Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2024

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Συνοικία του Αγίου Αθανασίου (Αρναούτ Μαχαλάς)

 
Η κατοικία του παλιού δημάρχου της Λάρισας Αν. Ζαρμάνη, επί της ομωνύμου οδού  της συνοικίας του Αγ. Αθανασίου (Αραναούτ Μαχαλάς). Περίπου 1960. Η κατοικία του παλιού δημάρχου της Λάρισας Αν. Ζαρμάνη, επί της ομωνύμου οδού της συνοικίας του Αγ. Αθανασίου (Αραναούτ Μαχαλάς). Περίπου 1960.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Η Λάρισα (Γενισχίρ=Νεάπολις) την περίοδο της τουρκοκρατίας είχε πολλές συνοικίες (μαχαλάδες).

Έχουμε αναφέρει κατά καιρούς μερικές (Παράσχου, Καραγάτς, Σουφλάρ, Τρανός, Ταμπάκχανέ). Ένας άλλος ήταν ο Αρναούτ Μαχαλάς, μια ανθηρή συνοικία, η οποία κατοικείτο από Αρβανίτες, δηλαδή από Αλβανούς. Το 1822, μετά τον θάνατο του Αλή πασά στο νησί της λίμνης των Ιωαννίνων από τους Οθωμανούς, οι Αρβανίτες έγιναν παντού στόχος των στρατευμάτων του Σουλτάνου. Στη Λάρισα, όπου ήταν εγκαταστημένοι ομαδικά στον Αρναούτ Μαχαλά, κυνηγήθηκαν από τους γενίτσαρους της πόλης και αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν. Με τα σουλτανικά μεταρρυθμιστικά διατάγματα (Τανζιμάτ) του 1839 και του 1856, που επέβαλαν οι Μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης στην Οθωμανική αυτοκρατορία και είχαν ως σκοπό την αναδιοργάνωση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας σε επίπεδο διοίκησης και της σχέσεως με τους υπηκόους της, δόθηκε η ευκαιρία στους χριστιανούς που είχαν αποτραβηχτεί από χρόνια πριν στις γύρω ορεινές περιοχές της Θεσσαλίας, να επιστρέψουν στις πατρογονικές εστίες τους.
Τότε ήταν που άρχισε να εποικίζεται ο Μαχαλάς αυτός, από Έλληνες της Πίνδου, των Αγράφων, του Ολύμπου και αργότερα από τα Αμπελάκια, τη Ραψάνη, το Βλαχολίβαδο, το Ζάρκο και άλλες περιοχές. Οι νέοι έποικοι ίδρυσαν στην περιοχή καταστήματα, τα οποία πωλούσαν προϊόντα από τις πατρίδες τους (τυριά, κρασιά, αλλαντικά, όσπρια κ.λπ.) [1]. Επιπλέον, επειδή τον κεντρικό τομέα της Λάρισας τον κατοικούσαν οι Οθωμανοί γαιοκτήμονες (μπέηδες), η αστική τάξη (το αρχοντολόι θα λέγαμε) της πόλης θέλησε να βρεθεί μακριά τους και εγκαταστάθηκε και αυτή στον Αρναούτ Μαχαλά. Από τον πυρήνα αυτό των εύπορων και μορφωμένων χριστιανών της συνοικίας προήλθαν τα άτομα εκείνα τα οποία έπαιξαν κατά την επανάσταση του 1878 πρωταγωνιστικό ρόλο. Μεταξύ αυτών ήταν ο ιατρός Αναστάσιος Ζαρμάνης, ο έμπορος Γεώργιος Φαρμακίδης, πατέρας του συμβολαιογράφου και ιστορικού της Λάρισας Επαμεινώνδα Φαρμακίδη, ο έμπορος και προξενικός αντιπρόσωπος της Γαλλίας Διονύσιος Γαλάτης, ο Μιχαλός Χατζημέμος και πολλοί άλλοι. Το 1855 οι κάτοικοι των συνοικιών Αρναούτ και του γειτονικού Σαρασλάρ [2] υπέγραψαν πληρεξούσιο για την κατασκευή του ναού της συνοικίας, τον Άγιο Αθανάσιο. Τα εγκαίνια έγιναν το 1869, αφού κατά τη διάρκεια της κατασκευής του «εκ θεμελίων», όπως αναφέρει ο Επαμ. Φαρμακίδης, οι εργάτες και οι επίτροποι δέχονταν κατάρες, επιθέσεις και λιθοβολισμούς από τους Οθωμανούς της περιοχής, οι οποίοι με τον τρόπο αυτόν προσπαθούσαν να αποτρέψουν την ομαλή συνέχιση του έργου. Πρώτοι επίτροποι του ναού αναφέρονται ότι ήταν οι Γεώργιος Φαρμακίδης, Κωνσταντίνος Σηλυβρίδης, Αριστ. Χατζημέμος, Παναγιώτης Κουκουτάρας και Γεώργιος Κόμης [3].
Μετά την απελευθέρωση του 1881 έκτισαν στη συνοικία του Αγίου Αθανασίου τα αρχοντικά τους οι οικογένειες του ιατρού Αναστασίου Ζαρμάνη, του χρυσοχόου Νικ. Αρσενίδη, του δικηγόρου Δημητρίου Γαλανίδη, του εμπόρου Ιωάννη Σκεμπέ, του εμπόρου Κωνσταντίνου Σηλυβρίδη, του γαιοκτήμονα και επιχειρηματία Κωνσταντίνου Σκαλιώρα και πολλών άλλων. Ήταν όλα κτισμένα με στοιχεία δανεισμένα από την παραδοσιακή, αλλά και τη νεοκλασική αρχιτεκτονική. Μερικά απ’ αυτά ο Γιώργος Γουργιώτης τα χαρακτηρίζει σαν «λαϊκά νεοκλασικά» κτίσματα [4].
Το 1888 έφθασε στη Λάρισα ο Ιωάννης Κουτλιμπανάς, για να επισκεφθεί τους συγγενείς του στο Ζάρκο, αλλά και με την πρόθεση να κάνει διάφορα φιλανθρωπικά έργα στην περιοχή. Ήταν από χρόνια εγκατεστημένος στη Ρουμανία και είχε προκόψει επαγγελματικά στο Πλοέστι εμπορευόμενος οικοδομήσιμη ξυλεία. Κατά ευτυχή συγκυρία γνώρισε τον τότε δήμαρχο της Λάρισας Διονύσιο Γαλάτη, ο οποίος τον έπεισε να συνδράμει οικονομικά στην ανέγερση του Πολιτικού Νοσοκομείου. Συγχρόνως χρηματοδότησε την κατασκευή Ξενώνα στην παραποτάμια περιοχή του Αρναούτ Μαχαλά, κοντά στο νεκροταφείο της συνοικίας, για να τον χρησιμοποιούν ως κατάλυμα οι συμπατριώτες του Ζαρκινοί, όταν έρχονταν στη Λάρισα για διάφορες εργασίες τους και κυρίως κατά την εβδομαδιαία αγορά της Τετάρτης, για να πωλήσουν τα προϊόντα τους ή να κάνουν διάφορες προμήθειες. Η λειτουργία του Ξενώνα διήρκησε μέχρι τον πόλεμο του 1897, αλλά χωρίς επιτυχία. Έπειτα από την αποχώρηση των Τούρκων το κτίριο χρησιμοποιήθηκε σαν χώρος εργασίας απόρων νεανίδων, με έξοδα της γυναίκας του Άγγλου πρέσβη στην Αθήνα. Τα κορίτσια εκτελούσαν έργα χειροτεχνίας (υφαντά, κεντήματα και άλλα είδη), τα οποία η πρέσβειρα τα προωθούσε στην Ευρώπη και κυρίως στην Αγγλία. Όμως, η νέα χρήση του κτιρίου δεν κράτησε για πολύ. Το 1911 το κτίριο νοικιάστηκε από τον εργοστασιάρχη Γεώργιο Πετσάλη, ο οποίος το μετέτρεψε σε εργοστάσιο υφαντουργίας. Ήταν σχετικά μεγάλο κτίριο και η απόδοσή του ήταν κερδοφόρα, αλλά μια μεγάλη πυρκαγιά που έγινε το 1927 το αποτέφρωσε εντελώς. Ερειπωμένο έμεινε για πολλά χρόνια, ώσπου κάποια στιγμή κατεδαφίστηκε. Σε αντίθεση, λοιπόν, με το Νοσοκομείο, όπου η δωρεά του Κουτλιμπανά θα λέγαμε ότι «έπιασε τόπο», ο Ξενώνας των Ζαρκινών, που είχε ζωή 40 περίπου χρόνων, δεν μπορούμε να πούμε ότι είχε ευτυχή πορεία και κατάληξη.
Στην ίδια συνοικία του Αγίου Αθανασίου μπορούμε να εντάξουμε και την περιοχή Σάλια [5], η οποία καταλαμβάνει τον παλιό τουρκικό Μαχαλά Σαρασλάρ.


[1]. Μακρής Θρασύβουλος. Ιστορικές σελίδες. Σειρά άρθρων στην εφημερίδα της Λάρισας «Θεσσαλικά Νέα», από 24 Ιανουαρίου μέχρι 8 Απριλίου 1947.
[2]. Σαρασλάρ Μαχαλάς ονομαζόταν η περιοχή μεταξύ του Αρναούτ Μαχαλά και της γέφυρας, κατά μήκος της δεξιάς όχθης του Πηνειού. Επίσης, στην ίδια περιοχή αναφέρεται και η συνοικία Εμινλέρ και οι συνοικίες αυτές γειτνίαζαν μεταξύ τους στο δυτικό τμήμα της Λάρισας.
[3]. Φαρμακίδης Επαμεινώνδας, Η Λάρισα, από των μυθολογικών χρόνων μέχρι της προσαρτήσεως αυτής εις την Ελλάδα (1881), Βόλος (1926), σελ. 19.
[4]. Γουργιώτης Γεώργιος, Μικρά Μελετήματα, Ο λαϊκός νεοκλασικισμός στη Λάρισα, Λάρισα (2000), σελ. 114.
[5]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Η περιοχή «Σάλια» της Λάρισας, εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 4ης Απριλίου 2018.

Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2024

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Ο πύργος του Ροδόπουλου στα Ταμπάκικα


Ταμπάκικα (Αμπελόκηποι). Λεπτομέρεια επιστολικού δελταρίου της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας. Περίπου 1900. Επάνω δεξιά, ανάμεσα σε ψηλόκορμα δέντρα, διαγράφεται αμυδρά η σιλουέτα  ενός μεγάλου οικήματος, πιθανότατα του Πύργου του Ανδρέα Ροδόπουλου. Ταμπάκικα (Αμπελόκηποι). Λεπτομέρεια επιστολικού δελταρίου της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας. Περίπου 1900. Επάνω δεξιά, ανάμεσα σε ψηλόκορμα δέντρα, διαγράφεται αμυδρά η σιλουέτα ενός μεγάλου οικήματος, πιθανότατα του Πύργου του Ανδρέα Ροδόπουλου.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Αναδιφώντας παλαιά έντυπα (βιβλία, περιοδικά, εφημερίδες) και έγγραφα (οικογενειακά αρχεία, συμβόλαια κ.λπ.) μπορεί κάποιος να εντοπίσει ειδήσεις και γεγονότα που δε γνωρίζει.

Αυτό συνέβη πρόσφατα, ξεφυλλίζοντας το φύλλο της 10ης Ιανουαρίου 1920 της εφημερίδας «Μικρά», η οποία την περίοδο εκείνη αυτοχαρακτηριζόταν ως «Καθημερινή πρωινή εφημερίς φιλελευθέρων αρχών» που διηύθυνε ο Θρασύβουλος Μακρής [1]. Σε μία από τις σελίδες της καταχωρείται αγγελία, η οποία παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, γιατί σχετίζεται με την κοινωνική ζωή μιας αστικής οικογένειας της Λάρισας των παλαιότερων χρόνων. Η αγγελία αναφέρει: «Πωλείται το εις τας όχθας του Πηνειού και παρά την Ζωοδόχον Πηγήν εν Λαρίση κτήμα του Γεωργίου Ροδοπούλου εκ μέτρων τετραγωνικών 6.000 περίπου, περιέχον οικίαν διώροφον με 5 δωμάτια και κουζίναν και αποθήκας, πλυστήριον, κήπον, φρέαρ με μοναδικόν πόσιμον ύδωρ κ.λπ. Απευθυντέον εις το δικηγορικόν γραφείον του κ. Βασιλείου Σ. Μουλούλη».
Ο Γεώργιος Ροδόπουλος ήταν γιος του Ανδρέα Ροδόπουλου. Ο τελευταίος ήταν ο γενάρχης μιας οικογένειας, πολλά μέλη της οποίας διακρίθηκαν αργότερα σε διάφορους τομείς. Η καταγωγή του ήταν από την Πάτρα και εξασκούσε το επάγγελμα του συμβολαιογράφου. Νυμφεύθηκε την Καλλιόπη Μαυροπούλου. Μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας το 1881 η οικογένεια του Ανδρέα Ροδόπουλου μετακόμισε στη Λάρισα και διορίσθηκε συμβολαιογράφος [2]. Η αποχώρηση πολλών Τούρκων και ιδίως πλουσίων μπέηδων, οι οποίοι φοβήθηκαν μήπως χάσουν τις απέραντες γαιοκτησίες στον θεσσαλικό κάμπο και τα ακίνητά τους στη Λάρισα, τους οδήγησε να πωλήσουν τις περιουσίες τους σε πάμπλουτους Έλληνες της διασποράς και σε εύπορους Λαρισαίους. Επομένως, η παρουσία συμβολαιογράφων σε μια τέτοια στιγμή ήταν αρκετά κερδοφόρα. Το συμβολαιογραφικό του γραφείο αρχικά στεγάσθηκε «εν ενί κατά την θέσιν Ξυλοπάζαρον δημοτικώ εργαστηρίω», δηλαδή σε δημοτικό κατάστημα-γραφείο στην περιοχή Ξυλοπάζαρο. Το 1898, μετά την αποχώρηση των Τούρκων, μετακόμισε σε κατάστημα ιδιοκτησίας του φαρμακοποιού Κων. Μανεσιώτου στην ανατολική πλευρά της Κεντρικής πλατείας, κοντά στην οδό Κούμα.
Ο Ανδρέας Δημητρίου Ροδόπουλος κι ενώ βρισκόταν ακόμη στην Πάτρα, απέκτησε δύο τέκνα. Ο πρώτος ήταν ο Δημήτριος, δικηγόρος, ο οποίος τον Φεβρουάριο του 1902, σε ηλικία σαράντα περίπου ετών, πέθανε εδώ στη Λάρισα. Ο δεύτερος ήταν ο Γεώργιος. Γεννήθηκε το 1863, σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και την πρώτη γνωριμία του με τη Λάρισα την έκανε το 1885, όταν υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία κι ενώ η οικογένειά του είχε ήδη μόνιμα εγκατασταθεί εδώ. Το 1891 νυμφεύθηκε την Ανθή, κόρη του Σταμουλάκη Μουλούλη από τον Τύρναβο. Τα επόμενα χρόνια δραστηριοποιήθηκε αρχικά στην τοπική αυτοδιοίκηση και αργότερα στην κεντρική πολιτική σκηνή, όταν εκλέχθηκε βουλευτής της επαρχίας Τυρνάβου στις εκλογές του 1899 και του 1903. Όμως, το 1904 παραιτήθηκε και διορίσθηκε διευθυντής υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας σε πολλές επαρχιακές πόλεις, μεταξύ των οποίων και στη Λάρισα, και το 1918 έφθασε να γίνει διοικητής της Εθνικής Τράπεζας.
Πριν από τον πόλεμο του 1897 ο Ανδρέας Ροδόπουλος είχε κτίσει στα Ταμπάκικα, σε μια έκταση έξη στρεμμάτων κοντά στην εκκλησία της Παναγίας και κοντά στις όχθες του Πηνειού, μια διώροφη κατοικία, η οποία ανάμεσα στα αραιά χαμόσπιτα που υπήρχαν τότε στην περιοχή αυτή, φάνταζε πραγματικά σαν πύργος και έτσι το αποκαλούσαν όλοι, πράγμα που κολάκευε τον οικοδεσπότη. Πέθανε το 1904 και τον πύργο του Ανδρέα Ροδόπουλου κληρονόμησε ο γιος του Γεώργιος. Ο δικηγόρος Βασίλειος Σ. Μουλούλης που αναφέρεται στην αγγελία ήταν αδελφός της γυναίκας του Ανθής Μουλούλη. Ο Μ. Καραγάτσης (κατά κόσμον Δημήτριος Ροδόπουλος) στο βιβλίο του «Ο Μεγάλος Ύπνος» παρουσιάζει το πορτραίτο του παππού του Ανδρέα με πολύ ρεαλιστικό τρόπο και περιγράφει τον πύργο και τις διάφορες κωμικές ιστορίες που είχε ακούσει για τον πυργοδεσπότη.
Από την περιγραφή της κατοικίας που υπάρχει στην αγγελία εντυπωσιάζει η μεγάλη οικοπεδική έκταση στην οποία είναι κτισμένη, οι πολλοί κύριοι και βοηθητικοί χώροι και το «φρέαρ με μοναδικόν πόσιμον ύδωρ». Την εποχή εκείνη όλα τα σπίτια της Λάρισας είχαν πηγάδια στις αυλές τους, αλλά το νερό τους δεν ήταν πόσιμο, γιατί βρισκόταν κοντά σε βόθρους και το χρησιμοποιούσαν για τις υπόλοιπες ανάγκες του σπιτιού. Για πόσιμο χρησιμοποιούσαν το νερό που μετέφεραν από τον Πηνειό σακατζήδες και βαρελάδες. Οι νοικοκυρές το αποθήκευαν σε μεγάλα κιούπια, με στύψη καθίζαναν οι προσμίξεις και το νερό έπειτα από μερικές ημέρες γινόταν διαυγές και έτοιμο προς πόση. Το μοναδικό πόσιμο νερό που αναφέρεται στην αγγελία δικαιολογείται από το γεγονός ότι το πηγάδι πρέπει να βρισκόταν πολύ κοντά στο ποτάμι και γι’ αυτό το νερό του ήταν «καθαρό».
Η φωτογραφία που δημοσιεύεται είναι λεπτομέρεια επιστολικού δελταρίου του 1900 περίπου και παρουσιάζει την περιοχή που βρισκόταν ο πύργος του Ροδόπουλου, χωρίς, όμως, να μπορεί να εντοπισθεί. Πιθανόν να βρισκόταν μέσα στη δενδρόφυτη περιοχή που απεικονίζεται πίσω από την εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής, όπου διακρίνεται η σιλουέτα ενός μεγάλου κτίσματος. Η μετέπειτα τύχη του πυργόσπιτου του Ροδόπουλου στα Ταμπάκικα αγνοείται.

 

[1]. Η εφημερίδα «Μικρά» εκδόθηκε για πρώτη φορά τον Μάρτιο του 1896 και κυκλοφόρησε μέχρι το 1926, με πολλές ενδιάμεσες διακοπές λόγω πολέμων και οικονομικών δυσχερειών. Θεωρείται ιστορική, λόγω του πολύ μικρού σχήματος με το οποίο κυκλοφορούσε. Ο εκδότης και διευθυντής του Θρασύβουλος Μακρής ήταν φανατικός υποστηρικτής του κόμματος των Φιλελευθέρων και θαυμαστής του Ελευθερίου Βενιζέλου
[2]. Διορίσθηκε δικηγόρος και συμβολαιογράφος Λαρίσης στις 10 Νοεμβρίου 1881 (ΦΕΚ 10/Α/ 20-2-1882). Βλέπε: Γρηγορίου Αλέξανδρος, Το Α’ Δημοτικό Νεκροταφείο της Λάρισας (1889-1993), Θεσσαλονίκη (2013), σελ. 99.

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2024

 

ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

Η ίδρυση της Ραδιοφωνίας σε Ελλάδα και Λάρισα

• Ο ρόλος του Χρήστου Τσιγγιρίδη


Χρήστος Τσιγγιρίδης, δημιουργός του πρώτου ελληνικού ραδιοφωνικού σταθμούΧρήστος Τσιγγιρίδης, δημιουργός του πρώτου ελληνικού ραδιοφωνικού σταθμού

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)

Σήμερα είναι απόλυτα βεβαιωμένο ότι για πρώτη φορά λειτούργησε επίσημα στην Ελλάδα ραδιοφωνικός σταθμός το 1928 στη Θεσσαλονίκη, κατά τη διάρκεια της Διεθνούς Εκθέσεως, από τον μηχανολόγο-ηλεκτρολόγο Χρήστο Τσιγγιρίδη. Μάλιστα η χρονολογία αυτή θεωρείται ως αφετηρία της ραδιοφωνίας όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στα Βαλκάνια. Βέβαια οι σκαπανείς της ραδιοφωνίας είχαν αρχίσει από πολύ νωρίτερα τη λειτουργία του δοκιμαστικά για μεγάλο χρονικό διάστημα, μέχρις ότου η ενέργειά τους αυτή λάβει «σάρκα και οστά».
Στην ανάπτυξη του θέματός μας αρχικά θα αναφέρουμε ορισμένα βιογραφικά στοιχεία για τον ιδρυτή της Χρήστο Τσιγγιρίδη, αφού όπως θα δούμε, για ένα μικρό σχετικά χρονικό διάστημα βρέθηκε να μένει στη Λάρισα. Γεννήθηκε το 1877 στη Φιλιππούπολη της Βουλγαρίας από εύπορη οικογένεια. Ο πατέρας του ήταν δικηγόρος, αλλά μετά τον θάνατό του το 1889 η οικογένειά του αντιμετώπισε οικονομικές δυσκολίες. Για να τερματίσει τις εγκύκλιες σπουδές του αναγκάστηκε να δουλεύει. Συνεργάστηκε με τον αδελφό του Νικόλαο και μαζί του ίδρυσαν μια μικρή καπνοβιομηχανία κατασκευής τσιγάρων. Όμως έπειτα από μερικά χρόνια, όταν οι μεγάλες καπνοβιομηχανίες εξοπλίστηκαν με σύγχρονα για την εποχή τους μηχανήματα, τα οποία αντικαθιστούσαν τον ανθρώπινο παράγοντα στην κατασκευή τους, οι ίδιοι δεν μπόρεσαν να τις ακολουθήσουν, με αποτέλεσμα ο ανταγωνισμός να τους εξουθενώσει οικονομικά και η επιχείρησή τους να αναγκαστεί να κλείσει[1]. Σε ηλικία 25 ετών (1902) τον βρίσκουμε στη Στουτγάρδη της Γερμανίας να σπουδάζει μηχανολόγος-ηλεκτρολόγος στην Πολυτεχνική Σχολή της γερμανικής πόλης. Μετά το πέρας των σπουδών του μένει στη Στουτγάρδη, νυμφεύεται μια γερμανίδα και αποκτά δύο κόρες.
Εν τω μεταξύ στη Λάρισα το 1925 η γαλλική εταιρεία ηλεκτροπαραγωγής “Omnium” λόγω ανικανότητας να προχωρήσει τον ηλεκτροφωτισμό της πόλης σύμφωνα με τους όρους σύμβασης, κηρύχτηκε έκπτωτη. Ο τεχνικός διευθυντής της Εταιρείας Ηλεκτροφωτισμού και Υδρεύσεως Λαρίσης (Ε.Η.Υ.Λ.) Δαβίδ Μορδοχάης παραιτήθηκε και μετακόμισε μόνιμα στην Αθήνα. Επόμενο ήταν η Εταιρεία να αναζητήσει νέο μηχανολόγο-ηλεκτρολόγο. Ο πρόεδρος της Εταιρείας Μιχαήλ Σάπκας «... ύστερα από αναζητήσεις και αλληλογραφία με τον Νικ. Τσιγγιρίδη, αδελφό του Χρήστου Τσιγγιρίδη, πρότεινε στον τελευταίο, ο οποίος διέμενε στη Στουτγάρδη της Γερμανίας, να αναλάβει την τεχνική διεύθυνση των έργων. Στις 20 Ιουνίου 1925 ο Χρήστος Τσιγγιρίδης με επιστολή του απαντά ότι δέχεται και μάλιστα καθορίζει τους όρους με τους οποίους θα αναλάβει τη Διεύθυνση»[2]. Εγκαταλείπει άμεσα την οικογένειά του στη Στουτγάρδη και φθάνει στη Λάρισα, ενώ στις 7 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους προσλαμβάνεται επίσημα ως διευθυντής Τεχνικών Υπηρεσιών της Ε.Η.Υ.Λ. Όμως παρά τις προσπάθειές του, ο ηλεκτροφωτισμός της πόλης χειροτέρευε. Συνεχείς διακοπές ρεύματος, σπάταλες ενέργειες με γερμανικές εταιρείες ηλεκτροπαραγωγικών μηχανημάτων και προσωπικές του ενέργειες οι οποίες υποδήλωναν επιστημονική ανικανότητα, καθόσον «... κατεδείχθη τελείως ανεπαρκής και αδαής πάσης τεχνικής γνώσεως και πείρας», υποχρέωσαν στις 25 Μαρτίου 1926 το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας να τον απομακρύνει από την υπηρεσία και την 1η Απριλίου να εγκαταλείψει τον κοιτώνα του. Μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη όπου και ακολούθησε δικαστική αγωγή με αίτημα την αποζημίωσή του.
Το ενδιαφέρον για την περίπτωσή μας είναι ότι κατά το μικρό αυτό χρονικό διάστημα της παραμονής του στη Λάρισα υπάρχουν πληροφορίες ότι παράλληλα με την εργασία του στην Ε.Η.Υ.Λ., προσπαθούσε με διάφορα μηχανήματα που διέθετε, να προετοιμάζεται για την κατασκευή ραδιοσταθμού, κάνοντας διάφορες δοκιμές. Μάλιστα ο δημοσιογράφος Κώστας Περραιβός αναφέρει σε δημοσίευμά του, ότι στο πατάρι κάποιου καταστήματος στο κέντρο της Λάρισας επί της οδού Ακροπόλεως (Παπαναστασίου) που δεν το προσδιορίζει, είχε εγκαταστήσει διάφορα μηχανήματα, έκανε δοκιμές με μικρόφωνα και ιδιωτικές ακροάσεις και γενικώς είχε αφοσιωθεί στη δημιουργία ραδιοσταθμού, προφανώς ακολουθώντας τα βήματα αντίστοιχων ραδιοφωνικών σταθμών εν λειτουργία στη Στουτγάρδη όπου ζούσε τα προηγούμενα χρόνια. Το 1926 εγκατεστημένος πλέον στη Θεσσαλονίκη, συνέχισε τις έρευνές του γύρω από τη ραδιοφωνία και τον Σεπτέμβριο του 1928 εκπέμφθηκαν, όπως αναφέρθηκε ήδη, οι πρώτες επίσημες εκπομπές από ένα περίπτερο της Διεθνούς Εκθέσεώς της.
Μετά από τις πρώτες ερασιτεχνικές απόπειρες δημιουργίας ραδιοφωνίας του Χρήστου Τσιλιγγιρίδη το 1925-1926 κατά τη βραχύβια παραμονή του Λάρισα, οι κάτοικοί της παρακολουθούσαν την εξέλιξη της Ελληνικής Ραδιοφωνίας με προσμονή, αναλογιζόμενοι την αμεσότητα και τη διασκέδαση που πρόσφερε ένα απλό κουτί, το ραδιόφωνο. Ακολούθησε η δημιουργία κρατικών ραδιοσταθμών σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, αλλά ο πρώτος επαρχιακός ραδιοσταθμός που «βγήκε στον αέρα» ήταν ερασιτεχνικός και είχε ιδρυθεί στον Βόλο από τον Γιώργο Κοντογεωργίου, βιοτέχνη ραδιοφώνων, ο οποίος τον Οκτώβριο του 1948 τον παραχώρησε στο ΕΙΡ (Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας).
Έτσι είχαν τα πράγματα μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Όμως ακολούθησε η τριετία 1948-1951 κατά την οποία ολόκληρη η χώρα κατακλύστηκε από στρατιωτικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς, καθώς συστηματοποιήθηκε στο στράτευμα ως φιλοσοφία η παρακολούθησή τους, ώστε η φωνή τους να φθάνει σε κάθε ελληνικό σπίτι. Την αρχή την έκανε ο 781 Λόχος Μεταφορών της Αθήνας και ακολούθησε το 453 Τάγμα Διαβιβάσεων της Λάρισας. Όπως διαπιστώνουμε ο στρατιωτικός σταθμός της Λάρισας θεωρείται ως ο δεύτερος στη σειρά αυτή, μετά τον σταθμό της Αθήνας. Τα επίσημα εγκαίνιά του έγιναν την Κυριακή 9 Ιανουαρίου 1949, όμως υπάρχουν ενδείξεις ότι άρχισε να λειτουργεί δοκιμαστικά από τον Σεπτέμβριο του 1948[3]. «Η ακριβής έναρξη ενός ραδιοφωνικού σταθμού είναι φυσικό να χαρακτηρίζεται από μια ασάφεια, γιατί από την καθιέρωση ενός τακτικού και συνεχούς προγράμματος, προηγούνται πολλές δοκιμαστικές εκπομπές, οι οποίες συντονίζουν τις συχνότητες και ελέγχουν το βεληνεκές και την καθαρότητα των λήψεων. Συγκεκριμένα, από μαρτυρίες του κομφερασιέ Ηλία Καραμανέα, ο οποίος ως στρατεύσιμος συνεργάστηκε στενά και για μεγάλο χρονικό διάστημα με τον στρατιωτικό σταθμό της Λάρισας, η περίοδος των δοκιμών κράτησε περισσότερο από δύο μήνες. Ο ίδιος θυμάται ωστόσο πως τον Σεπτέμβριο του 1948 ο σταθμός εξέπεμπε κανονικό πρόγραμμα, στο οποίο μάλιστα συμμετείχε τακτικά»[4].
Για τον στρατιωτικό ραδιοσταθμό της Λάρισας γνωρίζουμε ότι το 1947 περιήλθε στην κατοχή τού 453 Τάγματος Διαβιβάσεων που είχε έδρα τη Λάρισα, ένα ουσιαστικά άχρηστο λάφυρο από τα χρόνια της γερμανικής κατοχής. Χάρη στην προσπάθεια ορισμένων αξιωματούχων του τάγματος, από το κατεστραμμένο αυτό μηχάνημα εκπομπής ραδιοφωνικών μηνυμάτων κατόρθωσαν να δημιουργήσουν ραδιοφωνικό σταθμό. Σ’ αυτό συνετέλεσαν ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Ελευθέριος Δημόπουλος, πολιτικός μηχανικός, ο οποίος ήλθε το 1948 στη Λάρισα με μετάθεση από τη μεραρχία του στην Κοζάνη, και ο στρατιώτης Τάκης Μωραΐτης του τάγματος των διαβιβάσεων της Λάρισας. Πεπειραμένοι στον τομέα τους και οι δύο, κατόρθωσαν να εντοπίσουν τα καταστραμμένα μέρη του μηχανήματος, μερικά να τα επισκευάσουν μόνοι τους, ενώ για άλλα αναζήτησαν ανταλλακτικά από την τοπική αγορά[5] και τελικά έστησαν πομπό ραδιοφωνίας αρχικής ισχύος 500 watt και να αρχίσουν το 1948 δοκιμαστικές εκπομπές.
Τα εγκαίνια του ραδιοφωνικού Σταθμού του Β’ Σ.Σ. έγιναν, όπως αναφέρθηκε, την Κυριακή 9 Ιανουαρίου 1949 με μεγάλη επισημότητα. Προηγήθηκε αγιασμός από τον Μητροπολίτη Λαρίσης Δωρόθεο και εν συνεχεία μίλησε ο υφυπουργός των Στρατιωτικών Τάκης Ροδόπουλος, βουλευτής Λαρίσης, ο οποίος εκδήλωσε τη συγκίνηση και τη χαρά του και επισήμανε ότι ο σταθμός θα αποτελέσει «το επίσημον βήμα της πόλεως, η εκπολιτιστική φωνή της Λαρίσης εις την ελληνικήν μεταπολεμικήν προσπάθειαν της ανασυγκροτήσεως». Ακολούθως μίλησαν κατά σειράν ο διοικητής του Β’ Σ.Σ. Π. Καλογερόπουλος, ο νομάρχης Δ. Παπαδημητρίου, ο δήμαρχος Λαρίσης Στυλ. Αστεριάδης. Στη συνέχεια μεταδόθηκε μήνυμα του γενικού διευθυντού του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας Δ. Σβολοπούλου.
Η πορεία του Σταθμού στη συνέχεια είναι λίγο-πολύ γνωστή. Αρχικά μετονομάσθηκε σε Ραδιοφωνικό Σταθμό Ενόπλων Δυνάμεων Κεντρικής Ελλάδος. Στις 15 Νοεμβρίου του 1982, όταν οι σταθμοί της ΥΕΝΕΔ καταργήθηκαν, μεταβιβάσθηκε στην ΕΡΤ2.

---------

[1]. Χατζηδάκης Γεώργιος. «Ω! άγιε αιθέρα» (Ιστορία της Ελληνικής Ραδιοφωνίας), Αθήνα, έκδ. Τράπεζας Πειραιώς (2015) σελ.21.
[2]. Ρούσκας Γιάννης. Λάρισα. Φως και Νερό. Λάρισα (2023) σελ. 232.
[3]. Η εφημερίδα της Αθήνας «Βραδυνή» στις 9 Σεπτεμβρίου 1950 γράφει σχετικά: «Απόψε εις το κέντρον Αλκαζάρ της Λαρίσης θα δοθή μεγάλη εορτή υπό την προστασίαν του κ. Παπάγου, επί τη δευτέρα επετείω από της ιδρύσεως του Ραδιοφωνικού Σταθμού Λαρίσης. Θα λάβουν μέρος γνωστοί καλλιτέχναι, οι οποίοι θα μεταβούν σήμερον το απόγευμα εις την Λάρισαν με στρατιωτικόν αεροπλάνον». Συνεπώς η έναρξη του σταθμού αυτού θα πρέπει να έγινε το πρώτο 15μερο του Σεπτεμβρίου 1948.
[4]. Χατζηδάκης Γεώργιος, ό. π., σελ. 232.
[5]. Κυρίως από το κατάστημα ηλεκτρικών ειδών του Γεωργίου Τσιοβαρίδη, το οποίο βρισκόταν από το 1930 επί της οδού Ακροπόλεως 40 (Παπαναστασίου), απέναντι από το αρτοποιείο του Αντωνιάδη.

 

2_9IANOYARIOY_1949.jpg

9 Ιανουαρίου 1949. Από την τελετή των εγκαινίων
του ραδιοφωνικού σταθμού του Β’ Σώματος Στρατού.
Στο κέντρο ο υφυπουργός στρατιωτικών Τάκης Ροδόπουλος ομιλών

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2024

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Ασλάνης Ιωάννης

Ο διευθυντής της ομώνυμης λέσχης


Το επιβλητικό Μέγαρο Μεχμέτ Χατζημέτο, γνωστό ως Λέσχη Ασλάνη.  Λεπτομέρεια από επιστολικό δελτάριο του Ιω. Κουμουνδούρου.  Αρχές δεκαετίας του 1930.Το επιβλητικό Μέγαρο Μεχμέτ Χατζημέτο, γνωστό ως Λέσχη Ασλάνη. Λεπτομέρεια από επιστολικό δελτάριο του Ιω. Κουμουνδούρου. Αρχές δεκαετίας του 1930.

Υπάρχουν προσωπικότητες στην ιστορία της παλιάς Λάρισας, οι οποίες σχετίζονται με ιστορικά γεγονότα και προοδευτικές δραστηριότητες, των οποίων η φήμη φθάνει μέχρι τις ημέρες μας. Ένας απ’ αυτούς είναι και ο Ιωάννης Ασλάνης. Μυθικό θα έλεγα πρόσωπο, το οποίο κυριάρχησε στην κοινωνική ζωή της Λάρισας κατά τις τρεις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα και το όνομά του συνδέθηκε με τη Λέσχη Ασλάνη, η οποία βρισκόταν στον όροφο του ωραιότερου προπολεμικού κτιρίου της Λάρισας, με τον χαρακτηριστικό τρούλο, ιδιοκτησίας του μουσουλμάνου εμποροκτηματία Μεχμέτ Εφένδη Χατζημέτο [1].


Η οικογένεια Ασλάνη καταγόταν από την Πελοπόννησο και ζούσε στην Αθήνα. Στη Λάρισα ήλθαν μετά την αναχώρηση των Τούρκων το 1898. Κατά το 1909 κατοικούσε απέναντι από τα Δικαστήρια [2], ενώ κατά το 1920 η κατοικία τους βρισκόταν στην ανατολική πλευρά της πλατείας Ταχυδρομείου, στο σπίτι που αργότερα κατοικούσε ο χρυσοχόος-ωρολογοποιός Παπανικολάου [3], όπως διαβάζουμε σε μια τοπική εφημερίδα της εποχής: «Πώλησις οικίας επί της οδού Αχιλλέως έναντι πλατείας Ταχυδρομείου, οριζομένης με οικόπεδα Νικολάου Καραγεωργίου, οικίαν Ιωάννου Ασλάνη και ήδη Παπανικολάου και οδού Αχιλλέως (Παναγούλη)». Είχε έναν αδελφό ιατρό, τον Παναγιώτη Ασλάνη, και μία κόρη, την Ελένη. Ο ανιψιός του Βασίλειος, γιος του αδελφού του Παναγιώτη, διατηρούσε κατάστημα με συλλεκτικά είδη (γραμματόσημα, επιστολικά δελτάρια κ.λπ.) στη γωνία των οδών Μουσών (Παπακυριαζή) και Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Το 1906 ενοικίασε από τον ιδιοκτήτη Μεχμέτ Εφέντη Χατζημέτου τον επάνω όροφο του νεόδμητου κτιρίου στη γωνία των οδών Αλεξάνδρας (Κύπρου) και Φιλελλήνων για πέντε χρόνια, με τη βασική προϋπόθεση να χρησιμοποιήσει τον χώρο αποκλειστικά και μόνον ως λέσχη και να τον εμπλουτίσει με έπιπλα αξίας. Στη συμβολαιογραφική πράξη που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Αγαθάγ. Ιωαννίδης αναφέρεται χαρακτηριστικά: «...ενεφανίσθησαν αυτοπροσώπως οι γνωστοί μοι και άσχετοι συγγενείας εμοί τε και τοις μάρτυσιν, αφ’ ενός μεν Μεχμέτ Εφένδης Χατζημέτου εμποροκτηματίας κάτοικος Λαρίσης και αφ’ ετέρου Ιωάννης Ασλάνης λεσχάρχης κάτοικος Λαρίσης και συνωμολόγησαν τα εξής ήτοι: ο μεν πρώτος τούτων ότι ενοικιάζει προς τον δεύτερον ολόκληρον την άνω οροφήν της εντός της πόλεως Λαρίσης του ομωνύμου Δήμου και επί της οδού Αλεξάνδρας κειμένης οικοδομής του διά πέντε ολόκληρα συνεχή έτη αντί ολικού μισθώματος διά την πενταετίαν ταύτην δραχμών είκοσι πέντε χιλιάδων οκτακοσίων (αριθ. 25.800)». Ως έναρξη της μίσθωσης ορίσθηκε η 15η Σεπτεμβρίου 1906.
Ο Ιωάννης Ασλάνης ήταν ένας δραστήριος και προοδευτικός επιχειρηματίας. Οι χώροι της Λέσχης ήταν πολυτελέστατοι για την εποχή τους, με κρυστάλλινους πολυελαίους, έπιπλα βιεννέζικα, πολύχρωμα περσικά χαλιά, βελούδινες κουρτίνες και ακριβά σερβίτσια. Στη λέσχη αυτή φιλοξενούσε κάθε είδους κοσμικές εκδηλώσεις, οι οποίες συγκέντρωναν την ανώτερη κοινωνία της Λάρισας, καθώς και Οθωμανούς μπέηδες, οι οποίοι είχαν την οικονομική δυνατότητα να την επισκέπτονται τακτικά. Ο χώρος της χρησιμοποιήθηκε ως ψυχαγωγικό κέντρο με μουσική και χορευτικά συγκροτήματα, ως αίθουσα χορευτικών εκδηλώσεων, θεατρικών παραστάσεων, διαλέξεων, κοντσέρτων, ως χαρτοπαικτική λέσχη κ.λπ. Θεωρείται ως ένας από τους πρώτους που ανέδειξαν πολιτιστικά τη Λάρισα και συνέβαλλαν ώστε να αποβάλει την τουρκική χροιά της. Πρώτος αυτός στις 21 Ιουνίου 1907 παρουσίασε «...εν τω νέω ψυχαγωγικώ κέντρω (πλατεία Θέμιδος) μέγα διπλούν αμερικανόν κινηματογράφον τελειοτάτου συστήματος, πρωτοφανής διά την Ελλάδα» έγραφε η εφημερίδα «Μικρά». Επίσης, το καλοκαίρι του 1909 χρησιμοποιώντας δική του ηλεκτροπαραγωγική μηχανή, φώτισε για πρώτη φορά την περιοχή της Κεντρικής πλατείας Θέμιδος, όπου είχε αναπτύξει τραπεζοκαθίσματα. Και τα δύο αυτά γεγονότα είχαν προκαλέσει μεγάλη αίσθηση στους κατοίκους της Λάρισας.
Μετά την αποχώρησή του πριν το 1917 από το Μέγαρο του Χατζημέτο δημιούργησε στην πλατεία Ταχυδρομείου πρόχειρη ξύλινη θεατρική σκηνή με την επωνυμία «Ολύμπια», η οποία φιλοξενούσε διάφορα θεατρικά σχήματα και μουσικά συγκροτήματα και υπήρξε ο πρόδρομος του ομώνυμου κινηματοθεάτρου. Στην πρωτοβουλία του αυτή φαίνεται να έπαιξε σημαντικό ρόλο και η παρουσία της κατοικίας του σε γειτονικό με τα «Ολύμπια» χώρο. Το 1927 ο Ιωάννης Ασλάνης αποχώρησε από τη θεατρική σκηνή που έστησε και μετακόμισε οικογενειακά στην Αθήνα. Η προσπάθειά του αυτή τον ανέδειξε σε άτομο που συνέβαλλε στην κοινωνική πρόοδο μιας πόλης που είχε αρχίσει σταδιακά να εξελίσσεται και να προοδεύει. Στη συνεχεία το Θέατρο «Ολύμπια» αγοράσθηκε από τον Ευάγγελο Μάρκα, βελτιώθηκε κατασκευαστικά και σήμερα ανήκει στους αδελφούς Νίκο και Νικήτα Μάρκα.

------------------------------

[1]. Η συμβολαιογραφική πράξη αριθμ. 34810 μισθώσεως της λέσχης που έγινε από τον συμβολαιογράφο Αγαθάγγελο Ιωαννίδη στις 12 Ιουλίου 1906 αναφέρει τον Ιωάννη Ασλάνη με την επαγγελματική ιδιότητα του λεσχάρχη, δηλαδή επιχειρηματία κοσμικής λέσχης. Αντίγραφό της υπάρχει στο αρχείο του Θανάση Μπετχαβέ, μέλους της Φωτοθήκης. Με την ίδια ιδιότητα αναφέρεται και σε εφημερίδα της εποχής: «...μετά πολλής επιτυχίας διεξήχθη την νύκτα της παρελθούσης Κυριακής ο υπέρ της Λέσχης μας δοθείς εν τη αιθούση αυτής μέγας χορός, υπό τας περιποιήσεις του λεσχάρχου Ιωάν. Ασλάνη και του λοιπού προσωπικού του...», εφ. «Μικρά», Λάρισα, φύλλο της 21ης Φεβρουαρίου 1907.
[2]. Ζιαζιάς Γεώργιος, Αναζητώντας τη χαμένη Λάρισα. 50 χρόνια μνήμες και αναπολήσεις (1900-1950), τόμ. Β’, Λάρισα (2000), σελ. 225. Ο συγγραφέας αναφέρει την κάτωθι διαφήμιση: «Τσίπουρο Τυρνάβου, ποικιλία μεζέδων, καθαριότητα και περιποίησιν θα εύρητε μόνον εις το έναντι των Δικαστηρίων και υπό την μεγάλην οικίαν Ασλάνη δροσερόν ποτοπωλείον Αρ. Βασιλειάδου». Σημειωτέον ότι τα Δικαστήρια στις αρχές του 20ού αιώνα είχαν κεντρική είσοδο από την οδό Μουσών (σήμερα Παπακυριαζή) και όχι από την πλατεία..
[3]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Πλατεία Ταχυδρομείου. Ανατολική πλευρά. «Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα», τόμ. Γ’ (2019), σελ. 67-70.

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2024

 

ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

Γενική ιστορική θεώρηση των παλιών κτιρίων της Λάρισας -Γ’

 
Αρχοντικό Γεράσιμου Δαφνόπουλου. Βρισκόταν επί της οδού Μ. Αλεξάνδρου.  Δείγμα αρχιτεκτονικού εκλεκτικισμού του μεσοπολέμου.Αρχοντικό Γεράσιμου Δαφνόπουλου. Βρισκόταν επί της οδού Μ. Αλεξάνδρου. Δείγμα αρχιτεκτονικού εκλεκτικισμού του μεσοπολέμου.

Ολοκληρώνουμε σήμερα τη σειρά η οποία αναφέρεται στην ιστορική και αρχιτεκτονική θεώρηση των παλαιών κτισμάτων της Λάρισας, των τελευταίων 200 χρόνων της ύπαρξής της.

Στο προηγούμενο κείμενό μας ξεκινήσαμε με την κατασκευαστική μορφή των κτισμάτων κατά τη διάρκεια της επιβολής του Νεοκλασικισμού την οποία δεν την εξαντλήσαμε και την ολοκληρώνουμε με το σημερινό κείμενο. Συνεχίζουμε λοιπόν:
Οι οικονομικές συγκυρίες που εμφανίσθηκαν αμέσως μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας έφεραν στην περιοχή μας, όπως είδαμε, πλούσιους Έλληνες της διασποράς, οι οποίοι αγόρασαν από τους Τούρκους τις τεράστιες αγροτικές εκτάσεις που κατείχαν, όταν εγκατέλειψαν το 1881 την περιοχή. Για να μπορούν να διεκπεραιώσουν τις αυξημένες απαιτήσεις εποπτείας των κτημάτων τους, μερικοί μετακόμισαν οικογενειακώς στην Ελλάδα. Φυσικό ήταν η Λάρισα να αποτελέσει την έδρα των επιχειρήσεών τους και να στεγάσει τις οικογένειές τους. Για τον σκοπό αυτόν ήλθαν σε επαφή με ξακουστούς αρχιτέκτονες της ελληνικής πρωτεύουσας (ο Τσίλλερ στο αρχοντικό του Σκαλιώρα, ο Βουκαδόρος στο τουρκικό Διοικητήριο της Κεντρικής πλατείας και το Γυμνάσιο-Διδασκαλείο, ο Μπαλάνος στην Εθνική Τράπεζα, ο Μεταξάς στο κονάκι του Χαροκόπου, κ.ά.). Επηρεασμένοι λοιπόν άμεσα από το ρεύμα του νεοκλασικισμού που στόλιζε την Αθήνα με ομορφιά, οι ιδιοκτήτες δεν υπολόγισαν έξοδα και οικοδόμησαν αξιόλογα αρχοντικά σε Λάρισα και Βόλο. Από κοντά τούς ακολούθησαν και ορισμένοι μεγαλοαστοί της πόλης. «Οι νεοέλληνες συνταυτίσθηκαν με το νεοκλασικισμό, γιατί ενέχει ουσία μνήμης από το απώτερο παρελθόν τους», γράφει η Λένα Γουργιώτη. Τα σπίτια αυτά των κατοίκων της, τώρα που οι περισσότεροι Τούρκοι μπέηδες είχαν εγκαταλείψει οριστικά τη Λάρισα, κτίστηκαν στο κέντρο της πόλης, στη θέση οικοπέδων που ανήκαν στους νέους ιδιοκτήτες. Αν και στη Λάρισα ο νεοκλασικισμός βλέπουμε να επικράτησε κυρίως μετά το 1881, είχαμε όμως και κατά τους τελευταίους χρόνους της τουρκοκρατίας κάποια δείγματα, όπως λ.χ. το τουρκικό Διοικητήριο στην Κεντρική πλατεία.
Η γραμμή των νεοκλασικών αρχοντικών εδώ στην επαρχία ήταν βέβαια πιο λιτή, αλλά διατηρούσε την κομψότητα της αρχιτεκτονικής μορφής. Οι ιδιοκτήτες απέφευγαν κατά την κατασκευή τους το εντυπωσιακό, το πομπώδες και το ογκώδες και προσάρμοζαν τη μορφή τους ανάλογα με τα οικονομικά μέσα που διέθεταν, αλλά και τις προσωπικές τους ανάγκες. Στην πρόσοψη επικέντρωνε κυρίως ο κατασκευαστής την επιθυμία του ιδιοκτήτη για εξωραϊσμό, σαν επίδειξη κοινωνικής ανωτερότητας. Τα περισσότερα νεοκλασικά αρχοντικά της Λάρισας ήταν διώροφα με υπόγειο. Η κάτοψη ήταν συνήθως και εδώ τετράγωνη. Στο αρχιτεκτονικό σχέδιο τονιζόταν ιδιαίτερα ένας διαμπερής διάδρομος, ο οποίος ξεκινούσε από την υπερυψωμένη κύρια είσοδο και κατέληγε στην απέναντι πλευρά, όπου βρισκόταν το κλιμακοστάσιο για τον όροφο. Εκατέρωθεν του διαδρόμου αναπτύσσονταν τα δωμάτια. Εφ’ όσον η οικονομική επιφάνεια του ιδιοκτήτη το επέτρεπε, κατασκεύαζαν επιβλητική είσοδο με πρόστυλο. Δύο κίονες ιωνικού ρυθμού δημιουργούσαν τρία τόξα, μέσω των οποίων γίνονταν η πρόσβαση στο εσωτερικό του αρχοντικού. Τα παράθυρα μεγάλωναν σε ύψος και στο ισόγειο προστατεύονταν από ισχυρές σιδεριές. Στον όροφο όμως στη θέση τους υπήρχαν πόρτες που άνοιγαν σε εξώστες, με μαρμάρινα φουρούσια και σιδεριές και από τις τρεις πλευρές. Το κίνημα του νεοκλασικισμού άρχισε να υποχωρεί σταδιακά από τα 1920 και μετά, για να δώσει τη θέση του σε νέες σύγχρονες αισθητικές τάσεις στην αρχιτεκτονική.
Ο λαογράφος Κίτσος Μακρής περιγράφει πολύ παραστατικά τη Λάρισα, την πόλη όπου γεννήθηκε, καθώς προσπαθεί μετά την απελευθέρωση του 1881 να ξεφύγει οριστικά από τον πολύχρονο τουρκικό εναγκαλισμό. Γράφει: «...έφεξε το φως της λευτεριάς, κι από τότε, μ’ ένα μικρό διάλειμμα στον άτυχο πόλεμο του 97, η Λάρισα προχωρεί σταθερά στο δρόμο της προόδου. Μα λες και όλες της οι γειτονιές δεν προχωρούνε με την ίδια γρηγοράδα. Υπάρχουν και οι βραδυπορούσες. Έτσι, γυρίζοντας στους δρόμους της πόλης, πότε βρίσκεσαι στην Ευρώπη του εικοστού αιώνα και πότε στην Τουρκιά του δέκατου ένατου. Εδώ ευρύχωροι ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι, πλατείες με κήπους και δενδροστοιχίες, πολυκατοικίες από μπετόν, αυτοκίνητα. Λίγο πιο κάτω ένα στενό σκονισμένο δρομάκι με παλιά τούρκικα σπίτια που προβάλλουν τα κιόσκια τους, ενώ στον ουρανό υψώνεται, περήφανος στην εγκατάλειψή του, ένας μιναρές. Δίπλα της γαλήνιος και μεγαλόπρεπος κυλάει ο Πηνειός, καβαλικεμένος απ’ τα τόξα μιας γέφυρας. Τούτη η γέφυρα, μαζί με την εκκλησιά του Αγίου Αχιλλίου που υψώνεται στον αντικρινό λόφο, και μαζί με μερικά σπίτια και λίγα δέντρα, αποτελούν ένα εξαίσιο σύνολο»[13].
Μέχρι τον σεισμό της 1ης Μαρτίου του 1941 διατηρούνταν πολλά από τα νεοκλασικά αυτά κτίρια, που μερικά κτίσθηκαν στα τέλη του 19ου και τα περισσότερα στις αρχές του 20ού αιώνα. Η Κεντρική πλατεία (Θέμιδος προπολεμικά), περιβαλλόταν και από τις τέσσερες πλευρές της με θαυμάσια κτίρια αλησμόνητης ομορφιάς και λεπτής αρχιτεκτονικής τέχνης. Όμως η σεισμικότητα της περιοχής μας και οι βανδαλισμοί των ισχυρών της γης, τα τραυμάτισαν. Και όσα όμως επέζησαν δεν είχαν καλύτερη τύχη. Επιτήδειοι κατασκευαστές και φιλοχρήματοι ιδιοκτήτες, χωρίς καμιά κρατική αντίσταση, τα ισοπέδωναν και στη θέση τους οικοδομούσαν πολυώροφα κτίρια χωρίς ομορφιά, χάρη και αρχοντιά.Νέες τάσεις
Μετά το 1920, όταν στην πόλη της Λάρισας η «μέθη» για τον νεοκλασικισμό είχε αρχίσει να εξασθενεί, άρχισαν να κτίζονται αρχοντικά τα οποία είχαν αποβάλλει πολλά από τα σύνθετα και λεπτεπίλεπτα στοιχεία του νεοκλασικισμού. Τα κτίρια αυτά μορφολογικά ανήκαν στον εκλεκτικισμό του μεσοπολέμου. Ο αρχιτεκτονικός αυτός ρυθμός εκπροσωπούσε μια προσπάθεια ανανέωσης ή καλύτερα συμφιλίωσης των παλαιών προτύπων. Όσοι ακολουθούσαν το κύμα του εκλεκτικισμού για τις αρχιτεκτονικές τους συνθέσεις, φαίνεται ότι εμπνέονταν από παλιούς ρυθμούς, όπως τον βυζαντινό, τον γοτθικό, τον νεοκλασικό και άλλους και απ’ αυτούς υιοθετούσαν ότι θεωρούσαν ενδιαφέρον για να συνθέσουν τις νέες δημιουργίες τους.
Μεταπολεμικά, όταν πολλά από τα αρχοντικά αυτά διατηρούνταν έστω και λαβωμένα, υπήρξε μια θαυμάσια ευκαιρία μετά τις καταστροφές της κατοχής, η νέα πόλη της Λάρισας να αναπτυχθεί έξω από το ιστορικό κέντρο της. Χώρος άλλωστε υπήρχε. Όμως, οι οραματιστές αυτής της άποψης δεν εισακούσθηκαν. Η ευκολία με την οποία η πόλη κατέστρεψε τις τελευταίες δεκαετίες τα κτίσματά της και ουσιαστικά την ίδια την ιστορία της, φαίνεται να ξεπερνάει ακόμα και τις συμφορές που της προξένησαν κατά καιρούς τα φυσικά φαινόμενα, όπως οι σεισμοί και οι πλημμύρες, καθώς και οι βαρβαρικοί βομβαρδισμοί. Την καταστροφή αυτή δεν απέφυγαν και οι ιεροί ναοί της πόλης μας που κτίστηκαν το δεύτερο μισό του 19ου αι. Έτσι σήμερα φθάσαμε στο σημείο να θεωρούμε ότι ο αρχαιότερος ναός της πόλης μας είναι η Μεταμόρφωση στον χώρο της Ιης Στρατιάς, ο οποίος εγκαινιάστηκε στις 6 Αυγούστου 1949[14]. Τα δείγματα που παρέμειναν είναι ελάχιστα και όσο περνάει ο καιρός με διάφορα τεχνάσματα κατεδαφίζονται και μόνον η εικονογραφική αναπαράσταση μας δίνει μια ιδέα για τη χαμένη αρχοντιά της Λάρισας. Έτσι σήμερα, καθώς κανείς περιδιαβαίνει την πόλη μας, δεν έχει να θαυμάσει παρά μόνο τις θεόρατες τσιμεντένιες κατασκευές, κτισμένες η μία δίπλα στην άλλη, χωρίς ελεύθερους χώρους και πράσινο, στριμωγμένες σε έναν εναγκαλισμό αισθητικά αδιάφορο, χωρίς ομορφιά και αρχιτεκτονική έμπνευση, ώστε να χρειασθεί να κοντοσταθεί, να τις περιεργασθεί και να τις θαυμάσει. Η μορφή όλων των κτιρίων που χάθηκαν παραμένει μόνον στις αναπολήσεις των παλαιότερων που τα έζησαν, τα επισκέφθηκαν και τα περιεργάσθηκαν. Αλλά αυτοί μέρα με τη μέρα λιγοστεύουν, ενώ οι νεώτεροι θα τα θαυμάζουν από τις φωτογραφικές αποτυπώσεις που σώθηκαν, από την πένα των ζωγράφων που τα φιλοτέχνησαν και από τις περιγραφές στα ιστορικά βιβλία, στις εφημερίδες και τα περιοδικά, που αναφέρονται στη Λάρισα. Όμως θα παραμένει πάντα στους ευαισθητοποιημένους πολίτες αυτής της πόλης ένα πελώριο και αναπάντητο γιατί; Γιατί επιτρέψαμε χωρίς αντίσταση να καταστραφεί όλη αυτή η ομορφιά; Γιατί αφήσαμε να σβήσει και να εξαφανισθεί για πάντα η ιστορική αίγλη που τα περιέβαλε; και κυρίως με ποιο δικαίωμα καθημερινά διαγράφουμε ακόμη και σήμερα με εγωιστικό τρόπο τα οράματα, τις προσδοκίες, τις εμπνεύσεις και τα έργα των χειρών, των ανήμπορων πια να αντιδράσουν κατασκευαστών προγόνων μας;

[13]. Αστεριάδης Αγήνωρ, Λάρισα. Τέσσερες ακουαρέλλες και τριάντα τρία σχέδια, εισαγωγή Κίτσος Μακρής, Αθήνα (1978), χωρίς σελιδαρίθμηση.
[14]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Ο Στρατιωτικός ναός της Μεταμορφώσεως, εφ. «Ελευθερία» φύλλο της 23ης Οκτωβρίου 2016.

Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2024

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Το ιστορικό φαρμακείο του Γιώτα Τσόκανου

 
Ο Παναγιώτης (Γιώτας) Τσόκανος σε φωτογραφία του 1915Ο Παναγιώτης (Γιώτας) Τσόκανος σε φωτογραφία του 1915

Από τα πρώτα φαρμακεία που λειτούργησαν επίσημα στη Λάρισα μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας με την Ελλάδα το 1881 ήταν, μεταξύ άλλων, και του Παναγιώτη (Γιώτα) Τσόκανου.

Και το σπουδαιότερο, πρέπει να είναι το μοναδικό το οποίο εξακολουθεί να λειτουργεί μέχρι σήμερα και μάλιστα στο ίδιο ακριβώς σημείο και με ιδιοκτήτες απ’ ευθείας απογόνους του ιδρυτού του.
Ο Γιώτας Τσόκανος (;-1924) καταγόταν από το Τσιότι (σήμερα Φαρκαδόνα) των Τρικάλων. Δε γνωρίζουμε την ακριβή χρονολογία γέννησής του, θα πρέπει, όμως, σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία της ζωής του να γεννήθηκε τη δεκαετία του 1850. Στη Λάρισα βρέθηκε κατά τους τελευταίους χρόνους της Τουρκοκρατίας και καθώς ήταν εμπειρικός φαρμακοποιός, άνοιξε φαρμακείο, στην ουσία βοτανοπωλείο (drogeria) [1], το οποίο στεγαζόταν σε ένα ισόγειο κατάστημα στη γωνία των σημερινών οδών Κύπρου και Ασκληπιού. Μετά την απελευθέρωση του 1881 και σύμφωνα με τους νόμους του ελληνικού κράτους, όλοι οι υγειονομικοί των περιοχών που απελευθερώθηκαν από τους Τούρκους, για να συνεχίσουν την εξάσκηση του επαγγέλματός τους έπρεπε να υποβληθούν σε ειδικές εξετάσεις επάρκειας από το Ιατροσυνέδριο [2]. Έτσι στη συνεδρίαση της 7ης Σεπτεμβρίου 1982 ο Γιώτας Τσόκανος υποβλήθηκε σε πρακτική δοκιμασία από ειδική επιτροπή, μετά από την οποία αποφασίσθηκε να εκπαιδευθεί για μικρό χρονικό διάστημα σε φαρμακείο της Λάρισας «εις την εκτέλεσιν συνταγών και εις την κατασκευή συνθέτων φαρμάκων εκ των ευχρήστων, κατά τα κεκανονισμένα». Έπειτα από νέα δοκιμασία, του χορηγήθηκε στις 5 Οκτωβρίου 1882, «περιορισμένη άδεια ίνα μετέρχεται την φαρμακευτικήν εις την Ελλάδα» [3].
Στο φαρμακείο του δεχόταν τους ασθενείς ο ιατρός Αχιλλεύς Λογιωτάτου [4], εγγονός του λόγιου Ιωάννη Οικονόμου Λογιωτάτου. Όταν στα τέλη του 1895 ήλθε στη Λάρισα νεότατος ιατρός, ο Μιχαήλ Σάπκας, εγκαταστάθηκε στο φαρμακείο του Τσόκανου, συνεργαζόμενος με τον πολυάσχολο Αχιλλέα Λογιωτάτου, ο οποίος ήταν ήδη δήμαρχος. Η συνεργασία, όμως, αυτή δεν κράτησε για πολύ, γιατί έπειτα από λίγους μήνες, τον Φεβρουάριο του 1896 κι ενώ ήταν δήμαρχος Λαρίσης, ο τελευταίος πέθανε νεότατος. Έτσι, ο Σάπκας συνέχισε μόνος πλέον τη συνεργασία του με το φαρμακείο του Τσόκανου.
Με τη σύζυγό του Κατερίνα ο Γιώτας Τσόκανος απέκτησε μία κόρη, τη Μάρθα, η οποία όταν ενηλικιώθηκε παντρεύτηκε τον Στέφανο Κυλικά, η οικογένεια του οποίου είχε καταγωγή από τα Άγραφα. Ο Στέφανος Κυλικάς βοήθησε αρχικά τον Τσόκανο στη λειτουργία του φαρμακείου και τελικά τον διαδέχθηκε.
Το 1901 ο Μιχαήλ Σάπκας, η καταγωγή του οποίου ήταν από το Μεγάροβο, μια πολίχνη λίγα χιλιόμετρα έξω από το Μοναστήρι (Μπιτώλια όπως το ονόμαζαν στις καθημερινές συζητήσεις τότε) ανέλαβε την προεδρία της Φιλοπτώχου Μακεδονικής Αδελφότητος Λαρίσης. Τότε το φαρμακείο του Τσόκανου, όπου ο Σάπκας εξέταζε τους ασθενείς, είχε γίνει και τόπος μυστικής συγκέντρωσης των Μακεδόνων, χωρίς αυτό να κινεί υποψίες στους κατάσκοπους Τούρκους και Βούλγαρους, οι οποίοι την περίοδο εκείνη αφθονούσαν στη Λάρισα. Είναι γνωστό ότι στο υπόγειο του φαρμακείου αυτού φιλοξενήθηκε για λίγες ημέρες μεταμφιεσμένος και ο Παύλος Μελάς στις δύο από τις τρεις κρυφές εξορμήσεις του στη Μακεδονία.
Όταν τον Οκτώβριο του 1904 ο Παύλος Μελάς τραυματίστηκε θανάσιμα, η ελληνική κυβέρνηση άρχισε να υποστηρίζει πλέον φανερά τη δράση του Μακεδονικού Συλλόγου Λαρίσης, με την αποστολή κατάλληλων αξιωματικών και αγωνιστών από την Ελλάδα και τον εφοδιασμό πολεμικού υλικού, με προορισμό τη Δυτική Μακεδονία. Τα όπλα που έφθαναν καμουφλαρισμένα από την Αθήνα, αποθηκεύονταν προσωρινά στο υπόγειο του φαρμακείου του Γιώτα Τσόκανου. Εκεί, επίσης, έβρισκαν καταφύγιο πολλοί αξιωματικοί και εθελοντές Μακεδόνες αγωνιστές, οι οποίοι ήταν σεσημασμένοι και καταζητούμενοι από τους Τούρκους. Η γυναίκα του Τσόκανου, η Κατερίνα Γιώταινα όπως την αποκαλούσαν, και η κόρη τους Μάρθα, η οποία είχε παντρευτεί τον Στέφανο Κυλικά, είχαν αναλάβει την τροφοδοσία και την επιμέλειά τους. Ετοίμαζαν φαγητό, βοηθούσαν στην ατομική τους καθαριότητα και προετοίμαζαν όσο μπορούσαν την αποστολή τους στη Μακεδονία. Από το φαρμακείο του Τσόκανου έφευγαν με προορισμό το Τσάγεζι (σήμερα Στόμιο), σούστες, κάρα και ζώα, φορτωμένα με όπλα, πυρομαχικά, είδη ένδυσης και υπόδησης, συσκευασμένα με επιτηδειότητα ώστε να μη δίνουν υποψίες. Στο χωριό αυτό υπήρχαν οργανωμένες ομάδες, οι οποίες με μικρά καραβάκια προωθούσαν τις ασέληνες νύχτες αγωνιστές και προμήθειες προς τα παράλια της Πιερίας. Εκεί τα παραλάμβαναν εξουσιοδοτημένοι Έλληνες και τα διοχέτευαν σε όλη την Κεντρική και Δυτική Μακεδονία. Ο Βάσος Καλογιάννης αναφέρει ότι στο Τσάγεζι υπήρχε βάση μυστικού στρατιωτικού ανεφοδιασμού που είχε δημιουργηθεί με τις ενέργειες του Μακεδονικού Συλλόγου Λαρίσης και προσωπικά του ίδιου του Μιχ. Σάπκα [5].
Το 1924 Ο Γιώτας Τσόκανος πέθανε και ύστερα από ορισμένες περιπέτειες ανέλαβε τη λειτουργία του φαρμακείου ο γαμπρός του Στέφανος Κυλικάς και η λειτουργία του συνεχίζεται απρόσκοπτα μέχρι σήμερα από τους απογόνους του.
[

1]. Την περίοδο εκείνη η χημεία περνούσε τη νηπιακή της περίοδο και η πλειονότητα των φαρμάκων προερχόταν από τα φαρμακευτικά βότανα, τα οποία η θεσσαλική γη διέθετε εν αφθονία.
[2]. Το Ιατροσυνέδριο ήταν η προδρομική μορφή του σημερινού Α.Υ.Σ. (Ανωτάτου Υγειονομικού Συμβουλίου).
[3]. Σγάντζος Μάρκος, Οι ιατροί, φαρμακοποιοί και μαίες της Θεσσαλίας κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, Θεσσαλικό Ημερολόγιο, τ. 51, Λάρισα (2001) σελ. 268.
[4]. Την περίοδο εκείνη οι γιατροί δεν είχαν ατομικά ιατρεία όπως σήμερα, αλλά ήταν συμβεβλημένοι με κάποιον φαρμακοποιό και δέχονταν τους περιπατητικούς ασθενείς σε επιλεγμένους χώρους στα ενδότερα του φαρμακείου. Για τους ασθενείς με σοβαρότερες παθήσεις έκαναν κατ’ οίκον επισκέψεις.
[5]. Καλογιάννης Βάσος, Ο Μακεδονικός αγώνας στη Θεσσαλική περιοχή, με το αρχηγείο του στα Μετέωρα και επίκεντρό του τη Λάρισα, Λάρισα (2002). Στο βιβλίο αυτό ο συγγραφέας παραθέτει λεπτομέρειες τις οποίες έχει αντλήσει από ένα άγνωστο και ανέκδοτο αρχείο που μελέτησε.

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2024

 

ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

Γενική ιστορική θεώρηση των παλιών κτιρίων της Λάρισας - Β’

ΙΟΥΛΙΟΣ ΒΙΑΝΕΛΛΙ


Η κατοικία του δημάρχου Αναστασίου Ζαρμάνη στη συνοικία του Αρναούτ Μαχαλά (συνοικία Αγ. Αθανασίου). Ένα δείγμα λαϊκής  νεοκλασικής αρχιτεκτονικής. Μεταπολεμική φωτογραφία. Κατεδαφίσθηκε το 2000.Η κατοικία του δημάρχου Αναστασίου Ζαρμάνη στη συνοικία του Αρναούτ Μαχαλά (συνοικία Αγ. Αθανασίου). Ένα δείγμα λαϊκής νεοκλασικής αρχιτεκτονικής. Μεταπολεμική φωτογραφία. Κατεδαφίσθηκε το 2000.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)

Συνεχίζουμε σήμερα την ιστορική και αρχιτεκτονική θεώρηση των παλαιών κτισμάτων της Λάρισας, των τελευταίων 200 χρόνων της ύπαρξής της. Στο προηγούμενο κείμενό μας είδαμε την κατασκευαστική μορφή των κτισμάτων κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας.

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ (1881)
Με την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα, αρχίζει να αναμορφώνεται και να αναδημιουργείται η νέα Λάρισα. Δρόμοι δαιδαλώδεις, στενοί και λιθόστρωτοι, χωρίς κανέναν ρυμοτομικό σχεδιασμό, και κτίσματα οικοδομημένα οπουδήποτε, χωρίς πολεοδομικούς περιορισμούς, έπρεπε να μεταμορφωθούν σε μια μεγάλη και σύγχρονη για την εποχή εκείνη πολιτεία. H κεντρική εξουσία ήταν έτοιμη γι’ αυτό και παρατηρούμε ότι από το 1882 προχώρησε άμεσα στην εκπόνηση του πρώτου πολεοδομικού σχεδίου της πόλης, το οποίο άρχισε να υλοποιείται σταδιακά από το 1884. Σημαντικός παράγοντας στην ταχύτερη εφαρμογή του νέου αυτού σχεδίου ήταν η μεγάλη πυρκαγιά που έγινε το 1882 στη Λάρισα και κατέστρεψε την ευρύτερη περιοχή του Ξυλοπάζαρου [7], δηλαδή ολόκληρο σχεδόν το κέντρο της πόλης, οπότε ήταν πιο ευκολότερη η άμεση εφαρμογή του νέου ρυμοτομικού σχεδίου. Μερικοί Τούρκοι κτηματίες, οι οποίοι δε μετακόμισαν στη Μ. Ασία, αλλά παρέμειναν οικειοθελώς στη Λάρισα, καθώς είχαν τη διαβεβαίωση από τη συνθήκη του Βερολίνου ότι τα περιουσιακά τους στοιχεία δε θα θιγούν, έκτισαν αυτήν την περίοδο κάποια ευρύχωρα και περίτεχνα αρχοντικά για να στεγάσουν τις οικογένειές τους. Την ίδια τακτική ακολούθησαν και πολλοί πλούσιοι Έλληνες επιχειρηματίες από την Αθήνα, την Κωνσταντινούπολη και τις παραδουνάβιες περιοχές, οι οποίοι αγόρασαν μεγάλες εκτάσεις γης σε τιμές ευκαιρίας από τους Τούρκους που εγκατέλειπαν τη Θεσσαλία. Τα σπίτια αυτά στην εμφάνισή τους είχαν δανειστεί πολλά στοιχεία από την αθηναϊκή αρχιτεκτονική, η οποία την περίοδο εκείνη βασιζόταν σε νεοκλασικά πρότυπα, των οποίων σημείο αναφοράς ήταν η ελληνική κλασική αρχιτεκτονική και η ελληνορωμαϊκή συνέχειά της. Δεν τα υιοθέτησαν, όμως, ολοκληρωτικά, καθώς διατήρησαν και ορισμένα στοιχεία λαϊκής αρχιτεκτονικής. Ως δομικά υλικά χρησιμοποιούσαν τα παραδοσιακά (ξυλοδεσιές και πλιθιά) και πολλές φορές υπήρχε διαχωρισμός των ορόφων με χοντρά ξύλινα δοκάρια. Η στέγη ήταν τετράκλινη, καλυπτόταν από κεραμίδια και τις γωνιές της στόλιζαν όμορφα ακροκέραμα και καμινάδες. Στην πρόσοψη ψηλά αναπτυσσόταν τριγωνικό διακοσμητικό αέτωμα. Μ’ αυτόν τον τρόπο κατά τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας και αμέσως μετά την απελευθέρωση οικοδομήθηκαν μερικές δεκάδες όμορφες κατοικίες και ορισμένα δημόσια κτίρια, τα οποία κόσμησαν και ομόρφυναν την παλιά τουρκόπολη. Ο Γιώργος Γουργιώτης [8] χαρακτήρισε τα αρχοντικά αυτά σαν λαϊκά νεοκλασικά οικοδομήματα και τα εντόπισε ως επί το πλείστον στη Λάρισα. Τα σπίτια αυτά ήταν πολλά και βρίσκονταν κυρίως στο κέντρο της Λάρισας και στον Αρναούτ Μαχαλά (συνοικία Αγίου Αθανασίου). Το σπουδαιότερο χαρακτηριστικό τους ήταν ότι λόγω της ιδιότυπης και ελαφράς κατασκευής που είχαν, ο χρόνος και ο μεγάλος σεισμός της 1ης Μαρτίου του 1941 δεν τα έθιξε ιδιαίτερα. Τελικά, όμως, ό,τι δεν κατάφερε ο ισοπεδωτικός σεισμός, το πέτυχε ο αχόρταγος συρμός της αντιπαροχής και δυστυχώς σήμερα όλα αυτά τα σπίτια δεν υπάρχουν πια.
ΕΠΙΒΟΛΗ ΤΟΥ ΝΕΟΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΥ
Η παραδοσιακή αρχιτεκτονική που χαρακτήριζε τη μορφή των κτιρίων και των κατοικιών κατά τις τελευταίες δεκαετίες της τουρκοκρατίας (1850-1881) στην περιοχή μας, κάποια στιγμή σταμάτησε να συγκινεί τη νέα αστική τάξη. Όλοι αυτοί, θέλοντας να εναρμονίσουν τις νέες κατοικίες τους με την αρχιτεκτονική της ελληνικής πρωτεύουσας, δέχθηκαν αρχικά να ενσωματώσουν κάποιες βασικές και γόνιμες επιδράσεις από το ρεύμα του νεοκλασικισμού της εποχής, στον οποίο τελικά παραδόθηκαν ολοκληρωτικά. Ο ελληνικός νεοκλασικισμός ήταν ουσιαστικά για την Ελλάδα η επιβολή από το περιβάλλον του βασιλέα Όθωνα μιας νέας τεχνοτροπίας, η οποία γεννήθηκε μερικές χιλιάδες χρόνια πριν εδώ, στην αρχαία Ελλάδα και επανεμφανίσθηκε σταλμένη τώρα απ’ έξω. Η τεχνοτροπία αυτή είχε όλες τις διαφοροποιήσεις που είναι φυσικό να δημιουργούνται όταν μια υψηλή αρχιτεκτονική σύλληψη γίνεται πρότυπο για αντιγραφή, ενώ η μορφή της ζωής του 19ου αιώνα στη χώρα μας ήταν εντελώς άσχετη με τις μορφοποιητικές δυνάμεις της κλασικής Ελλάδος [9]. Η Λένα Γουργιώτη πιστεύει ότι ο νεοκλασικισμός ήταν ένα ευρωπαϊκό ουμανιστικό κίνημα που εξέθρεψε ο ευρωπαϊκός διαφωτισμός και ήλθε στην Ελλάδα από διάφορα κέντρα της Εσπερίας για να εδραιωθεί στη νέα ελληνική πρωτεύουσα, την Αθήνα, μετά την ίδρυση του ελεύθερου Ελληνικού Βασιλείου [10]. Η Αλέκα Καραδήμου-Γερολύμπου, που έχει εντρυφήσει σχολαστικά στην πολεοδομική ιστορία των οικισμών της χώρας μας, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι νεοκλασικισμός είναι η τάση που προήλθε από τη γνώση, αποδοχή και μίμηση των αρχών και προτύπων της κλασικής περιόδου [11]. Επομένως, όλοι οι μελετητές λίγο-πολύ δέχονται το κίνημα του νεοκλασικισμού σαν μια αναζωπύρωση της κλασικής περιόδου στα μέσα του 19ου αιώνα, πετυχημένη ή όχι άσχετο. Ο νέος αυτός ρυθμός βρήκε το έδαφος πρόσφορο για να αναπτυχθεί στον φυσικό του χώρο, την Ελλάδα, κάτω από τη σκιά της Ακρόπολης, μια που τα διακοσμητικά στοιχεία που τον χαρακτήριζαν ήταν δάνεια από την κλασική περίοδο της αρχαιότητας και την εξάπλωσή του στον ρωμαϊκό πολιτισμό. Από την Αθήνα εύκολο ήταν μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα να μεταδοθεί με ταχείς βηματισμούς σ’ ολόκληρη την Ελλάδα.
Ο νεοκλασικός αρχιτεκτονικός ρυθμός, τόσο στην περίπτωση των κατοικιών όσο και των δημόσιων κτιρίων, χαρακτηριζόταν από καλαίσθητες επεμβάσεις όχι μόνον στην εξωτερική τους μορφή, αλλά και στους εσωτερικούς χώρους. Εξωτερικά οι επεμβάσεις εστιάζονταν κυρίως στην πρόσοψη των κτιρίων. Τρίτοξα προστώα οδηγούσαν στους εσωτερικούς χώρους. Αετώματα κατασκευάζονταν στα υπέρθυρα, πάνω από τα παράθυρα και κυρίως ψηλά στη στέγη, ενώ παραστάδες γύρω από πόρτες και παράθυρα, γείσα, φατνώματα και άλλα διακοσμητικά στοιχεία πρόσφεραν αισθητική ευφορία στους κάθετους τοίχους. Εξώστες που τους συγκρατούσαν καλοσμιλεμένα μαρμάρινα φουρούσια και σιδερένια κιγκλιδώματα με ευρηματικά σχέδια, συμπλήρωναν την ομορφιά της πρόσοψης. Αλλά και οι εσωτερικοί χώροι παρουσίαζαν μια ευρύτητα απλωμένη σε όλες τις διαστάσεις. Τοιχογραφίες και οροφογραφίες με χρώματα πλαστικά και θέματα από την κλασική εποχή και την αναγέννηση (μούσες, θεοί, φυτικά συμπλέγματα και διάφορες άλλες παραστάσεις) εντυπωσίαζαν. Η Λένα Γουργιώτη [12] καταγράφει την εντυπωσιακή περιγραφή μιας οροφογραφίας από τον Γερμανό περιηγητή Tackermann (1877): «Πάσα οροφή, από της του εστιατορίου (εννοεί την τραπεζαρία) μέχρι της του κοιτώνος, είναι πεποικιλμένη διά διαφόρων ζωγραφιών, η δε αίθουσα (εννοεί το σαλόνι) τυγχάνει πολλάκις να είναι τόσον ζωηρώς εζωγραφισμένη, ώστε ευκόλως δύναταί τις να νομίση ότι ο τάπης κατά λάθος εστρώθη επί της οροφής αντί του πατώματος». Τη ζωγραφική αυτή διακόσμηση αναλάμβαναν κυρίως ειδικοί τεχνίτες-καλλιτέχνες, οι λεγόμενοι κοσμηματογράφοι, οι οποίοι μπορεί να ήταν απόφοιτοι από σχολές Καλών Τεχνών ή και απλοί εμπειρικοί τεχνίτες. Βασικό διακοσμητικό στοιχείο στους χώρους υποδοχής αυτών των κτισμάτων ήταν και τα τζάκια. Ανάλογα με τις προτιμήσεις και την οικονομική επιφάνεια του ιδιοκτήτη, ήταν μαρμάρινα, λίθινα ή κτιστά, με διάφορα σχέδια, λεπτοδουλεμένα από έμπειρους και ικανούς λιθοξόους, ή ζωγραφισμένα.
(Συνέχεια)

__________________

[7]. Ξυλοπάζαρο ονομαζόταν ο χώρος, ο οποίος περιλάμβανε μια εκτεταμένη κεντρική περιοχή στην αγορά της πόλης, η οποία περιλαμβανόταν μεταξύ των σημερινών οδών Βενιζέλου, Απόλλωνος, μέρους της εβραϊκής συνοικίας, της Κεντρικής πλατείας (Μιχαήλ Σάπκα) και της Παπαναστασίου, αλλά η πυρκαγιά είχε επεκταθεί και στις γύρω περιοχές. Όπως υπονοεί και το όνομά του, Ξυλοπάζαρο, ήταν η αγορά όπου γινόταν η επεξεργασία και η εμπορία της ξυλείας.
[8]. Γουργιώτης Γεώργιος. Ο Λαϊκός Νεοκλασικισμός στη Λάρισα, περ. Αυτό, Λάρισα (Μάρτης 1986), σελ. 8-9. Του ιδίου. Μικρά μελετήματα, Αθήνα (2000) σ. 114.
[9]. Γρουσόπουλος Ευάγγελος, Όψεις της Νεοκλασικής Λάρισας. Πρακτικά επιστημονικής συνάντησης «Ο Νεοκλασικισμός στη Θεσσαλία, μέσα 19ου αιώνα-1920», Λάρισα (2005), σελ. 223.
[10]. Γουργιώτη Λένα, Οικία Οικονόμου-Φαληρέα, ένα διατηρητέο νεοκλασικό στη Λάρισα. Πρακτικά επιστημονικής συνάντησης «Ο Νεοκλασικισμός στη Θεσσαλία, μέσα 19ου αιώνα-1920», Λάρισα (2005), σελ. 89.
[11]. Καραδήμου-Γερολύμπου Αλέκα, Μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Βορειοελλαδικές πόλεις στην περίοδο των Οθωμανικών μεταρρυθμίσεων. Βόλος-Θεσσαλονίκη-Ιωάννινα-Σέρρες-Αλεξανδρούπολη-Καβάλα. Αθήνα (1997), σελ. 89.
[12]. Γουργιώτη Λένα, Τοιχογραφία οροφής νεοκλασικής οικίας στον Βόλο. Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου για την αρχαία Θεσσαλία στη μνήμη Γ.Δ. Θεοχάρη, Αθήνα (1992), σελ. 516-523.