργία του και μεταπολεμικά με την ίδια πελατεία, ώσπου ένα πρωινό μπουλντόζες κατεδάφισαν το ιστορικό αυτό καφενείο με τα πέντε όμορφα τοξωτά ανοίγματα και το δαντελωτό σιδερένιο σκέπαστρο, για να κατασκευαστεί μια πολυώροφη οικοδομή.
Ακολουθούσε ισόγειο κτίριο με τρεις τοξωτές πόρτες, το οποίο στέγασε κατά καιρούς διάφορα καταστήματα. Στη φωτογραφία το κτίσμα αυτό καλύπτεται από τα φυλλώματα δέντρων. Στη συνέχεια υπήρχαν διάφορα άλλα καταστήματα, από τα οποία στη μνήμη μου έχει μείνει αναλλοίωτο το ζαχαροπλαστείο «Πικαντίλυ» των Βαδάση-Δομακή. Αποτελούσε τον προορισμό της κυριακάτικης απογευματινής βόλτας της επταμελούς μας οικογένειας. Τέσσερες πάστες, για τις οποίες φημιζόταν το κατάστημα, διαμελίζονταν για να γλυκαθούν όλα τα μέλη της.
Από το σημείο αυτό και μέχρι τη γωνία με την οδό Κούμα ό,τι καταστήματα υπήρχαν προπολεμικά καταστράφηκαν τελείως, σχεδόν ισοπεδώθηκαν. Οι γερμανικές φωτογραφίες στο λεύκωμα «Μνήμες της πόλης» μάς το υπενθυμίζουν[3]. Στη θέση τους κτίστηκε ο κινηματογράφος «Ορφεύς», ο οποίος άφησε εποχή. Στη φωτογραφία του Μίμη Γεντέκου δεν έχει ακόμη οικοδομηθεί.
Στο βάθος φαίνεται ένα ελάχιστο τμήμα του εστιατορίου «Ερμής» και απέναντι το τοιχίο με τα σιδερένια κάγκελα, το οποίο οριοθετούσε το κτίριο που στέγαζε προπολεμικά το κατεστραμμένο κατά τη λήψη της φωτογραφίας κτίσμα των Δικαστηρίων. Τα ανθοπωλεία δεν είχαν ακόμη ανακαλύψει την τόσο ευνοϊκά εμπορική αυτή θέση.
[1]. Βιογραφικά στοιχεία για τον Μίμη Γεντέκο μπορείτε να βρείτε στη μελέτη: Μπεχλιβάνος Χρήστος. Μίμης Γεντέκος, Λάρισα, χ.χ., σελ. 112 και στο δημοσίευμα: Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Η μετασεισμική Λάρισα, εφ. «Ελευθερία», φύλλο της 18ης Απριλίου 2020.
[2]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Το ξενοδοχείο «Ολύμπιον», εφ. «Ελευθερία», φύλλο της 29ης Ιουλίου 2020.
[3]. Δήμος Λαρισαίων. Η Μνήμη της Πόλης. Λάρισα. Κατοχή-Απελευθέρωση 1941-1944. Αρχείο φωτογραφιών Βύρωνα Μήτου και άλλων. Επιμέλεια Φωτοθήκη Λάρισας του Ομίλου Φίλων της Θεσσαλικής Ιστορίας, Λάρισα 2018.

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2020

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Η εμποροπανήγυρη της Λάρισας και οι Ιππικοί Αγώνες


Οι επίσημοι κατά τη διάρκεια των Ιππικών αγώνων του 1900. Στην εξέδρα βρίσκεται  ο διάδοχος τότε Κωνσταντίνος με τη σύζυγό του Σοφία και τη συνοδεία τους.  Δίπλα και πίσω τους οι υπόλοιποι επίσημοι και στην κερκίδα συνωστίζονται πολλοί Λαρισαίοι. Φωτογραφία του Στ. Στουρνάρα. Αρχείο Φωτοθήκης ΛάρισαςΟι επίσημοι κατά τη διάρκεια των Ιππικών αγώνων του 1900. Στην εξέδρα βρίσκεται ο διάδοχος τότε Κωνσταντίνος με τη σύζυγό του Σοφία και τη συνοδεία τους. Δίπλα και πίσω τους οι υπόλοιποι επίσημοι και στην κερκίδα συνωστίζονται πολλοί Λαρισαίοι. Φωτογραφία του Στ. Στουρνάρα. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας

Oπως είναι γνωστό, φέτος δεν θα γίνει η ετήσια εμποροπανήγυρη λόγω της πανδημίας του κορονοϊού.

Δράττομαι λοιπόν της ευκαιρίας να υπενθυμίσω τις πανηγυρικές εκδηλώσεις οι οποίες πραγματοποιούνταν τα παλιά χρόνια παράλληλα με την εμποροπανήγυρη. Ήταν γεωργοκτηνοτροφικές εκθέσεις, ποδηλατικοί αγώνες, αθλητικοί αγώνες και κυρίως οι ιππικοί αγώνες, οι οποίοι είχαν πανελλήνιο αντίκτυπο, καθώς η Λάρισα ήταν η έδρα της ταξιαρχίας Ιππικού και οι περισσότεροι των ιππέων ήταν στρατιωτικοί.
Η Εμποροπανήγυρη της Λάρισας, το γνωστό «παζάρι», άρχισε να λειτουργεί με τη μορφή που το γνωρίζουμε μέχρι σήμερα από το 1889, με πρωτοβουλία του δημάρχου Διονυσίου Γαλάτη (1887-1891)[1]. Το 1896, για να αποκτήσει η εμποροπανήγυρη επί πλέον ενδιαφέρον, προστέθηκε έπειτα από απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου και η διενέργεια Ιππικών Αγώνων κατά τη διάρκειά της. Από την πρώτη κιόλας χρονιά οι αγώνες αυτοί στέφθηκαν από μεγάλη επιτυχία. Και όταν κάποια χρονιά αργότερα υπήρξε η σκέψη να μη γίνουν Ιππικοί Αγώνες, το κοινό της πόλης αντέδρασε και η εφημερίδα «Μικρά» του Θρασύβουλου Μακρή που απηχούσε την άποψή τους, έγραφε: «Η μέχρι σήμερον τουλάχιστον πείρα απέδειξεν ότι πανήγυρις παρ’ ημών άνευ Αγώνων αδύνατον να νοηθή, όπως αδύνατον πάλιν να νοηθώσιν αγώνες άνευ πανηγύρεως». Καθώς η εμποροπανήγυρη της Λάρισας αποκτούσε πανελλήνια φήμη και η προσέλευση του κόσμου από πολλές περιοχές της Θεσσαλίας και της Ελλάδας κάθε χρόνο αυξανόταν, παρατηρείται ότι συγχρόνως αυξάνονταν και οι παράλληλες εκδηλώσεις οι οποίες εμπλούτιζαν το παζάρι. Ποδηλατικοί αγώνες, αθλητικοί αγώνες στίβου, Γεωργικές και Κτηνοτροφικές Εκθέσεις, έδιναν ιδιαίτερη εορταστική όψη στην πέραν της μεγάλης γέφυρας του Αλκαζάρ περιοχή. Παράλληλα και το κέντρο της πόλης αποκτούσε εορταστικό στολισμό. Η Κεντρική πλατεία και το κατάστρωμα της Γέφυρας φωταγωγούνταν με ειδικά λαμπιόνια, αν και όπως είναι γνωστό ο ηλεκτρισμός δεν είχε φθάσει ακόμη την περίοδο εκείνη στη Λάρισα. Κάθε βράδυ πυροτεχνήματα κατασκευασμένα από ειδικά προσκεκλημένο Ιταλό πυροτεχνουργό διέσχιζαν τον ουρανό της Λάρισας. Επίσης πολύ συχνά λάμβαναν χώραν Ενετικές εορτές στον Πηνειό. Σύμφωνα με το πρόγραμμα, ποταμίσιες βάρκες του Τάγματος Γεφυροποιών του Στρατού ειδικά στολισμένες σαν γόνδολες διέσχιζαν τον Πηνειό, μιμούμενες τις αντίστοιχες εορτές της Βενετίας. Οι βάρκες αυτές γεμάτες από τραγουδιστές, μουσικά όργανα, μαντολινάτες, χορωδούς και έφηβους με τοπικές και εθνικές ενδυμασίες, διέσχιζαν το ποτάμι τραγουδώντας βαρκαρόλες (λεμβωδίες όπως τις ανέφερε το πρόγραμμα), κάτω από το φως των πυροτεχνημάτων και έδιναν μια αίσθηση χαράς και ευωχίας στους επισκέπτες της εμποροπανήγυρης. Οι Ιππικοί Αγώνες τελούνταν πάντοτε υπό την προστασία και πολλές φορές με την παρουσία του διαδόχου Κωνσταντίνου ή των πριγκίπων Νικολάου και Ανδρέα[2].
Οι Ιππικοί Αγώνες γίνονταν σε έναν χώρο γειτονικό προς την εμποροπανήγυρη. Ο χώρος αυτός βρισκόταν πίσω από το σημερινό στάδιο Αλκαζάρ, στην περιοχή του Σκοπευτηρίου και του Αισθητικού Άλσους. Μην ξεχνάμε ότι την περίοδο εκείνη δεν υπήρχε η σημερινή περιφερειακή οδός, ούτε και η δεύτερη ανακουφιστική κοίτη του Πηνειού, η οποία ως γνωστόν κατασκευάσθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1930, και όλος αυτός ο χώρος ήταν ενιαίος, επίπεδος, άγονος και άδενδρος. Σε ένα σημείο το έδαφος είχε εντελώς ισοπεδωθεί, είχε διαμορφωθεί ένας υποτυπώδης αγωνιστικός στίβος με περιφερειακές διαδρομές, περιχαρακωμένος κυκλικά πρόχειρα με πασσάλους και χοντρό σκοινί. Κάθε χρόνο στήνονταν πρόχειρες ξύλινες εξέδρες μεγάλης χωρητικότητας για τους θεατές και οι αγώνες κρατούσαν τρεις έως τέσσερες ημέρες, ανάλογα με τις συμμετοχές. Πολλές φορές συνδιοργανωτής ήταν και η «Φίλιππος Ένωσις Ελλάδος», η οποία μάλιστα απένεμε και χρηματικά έπαθλα στους νικητές, γι’ αυτό και η προσέλευση του κόσμου ήταν μεγάλη. Στους Ιππικούς Αγώνες έπαιρναν μέρος κυρίως αξιωματικοί και υπαξιωματικοί του Ιππικού, άνθρωποι από πολλές περιοχές της χώρας οι οποίοι συμβίωναν με τα αγωνιστικά άλογα και ορισμένοι πολίτες από αγροτικές περιοχές. Εμποροπανήγυρη και Ιππικοί Αγώνες εξακολουθούσαν να συνυπάρχουν μέχρι το 1937 και από το 1889 σε όλους διοργανωτής ήταν ο Δήμος. Από το 1938 όμως, επί δικτατορίας Μεταξά, οι αγώνες αυτοί έγιναν αποκλειστικά υπόθεση στρατιωτική και πραγματοποιούνταν στο Ιπποδρόμιο των Στρατώνων Ιππικού, το οποίο βρισκόταν εκεί όπου σήμερα είναι το κτίριο της 1ης Στρατιάς και ο έμπροσθεν αυτής τεράστιος αύλειος χώρος. Μεταπολεμικά καθώς η γειτονιά μου ήταν σχετικά κοντά στους στρατώνες, θυμάμαι ότι μικρός παρακολουθούσα με ενδιαφέρον τους στρατιωτικούς ιππικούς αγώνες που γίνονταν κάθε χρόνο την άνοιξη στον χώρο αυτόν.
Όμως η εμποροπανήγυρη η οποία έμεινε ιστορική για τη Λάρισα ήταν αυτή του 1900. Είχε συνδυασθεί με διεθνή Γεωργοκτηνοτροφική Εκθεση και όλες οι εκδηλώσεις είχαν τεθεί υπό την προστασία του βασιλέως Γεωργίου Α’, ενώ τη διοργάνωσή τους είχαν αναλάβει τρεις επιτροπές. Η «Γενική Διοργανωτική Επιτροπεία», η οποία είχε έδρα την Αθήνα, η «Τοπική Διοργανωτική Επιτροπεία», και η «Επί των Αγώνων Επιτροπεία», οι οποίες είχαν έδρα τη Λάρισα. Οι επιτροπές αυτές απαρτίζονταν από σπουδαία άτομα της Αθηναϊκής και Λαρισαϊκής κοινωνίας, με επικεφαλής τους δημάρχους Αθηναίων Σπυρίδωνα Μερκούρη και Λαρισαίων Αναστάσιο Ζαρμάνη και τους μεγαλοκτηματίες Παναγή Χαροκόπο και Παύλο Στεφάνοβικ-Σκυλίτση[3]. Από τη Λάρισα αναφέρουμε τους πιο γνωστούς, όπως οι δικηγόροι Νικ. Καραστεργίου, Δημ. Πιπινόπουλος, Νικ. Ριζόπουλος, Ευστ. Ιατρίδης, Δημ. Γαλανίδης, ο εργολάβος και κτηματίας Κων. Σκαλιώρας, ο βουλευτής Τυρνάβου τότε Γεώργιος Ροδόπουλος, ο στρατιωτικός και εν συνεχεία πολιτικός Ιωάννης Γιαννακίτσας, ο κτηματίας Αναστάσιος Αβέρωφ, πατέρας του Ευάγγελου Αβέρωφ-Τοσίτσα, ο πρώην δήμαρχος Λαρίσης Διονύσιος Γαλάτης, ο ιατρός και αργότερα δήμαρχος Αχιλλέας Αστεριάδης και δύο Οθωμανοί οι Χασήπ Βέης και Χασάν Βέης.
Η δημοσιευόμενη φωτογραφία είναι από τους Ιππικούς αγώνες του 1900. Φωτογράφος ήταν ο Βολιώτης Στέφανος Στουρνάρας και στην εξέδρα διακρίνουμε τον διάδοχο Κωνσταντίνο και τη σύζυγό του Σοφία με τη συνοδεία τους. Δεξιά και αριστερά, καθώς και πίσω τους βρίσκονται οι υπόλοιποι επίσημοι, ενώ πιο πίσω είναι ανεπτυγμένη κερκίδα, πάνω στην οποία συνωστίζονται πολλοί Λαρισαίοι για να παρακολουθήσουν τις ιπποδρομίες. Πρόκειται για μια σπάνια απεικόνιση σπουδαίας τελετής που έλαβε χώρα στη Λάρισα πριν από 120 χρόνια, τέτοια εποχή.

 

[1]. Δημήτρης Μπάρμπας, Η ετήσια Εμπορική Πανήγυρις της Λαρίσσης ή το Παζάρι της Λάρισας, Πρακτικά 8ου Συνεδρίου Λαρισαϊκών Σπουδών, Λάρισα 5-6 Δεκεμβρίου 2014, Λάρισα (2015) σελ. 213- 224.
[2]. Ο πρίγκιπας Ανδρέας από τα τέλη του 19ου μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, έμενε για μεγάλο χρονικό διάστημα στη Λάρισα, καθώς υπηρετούσε ως ίλαρχος στην Ταξιαρχία Ιππικού που είχε έδρα τη Λάρισα.
[3]. Ήταν η χρονική περίοδος όπου ο Κωνσταντινουπολίτης μεγαλοτραπεζίτης βρισκόταν στη Θεσσαλία.

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2020

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

ΟΔΟΣ ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ - Το τμήμα πάνω από το Αρχαίο Θέατρο


Κι όμως... Όλα αυτά τα κτίρια πριν από 40 χρόνια ήταν κτισμένα "εν γνώσει"  πάνω από το Αρχαίο Θέατρο της Λάρισας. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας.Κι όμως... Όλα αυτά τα κτίρια πριν από 40 χρόνια ήταν κτισμένα "εν γνώσει" πάνω από το Αρχαίο Θέατρο της Λάρισας. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας.

Η σημερινή εικόνα ενεργοποιεί τη σκέψη μας σε παραλληλισμούς και συγκρίσεις. Κι ενώ ξέρουμε ότι "η πίστη μετακινεί όρη", στην προκειμένη περίπτωση η πίστη ορισμένων χαρισματικών ατόμων, των αρχαιολόγων, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ήταν βιβλική. Μετακίνησε από τη θέση τους -κατεδάφισε- πάνω από 30 κτίσματα στη νότια πλευρά του Λόφου της Ακρόπολης και στα λίγα αυτά χρόνια αποκάλυψε τον θησαυρό της Λάρισας, το Αρχαίο Θέατρό της.


Από την περίοδο της Τουρκοκρατίας ακόμη ήταν γνωστό ότι στη θέση αυτή υπήρχε το Αρχαίο Θέατρο της πόλης. Ξένοι περιηγητές που πέρασαν από την πόλη μας την περίοδο αυτή, επισήμαναν τα ίχνη του στα οδοιπορικά τους. Οι Οθωμανοί κατακτητές όμως αδιαφόρησαν για το μνημείο. Η αφαίρεση μαρμάρων από το κατεστραμμένο θέατρο ήταν συχνό φαινόμενο όλα αυτά τα χρόνια και γινόταν για προφανείς σκοπούς. Ίχνη τους εντοπίστηκαν σε διάφορα σημεία της Λάρισας τα τελευταία χρόνια. Η αποξήλωση του θεάτρου συνεχίστηκε και μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας το 1881. Μάλιστα την περίοδο αυτή άρχισαν να κατασκευάζονται, στο επιχωματωμένο πλέον θέατρο, ισόγεια καταστήματα και κατοικίες με επιφανειακές θεμελιώσεις. Τα περισσότερα καταστήματα στην ανηφορική αυτή διαδρομή ήταν «λαδάδικα» και ανήκαν σε παραγωγούς από το Πήλιο, οι οποίοι είχαν δημιουργήσει μια ανθηρή αγορά ελαιόλαδου. Μέχρι το 1910 ο χώρος στον οποίο εκτεινόταν το Αρχαίο Θέατρο είχε σκεπαστεί στο σύνολό του από κτίσματα. Μάλιστα το 1904 το Δημοτικό Συμβούλιο επί δημαρχίας Αχιλλέα Αστεριάδη, χάραξε πάνω σε αυτό την αρχή της οδού Ακροπόλεως, τη συνέχεια της σημερινής οδού Παπαναστασίου. Το 1910 ο τότε έφορος αρχαιοτήτων Θεσσαλίας Απόστολος Αρβανιτόπουλος αποκάλυψε ένα τμήμα της σκηνής του θεάτρου σε ένα μικρό οικόπεδο, το δεύτερο αριστερά καθώς ξεκινούσε ο ανηφορικός δρόμος. Έκτοτε οι αρχαιότητες αυτές ήταν ορατές όλα τα χρόνια, απλώς ο χώρος περιφράχτηκε και περιορίστηκε από τον δρόμο με σιδερένια πόρτα και κάγκελα. Καθώς προχωρούσε ο 20ός αιώνας, η πόλη μεγάλωνε και νέες ψηλότερες οικοδομές κτίζονταν πάνω του, βυθίζοντας το θέατρο στην αφάνεια.
Αντικρίζοντας στη δημοσιευόμενη φωτογραφία την οδό Ακροπόλεως, στη δεξιά πλευρά του δρόμου το γωνιακό κτίριο στέγαζε το παλιό ξακουστό κατάστημα ζαχαροπλαστικής του Έξαρχου. Προπολεμικά στο σημείο αυτό ήταν το Φαρμακείο του Ηρακλή Καραθάνου, πατέρα του δημάρχου Δημητρίου Καραθάνου. Λίγο πιο πάνω λειτούργησε το καφενείο του Χατζηγιάννη. Πιο πέρα κτίστηκαν δύο πολυώροφες οικοδομές που όλοι μας γνωρίζουμε την ιστορία τους.
Στο επόμενο κτίριο στεγάζονταν μέχρι το 1980 τα γραφεία της Ι. Μητροπόλεως Λαρίσης. Το κτίριο αυτό κτίσθηκε τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα από τον Γεώργιο Τσάπανο[1], ο οποίος εγκατέστησε εκεί την οικογένειά του. Ήταν διώροφο με υπερυψωμένο υπόγειο. Αργότερα στεγάσθηκε σ' αυτό το Γραφείο του Νομομηχανικού Λαρίσης και στη συνέχεια το ενοικίασε ο Ηλίας Κύρκος και το μετέτρεψε σε ξενοδοχείο με την επωνυμία "Αχίλλειον". Το 1935, όταν τοποθετήθηκε ως μητροπολίτης ο Δωρόθεος Κοτταράς, το κτίριο αγοράσθηκε από τη Μητρόπολη. Σ' αυτό εγκαταστάθηκαν τα Γραφεία της και διέμενε ο εκάστοτε μητροπολίτης. Κατά τον σεισμό της 1ης Μαρτίου 1941 έπαθε σοβαρές ζημιές και ο επάνω όροφος θεωρήθηκε ακατοίκητος. Μετά τον σεισμό του 1957, ο δεύτερος όροφος γκρεμίστηκε και διατηρήθηκε μόνο το ισόγειο με το υπόγειο. Συγχρόνως οικοδομήθηκε στη νότια πλευρά του παλαιού οικήματος και σε άμεση επαφή και επικοινωνία μαζί του, μια διώροφη σύγχρονη κατασκευή για να στεγάσει τα ιδιαίτερα διαμερίσματα του ιεράρχη, την αίθουσα υποδοχής και τα γραφεία της Μητροπόλεως. Το 1980, επί μητροπολίτου Σεραφείμ, μεταφέρθηκαν όλες οι υπηρεσίες της Μητροπόλεως στο σημερινό κτίριο, ενώ το παλαιό έπειτα από πολλές γραφειοκρατικές διαδικασίες κατεδαφίσθηκε το 1992, όπως και όλα τα υπόλοιπα, για να αποκαλυφθεί το Αρχαίο Θέατρο.
Στη γωνία των οδών Ακροπόλεως και Μητροπολίτου Αρσενίου υπήρχε ένα διώροφο εντυπωσιακό οίκημα σε περίοπτη θέση, το οποίο ανήκε σε κάποιον Ευαγγέλου, ο οποίος ήταν ένας από τους πολλούς καπνοβιομηχάνους μικρού βεληνεκούς που διέθετε τα παλιά χρόνια η πόλη μας. Ήταν κτισμένο σε νεοκλασικό ρυθμό και κατά καιρούς στέγασε οικογένειες της υψηλής κοινωνίας της Λάρισας. Από τον Ευαγγέλου το κτίριο περιήλθε μεταπολεμικά στην κατοχή του Δημητρίου Λαγού, ο οποίος σαν συνταγματάρχης εν αποστρατεία έλαβε μέρος στις δημοτικές εκλογές του 1951 με δικό του συνδυασμό. Δεν κατόρθωσε όμως να επικρατήσει του Δημητρίου Καραθάνου, ο οποίος εκλέχθηκε τελικά δήμαρχος.
Από την αριστερή πλευρά της ανόδου της οδού Ακροπόλεως υπήρχαν πολλά καταστήματα και κατοικίες, τα οποία κατά καιρούς άλλαζαν ενοίκους. Στη γωνία με την οδό Μακεδονίας (Βενιζέλου) υπήρχε το καπνοπωλείο του Ευαγγέλου που ήταν ένα από τα παλαιότερα της Λάρισας και μεταπολεμικά είχε το ραφείο του ο Ιωάννης Ζαραμπούκας. Ακολουθούσε ο περιφραγμένος από το 1910 χώρος, που όπως αναφέρθηκε, περιείχε τα πρώτα αρχαιολογικά ευρήματα, τα οποία εντόπισε ο αρχαιολόγος Αρβανιτόπουλος. Ακολουθούσε το κατάστημα αποικιακών ειδών του Μιχάλη Μανδραβέλη και εν συνεχεία το κατάστημα δερμάτων του Καϊμάκη. Ήταν ένα από τα μεγαλύτερα της εποχής εκείνης, καθώς είναι γνωστό ότι στη Λάρισα από τα χρόνια της Tουρκοκρατίας ακόμη, υπήρχαν πολλά βυρσοδεψεία, εγκατεστημένα στη συνοικία Ταμπάκικα. Ακολούθως δέσποζε μια τριώροφη οικοδομή, ιδιοκτησίας και αυτή του γαιοκτήμονα Γεωργίου Τσάπανου, η οποία στέγασε την Ωτορινολαρυγγολογική Κλινική του γαμπρού του, Γεωργίου Τάρη[2]. Μέχρι το τέλος της ανηφορικής οδού ακολουθούσαν δύο απλές κατοικίες και ένας ακάλυπτος χώρος στον οποίο είχε κτισθεί προπολεμικά καταφύγιο, ενώ δίπλα τους υψωνόταν το ρολόι της πόλης.
Το 1977 άρχισε από την ΙΕ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων μια συστηματική προσπάθεια για την πλήρη αποκάλυψη του θεάτρου με ανασκαφές και απαλλοτριώσεις κτιρίων και την ανάδειξή του. Πρέπει να απαλλοτριώθηκαν τριάντα περίπου κτίσματα (ανάμεσά τους και πολυκατοικίες), ο χώρος ελευθερώθηκε, η περιοχή ανέπνευσε και ό,τι διακρίνεται στη δημοσιευόμενη φωτογραφία δεν υπάρχει πλέον.
Στις 20 Σεπτεμβρίου 2014, στο πλαίσιο της Ζ΄ Γενικής Συνέλευσης του Σωματείου "Διάζωμα", ακούστηκε για πρώτη φορά στον χώρο αυτόν έπειτα από 2.000 και πλέον χρόνια, θεατρικός λόγος από το Θεσσαλικό Θέατρο, που είχε σκηνοθετήσει με τόση ευαισθησία ο δικός μας Κώστας Τσιάνος.

---------------------------------------------
[1]. Ο γαιοκτήμονας Γεώργιος Τσάπανος καταγόταν από τη Φλώρινα και ήλθε στη Λάρισα περί το 1910. Αγόρασε μεγάλες αγροτικές εκτάσεις σε Γιάννουλη και Φαλάνη, οι οποίες όμως απαλλοτριώθηκαν με τον νόμο περί αποκαταστάσεως ακτημόνων καλλιεργητών και του έμεινε μόνον ένα μικρό μέρος, το οποίο αυτοκαλλιέργησε. Ήταν ένας από τους πρωτοπόρους στην ιδέα να εγκαταλειφθεί η ασύμφορη μονοκαλλιέργεια του σίτου και να αντικατασταθεί από άλλες, οι οποίες απέφεραν υψηλότερα εισοδήματα.
Ο Γεώργιος Τσάπανος πέθανε στην Αθήνα μεταπολεμικά σε προχωρημένη ηλικία.
[2]. Ο Γεώργιος Τάρης νυμφεύθηκε την κόρη του γαιοκτήμονα Γεωργίου Τσάπανου.

 

Papaueodorou

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου

(nikapap@hotmail.com)

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2020

 


Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

Όταν ο Αχιλλέας ζούσε με τις κόρες του Λυκομήδη

Την εκστρατεία ενάντια στην Τροία δεν την δέχτηκαν εξαρχής όλοι οι Έλληνες με τον ίδιο ενθουσιασμό, καθώς φαίνεται. Ακόμα και ο Οδυσσέας προσπάθησε να ξεφύγει και να μην συμμετάσχει.
Ο Αχιλλέας είναι ο μοναδικός, ο μοναχογιός. Έξι αδέρφια του πέθαναν πριν από αυτόν στην προσπάθεια της μητέρας του Θέτιδας να τα κάνει αθάνατα. Δεν άντεξαν την φωτιά. Η θεά δεν μπορούσε να το πάρει απόφαση ότι τα παιδιά της θα ήταν απλοί θνητοί όπως ο πατέρας τους. Τα έβαζε στην φωτιά, για να κάψει όλη την διαβρωτική υγρασία που οι θνητοί έχουν μέσα τους και εξαιτίας της οποίας δεν είναι καθαρή, απαστράπτουσα φλόγα. Οι γιοί της όμως καίγονταν στην φωτιά και χάνονταν. Ο καημένος ο Πηλέας, όταν γεννήθηκε ο Αχιλλέας, σκέφτηκε ότι αυτόν τουλάχιστον θα προσπαθούσε να τον σώσει. Την ώρα λοιπόν που η μητέρα του ετοιμάζεται να τον ρίξει στην φωτιά, μπαίνει στην μέση και τον αρπάζει. Η φωτιά μόλις που άγγιξε τα χείλη του παιδιού και ένα κόκκαλο της πτέρνας που απονεκρώνεται. Οι φλόγες που έγλειψαν τον Αχιλλέα τον έκαναν σχεδόν αθάνατο. Η μοίρα του Αχιλλέα, αρχετυπική, σφραγίζεται με αμφισημία. Μισός άνθρωπος, μισός θεός λόγω καταγωγής, δεν μπορεί να είναι ολοκληρωτικά ούτε το ένα ούτε το άλλο. Για τον γέρο Πηλέα, το σύζυγο της Θέτιδας που έχει δει πολλά παιδιά του να πεθαίνουν, δεν έχει άλλον από τον Αχιλλέα και δεν αντέχει στην ιδέα ότι μπορεί και αυτός μια μέρα να φύγει για τον πόλεμο. Παίρνει λοιπόν τα μέτρα του και στέλνει το νεαρό αγόρι στην Σκύρο, να ζήσει με τις κόρες του βασιλιά του νησιού Λυκομήδη.
Αρκετοί ήρωες όπως ο Αχιλλέας, ο Ηρακλής, ο Διόνυσος, φαίνεται να έζησαν κάποια περίοδο της ζωής τους μεταμφιεσμένοι σε κορίτσια σε γυναικωνίτες ανακτόρων γνέθοντας. Στην Κρήτη τα αγόρια που δεν ήταν αρκετά μεγάλα ώστε να βαστούν όπλα ονομαζόταν σκότιοι, "εκείνοι που διατριβούν στον γυναικωνίτη".
Ο Αχιλλέας ζει μαζί τους, σαν κορίτσι, στον γυναικωνίτη. Αφού πέρασε την παιδική του ηλικία με τον Χείρωνα και τους Κενταύρους που τον μεγάλωσαν, έχει φτάσει τώρα στην ηλικία όπου οι διαφορές στα δύο φύλλα δεν είναι έντονες, είναι δυσδιάκριτες. Δεν έχει βγάλει ακόμα γένια, δεν έχει τρίχες, μοιάζει με χαριτωμένο μικρό κορίτσι, έχει την ακαθόριστη ομορφιά των εφήβων, που είναι κορίτσια και αγόρια μαζί, περισσότερο κορίτσια και λιγότερο αγόρια. Μένει λοιπόν μαζί με τις φιλενάδες του αμέριμνος. Κανένας άλλος ήρωας δεν είχε τόση οικειότητα με τις γυναίκες, όσο ο Αχιλλέας. Στα εννιά του χρόνια έπαιζε στην Σκύρο σαν κοριτσάκι ανάμεσα στα άλλα, και μόνο ο ήχος της σάλπιγγας του Οδυσσέα τον ξύπνησε από τον θηλυκό του ύπνο. Τότε γεύθηκε μια ευτυχία που σε κανέναν άλλον δεν παραχωρήθηκε: να είναι κορίτσι και να ξελογιάζει κορίτσια.
Υπήρχε ένα λιβάδι στην ανεμοδαρμένη Σκύρο και εκεί οι κόρες του Λυκομήδη μάζευαν λουλούδια. Το βλέμμα τους ήταν ευθύ, τα μάγουλα τους στρόγγυλα, και είχανε χάρη στις κινήσεις. Ο Αχιλλέας ανάμεσά τους ξεχώριζε γιατί έριχνε με μια πιο απότομη κίνηση τα μαλλιά του πίσω.Ήταν μια ξένη φίλη, που έπαιζε με τις κόρες του Λυκομήδη, αλλά η μεγαλύτερή τους, η Δηιδάμεια, που γέννησε γρήγορα τον γιο του μυστικού τους έρωτα: τον Νεοπτόλεμο.
Ποιο όνομα είχε πάρει όμως ο Αχιλλέας όταν "κρύφτηκε" ανάμεσα στις γυναίκες; Μας λέει επί τούτου ο Ρ. Γκρέιβς:
 "Κατά τον Σουητώνιο οι εικοτολογίες ποικίλλων λογίων τους οποίους συμβουλεύτηκε ο αυτοκράτορας Τιβέριος επί του θέματος συνέκλιναν στα εξής ονόματα:  
Κέρκησα εξαιτίας της κερκίδας, της σαΐτας, που τόσο επιδέξια χειριζόταν ο Αχιλλέας όταν ύφαινε.  Αισσώ εξαιτίας της γρηγοράδας του (αίσσω= κινούμαι ταχέως) και Πύρρα εξαιτίας της πυρρόξανθης κόμης του. (ΣτΜ. Πύρρα, "ερυθρά γη" ήταν και η πρώιμη μυθική ονομασία της γενέτειρας του Θεσσαλίας). Η άποψη μου είναι πάντως ότι ο Αχιλλέας αυτοαποκλήθηκε Δακρυόεσσα, (δακρυρροούσα), η καλύτερα Δροσόεσσα (δροσοροούσα), δεδομένου ότι η δρόσος είναι το ποιητικό συνώνυμο των δακρύων. Κατά τον Απολλώνιο τον Ρόδιο το αρχικό του όνομα ήταν Λιγυρός, "ο γοερά θρηνών" το οποίο του το άλλαξε ο παιδαγωγός του Χείρων, γεγονός που υποδεικνύει πιθανόν η λατρεία του Αχιλλέα να έφτασε από την Λιγυρία στην Θεσσαλία.
Ο Όμηρος χαριτολογώντας ετυμολογεί το όνομά του από το άχος "απελπισία", και ο Απολλόδωρος από την πλευρά του θεωρεί ότι ήταν άχειλος, "χωρίς χείλη".
Πως όμως τελειώνει αυτή η αμέριμνη περίοδος για τον Αχιλλέα; 
Όλοι ζούσαν ευτυχισμένοι, μέχρι τη στιγμή που ο μάντης Κάλχας προφήτεψε ότι η Τροία δεν πρόκειται να πέσει χωρίς τον Αχιλλέα. Και τότε μπαίνει στο προσκήνιο ο πολυμήχανος Οδυσσέας, που ανατρέπει τα σχέδια της Θέτιδας, αναλαμβάνοντας να ανακαλύψει τον ήρωα και να τον πείσει να συμμετέχει στην εκστρατεία εναντίον της Τροίας. Πήγε να τον βρει μεταμφιεσμένος ως πλανόδιος έμπορος και ζήτησε να τον αφήσουν να δείξει την πραμάτεια του στα κορίτσια. Όταν χρειάστηκε να βρουν τον Αχιλλέα ο Οδυσσέας σκέφτηκε αμέσως το τέχνασμα με το οποίο ο  Παλαμήδης του είχε αφαιρέσει το προσωπείο. Έτσι μεταμφιεσμένος ο Οδυσσέας βγάζει από το πανέρι του υφάσματα, κεντήματα, πόρπες, κοσμήματα για να τους τα δείξει και τα σαράντα εννιά κορίτσια στριμώχνονται για θαυμάσουν τα στολίδια. Ένα όμως στέκει παράμερα αδιάφορο. Εκεί ανάμεσα σε καμιά πενηνταριά κορίτσια ο Αχιλλέας δεν ξεχωρίζει.Ο Οδυσσέας τότε βγάζει ένα μαχαίρι -κατά μια άλλη εκδοχή μια ασπίδα και ένα δόρυ- και η κοπέλα που έστεκε παράμερα ορμάει καταπάνω του και αρπάζει το μαχαίρι. Ο Οδυσσέας ξεσκεπάσει τον Αχιλλέα. Πίσω από τα τείχη αντηχεί μια πολεμική σάλπιγγα, οι γυναίκες στην γειτονιά πανικοβάλλονται, τα σαράντα εννιά κορίτσια το βάζουν στα πόδια, και μόνο ένα "κορίτσι" με το μαχαίρι στο χέρι, βαδίζει προς την μουσική, έτοιμο να ξεκινήσει για την μάχη.  
Ο Αχιλλέας είναι έτοιμος να φύγει για τον πόλεμο.
Ο Οδυσσέας αναγνωρίζει τον Αχιλλέα
Του έλαχε η πιο σύντομη ζωή, γιατί αντικαθιστούσε για την Θέτιδα, τον γιο που θα εκθρόνιζε τον Δία και που ποτέ δεν γεννήθηκε. Αντί για θεός με μεγαλύτερη διάρκεια ζωής από τους άλλους θεούς, υπήρξε άνθρωπος με συντομότερη ζωή από άλλους ανθρώπους. Αλλά και ο πλησιέστερος σε έναν θεό. Ο Αχιλλέας είναι ο χρόνος στην καθαρή μορφή που καλπάζει μακριά. Περιορισμένος σε ένα απειροελάχιστο κλάσμα διάρκειας, είχε τις αρετές που βρίσκονται κοντύτερα σε εκείνες των πλασμάτων του Ολύμπουτην ένταση και την ευκολία.
Όποιος απολαμβάνει την ζωή, το πιο πολύτιμο αγαθό της γης για τα εφήμερα πλάσματα, αρνείται κάθε ελπίδα αθανασίας. Όποιος επιθυμεί την αθανασία, αποδέχεται να χάσει, εν μέρει, την ζωή του προτού καλά καλά την ζήσει.
Αν ο Αχιλλέας, σύμφωνα με την βούληση του γέρου πατέρα του, επιλέξει να μείνει στο σπίτι του, στην Φθία, ασφαλής με την οικογένεια του, θα ζήσει χρόνια πολλά, ειρηνικά και ευτυχισμένα, διανύοντας ολόκληρο τον κύκλο του χρόνου που μοιραίνει τους θνητούς, ως τα βαθιά γεράματα του, μέσα στην αγάπη και στην στοργή.
Ο Αχιλλέας όμως κάνει την αντίθετη επιλογή: σύντομη ζωή και δόξα παντοτινή. Διαλέγει να φύγει μακριά, να αφήσει τα πάντα πίσω του, να ζήσει τους κινδύνους όλους, να αφοσιωθεί προκαταβολικά στο θάνατο. Επιλέγει τον δοξασμένο θάνατο μέσα στην ομορφιά της νεαρής ζωής του, που παραμένει αιώνια. Το όνομα Αχιλλέας, οι περιπέτειες, η ιστορία, το πρόσωπό του θα παραμείνουν για πάντα ολοζώντανα στην μνήμη των ανθρώπων, που οι γενιές τους διαδέχονται η μια την άλλη μέσα στους αιώνες, και χάνονται η μια μετά την άλλη, μέσα στο σκοτάδι και την σιωπή του θανάτου.
Αιώνια δόξα σε αυτόν που πεθαίνει νέος. 
Η έρευνα έγινε από την Γιώβη Βασιλική-Για να πραγματοποιηθεί το παραπάνω άρθρο πληροφορίες συλλέχθηκαν από:
Ρ.Γκρέιβς"η Λευκή θεά"/ Vernant" Το Σύμπαν, οι Θεοί, οι άνθρωποι"/ Καλλάσο"Οι γάμοι του Κάδμου και της Αρμονίας