Πέμπτη 19 Αυγούστου 2021

ΓΑΜΙΚΑ ΠΑΡΑΓΓΈΛΜΑΤΑ: Η ΧΟΛΗ ΚΑΙ Η ΟΡΓΗ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΘΕΣΗ ΣΤΟΝ ΓΑΜΟ
 
Τα Γαμικά Παραγγέλματα αποτελούνται από πλήθος συμβουλών, οι οποίες απευθύνονται ως γαμήλιο δώρο στον Πολλιανό και την Ευρυδίκη, μαθητές του Πλουτάρχου, οι οποίοι ήταν ένα νιόπαντρο ζευγάρι.
(.....) Οι παλιοί έβαλαν τον Ε ρ μ ή δίπλα στην Α φ ρ ο δ ί τ η, πιστεύοντας ότι οι χαρές του έρωτα έχουν κυρίως ανάγκη τον λ ό γ ο, αλλά επίσης την Π ε ι θ ώ και τις Χ ά ρ ι τ ε ς, ώστε με την πειθώ να παίρνουν ο ένας από τον άλλον ό,τι θέλουν, χ ω ρ ί ς τσακωμούς και καβγάδες.
Ο Σ ό λ ω ν συμβούλευε τη νύφη να μασουλήσει κ υ δ ώ ν ι προτού πλαγιάσει με τον γαμπρό, θέλοντας έτσι να πει, καθώς φαίνεται, ότι η χ ά ρ η από τα χείλη και το στόμα της πρέπει να είναι πρώτα απ’ όλα αρμονική και γλυκιά.
Στην αρχή κυρίως πρέπει οι παντρεμένοι να φυλάγονται από δ ι α φ ω ν ί ε ς και σ υ γ κ ρ ο ύ σ ε ι ς, βλέποντας ότι και τα φτιαγμένα από διάφορα κομμάτια αντικείμενα διαλύονται εύ κολα με το πρώτο τυχαίο γεγονός, αλλά μετά από καιρό, όταν οι αρμοί τους στεριώσουν, δύ σκολα διαλύονται από τη φωτιά ή το σίδερο.
Όπως η φ ω τ ι ά ανάβει εύκολα σε άχυρα, σε φιτίλι και στην τρίχα του λαγού, αλλά σβήνει γρήγορα αν δεν πιάσει σε κάτι άλλο που μπορεί να τη διατηρήσει και να τη θρέψει, έτσι και ο δ υ ν α τ ό ς έρωτας των νεονύμφων που λαμπαδιάζει με τη σωματική έλξη και την ορμή της ηλικίας, δεν πρέπει να θεωρηθεί διαρκής ο ύ τ ε σίγουρος, αν δεν οικοδομηθεί πάνω στον χαρακτήρα, δεν αγγίξει τη φ ρ ό ν η σ η και δεν γίνει διάθεση της ψυχής.
Ο Ρωμαίος, όταν τον επέπλητταν οι φίλοι του που έδιωξε ενάρετη, πλούσια και όμορφη γυναίκα, έδειξε την μπότα του και είπε:
“Μα και τούτη είναι ωραία να την βλέπεις και καινούργια, κανείς όμως δεν ξέρει πού με χτυπά”.
Και στη γυναίκα, λοιπόν, δεν πρέπει να βασίζεσαι στην προίκα, τη γενιά ή την ομορφιά της, αλλά σε πράγματα, με τα οποία αγγίζει περισσότερο τον άντρα της, δηλαδή τη σ υ ν τ ρ ο φ ι ά, τον χ α ρ α κ τ ή ρ α και τον τρόπο που επικοινωνεί, να μην παρουσιάζεται σε αυτά σ κ λ η ρ ή και δ υ σ ά ρ ε σ τ η καθημερινά, αλλά β ο λ ι κ ή, χ α ρ ο ύ μ ε ν η και α γ α π ητή.
Όπως οι γιατροί φοβούνται περισσότερο τους π υ ρ ε τ ο ύ ς που ξεκινούν από κρυφές αιτίες και δυναμώνουν σταδιακά, παρά εκείνους που ξεκινούν από φανερά και σοβαρά προβλήματα, έτσι και οι μ ι κ ρ έ ς, σ υ ν ε χ ε ί ς κ α θ η μ ε ρ ι ν έ ς συγκρούσεις ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα, που περνούν απαρατήρητες από τους πολλούς, φέρνουν διαφορές και κ α τ α σ τ ρ έ φ ο υ ν τη συμβίωση.
Εκείνοι που προσφέρουν θυσία στην Ή ρ α, την προστάτιδα του γάμου, δεν καθαγιάζουν και τη χ ο λ ή μαζί με τα άλλα μέρη του θυσιασμένου ζώου, αλλά τη βγάζουν και την πετούν δίπλα στο βωμό, θέλοντας με αυτό να πει όποιος καθιέρωσε το έθιμο πως η χ ο λ ή και η ο ρ γ ή δεν πρέπει π ο τ έ να έχουν θέση στο γάμο".
ΠΛΟΎΤΑΡΧΟΣ

 

Τρίτη 17 Αυγούστου 2021

ΛΑΡΙΣΑ, ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Ο παλιός ναός της Παναγίας στα Ταμπάκικα


Ο προπολεμικός ναός της Ζωοδόχου Πηγής  (Παναγίας) στα Ταμπάκικα μια χιονισμένη μέρα Ο προπολεμικός ναός της Ζωοδόχου Πηγής (Παναγίας) στα Ταμπάκικα μια χιονισμένη μέρα

Η σημερινή μεγάλη εορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου μάς προσκαλεί να εντρυφήσουμε στα ιστορικά δεδομένα της πρώτης εκκλησίας της Ζωοδόχου Πηγής, που κτίσθηκε στον παλιό μαχαλά Ταμπάκικα της Λάρισας, τη γνωστή σήμερα ως συνοικία Αμπελοκήπων. Για τους περισσότερους Λαρισαίους η εκκλησία αυτή είναι γνωστή και ως Παναγία και ο ναός της χαρακτηρίζει ολόκληρη την παραπήνεια περιοχή.


Η παλαιότερη ονομασία της συνοικίας αυτής επί τουρκοκρατίας ήταν Tabagli, και για τους χριστιανούς όπως αναφέρθηκε, Ταμπάκικα, ονομασίες που υποδηλώνουν συνοικία των βυρσοδεψείων. Η περιοχή οριοθετείται κατά το πλείστον από μια μεγάλη καμπύλη της μαιανδρικής πορείας του Πηνειού ποταμού, η οποία νότια συμπληρώνεται από την οδό Γεωργιάδου. Η συνοικία αυτή φαίνεται να υπάρχει από τα πρώτα χρόνια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ως μουσουλμανική κοινότητα (στοιχεία των ετών 1454 και 1506), ενώ αναφορά για την παρουσία Χριστιανών υπάρχει από τα μέσα του 18ου αιώνα (1750 περίπου) σε κατάστιχα των Μετεωρίτικων μονών, χωρίς να υπάρχει στην περιοχή ναός. Οι κάτοικοί της εκκλησιάζονταν στον μητροπολιτικό ναό του Αγ. Αχιλλίου, ο οποίος βρισκόταν στον γειτονικό Λόφο της Ακρόπολης και όταν αυτός δεν λειτουργούσε, βάδιζαν μέχρι τον οικισμό Καλύβια στην εκκλησία της Αγ. Μαρίνας, η οποία υπάρχει μέχρι και σήμερα τελείως ανακαινισμένη.
Ο πρώτες ενέργειες για την κατασκευή ναού στη συνοικία αυτήν τοποθετούνται κατά τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας. Στη Λάρισα την περίοδο εκείνη εκτός του ναού του Αγ. Αχιλλίου, η παρουσία του οποίου ανιχνεύεται από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια, είχαν ήδη ανεγερθεί κατά σειράν οι Άγ. Νικόλαος (1857), 40 Μάρτυρες (1863) και Άγ. Αθανάσιος (ολοκληρώθηκε 1869). Η ανέγερση ναού στη συνοικία Ταμπάκικα περιβάλλεται από νεφελώδεις πληροφορίες που υπάρχουν γύρω από την ανεύρεση της θαυματουργού εικόνας του ναού. Σύμφωνα με την προφορική παράδοση που είναι διάχυτη από πολλά χρόνια, όχι μόνο στη συνοικία αλλά και σε ολόκληρη την πόλη, το 1876 ο ιδιοκτήτης του χώρου όπου σήμερα υπάρχει ο ναός της Παναγίας θέλησε να κτίσει έναν ταμπαχανέ, δηλ. βυρσοδεψείο. Είναι γνωστό εξάλλου ότι η περιοχή αυτή διέθετε κατά τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας και πολλά άλλα βυρσοδεψεία, λόγω της θέσεώς της ακριβώς δίπλα από το ποτάμι της πόλης, τον Πηνειό, καθώς η επεξεργασία των δερμάτων απαιτούσε μεγάλες ποσότητες ύδατος. Κατά την εκσκαφή για την κατασκευή των θεμελίων του ταμπαχανέ, οι εργάτες κάποια στιγμή έφθασαν σε σημείο όπου το έδαφος ήταν υγρό και όσο η εκσκαφή προχωρούσε άρχιζε να αναβλύζει νερό, μέσα από το οποίο φανερώθηκε ξαφνικά ένα εικόνισμα της Παναγίας. Μετά τον καθαρισμό της φάνηκε ότι παρίστανε τη Θεοτόκο με τον μικρό Ιησού στην αγκάλη της και μεταφέρθηκε στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγ. Αχιλλίου για προσκύνηση από τους πιστούς.
Μια δεύτερη ιστορική πηγή βασίζεται στη μαρτυρία της υπέργηρης κόρης του πρώτου νεωκόρου του ναού, η οποία αναφέρει ότι κατά την περίοδο εκείνη (1875-76), δίπλα από ένα μικρό εικονοστάσι που υπήρχε κοντά σε πηγάδι, στο κέντρο περίπου της περιοχής Ταμπάκικα, ζούσε η μοναχή Θεοφανία. Κάποια στιγμή εμφανίσθηκε σε όνειρο η Θεοτόκος, η οποία της υπέδειξε ότι στον πυθμένα του γειτονικού πηγαδιού βρισκόταν επί χρόνια θαμμένη η εικόνα της. Έπειτα από πολλές προσπάθειες έγινε πιστευτή η διήγηση της μοναχής και τελικά με εντατικές εργασίες κατορθώθηκε να ανευρεθεί η εικόνα. Το γεγονός αυτό θεωρήθηκε ως θαύμα και οι πιστοί της συνοικίας έκτισαν ακριβώς στη θέση αυτήν ένα μικρό παρεκκλήσιο αφιερωμένο στη Ζωοδόχο Πηγή.
Είναι όμως γεγονός ότι στο σημείο όπου ανευρέθηκε η εικόνα της Παναγίας, οι πιστοί της συνοικίας έκτισαν το 1877 ένα ταπεινό εκκλησάκι το οποίο αναφέρεται και στον κώδικα του ναού του Αγίου Αχιλλίου (1810-1881) με το όνομα «Παρεκκλήσιον Φανερωμένης» ή «ΠαρεκκλήσιονΤαμβάκικα». Έπειτα από τρία χρόνια (1880), στη θέση του παρεκκλησίου άρχισε η ανοικοδόμηση του γνωστού προπολεμικού ναού της Ζωοδόχου Πηγής. Μάλιστα ο μητροπολίτης Λαρίσης Νεόφυτος Πετρίδης απηύθυνε στο ποίμνιο της Μητροπόλεως παραινετική επιστολή, με την οποία τους προέτρεπε να συμβάλλουν οικονομικά στην ταχύτερη αποπεράτωση του ναού. Όλοι οι πιστοί και κυρίως οι κάτοικοι της συνοικίας ανταποκρίθηκαν πρόθυμα στο κάλεσμα για την ανέγερση, όχι μόνον οικονομικά, αλλά και με την προσφορά εθελοντικής εργασίας. Αρωγοί στην προσπάθεια αυτήν ήλθαν και οι συντεχνίες των βυρσοδεψών, των σαμαράδων, των τσαρουχάδων και σανδαλοποιών που είχαν τα εργαστήριά τους στη συνοικία.
Εν τω μεταξύ ήλθε η στιγμή της απελευθέρωσης της Λάρισας από τους Τούρκους και επειδή αργούσε η ολοκλήρωση του ναού λόγω οικονομικών δυσχερειών, έγινε περιφορά της εικόνας και στις όμορες επισκοπές της μητροπόλεως Λαρίσης. Στην παραινετική επιστολή του Λαρίσης Νεοφύτου, προστέθηκαν και αντίστοιχες του μητροπολίτου Δημητριάδος και των επισκόπων Γαρδικίου και Πλαταμώνος. Πρώτη περιοδεία της εικόνας έγινε στη Μητρόπολη Δημητριάδος με άδεια του οικείου μητροπολίτου Γρηγορίου, στις 22 Ιανουαρίου 1881. Εν συνεχεία μεταφέρθηκε στις 8 Οκτωβρίου 1882 στην επισκοπή Γαρδικίου, που είχε έδρα το Ζάρκο, έπειτα από παραίνεση του επισκόπου Γρηγορίου και τέλος έπειτα από επτά χρόνια (29 Νοεμβρίου 1889) η εικόνα ταξίδεψε μέχρι τα Αμπελάκια έπειτα από έγκριση του επισκόπου Πλαταμώνος Αμβροσίου Κασσάρα. Τα εκπληκτικό στην όλη προσπάθεια συγκέντρωσης χρημάτων απετέλεσε και η περίπτωση του διορισμένου πρώτου δημάρχου της Λάρισας μουσουλμάνου Χασάν Ετέμ, ο οποίος δώρισε ένα σημαντικό ποσό για την ανέγερση του ναού.
Ο ναός ολοκληρώθηκε σταδιακά, ενώ η λειτουργία του άρχισε το 1881. Η τελική μορφή του ναού αποτυπώνεται στη φωτογραφία η οποία συνοδεύει το σημερινό κείμενο. Ήταν μια κομψή τρίκλιτη βασιλική με συμμετρικές αναλογίες. Όμως η ιδιαιτερότητα της αρχιτεκτονικής σύνθεσης επικεντρωνόταν στη μορφή της δυτικής πρόσοψης του ναού. Στο κατώτερο τμήμα υπήρχαν τρία τοξωτά ανοίγματα, τα οποία οδηγούσαν στο εσωτερικό του ναού, ενώ πάνω από την αετωματική απόληξη της δυτικής πλευράς, υψωνόταν το κωδωνοστάσιο σε μια ασυνήθιστη θέση, η οποία συναντάται κυρίως σε απλούς ναούς της νησιωτικής Ελλάδας.
Σε υπόγειο χώρο στη βορειοδυτική γωνία του ναού και στο σημείο όπου ανευρέθηκε η εικόνα, υπήρχε το αγίασμα, το οποίο υπάρχει μέχρι σήμερα και έχει επιτελέσει στα 144 χρόνια παρουσίας του πλείστα όσα θαύματα. Είναι μια μικρή τετράγωνη αίθουσα η οποία στην ανατολική πλευρά της έχει εντοιχισμένη μεγάλη λεκάνη και τον μηχανισμό άντλησης του αγιάσματος από τον βυθό του πηγαδιού. Η αρχιτεκτονική δομή του νέου σημερινού ναού σχεδιάσθηκε με τέτοιον τρόπο ώστε να μη θιγεί ο χώρος του αγιάσματος.
Με τον σεισμό του 1941, ο ναός υπέστη σοβαρές καταστροφές, οι οποίες επιδιορθώθηκαν ώστε να γίνει λειτουργικός. Κατεδαφίσθηκε το 1990 και στη θέση του ανεγέρθηκε ο σημερινός μεγαλοπρεπής ναός, τα εγκαίνια του οποίου έγιναν τον Απρίλιο του 2004.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

 

Δευτέρα 9 Αυγούστου 2021

 

Η Λάρισα του 1900 στις κάρτες της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας - Ζ’


Τελειώνουμε σήμερα την παρουσίαση των αριθμημένων εικονογραφημένων επιστολικών δελταρίων της Λάρισας, τα οποία εκδόθηκαν το 1902 από την Ελληνική Ταχυδρομική Υπηρεσία. Θα παρουσιαστεί η όγδοη και τελευταία στη σειρά κάρτα αριθμ. 250 με τίτλο «Οδός εν Λαρίσση».


Οι φωτογραφίες της σειράς αυτής, όπως τονίστηκε, έχουν ιδιαίτερη ιστορική σημασία, γιατί απεικονίζουν τοπία της πόλης όπως ήταν λίγα χρόνια μετά την απελευθέρωση της Λάρισας από τους Τούρκους ή αν θέλαμε να το λέγαμε και αντίστροφα, εδώ και 120 περίπου χρόνια από σήμερα. Ήταν η εποχή όπου άρχισε να εδραιώνεται στη συνείδηση του ανθρώπου η αξία της φωτογραφίας, ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά πολιτισμού που εμφανίστηκε σε νηπιακή μορφή κατά τα μέσα του 19ου αιώνα, είχε ενηλικιωθεί στα 1900 και είχε κορυφωθεί τον 20ό αιώνα, όταν πλέον η επικοινωνία μέσω των εικόνων ήταν ένα παιχνίδι ενταγμένο στις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων. Η ανάγκη για καταγραφή σημαντικών ιδιωτικών στιγμών, τοπίων, ιστορικών γεγονότων, αισθημάτων και αναζητήσεων, φαίνεται ότι δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί πλήρως μόνο με τη βοήθεια του γραπτού και του προφορικού λόγου. Η εικόνα, με την αδιαμφισβήτητη δύναμή της, παρέμενε μόνιμα καταγραμμένη και χρηστική ανά πάσα στιγμή, με τη δυνατότητα επανεξέτασης, μελέτης και ανάμνησης. Με τη φωτογραφία ουσιαστικά έγινε κατορθωτό να μείνουν ανεξίτηλες στον χρόνο εικόνες κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας και να αιχμαλωτισθούν στο χαρτί τοπία, τα οποία ο χρόνος, διάφορα φυσικά φαινόμενα και η ανανεωτική μανία του ανθρώπου τα έχει ολοσχερώς εξαλείψει. Από την άποψη αυτήν τα εικονογραφημένα επιστολικά δελτάρια αποτελούν πλέον πρωτογενή ιστορική πηγή πληροφοριών.
Στη δημοσιευόμενη σήμερα φωτογραφία από κάρτα της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας απεικονίζεται η οδός Μακεδονίας [1], είναι ταχυδρομημένη και ο καλλιτέχνης που την εκτύπωσε της έδωσε το σχήμα τριφυλλιού, χωρίς να επηρεαστούν τα απεικονιζόμενα κτίσματα. Με την πρώτη ματιά δίνεται η εντύπωση ότι ο δρόμος μαζί με τα οικήματα δεν έχουν κανένα οδηγό σημείο ώστε να αποδοθεί με ακρίβεια στην οδό Μακεδονίας. Η πιθανότητα να μην απεικονίζει η εν λόγω φωτογραφία σημείο της Λάρισας είναι πολύ μικρή, καθώς στις κάρτες της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας (κυκλοφόρησαν συνολικά 384 με τοπία από διάφορες περιοχές της χώρας μας) δεν βρίσκονται λανθασμένες απεικονίσεις. Ακόμη και σήμερα τα περισσότερα από τα οικήματα της οδού Βενιζέλου εξακολουθούν να είναι χαμηλά, μικρά σε έκταση, ισόγεια και διάφοροι παράγοντες δεν επέτρεψαν να κατασκευαστούν πολυώροφες οικοδομές, όπως σε άλλα σημεία της πόλης.
Η λήψη της φωτογραφίας πρέπει να έγινε από τη συμβολή των σημερινών οδών Μακεδονίας και Παπαναστασίου. Ο δρόμος είναι ευρύς και ευθύς και έχει μεγάλο μήκος. Το έδαφός του είναι χωμάτινο και επίπεδο σε όλο το μήκος του. Υπάρχουν ευρύχωρα πεζοδρόμια με ρείθρα και με πλούσια δενδροφύτευση, ενώ η οικοδομική γραμμή των κτιρίων είναι ευθύγραμμη. Με βάση αυτήν την απεικόνιση φαίνεται καθαρά ότι μετά την πρώτη εικοσαετία από την απελευθέρωση, η Λάρισα κατόρθωσε να επιβάλλει τη νέα ρυμοτομία και να αποβάλλει την τουρκική όψη τουλάχιστον στον κεντρικό τομέα της, βάσει του σχεδίου πόλεως που είχε εκπονηθεί το 1882 και άρχισε να εφαρμόζεται μετά το 1884 [2].
Τα περισσότερα κτίρια και από τις δύο πλευρές του δρόμου φαίνεται εκ πρώτης όψεως να είναι νεόκτιστα, μικρά, σε συνεχή σειρά, χωρίς κενά διαστήματα και όπως φαίνεται, όλα στεγάζουν καταστήματα. Οι καταστηματάρχες έχουν απλώσει μέρος από τα εμπορεύματά τους έξω από το κατάστημα, στο πεζοδρόμιο, για να δελεάσουν τους περιφερόμενους αγοραστές. Με λίγες εξαιρέσεις, θα μπορούσε κανείς να ισχυρισθεί ότι σ’ αυτήν την περιοχή της πόλης δεν άλλαξαν και πάρα πολλά μέσα στα 120 περίπου χρόνια που μας χωρίζουν απ’ αυτήν τη φωτογράφιση. Τα ίδια χαμηλά σε ύψος καταστήματα, το αυτό εύρος των πεζοδρομίων [3] παρόμοια και η έκθεση των εμπορευμάτων έξω από τις βιτρίνες, αλλά σε μικρότερο βαθμό, η ίδια περίπου κίνηση του αγοραστικού κοινού.
Ορισμένα πράγματα όμως προξενούν ιδιαίτερη εντύπωση εάν μελετηθεί προσεκτικά η εικόνα. Αρχικά είναι εμφανέστατη η παντελής έλλειψη τροχοφόρων κάθε είδους (φυσικά για αυτοκίνητα οχήματα δεν μπορούμε να μιλήσουμε) σε ολόκληρο το μήκος του δρόμου και σε μια ώρα μεγάλης εμπορικής κίνησης, όπως φαίνεται. Ούτε άμαξες, ούτε και οχήματα μεταφοράς εμπορευμάτων (σούστες, κάρα, καροτσάκια, ζώα) υπάρχουν σε ένα μήκος 200 περίπου μέτρων. Φαίνεται ότι δεν είχε φθάσει ακόμη η στιγμή που η πόλη θα γινόταν ισχυρό εμπορικό κέντρο. Σπουδαίο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η ενδυματολογική ποικιλία των εικονιζόμενων ατόμων. Σε πρώτο επίπεδο παρατηρούμε κάποιο νεαρό άτομο να κυκλοφορεί με ποιμενική μάλλινη μπέρτα και σε κάποια απόσταση να στέκονται δύο μαθητές με πηλίκια. Πιο πίσω βρακοφόροι άνδρες με σκούρο γιλέκο, βαδίζουν αμέριμνοι πάνω στον δρόμο. Μερικοί έχουν την ενδυματολογική εμφάνιση χωρικών, ενώ άλλοι φορούν την αστική περιβολή της εποχής. Εκείνο όμως που κάνει τη μεγαλύτερη εντύπωση στη φωτογραφία είναι η πλήρης απουσία γυναικείας σιλουέτας. Φαίνεται ότι η παρουσία γυναικών στο εμπορικό κέντρο της πόλης και γενικά σε εξωτερικούς χώρους εκείνη την εποχή ήταν σπάνια, αν όχι απαγορευμένη, και η αγορά καταναλωτικών αγαθών ήταν αποκλειστικά ανδρικό καθήκον. Το γεγονός αυτό νομίζουμε ότι υπογραμμίζει καθαρά τα ήθη της περιόδου αυτής και τονίζει την ανισότητα των δύο φύλων η οποία επικρατούσε στην αυγή του 20ού αιώνα.
Με την κάρτα αυτήν τελείωσε η παρουσίαση της σπάνιας αυτής σειράς των εικονογραφημένων επιστολικών δελταρίων της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας, τα οποία αναφέρονται στη Λάρισα. Ήταν ένα νοσταλγικό ταξίδι σε μια πόλη που σήμερα παρουσιάζει τη μεγαλύτερη ανάπτυξη απ’ όλες τις άλλες αντίστοιχες επαρχιακές.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

 

[1]. Το αρχικό τμήμα της οδού Μακεδονίας από τη γέφυρα του Πηνειού μέχρι την Ηφαίστου, στο σημείο όπου ο δρόμος εμφανίζει ακόμη και σήμερα μια ελαφρά καμπή, ονομαζόταν στις αρχές του 20ού αιώνα οδός Ιης (πρώτης) Μεραρχίας. Σήμερα ολόκληρη η διαδρομή ονομάζεται οδός Βενιζέλου.
[2]. Μην ξεχνάμε ότι η μεγάλη πυρκαγιά που ξέσπασε στην περιοχή αυτήν της οδού Μακεδονίας (Ξυλοπάζαρο ονομαζόταν τότε) βοήθησε να γίνει πιο εύκολα στο σημείο αυτό η εφαρμογή του νέου ρυμοτομικού σχεδίου της Λάρισας.
[3]. Βέβαια σήμερα, με την πεζοδρόμηση ενός μεγάλου τμήματος του δρόμου όλα αυτά έχουν αλλοιωθεί, ισχύουν όμως στα τμήματα εκείνα που έχουν παραμείνει όπως ήταν πριν.

Πέμπτη 5 Αυγούστου 2021

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Η Λάρισα του 1900 στις κάρτες της ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας - ΣΤ’


Γέφυρα του Πηνειού εν Λαρίσση. Περίπου 1900.  Ταχυδρομημένο επιστολικό δελτάριο της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας αρ. 247. Γέφυρα του Πηνειού εν Λαρίσση. Περίπου 1900. Ταχυδρομημένο επιστολικό δελτάριο της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας αρ. 247.

Συνεχίζουμε και σήμερα την παρουσίαση των αριθμημένων επιστολικών δελταρίων της Λάρισας τα οποία εκδόθηκαν το 1902 από την Ελληνική Ταχυδρομική Υπηρεσία.

Θα παρουσιαστούν δύο κάρτες, η αριθμ. 247 με τίτλο “Γέφυρα επί του Πηνειού εν Λαρίσση”, και η αριθμ. 249 με τίτλο “Άποψις της Λαρίσσης από του Φρουρίου”.

 

Αριθμ. 247.
Γέφυρα επί του Πηνειού ποταμού.
Στην απεικόνιση αυτής της κάρτας, η παλιά γέφυρα του Πηνειού στη Λάρισα αναδεικνύεται σε όλο το μήκος της έπειτα από τέσσερες και πλέον αιώνες ζωής κομψή, με όμορφες αναλογίες και ακέραια. Το ενδιαφέρον είναι ότι απεικονίζονται και οι εννέα καμάρες της. Από την τελευταία προς τον Πέρα Μαχαλά καμάρα διακρίνεται μόνον η γωνία του οξυκόρυφου τόξου της λόγω προσχώσεων. Η λήψη της φωτογραφίας έγινε από την αυλή του μητροπολιτικού ναού του Αγ. Αχιλλίου. Είναι πρωί, ο ήλιος λαμπρός, τα νερά του Πηνειού ήσυχα και η αντανάκλαση των τόξων της γέφυρας στο νερό ολοκληρώνει την ομορφιά. Η γέφυρα αυτή αποτέλεσε σημείο αναφοράς όλων σχεδόν των περιηγητών, Ελλήνων και ξένων, οι οποίοι επισκέφθηκαν τη Λάρισα κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας, μερικοί μάλιστα την απεικόνισαν με το μολύβι και τον χρωστήρα σε όλο το μεγαλείο της. Αργότερα τη φωτογράφησαν από πολλές πλευρές σπουδαίοι φωτογράφοι. Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο Δημήτριος Μιχαηλίδης από την Αδριανούπολη. Ο τελευταίος το 1882, μαζί με άλλες φωτογραφίες του από τη Λάρισα, τα Τρίκαλα, τα Μετέωρα, τα Αμπελάκια, τα Τέμπη και το Πήλιο, συνολικά γύρω στις 32, τις εκτύπωσε σε ένα όμορφο λεύκωμα, με τον τίτλο “Souvenir de Thessalie”, σπάνιο σήμερα και απρόσιτο στις βιβλιοθήκες όπου υπάρχει.
Η κάρτα που δημοσιεύεται είναι μία από τις πρωιμότερες φωτογραφήσεις της γέφυρας του Πηνειού. Η λήψη της χρονολογείται περί το 1900. Χαμηλά αριστερά διακρίνεται μέρος της δεξιάς όχθης του Πηνειού, πάνω στην οποία υπάρχει πρόχειρος ανώμαλος χωμάτινος δρόμος ο οποίος βρισκόταν σε συνέχεια με τα πρανή του Λόφου. Μέσα στην κοίτη του ποταμού και σε μικρή απόσταση από τη δεξιά όχθη ένας σακατζής (δεν διακρίνεται με ευκρίνεια) γεμίζει με νερό τους ασκούς που έχει φορτωμένους στη ράχη κάποιου ζώου, για να το φέρει στην πόλη και να κάνει κατ’ οίκον διανομή.
Αριστερά πίσω από τη γέφυρα διακρίνεται η περιοχή Σάλια. Ο απλωμένος επίπεδος αυτός χώρος ήταν το σημείο όπου γινόταν η περισυλλογή της ξυλείας, η οποία ταξίδευε συσκευασμένη σε ντάνες με τη ροή του ποταμού από περιοχές της Δυτικής Θεσσαλίας. Δίπλα, μέσα σε έναν περιτοιχισμένο χώρο, γινόταν από ειδικούς η επεξεργασία των ξύλων σε διάφορες μορφές, τα οποία εν συνεχεία προμηθεύονταν οι ξυλουργοί. Στο βάθος διακρίνονται τα σπίτια του Αρναούτ μαχαλά (συνοικία Αγ. Αθανασίου). Δεξιά, δίπλα στην έξοδο της γέφυρας, υπάρχει περίφραξη εν είδει επάλξεων και άφθονο πράσινο. Στο σημείο αυτό από τα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας βρισκόταν ο Mevlevihane, μουσουλμανικό μοναστηριακό συγκρότημα του τάγματος των Μεβλεβήδων, των στροβιλιζόμενων δερβίσηδων και αργότερα ο τάφος του Χουρσίτ πασά.
Ως γνωστόν η γέφυρα αυτή κατά την κατοχή ανατινάχθηκε δύο φορές και καταστράφηκε ολοσχερώς.

 

Αριθμ. 249.
Άποψη της Λαρίσσης από του Φρουρίου.
Η φωτογραφία αυτή παρουσιάζει μια πολύ διαφωτιστική άποψη του ανατολικού τομέα της Λάρισας. Η λήψη έγινε από το Μπεζεστένι, την σκεπαστή τουρκική αγορά, το εσωτερικό της οποίας είχε επιχωματωθεί μέχρι το ύψος των πλάγιων τοίχων[1]. Μπροστά, σε πρώτο επίπεδο, διακρίνεται μεγάλος ακάλυπτος χώρος ο οποίος κάθε Τετάρτη κατακλυζόταν από εφήμερες παράγκες και εμπόρους με διάφορα προϊόντα. Ήταν η λεγόμενη εβδομαδιαία λαϊκή αγορά, η “Τετάρτη” όπως ονομαζόταν μονολεκτικά. Σήμερα η Αρχαιολογική Υπηρεσία έχει ανασκάψει την περιοχή αυτή και έφερε στο φως διάφορα κτίσματα της βυζαντινής περιόδου. Στη συνέχεια, μπροστά από την πρώτη σειρά των οικημάτων υπάρχει ένας αδιαμόρφωτος δρόμος, ο οποίος αντιστοιχεί στη σημερινή οδό Ξάνθου.
Σε δεύτερο επίπεδο εξέχουν ανάμεσα από τις κατοικίες, οι μιναρέδες από έξι μουσουλμανικά τζαμιά. Αριστερά διακρίνεται μέρος από το τζαμί του Ομέρ μπέη και δίπλα κάποιος τουρμπές[2]. Αρκετά από τα σπίτια που καταγράφονται στη φωτογραφία είναι νεόκτιστα, πολλά διώροφα, ενώ τα περισσότερα διατηρούν την χαρακτηριστική αρχιτεκτονική των χρόνων τη τουρκοκρατίας. Ανάμεσά τους, στο κέντρο της φωτογραφίας, αίσθηση προκαλεί το μέγεθος ενός κτηρίου. Είναι η πίσω πλευρά της κατοικίας του Χουσνή μπέη, η οποία το 1881 επελέγη ως προσωρινή κατοικία του βασιλιά Γεωργίου Α’. Όπως αναφέραμε και σε άλλα σημειώματα, το μουσουλμανικό αυτό κονάκι το αγόρασε ο βασιλιάς, το διαμόρφωσε κατάλληλα και τα επόμενα χρόνια χρησιμοποιήθηκε ως βασιλικό ανάκτορο της Λάρισας. Είναι ιστορικά ενδιαφέρουσα η φωτογραφία αυτή, καθώς παριστάνει τη μοναδική μέχρι σήμερα γνωστή απεικόνιση της βορειοδυτικής πλευράς των ανακτόρων.
Πίσω από το βασιλικό κατάλυμα διακρίνεται ο μιναρές του Γενί τζαμί. Είχε κτιστεί το 1891 και ήταν ένα από τα δύο τζαμιά τα οποία ήταν εν ενεργεία κατά το 1900 στη Λάρισα[3]. Στέγασε για ένα μεγάλο διάστημα το Αρχαιολογικό Μουσείο της Λάρισας και ο μιναρές του μετά τον σεισμό του 1941 έμεινε κολοβός.
Η ρυμοτομία διατηρεί ακόμα την τουρκική της αναρχία. Στενά σοκάκια, δαιδαλώδεις διαδρομές, πυκνή δόμηση, είναι μερικά από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Λάρισας στην καμπή του 19ου προς τον 20ό αιώνα.

 

[1]. Ως γνωστόν το μπεζεστένι είχε καταστραφεί το 1799 από πυρκαγιά και είχε παραμείνει μόνον το κέλυφος.
[2]. Τουρμπές είναι τουρκική λέξη και σημαίνει ταφικό μνημείο, μαυσωλείο.
[3]. Το δεύτερο ήταν το Μπουρμαλί τζαμί, το οποίο βρισκόταν στο σημείο όπου κατασκευάσθηκε μεταπολεμικά ο κινηματογράφος “Βικτώρια”.

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Η Λάρισα του 1900 στις κάρτες της ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας - Ε’


Ο συνοικισμός Ταμπάκικα όπως φαίνεται από το ύψος του Λόφου της Ακρόπολης.  Περίπου 1900. Επιστολικό δελτάριο της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας αρ. 245. Ο συνοικισμός Ταμπάκικα όπως φαίνεται από το ύψος του Λόφου της Ακρόπολης. Περίπου 1900. Επιστολικό δελτάριο της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας αρ. 245.

Συνεχίζουμε και σήμερα την παρουσίαση των αριθμημένων επιστολικών δελταρίων, τα οποία εκδόθηκαν το 1902 από την Ελληνική Ταχυδρομική Υπηρεσία.

Θα παρουσιαστούν δύο κάρτες, η αριθμ. 245 με τίτλο «Πανόραμα της Λαρίσσης» και απεικονίζει τη συνοικία Ταμπάκικα, και η αριθμ. 246 με τίτλο «Λάρισα. Άποψις του Πηνειού».

 

Αρ. 245. Πανόραμα της Λαρίσσης
Η λήψη της φωτογραφίας της κάρτας αυτής έχει γίνει από τον Λόφο της Ακρόπολης, στο σημείο όπου σήμερα βρίσκεται το δημοτικό αναψυκτήριο. Απεικονίζει τη συνοικία των Αμπελοκήπων, τα γνωστά Ταμπάκικα, όπως ήταν γύρω στα 1900. Εκ πρώτης όψεως η εικόνα της Λάρισας στο σημείο αυτό δεν είναι καθόλου κολακευτική.
Κάτω χαμηλά η γυμνή περιοχή αντιστοιχεί στη σημερινή οδό Γεωργιάδου, η οποία δεν ακολουθούσε, όπως γίνεται αντιληπτό και από τη φωτογραφία, τη σημερινή ευθεία πορεία, αλλά διακοπτόταν από διάφορα εμβόλιμα κτίσματα. Ολόκληρη η συνοικία οικοδομικά χαρακτηρίζεται από μια άναρχη και πυκνή δόμηση, με παντελή έλλειψη ρυμοτομίας και με δαιδαλώδεις και στενούς δρόμους. Τα οικήματα, εκτός ολίγων περιπτώσεων, είναι ισόγεια, φτωχικά, χωρίς καμιά εξωτερική διακόσμηση ή αρχιτεκτονική παρέμβαση, καλυμμένα με ευρύτατες στέγες από κεραμίδια. Η μορφολογία τους μας υποχρεώνει να συμπεράνουμε ότι πρέπει να είναι κατάλοιπα της πρόσφατης τουρκικής παρουσίας στην πόλη. Ελάχιστες κατοικίες δείχνουν να είναι σύγχρονες κατασκευές, δηλαδή οικοδομημένες μετά την απελευθέρωση της Λάρισας το 1881. Τα περισσότερα έχουν μικρές σε έκταση αυλές, με λιγοστό πράσινο, ενώ η δενδροφύτευση μέσα στο οικιστικό περιβάλλον είναι αραιή.
Στο δεξιό άκρο της εικόνας διακρίνεται ο ναός της Ζωοδόχου Πηγής, το κέντρο λατρείας των κατοίκων της συνοικίας. Ή απαρχή του ναού αυτού ανάγεται στα 1876. Τη χρονολογία αυτήν ανακαλύφθηκε θαυματουργικά κατά τη διάρκεια εκσκαφών η εικόνα της Παναγίας. Στη θέση αυτήν ανεγέρθηκε αρχικά το 1877 ταπεινό παρεκκλήσι και τρία χρόνια αργότερα, το 1880 οικοδομήθηκε ο ναός της Ζωοδόχου Πηγής, όπως αδρά διαφαίνεται στη φωτογραφία. Αρχιτεκτονικά ήταν κτισμένη στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής, η οποία καλυπτόταν με δίρριχτη στέγη από κεραμίδια. Η ιδιαιτερότητα που παρουσίαζε στην αρχιτεκτονική σύνθεση της μορφής και της θέσης του κωδωνοστασίου, τη διέκρινε από τους άλλους ναούς της πόλης. Το κωδωνοστάσιο υψωνόταν στο κεντρικό τμήμα τη δυτικής όψης του ναού και ήταν κυκλαδίτικου τύπου. Βορειοδυτικά στο υπόγειο του ναού και στη θέση όπου αποκαλύφθηκε η εικόνα της Παναγίας, υπήρχε αγίασμα, το οποίο διατηρείται μέχρι και σήμερα στον νέο ναό. Με τον σεισμό του 1941 το κωδωνοστάσιο κατέρρευσε και ο ναός υπέστη ζημιές στην τοιχοποιία του. Ακολούθησαν διάφορες κατασκευές και προσθήκες και το 1991 κατεδαφίσθηκε και στη θέση του ανοικοδομήθηκε ο σημερινός μεγαλοπρεπής ναός.
Σε κάποια απόσταση απ’ εκεί που τελειώνουν τα σπίτια της συνοικίας, διαγράφεται αχνά η κυκλική πορεία της κοίτης του ποταμού στο σημείο αυτό, ανάμεσα σε πυκνή βλάστηση και άφθονες συστάδες υψηλόκορμων δέντρων. Πίσω από τον Πηνειό απλώνεται ο απέραντος θεσσαλικός κάμπος.

 

Αρ. 246. Λάρισα. Άποψις του Πηνειού.
Η φωτογραφική αυτή σύνθεση απεικονίζει τρία όμορφα αρχιτεκτονικά κτίσματα, τα οποία αποτελούσαν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Λάρισας κατά την περίοδο της ύστερης τουρκοκρατίας. Πρόκειται για τη βασιλική του Αγ. Αχιλλίου, τη λίθινη γέφυρα του Πηνειού και το τζαμί του Χασάν μπέη. Ο φωτογράφος στάθηκε μέσα στην κοίτη του Πηνειού, στο ύψος όπου σήμερα βρίσκεται το στάδιο Αλκαζάρ. Μέσα στην κοίτη του ποταμού, αριστερά στην εικόνα, βρίσκεται το «νησάκι», μια στενή λωρίδα γης, η οποία δίχαζε τη ροή του νερού. Πάνω στον Λόφο προέχει ο μητροπολιτικός ναός του Αγ. Αχιλλίου στη μεταβατική του μορφή. Είναι η περίοδος όπου αρχίζει σταδιακά η οικοδόμηση νέου ναού. Διατηρείται ακόμη η βασιλική του Καλλιάρχη και στη δυτική πρόσοψη διακρίνεται η πρόσφατα κτισμένη νεοκλασική κατασκευή με τα δύο ψηλά κωδωνοστάσια.
Στη συνέχεια παρατηρούμε την επιβλητική πέτρινη γέφυρα, η οποία συνέδεε τις δύο όχθες του Πηνειού. Η παράδοση αναφέρει ότι ήταν κτίσμα της βυζαντινής περιόδου, η οποία ανακαινίσθηκε εκ βάθρων τον 15ο αιώνα από τον Χασάν μπέη. Η καταπληκτική λίθινη κατασκευή της με τις καλά επεξεργασμένες πέτρες και το μεγάλο μήκος της, εντυπωσίαζε τους ξένους περιηγητές που έφθαναν στη Λάρισα κατά την περίοδο τη τουρκοκρατίας. Τον Απρίλιο του 1941 ένα μέρος της ανατινάχθηκε από τους Βρετανούς για να επιβραδύνουν την προέλαση των Γερμανών και ακολούθησε και νέα μεγάλη ανατίναξη τον Οκτώβριο του 1944 από τους Γερμανούς κατά την οπισθοχώρησή τους.
Πίσω από τη γέφυρα του Πηνειού και πάνω σε ένα χαμηλό ύψωμα ξεχωρίζει το τζαμί του Χασάν μπέη, με τον μιναρέ του να λογχίζει τον ουρανό της πόλης. Ήταν το ομορφότερο και το πιο φωτογραφημένο τέμενος της Λάρισας. Κτίσθηκε από τον Χασάν μπέη στα ερείπια του βυζαντινού ναού της Αγίας Σοφίας και όπως αναφέρει η παράδοση, ο βυζαντινός ναός είχε κτισθεί στα ερείπια αρχαίου ναού της κλασικής εποχής. Το τζαμί του Χασάν μπέη ασυντήρητο και ερειπωμένο κατεδαφίσθηκε το 1908.
Ο ναός του Αγ. Αχιλλίου και το τέμενος του Χασάν μπέη, ευκτήριοι οίκοι δύο διαφορετικών θρησκευμάτων, συντρόφευαν από βορρά και νότο τη γέφυρα του Πηνειού. Τα τρία αυτά χαρακτηριστικά σύμβολα της Λάρισας από την περίοδο της τουρκοκρατίας «έσβησαν» κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού του 20ού αιώνα από ανθρώπινες καταστροφικές ενέργειες. Τελειώνοντας η Κατοχή η Λάρισα μετρούσε ερείπια, αναπολούσε τη χαμένη ομορφιά της και προσπαθούσε να επουλώσει πληγές. Μετά από 80 περίπου χρόνια, με την ανάπτυξη της τεχνολογίας και την οικονομική της ευρωστία, η πόλη ανακτά τη χαμένη μορφή της με σύγχρονες κατασκευές. Γίνεται ομορφότερη;

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Η Λάρισα του 1900 στις κάρτες της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας - Δ’


Η δυτική πρόσοψη του μητροπολιτικού ναού του Αγ. Αχιλλίου κατά τη διάρκεια της κατασκευής του. 1900 περίπου. Επιστολικό δελτάριο της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας αρ. 244. Η δυτική πρόσοψη του μητροπολιτικού ναού του Αγ. Αχιλλίου κατά τη διάρκεια της κατασκευής του. 1900 περίπου. Επιστολικό δελτάριο της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας αρ. 244.

Συνεχίζουμε και σήμερα την παρουσίαση των αριθμημένων επιστολικών δελταρίων, τα οποία εκδόθηκαν το 1902 από την Ελληνική Ταχυδρομική Υπηρεσία. Η σημερινή κάρτα έχει τον αριθμ. 244 που είναι αποτυπωμένος στο κάτω δεξιό μέρος της.


Στη φωτογραφία της κάρτας αυτής απεικονίζεται ο μητροπολιτικός ναός του Αγ. Αχιλλίου, σε μια περίοδο μεταβατικής φάσης όσον αφορά την αρχιτεκτονική του κατασκευή. Φωτογραφίζεται η δυτική πλευρά του ναού, στην οποία μπορεί κανείς να διακρίνει έπειτα από προσεκτική παρατήρηση ότι στο έδαφος αριστερά υπάρχει άφθονο οικοδομικό υλικό. Πράγματι από το 1895 ακόμη είχε διαπιστωθεί ότι η παλιά εκκλησία είχε υποστεί από τον χρόνο φθορές, δεν ικανοποιούσε τις ανάγκες ενός μητροπολιτικού ναού και είχε τεθεί σε συζήτηση η κατασκευή στην ίδια θέση νέου, η κατασκευή του οποίου θα προχωρούσε σταδιακά, για να μην επηρεασθεί η λειτουργία του. Πρώτη κατασκευή ήταν η δυτική πρόσοψη. Αυτή οικοδομήθηκε σε επαφή με τη δυτική πλευρά της υπάρχουσας βασιλικής. Πρέπει να αναφέρουμε ότι ο παλαιός ναός, ρυθμού βασιλικής, έμεινε γνωστός σαν Βασιλική του Καλλιάρχη, από το επίθετο του κτήτορά του Διονυσίου, ο οποίος υπήρξε μητροπολίτης Λαρίσης από το 1791 έως το 1806 [1]. Είχε κτισθεί το 1794 έπειτα από επίμονες, μακροχρόνιες και οδυνηρές δοσοληψίες με αξιωματούχους της Υψηλής Πύλης (Top Kapi), μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, για να αντικαταστήσει παλαιότερο ναό, ο οποίος 25 χρόνια πριν, το 1769, είχε πυρποληθεί και κατεδαφισθεί από φανατισμένους μουσουλμάνους. Η απαίτηση των κατακτητών για τη σύντομη ανέγερσή του, η απέριττη και πρόχειρη κατασκευή του, η παρουσία άλλων νεόδμητων ναών στην πόλη, επιβλητικότερων του Αγ. Αχιλλίου (Άγ. Νικόλαος, Άγ. Αθανάσιος, 40 Μάρτυρες, Παναγία) και η επελθούσα εν τω μεταξύ απελευθέρωση της Λάρισας το 1881, δημιούργησαν αδήριτη την ανάγκη κατασκευής νέου και μεγαλοπρεπέστερου μητροπολιτικού ναού, επάξιου της ιστορικής και διοικητικής προτεραιότητας της πόλης.
Μετά την απομάκρυνση το 1898 των Τούρκων από την πρόσκαιρη κατάληψη της Θεσσαλίας το 1897, ξεκίνησε η βελτίωση της δυτικής πρόσοψης του ναού. Αρχικά κατεδαφίσθηκε το επισκοπικό κτίριο το οποίο βρισκόταν σε επαφή με τη βόρεια πλευρά της βασιλικής, που χρησίμευε και σαν κατοικία του εκάστοτε μητροπολίτη [2]. Σε επαφή με τη δυτική πλευρά της βασιλικής άρχισε να κτίζεται σταδιακά ο νέος ναός. Καθώς την περίοδο εκείνη ο νεοκλασικισμός είχε εμφυσήσει στην Ευρώπη και κατ’ επέκταση και στην Ελλάδα νέα πνοή στις σύγχρονες αρχιτεκτονικές αντιλήψεις και είχε ήδη μεσουρανήσει σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια, ήταν επόμενο η κατασκευή του νέου ναού του Αγ. Αχιλλίου να ακολουθήσει πιστά τα πρότυπα των μεγάλων ναών της Αθήνας και ιδιαίτερα του Καθεδρικού της ναού. Βασικό στοιχείο του νεοκλασικισμού μεταξύ των άλλων ήταν και ο έντονος πλουτισμός των εξωτερικών επιφανειών του κτίσματος με κλασικές αρχιτεκτονικές συλλήψεις. Στην περίπτωση του ναού του Αγ. Αχιλλίου, στη δυτική πλευρά της παλαιάς βασιλικής του Καλλιάρχη προστέθηκε ένα όμορφο σύμπλεγμα τρίλοβου νεοκλασικού προστώου με αψίδες, ενώ στις άκρες του βόρεια και νότια του προστώου, υψώθηκαν δύο καλαίσθητα συμμετρικά τετραώροφα κωδωνοστάσια. Με την κατασκευή αυτήν όλη η πρόσοψη υπερείχε σε ύψος της παλαιάς βασιλικής, η οποία ήταν κτισμένη 2-3 σκαλοπάτια κάτω από το έδαφος του Λόφου. Η φωτογραφία της κάρτας απεικονίζει τη νέα δυτική πρόσοψη με κάθε δυνατή λεπτομέρεια. Φαίνεται καθαρά ότι ολόκληρο το σύμπλεγμα της δυτικής πλευρά του ναού ήταν δομημένο με λίθους, δουλεμένους με τέχνη και επιμέλεια, ώστε να προσδίδουν στο σύνολο ομορφιά και αίγλη.
Το 1904, επί μητροπολίτου Αμβροσίου Κασσάρα (1900-1910) κατεδαφίστηκε η βασιλική του Καλλιάρχη και στη θέση της συνεχίστηκε να οικοδομείται ο νέος ναός σε μορφή τρίκλιτης σταυροειδούς βασιλικής με τρούλο, εναρμονισμένος απόλυτα με τα νεοκλασικά στοιχεία της κατασκευής του 1898. Με την αποπεράτωση του κυρίως ναού το όλο οικοδόμημα απέκτησε την εικόνα ενός ενιαίου και αρμονικού συνόλου. Την Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου του 1907 έγιναν με κάθε επισημότητα τα εγκαίνια του νέου ναού του Αγ. Αχιλλίου από τον μητροπολίτη Αμβρόσιο και το ιερατείο της Λάρισας. Έναν χρόνο μετά, τον Σεπτέμβριο του 1908 αποπερατώθηκε και η αγιογράφηση του Παντοκράτορα και των τεσσάρων Ευαγγελιστών από τον Καλύμνιο καλλιτέχνη Γ. Σ. Οικονόμου, συντοπίτη του Αμβροσίου.
Μερικά χρόνια μετά την αποπεράτωση του ναού έγιναν ορισμένες διορθωτικές επεμβάσεις στο κτίσμα και κυρίως στον αύλειο χώρο μπροστά από τη δυτική πλευρά του. Αρχικά καλύφθηκε με επίχρισμα η λίθινη τοιχοποιία του ναού. Εν συνεχεία, επειδή το ύψος του αναλληματικού τοίχου στη δυτική πλευρά του λόφου προς την κοίτη του Πηνειού ήταν αρκετά χαμηλότερο σε σχέση με το επίπεδο του ναού, ο προαύλειος χώρος ισοπεδώθηκε. Στο επίπεδο του αψιδωτού προστώου κατασκευάστηκε ευρύχωρο πλατύσκαλο, το οποίο προσεγγίζονταν από την αυλή με πέντε μαρμάρινα σκαλιά και η όλη κατασκευή δημιουργούσε μια ιδιαίτερη επιβλητικότητα. Στις ακάλυπτες πλευρές των αναλληματικών τοίχων τοποθετήθηκε μεταλλικό κιγκλίδωμα και ο χώρος καλύφθηκε με δέντρα. Με τον τρόπο αυτόν ναός και περιβάλλων χώρος απέκτησαν μια μεγαλοπρέπεια, η οποία ήταν ιδιαίτερα αισθητή καθώς δέσποζαν πάνω στον Λόφο και εντυπωσίαζαν τους εισερχόμενους στην πόλη από την πύλη του Τυρνάβου, ενώ διέσχιζαν την όμορφη εννιάτοξη γέφυρα του Πηνειού.
Η ζωή του ναού αυτού δυστυχώς ήταν πολύ μικρή, μόλις 34 χρόνια. Ο μεγάλος σεισμός της 1ης Μαρτίου 1941 δημιούργησε στους τοίχους, τη στέγη και τον τρούλο του ναού αρκετά ρήγματα. Οι επακολουθήσαντες σφοδροί ιταλικοί και γερμανικοί βομβαρδισμοί ολοκλήρωσαν την καταστροφή του. Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια τα ερείπια κατεδαφίστηκαν και σήμερα σαν ενθύμιο της ύπαρξής του παρέμεινε ο κίονας πάνω στον οποίο στηριζόταν η Αγία Τράπεζα. Ένα αρχιτεκτονικό κόσμημα της πόλης μας, ο μητροπολιτικός ναός του Αγ. Αχιλλίου, μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα παραδόθηκε βορά στις οργισμένες ταλαντώσεις των φυσικών φαινομένων και στις βέβηλες πράξεις των πρόσκαιρων κραταιών της γης.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1]. Ο Διονύσιος Ε’ ο Καλλιάρχης (1791-1806) διαδέχθηκε στη Λάρισα τον παραιτηθέντα του θρόνου Μελέτιο Γ’ Καλλιάρχη, ο οποίος ήταν θείος του. Ήταν γόνος επιφανούς οικογένειας της Κωνσταντινούπολης και αρκετά μορφωμένος. Εκτός της ποιμαντικής δραστηριότητάς του και της μεγάλης συμβολής στην απόκτηση της απαραίτητης άδειας από τους Οθωμανούς για την ανέγερση του νέου ναού του Αγίου Αχιλλίου, βοήθησε σημαντικά και στην εκπαίδευση των χριστιανών αφού «…ανήγειρε και συνέδραμε το παλαιόν Ελληνικόν Σχολείον…», όπως αναφέρει ο Κωνσταντίνος Κούμας.
[2]. Σ’ αυτό εύρισκαν φιλοξενία και οι Ευρωπαίοι περιηγητές οι οποίοι επισκέπτονταν τη Λάρισα κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας.

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Η Λάρισα του 1900 στις κάρτες της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας - Γ'


Το κτίριο του Τουρκικού Διοικητηρίου της Λάρισας όπως ήταν περί το 1900 όταν στέγαζε τις δικαστικές υπηρεσίες της πόλης. Επιστολικό δελτάριο της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας αρ. 243. Το κτίριο του Τουρκικού Διοικητηρίου της Λάρισας όπως ήταν περί το 1900 όταν στέγαζε τις δικαστικές υπηρεσίες της πόλης. Επιστολικό δελτάριο της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας αρ. 243.

Συνεχίζουμε και σήμερα την παρουσίαση των αριθμημένων επιστολικών δελταρίων τα οποία εκδόθηκαν το 1902 από την Ελληνική Ταχυδρομική Υπηρεσία. Η σημερινή έχει τον αριθμ. 243, ο οποίος είναι αποτυπωμένος στο κάτω δεξιό τμήμα της κάρτας.


Λόγω θέσεως και αρχιτεκτονικής δομής, αλλά και λόγω μεγέθους υπήρξε ένα από τα επιβλητικότερα κτίρια της Λάρισας κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Στη δημοσιευόμενη φωτογραφία στέγαζε τα παλαιά Δικαστήρια, ήταν ένα διώροφο κτίριο με υπόγειο, το οποίο βρισκόταν κτισμένο επάνω στην Κεντρική πλατεία και το οποίο καταστράφηκε το 1905 από εμπρησμό. Αν και η διάρκεια ζωής του κτιρίου αυτού ήταν σύντομη (1874-1905), η ιστορία του είναι πολύ ενδιαφέρουσα, όπως αρκετά ενδιαφέρουσα ήταν και η εξωτερική του μορφή, γιατί αποτέλεσε το πρώτο σπουδαίο νεοκλασικό δείγμα αρχιτεκτονικής σε δημόσιο κτίσμα στη Λάρισα.
Το 1874, με προτροπή του σουλτάνου Αβδούλ Αζίζ, κτίσθηκε από τους Οθωμανούς στη βορειοδυτική γωνία της πλατείας, ακριβώς απέναντι από τον τεκέ του Κουρά εφέντη (Κουραχανέ) [1] ένα μεγαλοπρεπέστατο κτίριο με προορισμό να στεγάσει τις οθωμανικές διοικητικές υπηρεσίες της πόλης. Το περιεχόμενο μιας μαρμάρινης επιγραφής εντοιχισμένης στο υπέρθυρο της κεντρικής εισόδου διευκρίνιζε με οθωμανική γραφή ότι: «Ο σουλτάνος Αβδούλ Αζίζ επιθυμών να ευεργετήσει την Λάρισαν διέταξε τον διοικητήν αυτής Τζαβήτ Πασάν να προβή εις την ανέγερσιν του ευπρεπούς τούτου νέου μεγάρου προς στολισμόν της πόλεως, με τας ευχάς εις τον Θεόν όπως διαφυλάττη τούτο από παντός κακού…έτος 1291» [2]. Το έτος 1291 είναι έτος Εγίρας, δηλ. οθωμανικής χρονολόγησης και αντιστοιχεί στο χριστιανικό 1874.
Αρχιτέκτονας του τουρκικού αυτού κτιρίου ήταν ο ελληνικής καταγωγής από τη Ζάκυνθο Στυλιανός Βουκαδόρος, ο οποίος ζούσε την περίοδο εκείνη στη Λάρισα. Να σημειώσουμε ότι ο ίδιος εκπόνησε και τα σχέδια του ελληνικού Γυμνασίου, το οποίο είχε αρχίσει να οικοδομείται το 1873 και βρισκόταν στη νότια πλευρά της πλατείας, εκεί όπου υψώνεται σήμερα το Δικαστικό Μέγαρο.
Εκτός από την κλασική αυτή φωτογραφία που βρίσκεται στο δημοσιευόμενο επιστολικό δελτάριο, το κτίριο έχει αποτυπωθεί και πιο πριν, κατά τη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου το 1897 από Έλληνες και ξένους ανταποκριτές. Είχαν βρεθεί στη Λάρισα για να καλύψουν τις εχθροπραξίες και δημοσίευσαν εικόνες του σε εφημερίδες, περιοδικά και βιβλία σε πολλές χώρες.
Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας και μετά την κατασκευή του, το μεγάλο αυτό κτίριο χρησιμοποιήθηκε ως έδρα του Τούρκου στρατιωτικού διοικητή (πασά) της Θεσσαλίας και του επιτελείου του, με τις συνακόλουθες υπηρεσίες, μέχρι την ημέρα που εγκατέλειψαν την πόλη. Αμέσως μετά την απελευθέρωση της Λάρισας το 1881 το κτίριο περιήλθε στο ελληνικό δημόσιο. Στο ισόγειο στεγάσθηκαν αρχικά δύο λόχοι πεζικού του ελληνικού απελευθερωτικού στρατεύματος, που ήταν υπό τις διαταγές του υποστρατήγου Σκαρλάτου Σούτσου. Στις υπόλοιπες αίθουσες στεγάσθηκαν προσωρινά και άλλες υπηρεσίες, όπως το στρατιωτικό ταχυδρομείο, η Στρατολογία. Η στρατιωτική χρήση του κτιρίου διήρκησε μέχρι το 1892. Τη χρονολογία αυτήν το μεγάλο αυτό κτίριο, αφού συντηρήθηκε, αποδόθηκε για χρήση στις υπηρεσίες της Δικαιοσύνης και σ’ αυτό μεταστεγάσθηκαν οι περισσότερες δικαστικές αρχές της Λάρισας και στο υπόγειο το Δημόσιο Ταμείο. Για τους παλιούς Λαρισαίους το κτίριο αυτό ήταν γνωστό ως Δικαστήρια.
Με την αλλαγή αυτήν η επιγραφή στο υπέρθυρο του κάτω ορόφου άλλαξε πλέον και τώρα ανέγραφε «Θέμιδος Μέλαθρον»[2]. Από την παρουσία στους χώρους της πλατείας του Δικαστικού Μεγάρου έλαβε η πλατεία την επωνυμία πλατεία Δικαστηρίων ή πλατεία Θέμιδος. Η τελευταία ήταν αυτή που τελικά επικράτησε.
Κατασκευαστικά το Διοικητήριο ήταν ένα εντυπωσιακό διώροφο κτίριο με υπόγειο, κτισμένο σε σχήμα χαμηλού Π. Ήταν εξ ολοκλήρου οικοδομημένο από πέτρα και η πρόσοψή του είχε προσανατολισμό ανατολικό [3]. Στην εξωτερική μορφή του κυριαρχούσαν σε έντονο βαθμό τα νεοκλασικά αρχιτεκτονικά στοιχεία και φαίνεται ότι ο αρχιτέκτονας Στυλιανός Βουκαδόρος ακολούθησε την αισθητική των μεγάλων κτιρίων της ελληνικής πρωτεύουσας, με κάποιο μέτρο βέβαια. Στο κέντρο της πρόσοψης στον κάτω όροφο κυριαρχούσε ευρύ προστώο με τέσσερες τετράγωνους κίονες (πεσσούς), οι οποίοι συγκρατούσαν τον κιγκλιδόφρακτο εξώστη του πρώτου ορόφου. Οι τοίχοι και στους δύο ορόφους περιμετρικά ήταν συμμετρικά διάτρητοι από παράθυρα, η στέγη ήταν απλή, χαμηλή, με ξύλινο σκελετό, επικαλυμμένη με κεραμίδια και κατά διαστήματα ήταν τοποθετημένα περίτεχνα ακροκέραμα. Στο κέντρο της πρόσοψης ψηλά, στο ύψος της στέγης, υπήρχε ευρύ χαμηλό τριγωνικό αέτωμα, το οποίο προσέδιδε στο κτίριο ύψος, ομορφιά και συμμετρία [4]. Το εσωτερικό αποτελούνταν από πολλά και ισομεγέθη δωμάτια, κατανεμημένα και από τις δύο πλευρές κατά σειρά στους μακρόστενους διαδρόμους.
Το επιβλητικό αυτό κτίριο το περιέγραψαν με θαυμασμό όλοι σχεδόν οι επισκέπτες της Λάρισας, Έλληνες και ξένοι, οι οποίοι βρέθηκαν στα εδάφη της Θεσσαλίας αμέσως μετά την ενσωμάτωση με την Ελλάδα το 1881, με σκοπό να γνωρίσουν από κοντά τη νέα ελληνική επαρχία [5].
Όμως παρά τις ευχές που εξέφραζε ο Τούρκος σουλτάνος στην επιγραφή του κτιρίου για την αποφυγή παντός κακού, τη νύχτα της 14ης Ιανουαρίου του 1905, το επιβλητικό αυτό μέγαρο των Δικαστηρίων καταστράφηκε έπειτα από πυρκαγιά που ξέσπασε από άγνωστη αιτία, χωρίς τελικά να αποκαλυφθούν οι δράστες. Στην κοινωνία όμως της πόλης όλη εκείνη την περίοδο επικρατούσε η φήμη ότι κάποιος υπόδικος από τα Τρίκαλα πυρπόλησε το ευάλωτο, έτσι κι αλλιώς, κτίριο για να εξαφανίσει τα στοιχεία της αναμφισβήτητης καταδίκης του.
Το 1908 οι αποτεφρωμένοι τοίχοι του μεγάρου ισοπεδώθηκαν και ο χώρος αποδόθηκε στον Δήμο για να διευρύνει την πλατεία Θέμιδος, ώστε να γίνει τελικά η πανελληνίως περιλάλητη για το εύρος της Κεντρική πλατεία (πλατεία Μιχαήλ Σάπκα) της Λάρισας.

 

[1]. Στη θέση αυτή το 1907 κατασκευάστηκε το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας.
[2]. Φαρμακίδης Επαμεινώνδας, Η Λάρισα. Από των μυθολογικών χρόνων μέχρι της προσαρτήσεως αυτής εις την Ελλάδα (1881), Βόλος (1926) σελ. 21.
[3]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Η Λάρισα στα χαρακτικά των Ευρωπαίων περιηγητών, 16ος-19ος αι. Λάρισα (2006) σελ. 139-141.
[4]. Παλιούγκας Θεόδωρος, Η Λάρισα στην Τουρκοκρατία (1423-1881), τόμ. Β’, Κατερίνη (2007) σελ. 521-524.
[5]. Αναφέρουμε μερικούς όπως ο Βολιώτης γιατρός Νικόλαος Γεωργιάδης (1880), ο στρατιωτικός Ι. Κοκκίδης (1880), ο Σπυρίδων Παγανέλης, (1881), ο γερμανός Bernard Ornstein (1881), ο Μιχ. Γρηγορόπουλος (1882), ο μοναχός Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης (1892) και πολλοί άλλοι.

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com