Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014

Σχολές της Αρχαίας Δυτικής Φιλοσοφίας

Αναρτήθηκε από τον/την olympiada στο Μαρτίου 2, 2014
Η ΑΡΧΑΙΑ ΔΥΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ αποτελεί μια μοναδική προσφορά του κλασσικού ελληνικού πνεύματος στην Ανθρωπότητα. Με κέντρο τον Σωκράτη, χρονικά και ιδεολογικά, η Φιλοσοφία θα χωριστεί σε:
1. ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΗ
2. ΣΩΚΡΑΤΙΚΗ
3. ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ & ΡΩΜΑΪΚΗ
Στην Προσωκρατική έχουμε σαν άξονα της Φιλοσοφίας την ΦΥΣΗ. Στο Σωκράτη κέντρο της γίνεται ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ. Στην εποχή που χαρακτηρίζεται από την αυτοκρατορία του Αλέξανδρου και την μετέπειτα των Ρωμαίων, το κέντρο της φιλοσοφίας
φαίνεται να μετατοπίζεται προς τον ΚΟΣΜΟ.
Πραγματικά, η αρχαία δυτική φιλοσοφία κινείται πάντα γύρω και από τα τρία κέντρα Άνθρωπος – Φύση  – Κόσμος (ή Θεός), τονίζοντας κατά τις ιστορικές προκλήσεις της το ένα ή το άλλο κέντρο της. Όλοι οι φιλόσοφοι ασχολήθηκαν με όλα τα θέματα που απασχολούν τον άνθρωπο με ιδιαίτερη επιτυχία: από την επιστήμη και την θρησκεία ως τη πολιτική και την τέχνη. Η λέξη όμως Φιλοσοφία, σαν αγάπη στην Σοφία, αποδίδεται στον Πυθαγόρα, παρόλο που ο ίδιος ήταν περισσότερο σοφός από φιλόσοφος.
Στην Αρχαία Δυτική Φιλοσοφία παρατηρούμε την Φιλοσοφία σαν ΕΠΙΣΤΗΜΗ και σαν ΤΡΟΠΟ ΖΩΗΣ. Συνήθως τονιζόταν το ένα από τα δύο, ανάλογα με τις προκλήσεις της εποχής και της ανταπόκρισής τους  σ αυτές. Έτσι αναπτύσσεται μια διδασκαλία με επιστημονικό και εκπαιδευτικό τρόπο που διδάσκεται μέσα σε ειδικούς χώρους και στοχεύει στην αλήθεια και από την άλλη αναπτύσσεται ένας τρόπος ζωής που στοχεύει την ευτυχία (μάλλον ευδαιμονία) του ανθρώπου. Γι αυτό τον λόγο μιλάμε για ΣΧΟΛΕΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ.
Το όνομα κάποιων αποτέλεσε από μόνο του το όνομα μιας Σχολής (πχ Ηράκλειτος ο Σκοτεινός), ενώ άλλες Σχολές πήραν το όνομά τους από ένα χαρακτηριστικό της συμπεριφοράς τους (πχ κυνικοί) ή από κάποια εξωτερική περίσταση (πχ Στωικοί).
Από που γεννήθηκε η Αρχαία Δυτική Φιλοσοφία; Γιατί αναπτύχθηκαν τόσες Σχολές Φιλοσοφίας; Εδώ η απάντηση δίνεται χωρίς εξωτερική απόδειξη: Οι παραδοσιακές σχολές Μυστηρίων δίνουν τη θέση τους στο τελευταίο τους διάδοχο: Την Φιλοσοφία, σαν θεωρία και πράξη μιας ευτυχισμένης ζωής και συμβίωσης.
ΟΙ ΙΩΝΕΣ ΣΤΟΧΑΣΤΕΣ
ΜΙΛΗΣΙΑ ΣΧΟΛΗ
Μέσα σε διάστημα ενός αιώνα η Μίλητος έβγαλε τρεις στοχαστές: Θαλής, Αναξίμανδρος και Αναξιμένης. Καθένας από τους τρείς δεχόταν ως αρχή της Φύσης ένα ορισμένο στοιχείο, η απομόνωση του οποίου αποτελούσε το σημαντικότερο βήμα για μιά συστηματική περιγραφή της πραγματικότητας.
Η σχολή άνθησε όλο τον 6ο αιώνα στην παλαιά πρωτεύουσα της Ιωνίας και χάθηκε μαζί με την πόλη, κατά την καταστροφή της από τους Πέρσες το 494 π.Χ. ύστερα από τη μάχη στον ποταμό Λάδη.
Όλοι οι Φιλόσοφοι προσπάθησαν να ερμηνεύσουν τον κόσμο σχετικά με το πώς και το γιατί έγινε – όχι με θεολογικο-μυθικούς όρους αλλά με καθαρά φυσικούς και επιστημονικούς. Έτσι καθένας ερμήνευσε τον κόσμο ξεκινώντας από μια φυσική αρχή – στοιχείο: Το Νερό, ή τον Αέρα, ή το Πυρ, ή το Άπειρο, ή το Όν.  Ίδρυσαν σχολές που μέσα από το πέρασμα αντιστοιχούν στα πανεπιστήμια της Αναγέννησης. Ασχολήθηκαν με όλες τις πλευρές της ζωής – ποίηση, επιστήμη, πολιτική, θεολογία, ιατρική κλπ, εκφράζοντας το πρότυπο του ολιστικού ανθρώπου.
ΘΑΛΗΣ
Για τον Θαλή, που καταγόταν από παλαιά εμπορική οικογένεια, λέγεται ότι είχε προβλέψει την ηλιακή έκλειψη του 585 π.Χ. και ότι ζούσε και έπειτα από την εισβολή των Περσών στα μέσα του 6ου αιώνα. Είχε πάει στην Αίγυπτο. Αρχή του σύμπαντος έθεσε το στοιχείο ΝΕΡΟ. Απέδωσε ζωή σε κάθε μέρος της φύσης, από τα ορυκτά ως τα άστρα (υλοζωισμός). Η Γεωμετρία του χρωστά πολλά περισσότερα από το γνωστό θεώρημα του Θαλή, η αστρονομία πολλούς υπολογισμούς, όπως η φαινόμενη διάμετρος του ήλιου και της σελήνης, η λόξωση της εκλειπτικής, το αντανακλώμενο φως των πλανητών.
ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟΣ
Ο Αναξίμανδρος φαίνεται ότι ήταν λίγο νεώτερος. Από τα συγγράμματά του Περί φύσεως έχει σωθεί μόνο ένα περίεργο απόσπασμα. Είναι δύσκολο να προσδιοριστεί η εποχή που έζησε ο Ανεξίμανδρος, ίσως να έζησε ανάμεσα στα 560-500 π.Χ. Από τα συγγράμματά του Περί Φύσεως δεν έχει σωθεί τίποτα. Δεν υπάρχει επιστήμη που να μην έλκει τα θεμέλιά της σε θεωρίες του μεγάλου αυτού φιλόσοφου: Γεωγραφία, μαθηματικά, αστρονομία, εξελικτική βιολογία. Προσδιόρισε την περίμετρο ξηράς και θάλασσας και κατασκεύασε μια γήινη σφαίρα. Πρόβλεψε σεισμούς και εκλείψεις. Τοποθέτησε την Γη σαν μετέωρη μέσα στο σύμπαν να συγκρατείται από τις ελκτικές δυνάμεις των άλλων ουράνιων σωμάτων. Κοσμολογικά όρισε σαν πρώτη αρχή το Άπειρο. Από αυτό διαφοροποιούνται τα 4 στοιχεία – γή, νερό, αέρας, φωτιά. Όλα διευθύνονται από την Ανάγκη και την Δικαιοσύνη.
ΑΝΑΞΙΜΕΝΗΣ 
Είναι ο 3ος και τελευταίος από την σχολή της Μιλήτου. Γεννήθηκε γύρω στο 585 πΧ και πέθανε γύρω στα 525. Για την ζωή του ξέρουμε μόνο ότι ήταν συμμαθητής και μαθητής του Αναξίμανδρου. Πρέσβευσε ότι η κύρια αρχή του κόσμου είναι ο Αέρας.  Αντιλαμβάνεται τον κόσμο σαν ζωντανό όν. Μιλάει για κοσμικό ζώο – πράγμα που θα το αναφέρει αργότερα και ο Πλάτων. Η καταστροφική επέκταση των Περσών ανέκοψε την υπέροχη αυτή πορεία της φιλοσοφίας αναγκάζοντάς την να μεταφερθεί δυτικά.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΩΝΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΩ ΙΤΑΛΙΑΞΕΝΟΦΑΝΗΣ Ο ΚΟΛΟΦΩΝΙΟΣ
Αρχηγός της ελεατικής σχολής θεωρείται συνήθως ο Ξενοφάνης, που οπωσδήποτε έλαβε μέρος στην ίδρυσή της. Γεννημένος γύρω στο 570 π.Χ. στην Κολοφώνα, έφυγε από την Ιωνία το 546 π.Χ., όταν την κυρίευσαν οι Πέρσες. Έζησε ως περιπλανώμενος ραψωδός και τελικά εγκαταστάθηκε στην Ελέα, που την είχαν ιδρύσει πρόσφυγες Ίωνες. Πέθανε μετά το 480 π.Χ. Η περίοδος που εμφανίζεται ο Ξενοφάνης είναι μεταβατική για τη φιλοσοφία. Η σχολή της Μιλήτου είχε καταστραφεί. Η φιλοσοφία όμως συνεχίστηκε μέσα από την ίδρυση της Ελεατικής σχολής με καθαρά φιλοσοφικούς και οντολογικούς προβληματισμούς. Πρέσβευε ότι ο ήλιος και τα άστρα είναι διάπυρα νέφη. Τα άστρα με το φως του ήλιου σβήνουν. Τα σύννεφα είναι εξατμίσεις από τη θάλασσα και οι αστραπές προέρχονται από τις κινήσεις των διάπυρων νεφών. Μιλούσε για βιόρρυθμους και χρονικούς κύκλους.
ΚΑΤΩ ΙΤΑΛΙΑ
ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ Ο ΣΑΜΙΟΣ
Ο Σύνδεσμος των Πυθαγορείων παρουσιάστηκε στα τέλη του 6ου π.Χ. αιώνα, αρχικά στις πόλεις της Μεγάλης Ελλάδας, ως θρησκευτική και πολιτική εταιρεία. Ιδρυτής του ήταν ο Πυθαγόρας από τη Σάμο, που είχε γεννηθεί περίπου το 580 π.Χ. Ύστερα από μεγάλα ταξίδια, που τον έφεραν από την Αίγυπτο μέχρι και την Ινδία, έφτασε στην αριστοκρατική πόλη Κρότων, από όπου ξεκίνησε την μεταρρυθμιστική προσπάθειά του με σκοπό την κάθαρση της ηθικής και της θρησκευτικής και πολιτικής ζωής.
Στον Πυθαγόρα που πέθανε το 500 π.Χ. περίπου, δεν είναι δυνατό να αποδοθεί καμία φιλοσοφική θεωρία, παρόλο που προσπάθησαν αργότερα να τον μυθοποιήσουν και να τον παρουσιάσουν ως το ιδεώδες κάθε ελληνικής σοφίας. Ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης κάνουν λόγο μόνο για φιλοσοφία. Για τη ζωή του δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτε. Για τα αποσπάσματα από το έργο του υπάρχουν πολλές αμφιβολίες.
Η πνευματική καταγωγή των Πυθαγορείων, ο φιλοσοφικός δογματισμός τους καθώς και η εξάπλωσή τους, αποτελούν ένα τριπλό ιστορικό ανεξήγητο. Η σχολή του Πυθαγόρα, το λεγόμενο Ομακοείο, ήταν ένα κοινόβιο με αναμφισβήτητο αρχηγό, δάσκαλο και νομοθέτη τον Πυθαγόρα. Έφτασε να αριθμεί μέχρι 300 μέλη. Μέσα από αυστηρό πρόγραμμα ηθικής, ψυχολογικής και νοητικής εκπαίδευσης οι μαθητές περνούσαν το στάδιο του Ακουσματικού, Μαθηματικού και τέλος Πολιτικού. Έτσι διαμορφώθηκαν εξαίρετοι φιλόσοφοι-αριστοκράτες που επέδρασαν στην ελληνική κοινωνία.
Τα Μαθηματικά και η Μουσική οφείλουν πολλά στους μαθητές του Πυθαγόρα, εφόσον αυτά κανόνιζαν τις ψυχολογικές, θρησκευτικές και ηθικές υποχρεώσεις τους.
ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ Ο ΕΛΕΑΤΗΣ
Ο Παρμενίδης (που είχε γεννηθεί γύρω στο 515 π.Χ.), Ελεάτης από αριστοκρατική οικογένεια, ήταν προσωπικότητα σημαντική και με πολιτική δράση. Είχε σχέσεις με τους Πυθαγόρειους. Έγραψε γύρω στο 470 π.Χ.. Ιδρυτής της Ελεατικής σχολής παρόλο που τον σπόρο τον έριξε ο Ξενοφάνης. Πρώτος ο Παρμενίδης αναφαίρεται στο Ον. Του αποδίδει τα όσα απέδιδαν οι  προηγούμενοι προσωκρατικοί στο στοιχείο – αρχή τους. Αναφέρεται στο Ον σαν να πρόκειται για τον Απόλυτο Θεό. Του δίνει τα χαρακτηριστικά της Ολότητας και της Ακινησίας -  εφόσον είναι πανταχού παρών.
ΖΗΝΩΝ Ο ΕΛΕΑΤΗΣ
Γεννήθηκε στην Ελέα της Ιταλίας γύρω στο 595 πΧ. Φίλος και μαθητής του Παρμενίδη, έδωσε πολλές διαλέξεις για να υπερασπιστεί τις θεωρίες του δασκάλου του περί του όντος. Τον διαδέχθηκε στην διεύθυνση της σχολής της Ελέας. Το χαμένο σύγγραμμα του Ζήνωνα (περίπου 490- 430 π.Χ.) είναι ίσως το πρώτο φιλοσοφικό έργο που ήταν διαιρεμένο σε κεφάλαια και είχε διαλεκτική διάταξη. Χρησιμοποιεί την “εις άτοπον απαγωγή” για να αποδείξει τις θεωρίες του Παρμενίδη. Είναι πασίγνωστα τα παράδοξα του Ζήνωνα όπου αποδείκνυε ότι πχ ο Αχιλλέας δεν θα φθάσει ποτέ την Χελώνα, ότι ο χώρος δεν υπάρχει, όπως δεν υπάρχει και η κίνηση κλπ. Μόνο κατά τον 17ο μΧ αιώνα (Λάιμπνιτς, Νεύτων) μπορέσαμε να αναπτύξουμε την θεωρία του απειροστικού λογισμού και να κατανοήσουμε τα “παιχνίδια” του Ζήνωνα.
ΜΕΛΙΣΣΟΣ Ο ΣΑΜΙΟΣ
Ο Μέλισσος ήταν ο στρατηγός των Σαμίων που νίκησε το 442 π.Χ. τους Αθηναίους. Μαθητής του Παρμενίδη, συνεχίζει την ίδια γραμμή με τον Ζήνωνα. Για τον Μέλισσο, ο χρόνος είναι σταθερός, στατικός και ομογενής παράγοντας που αποκτά ελαστικότητα και πλαστικότητα όταν εκδηλώνεται.
ΕΜΠΕΔΟΚΛΗΣ Ο ΑΚΡΑΓΑΝΤΙΝΟΣ
Ο πρώτος Δωριέας στην ιστορία της φιλοσοφίας είναι ο Εμπεδοκλής, από τον Ακράγαντα, περίπου 490 – 430 π.Χ. Ποιητής, πολιτικός, γιατρός, θαυματοποιός, ήταν επιφανής, ιερατική προσωπικότητα με μαντικές ιδιότητες, πιθανόν να είχε σχέσεις με τη σικελική ρητορική σχολή, από την οποία μας είναι γνωστά τα ονόματα του Κόρακα και του Τεισία. Σπούδασε στους Πυθαγόρειους αλλά και κοντά στον Αναξαγόρα και στον Παρμενίδη. Έγραψε: Περί Φύσεως, Προοίμιο εις Απόλλωνα, Καθαρμοί, Περσικά, Τραγωδίαι, Πολιτικοί Λόγοι, Ιατρικός Λόγος. Μιλάει για τα 4 βασικά στοιχεία (“ριζώματα”): Γή , Νερό, Αέρα, Φωτιά. Για τις δύο αντίθετες δυνάμεις του Σύμπαντος: Φιλία και Νείκος. Επίσης μιλά για την μετενσάρκωση στην φύση.
Η ΙΩΝΙΚΗ ΑΝΤΑΠΑΝΤΗΣΗ
ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ Ο ΕΦΕΣΙΟΣ
Ο Ηράκλειτος (περίπου 536-470 π.Χ.) από την Έφεσο, ο «σκοτεινός», άφησε τα υψηλά αξιώματα (που είχε χάρη στην ευγενική καταγωγή του) από αντίθεση προς την ανερχόμενη δημοκρατία την οποία απεχθανόταν. Αποσύρθηκε σε περήφανη απομόνωση και τα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε την άνεση να γράψει ένα σύγγραμμα με τρία μέρη: Σύμπαν, Πολιτική, Θεολογία. Το έργο του δεν ήταν γενικά κατανοητό ήδη στην αρχαιότητα. Έχουν διασωθεί μερικά αποσπάσματα μόνο, που συχνά επιδέχονται πολύ διαφορετικές ερμηνείες: “Στη φύση αρέσει να κρύβεται”, “Τα πάντα ρεί”, “Πόλεμος πάντων πατήρ”, “Αυτοί που επαγρυπνούν έχουν ένα κοινό κόσμο. Αυτοί που κοιμούνται γυρίζουν ο καθένας στο δικό του κόσμο”, “Εκ πυρός τα πάντα και εις πυρ τελευτά”
ΑΝΑΞΑΓΟΡΑΣ Ο ΚΛΑΖΟΜΕΝΙΟΣ
Ο Αναξαγόρας από τις Κλαζομενές (500 ως και μετά το 430 π.Χ.) εγκαταστάθηκε στην  Αθήνα στα μέσα του 5ου αιώνα και επηρέασε την φιλοσοφία αλλά και την πολιτική της Ελλάδας μέσα από τον μαθητή του Περικλή. Το 434 π.Χ. κατηγορήθηκε για ασέβεια και υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει την πόλη, πήγε στη Λάμψακο όπου ίδρυσε σχολή. Ασχολήθηκε κυρίως με την αστρονομία. Λέγεται ότι περιφρονώντας τα γήινα είχε χαρακτηρίσει πατρίδα του τον ουρανό, και σκοπό της ζωής του την παρατήρηση των άστρων. Μαθητές του αναφέρονται ο Μητρόδωρος και ο Αρχέλαος. “Όλα τα πράγματα ήταν κάποτε ενωμένα, άπειρα κατά το πλήθος και κατά την σμικρότητα, γιατί το μικρό – η μικρότητα – είναι άπειρον και όταν όλα τα πράγματα ήταν ενωμένα, τίποτε δεν διακρινόταν, ακριβώς εξ αιτίας της σμικρότητά τους.” Ο νούς ήταν αυτός που έδωσε την πρωταρχική ώθηση με δίνη. “Και ότι υπάρχουν εκεί άνθρωποι και πόλεις κατοικημένες και έργα κατασκευασμένα, όπως είναι και σε μας και ότι αυτοί έχουν ήλιο και σελήνη και τα άλλα άστρα, όπως είναι και σε μάς …”
ΟΙ ΑΤΟΜΙΚΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ
ΛΕΥΚΙΠΠΟΣ Ο ΜΙΛΗΣΙΟΣ
Για τον Λεύκιππο γνωρίζουμε πολύ λίγα πράγματα, άλλωστε η ύπαρξή του είχε αμφισβητηθεί ήδη στην αρχαιότητα. Η μεγάλη ανάπτυξη της ατομικής θεωρίας από τον Δημόκριτο (βλ. σ.125 κ.ε.) έκανε να ξεχαστεί εντελώς ο εισηγητής της. Ωστόσο μπορούμε με βεβαιότητα να διαπιστώσουμε τα ιχνη του ατομισμού σ’ όλη την πορεία της σκέψης ύστερα από τον Παρμενίδη. Και αν ακόμη ο Λεύκιππος δεν γεννήθηκε στα Άβδηρα, πάντως διατέλεσε αρχηγός της σχολής από την οποία προήλθαν ο Πρωταγόρας και ο Δημόκριτος. Πρέπει να ήταν σύγχρονος του Εμπεδοκλή και Αναξαγόρα, αλλά ίσως λίγο  μεγαλύτερός τους. Παραμένει τελικά άγνωστο – παρόλο που είναι πιθανό – αν έγραψε κάτι, ιδιαίτερα τα έργα “Μέγας διάκοσμος” και “Περί νου”. Ο Λεύκιππος επινόησε πρώτος την ατομική θεωρία. Τον οναμάζουν υλιστή, αλλά μιά προσεκτικότερη μελέτη της θεωρίας του φανερώνει ότι η λέξη “άτομο” του Λεύκιππου και του Δημόκριτου είναι πολύ πιό πλούσια έννοια και οντότητα από αυτό που η σημερινή επιστήμη ορίζει.
ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ Ο ΑΒΔΗΡΙΤΗΣ
Γεννήθηκε ίσως το 460 πΧ στα Άβδηρα της Θρήκης. Ξόδεψε την τεράστια πατρική του περιουσία για να ταξιδέψει σε Αίγυπτο, Βαβυλώνα, Ινδία, Ιταλία… Μάλλον φοίτησε και στους Πυθαγόρειους. Διαδέχθηκε τον δάσκαλό του, Λεύκιππο στη σχολή των Αβδήρων. “Εαν λοιπόν η μεν γένεσις των σωμάτων προέρχεται εκ της ενώσεως των ατόμων, η δε φθορά των εκ του διαχωρισμού των ατόμων, η γένεσις δεν είναι τίποτε άλλο παρά αλλοίωσις” Αλλά υπάρχουν άτομα που πλησίάζουν την αιωνιότητα, είναι σταθερά, δεν μετακινούνται: Τέτοια είναι τα άτομα της ψυχής.
ΔΙΟΓΕΝΗΣ Ο ΑΠΟΛΛΩΝΙΑΤΗΣ
Γεννήθηκε στην Απολλωνία, μια αποικία της Μιλήτου στον Πόντο. Πιθανόν σύγχρονος του Αναξαγόρα, άκμασε γύρω στο 440 – 430 πΧ. Είναι ο όψιμος εκπρόσωπος της Ιωνικής Φιλοσοφίας. Ο χαρακτήρας της φιλοσοφίας του είναι εκλεκτικός αλλά αυτό δεν της στερεί την ιδιαίτερη αξία της. Όλα τα πράγματα πρέπει να είναι μετατροπές μιας βασικής ουσίας. Η βασική ουσία έχει θεία νόηση  που κατευθύνει τα πάντα με τον καλύτερο τρόπο. Η νόηση και η ζωή οφείλονται στον αέρα, που γι’ αυτό είναι η βασική μορφή της ύλης. Ο αέρας είναι θείος και κυβερνά τα πάντα. Παίρνει διαφορετικές μορφές ανάλογα με τις διαφορές του στην θερμότητα, την κίνηση κλπ.
ΟΙ ΣΟΦΙΣΤΕΣ
Από την ατομική σχολή προερχόταν ο Πρωταγόρας από τα Άβδηρα (περ. 480 – 410 π.Χ.), ένας από τους πρώτους περιπλανώμενους δασκάλους της σοφιστικής, που δίκαια θεωρειται και ο πιο σπουδαίος. Έδρασε κατά διαφορετικές περιόδους στην Αθήνα και λέγεται ότι πέθανε καθώς προσπαθούσε να φύγει από αυτήν, ύστερα από μια καταδίκη του για ασέβεια. Από τα πολυάριθμα συγγράμματά του, που είχαν γραμματικό, λογικό, ηθικό, πολιτικό και θρησκευτικό περιεχόμενο, έχουν διασωθεί μόνο λίγα αποσπάσματα.
Ο Γοργίας ο Λεοντίνος ( 483 – 375 π.Χ.) είχε πάει το 427 ως πρεσβευτής της πατρίδας του στην Αθήνα, όπου απέκτησε μεγάλη φιλολογική φήμη. Στα γερατειά του έζησε στη Λάρισα. Προερχόταν από τη ρητορική σχολή της Σικελίας, με την οποία σχετιζόταν και ο Εμπεδοκλής.
Για τον Ιππία τον Ηλείο, εκτός από ορισμένες γνώμες του (μερικές από τις οποίες επικρίνονται στον πλατωνικό διάλογο Ιππίας μείζων) ξέρουμε μόνο ότι καυχιόταν για την πολυγνωσία του. Για τον Πρόδικο από την Ιουλία της Κέας ξέρουμε μόνο την γνωστή αλληγορία για τον Ηρακλή, που σώζεται στα απομνημονεύματα του Ξενοφώντα, 2, 1, 21. Οι υπόλοιποι σοφιστές, τους οποίους αναφέρει μόνο ο Πλάτων, είναι ασήμαντοι, μνημονεύονται απλώς μερικές χαρακτηριστικές φράσεις τους.
Οι Σοφιστές αποτελούν κάτι σαν την ηθική σκιά της φιλοσοφίας γιατί παρόλα τα εξαιρετικά τους προσόντα δεν τα συμπλήρωναν με την απαραίτητη ηθική. Ο Σωκράτης δεν διαστάζει να τους αποκαλεί πόρνες της γνώσης επειδή οι σοφιστές πουλούσαν τη γνώση τους σε όποιον έδινε είχε τα χρήματα για να πληρώσει κι ας ήταν αναμφιβόλου ηθικής.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Ένα μεγάλο χάσμα χωρίζει το Σωκράτη από τους Σοφιστές. Ο Σωκράτης αναζήτησε τη Μία και Καθολική Αλήθεια και υπήρξε ένα μεγάλος δάσκαλος και ερευνητής της.
Ο Σωκράτης (469 – 399 π.Χ) από την Αθήνα γεννήθηκε το 470 ή το 469 π.Χ. και ήταν γιος του αγαλματοποιού Σωφρονίσκου και της μαίας Φαιναρέτης. Είναι σταθμός στην ιστορία της φιλοσοφίας, ακόμη και εξωτερικά, με την εντελώς ιδιόρρυθμη προσωπικότητά του και το νέο φιλοσοφικό τρόπο του. Δεν ήταν ούτε πολυμαθής ούτε πλανόδιος δάσκαλος, δεν ανήκε σε καμία σχολή και δεν ήταν οπαδός κανενός αλλά μελέτησε συγγράμματα των Προσωκρατικών και ήταν παραδειγματικός πολίτης και στρατιώτης. Ήταν απλός άνθρωπος του λαού, γιος αγαλματοποιού, και αρχικά είχε ασχοληθεί με την γλυπτική. Είχε βαθιά έφεση για γνώση και είχε δεχτεί τις καινούργιες διδασκαλίες που ήταν διάχυτες στην πόλη του.
Δεν θαμπώθηκε όμως από τη στιλπνότητα της ρητορικής ούτε πίστεψε ποτέ στην ωφελιμότητα αυτής της γνώσης. Από την κοφτερή σκέψη του δεν ξέφυγαν οι αντιφάσεις που υπήρχαν σε εκείνη τη μορφωτική κίνηση, της οποίας η επιπολαιότητα και η κουφότητα του προκαλούσαν ηθική αγανάκτηση. Το «Δαιμόνιον» του Σωκράτη: Αναφορές τον θέλουν να κάθεται επί ώρες ή και μέρες μόνος του, με το βλέμμα καρφωμένο κάπου. Δε μιλούσε, δεν έτρωγε, δεν κουνιόταν. Έμοιαζε σαν να έχει καταληφθεί από κάτι. Αυτό ήταν το γνωστό «δαιμόνιον του Σωκράτους», χαρακτηριστικό της περίεργης προσωπικότητάς του. Πρόκειται γι’ αυτό που στην Ανατολή ονομάζεται κατάσταση «σαμάντι».
Η γνώση αυτή εκμαιεύεται από το εσωτερικό του ανθρώπου ως η κατεξοχήν ουσία του. Πρόκειται για τη μαιευτική μέθοδο διδασκαλίας. Ο Σωκράτης –σαν γνήσιος Έλληνας- δεν αρνήθηκε την ευδαιμονία του ατόμου, αλλά την ταύτισε με την ηθική τελειοποίηση του ανθρώπου. Ό,τι δίδαξε ο Σωκράτης το εφάρμοσε στη ζωή του.Το μεγαλείο της προσωπικότητάς του έγκειται στο ότι σ’ αυτόν η ζωή και η διδαχή ήταν ένα. Θεωρούσε καθήκον του και θεϊκή επιταγή (πρβ. Πλάτων, Απολογία) να διαφωτίσει τον εαυτό του και τους συμπολίτες του για τη μηδαμινότητα της κίβδηλης γνώσης των σοφιστών και να επιδοθεί με κάθε σοβαρότητα στην αναζήτηση της αλήθειας, έστω και αν αυτό συνεπαγόταν παραμέληση των δικών του (Ξανθίππη).
Φιλόσοφος των περιστάσεων και της καθημερινής ζωής, επηρέαζε τους συμπολίτες του και συγκέντρωνε γύρω του τους πιο αξιόλογους νέους της Αθήνας (Αλικιβιάδης) που τον τιμούσαν ως ιδανικό και ως δάσκαλο της αρετής. Παρουσιάζεται έτσι ηγέτης μιας αριστοκρατίας του πνεύματος, γεγονός που τον έφερε σε σύγκρουση με τους δημοκρατικούς που ήταν τότε στην εξουσία. Αυτές ήταν οι προϋποθέσεις με τις οποίες οι προσωπικές αντιζηλίες σε συνδυασμό με την παρανόηση της διδασκαλίας του τον οδήγησαν στο δικαστήριο. Καταδικάστηκε αναπάντεχα σε θάνατο, αυτό όμως συντέλεσε όσο τίποτα άλλο στη μεγάλη δόξα του.
Ο ΠΛΑΤΩΝ ΚΑΙ Η ΑΚΑΔΗΜΙΑ
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 427 π.Χ., δύο χρόνια μετά το θάνατο του Περικλή. Πέθανε το 347 π.Χ.  Ο Πλάτων έμεινε μαζί με το Σωκράτη οκτώ χρόνια (407-399 π.Χ.), δηλαδή ως το θάνατο του τελευταίου.
Η Ακαδημία ιδρύθηκε το 387 π.Χ. στην Αθήνα με πρότυπο τη φιλοσοφική κοινότητα των Πυθαγορείων. Η λατρεία των Μουσών, του Απόλλωνα και του Έρωτα ήταν συνδεδεμένη με το όλο έργο της Ακαδημίας. Κεφαλή της ήταν ο Πλάτωνας και τα μέλη της ζούσαν κοινοβιακή ζωή.
Σκοπός της ήταν ο συνδυασμός της φιλοσοφικής, επιστημονικής, ηθικής και θρησκευτικής αγωγής, ώστε να σφυρηλατούνται επίλεκτα πνεύματα που αργότερα θα ασκούσαν μεγάλη επίδραση στην αθηναϊκή πολιτεία και στις άλλες πόλεις, από τις οποίες προέρχονταν οι μαθητές. Η πολιτική στην υψηλότερή της έννοια ήταν ένα από τα κύρια θέματα της Ακαδημίας. Άλλωστε τα δύο μεγαλύτερα έργα του Πλάτωνα –Πολιτεία και Νόμοι- είναι πολιτικά. Το κυριότερο όμως έργο της Ακαδημίας ήταν φιλοσοφικού και επιστημονικού χαρακτήρα. Είναι το πρώτο επιστημονικό και φιλοσοφικό Ίδρυμα. Αναζήτησε την καθαρή γνώση.
Τα 13 τελευταία χρόνια της ζωής του ο Πλάτωνας αφιερώθηκε στο συγγραφικό του έργο και, όταν πέθανε, σε ηλικία 81 ετών, θάφτηκε στον κήπο της Ακαδημίας.
Η Μέση Ακαδημία αρχίζει στην Αιολία με τον Αρκεσίλαο από την Πιτάνη (περ. 315 – 241 π.Χ.) που τη διδασκαλία του την κατέγραψε ο μαθητής του Λακύδης, και τελειώνει με τον Καρνεάδη (155 π.Χ. στη Ρώμη ) και το διάδοχό του Κλειτόμαχο (πέθανε το 110 π.Χ.) Από τα έργα τους δεν έχει σωθεί τίποτε, πηγή γι΄ αυτούς, εκτός από τον Διογένη τον Λαέρτιο, είναι προπάντων ο Κικέρων και ο Σέξτος ο Εμπειρικός.
Έμμεσες μόνο και πολύ γενικές είναι οι πληροφορίες που έχουμε για τη Νεώτερη Ακαδημία. Ο Φίλων από τη Λάρισα βρισκόταν το 87 π.Χ. στη Ρώμη. Το διάδοχό του Αντίοχο από τον Ασκάλωνα άκουσε το 78 π.Χ. ο Κικέρων στην Αθήνα. Χαρακτηριστικός εκπρόσωπος του εκλεκτικού πλατωνισμού σε αυτή την πρώτη – βασικά ηθική – μορφή του είναι και ο Άρειος Δίδυμος, με ισχυρή απόκλιση προς τη στωϊκή φιλοσοφία (έζησε την εποχή του Αυγούστου), και ο Θράσυλλος, που έκανε τη συστηματική κατάταξη και την έκδοση των έργων του Δημόκριτου και του Πλάτωνα. Αλλά και μέσα στην Ακαδημία αναπτύχθηκε ολόκληρη φιλολογία από παραφράσεις και υπομνήματα στα έργα του Πλάτωνα.
Ο τελευταίος ηγέτης της πλατωνικής Ακαδημίας ήταν ο Δαμάσκιος. Σώζεται η αρχή ενός συγγράμματός του Περί των Πρώτων αρχών, το τέλος ενός υπομνήματός του στον Παρμενίδη και μια βιογραφία του δασκάλου του Ισιδώρου. Από  τους σχολιαστές αυτής της περιόδου ξεχωρίζει ο Συμπλίκιος. Αυτοί οι δύο τελευταίοι έφυγαν με το στενότερο κύκλο των μαθητών τους και πήγαν για ένα χρονικό διάστημα στην Περσία, όταν το 529 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός έκλεισε την Ακαδημία, δήμευσε την περιουσία της και απαγόρευσε τα μαθήματα, επισφραγίζοντας έτσι και τυπικά το τέλος της.
Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΛΥΚΕΙΟ
Πλάτωνας και Αριστοτέλης: Από την άποψη του ορθολογισμού μπορούμε να δεχτούμε ότι η Ελληνική και Δυτική εν γένει φιλοσοφία φτάνει στην πλήρη ωριμότητά της με τον Αριστοτέλη.
Χρησιμοποίησε τη μεθοδολογία της ορθολογιστικής φιλοσοφίας που είχε διδαχτεί στην Πλατωνική Ακαδημία. Ο Αριστοτέλης γεννήθηκε το 384 π.Χ. στα Στάγιρα της Χαλκιδικής.  Το 367/6 π.Χ. βρίσκουμε τον Αριστοτέλη στην Ακαδημία του Πλάτωνα, στην Αθήνα, όπου παραμένει για 20 ολόκληρα χρόνια, μέχρι το θάνατο του Πλάτωνα.
Στην Πέλλα ο Αριστοτέλης εκπαιδεύει όχι μόνο τον Αλέξανδρο, αλλά και τα παιδιά που τον συνόδευαν, καθώς και άλλους υψηλούς αξιωματούχους της αυλής του Φιλίππου. Ο Αριστοτέλης μετέδωσε στον Αλέξανδρο τον ενθουσιασμό για την επιστήμη και τη φιλοσοφία και τον διαμόρφωσε ηθικά και πολιτικά. Η εκπαίδευση του Αλέξανδρου από τον Αριστοτέλη άρχισε το 343 και έληξε το 341/40 π.Χ. έπειτα από διαφωνία για το αν όλοι οι λαοί μπορούσαν να ενωθούν με ισότητα σε μια κοινή αυτοκρατορία.
Γύρισε στην Αθήνα μαζί με τον Θεόφραστο και ίδρυσε το Λύκειο ή Περίπατο εφόσον συνήθιζαν στη σχολή αυτή να περπατούν συζητώντας και εξηγώντας τα φιλοσοφικά θέματα..
Όταν πέθανε ο Αλέξανδρος οι Αθηναίοι έδειξαν και στον Αριστοτέλη εχθρικές διαθέσεις, έτσι ο φιλόσοφος πήγε στην Χαλκίδα όπου έζησε τα τελευταία χρόνια του – πέθανε το 322 πΧ. Διάδοχος στο Λύκειο έγινε ο Θεόφραστος.
Ο Αριστοτέλης θεωρείται σαν κορυφή της φιλοσοφίας – αυτής που θεμελιώνεται στο όργανο της λογικής. Διαφώνησε με τον Πλάτωνα σε ζητήματα μεταφυσικά όπως πχ η αθανασία της ψυχής εφόσον δεν μπορούσε να την κατανοήσει. Αυτό οδήγησε την Αριστοτέλεια λογική σε δρόμους που διέψευσαν τον εαυτό της. Μόνο η επιστήμη της ευρωπαϊκής αναγέννησης μπόρεσε να απελευθερωθεί από τα σφάλματα της λογικής του Αριστοτέλη, ενώ η σημερινή επιστήμη εμπνέεται από την ανώτερη λογική του Πλάτωνα.
ΣΧΟΛΗ ΤΩΝ ΜΕΓΑΡΩΝ  – ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ
Ο Ευκλείδης από τα Μέγαρα ίδρυσε τη σχολή του λίγο μετά το θάνατο του Σωκράτη. Από τον Φαίδωνα του Πλάτωνα γνωρίζουμε ότι ο Ευκλείδης υπήρξε μαθητής του Σωκράτη και ήταν παρών στο θάνατό του. Μετά το θάνατο του Δασκάλου, πολλοί μαθητές κατέφυγαν στα Μέγαρα και φιλοξενήθηκαν από τον Ευκλείδη. Ανάμεσά τους και ο Πλάτων.
Κύριο γνώρισμα της φιλοσοφίας του είναι η σύνδεση της σωκρατικής με την ελεατική φιλοσοφία. Ταύτισε το Αγαθό με το Ον των Ελεατών και δίδαξε ότι αυτό αποτελεί την μόνη πραγματικότητα. Το ανώτατο αγαθό το ονόμασε φρόνηση, θεό, νου.
Σημαντικοί μεταξύ των Μεγαρικών είναι ο Ευβουλίδης, ο Διόδωρος Κρόνος και ο Στίλπων, που πολέμησε τη θεωρία των Ιδεών του Πλάτωνα και πλησίασε πολύ την Κυνική Σχολή. Το ανώτατο αγαθό γι’ αυτόν είναι η απάθεια. Μαθητής του είναι ο Ζήνων ο Κυτιεύς, ιδρυτής του Στωικισμού. Από αυτή τη σχολή πρέπει να αναφερθούν οι δύο εριστικοί Ευβουλίδης από τη Μίλητο και Αλεξίνιος από την Ηλεία, επίσης ο Διόδωρος Κρόνος από την Καρία και ο Στίλπων. Η σχολή είχε πολύ σύντομη ζωή, αργότερα συγχωνεύτηκε με τον κυνισμό και τη φιλοσοφία της Στοάς
ΣΧΟΛΗ ΤΗΣ ΗΛΕΙΑΣ – ΦΑΙΔΩΝ
Το ίδιο ισχύει και για τη φιλοσοφική εταιρεία που ίδρυσε ο Φαίδων, αγαπημένος μαθητής του Σωκράτη, στην πατρίδα του την Ηλεία, ύστερα από λίγο ο Μενέδημος τη μετέφερε στην Ερέτρια. Ο Ιερώνυμος τον αποκαλεί «δούλον» στο «Περί ψυχής». Τον εξαγόρασε ο Αλκιβιάδης και ο Κρίτων με προτροπή του Σωκράτη. Δεν γνωρίζουμε πολλά γι’ αυτόν.
ΚΥΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ
Ιδρυτής της κυνικής σχολής (που ονομάστηκε έτσι από το γυμνάσιο του Κυνοσάργους) ήταν ο Αντισθένης που γεννήθηκε στην Αθήνα το 444 π.Χ. και πέθανε το 370 π.Χ. Παλαιός φίλος και αυτός, όπως ο Ευκλείδης, του Σωκράτη. Ο ιδιόρρυθμος Διογένης από τη Σινώπη ήταν πιο πολύ μια χαρακτηριστική φιγούρα στην ιστορία του πολιτισμού παρά άνθρωπος της επιστήμης. Μαζί με αυτόν πρέπει να αναφερθεί ο Κράτης από τη Θήβα. Αργότερα η κυνική σχολή συγχωνεύτηκε με τη Στοά.
Ο Αντισθένης, υπήρξε μαθητής του Γοργία του Σοφιστή. Στην αρχή άνοιξε σχολή Ρητορικής, αλλά μετά από ρήξη με τον Γοργία, ακολούθησε τον Σωκράτη. Όταν ο Σωκράτης πέθανε, ο Αντισθένης ίδρυσε την Κυνική Σχολή στην πλατεία του Κυνοσάργους.
Σύμφωνα με μια εκδοχή, γι’ αυτό ονομάστηκαν Κυνικοί, καθώς και από τον τρόπο ζωής που πρέσβευαν, που ήταν λιτός και ασκητικός. Όλοι οι Κυνικοί ζούσαν σαν ζητιάνοι, χωρίς αγαθά και οικία. Έκαναν αυτό που λέμε «σκυλίσια ζωή».
ΚΥΡΗΝΑΪΚΗ ΣΧΟΛΗ
Ιδρυτής της είναι ο Αρίστιππος από την Κυρήνη. Γεννήθηκε το 435 π.Χ. στην Κυρήνη της Β. Αφρικής. Εκεί γνώρισε τη φιλοσοφία του Πρωταγόρα. Νέος ήρθε στην Αθήνα και εντάχθηκε στον κύκλο του Σωκράτη. Μετά την καταδίκη του δασκάλου του, οδοιπορεί κηρύσσοντας τις θεωρίες του σε πολλές ελληνικές πόλεις, σε αυλές τυράννων, «πρώτος εκ των μαθητών του Σωκράτους διδάξας επί χρήμασιν». Την Κυρηναϊκή Σχολή την ίδρυσε αφού εγκαταστάθηκε στην πατρίδα του.
Η ευδαιμονία-σοφία έγκειται στο να ελέγχει το αίσθημα και να μην αφήνει τον άνθρωπο να ελέγχεται απ’ αυτό. «Δεν είναι η αποχή από τις απολαύσεις το καλύτερο, αλλά να τις ελέγχει κανείς και να μην υποτάσσεται σ’ αυτές» (Πλούταρχος).
Ο Αρίστιππος ο Κυρηναίος, πλανόδιος δάσκαλος της σοφιστικής, κάπως νεώτερος από την Ευκλείδη και τον Αντισθένη, κατά καιρούς μόνο είχε σχέση με τον κύκλο του Σωκράτη. Ίδρυσε την σχολή του όταν ήταν πια γέρος. Φαίνεται ότι η συστηματική επεξεργασία των ιδεών του, που για αυτόν ήταν πιο πολύ πρακτικοί κανόνες ζωής, έγινε από τον εγγονό του που επονομάστηκε μητροδίδακτος, επειδή η σοφία του παππού του, του παραδόθηκε από την μητέρα του Αρετή.
ΣΤΩΙΚΙΣΜΟΣ
Ζήνων ο Κιτιεύς Στην ιστορία της Στοάς πρέπει να διακρίνουμε μια παλαιότερη (βασικά ηθική), μια μεσαία (συγκρητική) και μια νεώτερη (θρησκευτική) περίοδο. Πολλές από τις προσωπικότητες αυτής της σχολής κατάγονταν από χώρες της ελληνιστικής Ανατολής. Έτσι, ο ιδρυτής της Στοάς Ζήνων ήρθε ως έμπορος από την Κύπρο στην Αθήνα, και όπως λέγεται, τον έθελξε τόσο πολύ η φιλοσοφία ώστε μελέτησε τη διδασκαλία όλων των σχολών και ύστερα, το 308, ίδρυσε τη δική του. Ο Ζήνων καταγόταν από το Κίτιο της Κύπρου και έζησε από το 326 ως το 246 π.Χ. Γύρω στο 300 άρχισε να διδάσκει τις ιδέες του στην Ποικίλη Στοά, όπου εκθέτονταν έργα των γνωστότερων ζωγράφων της Αθήνας, στο στυλ του Πολυγνώτου και απ’ όπου η Σχολή πήρε το όνομά της. Πιο σημαντικός μαθητής του ήταν ο Κλεάνθης από την Άσσο (στην Τρωάδα), σώζεται ένας μονοθεϊστικός ύμνος στο Δία. Επιστημονική κεφαλή της σχολής ήταν ο Χρίσιππος (280- 209 π.Χ.) από τους Σόλους (ή την Ταρσό) της Κιλικίας. Λέγεται ότι είχε γράψει πάρα πολλά έργα, αλλά, εκτός από τους τίτλους του ελάχιστα έχουν σωθεί. Από τους άλλους στωϊκούς πρέπει να αναφερθούν μόνο ο Αρίστων από τη Χίο, ο Διογένης ο Βαβυλώνιος ( 155 π.Χ. Ρώμη) και ο Απολλόδωρος. Με τη Στοά συνδέονταν και ο Αρίσταρχος και ο Ερατοσθένης.
Η τάση προς τον συγκρητισμό άρχισε μέσα στη Στοά με τον Παναίτιο (180 110 π.Χ.), που είχε επηρεαστεί πολύ από το σκεπτικισμό της Ακαδημίας και διατηρούσε στενές σχέσεις με ρωμαίους πολιτικούς, και ολοκληρώθηκε με τον Ποσειδώνειο που καταγόταν από την Απάμεια της Συρίας (περ 175- 90 π.Χ.). Ήταν από τους μεγαλύτερους ιστοριοδίφες της αρχαιότητας, ειδικότερα στο χώρο της ιστορικής γεωγραφίας. Δίδασκε στη Ρόδο και η διδασκαλία του είχε μεγάλη απήχηση στους νεαρούς ρωμαίους μαθητές του, ανάμεσά τους ήταν και ο Κικέρων.
Περίοδοι του Στωικισμού:
Η αρχαία περίοδος ή Πρώτος Στωικισμός, από το τέλος του 4ου αιώνα π.Χ. μέχρι τον 2ο αιώνα π.Χ, στον οποίο ξεχωρίζει ο Ζήνων ο Κυτιεύς, ο ιδρυτής του, και οι μαθητές του Κλεάνθης και Χρύσιππος. Ο Κλεάνθης ήταν ένας καλός ποιητής που εργαζόταν μεταφέροντας νερό στους κήπους της Αθήνας, για να μπορεί να παρακολουθεί τα μαθήματα του Ζήνωνα και να συντηρεί τον εαυτό του. Ο Χρύσιππος θεωρείται ο κατεξοχήν ιδεολόγος του Στωικισμού, αυτός που έδωσε οριστική μορφή στη διδασκαλία του.
Η μεσαία περίοδος ή Δεύτερος Στωικισμός, από τον 2ο αιώνα π.Χ. μέχρι τον 1ο αιώνα μ.Χ. Αυτή την εποχή ξεχωρίζουν οι Πανέκιος και Ποσειδώνιος. Ο πρώτος σαν εισηγητής της διδασκαλίας στη Ρώμη και ο δεύτερος σαν αληθινός εκλεκτικιστής, μελετητής των διαφόρων γνωστών –εκείνη την εποχή- φιλοσοφικών θέσεων.
Ο Στωικισμός της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, στον οποίο τοποθετούνται τόσες σημαντικές προσωπικότητες, όπως ο Σενέκας, ο Μάρκος Αυρήλιος, ο Επίκτητος, καθώς και ο Κορνούτος, ο Μουσώνιος Ρούφος, ο Δίων Χρυσόστομος κ.α.
ΣΤΩΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ
Η φιλοσοφία του σχηματίζεται με βάση το παραδοσιακό τρίπτυχο:
α) Φυσική, που μελετά τα διάφορα στοιχεία που απαρτίζουν τον κόσμο, τα αντικείμενα της γνώσης υιοθετώντας τον τύπο ενός υλιστικού πανθεϊσμού.
β) Λογική ή οι αναγκαίες λειτουργίες για να μπορούμε να γνωρίσουμε.
γ) Ηθική, που μελετάει τη συμπεριφορά με βάση ηθικούς σκοπούς, καθήκοντα, αρετές, αξίες και ιδανικά σοφίας. Περιέχει επίσης τα σχετικά με την πολιτική θεωρία και περί δικαίου.
ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΟΙ
Ο Επίκουρος (341-270 π.Χ.) γιος αθηναίου δασκάλου, γεννήθηκε στη Σάμο και είχε ήδη αρχίσει να διδάσκει στη Μυτιλήνη κα στη Λάμψακο, προτού ιδρύσει, το 306, στην Αθήνα τη φιλοσοφική εταιρεία που ονομάστηκε κήποι (από τον τόπο όπου συναθροίζονταν τα μέλη της). Ήταν δάσκαλος πολύ αγαπητός για τα κοινωνικά του χαρίσματα, λεπτός άνθρωπος με πολύ γούστο, που ενσάρκωνε το ιδανικό της αττικής ευγένειας. Αφετηριακό σημείο της διδασκαλίας του είναι η ομορφιά, που προσπάθησε να την ανυψώσει σε αρχή της πρακτικής ζωής και να την εξασφαλίσει στο άτομο. Από τα πολυάριθμα και πολύ βιαστικά γραμμένα έργα του έχουν διασωθεί το Κύριαι Δόξαι, τρεις διδακτικές επιστολές, τμήματα από το έργο του Περί φύσεως και μερικά σκόρπια αποσπάσματα.
Από το πλήθος των οπαδών του η αρχαιότητα είχε ξεχωρίσει το στενό φίλο  του Μητρόδωρο από τη Λάμψακο, τον Ζίνωνα από τη Σιδώνα και τον Φαίδρο. Γνωστότερος είναι ο Φιλόδημος από τα Γάδαρα της Κοίλης Συρίας.
“Η ευτυχία  θεμελιώνεται στην υγεία του σώματος και στη ατάραχη ηρεμία της ψυχής”
“Η ηθική του σώφρονος ανθρώπου γνωρίζει πότε είναι απαραίτητο να θυσιάζει την παρούσα ηδονή προς χάριν της ευτυχίας του μέλλοντος”
“Ασεβής δεν είναι ακείνος που δεν παραδέχεται τους θεούς των πολλών, αλλά εκείνος που αποδίδει στους θεούς τις δοξασίες των πολλών” .
ΣΚΕΠΤΙΚΙΣΤΕΣ
Ο Σκεπτικισμός δεν παρουσιαζόταν ως αυτοτελής σχολή, σύμφωνα και με την φιλοσοφική άποψη που υποστήριζε, είχε χαλαρότερο σχήμα. Ο Σκεπτικισμός έχει τη αρχή του στον Πύρρωνα. Παρέχει την βάση για μιά σε βάθος κριτική των θεωριών της γνώσης που υπήρχαν όμως ήδη από τους Προσωκρατικούς. Το δεύτερο χαρακτηριστικό του Σκεπτικισμού είναι ο δρόμος προς τη αταραξία, που είναι και ο ηθικός σκοπός του.
Ο Πύρρων από την Ηλεία συστηματοποίησε τη σκεπτική φιλοσοφία, είχε κάπως στενότερες σχέσεις με τη σωκρατική – σοφιστική σχολής της πατρίδας του. Μαζί με τον Ανάξαρχο, οπαδό της φιλοσοφίας του Δημόκριτου, ο Πύρρων ακολούθησε την εκστρατεία του Αλέξανδρου στην Ασία. Ο Πυρρωνισμός είναι προϊόν της εποχής του, όπου οι παραδοσιακές αξίες και δοξασίες της κοινωνίας βρίσκονταν σε μεταβατικό στάδιο. Με βάση τις απόψεις του Πύρρωνα ο σιλλογράφος Τίμων από τον Φλιούντα (320-230 π.Χ.) περιγελούσε τους φιλοσόφους.
Η δεύτερη φάση του σκεπτικισμού αποτελεί τον Σκεπτικισμό της Ακαδημίας με εκπροσώπους τον Αρκεσίλαο (265 πΧ) και τον Καρνεάδη (155 πΧ).
ΕΚΛΕΚΤΙΚΙΣΤΕΣ
Επιχειρεί να εξομαλύνει τον ανταγωνισμό των διαφορετικών φιλοσοφικών θέσεων, με βάση το σημείο της αναζήτησης της ευδαιμονίας, την εξάλειψη των παθών και το ιδανικό του σοφού.
Η Εκλεκτικιστική φιλοσοφία εκθέτει σε γενικές γραμμές  τις θεμελιώδεις και έμφυτες ανθρώπινες αλήθειες, αυτές πού είναι ανεξάρτητες  και πριν από κάθε έρευνα. Εμφανίστηκε στους Στωικούς, κυριάρχησε αργότερα στην Ακαδημία και έγινε επίσης δεκτός από τους περιπατητικούς.
Εκπρόσωποί του είναι ο Μάρκος Τούλιος Κικέρωνας (106 42 πΧ), ο μέγας αστρονόμος Κλαύδιος Πτολεμαίος όπως και ο Γαληνός, ο γιατρός. Στον εκλεκτικιστικό Στωικισμό, οι τελευταίοι μεγάλοι φιλόσοφοι της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας δείχνουν ένα έντονο θρησκευτικό ενδιαφέρον (Σενέκας, Μουσώνιος Ρούφος, Επίκτητος, Μάρκος Αυρήλιος).
ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΚΟΙ
Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση ιδρυτής του νεοπλατωνισμού είναι κάποιος Αμμώνιος Σακκάς, ένας αινιγματικός φιλόσοφος που είχε ιδρύσει στην Αλεξάνδρεια μια σχολή φιλαληθείας, με συγκριτικές και εκλεκτικιστικές συνθέσεις. Εκτός από τον Πλωτίνο και τον Ωριγένη μαθητής του ήταν ο ρήτορας Λογγίνος στον οποίο αποδίδεται το Περί ύψους, βιβλίο σημαντικό για την εξέλιξη των εννοιών της αισθητικής, και κάποιος άλλος Ωριγένης.
Ουσιαστικός θεμελιωτής της νεοπλατωνικής σχολής είναι ο Πλωτίνος (204-269 μ.Χ.)  Γεννήθηκε στη Λυκόπολη της Αιγύπτου και σπούδασε στην Αλεξάνδρεια. Πήρε μέρος σε εκστρατεία (αποτυχημένη) κατά των Περσών για να γνωρίσει τα μυστήριά τους. Γύρω στο 224μ.Χ. διδάσκει με μεγάλη επιτυχία στη Ρώμη. Πέθανε σε κάποιο κτήμα στην Καμπανία. Ήταν ευγενική, λεπτή φύση, η προσωποποίηση της βαθιάς εσωτερικότητας και της εκπνευματωμένης αντίληψης για τη ζωή – ντρεπόταν επειδή ήταν ενσαρκωμένος!!. Τα έργα του γράφτηκαν σε γεροντική ηλικία και τα εξέδωσε ο μαθητής του Πορφύριος. Άσκησε εξαιρετική επίδραση στην αριστοκρατία της Ρώμης και οι μαθητές του ίδρυσαν τις νεοπλατωνικές σχολές στις σημαντικότερες ελληνιστικές πόλεις.
Ο νεοπλατωνισμός γνώρισε μια σύντομη πολιτική επιτυχία με την προσχώρηση σ΄ αυτήν του αυτοκράτορα Ιουλιανού, που είχε ελπίσει ότι με τη βοήθειά της θα μπορούσε να ανανεώσει τα αρχαία μυστήρια και ξεριζώσει τους αυξανόμενους φανατισμούς των αιρέσεων.
Ιδρυτής του αθηναϊκού νεοπλατωνισμού είναι ο Πλούταρχος (πέθανε ύστερα από το 430 μ.Χ.) με τους μαθητές του Συριανό και Ιεροκλή. Τόσο αυτοί όσο και εκείνοι που αναφέρονται παρακάτω έγραψαν σχόλια – που εν μέρει έχουν διασωθεί – σε έργα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Σημαντικότερος είναι ο Πρόκλος (411-485 μ.Χ.) Από τα έργα του πρέπει προπάντων να μνημονευτεί το “Περί της κατά Πλάτωνα θεολογίας”.
Μέσα στις ποικίλες ιδέες που συνθέτουν την νεοπλατωνική διδασκαλία μπορούμε να σημειώσουμε: α) Την Ενότητα  της ολης ουσιαστικής πραγματικότητας. β) Την μετενσάρκωση των ψυχών, έως ότου βιώσουν πλήρως την ιδέα της ενότητας. γ) Την ανάγκη κάθαρσης σαν αυτοπραγμάτωση και ένωση με την θεία ουσία μέσα του και στο Σύμπαν (θεοφάνεια). Γι’ αυτό συμπεριλαμβάνει ηθικές, ασκητικές και μαγικές πρακτικές, θεωρώντας την Μαγεία σαν την Μεγάλη Επιστήμη – σύνθεση όλων των επιστημών.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΗ ΣΧΟΛΗ – ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
Από τον συγκριτισμό των Αλεξανδρινών φιλοσόφων προήλθαν και οι καλύτερες φιλοσοφικές θέσεις της ανερχόμενης θρησκείας των χριστιανών.
Από τον Κλήμεντα τον Αλεξανδρέα έχουν διασωθεί τρία έργα: Λόγος προτρεπτικός προς Έλληνας, Παιδαγωγός, Στρωματείς. Από τη σχολή του προερχόταν και ο θεμελιωτής της χριστιανικής θεολογίας, Ωριγένης. Γεννημένος το 185 μ.Χ. στην Αλεξάνδρεια και με ολοκληρωμένη για εκείνη την εποχή μόρφωση, Ωριγένης διακρίθηκε ως δάσκαλος, αλλά εξαιτίας της διδασκαλίας του ήρθε σε σύγκρουση με την εκκλησιαστική Σύνοδο που τον καθαίρεσε από το αξίωμά του. Έζησε στην Καισάρεια και στην Τύρο, όπου πέθανε το 254 μ.Χ. Συνδύαζε τη σιδερένια θέληση και την ακαταπόνητη δραστηριότητα με το ειρηνικό και συμφιλιωτικό πνεύμα της επιστημονικής μόρφωσης, το οποίο προσπάθησε να μεταφέρει και στις έντονες εκκλησιαστικές διαμάχες. Από τα συγγράμματά του, εκτός από εκείνο που στρεφόταν κατά του Κέλσου, ενδιαφέρει και το “Περί αρχών”. Γράφοντας κατηγορίες ενάντια στους νεοπλατωνικούς φιλοσόφους μας εξιστορεί μοναδικά στοιχεία για τα μυστήριά τους.

Κυριακή 2 Μαρτίου 2014

Φαιστός – το παλάτι του Ροδάμανθυ

Αναρτήθηκε από τον/την olympiada στο Μαρτίου 1, 2014
Εισαγωγή
Η Φαιστός ήταν η δεύτερη σημαντικότερη πόλη της Κρήτης κατά το 2000 π.Χ., μετά την Κνωσό, και αποτελεί σήμερα σημαντικό αρχαιολογικό χώρο. Βρίσκεται περίπου 62 χλμ., ΝΔ του Ηρακλείου Κρήτης, νότια του ποταμού Γεροπόταμου. Χτισμένη σε χαμηλό λόφο και σε υψόμετρο 100 μ. από την επιφάνεια της θάλασσας, περιβάλλεται από τους επιβλητικούς ορεινούς όγκους του Ψηλορείτη, των Αστερουσίων και των Λασηθιώτικων βουνών, ενώ σε μικρή απόσταση βρίσκεται η κωμόπολη Τυμπάκι. Ανατολικά και βόρεια της Φαιστού βρίσκεται ο
Ληθαίος, απ’ όπου οι κάτοικοί της εφοδιάζονταν με νερό.
Πολλοί αρχαίοι συγγραφείς έχουν αναφέρει τη Φαιστό. Η πρώτη αναφορά στη Φαιστό γίνεται από τον Όμηρο στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια, όπου αναφέρει τη συμμετοχή της Φαιστού στον πόλεμο της Τροίας και την περιγράφει ως μια «καλά κατοικημένη» πόλη. Ο αρχαίος ιστορικός Διόδωρος ο Σικελιώτης αποδίδει την ίδρυση της Φαιστού, όπως και της Κνωσού και της Κυδωνίας, στον Μίνωα. Στοιχεία για την ιστορία της αρχαίας πόλης ήρθαν στο φως έπειτα από ιταλικές αρχαιολογικές ανασκαφές. Το όνομα είναι προελληνικό και στις πινακίδες της Κνωσού Γραμμικής Β αναφέρεται Paito (αττικός τύπος Φαιστός) και η ετυμολογία της είναι από το φα(F)ιστός= λαμπρός, ένδοξος.
Ιστορικά και μυθολογικά στοιχεία
Είναι μια από τις τρεις σημαντικές πόλεις που ίδρυσε ο Μίνωας και αποτέλεσε το δεύτερο πιο σπουδαίο κέντρο πολιτισμού στη Μινωική εποχή. Η μυθολογία θέλει να βασιλεύει στη Φαιστό η δυναστεία που είχε ιδρύσει ο Ροδάμανθυς, γιος του Δία και αδελφός του Μίνωα. Η Φαιστός άρχισε να κατοικείται από τη Νεολιθική εποχή και άκμασε πολύ κατά τα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ., την εποχή του Χαλκού. Η ανάπτυξη της σπουδαίας αυτής πόλης κράτησε έως την ίδρυση και εξάπλωση του ανακτόρου της Κνωσού. Στις αρχές του 2000 π.Χ. η εξουσία της Φαιστού περνάει σε βασιλιάδες κι έτσι αρχίζουν να χτίζονται μεγάλα παλάτια. Το 1900 π.Χ. χτίστηκε το πρώτο ανάκτορο, που μαζί με τα υπόλοιπα κτίσματα, είχε έκταση 18.000 τ.μ. Περίπου το 1600 π.Χ. ένας μεγάλος σεισμός καταστρέφει τη Φαιστό, όπως και την Κνωσό. Δεν άργησαν όμως να χτίσουν ένα νέο, πιο επιβλητικό ανάκτορο, από το οποίο προέρχονται και τα περισσότερα σημερινά ευρήματα. Η πόλη της Φαιστού συνεχίζει να κατοικείται τη Μινωική εποχή και τη Γεωμετρική περίοδο. Στους αιώνες που ακολούθησαν, η Φαιστός αναπτύσσεται όλο και περισσότερο. Η έκτασή της μεγαλώνει και αποκτά πλούτο και αυτοδυναμία. Σαν οικονομικό, διοικητικό και θρησκευτικό κέντρο, επόπτευε την εύφορη πεδιάδα της Μεσαράς. Η πόλη ήταν ανεξάρτητη κι έκοβε πολλά νομίσματα στα οποία εικονιζόταν η Ευρώπη καθισμένη σε ταύρο και ένα κεφάλι λιονταριού με τις λέξεις ΦΑΙΣΤΙΩΝ ΤΟ ΦΑΙΜΑ. Επίσης διοικούσε δύο πολύ σημαντικά λιμάνια της Μινωικής εποχής, τα Μάταλα και τον Κόμμο. Υπό την εξουσία της ήταν μέχρι και τα νησάκια Παξιμάδια, που τότε είχαν την ονομασία Λητώαι. Γύρω στο 1000 π.Χ., η Γόρτυνα, γειτονική πόλη, καταστρέφει και υποδουλώνει τη Φαιστό. Ύστερα από αυτό αρχίζει η παρακμή. Ο αριθμός των κατοίκων αρχίζει να μειώνεται σημαντικά και στα χρόνια της Ενετοκρατίας υπάρχουν πολύ λιγοστά δείγματα ζωής.
 
Ανασκαφές
Ο πρώτος που επεσήμανε τη θέση της Φαιστού, ήταν ο πλοίαρχος Spratt. Το 1884 άρχισαν οι πρώτες έρευνες από τον Halbherr και η Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή τις συνέχισε από το 1900 έως το 1904. Οι ανασκαφές στο ανάκτορο άρχισαν το 1909. Αργότερα ανέλαβε ο Doro Levi (1950-1971). Ανάμεσα στα ευρήματα υπάρχουν πολύχρωμα καμαραϊκά αγγεία και πολλά άλλα. Ένα από τα πιο σημαντικά ευρήματα από τις ανασκαφές στη Φαιστό, είναι ο περίφημος Δίσκος της Φαιστού. Τον ανακάλυψε, στις 3 Ιουνίου του 1908, ο Ιταλός Λουίτζι Περνιέ, σε υπόγειο δωματίου στο ανάκτορο της Φαιστού και χρονολογείται πιθανώς στον 17ο αιώνα π.Χ. Ο Δίσκος της Φαιστού αποτελεί έναν από τους πιο μεγάλους γρίφους στην ιστορία της αρχαιολογίας, μιας και η αποκρυπτογράφηση αυτών που γράφει πάνω δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα, ούτε έχει γίνει γνωστός ο λόγος κατασκευής του. Ο Δίσκος σήμερα φυλάσσεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου.
Το ανάκτορο
Στη Φαιστό η μινωική εποχή αρχίζει το 2600 π. Χ. Το πρώτο ανάκτορο βρισκόταν στη δυτική πλευρά του αρχαιολογικού χώρου, οικοδομήθηκε το 2000 π.Χ. σε αλλεπάλληλα επίπεδα και οι τοίχοι του ήταν κτισμένοι με αργολιθοδομή. Το ανάκτορο καταστράφηκε από σεισμό το 1730 π.Χ., όπως και η Κνωσός. Στη θέση των ερειπίων κτίστηκε ανάκτορο, μεγαλοπρεπέστερο του πρώτου.
Το νέο ανάκτορο κτίστηκε πάνω από τα ερείπια του πρώτου, είχε ανάλογο σχέδιο με μόνη διαφορά το ελαφρά υπερυψωμένο επίπεδο του, λόγω της ύπαρξης των ερειπίων. Η κεντρική αυλή των ανακτόρων είχε παρόμοιες διαστάσεις με τις αυλές της Κνωσού και των Μαλίων και ενδεχομένως χρησιμοποιούνταν για τελετές λατρευτικού χαρακτήρα όπως τα Ταυροκαθάψια.
Η σημαντικότητα του ανακτόρου της Φαιστού έγκειται στο γεγονός ότι παρέχει εξαιρετική στρωματογραφία, αλλά και πληροφορίες για τη σχέση του πρώτου και του δεύτερου ανακτόρου και των δύο διαφορετικών φάσεων του Μινωϊκού πολιτισμού γενικά.

Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2014

Σεισμική Μόνωση – Το μυστικό των αρχαίων κτισμάτων

Αναρτήθηκε από τον/την olympiada στο Φεβρουαρίου 28, 2014
Τα τελευταία χρόνια είναι χρόνια κατακλυσμιαίων καταστροφών. Κύρια πηγή τους… ο Εγκέλαδος. Χώρες όπως η Αϊτή, είδαν πόλεις τους να ισοπεδώνονται μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Χιλιάδες οι ανθρώπινες απώλειες, ανυπολόγιστο το ύψος των καταστροφών. Μεγάλα πλήγματα δέχθηκαν επίσης η Χιλή, η Ιαπωνία, η Ινδονησία, η Κίνα, και το Μεξικό.
Η δομική τεχνολογία -ως επιστήμη- ανέκαθεν αναζητούσε την απάντηση στο θέμα της τέλειας σεισμικής μόνωσης και ασφάλειας των κτιρίων. Πολλές έρευνες διενεργήθηκαν κι ακόμη περισσότερα χρήματα δαπανήθηκαν, προκειμένου χώρες με βαρύ ιστορικό σεισμικών καταστροφών, να βρουν εκείνη τη φόρμουλα που θα επιτρέψει στους πολίτες, ακόμη και της πλέον σεισμογενούς περιοχής, να κοιμούνται ήσυχα και χωρίς το βασανιστικό φόβο μιας πιθανής επιδρομής του Εγκέλαδου.
Μήπως όμως τα πιο πολύτιμα πράγματα, είναι τελικά και τα πιο απλά; Μήπως η απάντηση στην πολύχρονη και πολυδάπανη αυτή αναζήτηση, βρίσκεται πιο κοντά απ’ όσο νομίζαμε; Παίρνοντας σαν παράδειγμα την κοντινή Ελλάδα, θα δούμε ότι, αν και δεν ανήκει στην κόκκινη ζώνη σεισμογενών περιοχών (π.χ. Ιαπωνία), δεν είναι λίγα τα πλήγματα που δέχθηκε από σεισμούς που χτύπησαν κατά καιρούς διάφορες περιοχές της (π.χ. Πάτρα, Καλαμάτα, Αττική, Ζάκυνθο κλπ.).
Το παράδοξο, όμως, εντοπίζεται στο γεγονός ότι, ενώ στην Ελλάδα από ισχυρούς σεισμούς έχουν πέσει εργοστάσια, έχουν καταρρεύσει πολυώροφα κτίρια, μονοκατοικίες έχουν γίνει ερείπια, ένα από τα αρχαιότερα και σπουδαιότερα κτίσματα του κόσμου, ο Παρθενώνας, εξακολουθεί να παραμένει όρθιος και άθικτος!
Μήπως τελικά, αντί να ψάχνουμε την απάντηση ανάμεσα στα τεχνολογικά επιτεύγματα του 21ου αιώνα, θα πρέπει να μελετήσουμε περισσότερο τη δομική τεχνολογία των αρχαίων ημών προγόνων; Κάποιοι που εδώ και χρόνια έχουν συνειδητοποιήσει τη σημαντικότητα τέτοιων οικοδομημάτων, δεν παραλείπουν στις έρευνές τους, να «κλέβουν» λίγη από τη γνώση αρχαίων πολιτισμών (Ελλήνων, Περσών, Βαβυλωνίων, Αιγυπτίων) και να την υιοθετούν στο σήμερα.
Ο αγέρωχος Παρθενώνας
Ο Παρθενώνας χτίστηκε στα μέσα του 5ου αι. π.Χ. προς τιμή της προστάτιδος της πόλης, θεάς Αθηνάς, και αποτέλεσε το επιστέγασμα της συνεργασίας σημαντικών αρχιτεκτόνων και γλυπτών εκείνης της εποχής.
Στην προσπάθειά μας να μελετήσουμε το μυστικό της δομικής τεχνολογίας του, συνομιλήσαμε με την Πολιτικό Μηχανικό, Νίκη Τιμοθέου, η οποία και μας πληροφόρησε ότι μελέτες της όλης αρχιτεκτονικής και δομικής του φόρμας, κατέδειξαν πως οι αρχαίοι είχαν από τότε ανακαλύψει, αυτό που σήμερα ονομάζουμε σεισμική μόνωση.
Ο ναός αυτός, σύμφωνα με την κ. Τιμοθέου, κοντράρει επιτυχώς τη θεωρία της σύγχρονης πολιτικής μηχανικής, διότι χωρίς να έχει καν θεμέλια, είναι τριπλά μονωμένος σεισμικά! Αυτή η τριπλή μόνωση, όπως μας εξήγησε, εντοπίζεται σε διαφορετικά σημεία του οικοδομήματος.
Το πρώτο σημείο βρίσκεται στις στρώσεις τεράστιων οριζόντιων και εξαιρετικά λείων μαρμάρων πάνω στις οποίες πατάει ο Παρθενώνας.
Το δεύτερο παρατηρείται στους μεταλλικούς ελαστικούς συνδέσμους οι οποίοι συνδέουν τις πλάκες κάθε στρώματος, και που στο κέντρο τους εντοπίζονται μικροί σιδηροπάσσαλοι γύρω από τους οποίους έχει χυθεί μολύβι (το μολύβι έχει την ιδιότητα να προστατεύει το σίδηρο από τη σκουριά και να εξασθενεί με την ελαστικότητά του, το όποιο κύμα, αφού μέρος της κινητικής του αυτής ενέργειας μετατρέπεται σε θερμική).
Και το τρίτο εντοπίζεται στις κολώνες του κτίσματος, οι οποίες δεν τοποθετήθηκαν μονοκόμματες, αφού οι αρχαίοι Έλληνας ήξεραν πως για να αντέξουν στους κραδασμούς της γης, θα έπρεπε να τοποθετηθούν σε φέτες μαρμάρου, τέλεια εφαρμοσμένες η μία πάνω στην άλλη.
Το αποτέλεσμα αυτής της τριπλής μονωτικής φόρμουλας, όπως σημείωσε η κ. Τιμοθέου, ήταν τα επιφανειακά σεισμικά κύματα να κινούν το ένα στρώμα των μαρμάρινων πλακών, επάνω στο άλλο, την ίδια ώρα που οι σύνδεσμοι εκτόνωναν την κινητική ενέργεια που ανέπτυσσε ο Εγκέλαδος. Οι κολώνες -τέλος- με τον τρόπο που ήταν τοποθετημένες, επέτρεπαν στο όλο οικοδόμημα να ταλαντώνεται, αλλά να μην καταρρέει!
Η σύγχρονη σεισμική μόνωση
Μέσα λοιπόν απ’ αυτά τα μάρμαρα, οι παππούδες μας, φωνάζουν πως αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι βαθιά θεμέλια, πολύ μπετόν και σίδερα, αλλά το αντίθετο! Όταν ένα ιστιοφόρο βρεθεί σε κόντρα άνεμο, δεν μπαίνει σε διαδικασία σύγκρουσης, τουναντίον, κατεβάζει πανιά κι αφήνει τη δύναμη του ανέμου να εκτονωθεί.
Ακριβώς το ίδιο γίνεται και με το σεισμό. Οι τεράστιες ποσότητες άκαμπτων και ανελαστικών υλικών, όπως το μπετόν και τα βαθιά θεμέλια, δημιουργούν μια ασπίδα προστασίας, η οποία όμως έρχεται σε μετωπική σύγκρουση με την ανίκητη δύναμη της φύσης, με αποτέλεσμα τα ανθρώπινα δημιουργήματα να καταρρέουν. Ωστόσο, αν επιτρέπαμε στον Εγκέλαδο να μας «ταρακουνήσει» με ασφάλεια, μέσα από ένα δομικό μηχανισμό βασισμένο στη θεωρία του Παρθενώνα, τότε θα ήταν σχεδόν αδύνατο να μας ισοπεδώσει.
Συγκεκριμένα, η τεράστια ενέργεια που απελευθερώνει ένας σεισμός, θα πρέπει με κάποιο τρόπο να αποσβέννυται, προκειμένου να μην προκαλεί -εξαιτίας της αδράνειας του κτιρίου- κατάρρευση.
Για να γίνει αυτό, θα πρέπει με κάποιο τρόπο, μέρος της ενέργειας αυτής, να μετατραπεί -μέσω τριβής- σε θερμική. Για να έχουμε τριβή θα πρέπει να έχουμε και δύο σώματα, στην προκειμένη περίπτωση δύο πλάκες από μπετόν, η μία πάνω στην άλλη, και ενδιάμεσά τους τα γνωστά ελαστικά εφέδρανα. Αυτού του είδους η σεισμική μόνωση, παρόλο ότι χρησιμοποιείται κατά κόρον στην κατασκευή γεφυρών, στα κτίρια δεν συνηθίζεται.
Το μυστικό λοιπόν του Παρθενώνα θα μπορούσε με πολύ απλά λόγια να ειπωθεί και μέσα από τη γνωστή ρήση: «μη δίνεις γροθιά στο μαχαίρι»! Αν -λοιπόν- πάψουμε κι εμείς την τακτική της χρησιμοποίησης μεγάλων ποσοτήτων άκαμπτων υλικών προκαλώντας τον Εγκέλαδο, και ενστερνιστούμε τη θεωρία της ήπιας αντίστασης, σίγουρα εικόνες καταστροφής όπως αυτές που είδαμε πρόσφατα, θα γίνονται ολοένα και σπανιότερες.

Ἡ μουσική μέσα ἀπό τό λόγο καί τά ἔργα τῶν Ἀρχαίων Ἑλλήνων


Όταν ένας λαός χρησιμοποιεί στη γλώσσα του έννοιες όπως: αρχέτυπον, συναίρεσις, ανάλυσις, σύνθεσις, απέριττον, βούλευμα, έννοιες που αποκαλύπτουν όχι μόνο την ποιότητα του λόγου αλλά και ένα αξιοθαύμαστο πνευματικό ύψος, γίνεται φανερό ότι έχει το ανάλογο επίπεδο σε όλες τις εκφάνσεις της καθημερινής ζωής, τις τέχνες και τα γράμματα.
Δημιουργίες όπως ο Παρθενώνας, ο Ηνίοχος των Δελφών, ο Ερμής του Πραξιτέλη, ο μηχανισμός των Αντικυθήρων, κοσμήματα απαράμιλλης τέχνης, είδη οικιακής χρήσης αξιοθαύμαστης ποιότητας, επιβεβαιώνουν χωρίς αμφιβολία το συνολικό επίπεδο της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας, μιας κοινωνίας στην οποία είναι γνωστό ότι η μουσική έπαιξε κυρίαρχο ρόλο.
Ποια μουσική συνόδευε άραγε ένα κείμενο όπως αυτό της Αντιγόνης; Είναι βέβαιο ότι οι αρχαίοι Έλληνες μουσικοί δεν έχουν καμία σχέση με τους γρατζουνιστές χορδών που παρουσιάζονται στις επιδερμικές ταινίες του Χόλιγουντ. Οι Έλληνες ήταν εξοικειωμένοι με την ιδέα ότι η μουσική καταπραΰνει, παρηγορεί, αποσπά το νου, χαροποιεί, συναρπάζει, οιστρηλατεί, τρελαίνει. Λέγεται πως όταν η Σπάρτη τελούσε σε κατάσταση αναταραχής στο πρώτο μισό του 7ου π.Χ. αιώνα, ένας χρησμός παραινούσε τους Σπαρτιάτες να καλέσουν τον “Λέσβιο αοιδό” Τέρπανδρο, να επαναφέρει την ευταξία στην πόλη με το άσμα του.

Είναι γνωστός ο πλούτος των αρμονιών που υπήρχε για την κάθε περίπτωση, αφού η μουσική συνόδευε τον τρύγο, τις μάχες, τους γάμους, τον αθλητισμό, τις καθημερινές ασχολίες. Στον αθλητισμό για παράδειγμα, κάθε άθλημα είχε το δικό του ρυθμό, τη δική του μελωδία. Πολλές αγγειογραφίες μαρτυρούν αυτό το γεγονός, λέγεται μάλιστα ότι για το άλμα εις μήκος στο πένταθλο παιζόταν η “Πυθική μελωδία”, η οποία έδινε στον άλτη μια επιπρόσθετη ώθηση.
Δυστυχώς όμως, αν και έφτασαν έως εμάς τα θαυμαστά γλυπτά των αθλητών και των μουσικών, αν και έφτασαν οι απεικονίσεις των μουσικών οργάνων στα αγγεία και τους κύλικες αλλά και υπολείμματα αυλών, λυρών και άλλων οργάνων, οι ήχοι της αρχαίας ελληνικής μουσικής, οι θαυμαστοί ήχοι που πλημμύριζαν το χώρο των Δελφών όταν γιορτάζονταν τα Πύθια, το Θέατρο του Διονύσου και την Ολυμπία όταν ψάλλονταν τα επινίκια προς τιμήν των Ολυμπιονικών, χάθηκαν για πάντα.
Για πάντα; Ίσως όχι…
Υπάρχουν πληροφορίες για την αρχαία ελληνική μουσική. Τις αντλούμε από κυκλαδικά ειδώλια της εποχής του χαλκού, από τοιχογραφίες στη Θήρα και την Κρήτη, από αγγειογραφίες, αγάλματα, ανάγλυφα, ψηφιδωτά, παπύρους κλπ.
Είναι χαρακτηριστικό ότι διασώθηκαν αποσπάσματα από την τραγωδία Ορέστης του Ευριπίδη (κείμενο και μουσική) σε παπύρους που χρησιμοποιούσαν στην Αίγυπτο για το τύλιγμα των ταριχευμένων νεκρών.
Εκτενέστερα όμως και πιο θαυμαστά μουσικά έργα είναι οι δύο Ύμνοι στον Απόλλωνα που χαράχτηκαν το 128 π.Χ. στη νότια όψη του Θησαυρού των Αθηναίων στους Δελφούς. Αναρίθμητα είναι επίσης και τα αρχαιοελληνικά φιλολογικά έργα, καθώς και τα μουσικά θεωρητικά κείμενα που περιλαμβάνουν πολύτιμες πληροφορίες, όχι μόνο για τα όργανα, αλλά και για το μουσικό ήθος, τη σημειογραφία και τις θεωρητικές βάσεις της αρχαιοελληνικής μουσικής (τα διαστήματα, τα γένη, τις κλίμακες).
Μπορούμε λοιπόν εξετάζοντας λεπτομερώς και συσχετίζοντας γραπτές και εικονογραφικές πηγές να καταλήξουμε σε σημαντικά συμπεράσματα για την τεχνική της κατασκευής και τον τρόπο παιξίματος των αρχαιοελληνικών οργάνων.
δώ ανοίγεται το μονοπάτι του ερευνητή δημιουργού. Υλικά από την ελληνική φύση, πεύκο, δέρμα, καλάμι, όστρακο χελώνας, κέρατο, ιχθυόκολλα, ξύλινα καρφιά, έντερο για τις χορδές, κρύβουν τα μυστικά των αρχαίων ελληνικών οργάνων. Η ανακατασκευή τους – με επαρκή πιστότητα – είναι εφικτή. Όργανα πλήρως λειτουργικά με τη μέγιστη προσέγγιση στις διαστάσεις, το σχήμα και τα υλικά, όργανα που μπορούμε να τα κρατήσουμε στα χέρια μας και να παίξουμε.
Είναι όμως αρκετό αυτό για την παραγωγή των ήχων που άκουγαν οι Αρχαίοι Έλληνες;
Ίσως όχι. Γιατί πέρα από το όργανο και την παρτιτούρα, η μουσική απαιτεί ψυχική εναρμόνιση στον συμπαντικό παλμό των ήχων, πλούτο συναισθημάτων, ταύτιση με τον Ελληνισμό της αιώνιας γνώσης και της αδιάκοπης έρευνας και, πάνω απ’ όλα, αυτογνωσία που οδηγεί στα σκαλοπάτια της ελευθερίας, στοιχείο απαραίτητο για την πρώτη επαφή με το Ελληνικό Πνεύμα.
Γράφει ὁ Παναγιώτης Στέφος,
Μουσικός ἐρευνητής, κατασκευαστής ἀρχαιοελληνικῶν ὀργάνων,
Διευθυντής τοῦ Κέντρου Ἑλληνικῆς Μουσικῆς Κληρονομιᾶς ΛύρΑυλος

Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2014






Οι Γίγαντες γεννήθηκαν από το σώμα της Γης όταν έσταξε πάνω του αίμα από την πληγή του Ουρανού μετά τον ακρωτηριασμό του από τον Κρόνο. Με τον ίδιο τρόπο γεννήθηκαν και οι Ερινύες και οι Μέλιες Νύμφες.
 
Οι Γίγαντες ήταν όντα τρομακτικά και υπερφυσικά. Είχαν μορφή ανθρώπου μα ήταν τρομεροί στην όψη, πελώριοι στο ανάστημα και ακαταμάχητοι στη δύναμη. Το σώμα τους ήταν φολιδωτό και κατέληγε σε ουρά σαύρας.
 
Είχαν πυκνά μαλλιά και μακριά γένια. Στα τριχωτά χέρια τους κρατούσαν μακριά και λαμπερά ακόντια. Μολονότι είχαν θεϊκή καταγωγή ήταν θνητοί ή τουλάχιστον για να σκοτωθούν έπρεπε να χτυπηθούν ταυτόχρονα από ένα θεό και ένα θνητό.
 
Άλλες παραδόσεις έλεγαν ότι κάποιοι από τους Γίγαντες ήταν αθάνατοι όσο πατούσαν στο έδαφος όπου είχαν γεννηθεί. Επικρατέστερο μέρος για τη γέννησή τους είναι η Παλλήνη της Χαλκιδικής, μια περιοχή εξαιρετικά άγρια.
 
Οι Γίγαντες ήταν πολύ περισσότεροι από τους Τιτάνες, τους Κύκλωπες και τους Εκατόγχειρες. Υπολογίζονται γύρω στους εκατό. Κατοικούσαν στις δυτικές ακτές του Ωκεανού όπου συχνά τους επισκέπτονταν οι θεοί και έπαιρναν μέρος στα συμπόσιά τους.
 
Αυτό γινόταν στις γιορτές όταν οι Γίγαντες πρόσφεραν εκατόμβες. Ακόμα και στο δρόμο, όταν τους συναντούσαν οι θεοί, πήγαιναν μαζί τους. Η δύναμη των Γιγάντων ήταν αφάνταστη. Μπορούσαν να ξεκολλούν με ευκολία βράχους ολόκληρους και να τους εκσφενδονίζουν μακριά.
 
Η Γη ήταν οργισμένη από την τύχη που είχαν οι Τιτάνες μετά το τέλος της Τιτανομαχίας. Μολονότι είχε βοηθήσει τον εγγονό της με κάθε τρόπο για να επικρατήσει, δεν άντεχε να βλέπει τους γιους και τις κόρες της φυλακισμένους στα Τάρταρα.
 
Έτσι, όταν είδε την τεράστια δύναμη που είχαν οι Γίγαντες, τους ξεσήκωσε σε πόλεμο εναντίον των Ολυμπίων. Ο Δίας και τα αδέρφια του έπρεπε να περάσουν άλλη μια δοκιμασία. Ξέσπασε μια τρομερή μάχη που έμεινε γνωστή με το όνομα Γιγαντομαχία.
 
Η επίθεση των Γιγάντων μάλιστα έγινε χωρίς καμιά προειδοποίηση. Ξαφνικά οι θεοί του Ολύμπου δέχτηκαν βροχή από βράχους, αναμμένους δαυλούς και ολόκληρα φλεγόμενα δέντρα.
 
Οι Γίγαντες ξερίζωναν τα βουνά και τα τοποθετούσαν το ένα πάνω στο άλλο για να σκαρφαλώσουν στην ψηλότερη κορυφή του Ολύμπου, εκεί όπου ήταν χτισμένα τα θεϊκά παλάτια. Η Γη και ο Ουρανός αναστατώθηκαν. Έγινε σωστή κοσμοχαλασιά: στεριές βούλιαζαν και ποτάμια άλλαζαν πορείες. Οι οροσειρές τραντάζονταν συθέμελα και σαν φύλλα δέντρων έτρεμαν ο Όλυμπος, η Όσσα, το Πήλιο, η Πίνδος, το Παγγαίο και ο Άθως.
 
Οι θεοί του Ολύμπου ζώστηκαν τα άρματα και ετοιμάστηκαν για πόλεμο. Αρχηγός στο θεϊκό στρατόπεδο ήταν ο Δίας, οπλισμένος όχι μόνο με την αστραπή και τον κεραυνό, όπως στην Τιτανομαχία, αλλά και με την αιγίδα, το δέρμα κατσίκας που είχε πάνω το κεφάλι της Γοργόνας. Η τρομερή μορφή της έσπερνε τον πανικό ή απολίθωνε όποιον την αντίκριζε.
 
Πλάι του πιστή σύμμαχος η κόρη του η Αθηνά, η θεά των μαχών, που μόλις είχε γεννηθεί πάνοπλη από το τεράστιο κεφάλι του. Φορώντας την πανοπλία της και με το γοργώνειο στο στήθος πολέμησε καλύτερα και από άντρας. Γι' αυτό ο Ζευς (Δίας) ονομάστηκε γιγαντοφόνης και γιγαντολέτωρ και η Αθηνά προσονομάστηκε γιγαντολέτειρα, δηλαδή αυτοί που σκότωσαν τους Γίγαντες.
 
Παραστάτες του Δία ήταν η Νίκη και η φοβερή μάνα της η Στύγα. Πρωτοπαλίκαρά του ήταν ο Ποσειδώνας, ο Απόλλωνας και ο Ήφαιστος ,που σε κάποια στιγμή που είδε κουρασμένο τον Ήλιο τον πήρε πάνω στο δικό του άρμα. Μα και οι θεές πρόσφεραν με κάθε τρόπο τη βοήθειά τους, η Ήρα, η Αφροδίτη, η Άρτεμη, η Εκάτη και οι Μοίρες. Μόνο η Δήμητρα δε συμμετείχε στον αγώνα αυτόν γιατί είχε ιδιαίτερη συγγένεια με τη Γη, προστάτευε τους καρπούς που φύτρωναν στο ιερό της χώμα.
 
Καθένας θεός και καθεμιά θεά σκότωσαν έναν ή περισσότερους από τους Γίγαντες που οι πιο γνωστοί ήταν ο Πορφυρίωνας, ο Αλκυονέας, ο Εγκέλαδος, ο Εφιάλτης, ο Εύρυτος, ο Κλυτίας, ο Πολυβώτης, ο Πάλλας, ο Ιππόλυτος, ο Γρατίωνας, ο Άγριος και ο Θέωνας.
 
Ο πόλεμος κρατούσε πολύ καιρό μα με κανέναν τρόπο οι Ολύμπιοι δεν μπορούσαν να νικήσουν. Τότε η Αθηνά έμαθε τον πανάρχαιο χρησμό που έλεγε πως οι Γίγαντες θα χαθούν μόνο αν κάποιοι θνητοί πολεμήσουν στο πλάι των αθανάτων. Μόλις το άκουσε ο Δίας έστειλε την Αθηνά να φωνάξει δυο θνητούς γιους του, τον Ηρακλή τον οποίο είχε αποκτήσει με την Αλκμήνη και τον Διόνυσο που τον γέννησε με τη Σεμέλη.Η Γη αμέσως άρχισε να ψάχνει ένα μαγικό βοτάνι που θα έκανε ατρόμητους τους Γίγαντες από τα βέλη των θνητών.
 
Ο Δίας για να την καθυστερήσει απαγόρευσε στον Ήλιο, τη Σελήνη και την Αυγή να ανατείλουν. Έτσι, επικράτησε για πολλές μέρες σκοτάδι μέχρι που ο Δίας βρήκε πρώτος το μαγικό βοτάνι και το κατέστρεψε. Έτσι η πορεία προς τη νίκη ξεκίνησε.
 
Σε λίγο κατέφθασε ο Ηρακλής που υπήρξε ο πολυτιμότερος σύμμαχος της Αθηνάς σ' αυτόν τον αγώνα και με τα βέλη του σκότωσε πάρα πολλούς Γίγαντες. Μάλιστα, επειδή ήταν γιος του Δία, μπορούσε όταν κουραζόταν από την πολύωρη μάχη, ν' ανεβαίνει στο άρμα του θεϊκού πατέρα του.
 
Ο Διόνυσος ήρθε με τη συνοδεία του, τους Σάτυρους και τους Κορύβαντες, καβάλα πάνω σε γαϊδούρια που με τους κρότους και τα γκαρίσματά τους πολλές φορές τρόμαζαν τους Γίγαντες. Ένα άλλο όπλο του Διόνυσου ήταν και ο θύρσος, το σύμβολό του, ένα μακρύ ραβδί στολισμένο με κισσό.
 
Οι δυο γιοι του Δία για τη γενναιότητα και το θάρρος που έδειξαν στη Γιγαντομαχία ανταμείφθηκαν και έγιναν αθάνατοι.
 
Οι αρχαίοι μυθογράφοι ασχολήθηκαν με τη Γιγαντομαχία και μέσα από τα έργα τους μας περιγράφουν πολλές σημαντικές σκηνές της.Ο Ηρακλής χτύπησε πρώτα με το τόξο του τον Αλκυονέα. Αυτός ήταν ο μεγαλύτερος από τους Γίγαντες και σύμφωνα με μια παράδοση, ο αρχηγός τους.
 
Ο Αλκυονέας έπεσε κάτω με τρομερό κρότο. Αλλά τη στιγμή που ο ήρωας πανηγύριζε για την επιτυχία του, τον είδε να σηκώνεται πάλι υψώνοντας απειλητικά το τεράστιο κορμί του.Ήταν μάλιστα έτοιμος να εκτοξεύσει στον Ηρακλή έναν τεράστιο βράχο που βρισκόταν δίπλα του.
 
Ευτυχώς η Αθηνά κατάφερε να τον εμποδίσει. Μετά εξήγησε στον Ηρακλή που ακόμη δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του, ότι ο Αλκυονέας ήταν αθάνατος όσο πατούσε στο χώμα που τον γέννησε. Τότε ο ήρωας φορτώθηκε στις στιβαρές πλάτες του το Γίγαντα, τον μετέφερε έξω από το πεδίο της Φλέγρας όπου είχε γεννηθεί και τον εξόντωσε τελειωτικά με τα βέλη του. Οι κόρες του, οι Αλκυονίδες, απελπισμένες από το θάνατο του πατέρα τους, ρίχτηκαν στη θάλασσα και μεταμορφώθηκαν σε πουλιά (τις αλκυόνες).
 
Ο Πορφυρίωνας που φιλοδοξούσε να εξουσιάσει τη Δήλο και τους Δελφούς και η Γη του είχε υποσχεθεί να τον ζευγαρώσει με την Ήβη, την κόρη της Ήρας, παρακολουθούσε την εξόντωση του αδερφού του και όρμησε να εκδικηθεί τον Ηρακλή.
 
Και σίγουρα ο τρομερός Γίγαντας θα καταπλάκωνε μ' ένα βουνό τον ήρωα. Ευτυχώς όμως ο Δίας μηχανεύτηκε ένα κόλπο την τελευταία στιγμή. Διέταξε την Αφροδίτη να κυριέψει το Γίγαντα με ερωτικό πάθος για την Ήρα που βρισκόταν εκεί κοντά. Η Αφροδίτη έστειλε το γιο της τον Έρωτα εναντίον του Πορφυρίωνα και ξαφνικά αυτός αδιαφορώντας για τον Ηρακλή άρχισε να κυνηγάει την Ήρα για να σμίξει μαζί της. Τη στιγμή ακριβώς που είχε συλλάβει τη θεϊκή βασίλισσα και είχε σκίσει τα μεγαλόπρεπα πέπλα της, ο Ηρακλής βρήκε την ευκαιρία να τον εξοντώσει με το βέλος του.
 
Ανάλογο ρόλο έπαιξε και η ίδια η Αφροδίτη στη διάρκεια της Γιγαντομαχίας. Σε μια δύσκολη στιγμή που δεκαπέντε Γίγαντες είχαν περικυκλώσει απειλητικά τον Ηρακλή, αυτή μετέφερε με τη θεϊκή δύναμή της τον ήρωα σ' ένα σπήλαιο. Κατόπιν, έδειξε το καταπληκτικό της σώμα στους Γίγαντες. Αυτοί μονομιάς κυριεύτηκαν από ερωτικό πάθος και άρχισαν να τρέχουν πίσω από τη θεά. Η Αφροδίτη τους οδήγησε έτσι στη σπηλιά όπου είχε κρύψει τον Ηρακλή.
 
Επειδή οι Γίγαντες δε χωρούσαν να περάσουν όλοι μαζί την είσοδο της σπηλιάς, έμπαιναν μέσα ένας ένας. Ο Ηρακλής με μεγάλη ευκολία κατάφερε να τους εξοντώσει και τους δεκαπέντε. Η Αθηνά, πολεμική θεά, δεν κατέφυγε σε τέτοια γυναικεία κόλπα. χρησιμοποιώντας το δόρυ και το ακόντιό της πολέμησε αντρίκεια. Στην αρχή πάλευε πολλές ώρες με τον Πάλλαντα. Ο Γίγαντας ήταν τρομερά δυνατός, όμως η Αθηνά χρησιμοποιώντας πολεμικά κόλπα και έξυπνη στρατηγική κατάφερε να τον εξοντώσει. Στη συνέχεια τον έγδαρε και από το δέρμα του κατασκεύασε τη δική της αιγίδα, που την έκανε ατρόμητη.
 
Ο Εγκέλαδος, όταν είδε το φριχτό τέλος του Πάλλαντα, το έβαλε στα πόδια. Η Αθηνά όμως τον αντιλήφθηκε και τον καταδίωξε. Επειδή δυσκολευόταν να τον φτάσει, άρπαξε τη Σικελία και την πέταξε κατά πάνω του. Το νησί βρήκε το στόχο του και καταπλάκωσε το Γίγαντα. Έτσι εξηγούνταν από τους αρχαίους οι εκρήξεις της Αίτνας, που δεν ήταν τίποτα άλλο από τα τινάγματα του Εγκέλαδου που ψυχομαχούσε.
 
Μια παρόμοια περιπέτεια με τον Εγκέλαδο είχε και ο Πολυβώτης. Αυτόν ανέλαβε να τον αντιμετωπίσει ο Ποσειδώνας. Η μάχη μέσα στη θάλασσα ήταν τρομερή. Τεράστια κύματα σηκώθηκαν και κόντευαν να φτάσουν τα παλάτια του Ουρανού, ψηλά στον Αιθέρα. Ο Ποσειδώνας όμως είχε το προνόμιο ότι βρισκόταν στο δικό του χώρο, μέσα στο υγρό του βασίλειο. Με το όπλο που του είχαν χαρίσει οι Κύκλωπες, την τρομερή τρίαινα, κατάφερε να τρυπήσει πολλές φορές το κορμί του Γίγαντα. Το αίμα του κυλούσε ασταμάτητα και κοκκίνισε ολόκληρη τη θάλασσα· μη μπορώντας να τα βγάλει πέρα τράπηκε σε φυγή.
 
Ο θαλασσοσείστης Ποσειδώνας όμως άρπαξε ένα κομμάτι από την Κω, το πέταξε με μεγάλη δύναμη στον Πολυβώτη και τον πλάκωσε. Το κομμάτι της Κω που καταπλάκωσε το Γίγαντα είναι το γνωστό νησάκι Νίσυρος.Στη Γιγαντομαχία έλαβε μέρος και ο Απόλλωνας, ο γιος του Δία από τη Λητώ. Πιο γνωστή είναι η μάχη που έδωσε με το Γίγαντα Εφιάλτη. Τα μαγικά του βέλη έπεφταν σαν βροχή πάνω στο τρομερό τέρας.
 
Στην αρχή ο Εφιάλτης έμοιαζε να μην καταλαβαίνει τίποτα. Ο Ηρακλής όμως που είχε μάθει από την Αθηνά όλα τα μυστικά για την εξόντωση των εχθρών, έτρεξε για να βοηθήσει. Ο Εφιάλτης ήταν ένας από τους Γίγαντες για τους οποίους υπήρχε χρησμός ότι θα εξοντωνόταν μόνο αν τους χτυπούσε παράλληλα ένας θνητός και ένας αθάνατος. Έτσι όταν ο Απόλλωνας τόξευσε το αριστερό μάτι του Γίγαντα, ο Ηρακλής σημάδεψε το δεξί.
 
Τότε ο Εφιάλτης, τυφλωμένος και με το αίμα να τρέχει σαν ποτάμι πάνω στα γένια του και το τεράστιο σώμα του, ξεψύχησε. Η Γη για να εκδικηθεί τον Ηρακλή άρχισε από τότε να στέλνει τη μορφή του Εφιάλτη στα όνειρα των θνητών.
 
Ο Διόνυσος μαζί με τους Σάτυρους έτρεψαν σε φυγή τον Εύρυτο. Ο γιος του Δία τον καταδίωξε και μ' ένα χτύπημα του θύρσου του κατάφερε να σκοτώσει το Γίγαντα. Αλλά η λύσσα του ήταν τόσο μεγάλη ώστε παρακάλεσε τον πατέρα του να τον μεταμορφώσει σε λιοντάρι. Ο Δίας άκουσε το γιο του και έτσι σε λίγο ο Διόνυσος με μορφή λιονταριού κατασπάραξε το νεκρό Εύρυτο.
 
Ο Πελώρεος που είδε το τέλος του αδερφού του βάλθηκε να εκδικηθεί το φονιά. Άρπαξε λοιπόν με μεγάλη ορμή το όρος Πήλιο και το εκτόξευσε ενάντια στον Διόνυσο, τους Σάτυρους και τους Κορύβαντες. Ευτυχώς που ο Άρης παρακολουθούσε τη σκηνή και έπιασε το βουνό στον αέρα. Έτσι γλίτωσε τον Διόνυσο και την παρέα του από βέβαιο θάνατο. Ο Ποσειδώνας στη συνέχεια κυνήγησε τον Πελώρεο και όταν τον είδε να πηδά μέσα στα νερά του Σπερχειού ποταμού για να γλιτώσει, τον χτύπησε με την τρίαινά του και τον σκότωσε.
 
Τον Ευρυμέδοντα, που σύμφωνα με μια παράδοση ήταν αυτός ο αρχηγός των Γιγάντων, τον σκότωσε ο ίδιος ο Δίας. Και να πώς έγινε η τρομερή πάλη μεταξύ τους: Ο Ευρυμέδοντας ήθελε να σκοτώσει ο ίδιος τον Δία έτσι ώστε σε περίπτωση νίκης των Γιγάντων, να γίνει αυτός ο κυρίαρχος του κόσμου. Έψαχνε λοιπόν μέσα στην αναταραχή τον αρχηγό των Ολυμπίων.
 
Σε κάποια στιγμή διέκρινε τον αστραποβόλο κεραυνό και όρμησε με λύσσα εναντίον του. Η Γη προσπάθησε με κάθε τρόπο να βοηθήσει το γιο της. Έτσι έκανε να φυτρώσουν από το σώμα του χιλιάδες δηλητηριώδη φίδια. Ο Ευρυμέδοντας άρχισε μ' όλη του τη δύναμη να χτυπά τον Δία, που όμως προστατευόταν από τη θεϊκή αιγίδα του. Σε κάποια στιγμή ο Δίας κατάφερε να βάλει το πρόσωπο της Γοργόνας μπροστά στα μάτια του Γίγαντα. Τότε αυτός κυριεύτηκε από τρόμο. Ο Δίας έριξε πάνω του τον κεραυνό και σε λίγο το κορμί του τυλίχτηκε στις φλόγες.
 
Κόρη του Ευρυμέδοντα ήταν η Περίβοια, που ζευγαρώθηκε με τον Ποσειδώνα και έφερε στον κόσμο τον Ναυσίθοο, πατέρα του Αλκίνοου, του βασιλιά των Φαιάκων.
Ο Ήφαιστος στη διάρκεια της Γιγαντομαχίας χρησιμοποιούσε ως όπλα του τα διάφορα υλικά που είχε μέσα στο θεϊκό εργαστήρι του. Επάνω στη φωτιά έλιωνε διάφορα μέταλλα, όπως ατσάλι, σίδερο, χαλκό και πυρακτωμένα τα εκτόξευε στους Γίγαντες.
 
Μ' αυτόν τον τρόπο κατάφερε να εξοντώσει έναν πολύ επικίνδυνο Γίγαντα, τον Μίμαντα. Τη στιγμή που αυτός χτυπιόταν με τον Δία και την Αθηνά και τους είχε φέρει σε δύσκολη θέση, ο Ήφαιστος του έριξε βλήματα πυρακτωμένου σιδήρου. Τότε ο Γίγαντας ένιωσε το κορμί του να ζεματάει, άρχισε να ουρλιάζει, έπεσε κάτω και κυλιόταν απελπισμένα στο έδαφος. Ο Δίας τότε βρήκε την ευκαιρία και τον πλάκωσε μ' ένα βουνό.
 
Από τότε είναι θαμμένος κάτω από το όρος Μίμαντας που βρίσκεται στις Ερυθρές απέναντι από τη Χίο. Ο φτερωτός Ερμής και σ' αυτόν τον πόλεμο χρησιμοποίησε την πονηριά του. Κατέβηκε στον Αδη και ζήτησε από το θείο του, τον μελαψό Πλούτωνα, την κυνέα, που τον έκανε αόρατο. Πέταξε αμέσως πάλι στη χώρα της συμπλοκής και φορώντας το μαγικό κράνος πλησίασε τον Ιππόλυτο.
 
Ο Γίγαντας άρχισε ξαφνικά να βλέπει τεράστιους βράχους να σηκώνονται μόνοι τους από τη γη και να πέφτουν επάνω του. Σε λίγο άρχισε να νιώθει τσιμπήματα, κλοτσιές, γροθιές σ' όλο του το κορμί μα δεν έβλεπε κανέναν να βρίσκεται κοντά του. Τότε νόμισε πως τρελάθηκε από την οχλαγοή και τους κρότους και τράπηκε μόνος του σε φυγή. Ο Ερμής τον κυνήγησε και κατάφερε με μεγάλη ευκολία να τον αποτελειώσει.
 
Αλλά και οι υπόλοιπες θεές που πήραν μέρος στη Γιγαντομαχία κατάφεραν να δώσουν ένα χέρι βοήθειας στους βασικούς πρωταγωνιστές. Έτσι, η Εκάτη κατάφερε ρίχνοντας αμέτρητους αναμμένους δαυλούς να εξοντώσει τον Κλυτία. Αυτός δεν προλάβαινε να αποφύγει τον έναν και αμέσως έφτανε ο άλλος δαυλός. Σε κάποια στιγμή που άφησε ελεύθερα τα χέρια του για να ξεκουραστούν, η Εκάτη του πέταξε μια βροχή αναμμένους δαυλούς.
 
Ο Γίγαντας τυλίχτηκε στις φλόγες χωρίς να προλάβει ν' αντιδράσει. Έτσι βρήκε φριχτό θάνατο. Επίσης, η Άρτεμη, η θεά του κυνηγιού, ρίχνοντας τα θεϊκά βέλη της σκότωσε τον Γρατίωνα. Τέλος, οι Μοίρες, οι κόρες του Δία, στάθηκαν στο πλευρό του εξοπλισμένες με τα χάλκινα ρόπαλά τους.
 
Αυτές σκότωσαν τον Άγριο και τον Θέοντα. Ο φοβερός Αδαμάστορας βλέποντας τον έναν πίσω από τον άλλο τους αδερφούς του να εξουδετερώνονται από τους Ολύμπιους, σε μια τελευταία προσπάθεια διαφυγής από τη μοίρα άρπαξε ολόκληρη την οροσειρά της Ροδόπης και την έριξε καταπάνω τους.
 
Ο Ήλιος που περνούσε εκείνη την ώρα με το άρμα του, την τελευταία στιγμή κατάφερε ν' αλλάξει την πορεία των βουνών και έσωσε τους θεούς. Τότε αυτοί είδαν πως δεν ήταν εύκολο να τα βγάλουν πέρα με τον αδάμαστο Αδαμάστορα, παρά μόνον εάν ένωναν όλοι μαζί τις δυνάμεις τους. Όρμησαν λοιπόν επάνω του ο Δίας, ο Άρης, ο Ερμής, ο Απόλλωνας, ο Ήφαιστος και μαζί ο Ηρακλής και ο Διόνυσος και μετά από πολλές ώρες πάλης κατάφεραν να τον εξοντώσουν.
 
Όλους τους υπόλοιπους Γίγαντες τους ξέκανε με τον κεραυνό του ο Δίας και με τα βέλη του ο Ηρακλής. Όταν πια τους εξόντωσαν όλους, οι θεοί κάθισαν να ξαποστάσουν χαρούμενοι για τη νίκη τους.
 
Αμέσως μετά άρχισαν να τακτοποιούν τα θεϊκά τους παλάτια που σχεδόν είχαν καταστραφεί ύστερα από τέτοια κοσμοχαλασιά. Μετά από χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι συνέχιζαν να βρίσκουν μέσα στη γη κόκαλα από σκοτωμένους Γίγαντες.
 
Έδειχναν βράχους που είχαν εκσφενδονίσει αυτοί ή οι θεοί, όπως ένα βράχο στη Λυκαονία, που έλεγαν πως τον είχε ρίξει ο Δίας· νησιά σαν τη Νίσυρο, τη Λήμνο και την Πορφυριώνη στην Προποντίδα· βουνά σαν τον Μίμαντα και ηφαίστεια σαν το Βεζούβιο και την Αίτνα που κρατούσαν στα σπλάχνα τους τους Γίγαντες. Άλλοι ιστορούν πως επίτηδες η Γη με στοργή είχε θάψει τους γιους της βαθιά κάτω από τα βουνά ή πως είχε μεταμορφώσει τους ίδιους σε βουνά.
 
Theseus Aegean
 
Τμήμα ειδήσεων defencenet.gr