Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013


Μεσαιωνική Θεσσαλία
* Από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου

Η σλαβική εισβολή

Κοιτίδα των Σλάβων ήταν η νότια Πολωνία και η Λευκορωσία. Πιεζόμενοι από άλλους λαούς κατέληξαν στην Παννονία (Ουγγαρία). Από εκεί οι Σλάβοι εισέβαλλαν συχνά ως σύμμαχοι των Ονογούρων, λεηλατώντας την ύπαιθρο. Στη συνέχεια επέστρεφαν στις εστίες τους. Αργότερα, οι επιδρομές τους άλλαξαν χαρακτήρα. Τώρα πλέον είχαν μαζί τους και γυναικόπαιδα, διότι επεδίωκαν να μετοικήσουν στο εσωτερικό του βυζαντινού κράτους. 
Η χρονιά σταθμός της μεγαλύτερης εισβολής Σλάβων ήταν το 577, χρονιά κατά την οποία οι εισβολείς κατέστρεψαν διάφορες περιοχές και της Θεσσαλίας. [Άλλη μια ιστορική επιβεβαίωση
για τους προγόνους των σημερινών Σκοπιανών. Εμφανίστηκαν στη Βαλκανική μεταξύ 6ου και 7ου αι.μ.Χ. και διεκδικούν συνέχεια με το ελληνικό φύλο των Μακεδόνων που εμφανίστηκε 1500 περίπου χρόνια πιο πριν (8ος αι. π.Χ.)!] Ακόμη, μεγάλες ομάδες απ’αυτούς κατέληξαν στην Πελοπόννησο όπου και δημιούργησαν φυλετικούς θύλακες στο εσωτερικό της.
Στις καταστροφές που προξένησαν στα μέρη που κατέκτησαν αναφέρονται πολλοί ιστορικοί της εποχής(1).Όμως οι «παροικίες» αυτές των Σλάβων δεν άντεξαν στο χρόνο διότι ο διοικητής του Ιλλυρικού Ιωάννης με τη βοήθεια Αβάρων, αντιμετώπισε τους παρείσακτους. Έτσι στρατός 60.000 Αβάρων με αρχηγό το Χάνο Βαϊανό εισέβαλε στις πρώιμες «Σκλαβηνίες» (όπως ονομάζονταν οι ημιαυτόνομες περιοχές που κατείχαν οι Σλάβοι) και εκδίωξαν τους Σλάβους προς Βορράν. Αδύναμοι να αντιμετωπίσουν τους Αβάρους,πολλές σλαβικές ομάδες επανήλθαν στην παλιά τους κοιτίδα, βορείως του Ίστρου (Δούναβη). Τα επόμενα χρόνια παρατηρούνται από κοινού επιδρομές Σλάβων και Αβάρων κατά της αυτοκρατορίας. 
Έτσι, για παράδειγμα, το 584 και το 586 πολιόρκησαν, χωρίς αποτέλεσμα, τη Θεσσαλονίκη. Τα σλαβικά φύλα, βλέποντας ότι δεν υπήρχε στον ευρωπαϊκό χώρο σοβαρή βυζαντινή στρατιωτική παρουσία, δεν αρκέστηκαν στις λεηλασίες αλλά εγκαταστάθηκαν σε εδάφη της αυτοκρατορίας καταλαμβάνοντας μόνιμα πολλές περιοχές της στα νότια του Δούναβη, δηλαδή περιοχές της ση-
μερινής Κροατίας, Σερβίας, Κοσσυφοπεδίου, Δαρδανίας (Β. Μακεδονίας), κ.α. Μικρότερες ομάδες Σλάβων κατέβηκαν νοτιότερα στον ελλαδικό χώρο και δημιούργησαν τις  προαναφερθείσες «Σκλαβηνίες» σε αραιοκατοικημένες περιοχές της υπαίθρου(2), οι οποίες
θεωρούνταν σλαβικοί θύλακες μέχρι το τέλος του 9ου αιώνα. Τέτοιες ομάδες ήταν οι Εζερίτες και οι Μηλιγγοί του Ταϋγέτου καθώς και διάφορες άλλες σε Ηλεία,Κορινθία και Μεσσηνία. 
 Στη Θεσσαλία γνωστή ομάδα ήταν οι Βελεγιζήτες(3) που κατοικούσαν στην περιοχή των Φερών. Σ’ αυτούς οφείλεται και η ονομασία της κωμόπολης Βελεστίνο (Βελεχατούια 10ος αι.). Γνω-
στότερος ηγέτης των Θεσσαλών Σλάβων ήταν ο Ακάμηρος (Akamir)(4). Φαίνεται όμως, βάσει των τοπωνυμίων, ότι Σλάβοι κατοίκησαν επίσης στα ανατολικά της Λάρισας (Όσσα), σε ημιορεινές περιοχές των Τρικάλων και στον Ανατολικό Όλυμπο (Πιερίας). Έτσι πλήθος τοπωνυμίων έχουν περάσει στη γλώσσα μας από εκείνη τη μακρινή εποχή και τη σλαβική (και τη βουλγαρική, το 10ο αιώνα) γλώσσα: Κίσσαβος (kisa = βροχή, Κίσσαβος = βροχερός, Όσσα), Βερλίκι (Δερματάς),Βελίκα (velik= μεγάλος), Βοϊβόνδα <σλαβ. voivoda =στρατηγός (Βασιλική Τρικάλων), Κάπιστα (kapija =πύλη, είσοδος, Σωτηρίτσα), Κουκουράβα <kukuruzina=καλαμιά, (Αμυγδαλή), Σελίτσανη (Ανατολή), Νιβόλιανη,ίσως: nivelisanje=ισοπέδωση (Μεγαλόβρυσο), Ρέτσιανη (Μεταξοχώρι), Πλαβίτσα (plavan= πλημμυρισμένος,Πλασιά), Βελεστίνο, (από το Βελεχατούια), Βόργιανη (Αχλαδοχώρι), Βελέσνικο (Αετοράχη), Γαρδίκι (= σλαβ.κάστρο), Γορίτσα (Αγ. Ανάργυροι Φαναρίου και τοπωνύμιο του Βόλου), Γρούβιανη (κοντά στην Ποταμιά
Αγιάς), Γροχοβό (κοντά στο Φανάρι), Ντρίσκολη (Κρήνη Φαρσάλων), Δρόγγος (το βουνό της Μακρυνίτσας),Ζαβλάντια <zavladiciti= χειροτονώ, (Παλιόπυργος Τρικάλων), Αβαρνίτσα (πάνω από την Παλαιά Σκοτίνα Πιερίας), Ζαγορά (zagorje= περιοχή πέρα από τα βουνά), Ζάρκος < zarko = φλογερά, καυτερά), Κάπουρνα (Γλαφυρές Βόλου), Κλινοβίστα (Κλεινός Τρικάλων),
Κόζιακας, Κόρμποβο (Λαγκαδιά Τρικάλων), Κούρσεβο5 (Ελληνόκαστρο Τρικάλων), Γράλιστα (Ελληνόπυργος),Σμόκοβο(6), Λιμπόχοβο (Παναγιά Καλαμπάκας), Λαψίστα (Γόμφοι), Λεβάχοι, Μίντζιανη (Αγναντερό Καρδίτσας), Οροχοβιάνα (περιοχή Καλαμπάκας), Πουλιάνα
(α)πουλιάνα= (βουλγ.) χέρσος τόπος), Πρεβέντα (Preventivan=προφυλαγμένος, Διάβα Καλαμπάκας), Ραδοβίσδι (σύνορα Άρτας- Τρικάλων), Ριζάβα (Ριζοβούνι Καρδίτσας), Σλάταινα (Ρίζωμα Καλαμπάκας), Σλοντοβό (δυτικά των Τρικάλων), Σμόλια (smola=ρητίνη, Αγριελιά
Καλαμπάκας), Στάριτσα (starica= γερόντισσα, Τσαριτσάνη), Τέρναβος (ή Μελούνα, όρος δίπλα στον Τύρναβο), Τζηρίτζοβο ή Τζερνίτσοβο (κοντά στο Μεγαλοχώρι Τρικάλων),Τραμπουχούνιστα και αργότερα Μπουχούνιστα, (το πρώτο συνθετικό του τοπωνυμίου ίσως από: trabunjianje= φλυαρία, Μεγαλοχώρι Τρικάλων), κ.α.
Αν σκεφτούμε ότι στην Πελοπόννησο και στη Δυτική Μακεδονία υπάρχουν πολύ περισσότερα τοπωνύμια σλαβικής προέλευσης, τι μπορούμε να συμπεράνουμε;
Ότι δικαιώνεται ο Φαλμεράιερ, που ισχυρίστηκε ότι «στο αίμα των σύγχρονων Ελλήνων δεν κυλάει ούτε σταγόνα αρχαίου ελληνικού αίματος»; Μα και βέβαια όχι. Γιατί αν η καταγωγή των κατοίκων μιας περιοχής φαίνεται από τα τοπωνύμια, τότε, για παράδειγμα, οι
κάτοικοι της σημερινής Τουρκίας είναι... Έλληνες (ISMIR< εις την Σμύρνην, ISNIK< εις Νίκαιαν, SAMSUN< Σαμψούντα, SINOP <Σινώπη, KALIPOL <Καλλίπολη, ANKARA<Άγκυρα, κ.α.)! Ή από την άλλη ότι οι κάτοικοι της σημερινής πεδινής Θεσσαλίας είναι... Τούρκοι (Μπαϊσλάρι, Καζακλάρι, Νεμπεγλέρι, Καραντάου, κ.α.)!
Εύκολα λοιπόν μπορούμε να καταλάβουμε το αβάσιμο των ισχυρισμών του Φαλμεράιερ. Όμως, στο ερώτημα:τι απέγιναν οι Σλάβοι των «Σκλαβηνιών»; Η απάντηση είναι πως, αν εξαιρέσουμε τους Εζερίτες του Βορείου Ταϋγέτου, που η ύπαρξή τους σημειώνεται ως τα τέλη του 11ου αιώνα, οι υπόλοιποι, μέσα σε διάστημα δύο,τριών αιώνων, συγχωνεύτηκαν πλήρως με το ντόπιο ελληνικό στοιχείο και εξελληνίστηκαν. Αν, σύμφωνα με τους οπαδούς της θεωρίας του Φαλμεράιερ, δεν υπήρχαν τον 6ο, 7ο και 8ο αιώνα καθόλου Έλληνες στην Πελοπόννησο και αλλού, τότε πώς πραγματοποιήθηκε ο εξελληνισμός τους; Ας δούμε τώρα τους βασικούς ρυθμιστές αυτής της φυλετικής μεταλλαγής.
Πρώτος παράγοντας ήταν η ελληνική γλώσσα που βρήκε εύφορο έδαφος διάδοσης μιας και η Σλάβοι δεν είχαν τότε γραπτή γλώσσα. Δεύτερος, όχι ιεραρχικά,ρυθμιστής ήταν η Ορθόδοξη Εκκλησία, που έφερε σύντομα το μήνυμα του Ευαγγελίου στους βάρβαρους παγανιστές αγρότες και νομάδες κτηνοτρόφους του Βορρά, είτε αυτοί βρίσκονταν στο εσωτερικό της αυτο-
κρατορίας (Σκλαβηνίες), είτε εκτός συνόρων (Κύριλλος-Μεθόδιος στη Μοραβία, και αλλού).
 Και ενώ αυτό αποδεικνύεται ιστορικά, είναι να απορεί κανείς με τους σύγχρονους «ιστορικούς» της προπαγάνδας και τους «συγγραφείς» της νέας τάξης που προσπαθούν με κάθε τρόπο να διαστρέψουν το ρόλο της Ορθοδοξίας ή να εξοβελίσουν κάθε συμμετοχή αυτής στη διαμόρφωση
του Νέου Ελληνισμού, με σκοπό, προφανώς, να προλειάνουν το έδαφος για μια παγκόσμια κοινωνία-συνονθύλευμα εθνών, χωρίς διακριτά πολιτισμικά χαρακτηριστικά.
Στο επόμενο άρθρο μας, τη μεθεπόμενη Κυριακή,θα ασχοληθούμε με το λεγόμενο «σκοτεινό» 8ο αιώνα και τα γεγονότα που αφορούν στη Θεσσαλία.

*Ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου είναι δάσκαλος
στο 32ο Δ. Σχ. Λάρισας- συγγραφέας
Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

(1) Ιωάννης Εφέσου, Εκκλησιαστική Ιστορία, β΄6,25 , Μένανδρος σ. 331-334, εκδ. Βόννης.
(2) Άλλωστε από κανέναν ιστορικό της εποχής δεν αναφέρεται κάποια κατάληψη πόλης ή κάστρου στη Θεσσαλία ή την υπόλοιπη Ελλάδα.
(3) Ο βυζαντινός στρατός ανέλαβε δράση εναντίον τους το θέρος του 599.
(4)Kων. A. Οικονόμου, Η Λάρισα και η θεσσαλική Ιστορία, Γ΄ τόμος, Λάρισα, 2008.
(5) Συνηθισμένες καταλήξεις της Σλαβικής Γλώσσας είναι: -έβο, -άβο, -ιανη, -βίστα, -ιανα, κ.α.
(6) Το Σμόκοβο, σύμφωνα με την Α. Αβραμέα σημαίνει στα σλαβικά «Δρακότοπος», όμως στη Σλαβική smokovina είναι συκεώνας, τόπος με συκιές.

Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2013

«Ο Κήπος των Αλευαδών»
Γράφει ο Στέφανος Μιστάρας
Φυσικός - Ιστορικός Μελετητής

Αυτό τον καιρό κατασκευάζεται στο χώρο της Στρατιάς που παραχωρήθηκε στο Δήμο
Λαρισαίων, ένας πολυθεματικός κήπος (60) στρεμμάτων για ποικίλες εκδηλώσεις.
Με το πέρας των εργασιών, που προβλέπεται να τελειώσουν πολύ σύντομα οι κάτοικοι αυτής της πόλης και ιδιαίτερα η νεολαία που σήμερα γεμίζει ασφυκτικά τις καφετέριες, θα μπορεί να απελευθερώνεται πνευματικά και σωματικά και να εκδηλώνει ποικιλοτρόπως όλες τις δυναμικές συνιστώσεις της.
Η Λάρισας πρέπει να είναι η μοναδική ελληνική πόλη που διαθέτει τόσους ελεύθερους χώρους που οι κατά καιρούς δημοτικές αρχές τους έχουν διαμορφώσει σε ωραιότατες πλατείες που χαρίζουν ευχαρίστηση και μεγάλη απόλαυση στους καταπιεσμένους κατοίκους της.
Επειδή τέθηκε το ερώτημα για την ονομασία αυτού του τεράστιου χώρου που να αναδεικνύει και την ιστορία του όπως έχει καταγραφεί στις λαμπρές σελίδες του πολιτισμού της,κάνω μια πρόταση να συζητηθεί και αυτή αρμοδίως «Ο Κήπος των Αλευαδών».
Και για να τεκμηριώσω αυτήν την πρόταση θα παραθέσω εν συντομία την ιστορική παρουσία
των Αλευαδών στη πόλη μας που οφείλει πολλά σ’ αυτούς ίσως και το όλον.
Η Θεσσαλία υπήρξε από τα αρχαιότερα ελληνικά διαμερίσματα που οργανώθηκε σε ομοσπονδίες.
Η τεράστια και πλουσιότατη πεδιάδα της, επέβαλλε την ομοσπονδιακή ενότητα «Το Κοινόν
Θεσσαλών».
Τα όργανα της ομοσπονδίας που είχαν πρωτεύουσα τη Λάρισα ήταν δύο:
α) Η συνέλευση των επιφανών θεσσαλικών πόλεων που γίνονταν στο μεγάλο καλ-
λιμάρμαρο Θέατρο της Λάρισας και
β) Ο Ταγός της Θεσσαλίας με αρμοδιότητες: Να διατάξει γενική επιστράτευση, ήταν αρχιστράτηγος και διαχειρίζονταν τα χρήματα του Κοινού των Θεσσαλών.
Ηταν για τους περιοίκους η ανώτατη αρχή και όπως αναφέρει ο Ξενοφών: «Όταν η Θεσσαλία τα-
γεύεται, πάντα τα κύκλω έθνη υπήκοά εστίν».
Το 518 π.Χ. την ταγείαν είχαν οι Σκοπάδες του Κραννώνα με τον Κρέοντα. Το έτος αυτό έγινε με-
γάλος σεισμός με αποτέλεσμα να καταστραφεί το ανάκτορο των Σκοπάδων και να σκοτωθούν ο ταγός Κρέων και όλοι οι εντός του ανακτόρου, εκτός από τον φιλοξενούμενο ποιητή Σιμωνίδη.
Οι Θεσσαλοί ζητούν από την Πυθία χρησμόν «ποιόν να εκλέξουν ταγόν. Η απάντηση ήταν «Αλεύαν τον Πυρρόν». Οι Θεσσαλοί έθεσαν πάλι το ερώτημα,αλλά η Πυθία ήταν ανένδοτη και απαντά:«Τον πυρρόν τοι φημί, τον Αρχεδίκη τέκε καίδα».
Ο δεύτερος χρησμός επικύρωσε την εκλογή τον Αλεύρα ως ταγόν της Θεσσαλίας.
Ο Πλούταρχος λέγει για τον Αλεύα:
«Ο Αλεύας υποδειχθείς δια της θελήσεως του Θεού, βασιλεύς, αυτός τε πολύ πάντων επράτευε των προ αυτού και τε έθνος εις δόξαν μεγάλην ήγαγε και δύναμιν».
Ο Αλεύας, εκτός από ιδρυτής μιας δυναστείας,ήταν μέγας πολιτικός άνδρας, αφού συνδύαζε το
στρατιωτικό δαιμόνιο με την πολιτική ιδιοφυΐα.Αυτός πρώτος διείδε την σπουδαιότητα που θα
είχε η Θεσσαλία στην αμφικτυονία των Δελφών αφού χάραξε για πρώτη φορά προγράμματα πανελληνίου ηγεμονίας με κέντρο τους Δελφούς.
Πάντοτε πρόεδρος της Αμφικτυονίας των Δελφών ήταν Θεσσαλός και μάλιστα ο Αλεύας στις αρχές του πέμπτου αιώνα με την δύναμη της Σπάρτης.Ο θάνατος όμως του Αλεύα εμπόδισε την πραγματοποίηση του σχεδίου για ηγεμονία της Ελλάδος.Πεθαίνοντας ο Αλεύας, άφησε το θεσσαλικό κράτος με πανελλήνιο γόητρο και όρια τα σύνορα της Βοιωτίας. Οι Αλευάδες υπήρξαν η ισχυρότερη, επισημότερη και πλουσιότερη οικογένεια εξ όλων των Θεσσαλικών πόλεων.
Βασιλείς αποκαλεί αυτούς ο Ηρόδοτος και είχε δίκαιο αφού βασιλική ήταν η λάμψη και ο πλούτος που κυριαρχούσε στην αυλή τους. Μεγάλος ήταν ο αριθμός των νικηφόρων αγώνων με τους φημισμένους ίππους, έμβλειμα της πόλης. Με την ηγεσία των Αλευαδών οργανώθηκε η Θεσσαλία στρατιωτικώς και πολιτικώς κατ’ άριστον τρόπον που κράτησε πέραν των δύο
αιώνων.
Με την πλειοψηφία που διέθεταν στους Δελφούς ανακήρυξαν τον Φιλίππο Β’ ταγόν της Θεσσαλίας και του έδωσαν την πολιτική αναγνώριση του Αμφικτυονικού συνεδρίου. Μετά την δολοφονία του Φιλίππου το 336 π.Χ. οι Αλευάδες στη συνέλευση των ευγενών της Θεσσαλίας, ανακήρυξαν τον υιόν του Αλέξανδρον - βασιλέα της Μακεδονίας - ταγόν της Θεσσαλίας.
Η Θεσσαλία έμεινε πιστή και στον Αλέξανδρον.Χίλοι πεντακόσιοι Θεσσαλικοί ιππείς, ακολούθησαν τον Μακεδόνα στρατηλάτη στη μεγάλη εκστρατεία της Ασίας. Αρχηγός των Θεσσαλικών ιππέων ήταν ο Αλευάδης Μήδιος.
Υπήρξε το Θεσσαλικόν ιππικόν το στήριγμα της αριστερής πτέρυγας του Αλεξάνδρου, που σε κρίσιμες στιγμές των μαχών - Γρανικόν ποταμόν, Ισσου,Γαυγάμηλα - έδωσε την τελική νίκη υπέρ των Ελλήνων.
Οι Θεσσαλικοί ιππείς με αρχηγό τον Αλευάδη Μήδιο δεν εγκατέλειψαν τον Μ. Αλέξανδρο που είχε αποφασίσει να προχωρήσει στα ενδότερα της Ασίας και έμειναν στη μεγαλειώδη αυτή εκστρατεία και μετά τον θάνατό του. Εμειναν πιστοί στις συμμαχικές τους υποχρεώσεις και τιμήθηκαν ιδιαιτέρως για αυτή την συνεισφορά τους.
Αξίζει συνεπώς και η πόλη των Λαρισαίων να τους τιμήσει αναλόγως, χαρίζοντας το όνομά τους στο μεγαλοπρεπές θεματικό πάρκο που δημιουργείται στις εκτάσεις της Νεάπολης.

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

1η Οκτωβρίου 331 πΧ: Η μάχη του Μ. αλεξάνδρου στα Γαυγάμηλα



Όταν πληροφορήθηκε ο Δαρείος ότι ο Αλέξανδρος πέρρασε τον Τίγρη αφού άφησε τα σκεύη και το θησαυρό του Άρβηλα οδήγησε το στρατό του στα Γαυγάμηλα 30 μίλια δυτικά,περιοχή κατάλληλη για μάχη γιατί είχε ομαλό έδαφος.Εδώ παρέταξε ,στην πιό μακρυνή αριστερή πτέρυγα, τους Βακτριους με αρχηγό το σατράπη της Βακτριανής Βήσσο, κοντά τους τους Δάες και τους Αραχωτούς με αρχηγό τον Βερσαέντη,δίπλα τους τους,τους κυρίως Πέρσες ιππείς και πέζους,τους Σουσίους με τον Οξάρτη και τους Καδούσιους.
Στην πιό μακρινή δεξιά πτέρυγα παρατάχθηκαν τα στρατεύματα από την Συρία με τον Μαζαίο και αμέσως μετά οι Μήδοι με τον Ατροπάτη, έπειτα οι Παρθυαίοι,οι Σάκες,οι Τάπουροι και οι Υρκάνιοι πυ ήταν όλοι ιππείς με τον Φραταφέρνη και τελευταίοι οι Αλβανοί του Καυκάσου με τους Σακεσίνες. Ο ίδιος ο Δάρειος παρατάχθηκε στο κέντρο μαζί με έφιππους Πέρσες σωματοφύλακες,που ονομάζονταν και μηλοφόροι ,λόγω του χρυσού μήλου που έφεραν στις λόγχες τους,τους Μάρδους που ήταν άριστοι τοξότες και τέλος τους Έλληνες μισθοφόρους αγνώστου αριθμού.



Πίσω από αυτά τα τάγματα ήταν τοποθετημένα σώματα των Βαβυλωνίων και Ουξίων αγνωστού επίσης αριθμού.Ανάμεσα στο μέτωπο και την εμπροσθοφυλακή τοποθετήθηκαν δρεπανηφόρα οχήματα ,μπροστά από τα οποία προπορευόταν ορισμένα ιππικά σώματα, στα αριστερά οι Σκύθες και Βακτριανοί με 100 άρματα,δεξιά οι Αρμένιοι και Καππαδόκες με 50 άρματα και τα υπόλοιπα 50 άρματα τοποθετήθηκαν στο κέντρο.Αυτή η παράταξη αναφέρεται από τον Αρριανό σύμφωνα με μαρτυρία του Αριστοβούλου που λέει ότι την αντέγραψε από το επίσημο σχέδιο που βρέθηκε στα έγγραφα του περσικού επιτελείου μετά τη μάχη.

Ο Αλέξανδρος περνώντας τον Τίγρη ,αφού ξεκούρασε για τέσσερις ημέρες το στρατό του, βάδισε ανάμεσα από μερικούς λόφους που τον χώριζαν από τον εχθρό με σκοπό να επιτεθεί.
Ανεβαίνοντας όμως στα υψώματα είδε ότι ο εχθρικός στρατός ήταν ακόμη μακριά και προτίμησε να ακούσει τη συμβουλή του Παρμενίωνα να μην επιτεθεί πρίν κάνουν αναγνώριση του χώρου που βρισκόνταν μπροστά τους.Ο Αλέξανδρος αν και συνήθως δεν άκουγε την γνώμη των στρατηγών του, σε αυτή την περίπτωση άκουσε και αφού έστησε στρατόπεδο σε εκείνο το σημείο ,διέταξε τους εταίρους ιππείς να κατασκοπεύσουν το χώρο.

Ο Παρμενίωνας και άλλοι τον συμβούλεψαν επίσης να επιτεθεί την νύχτα αλλά ο Αλέξανδρος απέρριψε αυτή την γνώμη λέγοντας ότι είναι αισχρό να κλέψει τη νίκη ενώ μπορεί να νικήσει χωρίς τεχνάσματα το Δαρείο.

Το 331 π.Χ το ξημέρωμα παρέταξε σε δυο τάξεις το στρατό του που αποτελείτο από 40.000 πεζούς και 7.000 ιππείς.Στην πρώτη τάξη που αποτελούσε και το μέτωπο από δεξιά προς τα αριστερά παρατάχθηκαν 8 'ιλες εταίρων με στρατηγό το Φιλώτα .Κοντά τους παρατάχθηκε το τμήμα των υπασπιστών με το Νικάνορα και μετά από αυτούς ,η φάλαγγα σε 6 τμήματα με αρχηγούς τους Κοίνο,Περδίκκα Μελέαγρο,Πολυσπέρχοντα,Σιμμία και Κρατερό.Στα αριστερά της φάλαγγας περατάψθηκε το ελληνικό ιππικό αποτελούμενο από Λοκριοίς,Φωκείς,Φθιώτες,Μαλιείς και Πελοποννήσιους ενώ στα άκρα αριστερά τοποθετήθηκαν οι θεσσαλοί ιππείς με το Φίλιππο.

Ο Αλέξανδρος ανέλαβε την αρχηγία της δεξιάς πτέρυγας και ο Παρμενίωνας της αριστερής. Πίσω από το κυρίως μέτωπο τοποθετήθηκαν η 2η ταξη σαν επιφυλακή με σκοπό να αντιταχθεί σε τυχόν επιθέσεις από τα πλάγια η από πίσω.Εδώ ο Αλέξανδρος παρέταξε τους σαρισσοφόρους ,τους Παίονες,τους μισούς Αγριάνες,τους Μακεδόνες τοξότες και τους αρχαίους ,δηλαδή όλους τους βετεράνους στρατιώυες με αρχηγό τον Κλέαρχο,ενώ αριστερά τοποθετήθηκε το συμμαχικό ιππικό.



Μπροστά όμως από όλους, και το κυρίως μέτωπο,ήταν παραταγμένοι οι Έλληνες ιππείς με αρχηγό το Μένιδα και τον Ανδρόμαχο και ακόμη ένα τμήμα σαρισσοφόρων με το Βάλακρο και οι υπόλοιποιΑγριάνες ακοντιστές και μερικοί τοξότες.Στους πεζούς Θράκες αν ατέθηκε η φύλαξη του στρατοπέδου. Ο Αλέξανδρος επείδη πληροφορήθηκε από λιποτάκτη ότι στο χώρο ανάμεσα στα αντίπαλα στρατόπεδα οι Πέρσες είχαν τοποθετήσει σιδερένιες κόψεις για να εμποδίσουν το μακεδονικό ιππικό,βάδισε με προσοχή αποφεύγοντας τα εμπόδια και οδηγώντας τη βασιλική ίλη στα άκρα δεξιά.

Αφού πλησίασε τον εχθρό είδε ότι βρισκόταν απέναντι από τον ίδιο το Δαρείο και το αριστερό περσικό άκρο,δηλαδή τους Πέρσες σωματοφύλακες,Ινδούς, Αλβανούς και Κάρες,συνέχισε όμως να στρέφεται δεξιά. Ο Δαρείος για να εμποδίσει αυτή την κίνηση άρχισε να στρέφεται και αυτός προς τα αριστερά.Επειδή όμως ο Αλέξανδρος με αυτή την πορεία είχε ποσπεράσει το έδαφος που είχε ισοπεδώσει ο Δαρείος για την έφοδο των αρμάτων, νόμισε αναγκαίο να αναχαίτησει κέθε κίνηση προς αυτό το σημείο και για αυτό διέταξε 1.000 Βάκτριους ιππείς και τους Σκύθες να κυκλώσουν τους Μακεδόνες και να χτυπήσουν από τα πλάγια.Ο Αλέξανδρος βλέποντας τον κίνδυνο έστειλε εναντίον τους,τους ιππείς ,με το Μένιδα κι έτσι άρχισε η μάχη.

Οι Βάκτριοι ιππείς μόλις είδαν το Μένιδα να επιτείθεται σταμάτησαν τη κυκλική τους κίνηση και όρμησαν εναντίον του αναγκάζοντάς τον να υποχωρήσει αλλά αφού ήρθαν σε βοήθεια οι Παίονες και Έλληνες ιππείς οι Βάκτριοι αποκρούστηκαν. Ο σατράπης Βήσσος έσπευσε σε βοήθεια οδηγώντας το κύριο σώμα των Βακτρίων και οτυς Σκύθες και η μάχη έγινε σφοδρότερη και πολλοί Έλληνες σκοτώθηκαν αλλά τελικά κατόρθωσαν διατηρώντας τις γραμμές τους να ανοίξουν ρήγμα στην παράταξη των εχθρών.



Επειδή όμως συνεχιζόταν ακόμα η ιππομαχία ο Δαρείος διέταξε να επιτεθούν τα δρεπανηφόρα και όλη η πρώτη τάξη του στρατού με την ελπίδα ότι η φάλαγγα θα τρόμαζε από τα άρματα και αφού χτυπιόταν από τον επερχόμενο στρατό θα ανατρεπόταν ολοκληρωτικά.

Δυστυχώς για το Δαρείο το σχέδιο του αποδείχθηκε αναποτελεσματικό καθώς τα άλογα σκοτώνονταν από τους Μακεδόνες ακοντιστές και τοξότες , τρομοκρατούνταν από το θόρυβο που προξενούσαν οι φαλαγγίτες χτυπώντας τις σάρισσες και τις ασπίδες τους και από τα προτεταμένα δόρατα,έτσι τα περισσότερα γύρισαν πίσω.Αλλά και όσα κατάφεραν να φτάσουν ως τη φάλαγγα περνούσαν μέσα από τα κενά διαστήματα που οι φαλαγγίτες είχαν αφήσει επίτηδες.
Ο Αλέξανδρος αφού έδιωξε την απειλή των αρμάτων διέταξε τα στρατεύματα της 1ης τάξης που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν συμμετείχαν στη μαχη να αποκρούσουν μαζί με τους Παίονες τους εχθρούς που επιτέθηκαν εναντίον του από τη δεξιά πλευρά. Εκείνος αφού σταμάτησε τη λοξή κίνηση όρμησε στο ρήγμα που είχε δημιουργηθεί στην εχθρική παράταξη από την κυκλική κίνηση των Βακτρίων και επιτέθηκε κατευθείαν στο Δαρείο γύρω από τον οποίο είχε ξεσπάσει μάχη ανάμεσα στους σωματοφύλακες και τους εταίρους.

Ταυτόχρονα επιτέθηκε και η μακεδονική φάλαγγα προτείνοντας τις σάρισσες και για λίγο διάστημα η μάχη ήταν αμφίροπη γιατί εδώ μάχονταν τα καλύτερα τμήματα των Περσών,οι Έλληνες,οι Κάρες και οι Πέρσες σωματοφύλακες αλλά την εξαιρετική ανδρεία του στρατού του ματαίωσε για μια ακόμη φορά η δειλία του Δαρείου που βλέποντας την έφοδο ,των Μακεδόνων και τον ίδιο τον Αλέξανδρο να έρχεται εναντίον του,γύρισε το άρμα του προς τα πίσω και έδωσε το παράδειγμα της φυγής.

Η φυγή είχε σαν αποτέλεσμα την φυγή των στρατευμάτων γύρω από το Δαρείο που όχι μόνο ήταν τα πιο αξιώμαχα αλλά αποτελούσαν και το κυρίως όγκο του περσικού κέντρου χωρίζοντας το στρατό σε δυο τμήματα.Επειδή και ο Αρέτας μαζί με τουε Παίονες λύγισαν τους Βάκτριους τίποτα δεν εμπόδιζε πια την καταδίωξη.Μολονότι όμως τα πράγματα πήγαιναν καλά για την δεξιά πτέρυγα και το κάντρο των Μακεδόνων,δεν συνέβαινε το ίδιο και στα αριστερά.

Εδώ πολεμούσε ο Παρμενίωνας με το πέρση στρατηγό Μαζαίο και παρά τη φυγή του Δαρείου πιέστηκε τόσο ώστε αναγκάστηκε να ζητήσει βοήθεια από τον Αλέξανδρο ο οποίος αν και δυσανασχέτησε γιατί αναγκαζόταν να σταματήσει τη καταδίωξη ,έσπευσε μαζί με τους εταίρους και τις φάλαγγες που κατεύθαναν σταδιακά.Αλλά από το κενό που δημιουργήθηκε με τη στροφή αριστερά πέρασε ένα τμήμα Ινδών και Περσών που επιτέθηκε στους Μακεδόνε ς από τα μετόπισθεν και παρολίγο να λεηλατήσει τα σκευοφόρα αλλά και να απελευθερώσει την οικογένεια του Δαρειου. Πολύ γρήγορη ήταν όμως η αντίδραση των Μακεδόνων που χτυπώντας το τμήμα αυτό το διέλυσαν.
Ο Μαζαίος συνέχισε για λίγο ακόμα να πολεμά γενναία αλλά βλέποντας την ολοκληρωτική κατάρευση της αριστερης πλευράς και ενώ τον πίεζαν οι Θεσσαλοί και Έλληνες ιππείς κατάλαβε ότι μόνος του δεν θα μπορούσε να αλλάξει την έκβαση της μάχης και υποχώρησε πριν φτάσει στο σημείο ο Αλέξανδρος ,την πορεία του οποίου καθυστέρησαν κάποια τμήματα Περσών και Πάρθων ιππεών που υποχωρούσαν τελευταία από το κέντρο .

Αφού τους επιτέθηκε ο βασιλιάς μαζί με τους εταίρους έγινε φονική μάχη στην οποία έπεσαν 60 Μακεδόνες ιππείς ανάμεσα τους ο Ηφαιστίωνας ,ο Κοίνος και ο Μενίδας ενώ ο Αλέξανδρος κινδύνεψε πολύ.Αμέσως όμως μετά έφτασε στην αριστερή πλευρά βρίσκοντας τον Παρμενίωνα νικητή και βοηθώντας τον καταδίωξε τους εναπομείναντες εχθρούς.Το πόσοι σκοτώθηκαν στη μάχη δεν είναι σίγουρο. Ο Αρριάνος αναφέρει 300.000 νεκρούς ενώ ο Διόδωρος 90.000.Από τους Έλληνες αναφέρονται 500. Το βέβαιο είναι ότι ο περσικός στρατός σφαγιάστηκε και εν μέρει διαλύθηκε και δεν έγινε από τότε απόπειρα συγκρότησης νέου στρατού.

πηγες:
protesilaos
παπυρος
Μ.ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ η ζωή του
σελίδες ιστορίας
http://meklysma.blogspot.gr/2013/10/1-331-40000vs500000alexander-great.html

Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2013

Μεσαιωνική Θεσσαλία
* Από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου

Η επικράτηση του Χριστιανισμού και οι βαρβαρικές εισβολές

Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑ:
Μετά το διάταγμα του Μεδιολάνου και ιδίως μετά τη μονοκρατορία του Μ. Κων/νου, η χριστιανική θρησκεία κέρδιζε συνεχώς έδαφος στο ρωμαϊκό κράτος, φυσικά και στη Θεσσαλία, σε βάρος της ειδωλολατρικής ή εθνικής. Ο Χριστιανισμός ει-
σήχθη σχετικά νωρίς στην Ελλάδα, αρχικά με τις περιοδείες του Αποστόλου Παύλου (Φίλιπποι, Θεσσαλονίκη, Βέροια, Αθήνα, Κόρινθος, κ.α.) και στη συνέχεια με άλλους κήρυκες του Ευαγγελίου.
 Η Υπάτη, που βεβαίως σήμερα, γεωγραφικά, δεν ανήκει στον θεσσαλικό χώρο, δέχτηκε τον 1ο μόλις αιώνα μ.Χ. έναν εκ των Εβδομήκοντα Αποστόλων,τον Ηρωδίωνα(1), ο οποίος αφού κήρυξε στην ευρύτερη περιοχή, χειροτονήθηκε επίσκοπος Υπάτης και έγινε ο πρώτος ιερομάρτυρας στην περιοχή.
Από την Υπάτη λοιπόν φαίνεται πως εισήχθη η χριστιανική θρησκεία και σε άλλες θεσσαλικές πόλεις και χωριά. Αργότερα, και κατά τη διάρκεια της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, που συνήλθε στη Νίκαια με σκοπό να καταδικάσει τις κακοδοξίες του Αρείου, ο οποίος δεν δεχόταν την υπόσταση του Υιού ισότιμη με αυτή του Πατρός, μεταξύ των συνοδικών πατέρων της Εκκλησίας συμμετείχαν και τρεις Θεσσαλοί ιεράρχες, μετέπειτα άγιοι: ο επίσκοπος Λάρισας Αχίλλιος, ο επίσκοπος Τρίκκης Οικουμένιος (ή Διόδωρος) και ο μετέπειτα επίσκοπος Πεπαρήθου (Σκοπέλου) Ρηγίνος.
Ο ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΟΣ ΣΕΙΣΜΟΣ:
Τα βάσανα της Θεσσαλίας δεν οφείλονταν μόνο σε εχθρικές επιδρομές: ισχυροί σεισμοί είχαν ήδη πλήξει την κεντρική Ελλάδα, όπως και την ευρύτερη ανατ. Μεσόγειο. Ο ιστορικός του 6ου μ.Χ. αιώνα, Προκόπιος, αναφέρει, θέλοντας να δείξει τη σφοδρότητα των σεισμικών δονήσεων που κράτησαν μήνες, ότι τότε πήραν τη μορφή που έχουν σήμερα οι λίμνες της ανατολικής Στερεάς Ελλάδας Υλίκη και Παραλίμνη καθώς και ο Κρισσαίος κόλπος (Ιτέα, Αντίκυρα Ν. Φωκίδας), εξαιτίας του τεραστίου τσουνάμι που εκδηλώθηκε (περί το 365 μ.Χ.).
ΒΑΡΒΑΡΙΚΕΣ ΕΠΙΔΡΟΜΕΣ:
Φαίνεται ότι μέχρι το 380 η Θεσσαλία, έχοντας κλείσει τις πληγές που άνοιξαν στην εύφορη χώρα
οι βαρβαρικές επιδρομές του προηγούμενου αιώνα (Έρουλοι, Γότθοι) και ο μεγάλος σεισμός, ευημερούσε σχετικά. Όμως μετά τον θάνατο του αυτοκράτορα Μ. Θεοδόσιου (395), οι φιλοαρειανοί διάδοχοί του άφησαν περιθώρια ανεξέλεγκτης δράσης στα μισθοφορικά γερμανικά στρατεύματα (Βησιγότθοι), που και αυτά είχαν ασπασθεί την αίρεση του Αρείου. Έτσι άρχισαν οι επιδρομές και στον θεσσαλικό χώρο, που δεν είχε εκείνη την εποχή ουσιαστική αμυντική δύναμη (έλλειψη οχυρών,σχετικά ανοργάνωτη διοίκηση) και σε συνδυασμό με την έλξη που ασκούσαν πάντα οι εύφορες περιοχές στα βαρβαρικά στίφη, η Θεσσαλία γνώρισε μεγάλες καταστροφές. Συγκεκριμένα οι Γότθοι, με αρχηγό τους τον γνωστό Αλάριχο, εισέβαλαν το 396 μ.Χ. από τη Μακεδονία στη Θεσσαλία και αφού έκτισαν κάποιο οχυρό κοντά στον Πηνειό ποταμό
λεηλάτησαν τη Λάρισα. 
Στο εσωτερικό της Θεσσαλίας κατάστρεψαν τα πάντα στο διάβα τους. Από εκεί, προελαύνοντας στη Στερεά, πολιόρκησαν την Αθήνα, που παραδόθηκε αμέσως, ενώ εν συνεχεία έφτασαν μέχρι την Πελοπόννησο. Ο Παπαρρηγόπουλος γράφει: “Οι Γότθοι γυναίκας αγεληδόν συνεπαγόμενοι... ήσαν δε Γότθοι Αρειανοί(2)”. 
Έναν αιώνα αργότερα, συγκεκριμένα το 476 μ.Χ. πρώτα,χωρίς επιτυχία, και αργότερα το 481, οι Οστρογότθοι (Γότθοι της Ανατολής) υπό τη διοίκηση του Θευδέριχου Αμαλού εισέβαλαν στη Θεσσαλία καταλαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, και την αραιοκατοικημένη τότε Λάρισα. Η άμυνα των Βυζαντινών υπήρξε ανύπαρκτη διότι ο ικανότατος στρατηγός του Ιλλυρικού, που ήταν υπεύθυνος στρατιωτικά για τη Θεσσαλία, Σαβινιανός, είχε δολοφονηθεί από τον ίδιο τον αυτοκράτορα Ζήνωνα. Η αποχώρηση των Οστρογότθων έγινε το 483 μετά από συμφωνία με τους Βυζαντινούς οι οποίοι τους παραχώρησαν περιοχές στη νότια όχθη του Δούναβη (Ίστρου) για εγκατάσταση. 
Στις αρχές του επόμενου αιώνα οι Άντες, ένα πρωτο-σλαβικό φύλο, εισέβαλαν στην Ελλάδα (517) και ερήμωσαν την πεδινή Θεσσαλία και τη βόρεια Στερεά για να νικηθούν τελικά από το βυζαντινό στρατό στις Θερμοπύλες.
Η τελευταία όρθια πέτρα από ό,τι ελάχιστο είχε διασωθεί από τα οικοδομήματα των αρχαιότερων
εποχών, ισοπεδώθηκε από τους Ονογούρους. Οι Ονογούροι, πρωτο-βουλγαρικό φύλο, ουραλοαλταϊκής προέλευσης, συγγενικό με τους Ούννους του Αττίλα, εισέβαλαν το 540/1 στη Θεσσαλία προξενώντας την απόλυτη ερήμωση. Το «έργο» τους τερματίστηκε στην Κόρινθο. Παίρνοντας μαζί τους λάφυρα και αιχμαλώτους, επέστρεψαν στην αρχική τους κοιτίδα, βόρεια του Δούναβη.
Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΠΙΔΗΜΙΑ
– ΝΕΑ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ:
Το 542 σ’ όλο τον θεσσαλικό χώρο και γενικά στις ευρωπαϊκές επαρχίες της Βυζαντινής Αυτο-
κρατορίας, εμφανίστηκε μια διαφορετική απειλή: θανατηφόρα επιδημία βουβωνικής πανώλης (πανούκλας) η οποία έφτασε μέσω των εμπορικών πλοίων που ήλθαν από την Ινδία μεταφέροντας εδώδιμα προϊόντα και μπαχαρικά. Η αυτοκρατορία θρήνησε εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς. Σαν να μην έφτανε όμως αυτή η καταστροφή, μια νέα εισβολή αναστάτωσε τη Νότια Βαλκανική. Άτακτα στίφη Κουτριγούρων (πρωτοτουρκικό φύλο, συγγενικό των Ονογούρων), έχοντας επικεφαλής τους τον Ζαβέρ Χαν, εισέβαλαν στη Μακεδονία και χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες.
 Μία απ’ αυτές, το 559, κατέβηκε προς τη Θεσσαλία και λεηλάτησε ό,τι είχε απομείνει(3). Πριν όμως ο έκτος αιώνας φτάσει στο τέλος του, μια, διαφορετικής μορφής, εισβολή, ήρθε να
ανατρέψει, κατά τόπους, την υφιστάμενη κατάσταση και να αναστατώσει για δυο-τρεις αιώνες τη
Θεσσαλία και τον ελλαδικό χώρο ευρύτερα. Ήταν η εισβολή των Σλάβων, στην οποία θα αναφερθούμε στο επόμενο άρθρο (τη μεθεπόμενη Κυριακή).

* Ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου είναι
δάσκαλος στο 32ο Δ. Σχ. Λάρισας - συγγραφέας

(1) Προς Ρωμαίους Επιστολή, ιστ΄ 11. Σύντομο βιογραφικό του Αγίου, στο: Κωνστανίνος Αθ. Οικονόμου, Λειμωνάριο των Αγίων της Θεσσαλίας, 2013
[www.scribd.com/oikonomoukon]
(2) Κ. Παπαρρηγόπουλος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. 9, β. 8ο, εκδ. ΔΟΛ, σελ. 92,3
(3) Α. Α. Βασίλιεφ, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, τόμος Α’, εκδόσεις Πάπυρος, σ. 185.

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2013

ΤΟ ΟΡΙΣΤΙΚΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΕΡΣΙΚΗΣ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑΣ

Ο Μαρδόνιος πριν εισβάλει νότια επιχείρησε να αποσπάσει τους Αθηναίους από την ελληνική συμμαχία στέλνοντας ως πρέσβη τον βασιλέα της Μακεδονίας Αλέξανδρο Α’ ο οποίος υποσχέθηκε να αποζημιώσει για τις ζημιές και να προσφέρει οποιαδήποτε βοήθεια εφόσον συμμαχούσαν με τους Πέρσες. Όταν πληροφορήθηκαν οι Σπαρτιάτες για την πρεσβεία αυτή θορυβήθηκαν διότι ήξεραν ότι η Αττική είχε ερημωθεί και οι Αθηναίοι αντιμετώπιζαν το φάσμα της πείνας, όπως επίσης ότι ήταν δυσαρεστημένοι διότι οι Πελοποννήσιοι δεν είχαν στείλει στρατό έγκαιρα στη Βοιωτία όπως είχαν υποσχεθεί ώστε να προστατέψουν την πόλη τους.
 
 Γι’ αυτό έσπευσαν να στείλουν πρέσβεις ώστε να προλάβουν τη συνθηκολόγηση υποσχόμενοι ότι αυτοί και οι υπόλοιποι σύμμαχοι θα ανελάμβαναν να θρέψουν τις οικογένειες των Αθηναίων.
 
 
Οι Αθηναίοι περίμεναν και τους πρέσβεις της Σπάρτης ώστε να απαντήσουν ενώπιον τους στον απεσταλμένο του Μαρδόνιου και αφού άκουσαν τα λόγια και των δυο απήντησαν στο Μαρδόνιο μέσω του Αριστείδη «ότι όσο ο ήλιος δεν αλλάζει πορεία δεν πρόκειται να συνθηκολογήσουν με τον Ξέρξη αλλά παραμένουν πιστοί στους θεούς και τους ήρωες, παρότι εκείνος έκαψε τους ναούς και τα αγάλματα τους και θα επιμείνουν να αγωνίζονται για την ελευθερία τους».
 
 Στους Σπαρτιάτες είπαν πως τους ευχαριστούν για την πρόταση αλλά θα τα καταφέρουν μόνοι τους και το μόνο που τους παρακαλούν είναι να στείλουν το ταχύτερο στρατό στη Βοιωτία ώστε να ενωθεί με τον Αθηναϊκό να πολεμήσει. Οι Σπαρτιάτες όμως αθέτησαν το λόγο τους μη στέλνοντας στρατό στη Βοιωτία παρά μένοντας στη πατρίδα τους γιόρταζαν τα Υακίνθια. 
 
Αποτέλεσμα ήταν ο Μαρδόνιος να περάσει από τη Θεσσαλία στην Αττική ανεμπόδιστος έχοντας μαζί του ως συμμάχους όλα τα έθνη της ανατολικής Ελλάδας αναγκάζοντας τους Αθηναίους για δεύτερη φορά μη μπορώντας να αντιμετωπίσουν τόσο πολυάριθμο στρατό να εγκαταλείψουν την πόλη τους και να μεταβούν στη Σαλαμίνα. 
 
Παυσανίας 
Εκεί ο Μαρδόνιος έστειλε δεύτερη πρεσβεία στους Αθηναίους επαναλαμβάνοντας τις προηγούμενες προτάσεις. Η νέα απιστία των Σπαρτιατών είχε οξύνει τα πνεύματα παρ’ όλα αυτά όταν ανακοινώθηκαν οι προτάσεις στη βουλή, όλοι οι βουλευτές εκτός από έναν ονόματι Λυκίδη, απέκρουσαν τις προτάσεις των Περσών και θανάτωσαν με λιθοβολισμό τον βουλευτή και την οικογένειά του.
 
Οι Αθηναίοι έστειλαν πρέσβεις στη Σπάρτη μαζί με τους Μεγαρείς και τους Πλαταιείς για να διαμαρτυρηθούν για τη νέα αυτή αθέτηση και να απαιτήσουν την άμεση αποστολή στρατού αν όχι στη Βοιωτία που είχε καταληφθεί από τον εχθρό, τουλάχιστον στο Θριάσιο πεδίο. 
 
 
Οι έφοροι των Σπαρτιατών αφού άκουσαν την πρεσβεία είπαν ότι θα το σκεφτούν και θα απαντήσουν, αλλά αντ’ αυτού καθυστέρησαν 10 ημέρες αναβάλλοντας την απάντηση συνεχίζοντας να γιορτάζουν τα Υακίνθια και να οχυρώνουν τον Ισθμό. 
 
Έτσι αφού οι πρέσβεις των Αθηναίων δυσανασχέτησαν τους είπαν ότι αν την επομένη δεν λάβουν απάντηση θα συμμαχήσουν με το Πέρση. Οι έφοροι φοβούμενοι αυτή την κατάληξη ειδοποίησαν τους Αθηναίους ότι ο στρατός είχε ήδη ξεκινήσει και βρισκόταν έξω από τα σύνορα της Σπάρτης, αποτελούμενος από 5000 Σπαρτιάτες και 35.000 ελαφρά οπλισμένοι είλωτες (αντιστοιχία 7 ανά Σπαρτιάτη).
 
 Το παράδειγμα των Σπαρτιατών ακολούθησαν και άλλοι Πελοποννήσιοι, με αποτέλεσμα να μετακινηθεί από την Πελοπόννησο σημαντική δύναμη με αρχηγό τον Παυσανία επίτροπο του ανήλικου βασιλιά Πλείσταρχου γιου του νεκρού βασιλιά Λεωνίδα. Ο Μαρδόνιος εφ’ όσον ειδοποιήθηκε από τους Αργείους για τις κινήσεις του Πελοποννησιακού στρατού, υποχώρησε αφού λεηλάτησε την περιοχή του Τατοϊου την οποία είχε σεβαστεί με την ελπίδα της συνθηκολόγησης των Αθηναίων προς την Βοιωτία και στρατοπέδευσε στην πεδιάδα μπροστά από την τειχισμένη πόλη των Θηβαίων συμμάχων του ώστε να καλύψει τα νώτα του και να μπορέσει να αγωνιστεί σε ανοικτό χώρο. 
 
Ο ελληνικός στρατός άργησε να φτάσει στην Ελευσίνα διότι οι Λακεδαιμόνιοι αναγκάστηκαν να περιμένουν τους άλλους Πελοποννήσιους. Προσήλθαν τελικά 1500 Τεγεάτες, 5000 Κορίνθιοι, 300 Ποτιδαιάτες άποικοι των Κορινθίων,600 Ορχομένιοι Αρκάδες, 3000 Σικυώνιοι, 800 Επιδαύριοι, 1000 Τροιζήνιοι, 200 Λεπρεάτες, 400 Μυκηναίοι και Τιρύνθιοι, 1000 Φλιάσιοι, 300 Ερμιονείς, 600 Ερετριείς και Στυρείς, 400 Χαλκιδείς, 500 Αμβρακιώτες, 800 Λευκάδιοι, 200 Παλλείς απο την Κεφαλληνία και 500 Αιγινίτες. Όταν ο στρατός έφτασε στα Μέγαρα ενώθηκε με 8000 Αθηναίους και 600 Πλαταιείς με αρχηγό τον Αριστείδη.
 
 Στις δυνάμεις αυτές αν προστεθούν και οι 5000 Σπαρτιάτες που ακολουθούνταν από 3500 είλωτες και 1800 Θεσπιείς ,ο Ελληνικός στρατός αριθμούσε 11000 άνδρες. Από την Ελευσίνα ο Παυσανίας περνώντας στη Βοιωτία είδε τον περσικό στρατό να έχει παραταχθεί στον Ασωπό ποταμό και μη τολμώντας να κατέβει στην πεδιάδα ώστε να αντιπαρατεθεί με τους 300.000 άνδρες του περσικού στρατού, προτίμησε να στρατοπεδεύσει στους πρόποδες του βουνού. 
 
Τότε ο Μαρδόνιος έκανε το λάθος να επιτεθεί στους Έλληνες με το ιππικό του το οποίο ήταν άριστο και πολυάριθμο και το οδηγούσε ένας από τους καλύτερους Πέρσες αξιωματικούς, ο Μασίστιος. Το λάθος έγκειται στο ότι το έδαφος όντας ανώμαλο δεν προσφερόταν για τέτοιου είδους επίθεση. 
 
Έτσι οι Μεγαρείς που δέχθηκαν την επίθεση αφού πιέστηκαν στην αρχή βοηθούμενοι από 300 Αθηναίους με αρχηγό τον Ολυμπιόδωρο απέκρουσαν τον εχθρό και μάλιστα στη μάχη έπεσε και ο Μασίστιος, το σώμα του οποίου έμεινε στα χέρια των Ελλήνων που το περιέφεραν πάνω σε άμαξα σε όλο το στρατόπεδο. Βλέποντας αυτή την εξέλιξη ο Παυσανίας κατέβηκε από την ορεινή θέση σε χαμηλότερο χώρο αποφεύγοντας όμως την πεδιάδα και στρατοπέδευσε στις Πλαταιές. Ο Μαρδόνιος ακολούθησε τον Παυσανία και βαδίζοντας παρατάχθηκε ακριβώς απέναντι από τον ελληνικό στρατό έτσι ώστε ο ποταμός Ασωπός χώριζε τις δυο πλευρές. 
 
Καθώς όμως οι δυο στρατοί ήταν παραταγμένοι και έτοιμοι για μάχη συνέβη το εξής. 
 
Οι Έλληνες αλλά και οι Πέρσες κατά το σύνηθες πριν την μάχη έκαναν θυσίες και ζητούσαν την συμβουλή των “προφητών”. Έλαβαν όμως και οι δυο την ίδια απάντηση ότι «έπρεπε να αμυνθούν και ότι όποιος περνούσε το ποτάμι πρώτος θα γνώριζε την ήττα».
 
 
 Έτσι ο ένας περίμενε την επίθεση του άλλου χωρίς να γίνεται τίποτα. Η αναβολή δεν ευνοούσε τους Αθηναίους διότι ο Μαρδόνιος μετά την συμβουλή των Θηβαίων κατέλαβε τον Κιθαιρώνα και συνέλαβε 500 υποζύγια που μετέφεραν τροφές στο ελληνικό στρατόπεδο και έτσι απέκλεισε τους Έλληνες στην Βοιωτία. Μεγαλύτερος όμως ήταν ο κίνδυνος όπως περιγράφει ο Πλούταρχος στην πόλη των Αθηνών όπου οι πλούσιοι Αθηναίοι σκεφτόντουσαν την κατάργηση του δήμου και την εγκαθίδρυση ολιγαρχίας γεγονός που απέτρεψε ο Αριστείδης. 
 
Ο Μαρδόνιος την δέκατη ημέρα εκνευρισμένος από την πολυήμερη αποχή διέταξε να ετοιμαστεί ο στρατός για μάχη κάτι όμως που τελικά δεν έγινε και απλά αρκέστηκε να παρενοχλεί τους Έλληνες πετυχαίνοντας όμως ένα σπουδαίο πλεονέκτημα καθώς τους ανάγκασε να εγκαταλείψουν την μοναδική πηγή νερού. Ο Παυσανίας βλέποντας ότι ο στρατός του πάσχει πλέον από τροφές και έλλειψη νερού διέταξε να υποχωρήσουν βόρεια της πόλης των Πλαταιών στη θέση Νήσο και εκεί να επιτεθεί η μισή ελληνική δύναμη ώστε να ανοίξει το πέρασμα του Κιθαιρώνα για να μπορούν να εφοδιάζονται. Με το που έπεσε η νύχτα άρχισε η μετακίνηση της ελληνικής παράταξης. 
 
 
Πρώτα ξεκίνησαν οι Κορίνθιοι και Μεγαρείς που αποτελούσαν το κέντρο αντί όμως να πάνε στην Νήσο στρατοπέδευσαν στις Πλαταιές. Ο Παυσανίας ήσυχος ότι το κέντρο της παράταξης του έφτασε στο σημείο που είχε υποδείξει διέταξε την δεξιά πτέρυγα δηλαδή τους Λακεδαιμονίους και τους Τεγεάτες να ακολουθήσουν ενώ ταυτόχρονα άρχισαν να κινούνται και οι Αθηναίοι από άλλο όμως δρόμο. 
 
Ο Μαρδόνιος όταν πληροφορήθηκε την υποχώρηση των Ελλήνων καταλήφθηκε από περιφρόνηση για τους αντιπάλους λέγοντας «αυτοί είναι οι Σπαρτιάτες που πρώτα άλλαξαν θέσεις για να μην πολεμήσουν με τους Πέρσες και έπειτα τράπηκαν σε φυγή;». Κατόπιν διέταξε το στρατό του να περάσει τον Ασωπό και να καταδιώξει τον εχθρό θεωρώντας την νίκη σίγουρη.
 
 Πρώτος προσβλήθηκε ο Παυσανίας από το περσικό ιππικό και λίγο αργότερα από το σύνολο σχεδόν του περσικού στρατού και έστειλε ιππέα να ζητήσει την βοήθεια των Αθηναίων. Οι Αθηναίοι όμως δεν ήταν σε θέση να βοηθήσουν καθώς δέχονταν επίθεση από τους Θηβαίους.
 
 Αναγκαστικά λοιπόν 5300 Λακεδαιμόνιοι και Τεγεάτες βρέθηκαν να αντιμετωπίζουν ολόκληρο τον περσικό στρατό. Οι Πέρσες, Μήδοι και Σάκες που προπορεύονταν του περσικού στρατού μόλις έφτασαν σε απόσταση βολής έμπηξαν τις ασπίδες τους στο χώμα και άρχισαν να ρίχνουν βροχή από βέλη ελληνική παράταξη βρέθηκε σε δεινή θέση καθώς δεν είχε τοξότες και υφίσταντο φοβερές απώλειες. Πολλοί άνδρες σκοτώθηκαν μεταξύ αυτών και ο Καλλικράτης που ξεψυχώντας έλεγε ότι δεν τον νοιάζει που πεθαίνει για την πατρίδα λυπάται μόνο που δεν πρόλαβε να χρησιμοποιήσει τα χέρια του για να πετύχει έργο αντάξιο της προθυμίας του. 
 
Ο Παυσανίας όντας σε απόγνωση γύρισε το βλέμμα προς το ναό της Ήρας και παρακάλεσε να φανεί ποιο ευνοϊκή. Οι Τεγεάτες μαντεύοντας ότι η θεά θα ακούσει τις προσευχές τους πριν πάρουν την διαταγή του στρατηγού όρμησαν εναντίον του εχθρού και ακολούθησαν οι Λακεδαιμόνιοι με την διαταγή του Παυσανία.
 
 Το πρόχειρο περιτείχισμα που είχαν φτιάξει οι Πέρσες ανατράπηκε πολύ γρήγορα αλλά η μάχη συνεχιζόταν με τους Πέρσες να μην μπορούν να αντιπαρατεθούν καθώς η ελαφριά τους εξάρτηση δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει τους Έλληνες που ήταν οπλισμένοι με μακριά δόρατα και θωρακισμένοι από την κορφή ως τα νύχια. Στη διάρκεια της συμπλοκής πολλοί απελπισμένοι Πέρσες άρπαζαν τα ελληνικά δόρατα των Σπαρτιατών προσπαθώντας να τα σπάσουν .Ο ίδιος ο Μαρδόνιος διέπρεπε επικεφαλής των 1.000 σωματοφυλάκων του μέχρι που σκοτώθηκε από τον Σπαρτιάτη Αείμνηστο και τότε οι Πέρσες άρχισαν να στρέφουν τα νώτα περνώντας τον Ασωπό κατευθυνόμενοι στο οχυρωμένο περσικό στρατόπεδο όπου βλέποντας οι υπόλοιποι Ασιάτες τους Πέρσες να νικιούνται εγκατέλειψαν και αυτοί το πεδίο της μάχης. 
 
Στην αριστερή πλευρά οι Αθηναίοι πολέμησαν τους Βοιωτούς οι οποίοι αφού έχασαν 300 οπλίτες αποσύρθηκαν στην περιτοιχισμένη πόλη της Θήβας. 
 
Οι υπόλοιποι Έλληνες που ακολουθούσαν τον Μαρδόνιο δεν ενεπλάκησαν καθόλου παρά έμεναν και έβλεπαν τους Θηβαίους να σφαγιάζονται άπρακτοι. Από τους δυο στρατούς πολλοί δεν αγωνίστηκαν καθόλου. Από τους εχθρούς πήραν μέρος στην μάχη οι Πέρσες, Μήδοι, Σάκες στην αριστερή πτέρυγα και οι Βοιωτοί στην δεξιά.
 
 Ο Αρτάβαζος με 40.000 άνδρες βλέποντας να τρέπονται σε φυγή οι γύρω από τον Μαρδόνιο αντί να τον βοηθήσει αναχώρησε προς Θεσσαλία και Μακεδονία για την Ασία. Από τους Έλληνες αγωνίστηκαν οι Λακεδαιμόνιοι, Τεγεάτες στα δεξιά και οι Αθηναίοι και Πλαταιείς στα αριστερά. Οι υπόλοιποι Έλληνες του κέντρου που είχαν βρεθεί σε λάθος σημείο το προηγούμενο βράδυ αφού έμαθαν για την μάχη όρμησαν άτακτα μπροστά και υπέστησαν απώλειες από το ιππικό των Θηβαίων χάνοντας 600 άνδρες. Ήταν όμως αργά για να αλλάξει η έκβαση της μάχης. 
 
Οι Λακεδαιμόνιοι δεν σταμάτησαν αλλά συνέχισαν να καταδιώκουν τον εχθρό φτάνοντας στο οχυρωμένο στρατόπεδο όπου είχαν καταφύγει οι Πέρσες και μαζί με τους υπόλοιπους Έλληνες κατάφεραν να το καταλάβουν. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι με την πτώση του στρατοπέδου οι Έλληνες διέπραξαν τέτοια σφαγή ώστε αν εξαιρεθούν οι 40.000 του Αρτάβαζου από τις 260.000 του περσικού στρατού απέμειναν μόνο 3.000 άνδρες αριθμός μάλλον υπερβολικός. Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι έπεσαν 1360 Έλληνες. Οι νεκροί κηδεύτηκαν κοντά στις πύλες των Πλαταιών σε χωριστούς τάφους κάθε πόλης, μόνο οι Λακεδαιμόνιοι έφτιαξαν 3 ξεχωριστούς τάφους έναν για όσους διέπρεψαν στην μάχη έναν για τους υπόλοιπους Σπαρτιάτες και έναν για τους είλωτες. 
 
Μετά την καταστροφή του περσικού στρατού οι Έλληνες στράφηκαν στην τιμωρία των Θηβαίων που είχαν βοηθήσει τους βαρβάρους. Απαίτησαν την παράδοση την Θηβαίων αρχηγών που μήδισαν Τιμηγενίδη και Ατταγίνη, οι Θηβαίοι όμως αρνήθηκαν και έτσι άρχισε η πολιορκία .Οι Θηβαίοι πρότειναν στον Παυσανία να του δώσουν χρήματα εκείνος όμως αρνήθηκε. Τότε οι Θηβαίοι αναγκάστηκαν να παραδώσουν τους άντρες όμως αντί του Ατταγίνη που είχε διαφύγει πρότειναν να παραδώσουν την οικογένεια του κάτι που δεν έγινε δεκτό από τον Παυσανία λέγοντας πως δεν είναι σωστό να πληρώσουν τα παιδιά επειδή μήδισε ο πατέρας. Αρκέστηκε στον Τημενίδη και μερικούς άλλους τους οποίους οδήγησε στην Κόρινθο και τους θανάτωσε χωρίς δίκη φοβούμενος ότι ο πλούσιος Θηβαίος θα εξαγόραζε τους δικαστές. 
 
Αμομφάρετος - Αρχηγός του σώματος των Σπαρτιατών που έμεινε στις Πλαταιές για να φρουρεί την περιοχή επειδή θεώρησε ντροπιαστικό για ένα Σπαρτιάτη να υποχωρεί. Ο Ηρόδοτος κατέγραψε τον διάλογο μεταξύ του Παυσανία και του Αμομφάρετου – ο τελευταίος υποχώρησε όταν συνειδητοποίησε ότι οι υπόλοιποι Σπαρτιάτες τον άφησαν πίσω. 
Αριστόδημος της Σπάρτης- ήταν ο μόνος Σπαρτιάτης που επέζησε μετά τη μάχη των Θερμοπυλών. Ο Λεωνίδας τον έστειλε με τον Εύρυτο πίσω στη Σπάρτη, λόγω προβλημάτων υγείας. Ωστόσο, ο Εύρυτος έμεινε πίσω στις Θερμοπύλες, καθώς ζήτησε να οδηγηθεί από ένα είλωτα στη μάχη. Ο Αριστόδημος θεωρήθηκε δειλός από τους Σπαρτιάτες, αλλά στη μάχη των Πλαταιών σκότωσε πολλούς Πέρσες. Παρ’ ολ’ αυτά, δεν τιμήθηκε καθώς δεν τήρησε στη σπαρτιατική πειθαρχία στις Θερμοπύλες.
 
Καλλικράτης- Ο κάλλιστος (καλύτερος ή πιο όμορφος) στο ελληνικό στρατόπεδο. Όμως όταν ξεκίνησε η μάχη δέχτηκε ένα βέλος και έπεσε – όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος, ο Καλλικράτης δήλωσε ότι δεν ήταν λυπημένος που έπεφτε για την πατρίδα, αλλά επειδή δεν πρόλαβε να πολεμήσει και να κάνει κάτι το αξιόλογο. 
chilonas.wordpress.com
 
Τμήμα ειδήσεων defencenet.gr

Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013

Μεσαιωνική Θεσσαλία
* Από τον Κων/νο Οικονόμου

Το Κοινό των Θεσσαλών και η Ρώμη

ΤΟ ΡΩΜΑΪΚΟΥ ΤΥΠΟΥ ΘΕΣΣΑΛΙΚΟ ΚΟΙΝΟ: Μετά την πρώτη περίοδο του Κοινού των Θεσσαλών (8ος-6ος αι.) και στη δεύτερη, την υπό μακεδονική κηδεμονία1 (352-197 π.Χ.), μια τρίτη περίοδος αυτού του Κοινού εγκαινιάστηκε από τον Τίτο Φλαμινίνο, τον νικητή των Μακεδόνων και «ελευθερωτή» των ελληνικών πόλεων. Τότε διακηρύχθηκε η ανεξαρτησία της Θεσσαλίας με πολίτευμα καθαρά αριστοκρατικό. Η παρηκμασμένη αυτή μορφή του Κοινού συμπεριλάμβανε την Πελασγιώτιδα, την Εστιαιώτιδα, τη Θεσσαλιώτιδα και την Αχαΐα Φθιώτιδα (197-27 π.Χ.). Η πραγματική υποβάθμιση του Θεσσαλικού Κοινού επιβλήθηκε από τις μεταρρυθμίσεις του Αυγούστου το 27 π.Χ. Έτσι το Κοινό έγινε μια μορφή επαρχιακής συνέλευσης που συγκροτούνταν ανά διαστήματα στη Λάρισα, τη θεσσαλική πρωτεύουσα. 
Άλλα ελληνικά ή ελληνιστικά Κοινά της εποχής ήταν: το αχαϊκό, το βοιωτικό, το φωκικό, το αρκαδικό, κ.α. Σ’ αυτά τα Κοινά ο επικεφαλής, που επιλεγόταν από την αριστοκρατία, είχε τον τίτλο του αρχιερέα της αυτοκρατορικής λατρείας (δηλαδή του θεοποιημένου αυτοκράτορα!). Στις συνελεύσεις του Κοινού συμμετείχαν 300 βουλευτές των θεσσαλικών πόλεων και αποφάσιζαν για τοπικά ζητήματα, υπό την επιτήρηση των Ρωμαίων διοικητών. Το Κοινό έκοβε νομίσματα,
τοπικής χρήσης, τα οποία στη μια όψη είχαν την επιγραφή «Θεσσαλών» και στην άλλη τη μορφή
του εκάστοτε αυτοκράτορα. Οι άρχοντες της Θεσσαλίας, στην τέταρτη φάση του Κοινού είχαν το...
προνόμιο της προεδρίας κατά τη διάρκεια εορτών ή αγώνων, ενώ οι αρμοδιότητές τους εξαντλούνταν σε έλεγχο και επιβολή δικαστικών αποφάσεων αστυνομικής φύσης.
 Η τέταρτη αυτή περίοδος του Κοινού σταματά απότομα, γύρω στο 269 μ.Χ., χρονιά κορύφωσης επιδρομών των Ερούλων και των πρωτο-Γότθων. Η θεσσαλική βουλή προσπάθησε πολλές φορές να υπερβεί τα καθορισμένα από τους Ρωμαίους όριά της, όπως σε μια περίπτωση που
διασώζει ο Πλούταρχος, όταν η βουλή του Κοινού  διέταξε να τιμωρήσουν με θάνατο στην πυρά έναν πολίτη, ο οποίος όμως τελικά διασώθηκε γιατί αιτήθηκε δίκη ενώπιον του αυτοκράτορα. Αξίζει να αναφέρουμε μερικά ονόματα στρατηγών του Κοινού στα χρόνια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, όπως διασώθηκαν σε νομίσματα της εποχής. 
Στα χρόνια του Αυγούστου: Αντίγονος, Ευβίοτος, Λύκυτος, Μεγαλοκλής, Θεμιστοκλής Ανδροσθένους. Στα χρόνια του Τιβέριου: Άσανδρος, Λύκυτος και Μεγαλοκλής.
Στα χρόνια του Νέρωνα: Αλόρχος, Αριστίων και Λάθυχος. Στα τέλη του 1ου αιώνα μ.Χ.: Ηγησίας,Κλαύδιος Αριστόφιλος, Φλάβιος Πολύκριτος, Σωσίπατρος (αυτοκράτορες Νέρβας και Τραϊανός), και τέλος, Νικόμαχος, στα χρόνια του Αδριανού [117-138 μ. Χ.].
Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ ΣΤΟ IMPERIUM: Η Θεσσαλία ανήκε άλλοτε στην επαρχία Αχαΐας (περίοδος Αυγούστου), κι άλλοτε στην επαρχία της Μακεδονίας (2ος-3ος αι.). Είναι σίγουρο ότι οι Τετράδες, οι διαιρέσεις της Αρχαιότητας, εξακολουθούσαν να ισχύουν, όπως και η οργάνωση του,έστω υποβαθμισμένου, Κοινού. Η Μαγνησία ήταν αποκομμένη από την υπόλοιπη Θεσσαλία και οι πόλεις της ήταν ενωμένες στο Κοινό των Μαγνητών. Σ’ αυτό προσαρτήθηκαν οι νότιες περιοχές της Πελασγιώτιδας (περιοχή Φερών) καθώς και τμήματα της Αχαΐας Φθιώτιδας. Η μεγάλη καταστροφή για τη Θεσσαλία συντελέστηκε την τριετία 267-269 μ.Χ. Τότε πρώτα οι Έρουλοι, επί αυτοκρατορίας Γαλλιηνού, εισέβαλαν στην ηπειρωτική Ελλάδα καταστρέφοντας Αθήνα, Κόρινθο, Άργος,Σπάρτη και λεηλατώντας την πεδινή Θεσσαλία. 
Το 269 εμφανίζονται στο ιστορικό προσκήνιο οι Γότθοι (πριν διασπαστούν σε Οστρογότθους και Βησιγότθους), που εισέβαλαν στη Θεσσαλία, επί Κλαυδίου Γοτθικού, και πολιόρκησαν πόλεις προξενώντας ανυπολόγιστες καταστροφές και στη θεσσαλική ενδοχώρα. Το τέλος της εποχής ήρθε με τις διοικητικές μεταρρυθμίσεις του Διοκλητιανού. Τότε διαλύθηκαν και τυπικά τα δύο Κοινά της Θεσσαλίας ενώ αφαιρέθηκε κι αυτή η τυπική εξουσία των ντόπιων αρχόντων. Η Θεσσαλία αναδείχτηκε χωριστή επαρχία με πρωτεύουσα τη Λάρισα.
ΠΟΛΕΙΣ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: Οι κυριότερες πόλεις της Θεσσαλίας ήταν η Λάρισα, η Δημητριάδα, οι Φθιώτιδες Θήβες και, νοτιότερα, η Υπάτη, έξω από τα όρια της σημερινής Θεσσαλίας. Φαίνεται πως η σημαντικότερη απ’ αυτές ήταν η Λάρισα καθώς εκεί διασταυρώνονταν οι κύριοι οδικοί άξονες της εποχής, Τέμπη-Θερμοπύλες και Μακεδονία – Ολοσσών – Φερές, και εκεί ήταν η έδρα του Κοινού. Τα λιμάνια της Θεσσαλίας ήταν, για μεν τους Μάγνητες η Δημητριάς, ενώ για τους υπόλοιπους οι Παγασές και κυρίως οι Φθιώτιδες Θήβες με το επίνειό τους,την Πύρασο. Η Δημητριάδα παρέμενε πρωτεύουσα του μαγνησιακού Κοινού. Σπουδαιότερο λιμάνι ήταν
η Πύρασος όπως μαρτυρείται κι από τα υπολείμματα του οδικού της δικτύου. Γύρω στις αρχές του 3ου αιώνα μ.Χ. οι Φερές υπάγονταν στη Δημητριάδα. Έτσι τον 4ο αιώνα μ.Χ., όταν ιδρύονταν οι πρώτες μητροπόλεις και επισκοπές του Χριστιανισμού,όλες οι μεγάλες πόλεις της Θεσσαλίας έγιναν έδρες μητροπολιτών ή επισκόπων πλην των Φερών. Ο πλούτος της Θεσσαλίας ήταν η γεωργία, η εκμετάλλευση της πορφύρας, η εκτροφή αλόγων, το εμπόριο, κ.ά. Όμως η Θεσσαλία φημιζόταν και για το μάρμαρό της. Το σπουδαιότερο λατομείο ήταν αυτό στον λόφο της Χασάμπαλης, μεταξύ Λάρισας και Συκουρίου, το οποίο άρχισε να λειτουργεί εντατικά από τα χρόνια του Αυγούστου ως τις μέρες μας. Έτσι, ενώ στις επιτύμβιες στήλες των ελλη-
νιστικών χρόνων δεν παρατηρήθηκε η χρήση τέτοιου λίθου, στα αυτοκρατορικά χρόνια και μετά,
όλα τα μιλιάρια (οδοδείκτες μιλίων), πολλοί κίονες σε ναούς της εποχής (Αγιά-Σοφιά) και παλαιοχριστιανικά οικοδομήματα των Φθιώτιδων Θηβών, κατασκευάζονταν από το λεγόμενο οφίτη λίθο της Χασάμπαλης. Σπουδαίο λατομείο της εποχής ήταν αυτό του Καστρίου της Αγιάς και αργότερα το Κρι
τήρι του Τυρνάβου.
ΚΑΤΟΙΚΟΙ – ΓΡΑΜΜΑΤΑ: Ο πληθυσμός της Θεσσαλίας δεν ήταν τελείως ομοιογενής. Διάφορες επιγραφές μας αποκαλύπτουν τη συνύπαρξη διάφορων μικρών κοινοτήτων, Εβραίων, Ρωμαίων,Ανατολιτών, κ.ά. Οι Ρωμαίοι φαίνεται πως ήταν πράγματι μια μικρή μειονότητα, μιας και βρέθηκαν λίγες επιτύμβιες στήλες γραμμένες στα Λατινικά,ενώ οι Εβραίοι είχαν μικρές αλλά οργανωμένες κοινότητες, κυρίως στη Λάρισα και στις Φθιώτιδες Θήβες. Πάντως οι Έλληνες της Θεσσαλίας άρχισαν να επηρεάζονται από τον ρωμαϊκό τρόπο ζωής σε κάποιο βαθμό, πράγμα που διαπιστώνεται και από την αλλαγή ονομάτων μελών των σπουδαιότερων οικογενειών της περιοχής. Οι διασημότεροι πνευματικοί άνθρωποι της εποχής (1ος-3ος αι. μ.Χ.) κατάγονταν είτε από τη Λάρισα, είτε από την Υπάτη. Στη Λάρισα γεννήθηκαν ο Ιππόδρομος και ο Φιλίσκος που ήταν καθηγητές ρητορικής από το 209 ως το 220 μ.Χ. στην Αθήνα. Άλλοι δυο σπουδαίοι ρήτορες ήταν ο Φίλων ο Λαρισαίος και ο Αρτεμίδωρος ο Μόψιος, που δίδαξαν και σε χώρες
της Δύσης. Μάλιστα στη γαλλική πόλη Béziers βρέθηκε ταφικό επίγραμμα του Αρτεμίδωρου γραμμένο στα ελληνικά από τον αδελφό του.
Στο άρθρο της μεθεπόμενης Κυριακής θα αναφερθούμε στη Θεσσαλία κατά την Πρωτοβυζαντινή
Εποχή (δ’-στ’ μ.Χ. Αιώνες).

* Ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου είναι
δάσκαλος στο 32ο Δ. Σχ. Λάρισας - συγγραφέας