Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2025

 

Τα πρώτα κολυμβητήρια

 
Η πισίνα στον Κήπο Ανακτόρων, περίπου τη δεκαετία του 1960.  Φωτογραφία του Τάκη Τλούπα (Αρχείο Φωτοθήκης).Η πισίνα στον Κήπο Ανακτόρων, περίπου τη δεκαετία του 1960. Φωτογραφία του Τάκη Τλούπα (Αρχείο Φωτοθήκης).

Πριν από τον πόλεμο και την κατοχή δεν υπήρχαν.

Ούτε βρέθηκαν σχετικά στοιχεία. Αμέσως μετά, όμως, προέκυψε κοινωνική ανάγκη να κατασκευαστούν κολυμβητήρια- πισίνες ή απλώς δεξαμενές για να δροσίζονται οι κάτοικοι της Λάρισας. Από το 1945 η Δημοτική Αρχή πήρε απόφαση να κατασκευάσει παιδική πισίνα-δεξαμενή στον Κήπο των Ανακτόρων, τη σημερινή πλατεία Λαού (Αγίου Βησσαρίωνος). Τελικά, όμως, πρόλαβαν οι Ένοπλες Δυνάμεις και το 1947 εγκαινιάστηκε το σύγχρονο, για την εποχή του, κολυμβητήριο-κόσμημα στο στρατόπεδο του Β’ Σώματος Στρατού, σήμερα Νικ. Πλαστήρα. Στη Λάρισα, ανέκαθεν οι όχθες του Πηνειού έπαιζαν τον ρόλο της «πλαζ», για τους πιο τολμηρούς. Ειδικά, τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, το φαινόμενο ήταν εντονότερο στις όχθες του Πηνειού στην περιοχή του υδατόπυργου.
Στις 23 Μαΐου 1945 η «Ε» γνωστοποιούσε με σχόλιο ότι ο Δήμος είχε πάρει απόφαση να κατασκευάσει παιδική δεξαμενή-πισίνα στον Κήπο των Ανακτόρων, γράφοντας: «Με ικανοποίησιν επληροφορήθημεν την απόφασιν της Δημοτικής Αρχής, όπως εις τον παλαιόν κήπον των Ανακτόρων κατασκευάση μίαν δεξαμενήν, διά να λούονται τα παιδιά ηλικίας μέχρι δέκα ετών. Η κατασκευή πισίνας ήτο απαραίτητος διά την πόλιν μας, η οποία ενώ έχει δίπλα της έναν ποταμόν, ουδέποτε ηδυνήθη να απολαύση τα αγαθά του μπάνιου, χάρις εις το γεγονός ότι κανένας δεν ενδιεφέρθη να κατασκευάση μερικάς πισίνας εις επίκαιρα σημεία. Ήδη με την απόφασιν του Δήμου, γίνεται μια αρχή, η οποία θα ήτο ευχής έργον να φθάση κάποτε εις το ποθητόν τέρμα. Θα ηθέλαμε να συστήσσωμεν εις την Δημοτικήν Αρχήν να σπεύση, χωρίς καθυστέρησιν, να κατασκευάση την εν λόγω δεξαμενήν, η οποία θα πρέπει να τεθή εις την διάθεσιν των παιδιών εντός του θέρους. Εκτός τούτου, να θέση τα βάσεις διά την ίδρυσιν και μιας μεγαλυτέρας εις το Αλκαζάρ, η οποία θα μας δόση τα μέσα να απολαμβάνωμεν το χάδι του νερού, χωρίς να παρίσταται ανάγκη ταξιδείων».
Στο μεταξύ, κατασκευάστηκε το σύγχρονο κολυμβητήριο στο στρατόπεδο του Β’ Σώματος Στρατού (σήμερα βρίσκεται η 1η Στρατιά), το οποίο εγκαινιάστηκε στις 24 Σεπτεμβρίου 1947 από τον βασιλιά Παύλο. Σύμφωνα με την περιγραφή στην «Ε», στις 25 Σεπτεμβρίου 1947, αυτό περιελάμβανε: Πέργκολα, αμμοδόχο για ηλιοθεραπεία, στην οποία υπήρχε και άγαλμα λουομένης, σύστημα κατάδυσης στην κύρια δεξαμενή, εξέδρα επισήμων, κήπο με σιντριβάνι, αποδυτήρια με καταιωνιστήρες (ντους) και μπαρ. Η πισίνα με τις εγκαταστάσεις αποτελούσε για χρόνια πόλο έλξης των Λαρισαίων, τα καλοκαίρια . Η είσοδος για το κοινό ήταν ελεύθερη, για κολύμπι, αλλά και για το μπαρ, που άρχισε να λειτουργεί το καλοκαίρι του 1948. Ειδικά τα βράδια, με τον σύγχρονο φωτισμό του χώρου, σημειωνόταν κοσμοσυρροή και οι κάτοικοι της πόλης πήγαιναν οικογενειακώς και το κολύμπι επιτρεπόταν και το βράδυ [1]. Γενικότερα, οι επισκέπτες απολάμβανα όλο τον χώρο τριγύρω, μαζί με τον νεοανεγερθέντα Ιερό Ναό της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος. Αργότερα, η Δημοτική Αρχή (Δ. Χατζηγιάννης) [2] ήρθε σε συνεννόηση με την ηγεσία της 1ης Μεραρχίας, που είχε την ευθύνη, για να μπει διαχωριστικό πλέγμα στα αβαθή τμήματα, ώστε να κολυμπούν αποκλειστικά και με ασφάλεια τα παιδιά. Παράλληλα, εντάχθηκαν και κοσμικά γεγονότα της πόλης, όπως οι χοροεσπερίδες, δεξιώσεις, επίσημα δείπνα κ.λπ., στο πλαίσιο της σύσφιγξης των σχέσεων του στρατού με τις Ένοπλες Δυνάμεις.
Προς τα τέλη της δεκαετίας του ‘40 άρχισε να λειτουργεί και η πισίνα στον Κήπο των Ανακτόρων. Ουσιαστικά, επρόκειτο για δεξαμενή, αποκλειστικά για παιδιά, μικρού βάθους και χωρίς τις ανέσεις του κολυμβητηρίου των στρατώνων. Ήταν, όμως, μια καταφυγή τα καλοκαίρια για τη Λάρισα, όχι μόνο των παιδιών, αλλά και των μεγάλων! Χαρακτηριστικά, η «Ε» έγραφε στις 3 Ιουνίου 1950: «Μας αναφέρουν ότι από τινων ημερών ετέθη εν λειτουργία το παιδικόν κολυμβητήριον του Κήπου των Παλιών Ανακτόρων. Αλλά χρήσιν αυτού δεν κάμνουν τα παιδιά. Από της πρώτης ημέρας το κατέκτησαν οι μικρομεγάλοι, οι οποίοι θα μπορέσουν να κάμνουν τα μπάνια τους στις ακτές του Πλαταμώνος. Είναι, λοιπόν, ορθό το κολυμβητήριο να τεθή εις την αποκλειστικήν χρήσιν των μικρών παιδιών, τα οποία να κάνουν τα μπάνια τους, υπό την επίβλεψη ενός υπαλλήλου του Δήμου, ο οποίος θα αναλάβη την φροντίδαν αφ’ ενός να επιβλέπη τα παιδιά να μην πάθουν κανένα δυστύχημα και αφ’ ετέρου διά να μην καταστρέφονται τα άνθη και τα δένδρα. Θέλομεν να πιστεύωμεν ότι η Δημοτική Αρχή θα λάβη τα μέτρα αυτά και όσα άλλα είναι πρέποντα διά να καταστή ο Κήπος των Ανακτόρων πραγματικόν κέντρον παιδικής χαράς».
Το 1953 [3] ανορύχθηκε αρτεσιανό φρεάτιο, για να λειτουργεί η πισίνα, να ποτίζεται το πράσινο, να γίνεται η καθαριότητα της απέναντι δημοτικής αγοράς και να τροφοδοτούνται οι καταβρεχτήρες του Δήμου. Επίσης, σχεδιαζόταν η κατασκευή λουτήρων για τους κολυμβητές. Βέβαια, κάποιες χρονιές υπήρχαν προβλήματα. Το 1958 [4] δε λειτούργησε η πισίνα στον Κήπο Ανακτόρων, ούτε μια άλλη στο Αλκαζάρ - για την οποία δε βρέθηκαν στοιχεία. Η δε πισίνα του στρατού ήταν περιορισμένη για τους πολίτες, αφού δεν έφθανε ούτε για τις ανάγκες των στρατιωτικών. Το σχόλιο της εφημερίδας κατέληγε ως εξής: «Η πόλις εφέτος δεν είχε την ευκαιρίαν να χρησιμοποιήση καμμίαν από τις κολυμβήθρες του… Σιλωάμ. Κρίμα και ας ευχόμεθα, του χρόνου τουλάχιστον, να έχωμε έστω και μία, για τα παιδάκια των φτωχών». Με τα χρόνια, η πισίνα είχε πάψει να χρησιμοποιείται. Μάλιστα, στη «δύση» της καριέρας της ως πισίνας, είχε μεταφερθεί εκεί μια νεροχελώνα, η οποία τράβηξε το ενδιαφέρον των δημοτών, μικρών και μεγάλων. Την οποία δεν άφηναν στην ησυχία της, ακόμα ρίχνοντάς της και πέτρες (!), με αποτέλεσμα να την τραυματίζουν. Κάποια μέρα, η χελώνα δεν υπήρχε, πιθανότατα επειδή δεν άντεξε άλλο τα τραύματά της…
Σιγά-σιγά, ο Κήπος των Ανακτόρων άρχισε να αποκαλείται και πλατεία Αγίου Βησσαρίωνος, αφού ήδη είχε ολοκληρωθεί το πανέμορφο φερώνυμο εκκλησάκι. Όλα εκσυγχρονίζονταν… Το 1969 διορίστηκε δήμαρχος ο Θάνος Μεσσήνης, ο οποίος έκανε παρεμβάσεις στον Κήπο των Ανακτόρων, με πλακοστρώσεις κ.λπ. Στις 6 Φεβρουαρίου 1971 η «Ε» ανήγγειλε ότι: «Τεχνητή λίμνη, σιντριβάνι και άλλα καλλωπιστικά στοιχεία προτίθεται να κατασκευάσει ο Δήμος εις την νέαν πλατείαν του Αγίου Βησσαρίωνος. Προς τον σκοπόν αυτόν αφίκετο χθες εις την πόλιν μας ο γλύπτης κ. Νικόλας [5], προκειμένου να αναλάβη σχετικάς εργασίας».

 

[1]. «Ελευθερία» 18 Ιουλίου 1948.
[2]. «Ελευθερία» 19 Μαΐου 1957.
[3]. «Ελευθερία» 21 Ιουνίου 1953.
[4]. «Ελευθερία» 21 Αυγούστου 1958.
[5]. Ο Νικόλας (Παυλόπουλος) ήταν γλύπτης και χαράκτης. Ο πατέρας του ήταν ξυλογλύπτης εκκλησιαστικών επίπλων και κοντά του έλαβε τα πρώτα μαθήματα ξυλογλυπτικής. Γεννήθηκε το 1909 στον Άγιο Γεώργιο Νηλείας στο Πήλιο. Πέθανε το 1990 (Βικιπαίδεια). Είχε φιλοτεχνήσει και το άγαλμα της Υγείας, που βρίσκεται σήμερα στις εγκαταστάσεις του ΟΥΗΛ, δίπλα στον υδατόπυργο.

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2025

 


Ηνίοχος των Δελφών: Ο αριστουργηματικός αμαξηλάτης

Ένα από τα ευρήματα – αριστουργήματα που βρέθηκαν στα ερείπια των Δελφών, και ξεχωριστό στολίδι των έργων τέχνης που εκτίθεται στο Μουσείο είναι ο Ηνίοχος.

Πέρα από την περίοπτη θέση που κατέχει στο Μουσείο των Δελφών, συγκαταλέγεται ανάμεσα στα αριστουργήματα της Αρχαίας Ελληνικής και παγκόσμιας τέχνης. Οποία θέση π.χ. έχει ο Ερμής του Πραξιτέλους, ή η Αφροδίτη της Μήλου, ανάλογη θέση έχει και ο Ηνίοχος των Δελφών.

Ας δούμε όμως τι ακριβώς ήταν ο Ηνίοχος. Ο Ηνίοχος, καθώς η ίδια λέξη δηλώνει (Ηνίοχος=αυτός που έχει, αυτός που κρατάει τα ηνία, τα χαλινάρια) ήταν μια μορφή μεγαλύτερης σύνθεσης, που παρίστανε ένα τέθριππο άρμα. Η σύνθεση, με μεγάλη πιθανότητα, είχε ως εξής: τέσσερα άλογα σύρουν το άρμα που επάνω του ήταν δύο αναβάτες, ο Ηνίοχος και ο αναθέτης του αφιερώματος. Δύο παιδιά δεξιά και αριστερά, κρατούν τα ηνία των εξωτερικών αλόγων και οδηγούν το άρμα, γιατί η αρματοδρομία έχει τελειώσει και το άρμα έχει νικήσει. Ο Ηνίοχος φορά στο κεφάλι την ταινία του νικητή.

Ο Ηνίοχος, νικητής πια, περνάει σιγά μπροστά από το πλήθος που αλαλάζει. Απ’ όλο αυτό το υπέροχο σύμπλεγμα βρέθηκε μόνο ο Ηνίοχος. Ο Ηνίοχος στητός και σχεδόν ακίνητος, φοράει το χιτώνα που τυπικά φόραγαν οι ηνίοχοι. Είναι ψηλός 1,80μ. και ο χιτώνας του ζώνεται στη μέση ελαφρά, ανασυρμένος προς τα πάνω, ώστε να σχηματισθούν πλούσιες κούφιες πτυχές πάνω από τη ζώνη

Το κάτω μέρος του χιτώνα πέφτει σε αδρές και βαθιές κάθετες πτυχές. Στο λαιμό το φόρεμα σχηματίζει ένα θαυμάσιο ντεκολτέ. Ο χιτώνας συγκρατιέται από τον ανάβολο – ταινίες που περνούν σαν τιράντες πάνω από τους ώμους και κάτω από τις μασχάλες και σταυρώνεται στη ράχη. Ο ανάλαβος εμπόδιζε το φόρεμα να φουσκώσει – σαν πανί βάρκας – απ’ τον αέρα της αρματοδρομίας. Όλο το κάτω μέρος του κορμιού έχει μια μνημειακή διαμόρφωση · το κορμί δεν διαγράφεται κάτω από το χιτώνα.

Κάτω όμως από το μακρύ χιτώνα προβάλλουν δύο γυμνά πόδια, που από πλευράς τέχνης δεν έχουν το ταίρι τους. Ευδιάκριτη είναι η φλέβα του χεριού που κρατάει τα ηνία, δείγμα δύναμης και σιγουριάς για τη νίκη. Στο κεφάλι του φοράει την ταινία. Είναι η ταινία της νίκης. Κάτω από την ταινία, γύρω από τα αυτιά, μια τούφα μακρών, λεπτών ιούλων γλυστράει με άφταστη χάρη προς το σβέρκο και τα μάγουλα. Ο λαιμός δυνατός. Η μύτη κοντή και στενή, τα μάτια αμυγδαλωτά, μάτια στοχαστικά, πλαισιωμένα από έντονα βλέφαρα,- ανάμεσα στις βλεφαρίδες, που είναι από ένθετα ελάσματα, ο βολβός από σμάλτο και δύο κύκλοι από όνυχα διαφορετικού χρώματος για την ίριδα.

Η όλη του στάση σεμνή. δεν υπάρχει στην όψη του το αρχαϊκό μειδίαμα που χαρακτηρίζει τους κούρους της ύστερης αρχαϊκής τέχνης. Ο αγώνας έχει τελειώσει και ο Ηνίοχος ήρεμος απολαμβάνει τις επευφημίες του πλήθους και χαίρεται τη νίκη του. Όπως τονίσαμε στην αρχή, το έργο αποτελεί μνημείο – αριστούργημα της παγκόσμιας τέχνης. Δυστυχώς δεν ξέρουμε ποιος είναι ο δημιουργός -τεχνίτης του, ούτε γνωστός είναι ο τόπος και ο χρόνος του έργου. Μάλλον ανάγεται στους κλασσικούς χρόνους, τότε που η τέχνη έφτασε στο μέγιστο βαθμό τελειότητας.

Ο Ηνίοχος είχε αφιερωθεί στον Απόλλωνα από τον Πολύζαλο, τον τύραννο της Γέλας, το 478 π.Χ., μετά την νίκη του στις αρματοδρομίες στους Πυθικούς αγώνες. Η εκτέλεση του έργου είναι αριστουργηματική και πραγματικό δημιούργημα της καλλιτεχνικής έκφρασης του 5ου αι. π.Χ. που πιστεύεται ότι φιλοτεχνήθηκε. Δυστυχώς δε διασώθηκε το άγαλμα ολόκληρο. Του λείπει το αριστερό χέρι κι ένα μέρος από τη ζώνη που κρατούσε το χιτώνα. Στα χέρια του υπάρχουν απομεινάρια ηνίων, πράγμα που φανερώνει ότι το άγαλμα ήταν μέρος ενός συνόλου απ’ το οποίο χάθηκε η άμαξα.

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2025

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

«Δεν είναι πια η παλιά τουρκόπολη»

Η ΛΑΡΙΣΑ ΤΟΥ 1936

 
Επάνω αριστερά στο σχέδιο απεικονίζεται μέρος του «Λούνα Παρκ».  Χαρακτικό του Αγήνορα Αστεριάδη του έτους 1932. Από το λεύκωμα του «Λάρισα».Επάνω αριστερά στο σχέδιο απεικονίζεται μέρος του «Λούνα Παρκ». Χαρακτικό του Αγήνορα Αστεριάδη του έτους 1932. Από το λεύκωμα του «Λάρισα».

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Η μετάπλαση της Λάρισας σε μεγαλούπολη επιτεύχθηκε ουσιαστικά κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, κυρίως χάρη στις τρεις δημαρχιακές θητείες του αναμορφωτή δημάρχου της Λάρισας Μιχαήλ Σάπκα.

Μια επιπλέον διαπίστωση του γεγονότος αυτού έχουμε και από τις εντυπώσεις ενός ταξιδιώτη, ονόματι «Ρωσσέτος» (μπορεί να είναι και ψευδώνυμο), ο οποίος επισκέφθηκε την άνοιξη του 1936 την πόλη μας. Εντυπωσιάσθηκε από την ομορφιά και τη μεταλλαγή της, αλλά και από τη ζωντάνια και τη φιλοξενία των κατοίκων της, ώστε θεώρησε υποχρέωση να δημοσιεύσει τις αναμνήσεις του στην τοπική εφημερίδα της Λάρισας «Κήρυξ» [1] στο φύλλο της 16ης Ιουνίου 1936. Το άτομο αυτό προσκλήθηκε από κάποιο συγγενικό του πρόσωπο. Τον φιλοξένησε κατά τη διάρκεια των εορτών του Πάσχα εδώ στη Λάρισα και φαίνεται ότι έφθασε μέχρι τα Τρίκαλα και τα Μετέωρα. Αποτελεί μια περιγραφή της πόλης όπως ήταν πριν ογδόντα εννέα χρόνια, από κάποιον επισκέπτη της και είναι ενδιαφέρουσα. Ήταν η περίοδος που η πόλη μας, έπειτα από 55 χρόνια ελεύθερου βίου, είχε οριστικά αποβάλλει ρυμοτομικά, οικοδομικά και αισθητικά τον τίτλο της τουρκόπολης, αποκτούσε τα χαρακτηριστικά μιας σύγχρονης πολιτείας και η κοινωνία της προσπαθούσε να μιμηθεί κατά το δυνατόν τους εκλεπτυσμένους τρόπους ζωής της ελληνικής πρωτεύουσας.
Το κείμενό του είναι απλό, γλαφυρό και τα συμπεράσματά του αντικειμενικά, καθώς δεν αποφεύγει να καταγράψει με ευγενικό ή και χιουμοριστικό τρόπο όσα κακώς κείμενα υποπίπτουν στην αντίληψή του. Επειδή το κείμενο είναι μεγάλο θα περιοριστούμε στα πιο ενδιαφέροντα σημεία. Γράφει λοιπόν για την πόλη ο ταξιδιώτης μας:
«Η Λάρισα δεν είναι πια η παλιά τουρκόπολη που δεν έβλεπε κανείς παρά μιναρέδες, ξιφολόγχες και ...πελαργούς. Είναι τελείως αλλαγμένη, με δρόμους καλούς, με πλατείες εξωραϊσμένες, με κτίρια καινούρια και προπαντός με κατοίκους φιλόξενους και υποχρεωτικότατους. Νοιώθει κανείς έναν άνεμο πολιτισμού να πνέει εδώ. Αν κρίνω απ’ όσους έτυχε να γνωρίσω, πρέπει το πλείστο των νέων της Λαρίσης νάναι ευγενικοί και μορφωμένοι, όσο δε για τις νέες είναι αφελέστατες, χωρίς σεμνοτυφίες και υποκρισίες, που με τόση επιμονή φύλαγε άλλοτε κατά παράδοσιν η ελληνική επαρχία. Πολλά από τα κορίτσια αυτά, αν και ζουν σε περιορισμένο περιβάλλον, δε διστάζουν να χρησιμοποιήσουν τις γνώσεις τους εργαζόμενα. Τούτο δείχνει αναμφισβήτητα μια εξέλιξη...
Όσο για τα σπίτια, όλα σχεδόν έχουν τον κήπο τους, πλημμυρισμένο αυτή την εποχή από ανθισμένες πασχαλιές που μοσχοβολούν όπου περάσεις. Και επειδή περάσαμε το πρωί του Πάσχα, το άρωμα τούτο ανακατευόταν με την τσίκνα του οβελία. Όλη η πόλη είχε μεταβληθεί σε μια μεγάλη ψησταριά. Απ’ όλες τις αυλές ο καπνός υψωνόταν αλλά δεν πρόφταινε να σκορπισθεί γιατί οι ρώθωνες των διαβατών αμέσως τον απορροφούσαν λαίμαργα. Κατά τη συνήθεια του τόπου αλλάζουν την ημέρα αυτή επισκέψεις για να ευχηθούν τα χρόνια πολλά, να τσουγκρίσουν το κόκκινο αυγό, να γευτούν το τσουρέκι, να δοκιμάσουν το κοκορέτσι και τα γλυκαδάκια...
Εντελώς ιδιαίτερη χάρη στην πόλη δίνει και ο Πηνειός, που κάποτε όμως γίνεται η αιτία να πλημμυρίζουν οι χαμηλές συνοικίες. Η γέφυρα προς το Αλκαζάρ είναι μεγάλη και γραφικότατη και η θέα απ’ αυτήν προς τον άγιο Αχίλλιο, τη Μητρόπολη, μεγαλοπρεπής. Αμέσως μετά τη γέφυρα είναι το Αλκαζάρ, το Ζάππειο να πούμε της Λαρίσης, με δενδροστοιχίες και πανύψηλα πεύκα, λεύκες, πλατάνια, κυπαρίσσια, κλπ., όλα όμως εντελώς απεριποίητα και εγκαταλελειμμένα στη φροντίδα της φύσεως. Αν προχωρήσετε περί τα τρία τέταρτα μετά το Αλκαζάρ και πάντα στην αριστερή όχθη του ποταμού από δρομάκι γραφικό και ευχάριστο, ανάμεσα στις βατομουριές και στα πράσινα χωράφια γεμάτα από αγριολούλουδα, όπου αναπνέεται διάχυτο παντού το λεπτό τους άρωμα και πλάι στο ήρεμο θέαμα του ποταμού που κυλάει ήσυχα και αθόρυβα τα θολά νερά του, θα βγείτε σε μια όμορφη τοποθεσία με ψηλά πλατάνια και αφάνταστα πλούσια βλάστηση. Λούνα Παρκ [2] το λένε... Ωστόσο θα αγαπούσα τη Λάρισα και μόνο για τούτο το όμορφο κομμάτι της.
Γυρίζοντας από τα Τρίκαλα και λίγο πριν μπούμε στη Λάρισα αντικρίσαμε ένα φωτεινό ρολόι. Μάθαμε πως ήταν η Γεωργική Σχολή. Την επομένη την επισκεφθήκαμε. Δεν πήγε χαμένη η ώρα, γιατί εκτός που είδαμε τις διάφορες ράτσες όλως των ειδών ζώων και πουλερικών... ικανοποιηθήκαμε και από τα φροντισμένα καλαίσθητα παρτέρια με τα όμορφα άνθη, φυτεμένα συμμετρικά, που συμπληρώνουν αρμονικά τα κτίρια των Σχολών, τα διαμονητήρια, εργαστήρια, κλπ.
Ένα άλλο συνηθισμένο και χαρακτηριστικό θέαμα στη Λάρισα και γενικά στη Θεσσαλία, είναι οι πελαργοί, οι πρώτοι αυτοί κάτοικοι της Θεσσαλίας. Τα συμπαθητικά και ωφέλιμα τούτα πουλιά - τα λελέκια αλλιώς καλούμενα από τους αρχαίους Λέλεκας - δίνουν μια νότα γραφική στο θεσσαλικό κάμπο. Τα βλέπει κανείς στις στέγες των σπιτιών και των εκκλησιών να στέκονται πάνω στο ένα πόδι τους πλάι στη φωλιά τους ή τα συναντά στα χωράφια να κυνηγούν σκουλήκια. Λένε πως σε ορισμένη ημέρα - της Μεταμορφώσεως - μαζεύονται οι πελαργοί της Θεσσαλίας σε ένα χωριό, το Καζακλάρ, και από εκεί παραλαμβάνοντας στα δυνατά φτερά τους όσα άλλα μικρά μεταναστευτικά πουλιά νοιώθουν αδύναμο τον εαυτό τους για ταξίδι, ξεκινούν εν σώματι πάνω από θάλασσες και πολιτείες για χώρες μακρινές, θερμές, ώσπου νάρθει πάλι η άνοιξη και να ξαναγυρίσουν στην παλιά φωλιά τους...».

 

[1]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Η εφημερίδα «Κήρυξ», Εκδότης-Διευθυντής: Αδαμάντιος Νικολαΐδης, Διευθυντής Συντάξεως: Κώστας Περραιβός, εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 29ης Μαΐου 2018.
[2]. Βρισκόταν στην αριστερή όχθη του Πηνειού, στο ύψος των παλαιών Σφαγείων. Τα Σφαγεία δεν υπάρχουν πλέον, διατηρήθηκαν όμως αρκετά από τα παλιά στοιχεία του κτίσματος και σήμερα στεγάζεται στη θέση τους το Δημοτικό Ραδιόφωνο.

Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2025

 

ΑΡΧΕΙΑ & ΜΝΗΜΕΣ ΤΗΣ ΛΑΡΙΣΑΣ

Θεοφάνια στην πισίνα της 1ης Στρατιάς


Το κολυμβητήριο της 1ης Στρατιάς σε κάρτα του γλύπτη και φωτογράφου Μίμη Γεντέκου,  ο οποίος υπέγραφε ως ΓΕΝ. Περίπου δεκαετία 1950 (αρχείο Φωτοθήκης) Το κολυμβητήριο της 1ης Στρατιάς σε κάρτα του γλύπτη και φωτογράφου Μίμη Γεντέκου, ο οποίος υπέγραφε ως ΓΕΝ. Περίπου δεκαετία 1950 (αρχείο Φωτοθήκης)

Από τον Βαγγέλη Ρηγόπουλο


Η κατάδυση του Τιμίου Σταυρού από τη γέφυρα Αλκαζάρ στον Πηνειό, δεν ήταν πάντα δεδομένη. Με καταβολές από την τουρκοκρατία, το έθιμο κάποιες χρονιές διακοπτόταν, για διάφορες αιτίες. Κατά τον 20ό αιώνα, η μεγαλύτερη-χρονικά- διακοπή συνέβη για 17 συναπτά έτη. Ήταν από το 1940 μέχρι το 1957. Αιτία ήταν βέβαια ο πόλεμος και οι εξ αυτού αλλεπάλληλες καταστροφές της γέφυρας Αλκαζάρ (Πηνειάδων Νυμφών). Μεταπολεμικά και περίπου για μια δεκαετία, η κατάδυση- όχι πάντα με συμμετοχή κολυμβητών- γινόταν στην πισίνα της 1ης Στρατιάς (Β’ Σώματος Στρατού, τότε), στο σημερινό στρατόπεδο Νικ. Πλαστήρα.
Διαχρονικά, τα κωμικοτραγικά γεγονότα, που συνδέονταν με την κατάδυση του Τιμίου Σταυρού δεν έλειπαν. Για παράδειγμα, το 1900 ένας κολυμβητής έπεσε μεθυσμένος στον Πηνειό και πνίγηκε. Το έθιμο, εξ αυτού του λόγου, δεν επαναλήφθηκε το 1901. Επανήλθε το 1902 και η λαρισινή εφημερίδα ΟΛΥΜΠΟΣ {1], η οποία υποστήριζε την επαναφορά του, ζητούσε την καθιέρωση... αλκοτέστ, στους κολυμβητές! Το γεγονός, περιγράφει ως εξής: «Μετά το λυπηρόν συμβάν του πνιγμού ενός οινόφλυγος (μεθυσμένου) δύτου, κατά το 1900, πρώτοι ημείς από των στηλών τούτων υψώσαμεν φωνήν υπέρ της μη καταργήσεως του εθίμου της καταδύσεως του Σταυρού και της υπό δυτών ανελκύσεως αυτού. Μετά τα μέτρα δε, τα οποία επροτείναμεν εις τας αρμοδίας αρχάς, επανεφέραμεν κατά το παρελθόν έτος το εκτάκτως λαμπρόν και θεαματικόν έθιμον, επιτραπείσης της εισόδου εν το ποταμώ αρκετών δυτών. Εφέτος όμως την κατάδυσιν του Σταυρού καλόν είναι ν’ ακολουθήση και η από της γεφύρας κατάβασις των δυτών, μετά προηγουμένην ιατρικήν εξέτασιν της καρδίας, των μυόνων, της αντοχής και του... ποσού του οινοπνεύματος, όπερ ούτοι θα πίωσιν. Η τελεία δε επαναφορά του μοναδικού της καταδύσεως εθίμου, θ’ ανακαλέση το έκτακτον μεγαλείον της εορτής ήτις από του 1900 βαρυθύμως, υπό όλων σχεδόν, ακούεται. Αι αρχαί ας λάβωσι τα μέτρα των, και ας είναι βέβαιοι ότι ουδέν απευκταίον θα συμβή».
Κατά τα γεγονότα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και της εισβολής των Γερμανών κατακτητών στην Ελλάδα, η γέφυρα ανατινάχτηκε από υποχωρούντες συμμάχους Νεοζηλανδούς ξημερώματα της 19ης Απριλίου 1941 και πάλι ξημερώματα της 23ης Οκτωβρίου 1944 από τους υποχωρούντες κατακτητές. Στα νερά υπήρχαν όγκοι πέτρας και υλικών από τις ανατινάξεις. Επιπλέον, η γέφυρα μετά το 1944 ήταν ξύλινη (όπως και αυτή των κατακτητών). Οπότε, τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, δεν υπήρχε σκέψη για επανάληψη του εθίμου. Η «Ελευθερία» έγραφε χαρακτηριστικά το 1947 [2]: «Κατάδυσις του Σταυρού δεν θα γίνη ούτε φέτος, παρ’ όλον ότι η παλαιά κοίτη έχει αρκετό νερό, διότι η ξύλινη γέφυρα δεν δύναται να ανθέξη εις μεγάλον βάρος».
Στις 24 Σεπτεμβρίου 1947 [3] εγκαινιάστηκε το κολυμβητήριο του Β’ Σώματος Στρατού από τον βασιλιά Παύλο και πήρε το όνομά του, «Κολυμβητήριον βασιλέως Παύλου». Το 1949 η εφημερίδα [4] έγραψε ότι με απόφαση της Μητρόπολης, σε συνεννόηση με τον σωματάρχη αντιστράτηγο Παναγ. Καλογερόπουλο, μετά την τελετή στον ναό του Αγίου Αχιλλίου θα γίνει η κατάδυση του Σταυρού, στις 3 μ. μ. στη στρατιωτική πισίνα (κολυμβητήριο). Η τελετή είχε τη μορφή λαϊκού πανηγυριού, με συμμετοχή χιλιάδων λαού. Όμως, συνοδεύτηκε και από ένα ευτράπελο. Στρατιώτης, τη στιγμή που συναγωνίζονταν οι κολυμβητές να πιάσουν τον σταυρό, έπεσε από άλλο σημείο της πισίνας, με τα ρούχα του, πολύ κοντά στο μέρος που είχε βυθιστεί και τον ανέσυρε! Από το δημοσίευμα της «Ε» στις 7 Ιανουαρίου 1949 αντλούμε τα συμβάντα: Χιλιάδες λαού άρχισαν να συρρέουν στον χώρο του κολυμβητηρίου και μέχρι τις 2.30 μ. μ. όλες οι πλευρές είχαν γεμίσει ασφυκτικά, πλην της εξέδρας των επισήμων. Στην ώρα τους κατέφθασαν ο μητροπολίτης Δωρόθεος, ο σωματάρχης Καλογερόπουλος, ο νομάρχης Παπαδημητρίου και πολλοί άλλοι επίσημοι. Μόλις τελείωσε ο Αγιασμός των υδάτων, ο μητροπολίτης έριξε τον ασημένιο Σταυρό σε απόσταση τεσσάρων περίπου μέτρων από το μέρος, όπου ήταν τα αποδυτήρια. Ταυτοχρόνως, από την άλλη άκρη του κολυμβητηρίου, έπεσαν στο νερό οι κολυμβητές των δύο ομάδων, της στρατιωτικής ομάδας και του Κολυμβητικού Συλλόγου και «ημιλλώντο ευγενώς, ποίος θα φθάση πρώτος εις το σημείον, ένθα έπεσεν ο σταυρός». Εκείνη τη στιγμή ο στρατιώτης Λεωνίδας Ντελιμιχαλάκης, ο οποίος βρισκόταν στην άκρη, κοντά στο σημείο, όπου ρίχτηκε ο σταυρός, έπεσε με τα ρούχα και με αλλεπάλληλες βουτιές, τον βρήκε. Αμέσως μετά κατέφθασε, πρώτος ο Νικ. Λιάμπος του Κολυμβητικού Συλλόγου και τον ακολουθούσε κολυμβητής της στρατιωτικής ομάδας. Ο Ντελιμιχαλάκης παρέδωσε στη συνέχεια τον σταυρό στον μητροπολίτη Δωρόθεο. Όμως, «δια της αστόχου ενεργείας του, ο στρατιώτης Ντελιμιχαλάκης, εγένετο αφορμή ν’ απωλέση όλην την γραφικότητά της η άμιλλα των κολυμβητών...» Στη συνέχεια ο σωματάρχης Παναγ. Καλογερόπουλος κάλεσε τους δύο προαναφερθέντες πρώτους των δύο ομάδων και τους πρόσφερε αναμνηστικά και κύπελλα για τις ομάδες τους. Με απόφαση μητροπολίτη και σωματάρχη, επιτροπή αποτελούμενη από τους δύο κολυμβητές, έναν αξιωματικό και δύο πολίτες, μαζί με τον Τίμιο Σταυρό περιήλθε σπίτια και καταστήματα στη Λάρισα και σε κωμοπόλεις του νομού, για έρανο, επαναφέροντας προπολεμικό έθιμο. Τα χρήματα διατέθηκαν για την ανέγερση του μητροπολιτικού ναού Αγίου Αχιλλίου, που είχε καταστραφεί από τον σεισμό του 1941.
Η ρίψη του Τιμίου Σταυρού στην πισίνα του Β’ Σώματος Στρατού καθιερώθηκε και για τα επόμενα χρόνια. Το 1952 [5] η τελετή είχε την καινοτομία να μεταδοθεί ραδιοφωνικά από τον ραδιοφωνικό σταθμό της Λάρισας, ο οποίος μέχρι και σήμερα στεγάζεται εντός του συγκεκριμένου στρατοπέδου. Εκείνη τη χρονιά έπεσαν 11 κολυμβητές για να ανασύρουν τον σταυρό. Τον ανέσυρε ο ιδιώτης κολυμβητής Κων. Τσαλέρας. Επίσης συμμετείχε και ο έτερος ιδιώτης Δημ. Ανδρέου. Οι υπόλοιποι ήταν όλοι στρατιώτες, οι εξής: Γεωργ. Κυριακόγλου, Εμμαν. Βουρνουξούδης, Πολυχρόνης Σπάρτσος, Δημ. Γιοβάνης, Ηρακλής Ιωαννίδης, Αριστείδης Τσίπτερας, Αθαν. Θεοδωράτος, Στυλ. Βουλάγκας, Αναστ. Ιωάννου. Την επόμενη χρονιά [6], αν και υπήρχαν κολυμβητές, έτοιμοι να βουτήξουν, με εντολή του «αρχηγού της 1ης Στρατιάς» (ήδη από το 1952 είχε ιδρυθεί ο νέος στρατιωτικός σχηματισμός), ο σταυρός ρίφθηκε με κορδέλα. Με κορδέλα ρίχτηκε και στα Θεοφάνια του 1954, με καινοτομία τα λευκά περιστέρια, που απελευθέρωσαν άνδρες του Τάγματος Διαβιβάσεων. Ούτε το 1955 έπεσαν κολυμβητές, αλλά το ρεπορτάζ αναφέρει ότι στην τελετή συμμετείχαν 3.000 λαού [7]. Το 1956 ήταν η τελευταία χρονιά, που η κατάδυση έγινε στην πισίνα της 1ης Στρατιάς.
Το 1957 ο δήμαρχος Λαρίσης Δημήτριος Χατζηγιάννης ζήτησε τόσο από τον μητροπολίτη Δημήτριο, όσο κι από την 1η Στρατιά, να γίνει η τελετή των Θεοφανίων [8] στον Πηνειό. Αν και δεν είχαν ολοκληρωθεί οι διαμορφώσεις της κοίτης πέριξ της γέφυρας, πάρθηκε η απόφαση. Δεν επετράπη όμως να πέσουν κολυμβητές, επειδή ούτε το ρεύμα, ούτε η κοίτη του Πηνειού είχαν διαμορφωθεί. Από τότε η ρίψη του Τιμίου Σταυρού γίνεται κανονικά από τη γέφυρα Αλκαζάρ μέχρι σήμερα.
----
[1] Φύλλο 1ης Ιανουαρίου 1903
[2] Φύλλο 5ης Ιανουαρίου 1947
[3] «Ελευθερία» 25 Σεπτεμβρίου 1947
[4] «Ελευθερία» 5 Ιανουαρίου 1949
[5] «Ελευθερία» 8 Ιανουαρίου 1952
[6] «Ελευθερία» 7 Ιανουαρίου 1953
[7] «Ελευθερία» 7 Ιανουαρίου 1955
[8] «Ελευθερία» 4 Ιανουαρίου 1957

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2025

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Τα Θεοφάνεια του 1900 στη Λάρισα

 
Θεοφάνεια. Πίνακας του Αγήνορα Αστεριάδη. Η τελετή της κατάδυσης  του Σταυρού από την παλιά γέφυρα της Λάρισας. 1973. Μουσείο Βορρέ, Παιανία.Θεοφάνεια. Πίνακας του Αγήνορα Αστεριάδη. Η τελετή της κατάδυσης του Σταυρού από την παλιά γέφυρα της Λάρισας. 1973. Μουσείο Βορρέ, Παιανία.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Των Φώτων αύριο και στην πόλη μας η εορτή αυτή πραγματοποιείται με μεγάλη επισημότητα από τα μέσα περίπου του 19ου αι. [1].

Είναι μία από τις λίγες εκδηλώσεις της Λάρισας που έχουν αποτυπωθεί φωτογραφικά από την περίοδο της τουρκοκρατίας ακόμη. Έχουν διασωθεί μέχρι σήμερα φωτογραφίες και επιστολικά δελτάρια με την τελετή αυτήν, τα οποία δείχνουν τη μαζική προσέλευση του κόσμου στη γέφυρα και τις όχθες γύρω από το ποτάμι, να παρακολουθεί το γεγονός.
Στην εβδομαδιαία εφημερίδα της Λάρισας «Όλυμπος», στο φύλλο της 15ης Ιανουαρίου 1900, δημοσιεύθηκε ρεπορτάζ από την τελετή των Θεοφανείων, το οποίο λόγω του ενδιαφέροντός του θα παραθέσουμε ολόκληρο. Η γραφή είναι στην απλή καθαρεύουσα της εποχής, είναι κατανοητή και το ρεπορτάζ ασχολείται βασικά με δύο θέματα. Στο πρώτο καταγράφεται το τελετουργικό της κατάδυσης του Σταυρού, το οποίο γινόταν την περίοδο εκείνη κάπως διαφορετικά απ’ ό,τι γίνεται σήμερα και στο δεύτερο θέμα καταλογίζει ευθύνες για τον θάνατο ενός εκ των κολυμβητών στην προσπάθεια να ανασύρει τον Σταυρό. Το κείμενο είναι ανυπόγραφο, αλλά συντάκτης του πρέπει να είναι ο δημοσιογράφος της εφημερίδας Ιωάννης Τσαπαλίδης. Ας το απολαύσουμε:
«Η λαμπροτέρα ημέρα του ενιαυτού, καθ’ ήν τα ύδατα πάντα αγιάζονται διά της καταδύσεως του Τιμίου και ζωοποιού Σταυρού, λαμπρά και φωτοβόλος και ηλιοκαής ανέτειλεν εν Λαρίσση. Αμφιβάλλω αν τοιαύτην ημέραν είδεν ετέρα πόλις της Ελλάδος, καθώς επίσης αμφιβάλλω αν ετελέσθη καλλιτέρα τελετή αλλαχού της Πατρίδος ημών. Από της πρωίας ο κόσμος προσήρχετο αθρόως εις τον ναόν τον Μητροπολιτικόν, κατόπιν δε κατέκλυζε τας πέριξ όχθας του μεγαλοπρεπούς Πηνειού και τους περί αυτόν λόφους και τα διάφορα υψώματα και την ποιητικωτάτην αμμουδιάν την φιλουμένην επιχαρίτως υπό του ποταμού [2].
Εις την εορτήν, λοιπόν, την θαυμασίαν της Λαρίσσης προσήρχετο κόσμος άπειρος μειδιών και χαρίεις, μέχρις ου η ώρα η ορισθείσα διά την κατάδυσιν είχεν σημάνει. Η πομπή εξεκίνησεν εκ του ναού μαγαλοπρεπώς, ακολουθούντων πάντων, εν τέλει και του Αρχιεπισκόπου Αμβροσίου του Πλαταμώνος [3] χοροστατούντος. Διελθούσα δε την ωραίαν γέφυραν, έφθασεν εις την εξέδραν την παρά το Αλκαζάρ [4]. Ο αρχιερεύς ακολουθούμενος υπό των ιερέων και διακόνων, ανήλθεν επ’ αυτής και ανέγνω τας ποιητικοτάτας εκείνας ευχάς του αγιασμού μετά θαυμαστής όντως ευγλωττίας και χάριτος, σπάνιον εις τους αναγινώσκοντας ευχάς κληρικούς, τους εξ έξεως τρώγοντας τας λέξεις και τας συλλαβάς. Ο Αρχιερεύς Αμβρόσιος καθαρώτατα και ηχηρώς αναγιγνώσκων τας ευχάς ταύτας, τους πάντας κατέθελξε και συνεκίνησε. Οθωμανός εκ των εγκρίτων, πλησίον εκεί πού ευρισκόμενος, εξέφρασε τον θαυμασμόν του επί τούτω. Μόλις ήρξατο ο Αρχιερεύς ψάλλων το «Εν Ιορδάνη», ο λαός απεκαλύφθη και ώρμησεν εκεί ίνα λάβη ύδωρ ηγιασμένον από των χειρών του Αρχιερέως και πίη εξ αυτού, ραντίση δε και τον σπόρον ίνα παραγάγη η γη αφθόνους τους δημητριακούς. Γενέσθω ίλεως ο ύψιστος επί της πεινώσης Θεσσαλίας. Εκ του αγιασμού λαμβάνουσι μετά σεβασμού και οι Οθωμανοί βέηδες και ραντίζουσι τα τσιφλίκια των.
Τέλος, ο Αρχιεπίσκοπος κατήλθε της εξέδρας και μετά της αυτής ης και πρότερον πομπής εξεκίνησε και αύθις, προπορευομένων των εξαπτερύγων, των ιερέων και των διακόνων και ακολουθούντος πλήθους λαού, έφθασεν εις το κέντρον της γεφύρας, όπου ήσαν παρατεταγμέναι δεκάδες τινες ευτόλμων κολυμβητών, αναμενόντων από πρωίας γυμνών την ώραν της καταδύσεως. Το έθιμον τούτο του κολυμβήματος του επικινδύνου, ως απεδείχθη εκ του κατόπιν δυστυχήματος, δεν μου αρέσκει. Υψώ φωνήν διά την κατάργησιν. Ο Αρχιερεύς ευλογήσας το πλήθος έρριψε τον σταυρόν εις τον ποταμόν, του στρατού παρουσιάσαντος όπλα και του λαού μετ’ ευλαβείας αποκαλυφθέντος. Οι κολυμβηταί ήσαν πάντες εν τω ποταμώ προς ανεύρεσιν του σταυρού, όν και ανεύρον και έφερον και αύθις επάνω προς άγραν …δεκαρών. Δυστυχώς κολυμβητής τις παρασυρθείς υπό του ρεύματος επνίγη ενώπιον τόσου πλήθους, συγκινηθέντος εκ του σπαρακτικού θεάματος. Εντύπωσιν οικτράν ενεποίησεν η αναλγησία των κολυμβητών των μη ριφθέντων εις τον ποταμόν, προς διάσωσιν του αδικοπνιγέντος παιδίου. Αν επρόκειτο να ριφθή και έτερος σταυρός τάχα θα έμεινον απλοί ούτοι θεαταί; Τις οίδε! Τέλος η πανήγυρις των Θεοφανείων θα ήτο λαμπροτάτη, ως ήτο, και μάλλον χαρμόσυνος αν δεν συνέβαινε το τους πάντας καταθλίψαν δυστύχημα. Εν προσεχεί μέλλοντι ας παύση το κολύμβημα τούτο το οποίον εκτός του ότι είναι επικίνδυνον είναι και ουχί ευχάριστον διά τους θεατάς, μη έχοντας τόσην διάθεσιν να βλέπωσι γυμνά και τρέμοντα εκ του ψύχους σώματα».
Εκ του γεγονότος αυτού από το 1902 και μετά, οι κολυμβητές συγκεντρώνονταν, όπως και σήμερα, στην αριστερή όχθη του Πηνειού και απ’ εκεί έπεφταν στα νερά του ποταμού μόλις ο Μητροπολίτης, ευρισκόμενος στο μέσον της γέφυρας, έριχνε τον Σταυρό.

 

[1]. Μετά το τέλος του Κριμαϊκού πολέμου (1853-1856) επετράπη από την Οθωμανική Διοίκηση της Λάρισας, ύστερα από αίτημα του Έλληνα πρόξενου, να γίνεται η τελετή της κατάδυσης του Σταυρού από τη μεγάλη γέφυρα στα νερά του Πηνειού. Μέχρι τότε γινόταν μέσα στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγ. Αχιλλίου, τη γνωστή Βασιλική του Καλλιάρχη.
[2]. Με τον όρο «ποιητικωτάτη αμμουδιά» ο δημοσιογράφος εννοεί το νησάκι που υπήρχε στο κέντρο της κοίτης του ποταμού στο ύψος του ναού του Αγ. Αχιλλίου, δίχαζε τη ροή του και είχε σχηματισθεί από προσχώσεις.
[3]. Τον Ιανουάριο του 1900 ο επίσκοπος Πλαταμώνος Αμβρόσιος είχε επιλεγεί ήδη ως Μητροπολίτης Λαρίσης, αλλά το βασιλικό διάταγμα είχε καθυστερήσει να δημοσιευθεί στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως και η ενθρόνισή του στη Λάρισα έγινε έναν μήνα αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1900.
[4]. Η εξέδρα στηνόταν στο ύψος όπου σήμερα βρίσκεται η αναθηματική στήλη των πεσόντων αξιωματικών και οπλιτών του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Ένα μέρος της εξέδρας προεξείχε και μέσα στην κοίτη του ποταμού.

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2025

 

ΑΡΧΕΙΑ ΚΑΙ ΜΝΗΜΕΣ ΤΗΣ ΛΑΡΙΣΑΣ

Η αναμνηστική πλάκα για τον Κώστα Κρυστάλλη


Η σπασμένη πλάκα στην προτομή των Μάιο του 2024Η σπασμένη πλάκα στην προτομή των Μάιο του 2024

Από τον Βαγγέλη Ρηγόπουλο

Είχαν περάσει 85 χρόνια από την τοποθέτησή της...

Η μαρμάρινη πλάκα στην προτομή του Κώστα Κρυστάλλη στο Αλκαζάρ δεν «κρατήθηκε» άλλο. Ξεκόλλησε και έπεσε στις διακοσμητικές πέτρες του μνημείου, σπάζοντας στα δύο. Η λιτή επιγραφή «Όμιλος Εκδρομέων Λαρίσης έστησε  1939» δεν μπορούσε να διαβαστεί ολόκληρη.  Ήταν κάπου στα τέλη της άνοιξης του 2024...
Το συγκεκριμένο γεγονός και μια σειρά άλλων, τα οποία ακολούθησαν, πυροδότησε το ενδιαφέρον  πολιτών για την επανατοποθέτησή της. Ο Κώστας Κρυστάλλης ήταν η αφορμή και ο κ. Νικ. Παπαθεοδώρου η αιτία, για να ξεκινήσουν τα «αρχεία και μνήμες» στην «Ε», στην ανατολή του 2025.
Με κύριο υλικό από τα αρχεία της εφημερίδας, αλλά κι από άλλα έντυπα [1], μαρτυρίες ανθρώπων κ.λπ., θα επανέρχονται στο σήμερα παλιότερα συμβάντα, κάπως πιο «φρεσκαρισμένα». Σε σχέση πάντα, με τη Λάρισα.  
Η προτομή αποκαλύφθηκε στις 21 Ιανουαρίου 1940 μια χρονιά ιστορική, η οποία παραπέμπει στο «Έπος του ΄40». Το γλυπτό και η αναμνηστική πλάκα ήταν έτοιμα από το 1939, όπως φανερώνει η επιγραφή, αλλά υπήρξαν καθυστερήσεις. Ο  Όμιλος Εκδρομέων Λαρίσης είχε συσταθεί το 1924 [2] και από το 1938 είχε αποφασίσει την ανέγερση προτομής του Κρυστάλλη.
Για την προτομή είχε γράψει στη στήλη του ο κ. Νίκος Παπαθεοδώρου [3] και τα εξής:  
«Από τους εμπνευστές της απόφασης αυτής μεταξύ των άλλων ήταν και ο μετέπειτα Λαρισαίος καλλιτέχνης Μήτσος Κατσικογιάννης. Προχώρησαν σε προκήρυξη πανελλήνιου διαγωνισμού μέσω των αθηναϊκών εφημερίδων για την φιλοτέχνιση προτομής του Κώστα Κρυστάλλη. Απ' όλες τις προτάσεις προτιμήθηκε αυτή του Νίκου Γεωργαντή [4],  γιατί αυτή ήταν η γνώμη δύο επιτροπών, μιας στην πόλη μας και μιας άλλης στην Αθήνα.
Στην Αθήνα, την φιλοτέχνιση της προτομής του Κρυστάλλη στον γύψο και το μάρμαρο παρακολουθούσε επταμελής επιτροπή, η οποία απαρτιζόταν από τον ζωγράφο Αγήνορα Αστεριάδη, τον δημοσιογράφο Θωμά Μαλαβέτα, τον κριτικό τέχνης Μιχαήλ Ροδά, τον ποιητή Κώστα Σταμπολή, τον λογοτέχνη Τάσο Ζάππα, τον δικηγόρο Βησσαρίωνα Στεργιόπουλο και τον έμπορο Νικόλαο Κουλουμούνδρα, όλοι τους φιλότεχνοι»…
Η απόφαση για την ανέγερση της προτομής του Κρυστάλλη απέκτησε υποστηρικτές και επικριτές, με ανταλλαγές απόψεων στις τοπικές εφημερίδες «Ελευθερία» και «Κήρυξ».
Τον Φεβρουάριο του 1938 ήρθε στη Λάρισα και μίλησε για τον Κρυστάλλη ο ποιητής Σωτήρης Σκίπης [5]. Η εκδήλωση είχε οργανωθεί από το Τμήμα Γραμμάτων και Τεχνών του Ομίλου Εκδρομέων Λαρίσης στον κατάμεστο κινηματογράφο «Πάλλας». Ο Σκίπης μάλιστα απήγγειλε και δύο δικά του ποιήματα. Η παρουσία του ποιητή  Σωτήρη Σκίπη στη Λάρισα ήταν σημαντικό γεγονός.  
Τα αποκαλυπτήρια της προτομής στις 21 Ιανουαρίου του ’40, ήταν πανηγυρικά. Από το ρεπορτάζ του «Κήρυκα» [6] αντλούμε και τα εξής: Μέλη του ομίλου της Λάρισας υποδέχονταν αποστολές φυσιολατρών στους σιδηροδρομικούς σταθμούς και τα πρακτορεία των λεωφορείων, από το πρωί. Η κεντρική εκδήλωση έγινε στον κινηματογράφο «Πάλλας» παρουσία και του γλύπτη Νίκου Γεωργαντή, με πρώτο ομιλητή τον πρόεδρο του ομίλου Αχιλλέα Καρανάσιο. Ποίημα απήγγειλε ο μαθητής Χρήστος Κρυστάλλης εγγονός του τιμώμενου ποιητή, γιος του συμπολίτη συνταξιούχου αξιωματικού Κων. Κρυστάλλη.
Στη συνέχεια σχηματίστηκε πομπή από το «Πάλλας» μέχρι το Αλκαζάρ, με επικεφαλής τη φιλαρμονική της Φρουράς. Ο πολύς κόσμος πήρε θέση στην οδό Κώστα Κρυστάλλη κι ακολούθησε νέος κύκλος ομιλιών. Στην εκδήλωση συμμετείχαν εκδρομικά σωματεία από τον Βόλο, τη Θεσσαλονίκη, την Αγιά και τη Λάρισα.  
Στις 13 Αυγούστου του 2024 παρουσιάζεται στη γενέτειρά του, το Συρράκο του Δήμου Βορείων Τζουμέρκων της Ηπείρου, μια νέα έκδοση των Απάντων του ποιητή. Έργο του συρρακιώτη συγγραφέα και καθηγητή Ανθρωπιστικών Σπουδών και Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας  Ευάγγελου Αυδίκου.
Ο εμβληματικός τόμος των 1176 σελίδων συνετέλεσε τα μέγιστα να «επανέλθει» στη σημερινή επικαιρότητα ο ποιητής Κώστας Κρυστάλλης.
Ο συγγραφέας αναφέρεται και στην προτομή στο πάρκο Αλκαζάρ, με την επισήμανση ότι ήταν η δεύτερη που δημιουργήθηκε στην Ελλάδα, μετά εκείνη στην Άρτα το 1930.
Εκ των βασικών ομιλητών στην εκδήλωση του Αυγούστου 2024 στο Συρράκο ήταν και ο Λαρισαίος γιατρός και ποιητής κ. Κώστας Λάνταβος.
Σε αποστροφή της ομιλίας του σημείωσε: «Ενδιαφέρουσα είναι η άποψη του Σωτ. Σκίπη (ο οποίος μίλησε για τον Κρυστάλλη και στη Λάρισα, σε φιλολογικό μνημόσυνο, κληθείς εκεί επί τούτου, καθώς είχε ζήσει αρκετά χρόνια στην πόλη): «Τι σημαίνει άλλως τε ο δρόμος που παίρνει κανείς για ν’ ανεβεί στον δρόμο της Ομορφιάς; Ο Κρυστάλλης επήρε αυτόν που του ταίριαζε πιο πολύ κι έφτασε ως την κορφή του. Κι έμεινε από την αρχή ως το τέλος απλός, απροσποίητος, καθάριος. Κι αν χρειαζόταν να του δώσω ένα διακριτικό γνώρισμα, θα τον ονόμαζα φολκλορίστα (έχει κάποιες αναλογίες με το Φρειδερίκo Μιστράλ, το μεγάλο φολκλορίστα της Προβηγγίας, τουλάχιστον στη βάση του)».
Πλέον, τη σκυτάλη πήρε ο Δήμος Λαρισαίων και σύντομα αναμένεται αποκατάσταση της πλάκας στο Αλκαζάρ.

 

[1] Ευχαριστίες στο μέλος της Φωτοθήκης Αχιλλέα Καλτσά που αναδιφά και εκείνος τα αρχεία εφημερίδων και εντύπων.
[2]Εφημερίδα «Θεσσαλία» Βόλου 15 και 19 Αυγούστου 1924.
[3]Εφημερίδα «Ελευθερία» 24 Σεπτεμβρίου 2017.
[4] Ο Νικόλαος Γεωργαντής (1883-1947) ήταν γλύπτης, ο οποίος γεννήθηκε και πέθανε στην Αθήνα. Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (Α.Σ.Κ.Τ.) της Αθήνας, με δάσκαλο τον Γεώργιο Βρούτο.
[5]Εφημερίδα «Ελευθερία» 14 Φεβρουαρίου 1938.
[6]Εφημερίδα «Κήρυξ» 23 Ιανουαρίου 1940.

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2025

 

ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

Η Μανιάρειος Σχολή Αμπελακίων

Μια περιγραφή της του 1918

 
Η είσοδος της Μανιαρείου Σχολής με καθηγητές και μαθητές.  εφ. ΕΛΛΑΣ, Αθήναι, φύλλο της 15ης Ιουλίου 1910. Η είσοδος της Μανιαρείου Σχολής με καθηγητές και μαθητές. εφ. ΕΛΛΑΣ, Αθήναι, φύλλο της 15ης Ιουλίου 1910.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Ελάχιστοι ίσως γνωρίζουν ότι κατά τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας (1879) τα Αμπελάκια απέκτησαν ένα τεράστιο σε μέγεθος εκπαιδευτήριο, που όμοιό του δεν υπήρχε την περίοδο εκείνη στη Θεσσαλία. Αναφερόμαστε στη Μανιάρειο Σχολή. Ένδοξο τέκνο της κωμοπόλεως αυτής ο Αδαμάντιος (Διαμαντής) Μάνιαρης το 1870 και ενώ ήταν διευθυντής του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας στην Ερμούπολη της Σύρου, συνέταξε τη διαθήκη του με την οποία άφηνε πολλά από τα εισοδήματά του για την ίδρυση και συντήρηση Σχολείου στη γενέτειρά του, τα Αμπελάκια, το οποίο επιθυμούσε να φέρει το όνομά του. Επικρατεί η άποψη ότι η Σχολή κτίσθηκε στον χώρο όπου βρισκόταν το πατρικό του σπίτι. Ο χρόνος όμως έδειξε ότι ο χώρος αυτός ήταν ακατάλληλος για τη μελλοντική τύχη του κτιρίου, λόγω της μεγάλης κλίσης και των συχνών κατολισθήσεων του εδάφους. Για τον λόγο αυτό η διαχειριστική επιτροπή του κληροδοτήματος έλαβε την απόφαση το 1929 να το εγκαταλείψει και να κτίσει νέο, αυτό που υπάρχει μέχρι σήμερα, στην ανατολική πλευρά του οικισμού, κοντά στην εκκλησία του Άγ. Γεωργίου.


Παρά τη λαμπρότητα και το μέγεθος του σχολικού συγκροτήματος, οι φωτογραφικές απεικονίσεις που έχουμε είναι ελάχιστες. Η συνεχιζόμενη έρευνα όμως σε παλαιότερα έντυπα ή αρχεία μας προσφέρουν νέες απόψεις και νέα ιστορικά στοιχεία. Στο σημερινό μας κείμενο θα προσθέσουμε δύο νέα ιστορικά τεκμήρια του κτιρίου της Μανιαρείου Σχολής, μια φωτογραφία του 1910 και μια σύντομη περιγραφή από καθηγητή της του 1918.
Η σημερινή εικόνα που συνοδεύει το κείμενο έχει εντοπισθεί στην εβδομαδιαία εφημερίδα των Αθηνών «Ελλάς» στο φύλλο της 15ης Ιουλίου 1910. Η εφημερίδα αυτή δεχόταν και δημοσίευε φωτογραφίες αναγνωστών της απ’ όλη την Ελλάδα. Η συγκεκριμένη είχε σταλεί από τη δεσποινίδα Ευγ. Παπαποστόλου από τη Λάρισα. Παριστάνει ορισμένους καθηγητές και μαθητές στο πλατύσκαλο μπροστά από την κύρια είσοδο του κτιρίου της Σχολής. Η φωτογραφία έχει αντιγραφεί από την εφημερίδα και η ποιότητά της δεν είναι άρτια. Όμως μας δίνει μια άποψη της μεγάλης τοξοστοιχίας στην πρόσοψή του.
Το δεύτερο ιστορικό τεκμήριο είναι η επιστολή ενός καθηγητού της Σχολής του οποίου γνωρίζουμε μόνον το μικρό του όνομα, Λάμπρος, προς τη μνηστή του Μαρία, όπου περιγράφει με λίγα λόγια το κτίριο της Μανιαρείου και τη ζωή του στα Αμπελάκια. Παρατίθεται ολόκληρη ως έχει, με τη σύνταξη και την ορθογραφία της εποχής και νομίζω ότι παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Γράφει λοιπόν ο καθηγητής:
«Αμπελάκια 22 Νοεμβρίου 1918
(Παρασκευή)
Φιλτάτη μου Μαρία
Χθες, όπως σου έγραφα, με όλη την κακοκαιρία κατόρθωσα να μετακομίσω, διότι το είχα πάρει πλέον απόφαση και ήτο αδύνατον να μείνω σε εκείνο το ερείπιο, χωρίς κίνδυνο να ξαναρρωστήσω. Και τώρα που νομίζεις ότι μετακόμισα; Εις το Σχολείον. Αυτό το εζήτησα από πέρυσι, αλλά δεν το κατόρθωσα. Τώρα με την ασθένειά μου το επέτυχα, διότι δεν μου παρεχώρει κανείς κατοικίαν, δια τον λόγον ότι είμαι ...άγαμος.
Θα σου περιγράψω τώρα την νέαν μου κατοικίαν. Το Σχολείο μας είναι ένα μεγάλο κτίριο, σαν ένα μεγάλο μοναστήρι. Στη μέση είναι μια μεγάλη αυλή με το περιβόλι και γύρω-γύρω είναι διαφόρων ειδών δωμάτια εις δύο πατώματα, τα οποία χρησιμεύουν δια το Ελληνικόν Σχολείον, το Δημοτικόν των Αρρένων και το Δημοτικόν των Θηλέων. Άλλα είναι αποθήκαι του Επισιτισμού και άλλα είναι Ταχυδρομείον. Υπάρχουν και αρκετά άδεια. Αυτή είναι η λεγόμενη Μανιάρειος Σχολή, συντηρημένη εκ του κληροδοτήματος Μάνιαρη. Κτίριον ογκώδες, αλλά παλαιού ρυθμού. Εις ένα λοιπόν από τα πολλά δωμάτια, το οποίον πέρυσι που είμεθα τρεις καθηγηταί το εχρησιμοποίουν δια την Γ’ Τάξιν, εγκαταστάθηκα εγώ. Ένα δωμάτιο όχι μεγάλο, συμμαζεμένο, φωτεινό, ευήλιο, στο επάνω πάτωμα. Με άλλους λόγους το καλύτερο του Σχολείου δια κατοικίαν. Αυτού μέσα ετοποθέτησα μία καλή θερμάστρα και ένα μαγκάλι. Επρομηθεύτηκα ξύλα, κάρβουνα. Μόλις χθες ήλθα και εκάθησα, αμέσως εκατάλαβα τη διαφορά. Αμέσως εζωογονήθηκα. Έχω το Σχολείον δίπλα μου, το Γραφείον επίσης, καθώς και το Ταχυδρομείον και Τηλέφωνον. Η γυναίκα που μου μαγειρεύει κάθεται κοντά. Έχω διαρκή υπηρεσίαν από τους μαθητάς. Δεν έχω να βγω διόλου έξω. Μόνον τας εορτάς που είμαι κατάμονος, καθώς και την νύκτα, που περιφέρομαι σαν ηγούμενος, με το λυχνάρι στα χέρια. Είναι λιγάκι άγριο τη νύκτα, γιατί σου είπα πως το Σχολείον είναι ολόκληρο χάνι, μοναστήρι και ευρίσκεται σχεδόν εις την άκρη και είναι λίγο απόκεντρο.
Σήμερα ύστερα από έναν μήνα έκανα την εμφάνισή μου στο Γραφείον του Σχολείου. Δυστυχώς παρεσύρθην και χωρίς προφύλαξιν άρχισα αμέσως εργασία, όχι εννοείται στις τάξεις, έτρεξα στο τηλέφωνο και σαν να κρύωσα λιγάκι. Καλό όμως κι’ αυτό για να διδάσκωμαι να προφυλάσσωμαι. Από σήμερα ελπίζω να αρχίσω να γίνωμαι πλέον εντελώς καλά, προ πάντων διότι έχω μεγάλη ζέστη. Μέρα νύχτα ανάβει η θερμάστρα και το μαγκάλι μέσα στο δωμάτιο. Διατηρώ άσβεστον πύρ (sic).Εκείνο που μου λείπει είναι τα χειμερινά ρούχα και ένα ελαφρό κλινοσκέπασμα ακόμη.
Η κυρά μαμμή, η Χαλκιού, που με περιποιήθη στην ασθένειά μου, εξακολουθεί να με επισκέπτεται καθημερινά, να μου φέρνη βραστά κάστανα και να με ρωτά αν χρειάζομαι κρέας ή τίποτε άλλο. Εννοείται ότι την εφιλοδώρησα γενναιότατα και παρά πάσαν προσδοκίαν της. Με συμβουλεύει τακτικά να έλθω αυτού, να κάμω τους γάμους και να σε φέρω εδώ για να σε γνωρίση, να ανοίξω σπίτι και να μην αρρωσταίνω πλέον».
Ασπασμούς εις όλους. Σε φιλώ γλυκά
Λάμπρος