Τετάρτη 2 Ιουνίου 2021

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Ο Χουρσίτ Πασάς και ο τάφος του στη Λάρισα


Τμήμα από τον περίβολο του τάφου του Χουρσίτ πασά, με το άνοιγμά του πρόχειρα φραγμένο. Φωτογραφία του 1962, από το βιβλίο των Αβραμόπουλου – Βουτσιλά «Λάρισα», σελ. 53. Τμήμα από τον περίβολο του τάφου του Χουρσίτ πασά, με το άνοιγμά του πρόχειρα φραγμένο. Φωτογραφία του 1962, από το βιβλίο των Αβραμόπουλου – Βουτσιλά «Λάρισα», σελ. 53.

Στη συνοικία του Πέρα Μαχαλά (Ιπποκράτη) διατηρούνταν περίπου μέχρι το 1990 υπολείμματα του ταφικού μνημείου ενός επιφανούς Οθωμανού στρατιωτικού, του Χουρσίτ πασά.

Το μνημείο αυτό βρισκόταν στην αριστερή όχθη του Πηνειού, επί της σημερινής οδού αρχιεπισκόπου Δωροθέου, λίγα μέτρα αριστερά μετά την έξοδο από τη γέφυρα. Καθώς μεγάλο μέρος της δράσης του λίγα χρόνια πριν το τέλος της ζωής του και το μυστηριώδες τέλος του εξελίχθηκαν στη Λάρισα κατά το 1822, και με την ευκαιρία της σημερινής εικόνας, θα αναφερθούμε επιγραμματικά στο ιστορικό αυτό γεγονός και στον τάφο-μαυσωλείο που υπήρχε για χρόνια στην πόλη μας, τα οποία είναι άγνωστα στο ευρύτερο κοινό.
Ο Χουρσίτ Μεχμέτ πασάς ( ; - 1822) γεννήθηκε στον Καύκασο από γονείς χριστιανούς Κιρκάσιους (Τσερκέζους)[1], λέγεται μάλιστα ότι ο πατέρας του ήταν ιερέας. Σε νεαρή ηλικία εξισλαμίστηκε, κατατάχθηκε στο σώμα των Γενιτσάρων και αποδείχθηκε ικανός στρατιωτικός. Με τον καιρό απέκτησε την εύνοια του σουλτάνου Μαχμούτ Β’ και έφθασε σε ανώτατα αξιώματα.
Το 1820 διορίσθηκε από τον σουλτάνο σερασκέρης, δηλαδή διοικητής μεγάλης στρατιωτικής μονάδας και επιλέχθηκε ως αρχηγός της εκστρατείας κατά του αποστάτη Αλή Πασά των Ιωαννίνων. Τον Ιανουάριο του 1821 έφθασε στην Ήπειρο, προκειμένου να καταστείλει την ανταρσία του και έναν χρόνο αργότερα, τον Ιανουάριο του 1822 κατόρθωσε να συλλάβει τον Αλή Πασά και να στείλει το κεφάλι του ως δώρο στον σουλτάνο. Όμως οι εχθροί και αντίζηλοί του τον διέβαλαν στους αξιωματούχους του παλατιού ότι δήθεν οικειοποιήθηκε μεγάλο μέρος της αμύθητης περιουσίας του Αλή Πασά και η Υψηλή Πύλη του ζήτησε λεπτομερή λογοδοσία. Ο υπερήφανος στρατάρχης φαίνεται ότι θίχτηκε από τη σουλτανική παραγγελία, δεν απάντησε στο αίτημά του και περιέπεσε σε δυσμένεια, με αποτέλεσμα να παραμείνει στη Λάρισα. Εδώ του δόθηκε η φροντίδα της τροφοδοσίας του στρατού του Δράμαλη, ο οποίος κατά την εκστρατεία του στην Πελοπόννησο υπέστη στα Δερβενάκια τη γνωστή πανωλεθρία από τα ελληνικά επαναστατικά στρατεύματα.
Όταν έφθασαν στην Κωνσταντινούπολη οι δυσάρεστες ειδήσεις για την αποτυχία της εκστρατείας του Δράμαλη, απεσταλμένοι του σουλτάνου πήραν τον δρόμο για τη Λάρισα με διαταγή να θανατώσουν τον Χουρσίτ πασά επειδή δεν βοήθησε όσο έπρεπε την εκστρατεία του Δράμαλη. Πληροφορήθηκε έγκαιρα ο ίδιος την ενέργεια του σουλτάνου και ίσως σε συνδυασμό με μια απιστία της συζύγου του, στις 30 Νοεμβρίου του 1822 ήπιε δηλητήριο και αυτοκτόνησε, για να προλάβει τη βέβαιη καταδικαστική απόφαση του σουλτάνου. Κηδεύθηκε στη Λάρισα με μεγάλες τιμές από τον στρατό και τους Οθωμανούς της πόλης και μάλιστα σύμφωνα με τις οδηγίες που είχε αφήσει στους δικούς του ενόσω ζούσε. Ενταφιάσθηκε κοντά στη μεγάλη γέφυρα, στην περιοχή του Πέρα Μαχαλά.
Εν τω μεταξύ στην πόλη για χρόνια επικρατούσε σαν μύθος η άποψη ότι ο Χουρσίτ πασάς κατά την τελετή της κηδείας του ήταν ακόμη ζωντανός, την παρακολούθησε προσωπικά και αμέσως μετά πήρε το θανάσιμο δηλητήριο.
Υπάρχει και μια άλλη εκδοχή την οποία αναφέρει ο ιστορικός της Λάρισας Επαμεινώνδας Φαρμακίδης[2], σύμφωνα με την οποία ο Χουρσίτ πασάς δεν αυτοκτόνησε, αλλά αποκεφαλίσθηκε στους στρατώνες της Λάρισας από Οθωμανούς στρατιώτες έπειτα από διαταγή του σουλτάνου.
Πάντως οι ιστορικές πηγές της Τουρκίας αναφέρουν ότι ο θάνατος του Χουρσίτ οφειλόταν σε παθολογικά αίτια, λόγω επιβάρυνσης της υγείας του από τα προηγηθέντα γεγονότα. Λίγες ημέρες μετά τον θάνατο, την κηδεία και τον ενταφιασμό του, οι απεσταλμένοι του σουλτάνου κατέφθασαν στη Λάρισα, ξέθαψαν το πτώμα, απέκοψαν το κεφάλι του, το τοποθέτησαν σε αργυρή λεκάνη και το μετέφεραν στο Τοπ Καπί στην Κωνσταντινούπολη[3].
Μετά τον θάνατό του το 1822 κατασκευάσθηκε από του Οθωμανούς της Λάρισας στον τόπο του ενταφιασμού του το ταφικό του μνημείο, ένα είδος μαυσωλείου, το οποίο ήταν απομονωμένο, δηλ. δεν βρισκόταν μέσα σε κάποιο μουσουλμανικό νεκροταφείο. Το μνημείο αυτό σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις ήταν ένας επιμελημένος οθωμανικός τάφος σε μορφή σαρκοφάγου. Στην πλευρά που έπρεπε να βρισκόταν η αποτμηθείσα κεφαλή του νεκρού υπήρχε ψηλή μαρμάρινη στήλη στην οποία ήταν σκαλισμένο ένα μεγάλο σε έκταση επίγραμμα, το οποίο εγκωμίαζε τον νεκρό[4]. Ο τάφος περιβαλλόταν από ψηλό τοίχο με μεγάλα ανοίγματα, φραγμένα με μεταλλικά κιγκλιδώματα. Καθώς τα χρόνια περνούσαν ο τάφος του είχε τελείως ξεχασθεί, ιδιαίτερα μετά την απελευθέρωση της Λάρισας, όταν ο χώρος περιήλθε στην ιδιοκτησία Έλληνα ιδιώτη.
Το 1891, εβδομήντα χρόνια περίπου μετά την κατασκευή του, ανακαλύφθηκε τυχαία και ταυτοποιήθηκε ο τάφος του Χουρσίτ πασά στον Πέρα Μαχαλά, από τον Κωνσταντίνο Λιβανό, ο οποίος ήταν επίσημος διερμηνέας της τουρκικής γλώσσας στα ελληνικά δικαστήρια. Σε άρθρο του σε τοπική εφημερίδα περιέγραψε την κατάσταση στην οποία βρήκε τον τάφο[5] και συγχρόνως μετέφρασε στην ελληνική γλώσσα και το μακροσκελές επίγραμμα.
Έκτοτε στους περιοίκους ήταν γνωστός ως «τάφος του πασά» και μέχρι το 1940 διατηρείτο σε σχετικά καλή κατάσταση. Μεταπολεμικά από αδιαφορία και σύληση του οικοδομικού του υλικού, άρχισε σιγά-σιγά να καταστρέφεται. Πάντως μέχρι το 1962, χρονολογία όπου τοποθετείται η δημοσιευόμενη φωτογραφία, μπορούσε κανείς να διακρίνει καθαρά τμήματα του τάφου του στην αυλή του σπιτιού του Ανδρέα Αλιαπούλιου[6]. Σήμερα, έπειτα από τις σύγχρονες ανοικοδομήσεις στην περιοχή, δεν έχει παραμείνει τίποτα που να τον θυμίζει.

 

[1]. Θα χρειαστεί να κάνουμε μια μικρή αναφορά για τους Κιρκάσιους. Ήταν κάτοικοι του Βορείου Καυκάσου, οι περισσότεροι από τους οποίους βρίσκονται σήμερα διασκορπισμένοι σε όλο τον κόσμο, ύστερα από την τσαρική στρατιωτική εκστρατεία του 19ου αιώνα στη χώρα τους. Κιρκάσιοι κατέφυγαν και στον ελληνικό χώρο (στην Ελλάδα τους λέγαμε και Τσερκέζους). Μάλιστα ορισμένες οικογένειες ανιχνεύονται κάποια περίοδο και στη Λάρισα. Εγκατέλειψαν όμως την πόλη μαζί με πολλούς Τούρκους, μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας το 1881.
[2]. Φαρμακίδης Επαμεινώνδας, Η Λάρισα, από των Μυθολογικών χρόνων μέχρι της προσαρτήσεως αυτής με τη Ελλάδα (1881), Βόλος (1926) σελ. 225-226.
[3]. Αβραμόπουλος Μιχαήλ – Βουτσιλάς Βασίλειος, Λάρισα, Αύγουστος 1962, σελ. 53.
[4]. Θεόδωρος Παλιούγκας, Η Λάρισα κατά την Τουρκοκρατία (1423-1881), τόμ. Β’, Κατερίνη (2007) σελ. 580-586.
[5]. «… Τελευταίον ήρχισε να καταστρέφηται ο τάφος, όστις κατ’ εμέ έχει πολλήν την αξίαν διά τον περιηγητήν και εν γένει τον φιλίστορα, θα καταστή δε μεγαλειτέρα η αξία του διά της παρελεύσεως του χρόνου», εφ. «Σάλπιγξ», Λάρισα, φύλλο της 14ης Φεβρουαρίου 1891.
[6]. Αβραμόπουλος Μιχαήλ – Βουτσιλάς Βασίλειος, ό.π., σελ. 53

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

1954. Περιφορά εικόνας Αγίου Αχιλλίου


15 Μαΐου 1954. Συγκέντρωση στην Κεντρική πλατεία της πομπής περιφοράς της ιεράς εικόνας  του Αγ. Αχιλλίου, παρουσία του πρωθυπουργού στρατάρχου Αλεξάνδρου Παπάγου. Φωτογραφία Πρακτορείου Ηνωμένων Φωτορεπόρτερ Αθηνών. Αρχείο Αντώνη Γαλερίδη. 15 Μαΐου 1954. Συγκέντρωση στην Κεντρική πλατεία της πομπής περιφοράς της ιεράς εικόνας του Αγ. Αχιλλίου, παρουσία του πρωθυπουργού στρατάρχου Αλεξάνδρου Παπάγου. Φωτογραφία Πρακτορείου Ηνωμένων Φωτορεπόρτερ Αθηνών. Αρχείο Αντώνη Γαλερίδη.

Από χρόνια επικρατεί το τυπικό περιφοράς της ιεράς εικόνας του Αγίου Αχιλλίου στους κεντρικούς δρόμους της Λάρισας κατά την ημέρα της εορτής του.

Κλήρος, επίσημοι και λαός, μετά το τέλος της εορταστικής Θείας Λειτουργίας στον μητροπολιτικό ναό, σχηματίζουν πομπή και μέσω της οδού Παπαναστασίου κατευθύνονται στο κέντρο της Κεντρικής πλατείας. Την περίοδο εκείνη η λειτουργία γινόταν στην προσωρινή εκκλησία του Αγ. Αχιλλίου, τη γνωστή και ως παράγκα, η οποία κατασκευάστηκε το 1941, μετά τον μεγάλο σεισμό της χρονιάς εκείνης που είχε καταστρέψει τον προπολεμικό περικαλλή ναό. Η προσωρινή εκκλησία βρισκόταν εκεί όπου σήμερα υπάρχει ο αρχαιολογικός χώρος με τα ερείπια της παλαιοχριστιανικής βασιλικής του Αγίου Αχιλλίου [1]. Η πομπή ξεκινούσε από τον ναό και ακολουθούσε την οδό Βασ. Σοφίας (Παπαναστασίου). Όταν έφθανε στο ύψος της οδού Κούμα έστριβε αριστερά επί της Κούμα και όταν πλησίαζε στο μέσον της νότιας πλευράς της πλατείας έστριβε πάλι αριστερά και κατευθυνόταν στο κέντρο της, όπου ο Δήμος έστηνε μια ειδική εξέδρα. Εκεί ανέβαιναν οι αρχιερείς με την ιερή εικόνα του Αγίου Αχιλλίου και ψαλλόταν ειδική δέηση. Ακολουθούσε σύντομη ομιλία του επιχώριου μητροπολίτη, μετά το τέλος της οποίας η πομπή συνέχιζε βόρεια, έφθανε στην οδό Κύπρου, διένυε τη διαδρομή της μέχρι την Ολύμπου, έστριβε αριστερά και πάλι αριστερά επί της Βενιζέλου και όταν συναντούσε την Παπαναστασίου έστριβε δεξιά, ακολουθούσε την ανηφόρα και επέστρεφε στον ναό. Μερικές χρονιές, δεν γνωρίζω για ποιον λόγο, η πομπή ακολουθούσε την αντίστροφη πορεία.
Η σημερινή φωτογραφία προέρχεται από τη συγκέντρωση της πομπής στην Κεντρική πλατεία Σάπκα. Είναι η εορτή του πολιούχου μας του έτους 1954 και η τελετή γίνεται παρουσία του πρωθυπουργού της περιόδου εκείνης που ήταν ο στρατάρχης Αλέξανδρος Παπάγος [2], τον οποίο κρύβει μία από τις τέσσερις στήλες της εξέδρας. Κάθε στήλη στην κορυφή της φέρει κάλυκα με κάρβουνα, από τον οποίο αναδύoνται νέφη θυμιάματος. Στην εξέδρα διακρίνεται ο μητροπολίτης Δωρόθεος Κοτταράς (1935-1956) [3], χωρίς να είναι σίγουρο αν υπάρχει ή όχι και άλλος ιεράρχης. Χαμηλότερα, στο επίπεδο της πλατείας, είναι παρατεταγμένος κυκλικά ο ιερός κλήρος, δίπλα οι επίσημοι και ολόκληρη η πλατεία με τους γύρω δρόμους είναι γεμάτα από πλήθος κόσμου. Η λήψη της φωτογραφίας έγινε από φωτογράφο του Πρακτορείου Ηνωμένων Φωτορεπόρτερ των Αθηνών, που είχε το εργαστήριό του στην οδό Πανεπιστημίου 39 (στη Στοά Πεσμαζόγλου). Φαίνεται ότι ο εν λόγω Αθηναίος φωτογράφος παρακολουθούσε από κοντά το ταξίδι του πρωθυπουργού για να ενημερώνει απεικονιστικά τον Αθηναϊκό Τύπο.
Στο βάθος της φωτογραφίας διακρίνονται τα κτίρια της δυτικής πλευράς της πλατείας. Ξεκινώντας από αριστερά παρατηρούμε ότι ο προπολεμικός θερινός κινηματογράφος «Τιτάνια» του Μιχάλη Τζεζαϊρλίδη δεν έχει ακόμη ανοίξει. Αν και έχουν περάσει δέκα περίπου χρόνια από την αποχώρηση των Γερμανών, ο χώρος του προπολεμικού κινηματογράφου είναι αδιαμόρφωτος και πνιγμένος από αυτοφυή δέντρα και άναρχο πράσινο. Ένας χαμηλός τοίχος απομονώνει τον χώρο από τον δρόμο.
Στη συνέχεια διακρίνεται το παλιό κτίριο του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας. Αν και το επίμηκες υπερώο (τρίτος όροφος) έχει κατεδαφιστεί συνεπεία των καταστροφών που υπέστη από τον μεγάλο σεισμό του 1941, το υπόλοιπο κτίριο που είχε μέχρι τότε ζωή 50 περίπου ετών [4] διατηρείται, εξωτερικά τουλάχιστον, σε πολύ καλή κατάσταση. Έστω και σ’ αυτήν την κολοβή διατήρησή του το κτίριο, με την πρώτη ματιά, δείχνει τις αρχιτεκτονικές αρετές του. Στη φωτογραφία διακρίνεται ως διώροφο, με νεοκλασικά στοιχεία, τα οποία γίνονται πλουσιότερα στην κύρια είσοδό του. Στην είσοδο αυτή υπήρχαν δύο κομψοί κίονες, οι οποίοι διαμόρφωναν τριπλή τοξοστοιχία, διά μέσου της οποίας, με τη βοήθεια χαμηλής μαρμάρινης σκάλας, εισέρχονταν οι συναλλασσόμενοι πολίτες στα ενδότερα του κτιρίου. Και αυτό το κτίριο, όπως και τόσα άλλα, είτε επέζησαν του σεισμού και των βομβαρδισμών, είτε υπέστησαν σοβαρές ζημιές, κατεδαφίστηκαν για να κατασκευαστούν πολυώροφες οικοδομές. Και να φανταστεί κανείς ότι σήμερα ψάχνουμε με το ...μικροσκόπιο μήπως και μπορέσουμε να βρούμε κανένα κτίσμα για να το κατατάξουμε στα διατηρητέα... Μια λεπτομέρεια. Στη στέγη του κτιρίου διακρίνεται ακόμη η σειρήνα, η οποία ειδοποιούσε σε περίπτωση επικείμενου εχθρικού βομβαρδισμού κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου.
Τέλος, προς τα δεξιά παρατηρούμε ό,τι απέμεινε από το ξενοδοχείο «Όλυμπος» του Βουζίκα, στη στέγη του οποίου έπεσε βόμβα κατά τον ιταλικό φονικό βομβαρδισμό της 21ης Δεκεμβρίου του 1940.

 

[1]. Τη δεκαετία του 1970, κατά τη διάρκεια εργασιών της δημοτικής αρχής που έγιναν στον χώρο μεταξύ του προσωρινού ναού του Αγίου Αχιλλίου και της παλαιάς τουρκικής αγοράς (μπεζεστένι), αποκαλύφθηκαν εντελώς τυχαία, σημαντικότατα αρχαιολογικά ευρήματα, τα οποία συνεχίζονταν και κάτω από τον πρόχειρο ναό. Επειδή η τύχη του ναού αυτού είχε από καιρό προδιαγραφεί, αφού ήδη είχε εγκαινιαστεί στις 6 Ιουνίου 1965 ο σημερινός μητροπολιτικός ναός, κρίθηκε σκόπιμη η άμεση κατεδάφισή του, η οποία υπήρξε κυριολεκτικά σωτήρια, καθώς κάτω από τα πρόχειρα θεμέλιά της εντοπίσθηκαν το 1978 τα υπολείμματα μιας τρίκλιτης παλαιοχριστιανικής βασιλικής του 6ου αιώνα, μέσα στα οποία αποκαλύφθηκε μεγάλος καμαροσκέπαστος τάφος, για τον οποίο οι αρχαιολόγοι πιστεύουν ότι ανήκει πιθανότατα στον πολιούχο και προστάτη Άγιο της Λάρισας, τον Άγιο Αχίλλιο.
[2]. Ο Αλέξανδρος Παπάγος είχε ιδιαίτερες σχέσεις με την πόλη μας. Προπολεμικά είχε ζήσει αρκετά χρόνια, όταν υπηρετούσε στο σύνταγμα Ιππικού και είχε κάνει πολλές γνωριμίες με Λαρισαϊκές οικογένειες. Μάλιστα ένα διάστημα ήταν διοικητής του Συντάγματος Ιππικού και είχε το γραφείο του στον όροφο του Μεγάρου Κατσαούνη (Παλλάδιον) στη νότια πλευρά της Κεντρικής πλατείας.
[3]. Δωρόθεος Κοτταράς, μητροπολίτης Λαρίσης από το 1935. Μετατέθηκε στη Λάρισα από τη Μητρόπολη Κυθήρων και διαδέχθηκε τον μητροπολίτη Αρσένιο Αφεντούλη (1914-1934). Το 1956 εκλέχθηκε από την ιεραρχία αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Η θητεία του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο υπήρξε σύντομη. Προσβλήθηκε από ανίατη ασθένεια και απεβίωσε τον Ιούλιο του 1957 νοσηλευόμενος στο Νοσοκομείο Karolinska της Σουηδίας.
[4]. Τη μελέτη του έργου κατασκευής του κτιρίου του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας στη Λάρισα εκπόνησε το 1905 ο αρχιτέκτων μηχανικός των Αθηνών Αριστείδης Μπαλάνος. Δύο περίπου χρόνια αργότερα, στις 17 Ιουνίου 1907 το κτίριο εγκαινιάσθηκε με επισημότητα.

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Η οδός Αλεξάνδρας


ΛΑΡΙΣΑ. Οδός Αλεξάνδρας. Επιστολικό δελτάριο των Μαργαρίτη -Γκινάκου από την Αθήνα.  Αρχές δεκαετίας του 1930. Αρχείο Φωτοθήκης. ΛΑΡΙΣΑ. Οδός Αλεξάνδρας. Επιστολικό δελτάριο των Μαργαρίτη -Γκινάκου από την Αθήνα. Αρχές δεκαετίας του 1930. Αρχείο Φωτοθήκης.

Η οδός Αλεξάνδρας ήταν και είναι από τους μεγαλύτερους και κεντρικότερους δρόμους της Λάρισας. Σήμερα, ως οδός Κύπρου, διασχίζει την πλατεία Αγαμ. Μπλάνα (Λαού) και την Κεντρική πλατεία (Μιχ. Σάπκα) και δυτικά καταλήγει να περικλείει την πλατεία Εβραίων Μαρτύρων στην οποία καταλήγει. Έχει αλλάξει πολλές ονομασίες από την περίοδο της ενσωμάτωσης της Θεσσαλίας το 1881 μέχρι σήμερα, που ονομάζεται οδός Κύπρου.


- Κατά τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας ονομαζόταν οδός Χατζή Χουσεϊν πασά. Με αυτό το όνομα αναφέρεται ένας επιμήκης και σκολιός δρόμος μέσα στην άναρχη ρυμοτομία της τουρκοκρατούμενης Λάρισας και ο οποίος αποτυπώνεται στον «Χάρτη πόλεως Λαρίσσης, χαραχθείς τω 1880», ο οποίος είναι ενσωματωμένος στο βιβλίο του Επαμεινώνδα Φαρμακίδη[1].
- Μετά την απελευθέρωση τον ίδιο δρόμο τον βρίσκουμε στις πρώτες εφημερίδες της Λάρισας σαν οδό Ντάρκουλη ή απλώς Δάρκουλη, προφανώς από την ομώνυμη κεντρική συνοικία Νταρκουρά. Από το 1882 και μετά, με την εφαρμογή του νέου ρυμοτομικού σχεδίου, ο δρόμος σταδιακά διευρύνεται και ευθειάζεται.
- Τον Σεπτέμβριο του 1891 πέθανε στη Ρωσία η πριγκίπισσα της Ελλάδος Αλεξάνδρα (1870-1891). Ήταν κόρη του βασιλιά Γεωργίου Α’ και το 1889 παντρεύτηκε τον μέγα δούκα της Ρωσίας Παύλο Αλεξάνδροβιτς. Δυστυχώς όμως το 1891, λίγες ημέρες μετά τη γέννηση του δεύτερου παιδιού της, πέθανε σε ηλικία 21 ετών. Το Δημοτικό Συμβούλιο Λαρίσσης στη συνεδρίαση της 16ης Σεπτεμβρίου 1891, μετά από πρόταση του δημάρχου Διονυσίου Γαλάτη, αποφάσισε να δώσει το όνομα της εκλιπούσας πριγκίπισσας σε κεντρικό δρόμο της πόλης και μετονόμασε την οδό Ντάρκουλη σε Αλεξάνδρας. Διαβάζουμε από τα πρακτικά της συνεδρίασης του Δημοτικού Συμβουλίου: «Κατά πρότασιν του Δημάρχου, αποφαίνεται: ονομάζει την δημοτικήν οδόν Ντάρκουλη, την άγουσαν εις Εβραϊκήν συνοικίαν παρά τη οικία Ν. Κουκουτάρα εις οδόν Αλεξάνδρας, εις μνήμην αΐδιον της μεταστάσης βασιλόπαιδος, αγγελομόρφου Αλεξάνδρας, συζύγου Μεγάλου Δουκός Παύλου και αναρτά εις πινακίδα το όνομά της»(2).
- Η ονομασία αυτή του δρόμου διατηρήθηκε σαράντα περίπου χρόνια, μέχρι και το 1932. Τη χρονιά εκείνη μετονομάσθηκε σε οδό των Έξ. Η ονομασία αυτή δόθηκε το 1932, όταν ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος εξέφρασε την επιθυμία να αποκατασταθεί η μνήμη των έξι (οι πέντε ήταν πολιτικοί και ο έκτος στρατιωτικός), οι οποίοι έπειτα από δίκη, εκτελέσθηκαν το 1922 ως πρωταίτιοι της μικρασιατικής καταστροφής. Στην πόλη μας η ενέργεια αυτή του πρωθυπουργού μεταφράστηκε με τη μετονομασία μιας κεντρικής οδού στη μνήμη των έξι εκτελεσθέντων.
- Μεταπολεμικά, μετά την εξορία του αρχιεπισκόπου της Κύπρου Μακαρίου στις Σεϋχέλλες το 1956 και τα γεγονότα που ανέδειξαν το κυπριακό ζήτημα, είχαμε νέα μετονομασία του δρόμου αυτού σε Κύπρου, ονομασία η οποία διατηρείται μέχρι και σήμερα. Παρατηρούμε λοιπόν ότι μέσα σε 140 χρόνια είχαμε πέντε διαφορετικές ονομασίες του ίδιου δρόμου. Αυτό δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Το ίδιο συνέβη και σε πολλούς άλλους δρόμους της Λάρισας όλα αυτά τα χρόνια.
Η φωτογραφία που συνοδεύει το σημερινό κείμενο αποτυπώνει ένα τμήμα της οδού Αλεξάνδρας, όπως ήταν κατά τις πρώτες δεκαετίες του 1930. Το τμήμα αυτό το έχουμε συναντήσει και σε άλλες φωτογραφίες που δημοσιεύθηκαν. Η συγκεκριμένη προέρχεται από το εργαστήριο των Μαργαρίτη-Γκινάκου της Αθήνας. Το εν λόγω φωτογραφικό δίδυμο περιέτρεξε πολλές περιοχές της Ελλάδας και κυκλοφόρησε τη δεκαετία του 1930 αρκετά επιστολικά δελτάρια τα οποία έχουν ορισμένα χαρακτηριστικά που τα κάνουν ευδιάκριτα. Οι περισσότερες φωτογραφίες είναι τεχνικά άρτιες, πολύ καλά καδραρισμένες, και με καλή εκτύπωση και σε καλό χαρτί. Ο χρωματισμός τους είναι ελαφρώς υποκύανος, δεν φέρουν αρίθμηση, παρά μόνον στην οπίσθια όψη αναγράφουν την ονομασία του εργαστηρίου τους: «‘Εκδοσις Φωτοτυπείου Α. Γκινάκου - Γ. Μαργαρίτη, Στοά Συγγρού 6 Αθήναι». Η λεζάντα της κάρτας είναι εντός της φωτογραφίας, στο κατώτερο σημείο της, και η αναγραφή γίνεται με καλλιτεχνικούς χειρόγραφους χαρακτήρες στα Ελληνικά και τα Γαλλικά. Στη σημερινή φωτογραφία η λεζάντα δεν φαίνεται καθαρά λόγω της φωτεινότητας του δρόμου και αναφέρει : «Λάρισα. Οδός Αλεξάνδρας» και « Larissa. Rue Alexandra».
Τα κτίρια που διακρίνονται στη φωτογραφία βρίσκονται στη βόρεια πλευρά της πλατείας και είναι από αριστερά: Το φαρμακείο «Σαντράλ» του Νικ. Ζησιάδου και Σία - Το Μέγα Ξενοδοχείον Ύπνου «Το Στέμμα» - Το υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας στη Λάρισα - Το Μέγαρο Χατζημέτου (γνωστό και ως Λέσχη Ασλάνη) και στη συνέχεια άλλα κτίσματα. Στη φωτογραφία προέχει το Ξενοδοχείο «Το Στέμμα» για το οποίο θα αναφέρουμε ορισμένες ιστορικές πληροφορίες. Ήταν ένα διώροφο κτίσμα με δεκαοκτώ δωμάτια στον επάνω όροφο και δύο μεγάλες αίθουσες στο ισόγειο, οι οποίες φιλοξενούσαν η μία εστιατόριο και η άλλη καφενείο. Οι δύο αυτές αίθουσες είχαν τέσσερα μεγάλα τοξωτά ανοίγματα η κάθε μια στην πρόσοψη, για να επιτυγχάνεται επαρκής φυσικός φωτισμός, ενώ ο όροφος έφερε μια σειρά από πόρτες και παράθυρα, εννιά τον αριθμό. Η αρχιτεκτονική του κτιρίου ακολουθούσε τον νεοκλασικό ρυθμό, δημοφιλή την περίοδο εκείνη στα περισσότερα νεοαναγειρόμενα οικοδομήματα σε ολόκληρο τον ελληνικό χώρο. Ήταν για την εποχή του το σημείο αναφοράς στην πόλη για τους ξένους και έχει αποτυπωθεί σε μερικά χαρακτικά περιηγητών που επισκέφθηκαν την περίοδο εκείνη τη Λάρισα.
Δέκα χρόνια αργότερα, κατά τη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου την άνοιξη του 1897, τα δωμάτιά του φιλοξένησαν πολεμικούς ανταποκριτές όλων των μεγάλων τότε εφημερίδων της Ευρώπης και της Αμερικής, καθώς και Έλληνες αξιωματικούς, ενώ στις αίθουσες του ισόγειου όπου σύχναζαν οι ένοικοι του ξενοδοχείου και αστοί της πόλης, κατέφθαναν αμέσως τα άσχημα συνήθως νέα από το μέτωπο του πολέμου. Το ξενοδοχείο παρέμεινε σαν δημοτική επιχείρηση μέχρι την πρώτη δημαρχία του Μιχαήλ Σάπκα (1914-1917), οπότε εκποιήθηκε σε ιδιώτες, με σκοπό από τα χρήματα που συγκεντρώθηκαν να κατασκευάζονταν ευρύχωρα σχολικά συγκροτήματα. Η κατασκευή των σχολικών κτιρίων τελικά άργησε να γίνει. Μεσολάβησε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος, ο διχασμός, η μικρασιατική εκστρατεία και η Λάρισα απέκτησε σύγχρονα σχολικά κτίρια στις δύο επόμενες δημοτικές θητείες του Μιχ. Σάπκα (1925-1934).
Με τον σεισμό του 1941 ο επάνω όροφος έπαθε σοβαρές καταστροφές και κατά τη δεκαετία του 1970 στη θέση του κατασκευάστηκαν πολυώροφες οικοδομές.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

 

[1]. Φαρμακίδης Επαμεινώνδας, Η Λάρισα. Από των μυθολογικών χρόνων μέχρι της προσαρτήσεως αυτής εις την Ελλάδα (1881), Βόλος (1926). Στην άκρη του χάρτη ο Φαρμακίδης σημειώνει ότι παραχωρήθηκε «προθύμως παρά του Συμπολίτου μου κ. Ιωάννου Τσιμπούκη».
[2]. Το όνομά της πριγκίπισσας Αλεξάνδρας εκτός από τη Λάρισα, δόθηκε και σε άλλες πόλεις της χώρας, σε δρόμους και δημόσια κτίρια. Στην Αθήνα λ. χ. η οδός Αλεξάνδρας και το νοσοκομείο Αλεξάνδρα υπάρχουν μέχρι και σήμερα.

 

Δευτέρα 12 Απριλίου 2021

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Ενα άγνωστο χαρακτικό της παλιάς Λάρισας


Απεικόνιση της Λάρισας στην περιοχή της γέφυρας και του Λόφου της Ακρόπολης.  Χαρακτικό των μέσων του 19ου αιώνα Απεικόνιση της Λάρισας στην περιοχή της γέφυρας και του Λόφου της Ακρόπολης. Χαρακτικό των μέσων του 19ου αιώνα

Η Λάρισα λόγω της κεντρικής της θέσεως στον ελλαδικό χώρο, κατά την τουρκοκρατία ήταν ένα από τα μεγαλύτερα αστικά κέντρα ολόκληρης της περιοχής, με πολύ μεγάλο αριθμό κατοίκων και ακόμα μεγαλύτερο αριθμό στρατευμάτων.

Η πόλη ήταν πολυφυλετική. Βέβαια οι περισσότεροι των κατοίκων της ήταν μουσουλμάνοι, αλλά υπήρχαν και αρκετοί χριστιανοί, εβραίοι, αθίγγανοι και νέγροι. Όλοι αυτοί αποτελούσαν το δυναμικό της πόλης, και κάθε φυλή εκτός από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ζωής της, είχε και τις δικές της επαγγελματικές ικανότητες. Η Λάρισα ως πόλη δεν είχε να επιδείξει τίποτα το ιδιαίτερο. Μπορεί από μακριά να είχε όψη τερπνή, επειδή είχε σαν φόντο το βουνό των Θεών, τον Όλυμπο, τον γειτονικό της Κίσσαβο με την κωνική κορυφή του και τους άφθονους υψηλόκορμους μιναρέδες των τουρκικών τζαμιών, αλλά όταν έμπαινε κάποιος μέσα στην πόλη δεν έβλεπε παρά μόνο μια σειρά από μικρές καλύβες και ανάμεσά τους μπορεί να πρόβαλλε και κάποια μεγάλη κατοικία, ένα τούρκικο κονάκι. Η απορία όλων των ταξιδιωτών ξένων και Ελλήνων όταν αντίκριζαν τη Λάρισα ήταν μία και μόνη, ότι δεν είχε μεγάλα και πολυώροφα κτίσματα, όπως άλλες πόλεις του δικού της δυναμικού που συναντούσαν σε άλλες χώρες. Η απορία τους λυνόταν όταν μάθαιναν ότι η περιοχή είναι σεισμογενής. Κάτι μάθανε τώρα τελευταία οι πολύ νεότεροι στην ηλικία για την προαιώνια μοίρα της περιοχής, με τα ρήγματα, τις πλάκες και τις δονήσεις…
Ψήγματα ομορφιάς μπορούσε να αντικρύσει κανείς μόνο στην περιοχή της γέφυρας με τον μυθικό Πηνειό να ρέει ακατάπαυστα, τον Λόφο με την πυκνή δόμηση και τα μεγάλα μουσουλμανικά ιδρύματα της περιοχής. Αυτός είναι και ο λόγος που ενώ πέρασαν από την πόλη μας εκατοντάδες περιηγητές που συνοδεύονταν από ισάριθμους σχεδόν καλλιτέχνες οι οποίοι την απεικόνισαν, δεν έχουμε απόψεις από το εσωτερικό της Λάρισας. Όλες σχεδόν έχουν την ίδια άποψη και μόνο ορισμένες απεικονίζουν πάλι τον Πηνειό, αλλά στην περιοχή όπου αργότερα κτίστηκε το Δημοτικό Νοσοκομείο της πόλης.
Η σημερινή εικόνα είναι μία από τα ίδια που έχουμε δημοσιεύσει και άλλες φορές. Την καταγράφουμε γιατί ήταν μέχρι τώρα άγνωστη και είναι παλιά. Τονίζει κάποια ενδιαφέροντα σημεία του τοπίου, αλλά επιβεβαιώνονται και ορισμένες αυθαιρεσίες καταγραφής που μόνο στη φαντασία του χαράκτη μπορούν να αποδοθούν. Ο χαράκτης στάθηκε στη δεξιά όχθη του Πηνειού, περίπου στη θέση όπου υπάρχει σήμερα η δεύτερη νέα οδική γέφυρα και κοίταξε το δυτικό τμήμα της Λάρισας. Αλλά ας μελετήσουμε την εικόνα με τη σειρά.
-Στο αριστερό άκρο της υπάρχει μια ομάδα επιβλητικών σε αρχιτεκτονική κτιρίων, τα οποία βρίσκονται πάνω στην αριστερή όχθη του Πηνειού, αμέσως μετά την έξοδο από τη γέφυρα. Ανήκουν στον Μεβλεβιχανέ, ο οποίος ήταν τεκές των Μεβλεβήδων. Αν θα θέλαμε δηλαδή να τον παραλληλίσουμε με τον χριστιανισμό, ήταν μια μονή του μουσουλμανικού τάγματος των στροβιλιζόμενων δερβίσηδων, οι οποίοι είχαν πάρει την ονομασία αυτήν από μια ειδική τελετουργία, η οποία τους χαρακτήριζε [1]. Εκεί κοντά ήταν και ο τάφος του Χουρσίτ πασά. Από τα μέσα του 19ου αιώνα ο τεκές των Μεβλεβήδων άρχισε οικοδομικά να φθίνει και τελευταία ελάχιστα υπολείμματά του ανιχνεύονται στη δεκαετία του 1880.
-Για τη γέφυρα έχουμε να προσθέσουμε ότι κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας το κατάστρωμά της δεν ήταν επίπεδο, αλλά στο κέντρο περίπου της διαδρομής του, δηλαδή στο ύψος του πέμπτου τόξου, το οποίο ήταν το μεγαλύτερο και ψηλότερο όλων, εμφάνιζε μια κορύφωση, η οποία στο σημερινό χαρακτικό είναι εμφανής. Είναι κάτι ανάλογο με τα άλλα ηπειρώτικα μονότοξα γεφύρια που έχουν διασωθεί και τα οποία έχουμε κατά καιρούς επισκεφθεί, με τη διαφορά ότι σ’ αυτά η κορύφωση είναι πιο έντονη λόγω του μεγάλου εύρους και ύψους του τόξου. Το 1886 στο πλαίσιο συντήρησης της γέφυρας ένα τάγμα μηχανικού του ελληνικού στρατού ανέλαβε να απομακρύνει τα ογκώδη πέτρινα στηθαία, να εξομαλύνει την ελαφρή καμπυλότητα της γέφυρας, να προσθέσει νέο οδόστρωμα και να αυξήσει σημαντικά το εύρος της [2].
-Πίσω από τη γέφυρα στο βάθος, ο ζωγράφος απεικόνισε τον Κίσσαβο, την Όσσα των αρχαίων. Είναι χαρακτηριστικό ότι κανείς από τους ζωγράφους που απεικόνισαν την πόλη από το σημείο αυτό δεν λησμόνησε να καταγράψει τη χαρακτηριστική κωνοειδή μορφή του.
—Στη συνέχεια διαγράφεται ο Λόφος της Ακρόπολης. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι μια μεγάλη ομάδα κτιρίων καταλαμβάνει ολόκληρο το ύψωμα. Μικρά και μεγάλα, διώροφα και τριώροφα έχουν καταλάβει τα πρανή του Λόφου, τα οποία λόγω της ιδιομορφίας του εδάφους η πλευρά που βλέπει στο ποτάμι είναι πολυώροφη. Όλα αυτά αποτελούν τον Τρανό μαχαλά, ο οποίος ήταν ως επί το πλείστον χριστιανική συνοικία και είναι τόσο στενή η επαφή των σπιτιών με τα διπλανά, ώστε να μη διακρίνεται καμιά ρυμοτομία και μόνο αόρατα, στενά και λοξά λιθόστρωτα σοκάκια να διασχίζουν την περιοχή. Ο χαράκτης δεν ζωγράφισε τον μητροπολιτικό ναό του Αγ. Αχιλλίου, γιατί ήταν μια απλή ξυλόστεγη χαμηλή βασιλική και καθώς ήταν κτισμένη 3-4 σκαλοπάτια κάτω από το επίπεδο του εδάφους, κατά παραγγελία των Οθωμανών ώστε να μη διακρίνεται από μακριά, χάνεται ανάμεσα στα υπόλοιπα κτίσματα. Μετά την απελευθέρωση, διά νόμου κατεδαφίστηκαν όσα κτίσματα κάλυπταν τον ναό και στα πρανή κτίστηκαν αναλληματικοί τοίχοι και ισοπεδώθηκε ο χώρος πάνω στον λόφο.
-Τελευταίο δεξιά κτίσμα είναι το τζαμί του Χασάν μπέη με τον ψηλό μιναρέ του. Εδώ ο ζωγράφος αυθαιρετεί και δεν ζωγραφίζει αυτό που βλέπει, καθώς απεικονίζει μπροστά από το τζαμί προκτίσματα σε μορφή αρχαιοελληνικού δωρικού ναού. Βέβαια η παράδοση αναφέρει ότι στους αρχαίους χρόνους στον τεχνητό αυτόν γήλοφο ήταν κτισμένος ναός της Δήμητρας, ο οποίος κατά τους βυζαντινούς χρόνους μετατράπηκε σε χριστιανικό ναό αφιερωμένο στη Σοφία του Θεού και οι Οθωμανοί τον μετέτρεψαν σε μουσουλμανικό τέμενος. Επίσης εντυπωσιάζει το ύψος του μιναρέ, δυσανάλογα μεγάλο και ψηλό, που δεν συνάδει με την προοπτική του σχεδίου. Μέσα στον χώρο αυτόν υπάρχει μια μεγάλη συστοιχία δένδρων (κυπαρίσσια), τα οποία δεν υπάρχουν σε άλλα σχέδια του τεμένους του Χασάν μπέη της ίδιας εποχής. Βέβαια μετά την κατεδάφιση του τεμένους το 1908 στο σημείο αυτό δημιουργήθηκε εξοχικό κέντρο με το όνομα «Καλλιθέα», το οποίο ήταν πλημμυρισμένο από πεύκα. Σήμερα δεν υπάρχουν τίποτε απ’ όλα όσα αναφέραμε, πλην του Κισσάβου βεβαίως, βεβαίως…


[1]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Η Μονή των Μεβλεβήδων. «Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα - Α’- 2014», Λάρισα (2016), σελ. 181-194.
[2]. Του ιδίου. Η Γέφυρα του Αλκαζάρ. εφ. «Ελευθερία», φύλλο της Κυριακής 19 Ιουλίου 2015.

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

 

Σάββατο 10 Απριλίου 2021

Μορφές της παλιάς Λάρισας: Φιλιππάκος ο λούστρος, Αλέκος ο κουλουράς, Μάχος ή Φον Τελεμάκ

Στη μεταπολεμική Λάρισα και μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ΄70, τότε που ο πληθυσμός της ήταν πιο μικρός και όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους, έδρασαν στο κέντρο της πόλης κάποιοι μικροπωλητές, πλανόδιοι και μη, και κάποιοι «γραφικοί» οι οποίοι υπήρξαν τεράστιες μορφές της τοπικής κοινωνίας και οι παλιότεροι θα τους θυμόνται ακόμη.

Αυτές οι μορφές της παλιάς Λάρισας σκιαγραφούν την ανθρωπογεωγραφία μιας πόλης και μιας Ελλάδας που δεν υπάρχει πια… και που για τους νεότερους φαντάζει σαν σκηνές από ασπρόμαυρη ελληνική ταινία… σαν σκηνές από το «Λίζα και η Άλλη» με την Αλίκη Βουγιουκλάκη να φωνάζει για την πραμάτεια της «τσατσάρες, τσιμπιδάκια φιλέ για τα μαλλιά»…

Αποτελούσαν μέλη μιας συγκεκριμένης κοινωνικής κάστας, της φτωχολογιάς, που έκανε επαγγέλματα που πλέον έχουν εξαφανιστεί, τον λούστρο, τον κουλουρά, τον παγωτατζή… οι οποίοι αναμειγνύονταν με τη μεσαία και την αστική τάξη καθημερινά.

Μερικοί από αυτούς υπήρξαν ιδιαίτερες περσόνες, οι γραφικοί της πόλης, που οι Λαρισαίοι τους γνώριζαν με τα μικρά τους ονόματα, τους έκαναν πλάκα με καλή διάθεση γιατί ταυτόχρονα με κάποιο τρόπο τους αγαπούσαν να τους θεωρούσαν μέρος της ζωντάνιας της παλιάς Λάρισας.

«Η πόλη που δεν έχει «τρελούς» ή τύπους έχει χάσει την ψυχή της» έγραψε ο ψυχίατρος και συγγραφέας Μάκης Λαχανάς στο βιβλίου «Η πόλις» που αποτελεί μια μυθιστορηματική ανθρωπογεωγραφία της Λάρισας.

Για κάποιες από αυτές τις προσωπικότητες έγραψε εκτός από τον Μάκη Λαχανά και ο Τάσος Πουλτσάκης σε άρθρα του στην «Ελευθερία».

Ο φωτογράφος Μίμης Γκουσγκούνης έκανε τα πορτραίτα δέκα εξ αυτών, τα οποία για πολλά χρόνια κοσμούσαν τους τοίχους στο τσιπουράδικο του Σπανού στην Πλατεία Λάου. Τα αρχείο του ανήκει πλέον στον εγγονό του και επίσης φωτογράφο Δημήτρη Γκουσγκούνη, ο οποίος παραχώρησε στο onlarissa.gr τρεις φωτογραφίες… του Φιλιππάκου του λούστρου, του Αλέκου του κουλουρά και του γνωστού Μάχου ή Φον Τελεμάκ.

Φιλιππάκος ο λούστρος

Ο Φιλιππάκος ήταν λούστρος που τον έβρισκες πάντα στην κεντρική Πλατεία.

Βερνίκωνε και γυάλιζε τα παπούτσια των περαστικών με το κασελάκι του, που μέσα έχει τα βερνίκια και βούρτσες για το γυάλισμα των παπουτσιών. Ο πελάτης άπλωνε το πόδι του στη βάση απ’ το κασέλι και όλα τα άλλα τα αναλάμβανε ο λούστρος. Δίπλωνε το μπατζάκι μη λερωθεί και έχωνε χαρτόνια από τσιγαρόκουτα στα πλάγια για να προστατέψει την κάλτσα. Ξεσκόνιζε με βούρτσα το παπούτσι, έβαζε λίγη αλοιφή από το μπουκαλάκι με το κατάλληλο χρώμα, και την άπλωνε παντού με την βούρτσα. Με ελαφρύ κτύπημα της βούρτσας στο παπούτσι έδινε το σύνθημα στον πελάτη να αλλάξει πόδι. Επαναλάμβανε την διαδικασία και επέστρεφε στο πρώτο για να του δώσει το τελικό γυάλισμα με πανί και με ειδική αλοιφή, το «ευρωπαϊκό» όπως το έλεγαν…

«Στην κεντρική πλατεία, εκεί που σήμερα βρίσκονται τα στέγαστρα της αφετηρίας-στάσης των αστικών λεωφορείων, ήταν παρατεταγμένοι οι λούστροι με τα καλαίσθητα κασελάκια τους, οι οποίοι, χτυπώντας τα με τις βούρτσες τους, καλούσαν τους περαστικούς για ένα περιποιημένο βάψιμο-γυάλισμα των σκονισμένων παπουτσιών τους. Θυμάμαι μερικούς τύπους απ’ αυτούς, όπως τον Φιλιππάκο, τον Α…τα…τα και τον… οικότροφο της Λέσχης των Αξιωματικών, τον Ταξίαρχο, με την μακριά στρατιωτική Χλαίνη, χειμώνα-καλοκαίρι, να διαπληκτίζεται με τους λούστρους» γράφει σχετικά ο Τάσος Πουλτσάκης σε άρθρο του στην «Ελευθερία».

Αλέκος ο κουλουράς

Ο Αλέκος ο κουλουράς ήταν πλανόδιος πωλητής κουλουριών τότε που στη Λάρισα δεν υπήρχαν street café και πολυτελείς φούρνοι…

Κυκλοφορούσε στους εμπορικούς δρόμους της πόλης με μια τάβλα για κουλούρια, η οποία ισορροπούσε στο κεφάλι του πάνω σε ένα χοντρό υφασμάτινο στεφάνι. Είχε μια τεράστια, άσχημη φαλάκρα…. Όταν κάποιος περαστικός ζητούσε κουλούρι, σήκωνε το χέρι του και το έπιανε δεξιοτεχνικά από την τάβλα στο κεφάλι του χωρίς να χάσει την ισορροπία του.

Τους κουλουράδες ή κουλουρτζήδες τους αποκαλούσαν εκείνη την εποχή και σιμιτζήδες από την τούρκικη λέξη «σιμίτ». Το κύριο εμπόρευμά τους ήταν το κουλούρι Θεσσαλονίκης, με δακτυλιοειδές σχήμα και πολύ σουσάμι.

Μάχος ή Φον Τελεμάκ

Ο Μάχος υπήρξε η πλέον γραφική φυσιογνωμία της πόλης. Ο ψυχίατρος και συγγραφέας Μάκης Λαχανάς τον συμπεριέλαβε στον κεφάλαιο «Ο Αγάλου» στο βιβλίο του «Η πόλις».

Παραθέτουμε αυτούσια κάποια αποσπάσματα, καθώς περιγράφουν με λεπτομέρειες τον Μάχο  ή τον Φον Τελεμάκ για τους Λαρισαίους, Τηλέμαχο για τον Λαχανά που τον γνώριζε από την παιδική του ηλικία, καθώς η οικογένειά του Τηλέμαχου, ο πατέρας του ήταν γιατρός μαιευτήρας, μετακόμισε σε ένα τρίπατο σπίτι στην οδό Ισχομάχου, στη γειτονιά που μεγάλωσε ο Μάκης Λαχανάς.

«Και τα τρία παιδιά ήταν προικισμένα. Βέβαια ο Τηλέμαχος ήταν λιγάκι παραπροικισμένος. Ήταν διαρκώς αντιρρησίας και θα έλεγα και καβγατζής. Θύμωνε εύκολα, αποσύρονταν από τα παιχνίδια και απομονώνονταν. Ανέβαινε πάνω στο τρίτο πάτωμα, που ήταν χωρίς έπιπλα, κι εκεί είχε εγκαταστήσει το βασίλειο των φαντασιώσεών του. Μάθαινε με ευκολία γλώσσες, χωρίς βέβαια σύστημα, κι είχε και ένα βιολί. Πολλές φορές έμενε πάνω στο τρίτο πάτωμα σχεδόν ολόκληρη τη μέρα γρατζουνώντας φρικτά το βιολί του (…) Έπειτα για να μας εντυπωσιάσει, ντυνόταν κάπως παράξενα. Κρεμούσε διάφορα πράγματα από τα ρούχα του και μας μιλούσε ατελείωτα με τα δικά του γερμανικά. Κυριαρχούσε η λέξη «φαφλούχτεν», μπορεί και να μην ήξερε την έννοιά της, του άρεσε όμως ο σκληρός ήχος της λέξης.

Αργότερα αυτές οι εμφανίσεις γινόταν και στο Γυμνάσιο. Τότε άρχισε να γίνεται δραματική η κατάσταση.  Οι μαθητές τον προγκάριζαν, τον ερέθιζαν, του έκανα διάφορες πλάκες, του έπαιρναν τα μετάλλια που είχε κρεμασμένα, – που τα βρισκε τόσα μετάλλια; Στην τάξη διαμαρτύρονταν στον καθηγητή, αυτός βρισκόταν σε δύσκολη θέση να απαντήσει στις παράξενες ερωτήσεις του, τελείωνε το μάθημα και άντε πάλι απ΄ την αρχή με τον Τηλέμαχο. Ήταν αυτός και κανείς άλλος, που είπε ότι ονομάζεται «Φον Τελεμάκ», είχε προφανώς ανακαλύψει ότι το «Φον» ήταν τίτλος ευγενείας στη Γερμανία. Κι έκτοτε έμεινε· «Φον Τελεμάκ».

Αργότερα άρχισε να μην μπαίνει στην τάξη. Καθόταν στο προαύλιο ή μονολογούσε ή έκανε κουβέντα με τους περαστικούς, συζητούσε καλά, είχε μυαλό ξυράφι. Κι όσα μαθαίναμε εμείς στο σχολείο έπειτα τα διάβαζε σπίτι του κι ήταν έτοιμος να μας τα πει, να μας κάνει ερωτήσεις, να συμπληρώσει. Όταν ήρθαν οι Γερμανοί, προσπάθησε να κολλήσει σε αυτούς, γιατί το πάθος του ήταν τα γερμανικά. Αυτοί στην αρχή τον πήραν στα σοβαρά, έπειτα όμως τον απόδιωξαν. Επέστρεψε στο προαύλιο του Γυμνασίου, δεν έμπαινε στην τάξη.

Ντυνόταν με πολύχρωμα ρούχα, φορούσε μετάλλια και γενικά η προσωπικότητά του άρχισε να «αποδομείται». Στο σπίτι δεν του έδινα σημασία. (…) Ο «Φον Τελεμάκ» όδευε προς την ψύχωση, χωρίς όμως ίχνος επιθετικότητας. Αμύνονταν μονάχα, όταν τα παιδιά, και οι μεγάλοι ακόμα, του ρίχνονταν. Όταν πέρασαν τα χρόνια, παγιώθηκε η κατάστασή του, ήταν ο «Φον Τελεμάκ», έγινε αποδεκτός στις παρέες, τον κερνούσαν κρασί, ποτά, έλεγε έξυπνες αρλούμπες, οι άλλοι γελούσαν, έσπαζαν πλάκα. Του ΄δωσαν κι άλλα επίθετα και ο Τηλέμαχος πάχυνε, ασχήμυνε, φορούσε χοντρά, μυωπικά γυαλιά, ήταν κοντός, και γυρόφερνε μόνος του προς γενική τέρψη των λογικών.

Καθιερώθηκε πλέον σαν τύπος της πόλης. Το πιστεύω ακράδαντα. Η πόλη που δεν έχει «τρελούς» ή τύπους έχει χάσει την ψυχή της. Ο Τηλέμαχος ήταν ένα κομμάτι της ψυχής της πόλης. Τώρα η πόλη δεν έχει τρελούς ούτε τύπος να περιφέρονται στην αγορά. Η πόλη έχει χάσει την ψυχή της. Η πόλη έχει τέσσερις ψυχιατρικές κλινικές. Αρκετές για να φιμώσουν την ψυχή της πόλης. Πότε πέθανε ο Τηλέμαχος; Ήταν συνομήλικός μου. Πάντως έφυγε, Ησύχασε. Κι ο κόσμος ησύχασε».

Εύη Μποτσαροπούλου

 

Τρίτη 6 Απριλίου 2021

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Παρέλαση στη Λάρισα το 1938


Οκτώβριος 1938. Παρέλαση τμημάτων της ΕΟΝ κατή τη διάρκεια της δικτατορίας  του Ιωάννη Μεταξά ενώπιον γλυπτού πορτραίτου του βασιλιά Κωνσταντίνου.  Η πορεία βρίσκεται έξω από το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας. Συλλογή Θανάση Μπετχαβέ. Οκτώβριος 1938. Παρέλαση τμημάτων της ΕΟΝ κατή τη διάρκεια της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά ενώπιον γλυπτού πορτραίτου του βασιλιά Κωνσταντίνου. Η πορεία βρίσκεται έξω από το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας. Συλλογή Θανάση Μπετχαβέ.

Η σημερινή εικόνα αποτυπώνει τις λεπτομέρειες παρέλασης η οποία πραγματοποιήθηκε στις 9 Οκτωβρίου του 1938[1] στη Λάρισα με την ευκαιρία της αποκάλυψης του μεγάλου ανδριάντα του βασιλιά Κωνσταντίνου Α’, νικητή των Βαλκανικών Πολέμων, στο πεδίον του Άρεως στη Αθήνα. Την ίδια μέρα σε όλες τις μεγάλες πόλεις της χώρας πραγματοποιήθηκαν ανάλογες εκδηλώσεις, για να τιμήσουν τον βασιλιά, η σορός του οποίου είχε μεταφερθεί στην Ελλάδα το 1936 και ενταφιάστηκε στο Τατόι[2].


Οι παρελαύνουσες βρίσκονται στο ύψος του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας στην Κεντρική πλατεία και αποδίδουν τιμές σε λευκό γλυπτό πορτραίτο του βασιλιά Κωνσταντίνου, τοποθετημένο σε ψηλή βάση, στο κάτω μέρος της οποίας διακρίνονται τα στεφάνια τα οποία κατατέθηκαν πιο πριν από τους επισήμους. Η προτομή είναι στημένη επί τετράγωνης λευκής εξέδρας και παραστάτες της είναι δύο εύζωνοι. Στη φωτογραφία απεικονίζεται ένα γυναικείο τμήμα της ΕΟΝ (Εθνική Οργάνωση Νεολαίας)[3], που είχε ιδρύσει ο δικτάτορας Ιωάννης Μεταξάς στο πρότυπα των ναζιστικών νεολαιών. Είναι οι λεγόμενες φαλαγγίτισσες.
Οι επίσημοι στέκονται όρθιοι στο πεζοδρόμιο έξω από την Τράπεζα και ο φακός συνέλαβε στην άκρη αριστερά μόνον δύο εξ αυτών, τον μητροπολίτη Λαρίσης Δωρόθεο[4] και δίπλα του ένα άλλο επίσημο άτομο με βελάδα και ημίψηλο καπέλο, το οποίο εκπροσωπούσε την κυβέρνηση, προφανώς τον Νομάρχη. Δήμαρχος Λαρίσης την περίοδο εκείνη ήταν ο Στυλιανός Αστεριάδης, ο οποίος μαζί με τους υπόλοιπους επισήμους είναι εκτός φωτογραφικού πλάνου. Κοντά στον φακό διακρίνεται και ένα άλλος εύζωνας, ο οποίος παριστάνει τον δείκτη για τους παρελαύνοντες.
Η ημέρα είναι ηλιόλουστη, ο κόσμος έχει κατακλύσει πεζοδρόμια παράθυρα και πόρτες και η επισημότητα εμφανής. Με την ευκαιρία αυτή έχουμε τη δυνατότητα να παρατηρήσουμε τη φωτογραφία και να μελετήσουμε λεπτομέρειες από το υπέροχο προπολεμικό κτίριο της Εθνικής Τράπεζας. Μόλις διακρίνεται το προστώο της εισόδου στο ισόγειο με τα τρία συμμετρικά ανοίγματα, καθώς και τα υπόλοιπα νεοκλασικά στοιχεία με τα οποία ήταν κοσμημένη. Τη μελέτη του έργου κατασκευής του κτιρίου είχε εκπονήσει ο περίφημος πολιτικός μηχανικός των Αθηνών Νικόλαος Μπαλάνος, ενώ τα εγκαίνια είχαν γίνει τον Ιούνιο του 1907 και όπως αναφέρει ο τοπικός τύπος το οίκημα αποτελούσε «λαμπρόν μέγαρον, το οποίον ιδίαις δαπάναις η Τράπεζα ωκοδόμησεν». Ολόκληρο το οικοδόμημα ήταν μια τριώροφη οικοδομή με υπόγειο. Το ισόγειο φιλοξενούσε τα γραφεία και τις διάφορες υπηρεσίες της Τράπεζας, στον επάνω όροφο βρισκόταν η κατοικία του διευθυντού, ενώ ο τρίτος όροφος αποτελούνταν από επίμηκες υπερώο, με τριγωνική αετωματική πρόσοψη, το οποίο κάλυπτε μέρος του όλου εμβαδού. Όλη όμως η ομορφιά του κτίσματος επικεντρωνόταν στο νεοκλασικό προστώο του το οποίο έβλεπε προς την πλευρά της πλατείας. Μετά τον σεισμό του 1941 το υπερώο καταστραφέν, κατεδαφίστηκε και τη δεκαετία του 1960 κατεδαφίστηκε και το υπόλοιπο κτίριο, αληθινό κόσμημα, για τα τότε δεδομένα της Λάρισας, για να κατασκευαστεί ο σημερινός άγευστος αισθητικά τεράστιος τσιμεντένιος κύβος, επενδεδυμένος με μάρμαρα, που αντικρίζουμε.
Περισσότερα στοιχεία μπορεί να μας δώσει η φωτογραφία για το άλλο, το διπλανό κτίριο. Πρόκειται για γωνιαίο κτίριο που βασίζεται στο προνόμιο να έχει πρόσοψη σε τρεις δρόμους, Ακροπόλεως (Παπαναστασίου), Αλεξάνδρας (Κύπρου) και Απόλλωνος. Είναι διώροφο. Στο ισόγειο λειτούργησε ένα από τα μεγαλύτερα και μακροβιότερα καταστήματα τροφίμων και αποικιακών ειδών της Λάρισας από τις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι το 1941. Ιδρύθηκε από τον Κωνσταντίνο Μακρυγιάννη και λόγω της καταγωγής του από την Κρήτη ήταν γνωστός και ως «Κρητικός».
Πριν εγκατασταθεί σ’ αυτό το κατάστημα, ο Κώστας Μακρυγιάννης διατηρούσε ακριβώς απέναντι μεγάλη αποθήκη κρασιών, με τα οποία εφοδίαζε πολλά ξενοδοχεία φαγητού (εστιατόρια) και ταβέρνες της Λάρισας. Όταν όμως ανεγέρθηκε η διώροφη οικοδομή στη γωνία των οδών Ακροπόλεως, Αλεξάνδρας και Απόλλωνος, εγκατέλειψε την κρασαποθήκη και άνοιξε το κατάστημα αποικιακών, το οποίο είχε πρόσοψη και από τις τρεις πλευρές, με είσοδο από την οδό Απόλλωνος. Το μαγαζί αυτό συνέχισε τη λειτουργία με τους γιους του ιδρυτή του, Δημήτριο, Ιωάννη και Ρηγίνο Μακρυγιάννη. Στο ισόγειο, εκτός από το κατάστημα του Μακρυγιάννη, υπήρχαν βορειότερα και άλλα καταστήματα, τα οποία κατά καιρούς άλλαζαν χρήση και ενοικιαστή.
Στον επάνω όροφο του ίδιου κτιρίου στεγάσθηκε το Ξενοδοχείο «Όλυμπος» του Χαράλαμπου Βουζίκα. Αρχιτεκτονικά στο εξωτερικό του το κτίριο ακολουθούσε τον ρυθμό της εποχής, τον νεοκλασικό. Διέθετε κομψούς εξώστες με σιδερένια κιγκλιδώματα, στηριγμένους σε γλυπτά μαρμάρινα φουρούσια, παραστάδες γύρω από τα ανοίγματα, και άλλα ήπια αρχιτεκτονικά στοιχεία, όπως σχεδόν όλα τα κτίρια της Πλατείας Θέμιδος (Κεντρική πλατεία), κατά την προπολεμική περίοδο. Η κεντρική είσοδος του ξενοδοχείου βρισκόταν επί της οδού Ακροπόλεως. Το τμήμα του κτιρίου αυτού που διακρίνεται στη φωτογραφία είχε άσχημο τέλος. Κατά τον ιταλικό βομβαρδισμό της 21ης Δεκεμβρίου 1940 μια εχθρική βόμβα έπεσε επάνω στη στέγη του, η οποία το μετέτρεψε σε ερείπια.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

 

[1]. Η χρονολόγηση της εικόνας συνάγεται και από την παρουσία του αποσπάσματος της Ε.Ο.Ν., της οποίας το πρώτο παράρτημα στην Ελλάδα ως γνωστόν ιδρύθηκε τον Νοέμβριο του 1937 στην Πάτρα. Βλέπε: Γρηγορίου Δαφνή. Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων (1923-1940). Αθήναι (1955), Β’ τόμ., σελ. 470.
[2]. Είναι γνωστό ότι τον Ιανουάριο του 1923 απεβίωσε σε ξενοδοχείο στο Παλέρμο της Σικελίας ο εξόριστος βασιλιάς Κωνσταντίνος και ενταφιάστηκε με ενέργειες της Ρωσίδας μητέρας του βασίλισσας Όλγας στην κρύπτη της ρωσικής εκκλησίας της Φλωρεντίας. Όταν τον Νοέμβριο του 1935 αποκαταστάθηκε η βασιλευόμενη δημοκρατία με βασιλιά τον Γεώργιο Β’, τέθηκε θέμα επιστροφής της σορού του Κωνσταντίνου στην Ελλάδα. Προς τούτο η κυβέρνηση απέστειλε το θωρηκτό «Αβέρωφ» στο Μπρίντιζι για να παραλάβει τα οστά του Κωνσταντίνου, της μητέρας του, βασίλισσας Όλγας, και της συζύγου του βασίλισσας Σοφίας, οι οποίες είχαν πεθάνει επίσης εκτός Ελλάδας. Το πλοίο κατέπλευσε στον Πειραιά στις 17 Νοεμβρίου 1936. Με επίσημη πομπή οι σοροί μεταφέρθηκαν στη Μητρόπολη Αθηνών για λαϊκό προσκύνημα διάρκειας έξι ημερών και ακολούθως, ενταφιάστηκαν στο βασιλικό κοιμητήριο στο Τατόι.
[3]. Μέσα από την Εθνική Οργάνωση Νεολαίας γινόταν συστηματική προσπάθεια διαπαιδαγώγησης και προπαγάνδας υπέρ του καθεστώτος.
[4]. Δωροθεος Κοτταράς (1888-1956). Σπούδασε Θεολογία και εν συνεχεία Νομική στην Αθήνα και τη Λειψία. Ειδικεύθηκε στο εκκλησιαστικό δίκαιο. Στις 18 Δεκεμβρίου 1922 προχειρίστηκε πρεσβύτερος και μετά δύο ημέρες χειροτονήθηκε μητροπολίτης Κυθήρων και Αντικυθήρων. Στις 15 Ιανουαρίου 1935 μετατέθηκε στη Μητρόπολη Λαρίσης και Πλαταμώνος στη θέση του αποθανόντος Αρσενίου, όπου έμεινε μέχρι στις 29 Μαρτίου 1956, όταν εκλέχθηκε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Απεβίωσε σε νοσοκομείο της Στοκχόλμης στις 26 Ιουλίου 1957 από όγκο του εγκεφάλου. Υπήρξε ικανότατος ομιλητής και η γνώμη του ήταν πάντα βαρύνουσα κυρίως επί θεμάτων εκκλησιαστικού δικαίου.

 

Πέμπτη 1 Απριλίου 2021

Ο μοναδικός χαρτογράφος μας και η πρώτη απεικόνιση της Θεσσαλίας -Α’


Χάρτης της προς την Ήπειρον και Μακεδονίαν οροθετικής γραμμής της Ελλάδος, του Μιχ. Χρυσοχόου. 1878. Χάρτης της προς την Ήπειρον και Μακεδονίαν οροθετικής γραμμής της Ελλάδος, του Μιχ. Χρυσοχόου. 1878.

Χαρτογραφία είναι η επιστήμη η οποία περιλαμβάνει εργασίες που αφορούν απεικονίσεις σε σμίκρυνση μέρους ή όλης της επιφάνειας της γης, για τη σχεδίαση χαρτών. Η χαρτογραφία είναι από τις αρχαιότερες δραστηριότητες του ανθρώπου. Από τα

πετρογραφικά τοπογραφήματα της προϊστορικής περιόδου μέχρι τη σημερινή τεχνολογική κοσμογονία, η χαρτογραφία πέρασε από διάφορες φάσεις. Η εξέλιξή της όμως κορυφώνεται από την εποχή του Πτολεμαίου μέχρι τη διάσημη Ολλανδική Σχολή του 16ου και 17ου αι. (Mercator, Ortelius) και άλλες ευρωπαϊκές σχολές (Laurenberg, Coronelli και άλλοι). Στην Ελλάδα και στον τομέα αυτόν υστερήσαμε πολύ. Ο πρώτος και μοναδικός χαρτογράφος της του 19ου αι. ήταν ο Μιχαήλ Χρυσοχόου.
Για τον Χρυσοχόου γράψαμε και άλλη φορά, για να τονίσουμε τις συγγενικές σχέσεις του με τη Λάρισα και την αποτυχημένη Θεσσαλική επανάσταση του 1878. Σήμερα και την επόμενη Τετάρτη θα ασχοληθούμε με τον πολυκύμαντο βίο του, τη σπουδαία και ιδιότυπη δράση του μοναχικού αυτού επιστήμονα και τα έργα του που έχουν σχέση με τη Θεσσαλία[1]. Οδηγός μας θα είναι άρθρο της εφημερίδας των Αθηνών «Ακρόπολις» της 5ης Απριλίου 1897, λίγες ημέρες πριν την είσοδο των Τούρκων στη Λάρισα στις 13 Απριλίου του ίδιου έτους, που συνέπεσε να είναι Κυριακή του Πάσχα, μετά την οπισθοχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων. Την εντόπισε ηλεκτρονικά ο καλός φίλος και μέλος της Φωτοθήκης Αχιλλέας Καλτσάς, μού παραχώρησε αντίγραφό του και τον ευχαριστώ πολύ. Θεωρούμε την αφήγηση πολύ λεπτομερή και κατατοπιστική [2] και για τον λόγο αυτό την αναπαράγουμε. Μη ξεχνάμε ότι η πόλη τίμησε τον Χρυσοχόου με την ομώνυμη οδό που βρίσκεται στη συνοικία του Αγ. Κωνσταντίνου, πίσω από το κτίριο του Ε’ Δημοτικού Σχολείου. Σε πολλά σημεία του κειμένου θα περιέχονται διάφορες διευκρινιστικές αναφορές, καθώς και εκτενή και άγνωστα σχόλια για ενδιαφέροντα σημεία του βίου του. Η γλώσσα του είναι απλή και κατανοητή καθαρεύουσα ώστε να μη χρειάζεται βήθεια. Ο τίτλος του δημοσιεύματος είναι «Ο μοναδικός χαρτογράφος μας» και έχει ως εξής:
«Η εν Ελλάδι Χαρτογραφία είναι βέβαιον ότι επετέλεσε τας ολιγωτέρας προόδους, αν υπάρχει δε άνθρωπος ο οποίος δύναται δικαίως να καυχηθή ότι κατόρθωσε να γίνεται λόγος εις την Ευρώπην ότι η Ελλάς έχει χάρτας υπό Ελλήνων εκπονηθέντας, είναι ο κ. Μ. Χρυσοχόου, ένας τύπος αγαθώτατος, σώμα ευμελές[3], μορφή συμπαθής η οποία στεφανώνεται από κατάλευκον κώμην και γενειάδα.
Ο κ. Μ. Χρυσοχόος εγεννήθη εις την Ζίτσαν της Ηπείρου[4] και κατά τα πρώτα, τα παιδικά του έτη, εχρημάτισεν ως υπηρέτης καφενείου, παντοπωλείου και Χανίου. Όταν έγινε δεκαπενταετής απεφάσισε να μάθη γράμματα με όλα τα γλίσχρα μέσα που διέθετε, διότι τότε ο πατήρ του διέμενεν εις την Βλαχίαν. Ετελείωσε τα σχολεία της πατρίδος του και μετέβη εις τα Ιωάννινα όπου ετελείωσε το Γυμνάσιον.
Κατ' εκείνην την εποχήν εστέλλοντο υπότροφοι εις Αθήνας των μονών της Βίτσης Προφήτου Ηλιού και Πατέρων προς ευρυτέραν εκπαίδευσιν και εστάλη και αυτός, προωρισμένος δια την Νομικήν. Αλλά μετά έν και ήμισυ έτος υποτροφίας, τα μεν κτήματα τη Μονής κατέλαβεν η Ρουμανική Κυβέρνησις, η δε παροχή της υποτροφίας διεκόπη.
Υπουργός των Οικονομικών τότε ήτο ο Ευστ. Σίμος, τον οποίον είχε γνωρίσει και ο οποίος τον διώρισεν εξηκοντάδραχμον υπάλληλον[5]. Εκ της θέσεως όμως ταύτης ταχέως προήχθη, αλλ' η επελθούσα εν τω μεταξύ έξωσις του Όθωνος και η αντικατάστασις τού Σίμου δια τού Βάλβη επέφεραν την απόλυσίν του.
Δεν είχε πλέον τι να κάμη εις τας Αθήνας και μετέβη εις το Βουκουρέστι, όπου ακουσίως του, έγινε φωτογράφος και ιδού πώς. Μίαν ημέραν ευρίσκετο εις έν βιβλιοπωλείον, όπου τυχαίως είδεν έν βιβλίον περί φωτογραφίας, το ηγόρασε και έκτοτε ησθάνθη την ανάγκην να γίνη φωτογράφος. Από την πατρικήν περιουσίαν του κάτι ολίγα πράγματα τώ έμειναν, επήρε μέρος αυτής, ηγόρασε τα αναγκαία εργαλεία και ήλθεν εις τας Αθήνας. Εδώ όμως εντρέπετο να εξασκήσει την τέχνην του και μετέβη εις το Αϊβαλί με τον πόθον να περιηγηθή όλην την Ανατολήν. Αλλά και εκείθεν ένεκα της χολέρας ηναγκάσθη να φύγη και μετέβη εις την Θεσσαλονίκην, όπου εκ της φωτογραφικής του εκέρδισεν αρκετά.
Εκεί ετεκταίνετο τότε η επανάστασις της Μακεδονίας τώ 1864. Ο Λέων Βούλγαρης εβγήκεν εις την Συκιάν της Χαλκιδικής με 80 επαναστάτας. Ο κ. Χρυσοχόου κατ' εκείνην την εποχήν είχε γίνει το κέντρον πάσης ενεργείας, εις αυτόν δε εστέλλοντο αι προκηρύξεις δια να σκορπισθούν εις την Μακεδονίαν. Αι αρχικώς όμως συνταχθείσαι προκηρύξεις είχαν μεταβληθή εις τας Αθήνας μέσω ενεργειών ενός Ρώσσου στρατηγού, όστις και όπλα και χρήματα πολλά είχε φέρει εκ Ρωσσίας προς υποκίνησιν Μακεδονικής επαναστάσεως . Αύτη η προκήρυξις έφερεν εις την αρχήν: «Εν ονόματι του Αυτοκράτορος Αλεξάνδρου πασών των Ρωσσιών, προς τους υποδούλους λαούς της Τουρκίας». Ολόκληρος δε ήτο συντεταγμένη υπό πνεύμα Ρωσσικόν. Μαζί με την προκήρυξιν ταύτην εστάλησαν και πλείσται ιεραί εικόνες εκ Ρωσσίας, προς διανομήν. Ο Χρυσοχόου εννοήσας ότι η Ρωσσία υποκινούσα την επανάστασιν επεδίωκεν ίδια συμφέροντα, τας μεν προκηρύξεις εξέσχισε, τας δε εικόνας κατέκαυσε.
Κατά την εποχήν εκείνην ήλθεν μετημφιεσμένος και είς επαναστάτης να τον ειδοποιήση ότι οι σύντροφοί του εβγήκαν εις την Συκιάν αλλά τον ηννόησαν, φαίνεται, και περιεκύκλωσαν οι νιζάμηδες[6] την οικίαν του κ. Χρυσοχόου. Εις τον λιμένα κάτω ήτο ετοίμη προς απόπλουν η «Καρτερία», δεν αργεί, εξέρχεται δι' οπισθίας θύρας, κατεβαίνει εις τον λιμένα, επιβαίνει του ατμοπλοίου και μετά τινας ημέρας ήτο εις Αθήνας.
Εδώ ήτο η Κρητική επανάστασις εις την ακμήν της. Έν από τα δραστηριώτερα μέλη τα εργαζόμενα υπέρ της Κρήτης ήτο ο εκ Βοστώνης κ. Χάους με τον οποίον εγνωρίσθη και τώ ανετέθησαν τρεις αποστολαί, των οποίων η διανομή είχεν εμπιστευθεί εις το ίδιον. Την τρίτην όμως φοράν έμεινεν εις την Κρήτην μετά των επαναστατών επί 5 μήνας, περιερχόμενος τας επαρχίας Σφακίων και Αγ. Βασιλείου. Επέστρεψε δε μόνον δια να υποβάλη αρμοδίως σχέδιον προς χρήσιν τορπιλλών, τας οποίας είχε μεταφέρει ο Αμερικανός κ. Δίξον, μετά του κ. Ροδοκανάκη. Αλλά τα Κρητικά τότε είχαν τελειώσει και μετέβη εις την Θεσσαλονίκην, όπου παρέλαβεν όσα πράγματα είχεν αφήσει και ήλθεν εις τον Βώλον και εκείθεν εις Λάρισσαν ως φωτογράφος το 1868».
(Συνεχίζεται)


[1]. Μ. Χρυσοχόου Ζιτσαίου. Ιστορική έκθεση των έργων του, εκ σελίδων 80, ημιτελής συνεπεία του θανάτου του επισυμβάντος τη 11 Μαρτίου 1921. Εν Αθήναις (1921) σελ. κα’ + 80
[2]. Προσωπικά έχω την υπόνοια ότι το κείμενο αυτό είναι γραμμένο από την αδελφή του Αμαλία Παπασταύρου-Χρυσοχόου, χωρίς να έχω κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Ήταν δασκάλα του ελληνικού σχολείου της Λάρισας κατά την τουρκοκρατία, λογία και συγγραφέας, η οποία αρθρογραφούσε συχνά σε περιοδικά και εφημερίδες των Αθηνών και της Λάρισας και είχε παντρευτεί τον συμπατριώτη της (από τη Ζίτσα της Ηπείρου και οι δύο) φαρμακοποιό Κωνσταντίνο Παπασταύρου.
[3]. Σώμα του οποίου τα μέλη είναι εύμορφα, σύμμετρα. Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης τρίτομον του Ανθίμου Γαζή, Β’ έκδοση, Βιέννη, (1835) Α’ τόμος, σελ. 784. Ο αρθρογράφος τον αναφέρει συνεχώς ως κ. Μιχ. Χρυσοχόου, διότι το 1897 που δημοσιεύτηκε το κείμενο στη εφημερίδα βρισκόταν εν ζωή.
[4]. Γεννήθηκε το 1834 και πέθανε το 1921 σε μεγάλη ηλικία.
[5]. Έκφραση υποτιμητική για την αμοιβή του υπαλλήλου.
[6]. Νιζάμης είναι στρατιώτης του τακτικού στρατού της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)