Τετάρτη 25 Αυγούστου 2021

ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

Η περιφερειακή τάφρος - Το ρέμα Κουρουλντού


Το πέτρινο λιοντάρι το οποίο βρέθηκε το 1828 κατά τις εργασίες διάνοιξης  της περιφερειακής τάφρου. Από το βιβλίο του Θεόδωρου Παλιούγκα  "Η Λάρισα κατά την Τουρκοκρατία (1423-1881)", τόμ Β΄, πίνακας Ι΄. Το πέτρινο λιοντάρι το οποίο βρέθηκε το 1828 κατά τις εργασίες διάνοιξης της περιφερειακής τάφρου. Από το βιβλίο του Θεόδωρου Παλιούγκα "Η Λάρισα κατά την Τουρκοκρατία (1423-1881)", τόμ Β΄, πίνακας Ι΄.

Το μεγαλύτερο μέρος της Λάρισας είναι κτισμένο από τα πολύ παλιά χρόνια κατά μήκος της δεξιάς όχθης του Πηνειού, του μεγαλύτερου ποταμού της Θεσσαλίας. Το ποτάμι αυτό δέχεται τα νερά απ' όλους τους παραπόταμους και τα ρέματα της ευρύτερης περιοχής του θεσσαλικού κάμπου.

Είναι, ας πούμε, το απομεινάρι της μεγάλης θεσσαλικής λίμνης που υπήρχε στους προϊστορικούς χρόνους, όταν ένας μεγάλος σεισμός στην έξοδο της Κοιλάδας των Τεμπών έδωσε διέξοδο στα νερά της μεγάλης λίμνης προς τη θάλασσα του Αιγαίου και έτσι δημιουργήθηκε η εύφορη θεσσαλική πεδιάδα.
Μοιραία η θέση της πόλης δίπλα στο ποτάμι είχε σαν αποτέλεσμα να πλήττεται πολύ συχνά όλα αυτά τα χρόνια από καταστροφικές πλημμύρες. Σε περιπτώσεις μεγάλων καταιγίδων ή πολυήμερης πολυομβρίας, δύο μεγάλοι χείμαρροι που προέρχονταν από τα υψώματα του Κοτζμπασάν (Κοτζαμπασιώτης) και του Νεμπεγλέρ [Νίκαια) (Νεμπεγλεριώτης), κατέβαζαν μεγάλο όγκο όμβριων υδάτων τα οποία κατέληγαν στη Λάρισα και στη συνέχεια χύνονταν στον Πηνειό. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την υπερχείλιση της κοίτης και τα νερά να διαχέονται στις χαμηλότερες περιοχές της πόλης, όπως ήταν τα Ταμπάκικα, ο Πέρα Μαχαλάς και πιο κάτω ο οικισμός Κουλούρι. Όταν οι δύο μεγάλοι χείμαρροι που αναφέραμε κατέβαζαν πολύ μεγάλες ποσότητες νερού, οι συνοικίες Σουφλάρ (40 Μαρτύρων), Καραγάτς (Αγ. Κωνσταντίνου), Παράσχου (Αγ. Νικολάου) και Αρναούτ (Αγ. Αθανασίου) πλημμύριζαν και οι ζημιές δεν περιορίζονταν μόνο σε υλικές καταστροφές, αλλά και σε ανθρώπινες ζωές[1].
Το 1931 σε μια άλλη πλημμύρα, τα νερά των ίδιων χειμάρρων έφθασαν μέχρι το σημείο όπου σήμερα βρίσκεται το κτίριο του Ταχυδρομείου. Για να μετακινηθούν οι κάτοικοι της συνοικίας Παράσχου κινητοποιήθηκε το Τάγμα Γεφυροποιών, το οποίο μετέφερε στην περιοχή ειδικές βάρκες (πάκτωνες), με τις οποίες μετέφεραν εκείνους εκ των κατοίκων οι οποίοι είχαν αποκλεισθεί στα ισόγεια σπίτια τους. Στους δύο τόμους των βιβλίων με ενθυμίσεις του Ιστορικού Κώστα Σπανού υπάρχουν πολλά σημειώματα ολιγογράμματων ανθρώπων σε παράφυλλα παλιών βιβλίων, τα οποία αναφέρονται στις πλημμύρες που εμφανίζονταν συχνά στη Λάρισα κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας.
Μετά την επανάσταση του 1821 οι Οθωμανοί της Λάρισας είχαν εκφράσει επανειλημμένως τον φόβο μήπως και η πόλη δεχθεί επίθεση από επαναστατικά σώματα τα οποία δρούσαν στην περιοχή του Ολύμπου και τα άλλα γειτονικά βουνά που οριοθετούσαν κυκλικά τη Θεσσαλία. Ο μουσουλμανικός πληθυσμός της πόλης είχε μειωθεί αισθητά, ενώ μεγάλο μέρος του τουρκικού στρατού είχε μετακινηθεί προς την Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα για ενίσχυση των εκεί στρατευμάτων τους. Ο φόβος αυτός φαίνεται ότι ήταν τόσο έντονος ώστε αποφάσισαν το 1828 να οχυρώσουν τη Λάρισα. Ο οχυρωματικός περίβολος αποτελείτο από ένα χαμηλό πρόχωμα και κατά διαστήματα είχαν κατασκευασθεί δώδεκα προμαχώνες.
Με την ευκαιρία αυτή κατασκεύασαν κατά μήκος των οχυρώσεων εξωτερικά και μια μεγάλη τάφρο σε προϋπάρχοντα χάνδακα για άμυνα αλλά και αποστράγγιση, ώστε τα νερά που κατέκλυζαν την πόλη από τα υψώματα του Κοτζ μπασάν και του Νεμπεγλέρ κατά τη διάρκεια πολυομβρίας να αποχετεύονται στον Πηνειό και έτσι να αποφεύγονται οι πλημμύρες στις νοτιοανατολικές συνοικίες της πόλης. Πρόχωμα και τάφρος είχαν σχήμα κυκλικό και περιέκλειαν την πόλη από ανατολικά και νότια, ενώ από τις άλλες πλευρές η Λάρισα προστατευόταν από την ευρεία κοίτη του Πηνειού. Για την κατασκευή της μεγάλης αυτής τάφρου, η οποία ξεκινούσε από την περιοχή της σημερινής Νέας Σμύρνης και ακολουθούσε τη διαδρομή της οδού Πολυτεχνείου και Αθ. Λαγού, μέχρι το κτίριο της ΔΕΥΑΛ, δαπανήθηκαν πάνω από 16.000 γρόσια, ποσό τεράστιο για την εποχή, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου επιβάρυνε τους χριστιανούς της πόλης.
Η χάραξη του σχεδίου οχύρωσης ανατέθηκε στον Οθωμανό μηχανικό Χαλίλ μπέη. Η τάφρος ανοίχθηκε στη θέση του χάνδακα που είχε κατασκευασθεί μετά την καταστρεπτική πλημμύρα του 1811. Το χαντάκι αυτό διευρύνθηκε και επιδιορθώθηκε για να βοηθήσει και στην αντιπλημμυρική προστασία της Λάρισας. Για την υλοποίηση του έργου αυτού χρησιμοποιήθηκαν χιλιάδες εργάτες, προερχόμενοι από κάθε γωνιά της Θεσσαλίας[2]. Κατά τις εργασίες κατασκευής της τάφρου στο νοτιοανατολικό τμήμα της, αποκαλύφθηκε ένα λίθινο άγαλμα λέοντος[3]. Το χαντάκι αυτό ήταν γνωστό σαν ρέμα Κουρουλντού[4] και εκτείνονταν και κατά μήκος της οδού Αθηνάς.
Με την κατασκευή της τάφρου συνδέεται και ένα χαριτωμένο γεγονός, το οποίο αναφέρει ο λόγιος μοναχός του Βόλου Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης, που τον αναφέραμε και άλλες φορές και του οποίου ο πατέρας Ιωάννης Καμπυλάκης από τον Άγιο Λαυρέντιο του Πηλίου ήταν ένας από τους 300 Πηλιορείτες που επιστρατεύθηκαν για την κατασκευή της τάφρου. Ενώ οι εργασίες έβαιναν προς το τέλος και οι εργάτες περίμεναν την επιστροφή στις εστίες τους, κάποιος από τους εργάτες, ο Κώστας Πιστούλας από το Λιβάδι Ολύμπου θέλησε να αποδείξει την αναποτελεσματικότητα του έργου. Βγήκε μπροστά σε όλους τους άλλους εργαζόμενους και είπε ότι όποιος του δώσει δέκα γρόσια θα πηδήσει το χαντάκι από τη μια πλευρά στην άλλη. Στην πρόταση αυτή απάντησε κάποιος από την ομήγυρη καταφατικά και μάλιστα του είπε ότι θα του δώσει δεκαπέντε γρόσια, αλλά όμως αν δεν το επιτύχει, να του δώσει αυτός τα δεκαπέντε γρόσια. Ο Λιβαδιώτης εργάτης συμφώνησε, πήρε φόρα και πήδησε την τάφρο με ευκολία. Οι μουσουλμάνοι που παρακολουθούσαν το γεγονός θορυβήθηκαν και αποφάσισαν να κρατήσουν τους εργάτες άλλες σαράντα ημέρες για να διευρύνουν την τάφρο για δύο ακόμα πήχεις, ώστε να μη βρεθεί άτομο να το υπερπηδήσει[5].
Με τα χρόνια, και πριν ακόμη από την απελευθέρωση της Λάρισας το 1881, η περιφερειακή τάφρος είχε αρχίσει βαθμιαία να επιχωματώνεται από τις προσχώσεις των πλημμυρών. Παρόλα αυτά όμως η διατήρησή της κρίθηκε αναγκαία ως έργο αντιπλημμυρικής προστασίας, γι' αυτό και το 1898 έγινε καθαρισμός της. Αλλά και πάλι μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα είχε αρχίσει να επιχωματώνεται και με την προσθήκη σκουπιδιών και άχρηστων υλικών και την παρουσία λιμνάζοντος νερού κατέστη επικίνδυνη. Στη θέση της ο ΟΥΗΛ κατασκεύασε κλειστό αγωγό υδάτων και αργότερα δημιουργήθηκε η σημερινή ευρεία Λεωφόρος Πολυτεχνείου[6].
Το ίδιο συνέβη και στην τάφρο που ήταν γνωστή και αυτή ως ρέμα Κουρουλντού και εκτεινόταν από την είσοδο των στρατώνων Ιππικού κατά μήκος της σημερινής οδού Καραθάνου και κατέληγε στον Πηνειό[7]. Κατά τη διάρκεια της δημαρχίας του Δημητρίου Καραθάνου (1952) κατασκευάσθηκε ευρύς κλειστός αγωγός όμβριων υδάτων. Το ρέμα επιχωματώθηκε και δημιουργήθηκε η οδό Αθηνάς. Στις 31 Οκτωβρίου 1954, μετά τον αιφνίδιο θάνατο του δημάρχου Καραθάνου, σε ειδική τελετή έγιναν από την επόμενο δήμαρχο Σωτήριο Ζιαζιά τα αποκαλυπτήρια ειδικής εντοιχισμένης πλάκας με τη νέα ονομασία της οδού Αθηνάς σε Λεωφόρο Δημητρίου Καραθάνου, προς τιμήν του δημάρχου που εκτέλεσε το έργο[8].

[1]. Σε μια φοβερή πλημμύρα που έγινε το 1908 οι κατοικίες της συνοικίας του Αγ. Νικολάου πλημμύρισαν, πολλές κατέρρευσαν και άλλες έγιναν ετοιμόρροπες. Η κατοικία του δημοσιογράφου Θρασύβουλου Μακρή που βρισκόταν νοτιοανατολικά της εκκλησίας του Αγ. Νικολάου, στην αρχή της οδού Γρηγορίου Ε΄, γέμισε από νερό και λάσπες και η σπουδαία συλλογή γραμματοσήμων, καθώς και το αρχείο εφημερίδων της Λάρισας που διέθετε έγιναν τελικά μια άμορφη πολτοποιημένη μάζα. Ανυπολόγιστη ζημιά.
[2]. Σε επιστολή του αρματολού Γιάννη Μπασδέκη από τη Ζαγορά του Πηλίου προς τον Γρηγόριο Κωνσταντά την 1η Μαΐου 1828 αναφέρονται και τα εξής: "το χαντάκι της Λαρίσσης γίνεται με πριμούραν [βιαστικά]. 300 εργάτες έδωκεν η επαρχία μας εις αυτό το έργον και θα αποθάνουν οι πτωχοί από την καύσιν [το καύσωνα]. Η επιστολή αυτή βρίσκεται στα λυτά έγγραφα της Βιβλιοθήκης Μηλεών "Ψυχής Άκος".
[3]. Ο Ιωάννης Λεονάρδος το 1936 στο βιβλίο του "Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία" αναφέρει σχετικά: "Των οχυρωμάτων τούτων γενομένων ευρέθη εν πέτρινον λεοντάρι ...το οποίον εκτίσθη εις τον τοίχον των οχυρωμάτων". Αποτελούσε αρχικά τμήμα κρήνης ή αναβρυτηρίου και εντοιχίσθηκε στο οχύρωμα. Το γλυπτό, δυτικής τεχνοτροπίας, διασώθηκε και σήμερα βρίσκεται στο Διαχρονικό Μουσείο της Λάρισας.
[4]. Τουρκικά Kuru Dere, που σημαίνει ξερόλακκος, ρέμα. Πολλοί το ονομάζουν Κουλουρντού (δηλ. μεταθέτουν στη θέση του γράμματος ρ το γράμμα λ, ίσως επειδή η όλη πορεία του ρέματος είναι ημικυκλική, σαν κουλούρι.
[5]. Θωμάς Γεώργιος. Το χαντάκι της Λάρισας. 300 Πηλιορείτες δοκιμάστηκαν σκάβοντας. περ. "Δάοχος" σελ. 9-11.
[6]. Θεόδωρος Παλιούγκας. Η Λάρισα κατά την Τουρκοκρατία (14233-1881), τόμ. Β΄, Κατερίνη, (2007) σελ. 563.
[7]. Ολύμπιος [Κώστας Περραιβός]. Πως κατασκευάσθηκε το "Κουλουρ-Ντου", εφ. "Λάρισα", φύλλο της 4ης Σεπτεμβρίου 1978.
[8]. "Μετωνομάσθη η οδός Αθηνάς εις οδόν Δημητρ. Καραθάνου", εφ. "Ελευθερία, φύλλο της 2ας Νοεμβρίου 1954.

 

ΤΟΥ ΝΙΚ. ΑΘ. ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ
nikapap@hotmail.com

 

Δευτέρα 23 Αυγούστου 2021

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

H γέφυρα του Πηνειού τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια


Η προσωρινή ξύλινη γέφυρα του Πηνειού κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.  Επιστολικό δελτάριο του Νικ. Μούσιου. 1948 Η προσωρινή ξύλινη γέφυρα του Πηνειού κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Επιστολικό δελτάριο του Νικ. Μούσιου. 1948

Η σημερινή εικόνα προέρχεται από επιστολικό δελτάριο του Λαρισαίου φωτογράφου Νικολάου Μούσιου (1911-1951)[1].

Ο Νικόλαος Μούσιος ανήκε στη μεγάλη οικογένεια των φωτογράφων η οποία είχε ως γενάρχη της τον Ιωάννη Παντοστόπουλο (1863-1928). Η μητέρα του Ευαγγελία Δαφνοπούλου από τον πρώτο της γάμο απέκτησε τον Δημήτριο Αρετόπουλο (1902-1968) φωτογράφο και από τον δεύτερο γάμο της με τον Γεώργιο Μούσιο που έμενε στον Βόλο απέκτησε το 1911 τον άλλο γιο της Νικόλαο (1911-1951). Όμως το 1915 έμεινε χήρα, καθώς ο σύζυγός της πέθανε σε νεαρή ηλικία. Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον Βόλο και να εγκατασταθεί οικογενειακώς στη Λάρισα, κοντά στον αδελφό της Γεράσιμο Δαφνόπουλο. Ο Νικόλαος Μούσιος σε ηλικία 18 ετών ταξίδεψε στην Κωνστάντζα της Ρουμανίας όπου ζούσε η αδελφή της μητέρας του φωτογράφος Ελένη Δαφνοπούλου με τον άνδρα της Νικόλαο Ιωαννίδη, οι οποίοι διατηρούσαν εκεί σύγχρονο φωτογραφείο. Έμεινε στην Κωνστάντζα 2,5 περίπου χρόνια και τελειοποίησε τις γνώσεις του γύρω από τη φωτογραφία που είχε αποκτήσει ήδη στο εργαστήριο του θείου του Γεράσιμου. Το 1935, μετά τον θάνατο του τελευταίου ανέλαβε μαζί με τον ετεροθαλή αδελφό του Δημήτριο Αρετόπουλο το φωτογραφείο. Το 1951 ο Νικόλαος Μούσιος πέθανε όπως και ο πατέρας του σε νεαρή ηλικία.
Η λήψη της φωτογραφίας έγινε από το ύψωμα δίπλα στη δεξιά όχθη του Πηνειού, τα “Πευκάκια”, το οποίο στέγαζε το καφενείο “Καλλιθέα”[2]. Στο ύψωμα αυτό βρισκόταν από τα χρόνια της τουρκοκρατίας το τζαμί του Χασάν μπέη. Το 1908 κατεδαφίστηκε και δημιουργήθηκε μια επίπεδη επιφάνεια, η οποία κοσμήθηκε με άφθονα πεύκα. Στο σημείο αυτό λειτουργούσε μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια εξοχικό κέντρο με την ονομασία “Καλλιθέα”, οι περισσότεροι όμως το γνώριζαν σαν “Πευκάκια”. Το κέντρο αυτό, εκτός από τη δροσιά που πρόσφερε στους πελάτες τους παρουσίαζε και ένα σπουδαίο πλεονέκτημα. Είχε μια απέραντη θέα στη γέφυρα με το ποτάμι, στο Αλκαζάρ και σ΄ όλη τη θεσσαλική πεδιάδα μέχρι τον Όλυμπο. Κάτω χαμηλά στη φωτογραφία διακρίνονται οι πεζούλες που οριοθετούσαν την άκρη του υψώματος και δίπλα τα τραπεζάκια του κέντρου.
Εκείνο όμως που εντυπωσιάζει από τη φωτογραφία είναι η ξύλινη γέφυρα του Πηνειού στη θέση της παλιάς λίθινης. Φωτογραφία με την ξύλινη γέφυρα του Πηνειού δημοσιεύσαμε και παλαιότερα[3], αλλά αυτή ήταν μετά την πρώτη ανατίναξη της γέφυρας το 1941 και η λήψη της είχε γίνει από τους Ιταλούς κατακτητές. Η σημερινή φωτογραφία απεικονίζει την πρόχειρη ξύλινη γέφυρα η οποία κατασκευάστηκε μετά τη δεύτερη ανατίναξή της το 1944 και διατηρήθηκε μέχρι το 1952, όταν επί δημαρχίας Καραθάνου δημιουργήθηκε η πρώτη γέφυρα με οπλισμένο σκυρόδεμα (μπετόν) τσιμέντο και συγχρόνως έγιναν και διάφορες βελτιώσεις στην κοίτη του ποταμού και στις όχθες.
Όσοι διασχίζουν σήμερα την άνετη γέφυρα του Πηνειού με προορισμό το άλσος Αλκαζάρ ή τον Πέρα Μαχαλά (συνοικία Ιπποκράτης), δεν μπορούν να φανταστούν τις μετατροπές που έχει υποστεί αυτή σε μια διάρκεια εξήντα περίπου χρόνων (1941-2001). Μέχρι το 1941 υπήρχε για πολλά χρόνια η παλιά λίθινη γέφυρα. Τον Απρίλιο αυτού του έτους φίλια στρατεύματα (Άγγλοι-Νεοζηλανδοί) ανατίναξαν ένα μέρος της για να καθυστερήσουν την προώθηση προς την Αθήνα του γερμανικού στρατού. 3,5 χρόνια μετά, τον Οκτώβριο του 1944, κατά την οπισθοχώρησή τους οι Γερμανοί με μια ισχυρότατη έκρηξη κατέστρεψαν και πάλι ένα μεγάλο τμήμα της γέφυρας.
Η γέφυρα αυτή ήταν η μοναδική η οποία συνέδεε τη Λάρισα με την απέναντι συνοικία, τη Γιάννουλη και όλες τις πόλεις του προς βορράν οδικού άξονα της χώρας. Μέχρι την κατασκευή μόνιμης, επιλέχθηκε η λύση της πρόχειρης με ξύλινους δοκούς, εις τρόπον ώστε άνθρωποι και οχήματα να διαπεραιώνονται με ευκολία. Βέβαια σε δύσκολες στιγμές επιστρατεύονταν και ποταμόβαρκες, οι οποίες μετέφεραν ανθρώπους και εμπορεύματα από την μιαν όχθη στην άλλη. Μετά την απελευθέρωση κατασκευάστηκε η ξύλινη γέφυρα της φωτογραφίας. Πολλαπλοί επιμήκεις ξύλινοι δοκοί στερεώθηκαν επάνω στα βάθρα της παλαιάς γέφυρας[4] και επάνω τους επιστρώθηκε ανθεκτικό ξύλινο οδόστρωμα, ικανό να επιτρέπει τη διέλευση και βαρέων οχημάτων και μάλιστα σε διπλή σειρά. Στα πλάγια δημιουργήθηκαν στενά πεζοδρόμια. Ξύλινα στηθαία τοποθετήθηκαν στις άκρες για την προφύλαξη των πεζών. Η κοίτη του ποταμού είναι γεμάτη θάμνους, ενώ ο Πηνειός, έστω και ίχνη του, δεν διακρίνεται στη φωτογραφία. Είναι η εποχή που η μεγαλύτερη ποσότητα του νερού του Πηνειού διοχετευόταν στην ανακουφιστική κοίτη που είχε δημιουργηθεί προπολεμικά από την Boot. Η εικόνα αυτή δικαιολογεί και την προσπάθεια πολλών Λαρισαίων, “οι τα πρώτα φέροντες”, να καταβάλλουν την περίοδο εκείνη σοβαρές προσπάθειες ώστε να επανέλθει το νερό του Πηνειού στην παλιά κοίτη.
Στο αριστερό άκρο της φωτογραφίας μόλις διακρίνεται στρατιωτικό φυλάκιο στην άκρη της γέφυρας προς τον Πέρα Μαχαλά[5]. Στη συνέχεια εντοπίζουμε το μνημείο των πεσόντων αξιωματικών και στρατιωτών κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, το οποίο αποτελούσε και το Ηρώο της πόλης κατά την περίοδο εκείνη. Ακολουθεί το νεότευκτο τότε κέντρο Αλκαζάρ του Μήτσου Βρεττόπουλου, το οποίο είχε αρχίσει να λειτουργεί τον Σεπτέμβριο του 1947. Είναι αισθητή η έντονη βλάστηση στο άλσος του Αλκαζάρ σε όλη την έκτασή του και στο βάθος διακρίνεται η περιοχή Κιόσκι. Χρονολογικά η φωτογραφία τοποθετείται στο 1948.

 

[1]. Ο Νικ. Μούσιος ήταν ο μοναδικός από τους επιγόνους των οικογενειών Παντοστόπουλου - Δαφνόπουλου ο οποίος ήταν και φωτογράφος τοπίου. Οι φωτογραφίες του, μικρές σε μέγεθος, ήταν επικολλημένες σε δίπτυχη κάρτα η οποία συνοδευόταν από επίσης δίπτυχο χαρτί, τα οποία ενώνονταν στη ράχη με μια κορδελίτσα. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Φωτογράφοι της Λάρισας. Με την ευκαιρία μιας φωτογραφίας, εφ. “Ελευθερία”, Λάρισα, φύλλο της 9ης Νοεμβρίου 2012.
[2]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Το κέντρο “Καλλιθέα” στην περιοχή “Πευκάκια”, εφ. “Ελευθερία”, Λάρισα, φύλλο της 3ης Μαΐου 2017. Το λειτουργούσε ο επιχειρηματίας Θεόδωρος Κόικος.
[3]. Του ιδίου. Η καταστροφή της μεγάλης γέφυρας του Πηνειού, εφ. “Ελευθερία”, Λάρισα, φύλλο της 14ης Νοεμβρίου 2015.
[4]. Ήταν τόσο καλά στερεωμένη στον βυθό της κοίτης του ποταμού η παλαιά γέφυρα, ώστε και η νέα με μπετόν που την αντικατέστησε το 1950 στηρίχθηκε πάνω στα βάθρα της. Όλα τα υπολείμματα της παλαιάς γέφυρας είχαν κατεδαφιστεί, εκτός από τα βάθρα. Οι τεχνίτες που εργάστηκαν στην κατεδάφισή της διηγούνται ότι ήταν τόσο στερεή η συνδεσμολογία των λίθων με αρμούς ώστε ήταν ευκολότερη η σχάση της πέτρας, από τη διάνοιξη των αρμών.
[5]. Την περίοδο εκείνη, εποχή του εμφυλίου, η γέφυρα φυλασσόταν με στρατιωτικά φυλάκια, τοποθετημένα και στις δύο εισόδους της.

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

 

Παρασκευή 20 Αυγούστου 2021

ΘΈΜΙΣ: Η ΠΑΝΔΕΡΚΉΣ ΠΡΟΣΤΆΤΙΔΑ ΘΕΆ ΤΟΥ ΔΙΚΑΊΟΥ
 
Η Θ έ μ ι ς ανήκει στους Τιτάνες, τους πρώτους θεούς της ελληνικής μυθολογίας, που ήταν τέκνα του πρώτου θεϊκού ζεύγους της Γαίας και του Ουρανού.
Ο ποιητής Πίνδαρος τη θεωρεί πρώτη γυναίκα του Δία και ο Ησίοδος, δεύτερη μετά τη Μήτιδα, με την οποία ο πατέρας των Θεών διατήρησε σχέσεις σεβασμού και εμπιστοσύνης.
Η Θέμις στη μυθολογία είναι εκείνη που θεσμοθετεί.
Είναι η θεά που προστατεύει κάθε θεσμό και ιδιαίτερα της φιλοξενίας και της δικαιοσύνης. Η δικαιοσύνη των ανθρώπων έχει ουράνια προέλευση και συνδέεται με την παγκόσμια τάξη, της οποίας ανώτατος ρυθμιστής είναι ο Δίας, που βοηθείται στο έργο του από αυτήν.
Με αυτές τις αντιλήψεις ο Ησίοδος έπλασε στη Θεογονία του την Θέμιδα, ως σύζυγο του Δία, αφού η ιδέα της τάξης είναι συνυπάρχουσα ιδιότητα του υπέρτατου θεού. Έτσι παρουσιάζεται η Θέμις προστάτιδα του δικαίου και της φιλοξενίας και τιμωρός κάθε παράβασης επ΄ αυτών, ιδιαίτερα κατά του Πάριδος που καταπάτησε τις αρχές, με τον Τρωικό Πόλεμο που συναποφάσισε με τον Δία.
Ο γάμος του μαζί της σηματοδότησε, μετά την κατάποση της πρώτης του συζύγου Μήτιδος, τη σταθεροποίηση της βασιλείας ως του ισχυρότερου από όλους τους θεούς αλλά και ως εγγυητή σταθερών κανόνων που ίσχυαν τόσο για τους θεούς, όσο και για τους θνητούς.
Το δίκαιο που αντιπροσωπεύει είναι ιερό και ισχύει και για τους θεούς και είναι ανώτερο ακόμη και από τη βούλησή τους.
Ήταν η πρώτη κάτοχος του Μαντείου των Δελφών, το οποίο και έπειτα χάρισε στην αδελφή της Φοίβη, γιαγιά του Απόλλωνα. Όταν όμως γεννήθηκε ο Απόλλωνας επέδειξε προς αυτόν ιδιαίτερη αγάπη και στοργή και σύμφωνα με τη μυθολογία αυτή πρώτη του πρόσφερε τροφή, θεωρούμενη έτσι και τροφός του Απόλλωνα παραδίδοντάς του αργότερα το εν λόγω Μαντείο.
Ήταν εκπρόσωπος της θείας δικαιοσύνης σε κάθε ανθρώπινη περίσταση και κυρίως σε ότι σχετιζόταν με τους νόμους της φιλοξενίας. Άλλη ιδιότητα της Θέμιδας, που την κληρονόμησε από τη μητέρα της τη Γη, ήταν και η προφητική της ικανότητα.
Ήταν η σοφή και ειλικρινής υπεύθυνη θεά για την τήρηση των δικαιωμάτων στις ανθρώπινες σχέσεις. Ρύθμιζε τη δικαιοσύνη μεταξύ των ανθρώπων.
Σε συμβολικό επίπεδο αντιπροσωπεύει τον νόμο και την ηθική τάξη, το θείο δίκαιο. Ο ζυγός στο αριστερό της χέρι αντιπροσώπευε την Δικαιοσύνη και η αλυσίδα και το ξίφος συμβόλιζαν την αυστηρή εφαρμογής αυτής.
Το όνομα Θέμις προέρχεται από το ρήμα τίθημι που σημαίνει θέτω, τοποθετώ, φέρω τι εις τίνα θέσιν, και συνεπώς εμπεριέχει αρχικά την έννοια του τεθειμένου και κατ' επέκταση του δικαίου και της ηθικής τάξης ως κάτι που έχει τεθεί θεϊκά.
Κατά τον Όμηρο εκτελεί καθήκοντα κήρυκα του Δία και των θεών, αργότερα όμως τη θεωρούσαν προστάτρια της νομιμότητας και θεά της δικαιοσύνης.
Στο όνομα του Δία συγκαλούσε το συμβούλιο των θεών και ότι επόπτευε την τάξη κατά τις τελετές των συμποσίων τους.
Ήταν η τελετάρχης του Ολύμπου.
Εκτελούσε τις αποφάσεις του Δία. Καθόταν κοντά του και συνομιλούσε μαζί του. Επίσης είναι αυτή που κάθε φορά εξαγγέλλει τις αποφάσεις του Δία εξ ου και αποκαλούνταν "Διός θέμιστες" όπως έτσι λέγονταν οι νόμοι και οι αποφάσεις που δημιουργούσαν οι άνθρωποι κατ΄ εικόνα της δικαιοσύνης του Ολύμπου.
Ως θεά είχε τρισυπόστατη εκπροσώπηση ως θεά φυσικής τάξης, θεά της ηθικής τάξης και προφήτις θεά, ιδιότητα που την κληρονόμησε από την μητέρα της Γαία.
Έτσι σύμφωνα με τα παραπάνω, θυγατέρες της Θέμιδος και του Διός εκπροσωπούν τη φυσική τάξη, φέρονταν οι Ώρες, οι οποίες ανάλαβαν να κανονίσουν όσα πρέπει να γίνονται στη φύση στις διάφορες εποχές του χρόνου ( η ακριβής εναλλαγή των εποχών) .
Οι Ώρες επίσης εκπροσωπούν την ηθική τάξη αφού η Ευνομία, η Δίκη, και η Ειρήνη, που αποτελούν τα υπέρτατα αγαθά μιας κοινωνίας,
Άλλες θυγατέρες της Θέμιδος και του Διός είναι οι οι Μοίρες, (η Κλωθώ, η Λάχεση και η Άτροπος,) που προσωποποιούσαν το πεπρωμένο κάθε ανθρώπου, και στις οποίες ο πατέρας τους Δίας τις είχε αναθέσει να διανέμουν στους ανθρώπους τα αγαθά.
Επίσης η παρθένα Αστραία, προσωποποίηση της δικαιοσύνης. Η Δίκη (Αστραία) ήταν η μόνη που είχε το θρόνο της δίπλα στον πατέρα της, Δία, όταν εκείνος δίκαζε.
Και τέλος ως εκπροσωπούσες την προφητεία φέρονταν οι Νύμφες.
Η Θέμις προσαγορεύονταν άλλοτε "Ιχναία θεά", δηλαδή θεά που αναζητεί ίχνη αδικοπραξιών, καθώς και "Πανδερκής θεά", εκ του γεγονότος ότι τίποτε δεν της διέφευγε. (πάν + δέρκομαι) -> αυτός που παρατηρεί τα πάντα, δηλαδή αυτός που έχει πανεποπτεία.
Επί του τελευταίου κάποιοι μυθογράφοι θεώρησαν την Θέμιδα κόρη του Ήλιου υπό το φως του οποίου ουδέν αποκρύπτεται. Μάλιστα λεγόταν ότι η Θέμις έβλεπε τα πάντα πριν ακόμα τα δουν οι άνθρωποι.
Επ΄ αυτού ο Αισχύλος αναγνωρίζει την Θέμιδα μητέρα του προορατικού Προμηθέα.
Ιερά της Θέμιδος υπήρχαν στη Θεσσαλία, Αττική, Βοιωτία και Ολυμπία.
Η λατρεία της είχε διαδοθεί σ' όλη την Ελλάδα.
Στο εθνικό μουσείο στην Αθήνα σώζεται ωραιότατο άγαλμά της που κατασκευάστηκε τον 3ο π.χ. αι. από το Χαιρεστράτη.
 
Παλιό άρθρο του μπλογκ μου Μυθική Αναζήτηση. Η συλλογή αυτούσιων αποσπασμάτων, παραγράφων, και πληροφοριών για να πραγματοποιηθεί το παραπάνω άρθρο αντλήθηκαν από διάφορα άρθρα σχετικά με την Θέμιδα.

 

Πέμπτη 19 Αυγούστου 2021

ΓΑΜΙΚΑ ΠΑΡΑΓΓΈΛΜΑΤΑ: Η ΧΟΛΗ ΚΑΙ Η ΟΡΓΗ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΘΕΣΗ ΣΤΟΝ ΓΑΜΟ
 
Τα Γαμικά Παραγγέλματα αποτελούνται από πλήθος συμβουλών, οι οποίες απευθύνονται ως γαμήλιο δώρο στον Πολλιανό και την Ευρυδίκη, μαθητές του Πλουτάρχου, οι οποίοι ήταν ένα νιόπαντρο ζευγάρι.
(.....) Οι παλιοί έβαλαν τον Ε ρ μ ή δίπλα στην Α φ ρ ο δ ί τ η, πιστεύοντας ότι οι χαρές του έρωτα έχουν κυρίως ανάγκη τον λ ό γ ο, αλλά επίσης την Π ε ι θ ώ και τις Χ ά ρ ι τ ε ς, ώστε με την πειθώ να παίρνουν ο ένας από τον άλλον ό,τι θέλουν, χ ω ρ ί ς τσακωμούς και καβγάδες.
Ο Σ ό λ ω ν συμβούλευε τη νύφη να μασουλήσει κ υ δ ώ ν ι προτού πλαγιάσει με τον γαμπρό, θέλοντας έτσι να πει, καθώς φαίνεται, ότι η χ ά ρ η από τα χείλη και το στόμα της πρέπει να είναι πρώτα απ’ όλα αρμονική και γλυκιά.
Στην αρχή κυρίως πρέπει οι παντρεμένοι να φυλάγονται από δ ι α φ ω ν ί ε ς και σ υ γ κ ρ ο ύ σ ε ι ς, βλέποντας ότι και τα φτιαγμένα από διάφορα κομμάτια αντικείμενα διαλύονται εύ κολα με το πρώτο τυχαίο γεγονός, αλλά μετά από καιρό, όταν οι αρμοί τους στεριώσουν, δύ σκολα διαλύονται από τη φωτιά ή το σίδερο.
Όπως η φ ω τ ι ά ανάβει εύκολα σε άχυρα, σε φιτίλι και στην τρίχα του λαγού, αλλά σβήνει γρήγορα αν δεν πιάσει σε κάτι άλλο που μπορεί να τη διατηρήσει και να τη θρέψει, έτσι και ο δ υ ν α τ ό ς έρωτας των νεονύμφων που λαμπαδιάζει με τη σωματική έλξη και την ορμή της ηλικίας, δεν πρέπει να θεωρηθεί διαρκής ο ύ τ ε σίγουρος, αν δεν οικοδομηθεί πάνω στον χαρακτήρα, δεν αγγίξει τη φ ρ ό ν η σ η και δεν γίνει διάθεση της ψυχής.
Ο Ρωμαίος, όταν τον επέπλητταν οι φίλοι του που έδιωξε ενάρετη, πλούσια και όμορφη γυναίκα, έδειξε την μπότα του και είπε:
“Μα και τούτη είναι ωραία να την βλέπεις και καινούργια, κανείς όμως δεν ξέρει πού με χτυπά”.
Και στη γυναίκα, λοιπόν, δεν πρέπει να βασίζεσαι στην προίκα, τη γενιά ή την ομορφιά της, αλλά σε πράγματα, με τα οποία αγγίζει περισσότερο τον άντρα της, δηλαδή τη σ υ ν τ ρ ο φ ι ά, τον χ α ρ α κ τ ή ρ α και τον τρόπο που επικοινωνεί, να μην παρουσιάζεται σε αυτά σ κ λ η ρ ή και δ υ σ ά ρ ε σ τ η καθημερινά, αλλά β ο λ ι κ ή, χ α ρ ο ύ μ ε ν η και α γ α π ητή.
Όπως οι γιατροί φοβούνται περισσότερο τους π υ ρ ε τ ο ύ ς που ξεκινούν από κρυφές αιτίες και δυναμώνουν σταδιακά, παρά εκείνους που ξεκινούν από φανερά και σοβαρά προβλήματα, έτσι και οι μ ι κ ρ έ ς, σ υ ν ε χ ε ί ς κ α θ η μ ε ρ ι ν έ ς συγκρούσεις ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα, που περνούν απαρατήρητες από τους πολλούς, φέρνουν διαφορές και κ α τ α σ τ ρ έ φ ο υ ν τη συμβίωση.
Εκείνοι που προσφέρουν θυσία στην Ή ρ α, την προστάτιδα του γάμου, δεν καθαγιάζουν και τη χ ο λ ή μαζί με τα άλλα μέρη του θυσιασμένου ζώου, αλλά τη βγάζουν και την πετούν δίπλα στο βωμό, θέλοντας με αυτό να πει όποιος καθιέρωσε το έθιμο πως η χ ο λ ή και η ο ρ γ ή δεν πρέπει π ο τ έ να έχουν θέση στο γάμο".
ΠΛΟΎΤΑΡΧΟΣ

 

Τρίτη 17 Αυγούστου 2021

ΛΑΡΙΣΑ, ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Ο παλιός ναός της Παναγίας στα Ταμπάκικα


Ο προπολεμικός ναός της Ζωοδόχου Πηγής  (Παναγίας) στα Ταμπάκικα μια χιονισμένη μέρα Ο προπολεμικός ναός της Ζωοδόχου Πηγής (Παναγίας) στα Ταμπάκικα μια χιονισμένη μέρα

Η σημερινή μεγάλη εορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου μάς προσκαλεί να εντρυφήσουμε στα ιστορικά δεδομένα της πρώτης εκκλησίας της Ζωοδόχου Πηγής, που κτίσθηκε στον παλιό μαχαλά Ταμπάκικα της Λάρισας, τη γνωστή σήμερα ως συνοικία Αμπελοκήπων. Για τους περισσότερους Λαρισαίους η εκκλησία αυτή είναι γνωστή και ως Παναγία και ο ναός της χαρακτηρίζει ολόκληρη την παραπήνεια περιοχή.


Η παλαιότερη ονομασία της συνοικίας αυτής επί τουρκοκρατίας ήταν Tabagli, και για τους χριστιανούς όπως αναφέρθηκε, Ταμπάκικα, ονομασίες που υποδηλώνουν συνοικία των βυρσοδεψείων. Η περιοχή οριοθετείται κατά το πλείστον από μια μεγάλη καμπύλη της μαιανδρικής πορείας του Πηνειού ποταμού, η οποία νότια συμπληρώνεται από την οδό Γεωργιάδου. Η συνοικία αυτή φαίνεται να υπάρχει από τα πρώτα χρόνια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ως μουσουλμανική κοινότητα (στοιχεία των ετών 1454 και 1506), ενώ αναφορά για την παρουσία Χριστιανών υπάρχει από τα μέσα του 18ου αιώνα (1750 περίπου) σε κατάστιχα των Μετεωρίτικων μονών, χωρίς να υπάρχει στην περιοχή ναός. Οι κάτοικοί της εκκλησιάζονταν στον μητροπολιτικό ναό του Αγ. Αχιλλίου, ο οποίος βρισκόταν στον γειτονικό Λόφο της Ακρόπολης και όταν αυτός δεν λειτουργούσε, βάδιζαν μέχρι τον οικισμό Καλύβια στην εκκλησία της Αγ. Μαρίνας, η οποία υπάρχει μέχρι και σήμερα τελείως ανακαινισμένη.
Ο πρώτες ενέργειες για την κατασκευή ναού στη συνοικία αυτήν τοποθετούνται κατά τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας. Στη Λάρισα την περίοδο εκείνη εκτός του ναού του Αγ. Αχιλλίου, η παρουσία του οποίου ανιχνεύεται από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια, είχαν ήδη ανεγερθεί κατά σειράν οι Άγ. Νικόλαος (1857), 40 Μάρτυρες (1863) και Άγ. Αθανάσιος (ολοκληρώθηκε 1869). Η ανέγερση ναού στη συνοικία Ταμπάκικα περιβάλλεται από νεφελώδεις πληροφορίες που υπάρχουν γύρω από την ανεύρεση της θαυματουργού εικόνας του ναού. Σύμφωνα με την προφορική παράδοση που είναι διάχυτη από πολλά χρόνια, όχι μόνο στη συνοικία αλλά και σε ολόκληρη την πόλη, το 1876 ο ιδιοκτήτης του χώρου όπου σήμερα υπάρχει ο ναός της Παναγίας θέλησε να κτίσει έναν ταμπαχανέ, δηλ. βυρσοδεψείο. Είναι γνωστό εξάλλου ότι η περιοχή αυτή διέθετε κατά τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας και πολλά άλλα βυρσοδεψεία, λόγω της θέσεώς της ακριβώς δίπλα από το ποτάμι της πόλης, τον Πηνειό, καθώς η επεξεργασία των δερμάτων απαιτούσε μεγάλες ποσότητες ύδατος. Κατά την εκσκαφή για την κατασκευή των θεμελίων του ταμπαχανέ, οι εργάτες κάποια στιγμή έφθασαν σε σημείο όπου το έδαφος ήταν υγρό και όσο η εκσκαφή προχωρούσε άρχιζε να αναβλύζει νερό, μέσα από το οποίο φανερώθηκε ξαφνικά ένα εικόνισμα της Παναγίας. Μετά τον καθαρισμό της φάνηκε ότι παρίστανε τη Θεοτόκο με τον μικρό Ιησού στην αγκάλη της και μεταφέρθηκε στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγ. Αχιλλίου για προσκύνηση από τους πιστούς.
Μια δεύτερη ιστορική πηγή βασίζεται στη μαρτυρία της υπέργηρης κόρης του πρώτου νεωκόρου του ναού, η οποία αναφέρει ότι κατά την περίοδο εκείνη (1875-76), δίπλα από ένα μικρό εικονοστάσι που υπήρχε κοντά σε πηγάδι, στο κέντρο περίπου της περιοχής Ταμπάκικα, ζούσε η μοναχή Θεοφανία. Κάποια στιγμή εμφανίσθηκε σε όνειρο η Θεοτόκος, η οποία της υπέδειξε ότι στον πυθμένα του γειτονικού πηγαδιού βρισκόταν επί χρόνια θαμμένη η εικόνα της. Έπειτα από πολλές προσπάθειες έγινε πιστευτή η διήγηση της μοναχής και τελικά με εντατικές εργασίες κατορθώθηκε να ανευρεθεί η εικόνα. Το γεγονός αυτό θεωρήθηκε ως θαύμα και οι πιστοί της συνοικίας έκτισαν ακριβώς στη θέση αυτήν ένα μικρό παρεκκλήσιο αφιερωμένο στη Ζωοδόχο Πηγή.
Είναι όμως γεγονός ότι στο σημείο όπου ανευρέθηκε η εικόνα της Παναγίας, οι πιστοί της συνοικίας έκτισαν το 1877 ένα ταπεινό εκκλησάκι το οποίο αναφέρεται και στον κώδικα του ναού του Αγίου Αχιλλίου (1810-1881) με το όνομα «Παρεκκλήσιον Φανερωμένης» ή «ΠαρεκκλήσιονΤαμβάκικα». Έπειτα από τρία χρόνια (1880), στη θέση του παρεκκλησίου άρχισε η ανοικοδόμηση του γνωστού προπολεμικού ναού της Ζωοδόχου Πηγής. Μάλιστα ο μητροπολίτης Λαρίσης Νεόφυτος Πετρίδης απηύθυνε στο ποίμνιο της Μητροπόλεως παραινετική επιστολή, με την οποία τους προέτρεπε να συμβάλλουν οικονομικά στην ταχύτερη αποπεράτωση του ναού. Όλοι οι πιστοί και κυρίως οι κάτοικοι της συνοικίας ανταποκρίθηκαν πρόθυμα στο κάλεσμα για την ανέγερση, όχι μόνον οικονομικά, αλλά και με την προσφορά εθελοντικής εργασίας. Αρωγοί στην προσπάθεια αυτήν ήλθαν και οι συντεχνίες των βυρσοδεψών, των σαμαράδων, των τσαρουχάδων και σανδαλοποιών που είχαν τα εργαστήριά τους στη συνοικία.
Εν τω μεταξύ ήλθε η στιγμή της απελευθέρωσης της Λάρισας από τους Τούρκους και επειδή αργούσε η ολοκλήρωση του ναού λόγω οικονομικών δυσχερειών, έγινε περιφορά της εικόνας και στις όμορες επισκοπές της μητροπόλεως Λαρίσης. Στην παραινετική επιστολή του Λαρίσης Νεοφύτου, προστέθηκαν και αντίστοιχες του μητροπολίτου Δημητριάδος και των επισκόπων Γαρδικίου και Πλαταμώνος. Πρώτη περιοδεία της εικόνας έγινε στη Μητρόπολη Δημητριάδος με άδεια του οικείου μητροπολίτου Γρηγορίου, στις 22 Ιανουαρίου 1881. Εν συνεχεία μεταφέρθηκε στις 8 Οκτωβρίου 1882 στην επισκοπή Γαρδικίου, που είχε έδρα το Ζάρκο, έπειτα από παραίνεση του επισκόπου Γρηγορίου και τέλος έπειτα από επτά χρόνια (29 Νοεμβρίου 1889) η εικόνα ταξίδεψε μέχρι τα Αμπελάκια έπειτα από έγκριση του επισκόπου Πλαταμώνος Αμβροσίου Κασσάρα. Τα εκπληκτικό στην όλη προσπάθεια συγκέντρωσης χρημάτων απετέλεσε και η περίπτωση του διορισμένου πρώτου δημάρχου της Λάρισας μουσουλμάνου Χασάν Ετέμ, ο οποίος δώρισε ένα σημαντικό ποσό για την ανέγερση του ναού.
Ο ναός ολοκληρώθηκε σταδιακά, ενώ η λειτουργία του άρχισε το 1881. Η τελική μορφή του ναού αποτυπώνεται στη φωτογραφία η οποία συνοδεύει το σημερινό κείμενο. Ήταν μια κομψή τρίκλιτη βασιλική με συμμετρικές αναλογίες. Όμως η ιδιαιτερότητα της αρχιτεκτονικής σύνθεσης επικεντρωνόταν στη μορφή της δυτικής πρόσοψης του ναού. Στο κατώτερο τμήμα υπήρχαν τρία τοξωτά ανοίγματα, τα οποία οδηγούσαν στο εσωτερικό του ναού, ενώ πάνω από την αετωματική απόληξη της δυτικής πλευράς, υψωνόταν το κωδωνοστάσιο σε μια ασυνήθιστη θέση, η οποία συναντάται κυρίως σε απλούς ναούς της νησιωτικής Ελλάδας.
Σε υπόγειο χώρο στη βορειοδυτική γωνία του ναού και στο σημείο όπου ανευρέθηκε η εικόνα, υπήρχε το αγίασμα, το οποίο υπάρχει μέχρι σήμερα και έχει επιτελέσει στα 144 χρόνια παρουσίας του πλείστα όσα θαύματα. Είναι μια μικρή τετράγωνη αίθουσα η οποία στην ανατολική πλευρά της έχει εντοιχισμένη μεγάλη λεκάνη και τον μηχανισμό άντλησης του αγιάσματος από τον βυθό του πηγαδιού. Η αρχιτεκτονική δομή του νέου σημερινού ναού σχεδιάσθηκε με τέτοιον τρόπο ώστε να μη θιγεί ο χώρος του αγιάσματος.
Με τον σεισμό του 1941, ο ναός υπέστη σοβαρές καταστροφές, οι οποίες επιδιορθώθηκαν ώστε να γίνει λειτουργικός. Κατεδαφίσθηκε το 1990 και στη θέση του ανεγέρθηκε ο σημερινός μεγαλοπρεπής ναός, τα εγκαίνια του οποίου έγιναν τον Απρίλιο του 2004.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

 

Δευτέρα 9 Αυγούστου 2021

 

Η Λάρισα του 1900 στις κάρτες της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας - Ζ’


Τελειώνουμε σήμερα την παρουσίαση των αριθμημένων εικονογραφημένων επιστολικών δελταρίων της Λάρισας, τα οποία εκδόθηκαν το 1902 από την Ελληνική Ταχυδρομική Υπηρεσία. Θα παρουσιαστεί η όγδοη και τελευταία στη σειρά κάρτα αριθμ. 250 με τίτλο «Οδός εν Λαρίσση».


Οι φωτογραφίες της σειράς αυτής, όπως τονίστηκε, έχουν ιδιαίτερη ιστορική σημασία, γιατί απεικονίζουν τοπία της πόλης όπως ήταν λίγα χρόνια μετά την απελευθέρωση της Λάρισας από τους Τούρκους ή αν θέλαμε να το λέγαμε και αντίστροφα, εδώ και 120 περίπου χρόνια από σήμερα. Ήταν η εποχή όπου άρχισε να εδραιώνεται στη συνείδηση του ανθρώπου η αξία της φωτογραφίας, ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά πολιτισμού που εμφανίστηκε σε νηπιακή μορφή κατά τα μέσα του 19ου αιώνα, είχε ενηλικιωθεί στα 1900 και είχε κορυφωθεί τον 20ό αιώνα, όταν πλέον η επικοινωνία μέσω των εικόνων ήταν ένα παιχνίδι ενταγμένο στις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων. Η ανάγκη για καταγραφή σημαντικών ιδιωτικών στιγμών, τοπίων, ιστορικών γεγονότων, αισθημάτων και αναζητήσεων, φαίνεται ότι δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί πλήρως μόνο με τη βοήθεια του γραπτού και του προφορικού λόγου. Η εικόνα, με την αδιαμφισβήτητη δύναμή της, παρέμενε μόνιμα καταγραμμένη και χρηστική ανά πάσα στιγμή, με τη δυνατότητα επανεξέτασης, μελέτης και ανάμνησης. Με τη φωτογραφία ουσιαστικά έγινε κατορθωτό να μείνουν ανεξίτηλες στον χρόνο εικόνες κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας και να αιχμαλωτισθούν στο χαρτί τοπία, τα οποία ο χρόνος, διάφορα φυσικά φαινόμενα και η ανανεωτική μανία του ανθρώπου τα έχει ολοσχερώς εξαλείψει. Από την άποψη αυτήν τα εικονογραφημένα επιστολικά δελτάρια αποτελούν πλέον πρωτογενή ιστορική πηγή πληροφοριών.
Στη δημοσιευόμενη σήμερα φωτογραφία από κάρτα της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας απεικονίζεται η οδός Μακεδονίας [1], είναι ταχυδρομημένη και ο καλλιτέχνης που την εκτύπωσε της έδωσε το σχήμα τριφυλλιού, χωρίς να επηρεαστούν τα απεικονιζόμενα κτίσματα. Με την πρώτη ματιά δίνεται η εντύπωση ότι ο δρόμος μαζί με τα οικήματα δεν έχουν κανένα οδηγό σημείο ώστε να αποδοθεί με ακρίβεια στην οδό Μακεδονίας. Η πιθανότητα να μην απεικονίζει η εν λόγω φωτογραφία σημείο της Λάρισας είναι πολύ μικρή, καθώς στις κάρτες της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας (κυκλοφόρησαν συνολικά 384 με τοπία από διάφορες περιοχές της χώρας μας) δεν βρίσκονται λανθασμένες απεικονίσεις. Ακόμη και σήμερα τα περισσότερα από τα οικήματα της οδού Βενιζέλου εξακολουθούν να είναι χαμηλά, μικρά σε έκταση, ισόγεια και διάφοροι παράγοντες δεν επέτρεψαν να κατασκευαστούν πολυώροφες οικοδομές, όπως σε άλλα σημεία της πόλης.
Η λήψη της φωτογραφίας πρέπει να έγινε από τη συμβολή των σημερινών οδών Μακεδονίας και Παπαναστασίου. Ο δρόμος είναι ευρύς και ευθύς και έχει μεγάλο μήκος. Το έδαφός του είναι χωμάτινο και επίπεδο σε όλο το μήκος του. Υπάρχουν ευρύχωρα πεζοδρόμια με ρείθρα και με πλούσια δενδροφύτευση, ενώ η οικοδομική γραμμή των κτιρίων είναι ευθύγραμμη. Με βάση αυτήν την απεικόνιση φαίνεται καθαρά ότι μετά την πρώτη εικοσαετία από την απελευθέρωση, η Λάρισα κατόρθωσε να επιβάλλει τη νέα ρυμοτομία και να αποβάλλει την τουρκική όψη τουλάχιστον στον κεντρικό τομέα της, βάσει του σχεδίου πόλεως που είχε εκπονηθεί το 1882 και άρχισε να εφαρμόζεται μετά το 1884 [2].
Τα περισσότερα κτίρια και από τις δύο πλευρές του δρόμου φαίνεται εκ πρώτης όψεως να είναι νεόκτιστα, μικρά, σε συνεχή σειρά, χωρίς κενά διαστήματα και όπως φαίνεται, όλα στεγάζουν καταστήματα. Οι καταστηματάρχες έχουν απλώσει μέρος από τα εμπορεύματά τους έξω από το κατάστημα, στο πεζοδρόμιο, για να δελεάσουν τους περιφερόμενους αγοραστές. Με λίγες εξαιρέσεις, θα μπορούσε κανείς να ισχυρισθεί ότι σ’ αυτήν την περιοχή της πόλης δεν άλλαξαν και πάρα πολλά μέσα στα 120 περίπου χρόνια που μας χωρίζουν απ’ αυτήν τη φωτογράφιση. Τα ίδια χαμηλά σε ύψος καταστήματα, το αυτό εύρος των πεζοδρομίων [3] παρόμοια και η έκθεση των εμπορευμάτων έξω από τις βιτρίνες, αλλά σε μικρότερο βαθμό, η ίδια περίπου κίνηση του αγοραστικού κοινού.
Ορισμένα πράγματα όμως προξενούν ιδιαίτερη εντύπωση εάν μελετηθεί προσεκτικά η εικόνα. Αρχικά είναι εμφανέστατη η παντελής έλλειψη τροχοφόρων κάθε είδους (φυσικά για αυτοκίνητα οχήματα δεν μπορούμε να μιλήσουμε) σε ολόκληρο το μήκος του δρόμου και σε μια ώρα μεγάλης εμπορικής κίνησης, όπως φαίνεται. Ούτε άμαξες, ούτε και οχήματα μεταφοράς εμπορευμάτων (σούστες, κάρα, καροτσάκια, ζώα) υπάρχουν σε ένα μήκος 200 περίπου μέτρων. Φαίνεται ότι δεν είχε φθάσει ακόμη η στιγμή που η πόλη θα γινόταν ισχυρό εμπορικό κέντρο. Σπουδαίο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η ενδυματολογική ποικιλία των εικονιζόμενων ατόμων. Σε πρώτο επίπεδο παρατηρούμε κάποιο νεαρό άτομο να κυκλοφορεί με ποιμενική μάλλινη μπέρτα και σε κάποια απόσταση να στέκονται δύο μαθητές με πηλίκια. Πιο πίσω βρακοφόροι άνδρες με σκούρο γιλέκο, βαδίζουν αμέριμνοι πάνω στον δρόμο. Μερικοί έχουν την ενδυματολογική εμφάνιση χωρικών, ενώ άλλοι φορούν την αστική περιβολή της εποχής. Εκείνο όμως που κάνει τη μεγαλύτερη εντύπωση στη φωτογραφία είναι η πλήρης απουσία γυναικείας σιλουέτας. Φαίνεται ότι η παρουσία γυναικών στο εμπορικό κέντρο της πόλης και γενικά σε εξωτερικούς χώρους εκείνη την εποχή ήταν σπάνια, αν όχι απαγορευμένη, και η αγορά καταναλωτικών αγαθών ήταν αποκλειστικά ανδρικό καθήκον. Το γεγονός αυτό νομίζουμε ότι υπογραμμίζει καθαρά τα ήθη της περιόδου αυτής και τονίζει την ανισότητα των δύο φύλων η οποία επικρατούσε στην αυγή του 20ού αιώνα.
Με την κάρτα αυτήν τελείωσε η παρουσίαση της σπάνιας αυτής σειράς των εικονογραφημένων επιστολικών δελταρίων της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας, τα οποία αναφέρονται στη Λάρισα. Ήταν ένα νοσταλγικό ταξίδι σε μια πόλη που σήμερα παρουσιάζει τη μεγαλύτερη ανάπτυξη απ’ όλες τις άλλες αντίστοιχες επαρχιακές.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

 

[1]. Το αρχικό τμήμα της οδού Μακεδονίας από τη γέφυρα του Πηνειού μέχρι την Ηφαίστου, στο σημείο όπου ο δρόμος εμφανίζει ακόμη και σήμερα μια ελαφρά καμπή, ονομαζόταν στις αρχές του 20ού αιώνα οδός Ιης (πρώτης) Μεραρχίας. Σήμερα ολόκληρη η διαδρομή ονομάζεται οδός Βενιζέλου.
[2]. Μην ξεχνάμε ότι η μεγάλη πυρκαγιά που ξέσπασε στην περιοχή αυτήν της οδού Μακεδονίας (Ξυλοπάζαρο ονομαζόταν τότε) βοήθησε να γίνει πιο εύκολα στο σημείο αυτό η εφαρμογή του νέου ρυμοτομικού σχεδίου της Λάρισας.
[3]. Βέβαια σήμερα, με την πεζοδρόμηση ενός μεγάλου τμήματος του δρόμου όλα αυτά έχουν αλλοιωθεί, ισχύουν όμως στα τμήματα εκείνα που έχουν παραμείνει όπως ήταν πριν.

Πέμπτη 5 Αυγούστου 2021

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Η Λάρισα του 1900 στις κάρτες της ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας - ΣΤ’


Γέφυρα του Πηνειού εν Λαρίσση. Περίπου 1900.  Ταχυδρομημένο επιστολικό δελτάριο της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας αρ. 247. Γέφυρα του Πηνειού εν Λαρίσση. Περίπου 1900. Ταχυδρομημένο επιστολικό δελτάριο της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας αρ. 247.

Συνεχίζουμε και σήμερα την παρουσίαση των αριθμημένων επιστολικών δελταρίων της Λάρισας τα οποία εκδόθηκαν το 1902 από την Ελληνική Ταχυδρομική Υπηρεσία.

Θα παρουσιαστούν δύο κάρτες, η αριθμ. 247 με τίτλο “Γέφυρα επί του Πηνειού εν Λαρίσση”, και η αριθμ. 249 με τίτλο “Άποψις της Λαρίσσης από του Φρουρίου”.

 

Αριθμ. 247.
Γέφυρα επί του Πηνειού ποταμού.
Στην απεικόνιση αυτής της κάρτας, η παλιά γέφυρα του Πηνειού στη Λάρισα αναδεικνύεται σε όλο το μήκος της έπειτα από τέσσερες και πλέον αιώνες ζωής κομψή, με όμορφες αναλογίες και ακέραια. Το ενδιαφέρον είναι ότι απεικονίζονται και οι εννέα καμάρες της. Από την τελευταία προς τον Πέρα Μαχαλά καμάρα διακρίνεται μόνον η γωνία του οξυκόρυφου τόξου της λόγω προσχώσεων. Η λήψη της φωτογραφίας έγινε από την αυλή του μητροπολιτικού ναού του Αγ. Αχιλλίου. Είναι πρωί, ο ήλιος λαμπρός, τα νερά του Πηνειού ήσυχα και η αντανάκλαση των τόξων της γέφυρας στο νερό ολοκληρώνει την ομορφιά. Η γέφυρα αυτή αποτέλεσε σημείο αναφοράς όλων σχεδόν των περιηγητών, Ελλήνων και ξένων, οι οποίοι επισκέφθηκαν τη Λάρισα κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας, μερικοί μάλιστα την απεικόνισαν με το μολύβι και τον χρωστήρα σε όλο το μεγαλείο της. Αργότερα τη φωτογράφησαν από πολλές πλευρές σπουδαίοι φωτογράφοι. Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο Δημήτριος Μιχαηλίδης από την Αδριανούπολη. Ο τελευταίος το 1882, μαζί με άλλες φωτογραφίες του από τη Λάρισα, τα Τρίκαλα, τα Μετέωρα, τα Αμπελάκια, τα Τέμπη και το Πήλιο, συνολικά γύρω στις 32, τις εκτύπωσε σε ένα όμορφο λεύκωμα, με τον τίτλο “Souvenir de Thessalie”, σπάνιο σήμερα και απρόσιτο στις βιβλιοθήκες όπου υπάρχει.
Η κάρτα που δημοσιεύεται είναι μία από τις πρωιμότερες φωτογραφήσεις της γέφυρας του Πηνειού. Η λήψη της χρονολογείται περί το 1900. Χαμηλά αριστερά διακρίνεται μέρος της δεξιάς όχθης του Πηνειού, πάνω στην οποία υπάρχει πρόχειρος ανώμαλος χωμάτινος δρόμος ο οποίος βρισκόταν σε συνέχεια με τα πρανή του Λόφου. Μέσα στην κοίτη του ποταμού και σε μικρή απόσταση από τη δεξιά όχθη ένας σακατζής (δεν διακρίνεται με ευκρίνεια) γεμίζει με νερό τους ασκούς που έχει φορτωμένους στη ράχη κάποιου ζώου, για να το φέρει στην πόλη και να κάνει κατ’ οίκον διανομή.
Αριστερά πίσω από τη γέφυρα διακρίνεται η περιοχή Σάλια. Ο απλωμένος επίπεδος αυτός χώρος ήταν το σημείο όπου γινόταν η περισυλλογή της ξυλείας, η οποία ταξίδευε συσκευασμένη σε ντάνες με τη ροή του ποταμού από περιοχές της Δυτικής Θεσσαλίας. Δίπλα, μέσα σε έναν περιτοιχισμένο χώρο, γινόταν από ειδικούς η επεξεργασία των ξύλων σε διάφορες μορφές, τα οποία εν συνεχεία προμηθεύονταν οι ξυλουργοί. Στο βάθος διακρίνονται τα σπίτια του Αρναούτ μαχαλά (συνοικία Αγ. Αθανασίου). Δεξιά, δίπλα στην έξοδο της γέφυρας, υπάρχει περίφραξη εν είδει επάλξεων και άφθονο πράσινο. Στο σημείο αυτό από τα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας βρισκόταν ο Mevlevihane, μουσουλμανικό μοναστηριακό συγκρότημα του τάγματος των Μεβλεβήδων, των στροβιλιζόμενων δερβίσηδων και αργότερα ο τάφος του Χουρσίτ πασά.
Ως γνωστόν η γέφυρα αυτή κατά την κατοχή ανατινάχθηκε δύο φορές και καταστράφηκε ολοσχερώς.

 

Αριθμ. 249.
Άποψη της Λαρίσσης από του Φρουρίου.
Η φωτογραφία αυτή παρουσιάζει μια πολύ διαφωτιστική άποψη του ανατολικού τομέα της Λάρισας. Η λήψη έγινε από το Μπεζεστένι, την σκεπαστή τουρκική αγορά, το εσωτερικό της οποίας είχε επιχωματωθεί μέχρι το ύψος των πλάγιων τοίχων[1]. Μπροστά, σε πρώτο επίπεδο, διακρίνεται μεγάλος ακάλυπτος χώρος ο οποίος κάθε Τετάρτη κατακλυζόταν από εφήμερες παράγκες και εμπόρους με διάφορα προϊόντα. Ήταν η λεγόμενη εβδομαδιαία λαϊκή αγορά, η “Τετάρτη” όπως ονομαζόταν μονολεκτικά. Σήμερα η Αρχαιολογική Υπηρεσία έχει ανασκάψει την περιοχή αυτή και έφερε στο φως διάφορα κτίσματα της βυζαντινής περιόδου. Στη συνέχεια, μπροστά από την πρώτη σειρά των οικημάτων υπάρχει ένας αδιαμόρφωτος δρόμος, ο οποίος αντιστοιχεί στη σημερινή οδό Ξάνθου.
Σε δεύτερο επίπεδο εξέχουν ανάμεσα από τις κατοικίες, οι μιναρέδες από έξι μουσουλμανικά τζαμιά. Αριστερά διακρίνεται μέρος από το τζαμί του Ομέρ μπέη και δίπλα κάποιος τουρμπές[2]. Αρκετά από τα σπίτια που καταγράφονται στη φωτογραφία είναι νεόκτιστα, πολλά διώροφα, ενώ τα περισσότερα διατηρούν την χαρακτηριστική αρχιτεκτονική των χρόνων τη τουρκοκρατίας. Ανάμεσά τους, στο κέντρο της φωτογραφίας, αίσθηση προκαλεί το μέγεθος ενός κτηρίου. Είναι η πίσω πλευρά της κατοικίας του Χουσνή μπέη, η οποία το 1881 επελέγη ως προσωρινή κατοικία του βασιλιά Γεωργίου Α’. Όπως αναφέραμε και σε άλλα σημειώματα, το μουσουλμανικό αυτό κονάκι το αγόρασε ο βασιλιάς, το διαμόρφωσε κατάλληλα και τα επόμενα χρόνια χρησιμοποιήθηκε ως βασιλικό ανάκτορο της Λάρισας. Είναι ιστορικά ενδιαφέρουσα η φωτογραφία αυτή, καθώς παριστάνει τη μοναδική μέχρι σήμερα γνωστή απεικόνιση της βορειοδυτικής πλευράς των ανακτόρων.
Πίσω από το βασιλικό κατάλυμα διακρίνεται ο μιναρές του Γενί τζαμί. Είχε κτιστεί το 1891 και ήταν ένα από τα δύο τζαμιά τα οποία ήταν εν ενεργεία κατά το 1900 στη Λάρισα[3]. Στέγασε για ένα μεγάλο διάστημα το Αρχαιολογικό Μουσείο της Λάρισας και ο μιναρές του μετά τον σεισμό του 1941 έμεινε κολοβός.
Η ρυμοτομία διατηρεί ακόμα την τουρκική της αναρχία. Στενά σοκάκια, δαιδαλώδεις διαδρομές, πυκνή δόμηση, είναι μερικά από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Λάρισας στην καμπή του 19ου προς τον 20ό αιώνα.

 

[1]. Ως γνωστόν το μπεζεστένι είχε καταστραφεί το 1799 από πυρκαγιά και είχε παραμείνει μόνον το κέλυφος.
[2]. Τουρμπές είναι τουρκική λέξη και σημαίνει ταφικό μνημείο, μαυσωλείο.
[3]. Το δεύτερο ήταν το Μπουρμαλί τζαμί, το οποίο βρισκόταν στο σημείο όπου κατασκευάσθηκε μεταπολεμικά ο κινηματογράφος “Βικτώρια”.

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com