Τετάρτη 14 Φεβρουαρίου 2024

 Εικόνες από το χθες


Εικόνες από το χθες

Από την Κωνσταντίνα Κότση,
μέλος της ΕΛΟΣΥΛ
και μέλος της Ένωσης
Ελλήνων Λογοτεχνών

Θα πάμε στην πόλη μου, κι έπειτα στη γειτονιά μου, εκεί όπου έζησα τα παιδικά μου χρόνια, μετά τα εφηβικά και στη συνέχεια στα ώριμα, τα πιο σκεπτόμενα, τα πιο δημιουργικά, έφυγα μακριά της.

Τα παιδικά είναι τα καλύτερα για όλους μας, είναι βέβαιο, είχαν ανεμελιά, αθωότητα κι όλα φάνταζαν όμορφα, φωτεινά, αγνά. Μπρος στα παιδικά μάτια, την καθαρότητα της ψυχής, όλα ξεπροβάλλουν ασύλληπτα ωραία.
Κι όπως γυρίζω σε εκείνα τα χρόνια, έρχονται οι αναμνήσεις θύμησες για να με πάνε πάλι πίσω στην αγαπημένη μου γειτονιά, στον περίγυρο αυτής. Έχω αναφερθεί άπειρες φορές γράφοντας, εφόσον πάντα είναι και θα είναι στη σκέψη μου, μα και στην καρδιά μου.
Νομίζω πως για όλους μας ισχύει αυτή η αναπόληση, αυτό το γύρισμα της πρώτης νιότης να μείνει ανεξίτηλο. Στη συνέχεια ο άνθρωπος φθάνοντας σε ηλικία όπου της ζωής του ο χρόνος λιγοστεύει, επιθυμεί να γυρίσει πίσω στις ρίζες του, όπου κι αν βρίσκεται, εκεί που τον δένουν τόσα πολλά, ο νους του τρέχει στον τόπο του, όπου έζησε και μεγάλωσε, να βρεθεί και πάλι στο πατρικό του σπίτι, να ακούσει τις φωνές των παιδικών του φίλων να τρέξει μαζί τους στις αλάνες παίζοντας όλα εκείνα τα παιχνίδια της παλιάς εποχής, που τώρα έχουν ξεχαστεί απ’ τα ηλεκτρονικά με τις οθόνες τους, να παίζεις μόνος, δίχως ανθρώπινη συντροφιά, απομονωμένος. Είναι μεγάλο το θέμα της απομάκρυνσης, της αποξένωσης των ανθρώπων, η επαφή μέσω των ηλεκτρονικών υπολογιστών (των κομπιούτερ) με απασχολεί ιδιαίτερα, με προβληματίζει.
Ας τ’ αφήσουμε αγαπητοί μου αναγνώστες αυτό το θέμα για να επιστρέψουμε και πάλι διά μέσω της μνήμης μου, που διαπιστώνω πως διατηρείται ευτυχώς ζωηρή κι ανεξίτηλη, να βρεθούμε στη μικρή αγορά, στα διάφορα καταστήματα που υπήρχαν και υπάρχουν στη γειτονιά μου. Σήμερα, βέβαια, με διαφορετικούς ιδιοκτήτες. Σε μικρή απόσταση το ένα απ’ το άλλο έβρισκες αρτοποιείο, παντοπωλείο (μπακάλικο), καθαριστήριο, κρεοπωλείο, ψαράδικο, τα βασικά.
Εκεί δίπλα στο περίπτερο στην άκρη του δρόμου ήταν κι η γνωστή ταβέρνα «ΨΑΘΑ», συγκέντρωνε πλούσια πελατεία, η εξαιρετική κουζίνα της και ο όμορφος διακοσμημένος χώρος της.
Ανάμεσα σε εκείνα, λοιπόν, υπήρχε κι ένα γαλακτοζαχαροπλαστείο. Σ’ αυτό θα σταθούμε, θα περάσουμε μέσα για να μας υποδεχθεί ο ιδιοκτήτης του, ένας άνθρωπος μικροκαμωμένος, με την ποδιά ζωσμένη γύρω στη μέση του, γρήγορος στις κινήσεις του κι άλλο τόσο γρήγορος στην ομιλία του, πρόθυμος και εξυπηρετικός. Ύστερα θα περάσει στο πίσω μέρος του μαγαζιού, όπου ήταν το εργαστήριό του.
Να κατασκευάσει όλα τα γαλακτοκομικά προϊόντα με γάλα δικής του παραγωγής.
Βλάχος στην καταγωγή του, γεννημένος σ’ ένα ορεινό χωριό πάνω ψηλά μέσα στα έλατα και στον βουνίσιο καθαρό αέρα, κατέβηκε στην πόλη κι άνοιξε δική του επιχείρηση. Κι όπως ήταν έτσι, αεικίνητος, εργατικός, ακούραστος, πήγε μπροστά.
Όλα τα προϊόντα που πούλαγε περνούσαν από τα χέρια του. Τυρί, γιαούρτι, βούτυρο άσπρο το καλό.
Γλυκά διάφορα στις βιτρίνες με τα πιο αγνά υλικά, μοσχομύριζε όλος ο χώρος, σε ταξίδευε σε στάνες, στρούγκες και βλάχικους καταυλισμούς.
Στο γαλακτοζαχαροπλαστείο υπήρχαν και μικρά τραπεζάκια με μαρμάρινη επιφάνεια να καθίσεις να γευθείς, να παραγγείλεις ό,τι ήθελες. Να πάρεις και το πρωινό σου, μέλι με βούτυρο στο ψωμί και ζεστό γάλα.
Τυρί, γάλα, γιαούρτι, ολόφρεσκα γλυκά, εκεί πήγαιναν οι γονείς μου να αγοράσουν. Θα πάμε στον «Βλάχο», έτσι τον αποκαλούσαμε, σπάνια με το όνομά του. Κι ήταν εγγύηση για όλη τη γειτονιά. Και πάλι, τονίζω, πόσο θαύμαζα αυτόν τον λεπτοκαμωμένο εργατικό, τίμιο άνθρωπο, τον «Βλάχο». Κι όλα αυτά που παρήγαγε μόνος του, έχοντας πάντα στο πλάι του και τη γυναίκα του, πολύτιμη βοηθός του. Θα μου μείνουν αξέχαστα τα γλυκά του, κρέμες, ρυζόγαλο, γιαούρτι εξαιρετικά αγνών υλικών.
Στάθηκα ιδιαίτερα στη θύμησή του με συγκίνηση (εφόσον δεν είναι πια στη ζωή), κι έπειτα από τόσα χρόνια, σαν τον βλέπω να προβάλλει μπρος στα μάτια μου σαν να ‘ναι χθες.
Τελειώνοντας κι αυτό το αφήγημά μου γύρω από πρόσωπα και γεγονότα, πάντα με επίκεντρο τη γειτονιά μου, θα αναφερθώ και πάλι με ευλάβεια στον μεγαλοπρεπή ναό της Παναγίας, που δεσπόζει στη μεγάλη συνοικία των Αμπελοκήπων και βρίσκεται στην καρδιά αυτής. Την ευλογία, τη χάρη Της αποζητούν όχι μόνο οι κάτοικοί της, αλλά κι οι αμέτρητοι προσκυνητές που κατακλύζουν τον ναό της μέρες των εορτών της και όχι μόνον. Πανηγυρίζει πολλές φορές τον χρόνο κι είμαστε όλοι παρόντες στη χάρη Της.

Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2024

 ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Ο… Θεόφιλος της Λάρισας

Ο ΛΑΪΚΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΠΑΝΤΟΛΦΗΣ


Ο βοσκός και η βοσκοπούλα. Αποτοιχισμένο και συντηρημένο έργο του Μιχάλη Παντόλφη.  1934. Συλλογή του Διαχρονικού Μουσείου Λάρισας.Ο βοσκός και η βοσκοπούλα. Αποτοιχισμένο και συντηρημένο έργο του Μιχάλη Παντόλφη. 1934. Συλλογή του Διαχρονικού Μουσείου Λάρισας.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Πριν τρία χρόνια τέτοια εποχή (29 Ιανουαρίου 2021) επέστρεψαν στο Διαχρονικό Μουσείο Λάρισας τα αποτοιχισμένα έργα του λαϊκού ζωγράφου της Λάρισας Μιχαήλ Παντόλφη από την Εφορία Νεωτέρων Μνημείων του Βόλου.

Ορισμένα απ’ αυτά ήταν συντηρημένα, ενώ άλλα βρίσκονταν σε αναμονή για συντήρηση. Την ημέρα εκείνη έγινε μια σεμνή τελετή παράδοσης, παρουσία του βουλευτού Μάξιμου Χαρακόπουλου, του τότε δημάρχου Απόστολου Καλογιάννη, της διευθύντριας του Διαχρονικού Μουσείου Σταυρούλας Σδρόλια και μερικών φιλότεχνων. Είχε προηγηθεί συστηματική ενημέρωση της υπουργού Πολιτισμού Λίνας Μενδώνη από τον βουλευτή Μάξιμο Χαρακόπουλο για την ανάγκη επιστροφής των έργων αυτών, η οποία τελικά στέφθηκε από επιτυχία. Ήδη το ειδικό τμήμα του Διαχρονικού Μουσείου έχει προχωρήσει αρκετά στην ολοκλήρωση του έργου της συντήρησής τους, με προοπτική να γίνει μελλοντικά μια μεγάλη έκθεση όλων των τοιχογραφιών τα οποία διασώθηκαν από την κατεδάφιση της Δημοτικής Αγοράς.
Η Φωτοθήκη Λάρισας του Ομίλου Φίλων της Θεσσαλικής Ιστορίας έχει έλθει επανειλημμένως σε επαφή με τους κατιόντες συγγενείς του λαϊκού ζωγράφου, έχει ενημερωθεί για το ζωγραφικό έργο του Μιχάλη Παντόλφη και των απογόνων του, οι οποίοι είναι και εκείνοι ζωγράφοι, η δε δισέγγονη του, Αγγελική, ζωγράφος και η ίδια, είναι στενή φίλη της Φωτοθήκης.
Για τον ζωγράφο Μιχάλη Παντόλφη έχουμε γράψει και άλλες φορές από τις στήλες της εφημερίδας [1]. Όπως δείχνει και το όνομά του, ήταν ιταλικής καταγωγής (Pantolfi) και μάλιστα πιστεύεται ότι η οικογένεια του πατέρα του καταγόταν από τα ελληνόφωνα χωριά της Νότιας Ιταλίας, την οποία όμως εγκατέλειψαν μετά την αποτυχία των φιλελεύθερων κινημάτων της Ιταλίας (1848-1849) και κατέφυγαν στη νησιωτική Ελλάδα και τα παράκτια της Ιωνίας. Τα ονόματά τους (Μιχάλης ο ίδιος, Αλέξανδρος ο πατέρας του) και η φυγή τους στη Ελλάδα μετά τα Γαριβαλδινά, ίσως πιστοποιούν την ελληνόφωνη καταγωγή τους [2]. Οι Pantolfi ήταν μια οικογένεια λαϊκών καλλιτεχνών. Σαν πλανόδιοι μουσικοί, ζωγράφοι, φωτογράφοι, ηθοποιοί, ακόμα και ακροβάτες, περιέτρεχαν τις ελληνικές παροικίες της Μ. Ασίας και της Αιγύπτου, χωρίς ιδιαίτερες καλλιτεχνικές αξιώσεις.
Ο Μιχάλης Παντόλφης γεννήθηκε το 1886, όταν η οικογένεια βρισκόταν στην περιοχή της Σμύρνης. Αυτό πιστοποιούσε η ταυτότητά του. Μεγαλώνοντας σε τέτοιο περιβάλλον φυσικό ήταν να ακολουθήσει το οικογενειακό επάγγελμα και ενώ κάποτε βρισκόταν στη Χαλκίδα νυμφεύθηκε και απέκτησε δύο τέκνα. Όμως το 1922 χώρισε και εγκαταστάθηκε στη Λάρισα. Εδώ εξάσκησε αρχικά τη δουλειά του πλανόδιου φωτογράφου, νυμφεύθηκε εκ νέου και απέκτησε δύο τέκνα. Συγχρόνως βοηθούσε διάφορους καραγκιοζοπαίκτες στις παραστάσεις τους, ζωγράφιζε τις φιγούρες τους, μιμούνταν διάφορους ήρωες του Θεάτρου Σκιών και επειδή ήταν καλλίφωνος τραγουδούσε κατά τη διάρκεια της παράστασης. Από το 1934 άρχισε να ζωγραφίζει τους τοίχους γυρνώντας από σπίτι σε σπίτι και από μαγαζί σε μαγαζί αντί «πινακίου φακής», όπως ο ομότεχνός του Θεόφιλος στην περιοχή του Πηλίου. Μεταπολεμικά η εικαστική παρουσία του δεν είναι αισθητή. Απλώς τριγυρνούσε στα παλιά ταβερνεία της πόλης χωρίς φίλους και έπινε ασταμάτητα. Πέθανε το χειμώνα του 1968.
Όπως είναι γνωστό στους παλιούς Λαρισαίους, στη σημερινή Πλατεία Δημάρχου Μπλάνα (πλατεία Λαού), υπήρχε μέχρι το 1978 το κτίριο της Δημοτικής Αγοράς, έργο που κατασκευάσθηκε κατά τη διάρκεια της τρίτης δημαρχιακής θητείας του Μιχαήλ Σάπκα (1929-1934). Επρόκειτο για ένα τετράγωνο οικοδόμημα μεγάλων διαστάσεων, στο εσωτερικό του οποίου υπήρχε ευρύχωρο αίθριο. Οι χώροι του και στις τέσσερες πλευρές εξωτερικά και εσωτερικά φιλοξενούσαν κυρίως καταστήματα τροφίμων (κρεοπωλεία, ιχθυοπωλεία, πσντοπωλεία, κλπ.).
Το καλοκαίρι του 1978, έπειτα από απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, η Δημοτική Αγορά κατεδαφίσθηκε. Κατά τη διάρκεια της κατεδάφισης διαπιστώθηκε ότι σε κάποια καταστήματα υπήρχαν όμορφες τοιχογραφίες άγνωστου λαϊκού καλλιτέχνη. Η κατεδάφιση σταμάτησε και με τη συνδρομή του Δήμου και ορισμένων ευαίσθητων ατόμων της πόλης, ειδικό συνεργείο συντηρητών ανέλαβε την αποτοίχιση [3]. Η έρευνα που ακολούθησε απέδειξε ότι πολλά καταστήματα είχαν τοιχογραφηθεί κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου από τον λαϊκό ζωγράφο Μιχάλη Παντόλφη, όμως τα περισσότερα χάθηκαν γιατί είχαν επανειλημμένως επιχρισθεί με ασβέστη και μόνον στα ψαράδικα των αδελφών Μυλωνά και των Μέρχα και Γκανά διατηρήθηκαν. Όταν τον Ιούλιο του 1978 έγινε από ειδικό συνεργείο, η αποτοίχιση εκείνων των έργων του Παντόλφη που διατηρούνταν σε ικανοποιητική κατάσταση, αυτά παραδόθηκαν στον Δήμο, ο οποίος τα αποθήκευσε στο υπόγειο του Δημαρχιακού καταστήματος, όπου την περίοδο εκείνη στεγαζόταν προσωρινά η Λαογραφική Εταιρεία Λάρισας, το σημερινό Λαογραφικό Ιστορικό Μουσείο. Αργότερα, με τη μεταστέγαση του Μουσείου σε ιδιωτικό χώρο στην οδό Μανδηλαρά, οι τοιχογραφίες παρέμειναν στο Δημαρχείο, ξεχασμένες για καιρό. Επί δημαρχίας Καφφέ κάποιοι άνθρωποι του πολιτισμού της πόλης φρόντισαν για τη μεταφορά τους στον Βόλο, όπου εδρεύει η Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων Θεσσαλίας, προς συντήρηση, με προοπτική να επιστραφούν εν συνεχεία στη Λάρισα. Αυτό όπως είδαμε έγινε πριν από τρία χρόνια και η πόλη τώρα περιμένει την δημόσια έκθεσή τους.


[1]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Ο λαϊκός ζωγράφος Μιχάλης Παντόλφης, εφ. «Ελευθερία», φύλο της 19ης Αυγούστου 2015. Του ιδίου: «Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα – Β΄[2015], Λάρισα (2018) σελ. 149-152.
[2]. Μιχάλογλου Ποσειδώνας: Η περιπέτεια του καλλιτέχνη. Για τον λαϊκό ζωγράφο Μιχαήλ Παντόλφη, περ. «Σπαρμός», Λάρισα (Απρίλιος 1979) τεύχ. 20, σ. 7-11.
[3]. Βεατρίκη Σπηλιάδη: Έργα άσημου λαϊκού ζωγράφου αποτοιχίζονται στα ψαράδικα της Λάρισας. Θεωρούνται απόκτημα της λαϊκής μας εικονογραφίας, εφ. «Καθημερινή», Αθήνα, φύλλο της 5ης Αυγούστου 1978.

Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2024

ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

Η Στοά Αδελφών Κουτσίνα


Η Στοά Κουτσίνα φωτογραφημένη από την  είσοδό της επί της οδού Ερμού. Στο βάθος ψηλά η κεραία του ΟΤΕ. Μεταπολεμική φωτογραφία.Η Στοά Κουτσίνα φωτογραφημένη από την είσοδό της επί της οδού Ερμού. Στο βάθος ψηλά η κεραία του ΟΤΕ. Μεταπολεμική φωτογραφία.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)

Έχουμε γράψει και παλαιότερα για τη Στοά Κουτσίνα [1]. Οι νεότεροι Λαρισαίοι μπορεί να την έχουν ακουστά, αλλά δεν την έχουν γνωρίσει. Στο σημερινό μας κείμενο θα αναφερθούμε και πάλι στη Στοά των αδελφών Κουτσίνα, μια ιδιότυπη αγορά στο κέντρο της Λάρισας, με μεγάλη εμπορική κίνηση στην ακμή της, συμπληρώνοντας ορισμένα ιστορικά στοιχεία.

Βρισκόταν μεταξύ των οδών κεντρικών οδών Πανός και Ερμού, τις οποίες συνέδεε. Ήταν ένας στενός πεζόδρομος, ο οποίος ήταν αδιάβατος σε οχήματα. Πολύ πριν κατασκευασθεί η «Στοά Κουτσίνα» στον χώρο αυτόν υπήρχε ένα μεγάλο πανδοχείο, το οποίο ήταν γνωστό σαν «Το χάνι του Χρυσοχόου». Ο ιδιοκτήτης του καταγόταν από το Λιβάδι Ελασσόνας. Η κυρία είσοδος του πανδοχείου είχε πρόσοψη στην οδό Μακεδονίας (Βενιζέλου). Διέθετε μια τεράστια αυλή, στην οποία ήταν κτισμένα διάφορα ανομοιογενή κτίσματα, για την εξυπηρέτηση πελατών και τη στάθμευση αγροτικών αμαξών και ζώων. Από την πλευρά της οδού Πανός υπήρχε μια μεγάλη βοηθητική διέξοδος, καλυμμένη με σιδερένια πόρτα, από την οποία περνούσαν τα κάρα, όταν το χάνι άδειαζε τα απορρίμματα και τους στάβλους από τα περιττώματα των ζώων που φιλοξενούσε. Η ύπαρξη των στάβλων στην κεντρική αυτή περιοχή αποτελούσε πηγή δυσοσμίας, η οποία ενοχλούσε όχι μόνο τους καταστηματάρχες της αγοράς, αλλά και τους περαστικούς και τους επισκέπτες-αγοραστές. Αν αναλογισθεί κανείς ότι επί της οδού Πανός υπήρχαν και πολλά άλλα ρυπογόνα καταστήματα, όπως ψαράδικα, μανάβικα, χασάπικα, ταβέρνες, η δυσοσμία πολλαπλασιαζόταν, με αποτέλεσμα η αγοραστική κίνηση στην περιοχή αυτή να μειωθεί αισθητά, η παρουσία γυναικών να καταστεί σχεδόν αδύνατη και να δημιουργηθεί ένα σοβαρό πρόβλημα, το οποίο απασχολούσε όχι μόνο τις υγειονομικές αρχές, αλλά και τον λαρισαϊκό Τύπο. Ιδιαίτερα ο Θρασύβουλος Μακρής στη «Μικρά» του φιλοξενούσε πολλές φορές διαμαρτυρίες καταστηματαρχών και πολιτών της Λάρισας, οι οποίοι ζητούσαν να απαλλαγεί η περιοχή αυτή από την κακοσμία. Το πρόβλημα λύθηκε εν μέρει το 1914, όταν τα αδέλφια Φίλιππος και Κωνσταντίνος Κουτσίνας, παιδιά του Νικολάου Κουτσίνα, αγόρασαν τον χώρο του πανδοχείου. Διέκοψαν άμεσα τη λειτουργία του και η κατάσταση κάπως βελτιώθηκε, χωρίς όμως να εξαφανισθεί, καθώς τα άλλα ρυπογόνα καταστήματα που αναφέραμε εξακολουθούσαν να λειτουργούν [2].
Η Στοά δημιουργήθηκε μετά τη Μικρασιατική καταστροφή και συγκεκριμένα κατά το 1923, από τους αδελφούς Νικόλαο και Ανδρέα Κουτσίνα, γιους του Φιλίππου, όταν ο πρώτος είχε, εν τω μεταξύ, μετακομίσει στον Βόλο (1920), όπου είχε δημιουργήσει δική του εμπορική επιχείρηση, η οποία με τα χρόνια κυριάρχησε καταλυτικά στην εμπορική ζωή της γειτονικής πόλης [3]. Εκτός από το χάνι του Χρυσοχόου, αγοράστηκαν από τους δύο αδελφούς και κάποια παλαιά κτίρια που υπήρχαν εκεί κοντά και τα οποία, επίσης, κατεδαφίσθηκαν το 1923 για να δημιουργηθούν τα καταστήματα που αποτέλεσαν τη Στοά Κουτσίνα. Για τα παλαιά κτίσματα που γκρεμίστηκαν για να δημιουργηθεί η Στοά, θα συμβουλευτούμε τα γραπτά του δημοσιογράφου Κώστα Περραιβού (1907-1983), ο οποίος ήταν γνώστης πολλών ιστορικών στοιχείων της Λάρισας αυτής της περιόδου. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι τα παλαιότερα χρόνια από την οδό Ερμού υπήρχε πόρτα η οποία οδηγούσε σε μια μεγάλη αυλή. Στο βάθος της αυλής αυτής βρισκόταν ένα παλαιό ισόγειο σπίτι, το οποίο ανήκε σε κάποιον, του οποίου, δυστυχώς, το όνομά του δεν διασώθηκε. Η καταγωγή του ήταν από την Καστοριά, το επάγγελμά του ήταν γουναράς και το σπίτι αυτό το χρησιμοποιούσε εκτός από κατοικία και για εργαστήριο για την δουλειά του. Έξω από το σπίτι υπήρχε ένα πηγάδι, το νερό του οποίου εμφάνιζε δύο σημαντικά πλεονεκτήματα. Από τη μια ήταν πολύ ελαφρό και η πόση του συντελούσε στην καλή πέψη και από την άλλη το καλοκαίρι ήταν πολύ κρύο. Αυτές οι δύο ιδιότητες του νερού του πηγαδιού, το έκαναν πολύ δημοφιλές στα γύρω καταστήματα της αγοράς. Υπήρχε συνεχής άντληση για τη χρήση του σαν πόσιμο, ενώ κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού το χρησιμοποιούσαν σαν ψυγείο. Έδεναν διάφορα κανάτια με τριχιές και τα κατέβαζαν στο πηγάδι, τα γέμιζαν με νερό και τα άφηναν κάποιες ώρες ώστε να δροσισθεί. Επίσης, αγόραζαν καρπούζια τα οποία τοποθετούσαν σε καλάθια, τα κατέβαζαν βαθειά στο πηγάδι και το μεσημέρι μόλις έκλειναν τα καταστήματα τα ανέβαζαν και τα μετέφεραν στο σπίτι δροσερά. Το περίεργο είναι, συμπληρώνει ο Περραιβός, ότι ο ιδιοκτήτης, ο οποίος εργαζόταν στην αυλή κάτω από τον ίσκιο, παρακολουθούσε κάθε δραστηριότητα γύρω από το πηγάδι του και δεν επενέβαινε ποτέ σε τυχόν διαμάχες μεταξύ εκείνων που το χρησιμοποιούσαν [4].
Πολλά άτομα τη «Στοά Κουτσίνα» δεν την έχουν δει, ίσως όμως την έχουν ακούσει από συζητήσεις παλαιοτέρων. Προσωπικά δεν θυμάμαι να την είχα επισκεφθεί, απλώς γνώριζα πού περίπου βρισκόταν. Κατά την αναζήτηση, όμως, στοιχείων από παλιούς Λαρισαίους, όλοι τους κάτι είχαν να πουν γι’ αυτήν. Περισσότερες πληροφορίες μου έδωσε ο Βαγγέλης Βοζαλής, αφού οι επαγγελματικές του δραστηριότητες περιστρέφονταν μεταπολεμικά γύρω απ’ αυτόν τον χώρο. Ο Βαγγέλης ήταν μια γνωστή και ευχάριστη φυσιογνωμία της πόλης μας, με χιούμορ, γνώσεις, μνήμη τεράστια και μακροχρόνια συνδικαλιστική δράση. Έφυγε για πάντα πριν μερικούς μήνες και πραγματικά χάσαμε έναν στενό φίλο και έναν πολύτιμο πληροφοριοδότη της μεταπολεμικής Λάρισας και όχι μόνον.
Στην κάτοψή της η Στοά Κουτσίνα δεν ήταν ευθεία. Ξεκινούσε από την οδό Ερμού και στα 2/3 περίπου του μήκους της, κοντά στην οδό Πανός, εμφάνιζε αμβλεία γωνία. Στο σημείο αυτό ο χώρος του ήταν ευρύτερος από τα άλλα σημεία της και η Στοά εμφάνιζε μια προέκταση που είχε κατεύθυνση προς Νότο. Η κατασκευή της ολοκληρώθηκε σε δύο φάσεις. Η πρώτη φάση έγινε το 1923. Ξεκινούσε από την οδό Ερμού και έφθανε μέχρι το ευρύτερο σημείο της, ενώ η δεύτερη έγινε κατά το 1927-28, όταν η Στοά ανοίχτηκε μέχρι την οδό Πανός και κατασκευάσθηκε η νότια προέκτασή της. Το πλάτος της ήταν περίπου 3 μέτρα και επομένως μπορούσε να χωρέσει μια άμαξα ή ένα Ι.Χ. αυτοκίνητο, αλλά ο Ιπποκράτης Κουτσίνας, ο μικρότερος αδελφός του Νίκου και του Ανδρέα και συνιδιοκτήτης πολλών καταστημάτων, απαγόρευε την είσοδο στη Στοά όχι μόνο αυτοκινήτων, αλλά και ποδηλάτων. Ήταν ανοιχτή από πάνω και μόνο προς την πλευρά της οδού Πανός ήταν σκεπαστή, διώροφη και στον επάνω όροφο στεγάζονταν τα Ραφεία του Ψυχούλη και του Τσιτώτα. Ένα ακόμα μικρό σκέπασμα υπήρχε ανάμεσα στο Κουρείο του Κυριάκου Βοζαλή και το Ραφείο του Βασίλη Λευκαδίτη, τα οποία βρίσκονταν αντικριστά, δίπλα στο άνοιγμα της Στοάς. Στους χώρους της αναπτύσσονταν 25-27 καταστήματα και γραφεία, τα περισσότερα μικρών διαστάσεων.
Η εικόνα της Στοάς Κουτσίνα όπως την περιγράψαμε κράτησε μέχρι το 1990 περίπου. Πιο πριν, κατά το 1969-70, οι κληρονόμοι πήραν την άδεια και έκλεισαν την είσοδο της Στοάς από την οδό Πανός. Η πρόσβαση γινόταν μόνον από την οδό Ερμού και οδηγούσε φυσικά σε αδιέξοδο. Η μετατροπή αυτή οδήγησε σε μείωση της επισκεψιμότητας των καταστημάτων, τα οποία άρχισαν σιγά-σιγά να διακόπτουν τη λειτουργία τους και να εγκαταλείπονται. Κατά το 1990 έκλεισε και η είσοδος από την Ερμού και έτσι η ζωή της Στοάς Κουτσίνα έφθασε στο τέλος της.

-------------------------------------------------------------------------------
[1]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Η Στοά Κουτσίνα, εφ. «Ελευθερία», φύλλο της 28ης Φεβρουαρίου 2018.
[2]. Η κατάσταση αυτή στην οδό Πανός εξαφανίσθηκε πολύ αργότερα, στις αρχές της δεκαετίας του 1930, όταν ο δήμαρχος Μιχαήλ Σάπκας έκτισε τη Δημοτική Αγορά και υποχρέωσε, έστω και με δυσκολία, τους καταστηματάρχες της οδού Πανός να μετακομίσουν στη Νέα Αγορά, η οποία διέθετε σύγχρονους για την εποχή μηχανισμούς καθαριότητας και αποχέτευσης.
[3]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Η οικογένεια Κουτσίνα. Προσθήκες και διορθώσεις, εφ. «Ελευθερία», φύλλο της 19ης Ιουνίου 2019.

[4] Ολύμπιος [Κώστας Περραιβός], Η Λάρισα που χάθηκε, εφ. «Λάρισα», φύλλο της 13ης Αυγούστου 1974. 

Δευτέρα 29 Ιανουαρίου 2024

 ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Η περιοχή του Αγίου Νικολάου


Άποψη της Λάρισας από το καμπαναριό του ναού του Αγ. Νικολάου.  Φωτογραφία του Ιω. Κουμουνδούρου. Περίπου 1925. Αρχείο Θανάση Μπετχαβέ.Άποψη της Λάρισας από το καμπαναριό του ναού του Αγ. Νικολάου. Φωτογραφία του Ιω. Κουμουνδούρου. Περίπου 1925. Αρχείο Θανάση Μπετχαβέ.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Η φωτογραφία που δημοσιεύεται επιγράφεται από τον εκδότη της «Άποψις Λαρίσης». Είναι του Λαρισαίου Ιωάννου Κουμουνδούρου, το κατάστημά του οποίου βρισκόταν στη γωνία των σημερινών οδών Φιλελλήνων και Κύπρου, σε ένα ισόγειο κτίριο απέναντι ακριβώς από τη Στρατιωτική Λέσχη, και έβλεπε προς την Φιλελλήνων.

Στο ίδιο κτίριο στεγαζόταν και η Λαϊκή Τράπεζα, αλλά αυτή είχε πρόσοψη προς την Κεντρική Πλατεία (Θέμιδος).
Ο φωτογράφος ανέβηκε στο ψηλότερο επίπεδο του τετραώροφου προπολεμικού καμπαναριού του ναού του Αγίου Νικολάου [1]. Από το σημείο αυτό κατηύθυνε τον φακό του προς βορρά και αποτύπωσε ένα μεγάλο τμήμα του κεντρικού τομέα της Λάρισας. Ο Κουμουνδούρος κατέγραψε σε φωτογραφικό χαρτί και άλλες απόψεις της πόλης και τις εμπορεύονταν σαν επιστολικά δελτάρια. Η οπίσθια πλευρά των καρτών ήταν γυμνή, δηλαδή χωρίς να φροντίσει να υπάρχουν τυπογραφικά στοιχεία, είτε προσωπικά του εκδότη, είτε διαγραμμίσεις που να διευκολύνουν τον αποστολέα. Η ποιότητα των φωτογραφιών του είναι φτωχή, οι εμφανίσεις τους σε ορισμένες φαίνεται να είναι πρόχειρες σε σύγκριση με τις άλλες που κυκλοφορούσαν την προπολεμική περίοδο στην αγορά και είναι όλες ασπρόμαυρες. Όμως οι απόψεις της πόλεως που έχει καταγράψει είναι πολύ ενδιαφέρουσες, πρωτότυπες και διαφορετικές από εκείνες των άλλων καρτών.
Για καλύτερη ανάγνωση της φωτογραφίας, θα την χωρίσουμε σε τρεις εγκάρσιες ζώνες. Στην κάτω ζώνη, από αριστερά στην αρχή διακρίνουμε τα κεραμίδια της ανατολικής πλευράς της δίκλινης στέγης του ναού του Αγίου Νικολάου. Στο κέντρο υπάρχουν ψηλόλιγνα κυπαρίσσια, ενώ δεξιά φαίνεται ένα μέρος από το προστατευτικό τοιχίο της αυλής. Ο τοίχος αυτός ήταν όμορφα δομημένος από πελεκητή πέτρα σε εξάγωνο σχήμα, ύψους ενός περίπου μέτρου και συμπληρωνόταν προς τα πάνω από μεταλλικό κιγκλίδωμα, εμπλουτισμένο με όμορφα σχέδια, ύψους ενός περίπου μέτρου και αυτό. Ο τοίχος περιέτρεχε όλο το τετράγωνο, μέσα στο οποίο βρισκόταν ο ναός και η τεράστια και πλούσια δενδροφυτευμένη αυλή του. Με λίγη προσοχή μπορεί να διακρίνει κανείς στη φωτογραφία αυτή και το επάνω μέρος από το μαρμάρινο εικονοστάσι που βρισκόταν σε επαφή με το τοιχίο, στην καμπύλη γωνία των οδών Ηπείρου και Βασιλίσσης Σοφίας (Παπαναστασίου).
Στη μεσαία ζώνη, αριστερά διακρίνεται μια μεγάλη περιτοιχισμένη αυλή, η οποία ανήκε στο σπίτι της αρχοντικής οικογένειας των Πρωτοσύγκελων της Λάρισας, από τα Αμπελάκια. Η κατοικία δυστυχώς δεν φαίνεται στην άποψη αυτή. Στο μέσον υπάρχει μια σειρά από κατοικίες οι οποίες περικλείονται στο τρίγωνο μεταξύ των σημερινών οδών Ψαρών, Μανδηλαρά και Παπαναστασίου. Το κτίσμα που βρίσκεται στη γωνία αυτού του τριγώνου φέρει επιγραφή με την ένδειξη «ΦΩΤΟΖΩΓΡΑΦΕΙΟΝ». Πρόκειται για το εργαστήριο το οποίο διατηρούσαν προπολεμικά δύο σπουδαίοι ζωγράφοι-αγιογράφοι και φωτογράφοι, ο Χρυσόστομος Παπαμερκουρίου και ο Παντελής Γκίνης [2]. Πίσω από το εργαστήριο αυτό διακρίνεται μια μεγάλη διώροφη οικοδομή, η οποία ανήκε στον Παπαμερκουρίου. Στο βάθος και στη γωνία των οδών Ψαρών και Μανδηλαρά (οδός Πρωτεσιλάου τότε) αναγνωρίζεται η κατοικία της οικογένειας Σακελλαρίδη, ενώ πιο πίσω, επί της οδού Βελή διακρίνεται το αέτωμα της κατοικίας Ξυραδάκη. Δεξιότερα, αφού μεσολαβεί η οδός Παπαναστασίου, υπάρχουν και άλλα κτίσματα και ο φακός φθάνει μέχρι τον πύργο του προπολεμικού ρολογιού της πόλης.
Στην επάνω ζώνη απλώνεται το κέντρο της προπολεμικής Λάρισας. Αριστερά η εικόνα είναι λίγο σκοτεινή, αλλά διακρίνεται αποθηκευμένος ο σιδερένιος σκελετός της γέφυρας του Κουτσόχερου [3] στον χώρο του εργοστασίου της Ηλεκτρικής Εταιρείας, γνωστής αργότερα ως ΟΥΗΛ και σήμερα ως ΔΕΥΑΛ. Στη θέση αυτή βρίσκεται από χρόνια το ημιτελές Δημοτικό Θέατρο. Στο μέσον, στη γωνία των οδών Παπαναστασίου και Κουμουνδούρου, εξέχει ένα διώροφο κτίριο. Σ’ αυτό στεγαζόταν η χειρουργική κλινική του Βασιλείου Παπαδημητρίου, στενού συνεργάτη του Μιχαήλ Σάπκα στη διοίκηση του τοπικού τμήματος του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού κατά τις δύσκολες ημέρες της κατοχής. Στο βάθος μπορούμε να εντοπίσουμε και πολλά άλλα κτίσματα, μεταξύ των οποίων, το υπερώο της Εθνικής Τράπεζας, το τριώροφο «Πανελλήνιον», το μέγαρο Κατσαούνη, όπου στεγάσθηκε κάποια στιγμή το καφενείο «Παλλάδιον», κλπ.
Όσον αφορά τώρα τη χρονολόγηση της φωτογραφίας, οδηγός μας είναι η παρουσία του σιδερένιου σκελετού της γέφυρας στο κτίριο της Ηλεκτρικής Εταιρείας. Εφ’ όσον είναι γνωστό ότι τοποθετήθηκε το 1925 στο Κουτσόχερο, η φωτογράφηση τοποθετείται πριν τη χρονολογία αυτή.

 

[1]. Για εικόνα και περιγραφή του καμπαναριού αυτού βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Το παλιό καμπαναριό του Αγίου Νικολάου, εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 26ης Απριλίου 2015, σελ. 4.
[2]. Η συνεργασία τους κυρίως στην αγιογράφηση ήταν τόσο επιτυχημένη και η εργασία τους τόσο αποδοτική, ώστε σήμερα δεν υπάρχει παλιός ναός στη Λάρισα και την περιοχή της που να μην έχει φορητές εικόνες οι οποίες να φιλοτεχνήθηκαν στο φωτοζωγραφείο αυτό. Μεταπολεμικά συνεχίστηκε η συνεργασία τους, αλλά μετέφεραν το εργαστήριό τους στη γωνία των οδών Παπαναστασίου και Παπακυριαζή.
[3]. Η γέφυρα αυτή έχει μια μικρή ιστορία. Επειδή Λάρισα και Τρίκαλα είχαν μεταξύ τους μόνον οδική σύνδεση, ενώ οι άλλες πόλεις της Θεσσαλίας (Τρίκαλα-Καρδίτσα-Βόλος) είχαν και σιδηροδρομική, κατασκευάσθηκε από το κράτος ειδική σιδερένια γέφυρα, η οποία γεφύρωνε την κοίτη του Πηνειού στην περιοχή του Κουτσόχερου. Όμως επειδή ο Θεσσαλικός σιδηρόδρομος θα έχανε ένα μεγάλο μέρος επιβατών, οικονομικά ασύμφορο γι’ αυτόν, η γέφυρα όχι μόνο δεν τοποθετήθηκε, αλλά αποθηκεύτηκε στη Λάρισα, στην αυλή του χώρου της Ηλεκτρικής Εταιρείας. Τελικά η γέφυρα τοποθετήθηκε στη θέση της το 1925 και υπάρχει μέχρι σήμερα παραμελημένη.

Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2024

 ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Το 404 Στρατιωτικό Νοσοκομείο

 
Το Στρατιωτικό Νοσοκομείο της Λάρισας στο τελευταίο στάδιο κατασκευής του.  Επιστολικό δελτάριο του Νικ. Στουρνάρα. 1936 περίπου.Το Στρατιωτικό Νοσοκομείο της Λάρισας στο τελευταίο στάδιο κατασκευής του. Επιστολικό δελτάριο του Νικ. Στουρνάρα. 1936 περίπου.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Η πόλη της Λάρισας, χάρη στη σπουδαία γεωπολιτική θέση την οποία κατέχει, υπήρξε ανέκαθεν τόπος συγκέντρωσης μεγάλου αριθμού στρατιωτικών δυνάμεων και έδρα ανώτατων διοικητικών σχηματισμών τόσο σε περιόδους ειρήνης, όσο και κατά τη διάρκεια πολεμικών συγκρούσεων.

Επομένως η ανάγκη όπως υποστηριχθούν υγειονομικά όλες αυτές οι τεράστιες στρατιωτικές μονάδες που εδρεύουν εδώ, καθιστούσε υποχρεωτική την παρουσία ενός μεγάλου στρατιωτικού νοσοκομείου στην περιοχή. Στη μακραίωνη ιστορία της, η πόλη μας φιλοξένησε πολλές φορές στρατεύματα φίλια και εχθρικά. Και ενώ ιστορικά υπάρχουν κατά διαστήματα πληροφορίες για υποτυπώδεις παροχές περίθαλψης στις ομάδες του πληθυσμού της περιοχής, για αμιγή στρατιωτικά νοσηλευτήρια δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία, τουλάχιστον μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα.
Στην περίπτωση της Λάρισας, οι πρώτες πληροφορίες για αμιγή στρατιωτικά νοσηλευτήρια ανάγονται στον 19ο αιώνα. Υπάρχουν μαρτυρίες παλιών Λαρισαίων, από τις οποίες προκύπτει ότι στο Αλκαζάρ και συγκεκριμένα στην περιοχή όπου σήμερα βρίσκεται το κηποθέατρο, λειτουργούσε καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα τουρκικό στρατιωτικό νοσοκομείο, το ονομαζόμενο Χαστανιέ [1].
Από τα πρώτα χρόνια της ενσωμάτωσης της Θεσσαλίας είχε γίνει φανερή η έλλειψη στρατιωτικού νοσηλευτικού ιδρύματος στην περιοχή της και η Λάρισα, έδρα μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων, ήταν ο κατάλληλος χώρος για την ανέγερσή του. Τόσο κατά τις συνοριακές αψιμαχίες του 1886 με τους Τούρκους, όσο και κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1897, συναντούμε μεγάλα κτίρια της Λάρισας να έχουν μετατραπεί προσωρινά σε στρατιωτικά νοσοκομεία ή αναρρωτήρια (Διδασκαλείο, αρχοντικό Κων. Σκαλιώρα, κ.ά.).
Από τις αρχές της πρώτης δεκαετίας του 20ού αιώνα είχε αρχίσει η εκπόνηση μελέτης για τη δημιουργία στη Λάρισα ενός μεγάλου και σύγχρονου στρατιωτικού νοσοκομείου [2], το οποίο να καλύπτει τις ανάγκες της Θεσσαλίας, η οποία την περίοδο εκείνη ήταν παραμεθόριος περιοχή, αφού τα σύνορα έφθαναν μέχρι τη Μελούνα. Η κατασκευή του όμως πέρασε από πολλές περιπέτειες. Το 1912 οι εργασίες κατασκευής του νοσοκομείου που μόλις είχαν αρχίσει, διακόπηκαν για δύο περίπου δεκαετίες. Οι βαλκανικοί πόλεμοι, ο Α’ παγκόσμιος πόλεμος, ο εθνικός διχασμός, η παρουσία των συμμαχικών στρατευμάτων της Αντάντ στα γεγονότα του 1917, η εκστρατεία της Μικράς Ασίας και η επακολουθήσασα τραγωδία του 1922, με όλες τις συνέπειές της, υπήρξαν οι κύριες αφορμές της διακοπής της ανέγερσης.
Ελλείψει στρατιωτικού νοσοκομείου, όλο αυτό το χρονικό διάστημα χρησιμοποιείτο άλλοτε μία πτέρυγα του τότε Δημοτικού Νοσοκομείου της πόλης, διάφορα ευρύχωρα κονάκια ή αρχοντικά και άλλοτε το υποτυπώδες στρατιωτικό νοσοκομείο των Τρικάλων.
Μετά το 1930 συνεχίσθηκαν οι εργασίες ανέγερσης του νοσοκομείου, που είχαν διακοπεί για είκοσι περίπου χρόνια. Κατά την περίοδο 1931-1934 στρατιωτικό νοσοκομείο στεγάσθηκε σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις που υπήρχαν εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το Αρχηγείο Τακτικής Αεροπορίας (Α.Τ.Α.).
Το 1934-35 τελείωσαν οι βασικές εργασίες στο υπό ανέγερση νέο οίκημα και το 1936 εγκαινιάσθηκε επίσημα. Ονομάστηκε Β’ Στρατιωτικόν Νοσοκομείον, επειδή λειτουργούσε αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση των υγειονομικών αναγκών του Β΄ Σώματος Στρατού, το οποίο είχε τότε την έδρα του στη Λάρισα και κάλυπτε στρατιωτικά ολόκληρη τη Θεσσαλία, τη Δυτική Μακεδονία και το νομό Φθιώτιδας. Την περίοδο εκείνη θεωρείτο το μεγαλύτερο στρατιωτικό νοσοκομείο όχι μόνον του ελληνικού, αλλά και του ευρύτερου βαλκανικού χώρου. Στους ευρύχωρους και υψηλούς θαλάμους του αναπτύσσονταν με ευκολία 170 κλίνες.
Από το 1940 και μετά το στρατιωτικό νοσοκομείο της Λάρισας ακολουθεί από κοντά τις τύχες της χώρας μας. Με την έναρξη του πολέμου και κατά τις γερμανικές αεροπορικές επιδρομές του Απριλίου του 1941 βομβαρδίστηκε, όπως και όλη η πόλη, χωρίς όμως να υποστεί σοβαρές υλικές ζημιές. Με την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων στη Λάρισα το νοσοκομείο επιτάχθηκε και εξυπηρέτησε τις υγειονομικές ανάγκες του κατοχικού στρατού. Οι Γερμανοί όχι μόνον επούλωσαν τις ζημιές από τον προηγηθέντα βομβαρδισμό, αλλά επέφεραν και σημαντικές βελτιώσεις στο κτίριο. Έτσι καθ’ όλη τη διάρκεια της κατοχής λειτούργησε σαν γερμανικό στρατιωτικό νοσοκομείο με ανεπτυγμένα πολλά τμήματα.
Το 1944, μετά την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων, το νοσοκομείο περιήλθε και πάλι στην υγειονομική υπηρεσία του στρατού και έπειτα από ορισμένες επισκευές επαναλειτούργησε με την επωνυμία 404 Γενικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον Λαρίσης.
Αρχιτεκτονικά όλο αυτό το διάστημα των 88 περίπου χρόνων από τη λειτουργία του, το νοσοκομείο δεν άλλαξε την κτιριακή του μορφή σχεδόν καθόλου. Όπως διαπιστώνουμε είναι ένα απέραντο επίμηκες, ισόγειο και σε ορισμένα τμήματα διώροφο στερεό κτίριο, με απλή εξωτερική εμφάνιση, ευρείς θαλάμους νοσηλείας, απέραντους διαδρόμους, και τον κατάλληλο επιστημονικό εξοπλισμό.
Μεταπολεμικά ο μεγάλος χώρος που υπήρχε πίσω από το νοσοκομείο, εκεί όπου στεγάζεται και ο ναός του Αγίου Αντωνίου, παραχωρήθηκε από τις στρατιωτικές αρχές στον Δήμο Λαρισαίων, ο οποίος δημιούργησε μια όαση πρασίνου, ένα δημοτικό πάρκο, για τις ανάγκες των κατοίκων της περιοχής.


[1]. Περισσότερα για το νοσοκομείο αυτό βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Χαστανιέ. Το τουρκικό νοσοκομείο της Λάρισας, «Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα-Α’», Λάρισα (2016) σελ. 17-20.
[2]. «Την εβδομάδα ταύτην περατούται η εν τω ενταύθα γραφείω του Μηχανικού Θεσσαλίας, εκπόνησις του σχεδίου του αναγερθησομένου εν τη πόλει μας Στρατιωτικού Νοσοσκομείου. Τούτο θα ανεγερθή εν τω χώρω όπου ήτο μέχρι τούδε η πυριτιδαποθήκη Αρναούτ, θα στοιχίση περί τας 300.000 δραχμών και θα πληροί δεόντως άπαντας τους όρους ενός τελείου νοσοκομείου», εφ. «Μικρά», φύλλο της 11ης Φεβρουαρίου 1910. Η πυριτιδαποθήκη Αρναούτ βρισκόταν στη συνοικία του Αγίου Αθανασίου.

Δευτέρα 15 Ιανουαρίου 2024

 ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Το ζαχαροπλαστείο «Κυβέλεια» των αδελφών Βρεττόπουλου


Το εργαστήριο του Ζαχαροπλαστείου «Κυβέλεια» των αδελφών Βρεττόπουλου.  Φωτογραφία της οικ. Κ. Βρεττόπουλου. Το εργαστήριο του Ζαχαροπλαστείου «Κυβέλεια» των αδελφών Βρεττόπουλου. Φωτογραφία της οικ. Κ. Βρεττόπουλου.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου nikapap@hotmail.com

Το «Κυβέλεια» ήταν ένα από τα αριστοκρατικότερα και πολυσύχναστα ζαχαροπλαστεία της Λάρισας, από τη διάρκεια του μεσοπολέμου μέχρι και τη δεκαετία του 1960.

Ιδρυτές του υπήρξαν τα τρία αδέλφια Βρεττόπουλου. Ο Μήτσος, ο Θανάσης και ο Γιώργος. Ο Μήτσος Βρεττόπουλος ήταν ο μεγαλύτερος σε ηλικία και ο ιθύνων νους της επιχείρησης. Σε νεαρότερη ηλικία είχε θητεύσει υπάλληλος στο ζαχαροπλαστείο Πατέρα στη Λάρισα και ανήσυχος καθώς ήταν πήγε στου Φλόκα στη Θεσσαλονίκη και στο περίφημο ζαχαροπλαστείο Loubier στην Αθήνα. Σ’ αυτά τα ξακουστά μαγαζιά κατόρθωσε να αποκτήσει μια σπουδαία εμπειρία στην τέχνη της παρασκευής, της άρτιας εμφάνισης και της καλής ποιότητας γλυκισμάτων.
Το ζαχαροπλαστείο «Κυβέλεια» το άνοιξαν τα τρία αδέλφια μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, σε ένα ισόγειο κτίσμα το οποίο βρισκόταν επί της οδού Ακροπόλεως (Παπαναστασίου), ακριβώς απέναντι από το σημερινό ξενοδοχείο «Διβάνη Παλλάς». Με την έναρξη της λειτουργίας του ο Μήτσος είχε την έμπνευση να στείλει στο Παρίσι τον μικρότερο αδελφό του Γιώργο, έναν ατίθασο και επαναστατικό χαρακτήρα, για να εκπαιδευθεί στην εκμάθηση της σύγχρονης ευρωπαϊκής ζαχαροπλαστικής και μάλιστα σε ένα από τα αριστοκρατικότερα ζαχαροπλαστεία της γαλλικής πρωτεύουσας. Αλλά το Παρίσι εκτός από τα καλά γλυκά, διέθετε και γλυκύτατες Γαλλιδούλες. Όταν πληροφορήθηκαν εδώ οι δικοί του ότι οι σπουδές δεν πήγαιναν καλά, τον έφεραν πίσω και τον τοποθέτησαν υπάλληλο στο εργαστήριο του «Κυβέλεια». Δεν έμεινε όμως για πολύ. Έφυγε για την Αθήνα όπου άνοιξε ζαχαροπλαστείο. Κατά την Κατοχή επέστρεψε στη Λάρισα και άνοιξε ένα μικρό δικό του ζαχαροπλαστείο στην οδό Ολύμπου.
Με τη φυγή του Γιώργου η διαχείριση του «Κυβέλεια» έμεινε στους δύο αδελφούς Μήτσο και Θανάση. Ο πρώτος ήταν άριστος στην τέχνη της ζαχαροπλαστικής, αλλά και ένας πανέξυπνος επιχειρηματίας. Παρ’ όλον ότι οι σπουδές του υπήρξαν περιορισμένες, εν τούτοις η ευφυΐα του, η έφεση για μάθηση, οι γνώσεις που αποκόμισε από συναναστροφές με επιστήμονες και διανοούμενους της Λάρισας και το χιούμορ του, τον έκαναν περιζήτητο συζητητή. Ο Θανάσης πάλι ήταν πλασμένος για πωλητής. Ήταν πολύ περιποιητικός, δεν έκανε διακρίσεις μεταξύ των πελατών, τους υποδέχονταν με ευγένεια και εγκαρδιότητα και πάντα κάτι τους πρόσφερε για το καλωσόρισμα, με αποτέλεσμα ελάχιστοι έφευγαν χωρίς να αγοράσουν κάτι.
Τα «Κυβέλεια» είχαν έναν άνετο χώρο. Διέθετε αρκετά τραπέζια, είχε πολύ καλή διακόσμηση και αποτελούσε εντευκτήριο πολλών Λαρισαίων, αλλά και παρεπιδημούντων ξένων. Επιπλέον εξυπηρετούσε και ελεύθερους πελάτες, οι οποίοι έρχονταν για να παραγγείλουν και να αγοράσουν γλυκίσματα.
Το 1930 ο επιχειρηματίας του «Ντορέ» στην Κεντρική πλατεία Κωνσταντίνος Πάλτσος πήρε την απόφαση να εγκαταλείψει τη Λάρισα και να εγκατασταθεί στην Αθήνα. Τότε ο Μήτσος Βρεττόπουλος άφησε τα «Κυβέλεια» στον αδελφό του Θανάση να τα δουλέψει μόνος του και ήλθε σε επαφή με τον Κωνσταντίνο Πάλτσο, από τον οποίο πήρε όχι μόνο την άδεια, αλλά αγόρασε και όλα τα έπιπλα (τραπεζοκαθίσματατα, τεράστιοι βιεννέζικοι καθρέπτες και άλλα πολλά), τα οποία βρίσκονταν εντός του καταστήματος και του ανήκαν. Επανέφερε στο «Ντορέ» το παλαιό όνομα «Πανελλήνιον», το οποίο το δούλεψε με μεγάλη επιτυχία μέχρι το 1937, όταν παρεχώρησε τη διαχείρισή του στον υπάλληλό του Μήτσο Γάβρο. Όπως ήταν φυσικό, τα «Κυβέλεια» με την απομάκρυνση του Μήτσου Βρεττόπουλου έχασαν τον πρωτεργάτη τους και οι πολλοί φίλοι του τον ακολούθησαν στο «Πανελλήνιο». Όμως το ζαχαροπλαστείο εξακολούθησε να εργάζεται όπως και πρώτα, χάρη στην έμφυτη ικανότητα του Θανάση Βρεττόπουλου στον τομέα των πωλήσεων και λόγω της καλής ποιότητας των σακχαρωδών παρασκευασμάτων που παρασκεύαζε.
Το 1937 φεύγοντας από το «Πανελλήνιον» ο Μήτσος Βρεττόπουλος συνέχισε την επαγγελματική του δραστηριότητα ανοίγοντας το ζαχαροπλαστείο «Αίγλη», το οποίο βρισκόταν στην δυτική πλευρά της Πλατείας Ταχυδρομείου, επί της οδού Φαρσάλων (Ρούσβελτ σήμερα), στο ύψος της οδού Πρωτοπαπαδάκη. Στον ίδιο χώρο εγκατέστησε και ειδικό μηχανικό εξοπλισμό που αγόρασε από τον Βόλο, για την δημιουργία εργοστασίου χονδρικής παρασκευής γλυκών και παγωτού, τα οποία έφεραν την ονομασία «Βρεττό». Η διάρκεια ζωής της «Αίγλης» όμως ήταν σύντομη. Έπειτα από τον ισχυρό σεισμό του Μαρτίου 1941 και την επακολουθήσασα κατοχή, η λειτουργία της σταμάτησε.
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής ο Μήτσος Βρεττόπουλος συνεργάσθηκε και πάλι στα «Κυβέλεια» μαζί με τον αδελφό του. Τώρα όμως η επιχείρηση επεκτάθηκε και μαζί με το ζαχαροπλαστείο δημιουργήθηκε και ειδική αίθουσα εστιατορίου, στην οποία εκτός της καλής κοινωνίας της Λάρισας, σύχναζαν πολλοί Ιταλοί και Γερμανοί αξιωματικοί. Τακτικός επισκέπτης ήταν και ο υπάλληλος της Γεωργικής Σχολής Νταβίντωφ, ο γνωστός συνταγματάρχης Λιάπκιν του Μ. Καραγάτση.
Τον Μάρτιο του 1947 ο πάντα ανήσυχος Μήτσος Βρεττόπουλος εγκατέλειψε πάλι τα «Κυβέλεια» και μίσθωσε από τον Δήμο για 15 χρόνια τον χώρο του Αλκαζάρ. Το κέντρο «Αλκαζάρ» διέγραψε μια καταπληκτική πορεία στον χώρο της ψυχαγωγίας και αναψυχής. Αντιθέτως τα «Κυβέλεια» μεταπολεμικά άρχισαν να αισθάνονται έντονα τον μεγάλο ανταγωνισμό από το «Ολύμπιον» του Γκονταρούλη στην Κύπρου και την «Κυψέλη» στην Κεντρική πλατεία, καθώς είχε μετατοπισθεί το ενδιαφέρον του κόσμου προς αυτές τις περιοχές. Το 1957 ο Μήτσος Βρεττόπουλος πέθανε.
Το 1961 ο γιος του Μήτσου, Κώστας Βρεττόπουλος, θέλοντας να συνεχίσει την οικογενειακή παράδοση, ανέλαβε τη διαχείριση του «Κυβέλεια», αλλά η προσπάθεια δεν στέφθηκε από την αναμενόμενη επιτυχία και κάποια στιγμή το κατάστημα σταμάτησε τη λειτουργία του. Το κέντρο βάρους της αγοράς της Λάρισας είχε μετατοπισθεί πλέον προς άλλες κατευθύνσεις.

Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2024

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

H Τράπεζα Αθηνών


Η κεντρική είσοδος της Τράπεζας Αθηνών επί της οδού Ακροπόλεως  (Παπαναστασίου) Στα σκαλοπάτια η υπάλληλος Λίτσα Μακρή, κόρη του  Θρασύβουλου Μακρή. 1927. Αρχείο Λαογραφικού Ιστορικού Μουσείου Λάρισας.Η κεντρική είσοδος της Τράπεζας Αθηνών επί της οδού Ακροπόλεως (Παπαναστασίου) Στα σκαλοπάτια η υπάλληλος Λίτσα Μακρή, κόρη του Θρασύβουλου Μακρή. 1927. Αρχείο Λαογραφικού Ιστορικού Μουσείου Λάρισας.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Στο σημερινό δημοσίευμά μας θα αναφερθούμε στο κτίριο του υποκαταστήματος της Τράπεζας Αθηνών [1] στην πόλη μας, το οποίο βρισκόταν στη γωνία των σημερινών οδών Παπαναστασίου και Αθανασίου Διάκου, ακριβώς στο σημείο όπου σήμερα υπάρχει το Ταχυδρομείο.

Το πότε ακριβώς άρχισε να λειτουργεί το υποκατάστημα της Λάρισας δεν μας είναι γνωστό [2]. Για τη μορφή που είχε το κτίριο έχουμε μόνον γραπτές και προφορικές περιγραφές, αλλά φωτογραφία ολόκληρου του κτιρίου δεν έχει εντοπισθεί [3]. Μόνο στα αρχεία του Λαογραφικού Ιστορικού Μουσείου της πόλης μας υπάρχει η δημοσιευόμενη φωτογραφία του 1927, στην οποία απεικονίζεται η υπάλληλος της Τράπεζας Αθηνών Λίτσα Μακρή, κόρη του δημοσιογράφου και διευθυντή της εφημερίδας «Μικρά» Θρασύβουλου Μακρή, στα σκαλοπάτια της κύριας εισόδου της.
Σύμφωνα με τις περιγραφές, επρόκειτο για ένα διώροφο κτίριο με υπερυψωμένο υπόγειο, το οποίο αρχιτεκτονικά είχε πολλά νεοκλασικά στοιχεία στην εξωτερική όψη του. Φάνταζε επιβλητικό, καθώς υπερείχε σε ύψος και ομορφιά από τα γειτονικά κτίρια. Στον κάτω όροφο στεγαζόταν η Διεύθυνση και το Λογιστήριο της Τράπεζας, ενώ ο επάνω όροφος χρησίμευε ως κατοικία της οικογένειας του εκάστοτε διευθυντή του υποκαταστήματος. Η κύρια είσοδος βρισκόταν επί της οδού Ακροπόλεως (Παπαναστασίου), ενώ η είσοδος με το κλιμακοστάσιο που οδηγούσε στον επάνω όροφο ήταν επί της Αθανασίου Διάκου. Πάνω από την κύρια είσοδο υπήρχε εξώστης ο οποίος υποστηριζόταν με μαρμάρινα φουρούσια και περιοριζόταν από τις τρεις πλευρές του με όμορφη σφυρήλατη σιδεριά. Όλα τα ανοίγματα (παράθυρα και πόρτες) έφεραν παραστάδες, δηλαδή ήταν κορνιζαρισμένα γύρω-γύρω με απαλή προεξοχή του επιχρίσματος των τοίχων, ενώ στο ισόγειο και το υπόγειο, τα ανοίγματα προστατεύονταν από ισχυρές σιδεριές.
Από τους διευθυντές στο υποκατάστημα της Τράπεζας Αθηνών που άφησαν το στίγμα τους στη Λάρισα ήταν ο Αχιλλέας Καλεύρας [4], λόγω της ισχυρής προσωπικότητας που διέθετε. Είχε διορισθεί το 1918 από τον Ελευθέριο Βενιζέλο Νομάρχης στην πόλη μας, η θητεία του όμως ήταν σύντομη, γιατί με την ήττα των Φιλελευθέρων στις εκλογές του 1920 υποχρεώθηκε να αποχωρήσει από τη θέση του και να εγκαταλείψει την πόλη που, όπως τόνιζε, είχε αγαπήσει πραγματικά. Αλλά η πορεία των γεγονότων τον έφερε πάλι στη Λάρισα, τώρα ως διευθυντή του τοπικού υποκαταστήματος της Τράπεζας Αθηνών. Πότε ακριβώς ανέλαβε δεν το γνωρίζουμε. Πάντως σύμφωνα με το ημερολόγιο της Αγγελικής Γκατζώγια, συζύγου του δημοσιογράφου Θρασύβουλου Μακρή, τον Σεπτέμβριο του 1925, όταν διορίσθηκε η κόρη τους Λίτσα ως υπάλληλος της Τράπεζας, ήταν ήδη διευθυντής ο Αχιλλέας Καλεύρας. Η προηγούμενη θητεία του ως Νομάρχη στη Λάρισα, τον βοήθησε με τις γνωριμίες του να αναπτύξει τις εργασίες της Τράπεζας σε μεγάλο βαθμό. Εδώ στη Λάρισα φοίτησαν για ένα διάστημα τα παιδιά του στο Γυμνάσιο και ανέπτυξαν παιδικές φιλίες. Μάλιστα αργότερα ο ένας γιος του, ο Μιχάλης, πέρασε και αυτός από την πόλη μας ως πρόεδρος Εφετών και δοκίμασε ισχυρές συγκινήσεις από τη ζωή των παιδικών του χρόνων. Τον Σεπτέμβριο του 1926 τοποθετήθηκε Γενικός Διοικητής Μακεδονίας και συγχρόνως διατήρησε για μερικούς μήνες ονομαστικά την θέση του Διευθυντού της Τράπεζας Αθηνών εδώ στη Λάρισα.
Στη συνέχεια διευθυντής του υποκαταστήματος διορίσθηκε ο Γεώργιος Ξηραδάκης. Είχε νυμφευθεί την κόρη του στρατηγού Ιωάννη Άρτη Νίνα. Η οικογένεια Άρτη, από τις πιο γνωστές και κοινωνικά δραστήριες στη Λάρισα, διέμενε σε ένα παλιό τριώροφο αρχοντικό στη νότια πλευρά του ναού του Αγίου Νικολάου, το οποίο κατοικήθηκε και μετά τα γεγονότα της κατοχής. Τελικά κατεδαφίσθηκε και αντικαταστάθηκε από πολυώροφη οικοδομή.
Οι καταστροφές της κατοχής δεν έπληξαν σοβαρά το κτίριο της Τράπεζας Αθηνών, γι’ αυτό και συνέχισε τη λειτουργία του και μεταπολεμικά. Τελευταίος διευθυντής της υπήρξε ο Αλέκος Ισμυρίδης, αδελφός του οφθαλμίατρου της Λάρισας Κωνσταντίνου Ισμυρίδη. Στις 8 Ιανουαρίου 1953, κατά τη διάρκεια της θητείας του Ισμυρίδη η Τράπεζα Αθηνών, ύστερα από απόφαση της κυβέρνησης Παπάγου, συγχωνεύθηκε με την Εθνική Τράπεζα. Το κτίριο έμεινε κενό, αγοράσθηκε από το δημόσιο και έπειτα από μερικά χρόνια κατεδαφίσθηκε και στη θέση του κτίσθηκε ένα νέο ισόγειο κτίριο, το οποίο στέγασε το Εφετείο της Λάρισας. Όταν το 1972 εγκαινιάσθηκε το σύγχρονο Δικαστικό Μέγαρο, οι υπηρεσίες του Εφετείου, όπως ήταν φυσικό, μεταφέρθηκαν στο νέο μέγαρο. Το παλιό κτίριο του Εφετείου κατεδαφίσθηκε και στη θέση του οικοδομήθηκε το κτίριο του Ταχυδρομείου που υπάρχει μέχρι σήμερα.


[1]. Η Τράπεζα Αθηνών ιδρύθηκε το 1893 με σκοπό τη δραστηριοποίησή της στον χώρο του εμπορίου και της βιομηχανίας τόσο στην Ελλάδα όσο και το εξωτερικό. Το 1953, επί κυβερνήσεως Παπάγου και με υπουργό Οικονομικών τον Σπ. Μαρκεζίνη συγχωνεύτηκε με την Εθνική Τράπεζα.
[2]. Πάντως κατά το 1902 υπήρχε υποκατάστημά της μόνον στον Βόλο, το οποίο εξυπηρετούσε ολόκληρη τη Θεσσαλία, ενώ το 1932 είχε ήδη 108 υποκαταστήματα στην Ελλάδα και 6 στο εξωτερικό. Στον νομό μας είχε υποκαταστήματα στη Λάρισα, στον Τύρναβο και στην Ελασσόνα.
[3]. Κάνουμε έκκληση σε όποιον έχει φωτογραφία του κτιρίου της Τράπεζας Αθηνών, να επικοινωνήσει στην ηλεκτρονική διεύθυνση
nikapap@hotmail.com ή στο τηλέφωνο 6951-004.232.
[4]. Ο Αχιλλεύς Καλεύρας γεννήθηκε στην Ξάνθη το 1884. Αποφοίτησε από το Λύκειο Χατζηκώστα της Κωνσταντινούπολης και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην Ελβετία στις νομικές και πολιτικές επιστήμες. Αρχικά εργάστηκε ως δημοσιογράφος στην Κωνσταντινούπολη, αλλά το 1912 συνελήφθη από τους Τούρκους και απελάθηκε. Στην Ελλάδα εργάσθηκε κατά καιρούς σε διάφορες θέσεις.

 

Δέκα χρόνια αδιάλειπτης δημοσίευσης των δύο στηλών του ιστορικού ερευνητή και γιατρού, Νίκου Παπαθεοδώρου, στην «Ε», και συγκεκριμένα των «Ιχνηλατώντας» και «Λάρισα. Μια εικόνα χίλιες λέξεις…», συμπληρώνονται φέτος, με τον ερχομό του 2024.
Η στήλη που εγκαινίασε αυτή τη σημαντική συνεργασία μεταξύ του κ. Παπαθεοδώρου και της εφημερίδας «Ελευθερία» ήταν η «Ιχνηλατώντας», η οποία πρωτοδημοσιεύτηκε την 1η Ιανουαρίου του 2014 και έκτοτε φιλοξενείται κάθε Τετάρτη στην τέταρτη σελίδα της «Ε».
Λίγους μήνες μετά ξεκίνησε και η φιλοξενία μιας δεύτερης ιστορικής στήλης, της «Λάρισα. Μια εικόνα χίλιες λέξεις…», η οποία ανελλιπώς δημοσιεύεται από το 2014, επίσης στην τέταρτη σελίδα της εφημερίδας, αλλά κάθε Κυριακή.
Ο κ. Παπαθεοδώρου, πιστός στα «ραντεβού» του με τους αναγνώστες της «Ε», δεν έλειψε ούτε μια φορά.
Δέκα χρόνια τώρα, ακμαίος, ακούραστος και χωρίς να τον εμποδίσουν ποτέ προβλήματα υγείας που κατά διαστήματα αντιμετώπισε, αισίως συμπλήρωσε 1.000 δημοσιεύσεις κειμένων του (και από τις δύο στήλες) στην «Ε».
Μια πολύτιμη συνεργασία συνεχίζεται με μεγάλη επιτυχία και μας βοηθά να πλουτίσουμε τις γνώσεις μας για το άγνωστο παρελθόν της Λάρισας, το οποίο με αυτόν τον τρόπο γίνεται κτήμα όλων.