Πέμπτη 5 Αυγούστου 2021

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Η Λάρισα του 1900 στις κάρτες της ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας - Ε’


Ο συνοικισμός Ταμπάκικα όπως φαίνεται από το ύψος του Λόφου της Ακρόπολης.  Περίπου 1900. Επιστολικό δελτάριο της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας αρ. 245. Ο συνοικισμός Ταμπάκικα όπως φαίνεται από το ύψος του Λόφου της Ακρόπολης. Περίπου 1900. Επιστολικό δελτάριο της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας αρ. 245.

Συνεχίζουμε και σήμερα την παρουσίαση των αριθμημένων επιστολικών δελταρίων, τα οποία εκδόθηκαν το 1902 από την Ελληνική Ταχυδρομική Υπηρεσία.

Θα παρουσιαστούν δύο κάρτες, η αριθμ. 245 με τίτλο «Πανόραμα της Λαρίσσης» και απεικονίζει τη συνοικία Ταμπάκικα, και η αριθμ. 246 με τίτλο «Λάρισα. Άποψις του Πηνειού».

 

Αρ. 245. Πανόραμα της Λαρίσσης
Η λήψη της φωτογραφίας της κάρτας αυτής έχει γίνει από τον Λόφο της Ακρόπολης, στο σημείο όπου σήμερα βρίσκεται το δημοτικό αναψυκτήριο. Απεικονίζει τη συνοικία των Αμπελοκήπων, τα γνωστά Ταμπάκικα, όπως ήταν γύρω στα 1900. Εκ πρώτης όψεως η εικόνα της Λάρισας στο σημείο αυτό δεν είναι καθόλου κολακευτική.
Κάτω χαμηλά η γυμνή περιοχή αντιστοιχεί στη σημερινή οδό Γεωργιάδου, η οποία δεν ακολουθούσε, όπως γίνεται αντιληπτό και από τη φωτογραφία, τη σημερινή ευθεία πορεία, αλλά διακοπτόταν από διάφορα εμβόλιμα κτίσματα. Ολόκληρη η συνοικία οικοδομικά χαρακτηρίζεται από μια άναρχη και πυκνή δόμηση, με παντελή έλλειψη ρυμοτομίας και με δαιδαλώδεις και στενούς δρόμους. Τα οικήματα, εκτός ολίγων περιπτώσεων, είναι ισόγεια, φτωχικά, χωρίς καμιά εξωτερική διακόσμηση ή αρχιτεκτονική παρέμβαση, καλυμμένα με ευρύτατες στέγες από κεραμίδια. Η μορφολογία τους μας υποχρεώνει να συμπεράνουμε ότι πρέπει να είναι κατάλοιπα της πρόσφατης τουρκικής παρουσίας στην πόλη. Ελάχιστες κατοικίες δείχνουν να είναι σύγχρονες κατασκευές, δηλαδή οικοδομημένες μετά την απελευθέρωση της Λάρισας το 1881. Τα περισσότερα έχουν μικρές σε έκταση αυλές, με λιγοστό πράσινο, ενώ η δενδροφύτευση μέσα στο οικιστικό περιβάλλον είναι αραιή.
Στο δεξιό άκρο της εικόνας διακρίνεται ο ναός της Ζωοδόχου Πηγής, το κέντρο λατρείας των κατοίκων της συνοικίας. Ή απαρχή του ναού αυτού ανάγεται στα 1876. Τη χρονολογία αυτήν ανακαλύφθηκε θαυματουργικά κατά τη διάρκεια εκσκαφών η εικόνα της Παναγίας. Στη θέση αυτήν ανεγέρθηκε αρχικά το 1877 ταπεινό παρεκκλήσι και τρία χρόνια αργότερα, το 1880 οικοδομήθηκε ο ναός της Ζωοδόχου Πηγής, όπως αδρά διαφαίνεται στη φωτογραφία. Αρχιτεκτονικά ήταν κτισμένη στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής, η οποία καλυπτόταν με δίρριχτη στέγη από κεραμίδια. Η ιδιαιτερότητα που παρουσίαζε στην αρχιτεκτονική σύνθεση της μορφής και της θέσης του κωδωνοστασίου, τη διέκρινε από τους άλλους ναούς της πόλης. Το κωδωνοστάσιο υψωνόταν στο κεντρικό τμήμα τη δυτικής όψης του ναού και ήταν κυκλαδίτικου τύπου. Βορειοδυτικά στο υπόγειο του ναού και στη θέση όπου αποκαλύφθηκε η εικόνα της Παναγίας, υπήρχε αγίασμα, το οποίο διατηρείται μέχρι και σήμερα στον νέο ναό. Με τον σεισμό του 1941 το κωδωνοστάσιο κατέρρευσε και ο ναός υπέστη ζημιές στην τοιχοποιία του. Ακολούθησαν διάφορες κατασκευές και προσθήκες και το 1991 κατεδαφίσθηκε και στη θέση του ανοικοδομήθηκε ο σημερινός μεγαλοπρεπής ναός.
Σε κάποια απόσταση απ’ εκεί που τελειώνουν τα σπίτια της συνοικίας, διαγράφεται αχνά η κυκλική πορεία της κοίτης του ποταμού στο σημείο αυτό, ανάμεσα σε πυκνή βλάστηση και άφθονες συστάδες υψηλόκορμων δέντρων. Πίσω από τον Πηνειό απλώνεται ο απέραντος θεσσαλικός κάμπος.

 

Αρ. 246. Λάρισα. Άποψις του Πηνειού.
Η φωτογραφική αυτή σύνθεση απεικονίζει τρία όμορφα αρχιτεκτονικά κτίσματα, τα οποία αποτελούσαν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Λάρισας κατά την περίοδο της ύστερης τουρκοκρατίας. Πρόκειται για τη βασιλική του Αγ. Αχιλλίου, τη λίθινη γέφυρα του Πηνειού και το τζαμί του Χασάν μπέη. Ο φωτογράφος στάθηκε μέσα στην κοίτη του Πηνειού, στο ύψος όπου σήμερα βρίσκεται το στάδιο Αλκαζάρ. Μέσα στην κοίτη του ποταμού, αριστερά στην εικόνα, βρίσκεται το «νησάκι», μια στενή λωρίδα γης, η οποία δίχαζε τη ροή του νερού. Πάνω στον Λόφο προέχει ο μητροπολιτικός ναός του Αγ. Αχιλλίου στη μεταβατική του μορφή. Είναι η περίοδος όπου αρχίζει σταδιακά η οικοδόμηση νέου ναού. Διατηρείται ακόμη η βασιλική του Καλλιάρχη και στη δυτική πρόσοψη διακρίνεται η πρόσφατα κτισμένη νεοκλασική κατασκευή με τα δύο ψηλά κωδωνοστάσια.
Στη συνέχεια παρατηρούμε την επιβλητική πέτρινη γέφυρα, η οποία συνέδεε τις δύο όχθες του Πηνειού. Η παράδοση αναφέρει ότι ήταν κτίσμα της βυζαντινής περιόδου, η οποία ανακαινίσθηκε εκ βάθρων τον 15ο αιώνα από τον Χασάν μπέη. Η καταπληκτική λίθινη κατασκευή της με τις καλά επεξεργασμένες πέτρες και το μεγάλο μήκος της, εντυπωσίαζε τους ξένους περιηγητές που έφθαναν στη Λάρισα κατά την περίοδο τη τουρκοκρατίας. Τον Απρίλιο του 1941 ένα μέρος της ανατινάχθηκε από τους Βρετανούς για να επιβραδύνουν την προέλαση των Γερμανών και ακολούθησε και νέα μεγάλη ανατίναξη τον Οκτώβριο του 1944 από τους Γερμανούς κατά την οπισθοχώρησή τους.
Πίσω από τη γέφυρα του Πηνειού και πάνω σε ένα χαμηλό ύψωμα ξεχωρίζει το τζαμί του Χασάν μπέη, με τον μιναρέ του να λογχίζει τον ουρανό της πόλης. Ήταν το ομορφότερο και το πιο φωτογραφημένο τέμενος της Λάρισας. Κτίσθηκε από τον Χασάν μπέη στα ερείπια του βυζαντινού ναού της Αγίας Σοφίας και όπως αναφέρει η παράδοση, ο βυζαντινός ναός είχε κτισθεί στα ερείπια αρχαίου ναού της κλασικής εποχής. Το τζαμί του Χασάν μπέη ασυντήρητο και ερειπωμένο κατεδαφίσθηκε το 1908.
Ο ναός του Αγ. Αχιλλίου και το τέμενος του Χασάν μπέη, ευκτήριοι οίκοι δύο διαφορετικών θρησκευμάτων, συντρόφευαν από βορρά και νότο τη γέφυρα του Πηνειού. Τα τρία αυτά χαρακτηριστικά σύμβολα της Λάρισας από την περίοδο της τουρκοκρατίας «έσβησαν» κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού του 20ού αιώνα από ανθρώπινες καταστροφικές ενέργειες. Τελειώνοντας η Κατοχή η Λάρισα μετρούσε ερείπια, αναπολούσε τη χαμένη ομορφιά της και προσπαθούσε να επουλώσει πληγές. Μετά από 80 περίπου χρόνια, με την ανάπτυξη της τεχνολογίας και την οικονομική της ευρωστία, η πόλη ανακτά τη χαμένη μορφή της με σύγχρονες κατασκευές. Γίνεται ομορφότερη;

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Η Λάρισα του 1900 στις κάρτες της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας - Δ’


Η δυτική πρόσοψη του μητροπολιτικού ναού του Αγ. Αχιλλίου κατά τη διάρκεια της κατασκευής του. 1900 περίπου. Επιστολικό δελτάριο της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας αρ. 244. Η δυτική πρόσοψη του μητροπολιτικού ναού του Αγ. Αχιλλίου κατά τη διάρκεια της κατασκευής του. 1900 περίπου. Επιστολικό δελτάριο της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας αρ. 244.

Συνεχίζουμε και σήμερα την παρουσίαση των αριθμημένων επιστολικών δελταρίων, τα οποία εκδόθηκαν το 1902 από την Ελληνική Ταχυδρομική Υπηρεσία. Η σημερινή κάρτα έχει τον αριθμ. 244 που είναι αποτυπωμένος στο κάτω δεξιό μέρος της.


Στη φωτογραφία της κάρτας αυτής απεικονίζεται ο μητροπολιτικός ναός του Αγ. Αχιλλίου, σε μια περίοδο μεταβατικής φάσης όσον αφορά την αρχιτεκτονική του κατασκευή. Φωτογραφίζεται η δυτική πλευρά του ναού, στην οποία μπορεί κανείς να διακρίνει έπειτα από προσεκτική παρατήρηση ότι στο έδαφος αριστερά υπάρχει άφθονο οικοδομικό υλικό. Πράγματι από το 1895 ακόμη είχε διαπιστωθεί ότι η παλιά εκκλησία είχε υποστεί από τον χρόνο φθορές, δεν ικανοποιούσε τις ανάγκες ενός μητροπολιτικού ναού και είχε τεθεί σε συζήτηση η κατασκευή στην ίδια θέση νέου, η κατασκευή του οποίου θα προχωρούσε σταδιακά, για να μην επηρεασθεί η λειτουργία του. Πρώτη κατασκευή ήταν η δυτική πρόσοψη. Αυτή οικοδομήθηκε σε επαφή με τη δυτική πλευρά της υπάρχουσας βασιλικής. Πρέπει να αναφέρουμε ότι ο παλαιός ναός, ρυθμού βασιλικής, έμεινε γνωστός σαν Βασιλική του Καλλιάρχη, από το επίθετο του κτήτορά του Διονυσίου, ο οποίος υπήρξε μητροπολίτης Λαρίσης από το 1791 έως το 1806 [1]. Είχε κτισθεί το 1794 έπειτα από επίμονες, μακροχρόνιες και οδυνηρές δοσοληψίες με αξιωματούχους της Υψηλής Πύλης (Top Kapi), μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, για να αντικαταστήσει παλαιότερο ναό, ο οποίος 25 χρόνια πριν, το 1769, είχε πυρποληθεί και κατεδαφισθεί από φανατισμένους μουσουλμάνους. Η απαίτηση των κατακτητών για τη σύντομη ανέγερσή του, η απέριττη και πρόχειρη κατασκευή του, η παρουσία άλλων νεόδμητων ναών στην πόλη, επιβλητικότερων του Αγ. Αχιλλίου (Άγ. Νικόλαος, Άγ. Αθανάσιος, 40 Μάρτυρες, Παναγία) και η επελθούσα εν τω μεταξύ απελευθέρωση της Λάρισας το 1881, δημιούργησαν αδήριτη την ανάγκη κατασκευής νέου και μεγαλοπρεπέστερου μητροπολιτικού ναού, επάξιου της ιστορικής και διοικητικής προτεραιότητας της πόλης.
Μετά την απομάκρυνση το 1898 των Τούρκων από την πρόσκαιρη κατάληψη της Θεσσαλίας το 1897, ξεκίνησε η βελτίωση της δυτικής πρόσοψης του ναού. Αρχικά κατεδαφίσθηκε το επισκοπικό κτίριο το οποίο βρισκόταν σε επαφή με τη βόρεια πλευρά της βασιλικής, που χρησίμευε και σαν κατοικία του εκάστοτε μητροπολίτη [2]. Σε επαφή με τη δυτική πλευρά της βασιλικής άρχισε να κτίζεται σταδιακά ο νέος ναός. Καθώς την περίοδο εκείνη ο νεοκλασικισμός είχε εμφυσήσει στην Ευρώπη και κατ’ επέκταση και στην Ελλάδα νέα πνοή στις σύγχρονες αρχιτεκτονικές αντιλήψεις και είχε ήδη μεσουρανήσει σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια, ήταν επόμενο η κατασκευή του νέου ναού του Αγ. Αχιλλίου να ακολουθήσει πιστά τα πρότυπα των μεγάλων ναών της Αθήνας και ιδιαίτερα του Καθεδρικού της ναού. Βασικό στοιχείο του νεοκλασικισμού μεταξύ των άλλων ήταν και ο έντονος πλουτισμός των εξωτερικών επιφανειών του κτίσματος με κλασικές αρχιτεκτονικές συλλήψεις. Στην περίπτωση του ναού του Αγ. Αχιλλίου, στη δυτική πλευρά της παλαιάς βασιλικής του Καλλιάρχη προστέθηκε ένα όμορφο σύμπλεγμα τρίλοβου νεοκλασικού προστώου με αψίδες, ενώ στις άκρες του βόρεια και νότια του προστώου, υψώθηκαν δύο καλαίσθητα συμμετρικά τετραώροφα κωδωνοστάσια. Με την κατασκευή αυτήν όλη η πρόσοψη υπερείχε σε ύψος της παλαιάς βασιλικής, η οποία ήταν κτισμένη 2-3 σκαλοπάτια κάτω από το έδαφος του Λόφου. Η φωτογραφία της κάρτας απεικονίζει τη νέα δυτική πρόσοψη με κάθε δυνατή λεπτομέρεια. Φαίνεται καθαρά ότι ολόκληρο το σύμπλεγμα της δυτικής πλευρά του ναού ήταν δομημένο με λίθους, δουλεμένους με τέχνη και επιμέλεια, ώστε να προσδίδουν στο σύνολο ομορφιά και αίγλη.
Το 1904, επί μητροπολίτου Αμβροσίου Κασσάρα (1900-1910) κατεδαφίστηκε η βασιλική του Καλλιάρχη και στη θέση της συνεχίστηκε να οικοδομείται ο νέος ναός σε μορφή τρίκλιτης σταυροειδούς βασιλικής με τρούλο, εναρμονισμένος απόλυτα με τα νεοκλασικά στοιχεία της κατασκευής του 1898. Με την αποπεράτωση του κυρίως ναού το όλο οικοδόμημα απέκτησε την εικόνα ενός ενιαίου και αρμονικού συνόλου. Την Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου του 1907 έγιναν με κάθε επισημότητα τα εγκαίνια του νέου ναού του Αγ. Αχιλλίου από τον μητροπολίτη Αμβρόσιο και το ιερατείο της Λάρισας. Έναν χρόνο μετά, τον Σεπτέμβριο του 1908 αποπερατώθηκε και η αγιογράφηση του Παντοκράτορα και των τεσσάρων Ευαγγελιστών από τον Καλύμνιο καλλιτέχνη Γ. Σ. Οικονόμου, συντοπίτη του Αμβροσίου.
Μερικά χρόνια μετά την αποπεράτωση του ναού έγιναν ορισμένες διορθωτικές επεμβάσεις στο κτίσμα και κυρίως στον αύλειο χώρο μπροστά από τη δυτική πλευρά του. Αρχικά καλύφθηκε με επίχρισμα η λίθινη τοιχοποιία του ναού. Εν συνεχεία, επειδή το ύψος του αναλληματικού τοίχου στη δυτική πλευρά του λόφου προς την κοίτη του Πηνειού ήταν αρκετά χαμηλότερο σε σχέση με το επίπεδο του ναού, ο προαύλειος χώρος ισοπεδώθηκε. Στο επίπεδο του αψιδωτού προστώου κατασκευάστηκε ευρύχωρο πλατύσκαλο, το οποίο προσεγγίζονταν από την αυλή με πέντε μαρμάρινα σκαλιά και η όλη κατασκευή δημιουργούσε μια ιδιαίτερη επιβλητικότητα. Στις ακάλυπτες πλευρές των αναλληματικών τοίχων τοποθετήθηκε μεταλλικό κιγκλίδωμα και ο χώρος καλύφθηκε με δέντρα. Με τον τρόπο αυτόν ναός και περιβάλλων χώρος απέκτησαν μια μεγαλοπρέπεια, η οποία ήταν ιδιαίτερα αισθητή καθώς δέσποζαν πάνω στον Λόφο και εντυπωσίαζαν τους εισερχόμενους στην πόλη από την πύλη του Τυρνάβου, ενώ διέσχιζαν την όμορφη εννιάτοξη γέφυρα του Πηνειού.
Η ζωή του ναού αυτού δυστυχώς ήταν πολύ μικρή, μόλις 34 χρόνια. Ο μεγάλος σεισμός της 1ης Μαρτίου 1941 δημιούργησε στους τοίχους, τη στέγη και τον τρούλο του ναού αρκετά ρήγματα. Οι επακολουθήσαντες σφοδροί ιταλικοί και γερμανικοί βομβαρδισμοί ολοκλήρωσαν την καταστροφή του. Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια τα ερείπια κατεδαφίστηκαν και σήμερα σαν ενθύμιο της ύπαρξής του παρέμεινε ο κίονας πάνω στον οποίο στηριζόταν η Αγία Τράπεζα. Ένα αρχιτεκτονικό κόσμημα της πόλης μας, ο μητροπολιτικός ναός του Αγ. Αχιλλίου, μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα παραδόθηκε βορά στις οργισμένες ταλαντώσεις των φυσικών φαινομένων και στις βέβηλες πράξεις των πρόσκαιρων κραταιών της γης.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1]. Ο Διονύσιος Ε’ ο Καλλιάρχης (1791-1806) διαδέχθηκε στη Λάρισα τον παραιτηθέντα του θρόνου Μελέτιο Γ’ Καλλιάρχη, ο οποίος ήταν θείος του. Ήταν γόνος επιφανούς οικογένειας της Κωνσταντινούπολης και αρκετά μορφωμένος. Εκτός της ποιμαντικής δραστηριότητάς του και της μεγάλης συμβολής στην απόκτηση της απαραίτητης άδειας από τους Οθωμανούς για την ανέγερση του νέου ναού του Αγίου Αχιλλίου, βοήθησε σημαντικά και στην εκπαίδευση των χριστιανών αφού «…ανήγειρε και συνέδραμε το παλαιόν Ελληνικόν Σχολείον…», όπως αναφέρει ο Κωνσταντίνος Κούμας.
[2]. Σ’ αυτό εύρισκαν φιλοξενία και οι Ευρωπαίοι περιηγητές οι οποίοι επισκέπτονταν τη Λάρισα κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας.

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Η Λάρισα του 1900 στις κάρτες της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας - Γ'


Το κτίριο του Τουρκικού Διοικητηρίου της Λάρισας όπως ήταν περί το 1900 όταν στέγαζε τις δικαστικές υπηρεσίες της πόλης. Επιστολικό δελτάριο της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας αρ. 243. Το κτίριο του Τουρκικού Διοικητηρίου της Λάρισας όπως ήταν περί το 1900 όταν στέγαζε τις δικαστικές υπηρεσίες της πόλης. Επιστολικό δελτάριο της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας αρ. 243.

Συνεχίζουμε και σήμερα την παρουσίαση των αριθμημένων επιστολικών δελταρίων τα οποία εκδόθηκαν το 1902 από την Ελληνική Ταχυδρομική Υπηρεσία. Η σημερινή έχει τον αριθμ. 243, ο οποίος είναι αποτυπωμένος στο κάτω δεξιό τμήμα της κάρτας.


Λόγω θέσεως και αρχιτεκτονικής δομής, αλλά και λόγω μεγέθους υπήρξε ένα από τα επιβλητικότερα κτίρια της Λάρισας κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Στη δημοσιευόμενη φωτογραφία στέγαζε τα παλαιά Δικαστήρια, ήταν ένα διώροφο κτίριο με υπόγειο, το οποίο βρισκόταν κτισμένο επάνω στην Κεντρική πλατεία και το οποίο καταστράφηκε το 1905 από εμπρησμό. Αν και η διάρκεια ζωής του κτιρίου αυτού ήταν σύντομη (1874-1905), η ιστορία του είναι πολύ ενδιαφέρουσα, όπως αρκετά ενδιαφέρουσα ήταν και η εξωτερική του μορφή, γιατί αποτέλεσε το πρώτο σπουδαίο νεοκλασικό δείγμα αρχιτεκτονικής σε δημόσιο κτίσμα στη Λάρισα.
Το 1874, με προτροπή του σουλτάνου Αβδούλ Αζίζ, κτίσθηκε από τους Οθωμανούς στη βορειοδυτική γωνία της πλατείας, ακριβώς απέναντι από τον τεκέ του Κουρά εφέντη (Κουραχανέ) [1] ένα μεγαλοπρεπέστατο κτίριο με προορισμό να στεγάσει τις οθωμανικές διοικητικές υπηρεσίες της πόλης. Το περιεχόμενο μιας μαρμάρινης επιγραφής εντοιχισμένης στο υπέρθυρο της κεντρικής εισόδου διευκρίνιζε με οθωμανική γραφή ότι: «Ο σουλτάνος Αβδούλ Αζίζ επιθυμών να ευεργετήσει την Λάρισαν διέταξε τον διοικητήν αυτής Τζαβήτ Πασάν να προβή εις την ανέγερσιν του ευπρεπούς τούτου νέου μεγάρου προς στολισμόν της πόλεως, με τας ευχάς εις τον Θεόν όπως διαφυλάττη τούτο από παντός κακού…έτος 1291» [2]. Το έτος 1291 είναι έτος Εγίρας, δηλ. οθωμανικής χρονολόγησης και αντιστοιχεί στο χριστιανικό 1874.
Αρχιτέκτονας του τουρκικού αυτού κτιρίου ήταν ο ελληνικής καταγωγής από τη Ζάκυνθο Στυλιανός Βουκαδόρος, ο οποίος ζούσε την περίοδο εκείνη στη Λάρισα. Να σημειώσουμε ότι ο ίδιος εκπόνησε και τα σχέδια του ελληνικού Γυμνασίου, το οποίο είχε αρχίσει να οικοδομείται το 1873 και βρισκόταν στη νότια πλευρά της πλατείας, εκεί όπου υψώνεται σήμερα το Δικαστικό Μέγαρο.
Εκτός από την κλασική αυτή φωτογραφία που βρίσκεται στο δημοσιευόμενο επιστολικό δελτάριο, το κτίριο έχει αποτυπωθεί και πιο πριν, κατά τη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου το 1897 από Έλληνες και ξένους ανταποκριτές. Είχαν βρεθεί στη Λάρισα για να καλύψουν τις εχθροπραξίες και δημοσίευσαν εικόνες του σε εφημερίδες, περιοδικά και βιβλία σε πολλές χώρες.
Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας και μετά την κατασκευή του, το μεγάλο αυτό κτίριο χρησιμοποιήθηκε ως έδρα του Τούρκου στρατιωτικού διοικητή (πασά) της Θεσσαλίας και του επιτελείου του, με τις συνακόλουθες υπηρεσίες, μέχρι την ημέρα που εγκατέλειψαν την πόλη. Αμέσως μετά την απελευθέρωση της Λάρισας το 1881 το κτίριο περιήλθε στο ελληνικό δημόσιο. Στο ισόγειο στεγάσθηκαν αρχικά δύο λόχοι πεζικού του ελληνικού απελευθερωτικού στρατεύματος, που ήταν υπό τις διαταγές του υποστρατήγου Σκαρλάτου Σούτσου. Στις υπόλοιπες αίθουσες στεγάσθηκαν προσωρινά και άλλες υπηρεσίες, όπως το στρατιωτικό ταχυδρομείο, η Στρατολογία. Η στρατιωτική χρήση του κτιρίου διήρκησε μέχρι το 1892. Τη χρονολογία αυτήν το μεγάλο αυτό κτίριο, αφού συντηρήθηκε, αποδόθηκε για χρήση στις υπηρεσίες της Δικαιοσύνης και σ’ αυτό μεταστεγάσθηκαν οι περισσότερες δικαστικές αρχές της Λάρισας και στο υπόγειο το Δημόσιο Ταμείο. Για τους παλιούς Λαρισαίους το κτίριο αυτό ήταν γνωστό ως Δικαστήρια.
Με την αλλαγή αυτήν η επιγραφή στο υπέρθυρο του κάτω ορόφου άλλαξε πλέον και τώρα ανέγραφε «Θέμιδος Μέλαθρον»[2]. Από την παρουσία στους χώρους της πλατείας του Δικαστικού Μεγάρου έλαβε η πλατεία την επωνυμία πλατεία Δικαστηρίων ή πλατεία Θέμιδος. Η τελευταία ήταν αυτή που τελικά επικράτησε.
Κατασκευαστικά το Διοικητήριο ήταν ένα εντυπωσιακό διώροφο κτίριο με υπόγειο, κτισμένο σε σχήμα χαμηλού Π. Ήταν εξ ολοκλήρου οικοδομημένο από πέτρα και η πρόσοψή του είχε προσανατολισμό ανατολικό [3]. Στην εξωτερική μορφή του κυριαρχούσαν σε έντονο βαθμό τα νεοκλασικά αρχιτεκτονικά στοιχεία και φαίνεται ότι ο αρχιτέκτονας Στυλιανός Βουκαδόρος ακολούθησε την αισθητική των μεγάλων κτιρίων της ελληνικής πρωτεύουσας, με κάποιο μέτρο βέβαια. Στο κέντρο της πρόσοψης στον κάτω όροφο κυριαρχούσε ευρύ προστώο με τέσσερες τετράγωνους κίονες (πεσσούς), οι οποίοι συγκρατούσαν τον κιγκλιδόφρακτο εξώστη του πρώτου ορόφου. Οι τοίχοι και στους δύο ορόφους περιμετρικά ήταν συμμετρικά διάτρητοι από παράθυρα, η στέγη ήταν απλή, χαμηλή, με ξύλινο σκελετό, επικαλυμμένη με κεραμίδια και κατά διαστήματα ήταν τοποθετημένα περίτεχνα ακροκέραμα. Στο κέντρο της πρόσοψης ψηλά, στο ύψος της στέγης, υπήρχε ευρύ χαμηλό τριγωνικό αέτωμα, το οποίο προσέδιδε στο κτίριο ύψος, ομορφιά και συμμετρία [4]. Το εσωτερικό αποτελούνταν από πολλά και ισομεγέθη δωμάτια, κατανεμημένα και από τις δύο πλευρές κατά σειρά στους μακρόστενους διαδρόμους.
Το επιβλητικό αυτό κτίριο το περιέγραψαν με θαυμασμό όλοι σχεδόν οι επισκέπτες της Λάρισας, Έλληνες και ξένοι, οι οποίοι βρέθηκαν στα εδάφη της Θεσσαλίας αμέσως μετά την ενσωμάτωση με την Ελλάδα το 1881, με σκοπό να γνωρίσουν από κοντά τη νέα ελληνική επαρχία [5].
Όμως παρά τις ευχές που εξέφραζε ο Τούρκος σουλτάνος στην επιγραφή του κτιρίου για την αποφυγή παντός κακού, τη νύχτα της 14ης Ιανουαρίου του 1905, το επιβλητικό αυτό μέγαρο των Δικαστηρίων καταστράφηκε έπειτα από πυρκαγιά που ξέσπασε από άγνωστη αιτία, χωρίς τελικά να αποκαλυφθούν οι δράστες. Στην κοινωνία όμως της πόλης όλη εκείνη την περίοδο επικρατούσε η φήμη ότι κάποιος υπόδικος από τα Τρίκαλα πυρπόλησε το ευάλωτο, έτσι κι αλλιώς, κτίριο για να εξαφανίσει τα στοιχεία της αναμφισβήτητης καταδίκης του.
Το 1908 οι αποτεφρωμένοι τοίχοι του μεγάρου ισοπεδώθηκαν και ο χώρος αποδόθηκε στον Δήμο για να διευρύνει την πλατεία Θέμιδος, ώστε να γίνει τελικά η πανελληνίως περιλάλητη για το εύρος της Κεντρική πλατεία (πλατεία Μιχαήλ Σάπκα) της Λάρισας.

 

[1]. Στη θέση αυτή το 1907 κατασκευάστηκε το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας.
[2]. Φαρμακίδης Επαμεινώνδας, Η Λάρισα. Από των μυθολογικών χρόνων μέχρι της προσαρτήσεως αυτής εις την Ελλάδα (1881), Βόλος (1926) σελ. 21.
[3]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Η Λάρισα στα χαρακτικά των Ευρωπαίων περιηγητών, 16ος-19ος αι. Λάρισα (2006) σελ. 139-141.
[4]. Παλιούγκας Θεόδωρος, Η Λάρισα στην Τουρκοκρατία (1423-1881), τόμ. Β’, Κατερίνη (2007) σελ. 521-524.
[5]. Αναφέρουμε μερικούς όπως ο Βολιώτης γιατρός Νικόλαος Γεωργιάδης (1880), ο στρατιωτικός Ι. Κοκκίδης (1880), ο Σπυρίδων Παγανέλης, (1881), ο γερμανός Bernard Ornstein (1881), ο Μιχ. Γρηγορόπουλος (1882), ο μοναχός Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης (1892) και πολλοί άλλοι.

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Η ΑΓΟΡΑ ΤΟΥ ΚΟΥΡΑΧΑΝΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ


Τα κτίσματα στο κέντρο της φωτογραφίας αποτελούν  το οικοδόμημα του Κουραχανέ όπως ήταν το 1896.  Από το βιβλίο «The Burton Holmes Lectures», τόμ. III (1903), σελ. 252 Τα κτίσματα στο κέντρο της φωτογραφίας αποτελούν το οικοδόμημα του Κουραχανέ όπως ήταν το 1896. Από το βιβλίο «The Burton Holmes Lectures», τόμ. III (1903), σελ. 252

Το 1903 κυκλοφόρησε στις Ηνωμένες Πολιτείες ένα πολύτομο έργο με τον τίτλο: The BURTON HOLMES Lectures και τον υπότιτλο: With Illustrations from Photographs by the Author. Complete in Ten Volumes. Ο τρίτος στη σειρά των δέκα τόμων αναφέρεται στην Ελλάδα, την οποία επισκέφθηκε ο συγγραφέας Burton

Holmes μαζί με τη γυναίκα του και ένα άλλο φιλικό τους ζευγάρι και αυτό από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, με την ευκαιρία των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας του 1896. Κατά την παραμονή τους στη χώρα μας δεν αρκέσθηκαν μόνο να παρακολουθήσουν τις αθλητικές εκδηλώσεις των Αγώνων, αλλά επιδόθηκαν και σε ταξίδια στην ελληνική ενδοχώρα, η οποία έφθανε τότε μέχρι τη Μελούνα. Το τρίτο κεφάλαιο του τόμου αυτού έχει τον τίτλο The Wonders of Thessaly και σ’ αυτό περιγράφεται το ταξίδι τους στη Θεσσαλία. Αρχίζει από τον Βόλο όπου έφθασαν με το πλοίο, συνεχίζεται σιδηροδρομικώς προς τη Λάρισα, παρακάμπτεται προς τα Τέμπη και καταλήγει στα Μετέωρα με άμαξες. Καταλαμβάνει 112 από τις 336 σελίδες του τόμου και περιέχει πληθώρα φωτογραφιών (101 συνολικά), οι οποίες παρουσιάζουν ενδιαφέρον, γιατί γνωρίζουμε ότι φωτογραφικές απόψεις της Θεσσαλίας από τα τέλη του 19ου αιώνα υπάρχουν σήμερα ελάχιστες.
Στις φωτογραφίες που έχουν δημοσιευθεί στο βιβλίο του Burton Holmes υπάρχει και μία η οποία απεικονίζει την άμαξα των περιηγητών στην οδό Αλεξάνδρας[1], έξω από το ξενοδοχείο «Το Στέμμα». Το ενδιαφέρον όμως της φωτογραφίας εντοπίζεται κυρίως στα κτίρια τα οποία βρίσκονται πίσω από την άμαξα και τα πρόσωπα που έχουν συγκεντρωθεί και έχουν καταλάβει το οδόστρωμα. Το οικοδόμημα στη μέση της φωτογραφίας με τον τρούλο πίσω του είναι ο καλούμενος τεκές του Κουρά εφέντη ή αλλιώς Κουρά χανέ. Πρόσφατα εντοπίστηκε στα Γ.Α.Κ. Λάρισας, στο αρχείο του συμβολαιογράφου Ανδρέα Ροδόπουλου το «Ψήφισμα της εν Λαρίσση επί των Βακουφίων Επιτροπής περί εκποιήσεως του υπό το όνομα Κουρουχανέ γνωστού οικοδομήματος»[2], το οποίο έχει ως εξής:
«Εν Λαρίσση σήμερον την δεκάτην εβδόμην Φεβρουαρίου του χιλιοστού εννεακοσιοστού τετάρτου έτους, η εν Λαρίσση επί της διαχειρήσεως των Βακουφικών κτημάτων επιτροπή υπό την κατά τον νόμον προεδρείαν του Μουφτή Λαρίσης Χασάν Χατζημέτου συνελθούσα εν ολομελεία και ομοφώνως αποδεξαμένη την πρότασιν του προέδρου αυτής, αποδέχεται και ψηφίζει τα εξής:
Επειδή προ καιρού ο Διευθυντής του ενταύθα Υποκαταστήματος της Εθνικής Τραπέζης κ. Γεώργ. Δεσύπρης εξέφρασε την επιθυμίαν να αγοράση διά λογαριασμόν της Εθνικής Τραπέζης το ενταύθα και απέναντι της πλατείας του Μελάθρου της Θέμιδος κείμενον βακουφικόν οικοδόμημα και οικόπεδον, το γνωστόν υπό το όνομα Κουραχανέ και αποτελούμενον εκ χιλίων εκατόν περίπου τετραγωνικών μέτρων, επί τω σκοπώ να οικοδομηθεί εκείσε κατάστημα της Εθνικής Τραπέζης, λαβόντες υπ' όψιν την πρότασιν ταύτην του κ. Διευθυντού της Τραπέζης, επανειλημμένως εν συμβουλίω συνεζητήσαμεν αυτήν. Το οικοδόμημα τούτο κείμενον εις την κεντρικωτέραν θέσιν της πόλεώς μας, εγγύς της αγοράς και ήδη έχον μεγάλην σχετικώς αξίαν, είναι βέβαιον ότι μετά τινα χρόνον θα έχη μεγαλυτέραν τοιαύτην.
Επειδή όμως δεν ελάβομεν υπ' όψιν μόνον την ωφέλειαν της Κοινότητος ημών, αλλά περί πολλού ποιούμεθα και τον εξωραϊσμόν της πόλεως και αναλογισθέντες ότι διά της ανεγέρσεως κατά το μέρος εκείνο του καταστήματος της Τραπέζης και τα πέριξ θέλουσιν εξωραϊσθή και συνεπώς και τα εγγύς αυτού Βακουφικά κτήματα θέλουσιν υπερτιμηθή και ουδόλως αποβλέποντες εις την σημερινήν τιμήν
διά ταύτα
ομοφώνως και παμψηφεί απεφασίσαμεν και ψηφίζομεν ίνα πωληθή το οικόπεδον του ανωτέρου οικοδομήματος κατ' εξαίρεσιν εις την Εθνικήν Τράπεζαν αντί ολικού ποσού είκοσι χιλιάδων δραχμών, αφού προηγουμένως η επιτροπή λάβη άπαν το υλικόν, λίθους, την ξυλείαν, κ.λπ., της οικοδομής».
Ακολουθούν οι υπογραφές του προέδρου και των μελών της επιτροπής επί των Βακουφίων, του Μουφτή της Λάρισας Χασάν Χατζημέτο και του συμβολαιογράφου Ανδρέα Ροδόπουλου.
Η Εθνική Τράπεζα ήταν από τις πρώτες που ίδρυσαν υποκατάστημα στη Λάρισα αμέσως μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας το 1881. Για τη στέγασή της δεν υπήρχαν την εποχή εκείνη κατάλληλα κτίσματα στην πόλη μας για να αναπτυχθούν μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Ως πλέον κατάλληλο κτίριο θεωρήθηκε αρχικά η κατοικία του ιατρού Αχιλλέα Λογιωτάτου. Βρισκόταν στην οδό Μ. Αλεξάνδρου, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το εγκαταλελειμμένο ξενοδοχείο «Άνεσις» και ήταν κατασκευή των τελευταίων χρόνων της Τουρκοκρατίας. Ήταν μεγάλο και είχε δύο ορόφους με πολλά δωμάτια και υπόγειο. Μετά την αποχώρηση των Τούρκων από τη Θεσσαλία την άνοιξη του 1898, διευθυντής του υποκαταστήματος τοποθετήθηκε ο Γεώργιος Δεσύπρης[3]. Ο τελευταίος διείδε την ανεπάρκεια του υπάρχοντος υποκαταστήματος και προχώρησε στην αναζήτηση κατάλληλου οικοπέδου για την ανέγερση ιδιωτικού κτιρίου της Τράπεζας. Μεταξύ άλλων, επισήμανε την περιοχή του τεκέ του Κουρά Εφέντη (Κουραχανέ) και την πρότασή του κοινοποίησε στην Επιτροπή Διαχειρίσεως Βακουφίων. Αυτή «επανειλημμένως εν συμβουλίω συνεζήτησεν» την επιθυμία του Γ. Δεσύπρη και τελικά απεφάνθη να πωληθεί αντί 20.000 δραχμών, ποσό σημαντικό για την εποχή εκείνη. Μετά την αγορά του οικοδομήματος του Κουραχανέ, η τράπεζα κατεδάφισε όλα τα κτίσματα και στη θέση αυτήν ανήγειρε το νέο της κτίριο νεοκλασικού ρυθμού, αληθινό στολίδι για την πλατεία της Θέμιδος. Μηχανικός του νέου κτιρίου ήταν ο Αθηναίος αρχιτέκτονας Μπαλάνος. Η εφημερίδα «Μικρά» αναγγέλλει στις 17 Ιουνίου 1907 ότι το κτίριο εγκαινιάσθηκε τον Ιούνιο του ιδίου έτους και συμπληρώνει: «Από της παρελθούσης εβδομάδος το ενταύθα Υποκατάστημα της Εθνικής Τραπέζης εγκατεστάθη εις το όπισθεν των πυρποληθέντων Δικαστηρίων[4] λαμπρόν μέγαρον, το οποίον ιδίαις δαπάναις η Τράπεζα ωκοδόμησεν».
Στη συνέχεια θα κάνουμε μια σύντομη περιγραφή των κτιρίων τα οποία υπάρχουν στο πίσω μέρος της φωτογραφίας. Θα ξεκινήσουμε από αριστερά. Διακρίνεται ένα τμήμα και συγκεκριμένα η βορειοδυτική γωνία από το «Θέμιδος Μέλαθρον», δηλαδή το Δικαστικό Μέγαρο της Λάρισας, το οποίο στεγαζόταν το 1896 στο πρώην τουρκικό Διοικητήριο, το οποίο βρισκόταν μέσα στην Κεντρική πλατεία, στη βορειοδυτική γωνία της. Μεσολαβεί η οδός Ακροπόλεως (Παπαναστασίου) και αμέσως μετά διακρίνεται διώροφο παλιό τουρκικό κτίσμα με σαχνισί, και πίσω του ένα τρουλωτό κτίσμα. Ψηλός τοίχος κυκλώνει, όπως φαίνεται, τα δύο κτίσματα. Στη θέση αυτή βρισκόταν επί Τουρκοκρατίας ο τεκές του Κουρά Εφέντη ο οποίος διατηρήθηκε και μετά την απελευθέρωση της Λάρισας γιατί οι Έλληνες δεν θέλησαν να θίξουν το μουσουλμανικό συναίσθημά τους και επέτρεψαν στους Τούρκους να διατηρήσουν και τα τζαμιά και τους τεκέδες τους. Όσο όμως αυτοί αραίωναν αριθμητικά, τα τεμένη εγκαταλείπονταν και έμεναν κλειστά. Τελικά ο τεκές αυτός ήταν που αγοράσθηκε από την Εθνική Τράπεζα.
Στο βάθος διακρίνεται ένα άλλο διώροφο κτίσμα το οποίο ήταν η κατοικία του δικηγόρου Γεωργίου Τέτση. Το όνομά του το συναντά κανείς τακτικά στην τοπική ζωή της Λάρισας αμέσως μετά την απελευθέρωση άλλοτε ως δημοτικό σύμβουλο, άλλοτε πάλι ως πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Λαρίσης. Γύρω στα 1884 ο Γεώργιος Τέτσης αγόρασε την κατοικία αυτήν από κάποιον Τούρκο μπέη που μετακόμισε στην Τουρκία, για να στεγάσει την πολυμελή οικογένειά του. Η κατοικία αυτή βρισκόταν απέναντι από το σημερινό κτίριο της Τράπεζας Ελλάδος, εκεί ακριβώς που βρίσκεται το ελεύθερο οικόπεδο που χρησιμοποιείται ως χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων. Αργότερα το οίκημα αυτό χρησιμοποιήθηκε για να στεγάσει προσωρινά το Α’ Γυμνάσιο Λαρίσης. Από την οικογένεια του Γεωργίου Τέτση γνωστές έμειναν στην ιστορία της πόλης δύο κόρες του, η Αγγελική, η οποία εργάστηκε ως δασκάλα οικοκυρικών στο Αρσάκειο της Λάρισας και η Ελένη, η γνωστή επαναστάτρια (La Rebelle), η οποία παντρεύτηκε τον γαιοκτήμονα Κωνσταντίνο Καρακίτη.
--------------
[1]. Το 1891 απεβίωσε σε ηλικία 21 ετών η πριγκίπισσα Αλεξάνδρα της Ελλάδος, σύζυγος του Παύλου Αλεξάνδροβιτς, Μεγάλου Δούκα της Ρωσίας. Την ίδια χρονιά δόθηκε το όνομά της στην κεντρική αυτήν οδό της Λάρισας.
[2]. Στο σημείο αυτό θέλω να ευχαριστήσω τη Φανή Καραγιάννη για τη βοήθειά της στην απόκτηση αντιγράφου του εν λόγω ψηφίσματος.
[3]. Ήταν μια πολυσχιδής προσωπικότητα που δραστηριοποιήθηκε σε πολλούς τομείς της κοινωνικής ζωής της Λάρισας (Πρόεδρος του αδελφάτου του Δημοτικού Νοσοκομείου, μέλος του Μουσικού Γυμναστικού Συλλόγου, μέλος οργανωτικής επιτροπής Ιππικών Αγώνων, κ.λπ.). Έμεινε στη Λάρισα μέχρι τον θάνατό του το 1912. Μία από τις κόρες του, η Μαρία Δεσύπρη (Αθήνα 1892-Αθήνα 1976) τελείωσε το 1909 το Αρσάκειο της Λάρισας και το 1923 παντρεύτηκε τον Αλέξανδρο Σβώλο, καθηγητή Πανεπιστημίου και πολιτικό. Η ίδια εξελέγη μεταπολεμικά δύο φορές βουλευτής με την ΕΔΑ, το 1958 και το 1961. Από τον καιρό που ήταν ακόμη νέα και ζούσε στη Λάρισα, πρωτοστατούσε στο τοπικό φεμινιστικό κίνημα μαζί με άλλες πρωτοπόρες γυναίκες (Παπασταύρου Αμαλία, Ελένη Τέτση (Rebelle), Κική Πιπινοπούλου, Μαρία Πίπιζα, και άλλες).
[4]. Τη νύχτα της 14ης Ιανουαρίου του 1905, το επιβλητικό αυτό μέγαρο των Δικαστηρίων (Θέμιδος Μέλαθρον) καταστράφηκε έπειτα από πυρκαϊά που ξέσπασε από άγνωστη αιτία, χωρίς τελικά να αποκαλυφθούν οι δράστες.
Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)

 

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Η Λάρισα του 1900 στις κάρτες της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας - Β'


ΛΑΡΙΣΑ - ΤΑ ΑΝΑΚΤΟΡΑ. Η αρ. 242 κάρτα της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας. Ταχυδρομημένη στις 31 Δεκεμβρίου 1902. ΛΑΡΙΣΑ - ΤΑ ΑΝΑΚΤΟΡΑ. Η αρ. 242 κάρτα της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας. Ταχυδρομημένη στις 31 Δεκεμβρίου 1902.

Από το σημερινό δημοσίευμα θα αρχίζουμε την περιγραφή των οκτώ φωτογραφιών που απεικονίζουν τοπία της Λάρισας και τις οποίες κυκλοφόρησε σε αριθμημένα επιστολικά δελτάρια το 1902 η Ελληνική Ταχυδρομική Υπηρεσία. Το πρώτο απ' αυτά με αριθμό 242 απεικονίζει το κτίριο των ανακτόρων της Λάρισας και είναι ταχυδρομημένο στις 31 Δεκεμβρίου 1902.


Το κτίριο των Ανακτόρων βρισκόταν ακριβώς στο σημείο όπου σήμερα υπάρχουν οι εγκαταστάσεις του Δημοτικού Ωδείου της Λάρισας. Όπως γίνεται αντιληπτό και από τη δημοσιευόμενη φωτογραφία, το οίκημα των ανακτόρων ήταν ένα μεγάλο διώροφο κτίσμα, το οποίο στην κάτοψη είχε σχήμα Π. Η πρόσοψή του ήταν πλούσια σε ανοίγματα (πόρτες, μεγάλα παράθυρα) και είχε προσανατολισμό ανατολικό, δηλαδή έβλεπε προς τη σημερινή πλατεία του αγίου Βησσαρίωνος. Ήταν κτίσμα της δεκαετίας του 1870 και θεωρείτο από τις σημαντικότερες και επιβλητικότερες κατοικίες της ύστερης Τουρκοκρατίας στη Λάρισα. Αποτελούσε την επίσημη κατοικία, το κονάκι, του Χουσνή μπέη, μεγαλοκτηματία της περιοχής και είχε κατασκευασθεί με ιδιαίτερη επιμέλεια. Μικρό διάστημα πριν από την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας με την υπόλοιπη χώρα ο ιδιοκτήτης του εγκατέλειψε τη Λάρισα και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Κωνσταντινούπολη, παρέμεινε όμως στην Ελλάδα ο αδελφός του Χαϊρή μπέης.
Έναν μήνα περίπου μετά την απελευθέρωση της Λάρισας που έγινε στις 31 Αυγούστου 1881, ο βασιλιάς Γεώργιος Α' θέλησε να επισκεφθεί τις νεοαποκτηθείσες περιοχές και στις αρχές Οκτωβρίου βρέθηκε με τη συνοδεία του στη Λάρισα. Για τη διαμονή του αναζητήθηκε ένα ευπρεπές οίκημα το οποίο έπρεπε απαραιτήτως να έχει τους χώρους υγιεινής ενσωματωμένους στην κατοικία[1]. Έπειτα από πολλές συσκέψεις κρίθηκε ως κατάλληλη κατοικία το κονάκι του Χουσνή μπέη, αν και ο ιδιοκτήτης ήταν Οθωμανός. Φαίνεται ότι το κτίριο άρεσε στον βασιλιά Γεώργιο και κατά την ολιγοήμερη παραμονή του στη Λάρισα θέλησε να αγοράσει την κατοικία αυτή για να τη διαμορφώσει σε προσωπικό του ανάκτορο. Όταν εξέφρασε την επιθυμία του αυτή στον Χαϊρή μπέη, ο τελευταίος προσφέρθηκε να δωρίσει στον βασιλιά την κατοικία του αδελφού του επειδή καταδέχθηκε να καταλύσει στο αρχοντικό τους και επειδή υπήρχε έθιμο σε σπίτι όπου διέμενε βασιλιάς δεν κατοικείτο έκτοτε από άλλους. Αλλά οι νόμοι του ελληνικού βασιλείου δεν επέτρεπαν κάτι τέτοιο. Έτσι υπήρχε παλαιότερα έντονη η φήμη ότι η κατοικία μεταβιβάστηκε στον Γεώργιο έναντι του συμβολικού ποσού των 2 δραχμών. Η άποψη αυτή σήμερα αποδεικνύεται ότι είναι ένας ωραίος μύθος, όπως στα παραμύθια με τους βασιλιάδες. Στην κατοχή Λαρισαίου συλλέκτη υπάρχουν οι αυθεντικοί τίτλοι ιδιοκτησίας του κτίσματος αυτού. Πρόκειται για ένα συμβόλαιο το οποίο υπογράφεται αφ' ενός μεν από τον πωλητή Χαϊρή μπέη, κτηματία, κάτοικο Λαρίσης, αδελφό του ιδιοκτήτη και πληρεξούσιό του και αφ' ετέρου από τον Ανδρέα Καλίνσκη, επιμελητή της βασιλικής χορηγίας, κάτοικο Αθηνών και πληρεξούσιο του βασιλιά Γεωργίου. Ως ημερομηνία αγοραπωλησίας αναφέρεται η Κυριακή 11 Οκτωβρίου 1881 και ώρα 6η απογευματινή. Το τίμημα της αγοράς της οικίας ανερχόταν σε 1.100 οθωμανικές λίρες, δηλ. 27. 552 δραχμές και η συμβολαιογραφική πράξη έγινε "ενώπιον του συμβολαιογραφούντος ειρηνοδίκου Λαρίσης Αποστόλου Γεωργίου Μαλαχατοπούλου". Κατά τη στιγμή της υπογραφής και σύμφωνα με το συμβόλαιο "...έλαβεν ο πωλητής παρά του αγοραστού τετρακόσια εικοσάφραγκα χρυσά ελληνικά (δηλ 9.330 δραχ.), το δε υπόλοιπον τίμημα υπόσχεται ο αγοραστής υπό την ιδιότητά του να το αποστείλη δια συναλλαγματικής επί Κωνσταντινουπόλεως".
Το οικοδόμημα τούτο, ιδιοκτησίας πλέον του βασιλικού οίκου, επιδιορθώθηκε και ευπρεπίσθηκε εσωτερικά και εξωτερικά, υπό την επίβλεψη του επιμελητή των ανακτόρων Ν. Θων, ώστε να καταστεί ένα άνετο βασιλικό κατάλυμα κατά την παραμονή της βασιλικής οικογένειας στη Λάρισα. Και ήταν συχνή η παρουσία τους εδώ, καθόσον η Λάρισα σαν ακριτική πόλη, είχε μεγάλο αριθμό στρατευμάτων και κάθε φθινόπωρο γινόταν μεγάλα στρατιωτικά γυμνάσια παρουσία του βασιλιά ή του διαδόχου. Όλοι αυτοί διέμεναν στο συγκεκριμένο κτίριο. Το γεγονός αυτό στάθηκε αιτία να καθιερωθεί πλέον στη συνείδηση κάθε Λαρισαίου η ονομασία του κτίσματος αυτούς ως ανάκτορα και ο περιβάλλων αυτό κατάφυτος κήπος, ως κήπος ανακτόρων.
Ο Μιχαήλ Γρηγορόπουλος στα σύγγραμμά του "Περιήγησις εν Ελλάδι", έκδοση του 1882, αναφέρει για την αγορασθείσα κατοικία τα εξής: "... εισί δε και τινες νεόδμητοι οικίαι, ως και παλαιαί ευκτίριοι και ευρύχωροι, αίτινες κοσμούσι την πόλιν, μεταξύ των οποίων διαπρέπει η πρώην οικία του Χουσνή μπέη, αγορασθείσα παρά της Α. Μ. του Βασιλέως, ήτις διαπρέπει επί μεγέθει και εξωτερική και εσωτερική διακοσμήσει".
Το 1897, κατά τη διάρκεια του "ατυχούς" ελληνο-τουρκικού πολέμου, στα ανάκτορα αυτά διέμενε ο διάδοχος Κωνσταντίνος, επικεφαλής των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας, εδώ είχε εγκατασταθεί η έδρα του στρατηγείου των πολεμικών επιχειρήσεων και απ' εδώ άρχισε η σταδιακή ντροπιαστική υποχώρηση του στρατού μας. Το 1912 απ' εδώ επίσης ξεκίνησε η νικηφόρα πορεία των ελληνικών στρατευμάτων με επικεφαλής τον διάδοχο Κωνσταντίνο και τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο για την κατάληψη της Μακεδονίας και της Ηπείρου.
Το 1913 δολοφονήθηκε στη Θεσσαλονίκη ο Βασιλιάς Γεώργιος Α' και τον διαδέχθηκε ο Κωνσταντίνος. Ο Γεώργιος με διαθήκη του είχε αφήσει τα ανάκτορα της Λάρισας στην κυριότητα του πρίγκιπα Νικολάου. Ο νέος ιδιοκτήτης μετά από έναν χρόνο, το 1914, προχώρησε στη διαδικασία πώλησής του στον Δήμο Λαρίσης, η οποία τελικά ολοκληρώθηκε το 1916, επί δημαρχίας Μιχαήλ Σάπκα. Ο Δήμος εν συνεχεία ενοικίασε τον ελεύθερο χώρο του κήπου των ανακτόρων στον επιχειρηματία Πέτρο Χαλήμαγα για τη δημιουργία ψυχαγωγικού κέντρου πολυτελείας. Εν τω μεταξύ είχε ήδη αρχίσει η παρακμή του κτιρίου των παλαιών ανακτόρων, η οποία συνεχίστηκε και κατά τη διάρκεια του εθνικού διχασμού (1916-1918), όταν στο ανάκτορο μεταφέρθηκε προσωρινά η λειτουργία του Αρσακείου[2], επειδή στα κτίρια του τελευταίου δημιουργήθηκε νοσοκομείο πολιτικών κρατουμένων. Το 1929 το κτίριο των ανακτόρων κατεδαφίσθηκε από τον Δήμο λόγω φθοράς αλλά και πολιτικών συγκυριών. Στη Θέση του ο Πέτρος Χαλήμαγας κατασκεύασε έναν σύγχρονο για την εποχή του κινηματογράφο. Έτσι άδοξα έκλεισε τον κύκλο του ένα από τα ιστορικότερα κτίρια της Λάρισας.
-----------------------------------------------------
[1]. Παλαιότερα και ιδίως κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας, είναι γνωστό ότι οι χώροι υγιεινής ήταν σε κάποια απόσταση από την κυρίως κατοικία, επειδή δεν υπήρχε αποχετευτικό δίκτυο στους οικισμούς.
[2]. Το Αρσάκειο στεγαζόταν στη γωνία των οδών Ηπείρου και Ασκληπιού και καταστράφηκε από τον σεισμό του 1941. Μεταπολεμικά στη θέση του κατασκευάσθηκε μεγάλο κτίριο που στέγασε τις υπηρεσίες του ΙΚΑ και πριν λίγες δεκαετίες κατεδαφίσθηκε.

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Η Λάρισα του 1900 στις κάρτες της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας - Α’


Ο οπισθότυπος επιστολικού δελταρίου της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας, το οποίο ταχυδρομήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1919, προφανώς από στρατιώτη των γαλλικών  στρατευμάτων που είχαν καταλάβει τη Λάρισα, στην αγαπημένη του Μαργαρίτα στη Γαλλία Ο οπισθότυπος επιστολικού δελταρίου της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας, το οποίο ταχυδρομήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1919, προφανώς από στρατιώτη των γαλλικών στρατευμάτων που είχαν καταλάβει τη Λάρισα, στην αγαπημένη του Μαργαρίτα στη Γαλλία

Η παλαιά ιστορία μιας πόλης ή μιας περιοχής μπορεί να συντεθεί από πολλά και ποικίλα δεδομένα. Περιγραφές προφορικές, γραπτά στοιχεία, αρχειακό υλικό, παλιές εφημερίδες και περιοδικές εκδόσεις, βιβλία, χαρακτικά και φωτογραφίες είναι τα κυριότερα.

Το απεικονιστικό υλικό, συγκριτικά με τα άλλα στοιχεία, έχει ένα σημαντικό πλεονέκτημα. Καταγράφει τοπία, κίρια, άτομα σε μια δεδομένη στιγμή και με τόση λεπτομέρεια και καθαρότητα, ώστε το γραπτό κείμενο ή μια οποιαδήποτε περιγραφή όσο πλούσια και περιεκτική και αν είναι, δεν μπορεί να το συναγωνιστεί. Το θέμα του σημερινού μας σημειώματος θα είναι φωτογραφίες της Λάρισας σε επιστολικά δελτάρια του 1902.
Η μεγάλη ανάπτυξη των ταχυδρομικών αποστολών, η ευχερέστερη συγκοινωνιακή μετακίνηση και η πρόοδος και εξέλιξη της φωτογραφικής τέχνης στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα είναι τα τρία βασικά στοιχεία τα οποία οδήγησαν στην αναζήτηση ενός άλλου μέσου επικοινωνίας, πέρα της μέχρι τότε χειρόγραφης επιστολής. Τότε εμφανίσθηκαν τα ταχυδρομικά δελτάρια, τα γνωστά και ως καρτ ποστάλ ή κάρτες. Ανεικονικά στην αρχή, γέμιζαν τη μια επιφάνεια με το γραπτό κείμενο του αποστολέα και την άλλη με τις διευθύνσεις του αποστολέα και του παραλήπτη, και ουσιαστικά δεν διέφεραν της επιστολής. Αργότερα όμως στη μια πλευρά της κάρτας άρχισαν να εκτυπώνονται τοπία, επαγγελματικές ασχολίες, κτιριακά συγκροτήματα, στιγμές του καθημερινού βίου, ερωτευμένα ζευγάρια και άλλα πολλά που η εφευρετικότητα των κατασκευαστών μπορούσε να συλλάβει. Από τα δελτάρια αυτά εκείνα με την απεικόνιση τοπίων και ερωτικών ζευγαριών ήταν από τα πλέον δημοφιλή. Για τον λόγο αυτό από τα τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα άρχισαν να κυκλοφορούν μαζικά. Ακολουθώντας το πνεύμα της εποχής και η χώρα μας, αρχικά είχε διάφορες ιδιωτικές ερασιτεχνικές πρωτοβουλίες στον τομέα της έκδοσης επιστολικών δελταρίων. Όμως το 1900 και συγκεκριμένα στις 14 Ιουνίου, με βασιλικό διάταγμα ανατέθηκε στη Γενική Διεύθυνση Ταχυδρομείων και Τηλεγράφων η προκήρυξη πανελλήνιου διαγωνισμού μεταξύ καλλιτεχνών και φωτογράφων, για την εκπόνηση πρωτότυπων[1] απεικονίσεων για τα εικονογραφημένα ταχυδρομικά δελτάρια που είχε την πρόθεση να εκδώσει η Ελληνική Ταχυδρομική Υπηρεσία.
Μετά από τις σχετικές διαδικασίες και την κατάλληλη επιλογή, εκδόθηκαν συνολικά δώδεκα σειρές, από 32 δελτάρια η κάθε σειρά. Δηλαδή κυκλοφόρησαν συνολικά 384 επιστολικά δελτάρια, με απεικονίσεις τοπίων και αρχαιοτήτων από ολόκληρη την τότε ελληνική επικράτεια, η οποία έφθανε μέχρι τη Μελούνα. Η πρώτη από τις δώδεκα σειρές κυκλοφόρησε στην αγορά μέσω των ταχυδρομικών καταστημάτων όλης της χώρας την 1η Ιουλίου του 1901, ενώ η τελευταία, η δωδέκατη, την 20ή Μαρτίου του 1903. Τα δελτάρια αυτά είχαν τις κανονικές διεθνείς διαστάσεις 10 Χ 15 εκ. και ήταν όλα μονόχρωμα. Ορισμένα κυκλοφόρησαν μόνον σε ένα χρώμα, που ήταν μαύρο ή καφετί ή πράσινο, ενώ άλλα και στα τρία χρώματα. Όλα χαρακτηρίζονται εκτός των άλλων, και από την άνευ χρώματος ανάγλυφη (en relief) απεικόνιση του πτερωτού Ερμή. Την ανάγλυφη αυτή σφραγίδα τοποθετούσε το Εθνικόν Σφραγιστήριον. Από τα 384 αυτά ταχυδρομικά δελτάρια της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας τα οποία είναι αριθμημένα, τα 63 απεικονίζουν τοπία της θεσσαλικής περιοχής (Βόλος - Πήλιο - Λάρισα - Αμπελάκια - Τέμπη - Τρίκαλα - Μετέωρα). Εκείνα τα οποία απεικονίζουν αποκλειστικά τοπία της Λάρισας είναι συνολικά οκτώ, κυκλοφόρησαν την 1η Μαΐου του 1902 και έχουν στο κάτω μέρος της κάρτας και εκτός της εικόνας, τις εξής ενδείξεις στα ελληνικά και τα γαλλικά, μαζί με τον αριθμό τους:
-αρ. 242. Λάρισσα. Τα Ανάκτορα.
-αρ. 243. Λάρισσα. Το Δικαστήριον
-αρ. 244. Λάρισσα. Η Μητρόπολις.
-αρ. 245.Πανόραμα της Λαρίσσης.
-αρ. 246. Λάρισσα. Άποψις του Πηνειού.
-αρ. 247. Γέφυρα του Πηνειού εν Λαρίσση.
-αρ. 249. Άποψις της Λαρίσσης από του Φρουρίου
-αρ. 250. Οδός εν Λαρίσση.
Τα επιστολικά αυτά δελτάρια τα οποία απεικονίζουν τη Λάρισα μπορεί να κυκλοφόρησαν πανελλήνια τον Μάιο του 1902, όμως οι φωτογραφικές αποτυπώσεις (τα κλισέ) έγιναν μερικά χρόνια πριν. Πότε ακριβώς δεν είναι καταγραμμένο. Γνωρίζοντας όμως την ιστορία των απεικονιζόμενων κτιρίων, δεν θα βρισκόμασταν πολύ μακριά από την πραγματικότητα αν υποστηρίζαμε ότι εμφανίζουν τοπία της πόλης της περιόδου 1898-1899, δηλ. αμέσως μετά την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων από την προσωρινή κατοχή της Θεσσαλίας από τους Οθωμανούς.
Ένα επιπλέον χαρακτηριστικό των καρτών αυτών είναι ότι ο φωτογράφος τους μάς είναι άγνωστος. Έγινε το 1900 ο διαγωνισμός μεταξύ φωτογράφων απ’ όλη τη χώρα, προκρίθηκαν οι φωτογραφίες που ενέκρινε η Διεύθυνση Ταχυδρομείων και Τηλεγράφων, αλλά στις κάρτες δεν αναγράφεται τίποτε σχετικό περί του φωτογράφου και ούτε γνωρίζουμε από άλλες πηγές ποιοι ήταν αυτοί. Προς το παρόν, 120 χρόνια μετά, παραμένουν ανώνυμοι.
Στην οπίσθια πλευρά της κάρτας ήταν τυπωμένα τα εξής στα ελληνικά και τα γαλλικά: «Παγκόσμιος Ταχυδρομική Ένωσις. Επιστολικόν Δελτάριον». Επειδή μεγάλες ποσότητες καρτών διανέμονταν στον στρατό, στα περισσότερα υπάρχει σφραγίδα με τις λέξεις: «Στρατιωτικόν Δελτάριον Ατελές».
Αντικρίζοντας κανείς τις φωτογραφίες αυτές της Λάρισας στα ταχυδρομικά δελτάρια, με την πρώτη ματιά δεν αναγνωρίζει σχεδόν τίποτε, έχοντας στο νου του τη σημερινή πόλη. Μελετώντας όμως προσεκτικά το τοπίο που προβάλλεται και διατηρώντας, ιδίως οι παλαιότεροι, κάποια αμυδρή εικόνα από την παλιά Λάρισα, μπορούμε να ταυτοποιήσουμε πολλά σημεία της όπως ήταν την περίοδο του 1900 και να γνωρίσουμε έστω κι έμμεσα, δηλαδή φωτογραφικά, διάφορες περιοχές ή κτίσματα που δεν υπάρχουν πια. Είναι κτίσματα μεγάλα για την εποχή τους, αληθινά στολίδια της πόλης, τα οποία ο χρόνος, οι φυσικές καταστροφές, οι πόλεμοι και η νεωτεριστική αντίληψη αντικατάστασής τους με νέα, τα εξαφάνισαν ολοκληρωτικά.
Σε επόμενα κείμενά μας θα δημοσιεύσουμε και τις οκτώ φωτογραφίες με τη σειρά που τις έχουμε καταγράψει και θα τις μελετήσουμε με απλό και περιεκτικό τρόπο, προσθέτοντας και ορισμένα ιστορικά στοιχεία για να εδραιώσουμε καλύτερο το ιστορικό υπόβαθρο κάθε τοπίου. Για όσα λάθη θα διαγνωσθούν από τους αναγνώστες, θα δεχθούμε ευχάριστα τις υποδείξεις όσων τυχαίνει να γνωρίζουν τις συγκεκριμένες απεικονίσεις καλύτερα, θα συζητήσουμε πάνω σ’ αυτές και πιστεύω ότι θα καταλήξουμε σε ασφαλέστερα και πιο αξιόπιστα συμπεράσματα (2410-287.450 και 6951-004.232).

 

[1]. Είναι χαρακτηριστικό ότι όλες οι φωτογραφικές απόψεις των τοπίων και στις 384 κάρτες είναι πρωτότυπες στην εποχή τους και δεν τις έχουμε συναντήσει πουθενά αλλού, πλην από τις κάρτες της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας.

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

 

Δευτέρα 2 Αυγούστου 2021

Ο «ΤΡΑΝΟΣ» ΜΑΧΑΛΑΣ


Άποψη του ανατολικού τμήματος του Τρανού μαχαλά, στο σημείο όπου λειτουργούσε  η «αγορά της Τετάρτης». Προπολεμική φωτογραφία. Αρχείο Θανάση Μπετχαβέ Άποψη του ανατολικού τμήματος του Τρανού μαχαλά, στο σημείο όπου λειτουργούσε η «αγορά της Τετάρτης». Προπολεμική φωτογραφία. Αρχείο Θανάση Μπετχαβέ

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)


Μέσα στα 7,5 χρόνια παρουσίας της στήλης αυτής στην εφημερίδα «Ελευθερία» περιγράψαμε πολλούς μαχαλάδες (συνοικίες) της παλιάς Λάρισας. Ο «Τρανός» μαχαλάς, δηλαδή η συνοικία του Αγ. Αχιλλίου, δεν ξέρω γιατί, μας «ξέφευγε» όλα αυτά τα χρόνια και δεν ασχοληθήκαμε μ' αυτόν, αν και θεωρείτο από παλιά ο κεντρικότερος μαχαλάς της πόλης. Την ονομασία αυτήν την είχε φυσικά από τα χρόνια της τουρκοκρατίας και διατηρήθηκε για αρκετές δεκαετίες μετά την απελευθέρωση της Λάρισας το 1881.
Ονομαζόταν «Τρανός», ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν σε έκταση μεγάλος, καθώς ελάχιστες ήταν οι κατοικίες του και ο μεγαλύτερος χώρος καταλαμβάνονταν από καταστήματα, υπολείμματα από ιστορικά κτίσματα, το ρολόι, τον μητροπολιτικό ναό του Αγ. Αχιλλίου και ελεύθερους χώρους. Οι υπάρχουσες κατοικίες ανήκαν ως επί το πλείστον σε χριστιανικές οικογένειες και οι μουσουλμάνοι μπέηδες, για άγνωστους λόγους, δεν προτιμούσαν να έχουν την κατοικία τους πάνω στον Λόφο. Τον Τρανό μαχαλά μπορούμε να τον οριοθετήσουμε στον κυκλικό χώρο, ο οποίος περικλείεται από τους σημερινούς δρόμους Βενιζέλου, Δήμητρας, Γεωργιάδου, μέχρι την είσοδο της μεγάλης λίθινης γέφυρας. Δηλαδή περιλάμβανε όλο τον υπερυψωμένο χώρο, που σήμερα ονομάζεται Λόφος του Φρουρίου, αλλά στα αρχαία χρόνια βρισκόταν η Ακρόπολη της Λάρισας, με πολλά μνημειακά κτίσματα, από τα οποία μόνο το Αρχαίο Θέατρο έχει μέχρι σήμερα αποκαλυφθεί. Ως γνωστόν κατά την αρχαιότητα η πόλη εκτεινόταν κατά μήκος της δεξιάς όχθης του Πηνειού. Ουσιαστικά άρχιζε από τη σημερινή συνοικία του Αγ. Αθανασίου και έφθανε μέχρι την περιοχή της Αγίας Μαρίνας. Κατά πλάτος έφθανε λίγο νοτιότερα από την πλατεία Ταχυδρομείου.
Κατά τον 19ο αιώνα που έχουμε τις πρώτες απεικονίσεις από τα εικονογραφημένα οδοιπορικά των ξένων περιηγητών, η δυτική πλευρά του Τρανού μαχαλά ήταν κατάσπαρτη από κάθε είδους κτίσματα, συνήθως ισόγεια, αλλά η κλίση του εδάφους πρόσφερε τη δυνατότητα να κτίζονται και διώροφα, ακόμη και τριώροφα οικήματα. Οι δρόμοι στο σημείο αυτό ήταν στενοί (σοκάκια), ελικοειδείς, λιθόστρωτοι. Η δε πυκνότητα δόμησης ήταν τέτοια ώστε στις απεικονίσεις των χαρακτικών ο ναός του Αγ. Αχιλλίου, ο μοναδικός στη Λάρισα την περίοδο της τουρκοκρατίας, να μη διακρίνεται καθόλου, να καλύπτεται από ιδιωτικά κτίσματα και μόνο από ορισμένες γωνίες καταγραφής να διακρίνεται η στέγη της βασιλικής του Καλλιάρχη. Μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους το 1881 το ελληνικό κράτος και οι τοπικές αρχές άρχισαν σταδιακά την κατεδάφιση των κτισμάτων αυτών και ο χώρος «ανάσανε». Απελευθερώθηκε η προ του μητροπολιτικού ναού περιοχή, αντικαταστάθηκε η κλίση του εδάφους με ισχυρό αναλληματικό τοιχίο, κατασκευάσθηκε ευρύ και μεγάλο κλιμακοστάσιο, το οποίο συνέδεε τον Λόφο με τον δρόμο, ο οποίος δημιουργήθηκε παράλληλα με τη δεξιά όχθη του ποταμού και άρχισαν να κτίζονται σε προκαθορισμένα σημεία νέες κατοικίες, χωρίς να αποκρύπτουν τη θέα από τον ναό. Μία από τις πρώτες σύγχρονες για την εποχή εκείνη κατοικίες ήταν του μητροπολίτη Νεόφυτου το 1882, μερικά χρόνια αργότερα το τριώροφο αρχοντικό του Ιωάννη Βελλίδη, του Μακρή, του Αλέκου και άλλες.
Στο κέντρο περίπου του Λόφου από τη μια πλευρά δέσποζε το ρολόι της πόλης, το οποίο πέρασε από διάφορες κατασκευαστικές φάσεις και το έχουμε περιγράψει επανειλημμένως και από την άλλη πλευρά, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το Ηρώο της πόλης, ήταν οι στρατιωτικές εγκαταστάσεις του πυροβολικού αρχικά των Τούρκων και στη συνέχεια οι ελληνικές.
Ανατολικότερα βρίσκεται ό,τι σώθηκε από την τουρκική αγορά, το λεγόμενο μπεζεστένι, που αυτό το διάστημα αποκαθίσταται. Μέσα σ' αυτό άνθισε επί τουρκοκρατίας το εμπόριο πολύτιμων λίθων, αργυροχρυσοχοΐας και μεταξωτών ειδών. Δίπλα του βρίσκεται ένας μεγάλος ανοικτός χώρος. Στο σημείο αυτό, όπως αναφέρει ο δημοσιογράφος Κώστας Περραιβός, λειτουργούσε μεγάλη λαϊκή αγορά από το 1750. Ήταν το μικρό παζάρι του Τρανού μαχαλά, που γινόταν παλιά δύο φορές την εβδομάδα, κάθε Δευτέρα και Τετάρτη. Ζωηρότερο εμπορικά ήταν αυτό της Τετάρτης, γι’ αυτό με το πέρασμα του χρόνου η λαϊκή της Δευτέρας εγκαταλείφθηκε, καθώς τα μέσα συγκοινωνίας της εποχής εκείνης ήταν πρωτόγονα. Δεν μπορούσαν να γίνουν εύκολα ταξίδια, γιατί τα μόνα μεταφορικά μέσα ήταν τα γαϊδουράκια, οι αραμπάδες, οι σούστες, τα κάρα. Αυτά χρησιμοποιούσαν και έρχονταν από τα χωριά στη Λάρισα μια φορά την εβδομάδα για να πωλήσουν τα προϊόντα τους και να κάνουν τα απαραίτητα ψώνια. Στην αγορά της «Τετάρτης» έβρισκαν όλα τα είδη που ικανοποιούσαν τις λιτές εξάλλου βιοτικές ανάγκες τους. Στην εβδομαδιαία αυτήν αγορά, όπως ονομαζόταν επίσημα η αγορά της «Τετάρτης», υπήρχαν όλα τα είδη τροφίμων (κυρίως σε μεγάλη ποικιλία ζαρζαβατικά και φρούτα). Πωλητές ήταν οι ίδιοι οι παραγωγοί, γι’ αυτό και οι τιμές ήταν χαμηλές, γεγονός που εξακολουθεί να γίνεται και σήμερα για ορισμένα γεωργικά και κηπευτικά προϊόντα. Εκτός όμως από τα φαγώσιμα εκθέτονταν και προϊόντα αγροτικής οικοτεχνίας. Βελέντζες, χράμια, κιλίμια, υφαντά υφάσματα, τα περίφημα «σταμπωτά» του Τυρνάβου και πολλά αντικείμενα οικιακής χρήσης.
Η προφορική παράδοσή μας διέσωσε μια ωραία ιστορία για την αιτία επιλογής της Τετάρτης ως ημέρας διεξαγωγής της λαϊκής αγοράς. Αρχικά ορίσθηκε να γίνεται κάθε Σάββατο, μια ημέρα που εξυπηρετούσε κυρίως τους χωρικούς να κατεβαίνουν στη Λάρισα για να κάνουν τα ψώνια τους. Διαμαρτυρήθηκε όμως και αντέδρασε έντονα η Εβραϊκή Κοινότητα, καθώς η ημέρα αυτή είναι γι' αυτούς αφιερωμένη στην εκτέλεση των θρησκευτικών τους καθηκόντων. Η επόμενη επιλογή ήταν η Παρασκευή. Όμως οι Τούρκοι, κυρίαρχοι κατακτητές τότε, δεν ενέκριναν την ημέρα αυτήν γιατί γι' αυτούς είναι ιερή και απαγορεύεται να εκτελούν οποιαδήποτε εργασία. Στη συνέχεια προτάθηκε η Κυριακή, αλλά μ' αυτήν την επιλογή διαμαρτυρήθηκαν οι χριστιανοί, που θεωρούσαν βέβηλη πράξη να γίνεται παζάρι τέτοια μέρα. Τελικά βρέθηκε η μέση λύση. Ήταν η Τετάρτη, που ήταν και η μεσαία ημέρα της εβδομάδος. Και αυτή έμεινε για πολλά χρόνια, μέχρι τη δεκαετία του 1970, όταν για λόγους εξωραϊσμού έμεινε ελεύθερος ο χώρος αυτός και ορίσθηκε άλλος τόπος τελέσεως της αγοράς της «Τετάρτης». Και καθώς η Λάρισα μεγάλωνε οργανώθηκαν και άλλες λαϊκές αγορές σε διάφορα σημεία της πόλης και σε διαφορετικές ημέρες, σε σημείο ώστε σήμερα κάθε ημέρα υπάρχει και μία «λαϊκή» σε κάποιο σημείο της πόλης.
Στη δημοσιευόμενη φωτογραφία διακρίνονται οι εφήμερες παράγκες που καταλάμβαναν τον χώρο της λαϊκής της «Τετάρτης», πάνω στον λόφο της Ακρόπολης και τα καταστήματα της ανατολικής πλευράς του Τρανού μαχαλά. Η φωτογραφία είναι της δεκαετίας του 1930.
Στις παρυφές της νότιας και της ανατολικής πλευράς του Λόφου υπήρχαν και διατηρούνται και σήμερα διάφορα καταστήματα τα οποία χωροταξικά ανήκουν στη συνοικία του Αγ. Αχιλλίου, δηλ. στον «Τρανό» μαχαλά. Τα μαγαζιά ήταν όλα ισόγεια και τα περισσότερα μένουν από τότε στο ίδιο ύψος, ήταν δε χωρισμένα κατά τομείς. Αρχίζοντας από την οδό Μακεδονίας και κατευθυνόμενοι από τη γέφυρα προς το κέντρο επικρατούσαν τα χάνια και αργότερα τα ξενοδοχεία. Εδώ έβρισκαν καταλύματα όσοι έφθαναν μαζί με τα ζώα τους στη Λάρισα από βορρά. Ταβέρνες, εστιατόρια, πατσατζίδικα, φούρνοι εξυπηρετούσαν τους ταξιδιώτες. Στην περιοχή αυτήν είχε και πολλά σαγματοποιεία, τσαρουχάδικα, υποδηματοποιεία. Όσο πλησιάζαμε προς την κεντρική οδό Ακροπόλεως (Παπαναστασίου) τα καταστήματα αυτού του είδους λιγόστευαν και στον ανήφορο καθώς ανεβαίναμε στον Λόφο, πάνω από τα θαμμένα εδώλια του Αρχαίου Θεάτρου, επικρατούσαν τα λαδάδικα. Πολλοί από τους ιδιοκτήτες αυτών των καταστημάτων προέρχονταν από την περιοχή του Πηλίου. Πιο κάτω και όσο πλησιάζαμε προς την οδό Φιλελλήνων και την Παπαφλέσσα συναντούσες σαράφικα [1], χρυσοχοεία, καταστήματα υφασμάτων (τα μπασματζίδικα) [2]. Ενδιάμεσα υπήρχαν καφενέδες που εξυπηρετούσαν όχι μόνον τις ανάγκες των καταστημάτων, αλλά και των αγοραστών και των περαστικών.
Και στην οδό Δήμητρας, που αποτελεί το ανατολικό όριο του «Τρανού» μαχαλά, συναντούσε κανείς πολλά χάνια. Αυτά εξυπηρετούσαν τους ταξιδιώτες που έρχονταν από οικισμούς ανατολικά της Λάρισας (Συκούριο, Γόννοι, Ραψάνη, Αμπελάκια, Αγιά, κ.λπ.). Όμοια καταστήματα, όπως και στην οδό Μακεδονίας, υπήρχαν και εδώ σε μικρότερο όμως βαθμό. Υπερείχαν κυρίως καταστήματα προϊόντων χονδρικής πώλησης.
Γενικά, κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας στον «Τρανό» μαχαλά αναπτύχθηκε σε ικανοποιητικό βαθμό ο εμπορικός τομέας και όλοι αυτοί οι έμποροι και επαγγελματίες με τις συντεχνίες τους (ρουφέτια, εσνάφια), κρατούσαν στα χέρια τους την οικονομική ζωή της Λάρισας. Και ήταν όλοι τους Έλληνες και Εβραίοι, που είχαν μέσα τους το εμπορικό δαιμόνιο.
-----------------
[1]. Σαράφης ή αργυραμοιβός ήταν εκείνος που είχε ως επάγγελμα την ανταλλαγή νομισμάτων μιας χώρας με νομίσματα κάποιας άλλης. Αυτό συνέβαινε πριν από την ανάπτυξη του τραπεζικού συστήματος, το οποίο σήμερα εκτελεί αποκλειστικά αυτές τις συναλλαγές.
[2]. Μπασματζίδικα ήταν τα καταστήματα που εμπορεύονταν υφαντά.