Κυριακή 2 Αυγούστου 2015



ΛΑΡΙΣΑ - Μια εικόνα χίλιες λέξεις...

Ο Πηνειός με φόντο τον Κίσσαβο

Ο 19ος αιώνας ήταν για ολόκληρο τον ελ ληνικό χώρο πλούσιος στην παρουσία ξένων περιηγητών. Ο αριθμός τους αυξήθηκε αρκετά πριν από την επανάσταση του 1821, κυρίως όμως μετά. Από τη μια η περιέργεια πολ- λών ανήσυχων ανθρώπων της Κεντρικής Ευ- ρώπης να γνωρίσουν από κοντά την επαναστατημένη Ελλάδα και από την άλλη το μεγάλο κύμα του φιλελληνισμού, έφερε στη χώρα μας ομάδες ώριμων ταξιδιωτών, ευαίσθητων ποιητών, ρομαντικών ζωγράφων, αλλά και αρχαιοκάπηλων και τυχοδιωκτών. Η Ελ- λάδα όμως από το 1921 ήταν ελεύθερη μόνο μέχρι το Ζητούνι, τη Λαμία. Η Θεσσαλία ήταν τις περισσότερες φορές έξω από το δρομολόγιο του ταξιδιού τους, γιατί ανήκε ακόμα στην οθωμανική επικράτεια. Έτσι, ενώ η περιηγητική βιβλιογραφία για τους ελεύθερους πλέον ελληνικούς χώρους στο διάστημα αυτό αυξήθηκε ακόμα περισσότερο, για τη Θεσσαλία δεν ήταν τόσο μεγάλη. Μόνον μετά το 1881 αυξήθηκε σημαντικά. Επιστρέφοντας στη χώρα τους πολλοί από αυτούς τους επι- σκέπτες κατέγραφαν σε βιβλία τις εντυπώσεις τους, διανθισμένες με χαρακτικά που ζωγράφιζαν οι ίδιοι, ή ταλαντούχοι ζωγράφοι που τους συνόδευαν. Η απόδοση των τοπίων στη σχεδίαση των χαρακτικών της περιόδου αυτής είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα, τεχνικώς θεωρούνται πιο άρτια και η ιστορι- κή τους αξία είναι πολύ μεγάλη. Σήμερα δημοσιεύουμε ένα χαρακτικό που εντοπίσθηκε στο βιβλίο του Γάλλου οδοιπόρου Hippolyte Lapeyrre που έχει τον τίτλο Journal d’ un voyageur en Egypt, en Grèce et en Turquie. Ο Lapeyrre ήταν γραμματέας του Τούρκου Σαμί πασά και έπειτα από μια πολύμηνη περιήγηση στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου, αποφάσισε να καταγράψει τις εντυπώσεις του και να τις εκδώσει σε βι- βλίο. Η εβδομαδιαία εφημερίδα των Παρισίων L’ Illustration Journal Universel, αναδημοσίευσε το 1851 το κεφάλαιο που αναφέρεται στη Λάρισα, τον οικισμό Μπαμπά (το σημε- ρινό χωριό Τέμπη) και τα βουνά Όλυμπος και Κίσσαβος(1). Η περιγραφή αυτή συνοδεύεται και από τρία ενδιαφέροντα χαρακτικά της Λάρισας. Ένα απ’ αυτά είναι και το χαρακτικό που δημοσιεύεται και έχει τον υπότιτλο Le mont Ossa et le Pénée (Thessalie). Εδώ ο ζωγράφος στάθηκε στις παρυφές του λόφου του Φρου- ρίου και αποτύπωσε το βορειοανατολικό τμήμα της πόλεως. Μπροστά καταγράφεται μια περιοχή γεμάτη με επιτύμβιες στήλες μου- σουλμανικού νεκροταφείου, πολλές από τις οποίες ήταν σε δεύτερη χρήση, αφού προέρχονταν από αρχαιοελληνικές ενεπίγραφες πλάκες. Διάσπαρτα τμήματα κιόνων και άλλων αρχαίων αρχιτεκτονικών μελών συμπληρώνουν το τοπίο στην περιοχή αυτή. Ανάμεσα στις επιτύμβιες στήλες, δύο φουστανελο- φόροι με πλούσιες φορεσιές καπνίζουν τις μακριές πίπες τους και συζητούν. Δεξιά παρατηρούμε τρία όμορφα τούρκικα τριώροφα κονάκια οικοδομημένα με την χαρακτηριστική ανατολίτικη αρχιτεκτονική. Πιο πίσω υπάρχει ένας ελεύθερος χώρος με διάσπαρτα μου- σουλμανικά μνήματα. Στην περιοχή αυτή κτίσθηκε το 1889 το Πολιτικό Νοσοκομείο «Ρήγας Φεραίος» με δωρεά του μεγάλου ευεργέτη της Λάρισας Ιωάννη Κουτλιμπανά [2]. Στο βάθος διακρίνεται ένα απλό τζαμί με τον μιναρέ του και ορισμένες διάσπαρτες αγροικίες. Αριστερά διαγράφεται η κοίτη του Πηνειού με την ομαλή ροή των νερών του. Στην αριστερή όχθη αποδόθηκε από τον ζωγράφο το δάσος Γκιμπλή Ορμάν. Όπως αναφέρει ο Μιχαήλ Σάπκας,η περιοχή αυτή ήταν ένας κα- τάφυτος χώρος, τον οποίο αξιοποίησε ο επιχειρηματίας Ρωμύλος Αυδής και δημιούργησε στην περιοχή αυτή το 1926 το ξακουστό εξοχικό κέντρο «Λούνα Πάρκ» το οποίο ψυχαγώγησε τους Λαρισαίους για μερικά χρόνια. Στο βάθος προβάλλει ο κωνικός όγκος του Κισσάβου χιονισμένος και πιο μπροστά οι λόφοι της Χασάμπαλης. Την ίδια άποψη απέδωσαν εικαστικά και άλλοι περιηγητές, όπως ο Stackelberg (1811), ο Pouqueville (περίπου 1811) και ο Wordsworth (1833), με σημαντικές όμως μεταξύ τους διαφορές. Η αντικειμενική καταγραφή του χαρακτικού αυτού φαίνεται ότι είναι αξιόπιστη. Βέβαια ο γενικός προσανατολισμός και τα κύρια χαρακτηριστικά των περιοχών απεικονίζονται, αλλά όμως απουσιάζουν οι λεπτομέρειες εκείνες οι οποίες θα μπορούσαν να βοηθήσουν ώστε να αξιοποιηθεί ιστορικά ο χώρος και να ταυτοποιηθούν όλα τα απεικονιζόμενα κτίρια. Καλλιτεχνικά το σχέδιο αυτό είναι όμορφο, έχει λεπτή χάραξη, η οποία βοηθάει να αποδοθούν με σημαντικές λεπτομέρειες οι ανθρώπινες μορφές και τα ρούχα τους, έχει προοπτική και κυρίως αναδεικνύει τη λεπτή σιλουέτα της Όσσας. [1]. Hippolyte Lapeyrre: Journal d’un voyageur en Egypt., en Grèce et en Turquie. Larisse, le mont Olympe, le mont Ossa. Aly Tchucca, histoire d’un chef de Brigands. L’ Illustration, Journal Universel, No 459, vol. XVIII, 13 Decembre 1851. [2]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Οι απαρχές των νοσηλευτικών ιδρυμάτων της Λάρισας. Από τις «Αναμνήσεις» του Μιχαήλ Σάπκα. Πρακτικά επιστημονικής Συνάντησης προς τιμήν του Γεωργίου Αντωνακόπουλου ομότι- μου καθηγητού της Ιατρικής Σχολής του Πα- νεπιστημίου Θεσσαλίας, Λάρισα (2014) σελ. 65 και ανάτυπο.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
ελευθερία λάρισας

Σάββατο 11 Ιουλίου 2015


Ιχνηλατώντας την Παλιά Λάρισα

Το υπαίθριο Αρχαιολογικό Μουσείο του Φρουρίου


Το υπαίθριο Αρχαιολογικό Μουσείο στο Φρούριο.Αριστερά υπάρχει το υπόστεγο με τις επιγραφές, πίσω από την ξύλινη περίφραξη
διακρίνονται οι στρατιωτικές αποθήκες που βρίσκονταν στην περιοχή του σημερινού Ηρώου,στο βάθος αριστερά εξέχει το τριώροφο αρχοντικό του Ιωάννη Βελλίδη και δεξιότερα τα δύο κωδωνοστάσια και ο τρούλος του ναού του Αγίου Αχιλλίου




Έγινε γνωστό ότι το προσεχές φθινόπωρο έχει προγραμματισθεί να γίνουν τα εγκαίνια του νέου
Διαχρονικού Μουσείου της Λάρισας. Στις αίθουσές του θα περιλαμβάνονται, όπως αναφέρει και ο τίτλος του, ευρήματα από όλες τις προϊστορικές και ιστορικές περιόδους της περιοχής μας. Έτσι ολοκληρώνεται, ύστερα από μια πορεία 134 χρόνων, η επιθυμία η οποία εκδηλώθηκε από τα πρώτα ακόμη χρόνια ελεύθερου βίου της Θεσσαλίας να περισυλλεγούν και να εκτεθούν σε κάποιο επίσημο χώρο όλες οι αρχαιότητες οι οποίες ήταν διάσπαρτες και απροστάτευτες κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας.
Πρόσφατα δύο καλοί φίλοι έθεσαν στη διάθεσή μου δύο σημαντικά ευρήματα. Ο Κώστας Θεοδωρόπουλος το Ενοικιαστήριο υπ’ αριθμ. 39.591 του 1909 ενός υπαίθριου χώρου στην περιοχή της κλειστής τουρκικής αγοράς (μπεζεστένι), ο οποίος προοριζόταν για τη συγκέντρωση των διάσπαρτων ανά την πόλη και την γύρω περιοχή αρχαιοτήτων και ο Αχιλλέας Καλτσάς φωτογραφίες του 1917 με απόψεις του χώρου με τα αρχαιολογικά μνημεία.
Με την ευκαιρία των δύο αυτών γεγονότων θα προσπαθήσουμε να περιγράψουμε, έχοντας στη
διάθεσή μας και απεικονιστικές απόψεις, πώς ήταν  και τι περιείχε την περίοδο 1909 με 1917το υπαίθριο αρχαιολογικό μουσείο που αναπτύχθηκε πρόχειρα στην περιοχή του Φρουρίου.Για την ιστορική διαδρομή του Αρχαιολογικού Μουσείου της Λάρισας από τα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση του 1881, μέχρι τη δημιουργία του σημερινού Διαχρονικού Μουσείου σας παραπέμπουμε στη σπουδαία εργασία της αρχαιολόγου Στέλλας Κατακούτα[1].
Σύμφωνα με το κείμενο του Ενοικιαστηρίου που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Αγαθάγγελος Ιωαννίδης[2],στις 20 Οκτωβρίου 1909, εμφανίσθηκαν στο γραφείο του[3] παρουσία των μαρτύρων Αναργύρου Ζαβιτζάνου, και Αθανασίου Μπουσινιώτη[4], ο Απόστολος Αρβανιτόπουλος, έφορος Αρχαιοτήτων Θεσσαλίας με έδρα τον Βόλο και ο Ζήσης Δημητρίου[5]
καφεπώλης. Συμφωνήθηκε ότι ο πρώτος «…ενοικίασε και παρέδωκε προς τον δεύτερον το επί της Ακροπόλεως Φρουρίου προορισμένον δια Αρχαιολογικόν Μουσείον δια τρία ολόκληρα συνεχή έτη[6]»από την 1η Οκτωβρίου 1909, με τίμημα για όλη την τριετία 1.350 δραχμές. Το τίμημα αυτό θα κατέβαλε ο ενοικιαστής Ζήσης Δημητρίου τμηματικά στον έφορο Αρχαιοτήτων Θεσσαλίας υπό την ιδιότητά του ως αντιπροσώπου του Δημοσίου και της Αρχαιολογικής Εταιρείας και μαζί με αυτό θα έπρεπε να τηρήσει και τους εξής όρους:
--Σε περίπτωση που θα αποφασισθεί ανέγερση Μουσείου να διακοπεί η μίσθωση χωρίς επιπτώσεις,--Ο ενοικιαστής του χώρου Ζήσης Δημητρίου υποχρεώνεται να κατασκευάσει τοίχο σε όλο το οικόπεδο με πέτρες και πλίνθους που μπορεί να πάρει από τον ερειπωμένο τουρκικό στρατώνα που υπήρχε μέσα στον περίβολο του οικοπέδου,--Ο ίδιος υποχρεώνεται να βάλει σε σειρά τις διάσπαρτες μέσα στο οικόπεδο αρχαιότητες, να τις προστατεύει από κλοπή και φθορές και να καλλωπίσει τον χώρο αυτόν «δεόντως».
--Επιπλέον πρέπει να εξοφλήσει και το υπόλοιπο του προηγούμενου ενοικιαστή του χώρου του Φρουρίου Νικολάου Αναγνωστοπούλου.Από τη μελέτη του Ενοικιαστηρίου του 1909 αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο οικοπεδικός χώρος του Φρουρίου[7]γύρω από την κλειστή τουρκική αγορά νοικιάσθηκε από τον καφεπώλη Ζήση Δημητρίου.Φαίνεται ότι ο χώρος αυτός ήταν δημόσιος και νοικιαζόταν σε διάφορους επιχειρηματίες για να αναπτύξουν τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες (καφενεία, ψυχαγωγικά κέντρα, κλπ.). Στη δυτική πλευρά του χώρου αυτού διατέθηκε ένα μέρος όπου τοποθετήθηκε η υπαίθρια Αρχαιολογική Συλλογή της Λάρισας. Είχε μεταφερθεί από την αυλή του Διδασκαλείου[8] με τη φροντίδα του αρχαιολόγου Αποστόλου Αρβανιτοπούλου, ο οποίος είχε διορισθεί το 1906 από την «Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία»
Έφορος Αρχαιοτήτων Θεσσαλίας. Έτσι ο ενοικιαστής του Φρουρίου εκτός από την επαγγελματική του απασχόληση που είχε αναπτύξει στον υπόλοιπο χώρο, ήταν υποχρεωμένος, σύμφωνα με τους όρους του Ενοικιαστηρίου, να περιορίσει με τοίχο τον χώρο των εκθεμάτων του Μουσείου, να προσέχει και να φροντίζει τις αρχαιότητες, δηλαδή να εκτελεί κατά κάποιον τρόπο και χρέη φύλακα και συντηρητή του χώρου και των αρχαιοτήτων. Αργότερα κατασκευά-
σθηκαν υπόστεγα στη νότια πλευρά του, στα οποία στεγάσθηκαν κυρίως οι επιγραφές και τα πιο πολύτιμα εκθέματα, ενώ συγχρόνως διορίσθηκε από την αρχαιολογική υπηρεσία μόνιμος φύλακας.Εν τω μεταξύ όλες οι επιδιώξεις των τοπικών αρχόντων και της αρχαιολογικής υπηρεσίας για την ανέγερση Μουσείου στη Λάρισα δεν κατόρθωσαν να ευδοκιμήσουν και η παρουσία των αρχαιοτήτων στο υπαίθριο Μουσείο του Φρουρίου διατηρήθηκε μέχρι την περίοδο της κατοχής.
Η φωτογραφία που συνοδεύει το κείμενο είναι του έτους 1917 και προέρχεται από τα αρχεία του
Γαλλικού Υπουργείου Πολιτισμού. Αυτή και μερικές άλλες ακόμη, μας επιτρέπουν να αποκτήσουμε μια καθαρή εικόνα για το πώς είχε αναπτυχθεί το υπαίθριο αρχαιολογικό Μουσείο στο λόφο, μας δείχνει την ακριβή θέση του σε σχέση με το μπεζεστένι, τα πρόχειρα υπόστεγα, την άναρχη τοποθέτηση των εκθεμάτων, την παντελή έλλειψη φροντίδας και καλλωπισμού του περιβάλλοντος χώρου και την πρόχειρη περίφραξη. Ήταν ακόμη η περίοδος που η πόλη μας έψαχνε να βρει τον βηματισμό της μέσα σε μια περίοδο πολέμων, διχασμών και αναζήτησης της
αυτογνωσίας της.
----------------------------------------------------------------
[1]. Κατακούτα Στέλλα, Το Αρχαιολογικό Μουσείο της Λάρισας. Η ιστορία της δημιουργίας του, Θεσσαλικό Ημερολόγιο, τεύχ. 55 (2009) σελ. 37-64.Ευχαριστίες στον διευθυντή του Θεσσαλικού Ημερολογίου Κώστα Σπανόγια την βοήθειά του.
[2]. Ο Αγαθάγγελος Ιωαννίδης ήταν από τους πρώτους συμβολαιογράφους της ελεύθερης Λάρισας και εργάσθηκε από το 1882 μέχρι το 1927. Το αρχείο του υπάρχει στα Γ. Α. Κ. νομού Λάρισας, απ’ όπου και αντλήθηκε αντίγραφο του αναφερόμενου Ενοικιαστήριου από τον Κώστα Θεοδωρόπουλο.
[3]. Το γραφείο του βρισκόταν στην οδό Κούμα σε κατάστημα ιδιοκτησίας των κληρονόμων Α. Αποστολίδη. Ο Αθανάσιος Αποστολίδης ήταν από τους πρώτους φωτογράφους της Λάρισας μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας το 1881.
[4]. Ο Ανάργυρος Ζαβιτζάνος θεωρείται από τους πρώτους δικηγόρους οι οποίοι μετατέθηκαν στην ελεύθερη Λάρισα. Ήταν διορισμένος στο Ναύπλιο και έφθασε στην πόλη μας μέσα στο 1882. Την πληροφορία αυτή μου την έκανε γνωστή ο επίτιμος δικηγόρος Αριστείδης Παπαχατζόπουλος, ο οποίος ερευνά σε βάθος την ιστορία του Δικηγορικού Συλλόγου Λαρίσης. Ο Αθανάσιος Μπουσινιώτης ήταν μεγαλοκτηματίας και με τον αδελφό του Δημήτριο έκτισαν το 1908 το τριώροφο κτίριο «Πανελλήνιον»στην κεντρική πλατεία. Βλέπε: Κώντσα Κωνσταντίνα,
Καφεζαχαροπλαστείον «Πανελλήνιον». Ένας αθέατος μικρόκοσμος της νεότερης ιστορίας της Λάρισας,Πρακτικά 7ου Συνεδρίου Λαρισαϊκών Σπουδών, Η Λάρισα από την απελευθέρωση της (1881) μέχρι το 1940, Λάρισα (2013)σελ. 235-255.
[5]. Ο Ζήσης Δημητρίου ήταν γνωστός επαγγελματίας στη Λάρισα, γιατί διατηρούσε κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου κατά τους θερινούς μήνες μέσα στο χώρο του Φρουρίου, βορειοδυτικά από το μπεζεστένι, καφενείο, ψυχαγωγικό κέντρο και αργότερα κινηματογράφο και θέατρο σκιών για αρκετά χρόνια.
[6]. Εννοεί ολόκληρο τον χώρο του «άνω Φρουρίου» όπως τον αναφέρει, που περιλαμβάνει το μπεζεστένι και τους γύρω χώρους του, σε ένα σημείο του οποίου θα στεγαζόταν η αρχαιολογική συλλογή.
[7]. Την περίοδο εκείνη Φρούριο θεωρούσαν οι κάτοικοι της Λάρισας το μπαζωμένο μπεζεστένι, του οποίου δεν γνώριζαν την πραγματική του προέλευση (ανοικτή τουρκική αγορά) και το θεωρούσαν ως κατάλοιπο βυζαντινού οχυρού. Βλέπε: Κατακούτα Στέλλα, ό. π. σελ. 38.
[8]. Στον αύλειο χώρο του Διδασκαλείου, που βρισκόταν εκεί που σήμερα στεγάζεται το Δικαστικό Μέγαρο, είχαν αρχίσει να στοιβάζονται αμέσως μετά την απελευθέρωση του 1881, με τη φροντίδα των δασκάλων και των μορφωμένων ανθρώπων της εποχής, οι διάσπαρτες αρχαιότητες και τα ευρήματα των ανασκαφών.

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΘ. ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ
nikapap@hotmail.com
τηλ. 2410 -287450

ελευθερία λάρισας
ΕΛΛΗΝΩΝ μύθοι
Από τον Κων/νο Οικονόμου*

Οι Υάδες [Νύμφες]

ΓΕΝΙΚΑ - ΚΑΤΑΓΩΓΗ: Οι Υάδες στην Μυθολογία ήταν οι αδελφές Νύμ- φες της βροχής. Η ονομασία τους προέρχεται από το αρχαίο ρήμα υώ= βρέχω. Οι Υάδες ήταν κόρες του Τιτάνα Άτλαντα και της Πλειόνης, σύμ- φωνα με τον Υγίνο [Fabulae], ή της Αίθρας κατα τον Οβίδιο [Ημερολόγιο]. Άλλοι μυθολογικοί συγγραφείς θεωρούν τις Νύμφες αυτές κόρες του Ύαντα και της Βοιωτίας. Στην επικρατέστερη εκδοχή πάντως, ο Ύας ήταν αδελφός τους. Οι Υάδες μαζί με τις 7 Πλειάδες αποτελούν τις 14 Ατλαν- τίδες, αλλιώς γνωστές ως Δωδωνίδες καθώς ήταν νύφες προερχόμενες από τη Δωδώνη, που σ’ αυτές δόθηκε [κατά μία εκδοχή] ο θεός Διόνυσος ως βρέφος για να τον μεγαλώσουν, κατόπιν επιθυμίας του Δία. Στην τε- λευταία αυτή υπηρεσία τους προς τον Διόνυσο οφείλουν και την ονομασία τους Νυσιάδες, σύμφωνα με τον Νόννο. 
ΑΠΟ ΤΗ ΓΗ ΣΤΑ ΑΣΤΡΑ: Μετά τον θάνατο του αδελφού τους, Ύαντα, σε ένα κυνήγι του από ένα λιοντάρι, οι Υάδες άρχισαν ένα ατέλειωτο γοερό κλάμα από τη λύπη τους. Έτσι αιτιολογούσαν οι αρχαίοι και το «κλάμα» των βροχών. Τότε οι θεοί τις λυπήθηκαν και τις μεταμόρφωσαν σε αστέρια. Άλλη εκδοχή θεωρεί ότι έγιναν αστέρια από τον Δία σε ανταμοιβή για το έργο τους να αναθρέψουν έναν Θεό. Συγκεκριμένα, όταν ο Λυκούργος1 απείλησε την ασφάλεια του Διονύσου, οι Υάδες, με την εξαίρεση της Αμβροσίας, κα- τέφυγαν με το βρέφος-θεό και τη βοήθεια της Θέτιδας, στην Θήβα, όπου τον εμπιστεύτηκαν στην Ινώ. Τότε ο Δίας τους έδειξε την ευγνωμοσύνη του για το γεγονός ότι έσωσαν το γιο του, τοποθετώντας τις μεταξύ των αστέρων. Στην Αστρονομία γνωρίζουμε το ανοικτό σμήνος αστέρων με την ονομασία Υάδες που βρίσκεται στον αστερισμό του Ταύρου. Μάλιστα, κατά μία εκδοχή, ο αδελφός τους τοποθετήθηκε κι αυτός στον ουρανό με τη μορφή του αστε- ρισμού του Υδροχόου. Άλλη μια συνάφεια των Υάδων με τις βροχές είναι και η εμφάνιση του σμήνους των [αστέρων Υάδων] πριν την αυγή στις αρχές του φθινοπώρου [η «εώα επιτολή» τους, κατά τους αρχαίους], που προμήνυε κάθε χρόνο το τέλος του ξερού καλοκαιριού και τις πρώτες βροχές για τις μεσογειακές χώρες. 
ΟΙ ΕΠΤΑ ΥΑΔΕΣ: Τα ονόματα των Υάδων ποικίλλουν στους διάφορους μυθογράφους. Η επικρατέστερη εκδοχή θέλει τα ονόματά τους να είναι τα εξής: Φάολα, Αμβροσία, Ευδώρα, Κορωνίς και Πολυξώ. Σε αυτές προ στίθενται συνήθως η Θυώνη και η Προδίκη, θεωρούμενες ετεροθαλείς αδελφές των προηγουμένων, γιατί ήταν κόρες του Ύαντα ή του Άτλαντα από την Αίθρα. Κατά τον Ησίοδο, οι Υάδες ήταν πέντε: η Φαισύλη, η Κο ρωνίς, η Κλεεία [ή Κλειώ], η Φαιώ και η Ευδώρα. Για το Θαλή το Μιλήσιο οι Υάδες ήταν μόνο δύο, ενώ για τον Ευριπίδη τρεις. Ο Διόδωρος αναφέρει και τα ονόματα Φιλία, Κορωνίδα και Κλεις. Ο Φερεκύδης αναφέρει μόνο έξι απ' αυτές και τις καλεί Δωδωναίες Νύμφες και τροφούς του Διονύσου.
ΠΑΡΑΘΕΜΑΤΑ: «Άλλά όταν οι Πλειάδες και οι Υάδες κι ο ισχυρός Ωρίων εμφανιστούν, να ρυθμίσετε τις δουλειές σας γιατί έφτασε η εποχή του ορ- γώματος.» [Ησίοδος, Έργα και Ημέραι, στ. 609-610]. «Κάποιοι λένε ότι οι Υάδες λέγονται έτσι επειδή φέρνουν τη βροχή, όταν αυξάνονται, γιατί η βροχή είναι «υείν» στα ελληνικά.» [Υγίνος, Fabulae 192, 2ος μ.Χ. αι.]. «Όταν καλούν σε συσκότιση το λυκόφως, οι Υάδες, τότε αποκαλύπτεται το πρό- σωπο του Ταύρου, που λάμπει με επτά ακτίνες της φωτιάς. Είναι αυτό που οι Έλληνες ναυτικοί αποκαλούν Υάδες από τη λέξη τους βροχή [υετός]». [Κικέρων, De Natura Deorum]. « Η μάγισσα Μήδεια μιλά για τη δύναμή της πάνω από τους ουρανούς(!) και λέει: στην εντολή της φωνής μου ο Φοίβος [ήλιος] έχει σταματήσει στο μέσο του ουρανού και οι Υάδες μετακόμισαν από τα μαγικά μου ξόρκια.» [Seneca, Μήδεια 767 κ.ε.].
 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Ησίοδος, Αποσπάσματα Αστρονομία. Ησίοδος, Έργα και Ημέρες. Υγίνος, Fabulae 192. Υγίνος, Astronomica 2.21. Οβίδιος, Fasti [5]. Κικέρων, De Natura Deorum. Seneca, Μήδεια. Βαλέριος Flaccus, Η Αργοναυτική Εκστρατεία. Στάτιο, Θηβαΐδα. Servius, Σχόλια για ττην Αι- νειάδα του Vergil 748. Ευστάθιος, σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα 1155.
 konstantinosa.oikonomou@gmail.com www.scribd.com/oikonomoukon 
1. Ο Λυκούργος, βασιλιάς των Ηδωνών, ενός λαού που κατοικούσε κοντά στο Στρυμόνα, είναι ο πρώτος που τόλμησε να διώξει το Διόνυσο από τη χώρα του.
 * Ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου είναι δασκάλος, συγγραφέας

ελευθερία λάρισας

Σάββατο 4 Ιουλίου 2015

Ιχνηλατώντας την Παλιά Λάρισα

 Ο ναός της Παναγίας στα Ταμπάκικα Ιστορική διαδρομή(Ο ναός της Ζωοδόχου Πηγής (Παναγίας) στη συνοικία των Αμπελοκήπων (Ταμπάκικα) μέσα σε μια χιονισμένη ατμόσφαιρα, φωτογραφημένος λίγο πιο πάνω από την περιοχή του εξοχικού κέντρου «Κιβωτός)



Με την ευκαιρία της εντόπισης μιας φωτογραφίας η οποία παριστάνει τον πρώτο ναό της
Ζωοδόχου Πηγής στη σημερινή συνοικία Αμπελοκήπων[1], θα αναφερθούμε στο σημερινό μας
σημείωμα στην ιστορική διαδρομή του ναού αυτού, ο οποίος συμπληρώνει περίπου 140 χρόνια
ζωής. Τοπογραφικά βρίσκεται περίπου στο κέντρο της συνοικίας, σε ένα ευρύχωρο οικόπεδο και η αρχή του ανιχνεύεται στα 1876.
Σύμφωνα με την παράδοση που είναι διάχυτη από πολλά χρόνια όχι μόνο στη συνοικία αλλά
και σε ολόκληρη την πόλη, το 1876 ο ιδιοκτήτης του χώρου όπου σήμερα υπάρχει ο ναός της Παναγίας θέλησε να κτίσει έναν ταμπαχανέ, δηλ.βυρσοδεψείο. Είναι γνωστό εξ άλλου ότι η περιοχή αυτή διέθετε κατά τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας και άλλα βυρσοδεψεία, γι’ αυτό και πήρε την ονομασία Ταμπάκικα. Κατά την εκσκαφή για την κατασκευή των θεμελίων του ταμπαχανέ, οι εργάτες κάποια στιγμή έφθασαν σε σημείο όπου το έδαφος ήταν υγρό και όσο η εκσκαφή προχωρούσε άρχισε να αναβλύζει νερό, μέσα από το οποίο φανερώθηκε ξαφνικά ένα εικόνισμα της Παναγίας[2]. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφέρουμε και τη μαρτυρία του μοναχού Ζωσιμά Εσφιγμενίτη από τον Άγιο Λαυρέντιο του Πηλίου, ο οποίος το 1891 αναφέρει σε δημοσίευμά του στο περιοδικό του Βόλου «Προμηθεύς»,του οποίου ήταν ο ίδιος εκδότης, ότι υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων της ανεύρεσης της εικόνας, γιατί φρόντισε να βρεθεί στη Λάρισα όταν άκουσε τις διαδόσεις οι οποίες κυκλοφορούσαν για την ύπαρξή της. Σε κάποιο σημείο μάλιστα αναφέρει ότι: «τη 16η Μαρτίου [1876] διεδόθη ότι η ποθουμένη εικών της Θεοτόκου ανεκαλύφθη παραδόξως πως» και πιο κάτω τονίζει με έμφαση ότι «Ο τοποτηρητής του Μητροπολίτου Λαρίσης[3] άγιος Γαρδικίων κύριος Ιερόθεος έφυγεν επίτηδες εις Τύρναβον και διέταξε τον κλήρον ίνα μηδείς υπάγη εις τας ανασκαφάς ταύτας…»[4].
Στο σημείο όπου ανευρέθηκε η εικόνα της Παναγίας, η οποία παριστάνονταν ως Ζωοδόχος Πη-
γή, οι πιστοί της συνοικίας έκτισαν το 1877 ένα ταπεινό εκκλησάκι το οποίο, όπως αναφέρει ο
Θεόδωρος Παλιούγκας που μελέτησε τον κώδικα του ναού του Αγίου Αχιλλίου (1810-1881), αναφέρεται ως «Παρεκκλήσιον Φανερωμένης» ή ως «Παρεκκλήσιον Ταμβάκικα». Έπειτα από τρία χρόνια (1880), στη θέση του παρεκκλησίου άρχισε η ανοικοδόμηση του γνωστού προπολεμικού ναού της Ζωοδόχου Πηγής. Μάλιστα ο μητροπολίτης Λαρίσης Νεόφυτος Πετρίδης απηύθυνε στο ποίμνιο της μητροπόλεως παραινετική επιστολή, με την οποία τους προέτρεπε να συμβάλλουν οικονομικά στην ταχύτερη αποπεράτωση του ναού[5]. Όλοι οι πιστοί και κυρίως οι κάτοικοι της συνοικίας ανταποκρίθηκαν πρόθυμα στο κάλεσμα για την ανέγερση όχι μόνον οικονομικά, αλλά και με την προσφορά εθελοντικής εργασίας. Αρωγοί στην προ-
σπάθεια αυτή ήλθαν και οι συντεχνίες των βυρσοδεψών, των σαμαράδων, των τσαρουχάδων
και σανδαλοποιών που είχαν τα εργαστήριά τους στη συνοικία. Εν τω μεταξύ ήλθε η στιγμή της απελευθέρωσης της Λάρισας από τους Τούρκους και επειδή αργούσε η ολοκλήρωση του ναού λόγω οικονομικών δυσχερειών, έγινε περιφορά της εικόνας και σε όμορες επισκοπές της μητροπόλεως Λαρίσης (Δημητριάδος, Πλαταμώνος, Γαρδικίου).
Η τελική μορφή του ναού του 1880 αποτυπώνεται στη σπάνια φωτογραφία των αρχών του
20ού αιώνα[6] που δημοσιεύεται στο σημερινό κείμενο. Όπως γίνεται φανερό, επρόκειτο για μια
κομψή τρίκλιτη βασιλική με δίκλινη στέγη και η ιδιαιτερότητα της αρχιτεκτονικής σύνθεσης επι-
κεντρωνόταν στη μορφή της δυτικής πρόσοψης του ναού. Στο κατώτερο τμήμα υπήρχαν τρία
τοξωτά ανοίγματα, τα οποία οδηγούσαν στο εσωτερικό προς τα αντίστοιχα κλίτη, ενώ στο
ανώτερο τμήμα της, πάνω από την αετωματική απόληξη της δυτικής πλευράς, υψωνόταν το κω-
δωνοστάσιο σε μια ασυνήθιστη θέση, η οποία ήταν αποτέλεσμα μιας ευφυούς σύλληψης του
αρχιτέκτονα. Σε υπόγειο χώρο στη βορειοδυτική γωνία του ναού και στο σημείο όπου ανευρέθηκε η εικόνα, υπήρχε αγίασμα το οποίο διατηρείται και σήμερα.
Ο αρχικός ναός του 1880 διατηρήθηκε ακέραιος μέχρι τον μεγάλο σεισμό του 1941. Τότε κατέρ-
ρευσε το κομψό κωδωνοστάσιο και επηρεάσθηκε σημαντικά η ακεραιότητα της τοιχοποιίας. Οι ζημιές στην τοιχοποιία επισκευάσθηκαν σύντομα,ενώ περί το 1950 κατασκευάσθηκε νότια του ναού νέο ψηλό τετραώροφο κωδωνοστάσιο. Ακολούθησαν διάφορες προσθήκες και κατασκευές στα πλάγια του ναού σε τέτοιο σημείο, ώστε εσωτερικά έδινε την εντύπωση πεντάκλιτης βασιλικής.
Όλες αυτές οι διορθωτικές παρεμβολές στη χωρητικότητα του ναού κράτησαν μέχρι το 1992. Τη
χρονιά αυτή ο λαβωμένος από τον σεισμό ναός κατεδαφίσθηκε και στη θέση του ανοικοδομήθηκε ο σημερινός τεράστιος και περίλαμπρος ναός.
[1]. Για τους περισσότερους Λαρισαίους η εκκλησία αυτή είναι γνωστή σαν Παναγία, τη δε συ-
νοικία αρκετοί εξακολουθούν να την αναφέρουν με την παλιά τουρκική ονομασία Ταμπάκικα.
[2]. Ο παλιός εφημέριος του ναού της Ζωοδόχου Πηγής π. Σκόρδας Ηλίας στο βιβλίο του «Η
Ζωοδόχος Πηγή», Λάρισα (2001) σελ. 18-20, καταθέτει τη μαρτυρία της υπέργηρης κόρης του
πρώτου νεωκόρου του ναού, η οποία αναφέρει ότι κατά την περίοδο εκείνη (1875-76), εμφανίσθηκε σε κάποια μοναχή ονόματι Θεοφανία «κατ’όναρ» η Θεοτόκος, η οποία της υπέδειξε ότι στον πυθμένα γειτονικού πηγαδιού βρισκόταν επί χρόνια θαμμένη η εικόνα της. Έπειτα από πολλές προσπάθειες έγινε πιστευτή η διήγηση της μοναχής και τελικά με εντατικές εργασίες κατορθώθηκε να ανευρεθεί η εικόνα. Το γεγονός θεωρήθηκε ως θαύμα και οι πιστοί της συνοικίας έκτισαν ακριβώς στη θέση αυτή ένα μικρό εικονοστάσι αφιερωμένο στη Ζωοδόχο Πηγή.
[3]. Μητροπολίτης Λαρίσης ήταν τότε ο Νεόφυτος, ο οποίος μόλις είχε μετατεθεί στη Λάρισα
(7 Αυγούστου 1875) από την μητρόπολη Σερρών.Φαίνεται ότι μέχρι τον Μάρτιο του 1876 που αναφέρει ο μοναχός Ζωσιμάς ότι βρέθηκε η εικόνα, ο Νεόφυτος δεν είχε ενθρονισθεί, γι’ αυτό και ήταν τοποτηρητής ο επίσκοπος Γαρδικίου Ιερόθεος.
[4]. μοναχός Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης, Περί του νομού Λαρίσης, περ. «Προμηθεύς», έτος Γ΄, τεύχ.
ΛΕ΄, Βόλος (1891) σελ. 280-281. Το δημοσίευμα αυτό του Ζωσιμά, που εκτός από αυτόπτης μάρτυρας ήταν και μοναχός, δηλαδή άνθρωπος της εκκλησίας, αφήνει πολλά υπονοούμενα, τα οποία όμως δεν επιβεβαιώθηκαν στη συνέχεια από τα γεγονότα.
[5]. Την επιστολή αυτή μας διέσωσε ο ιστορικός της Λάρισας Επαμεινώνδας Φαρμακίδης στο βιβλίο του, Η Λάρισα. Από των Μυθολογικών χρόνων μέχρι της προσαρτήσεως αυτής εις την Ελλάδα (1881),Βόλος (1926) σελ. 261. Όπως αναφέρει ο συγγραφέας, την επιστολή αυτή την εντόπισε στους συμβολαιογράφους της Λάρισας Παναγιώτη Σκαμβούγερα και Αγαθάγγελο Ιωαννίδη. Για τούς τελευταίους πρέπει να προσθέσουμε ότι ήταν από τους πρώτους συμβολαιογράφους της ελεύθερης Λάρισας και ότι ο μεν Σκαμβούγερας ήταν πεθερός του δι-
κηγόρου και επί σειρά ετών προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Τάκη Ιατρού, ο δε Ιωαννίδης ήταν παππούς του αλευροβιομήχανου Άγγελου Παππά.
[6]. Μία ανάλογη αποτύπωση της βορειοδυτικής πλευράς του ναού της Ζωοδόχου Πηγής έχου-
με και σε ένα χαρακτικό του 1940 που ζωγράφισε ο Αγήνορας Αστεριάδης και το οποίο δημοσιεύεται στο βιβλίο του: Λάρισα. Τέσσερες ακουαρέλλες και τριάντα τρία σχέδια. Πρόλογος Κίτσου Μακρή,Αθήνα (1978) σχέδιο αρ. 6.

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΘ. ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ
nikapap@hotmail.com
ελευθερία λάρισας

Κυριακή 21 Ιουνίου 2015

ΛΑΡΙΣΑ - Μια εικόνα χίλιες λέξεις...

Άποψη της Λάρισας από το καμπαναριό του ναού του Αγ. Νικολάου.
Φωτογραφία του Ιω.Κουμουνδούρου.Περί το 1930.Αρχείο Θανάση Μπετχαβέ

Η συνοικία του Αγίου Νικολάου
Η φωτογραφία που δημοσιεύεται επιγράφεται από τον εκδότη «Άποψις Λαρίσης». Είναι του Λαρισαίου Ιω.Κουμουνδούρου, το κατάστημά του οποίου βρισκόταν στη γωνία των σημερινών οδών Φιλελλήνων και Κύπρου,
σε ένα μονώροφο κτίριο απέναντι ακριβώς από τη Στρατιωτική Λέσχη, και έβλεπε προς την Φιλελλήνων. Στο ίδιο κτίριο στεγαζόταν και η Λαϊκή Τράπεζα, αλλά αυτή καταλάμβανε το τμήμα που κοιτούσε προς την Κεντρική
Πλατεία Θέμιδος. Ο φωτογράφος ανέβηκε στον τελευταίο όροφο του τετραώροφου προπολεμικού καμπαναριού του ναού του Αγίου Νικολάου[1]. Από το σημείο αυτό κατηύθυνε τον φακό του προς βορράν και αποτύπωσε ένα μεγάλο τμήμα του κεντρικού τομέα της Λάρισας. Ο Κουμουνδούρος κατέγραψε σε φωτογραφικό χαρτί και άλλες απόψεις της πόλεως και όλες αυτές τις εμπορεύονταν σαν επιστολικά δελτάρια, η οπίσθια πλευρά των οποίων ήταν γυμνή, δηλαδή χωρίς να φροντίσει να
υπάρχουν τυπογραφικά στοιχεία, είτε προσωπικά του εκδότη, είτε διαγραμμίσεις που να διευκολύνουν τον αποστολέα. Η ποιότητα των φωτογραφιών του είναι φτωχή,οι εμφανίσεις τους φαίνεται να είναι πρόχειρες σε σύγκριση με τις άλλες που κυκλοφορούσαν την προπολεμική
περίοδο και είναι όλες ασπρόμαυρες. Όμως οι απόψεις της πόλεως που έχει καταγράψει είναι ενδιαφέρουσες,πρωτότυπες και διαφορετικές από εκείνες των άλλων καρτών.
Για καλύτερη ανάγνωση της φωτογραφίας, θα την χωρίσουμε σε τρεις εγκάρσιες ζώνες. Στην κάτω ζώνη, από αριστερά στην αρχή διακρίνουμε τα κεραμίδια μέρους της δίκλινης στέγης του ναού του Αγίου Νικολάου. Στο κέντρο υπάρχουν ψηλόλιγνα κυπαρίσσια, ενώ δεξιά φαίνεται ένα μέρος από τον προστατευτικό τοίχο της αυλής.
Ο τοίχος αυτός ήταν όμορφα δομημένος από πελεκητή πέτρα σε εξάγωνο σχήμα, ύψους ενός περίπου μέτρου και συμπληρώνονταν προς τα πάνω από μεταλλικό κιγκλίδωμα,εμπλουτισμένο με όμορφα σχέδια, ύψους ενός περίπου μέτρου και αυτό. Ο τοίχος περιέτρεχε όλο το
τετράγωνο, μέσα στο οποίο βρισκόταν ο ναός και η τεράστια και πλούσια δενδροφυτευμένη αυλή του. Με λίγη προσοχή μπορεί να διακρίνει κανείς στη φωτογραφία αυτή και το επάνω μέρος από το μαρμάρινο εικονοστάσι που βρισκόταν στη γωνία των οδών Ηπείρου και Βασι-
λίσσης Σοφίας (Παπαναστασίου σήμερα).
Στη μεσαία ζώνη, αριστερά υπάρχει μια μεγάλη περιτοιχισμένη αυλή, η οποία ανήκει στο σπίτι της αρχοντικής οικογένειας των Πρωτοσύγκελων της Λάρισας, για τους οποίους θα γράψουμε σε ένα προσεχές σημείωμά μας.
Η κατοικία δυστυχώς δεν φαίνεται στην άποψη αυτή.Στο μέσον υπάρχει μια σειρά από κατοικίες οι οποίες περικλείονται στο τρίγωνο μεταξύ των σημερινών οδών Μανδηλαρά, Παπαναστασίου και Ψαρών. Απ’ αυτές αναγνωρίζω μόνον την κατοικία της οικογένειας Σακελλαρίδη. Είναι η μεσαία από τις τρεις που βρίσκονται κατά μήκος της οδού Μανδηλαρά. Στην απέναντι πλευρά της Μανδηλαρά (οδός Πρωτεσιλάου τότε) διακρίνεται η κατοικία του Ξυραδάκη.Δεξιότερα, αφού μεσολαβεί η οδός Παπαναστασίου, υπάρχουν και άλλες κατοικίες, των οποίων τους ιδιοκτήτες δεν έχω εντοπίσει. Όποιος φίλος της στήλης γνωρίζει περισσότερες λεπτομέρειες για όλα
αυτά τα κτίρια, το τηλέφωνό μου (2410 287450) είναι στη διάθεσή του και οι υποδείξεις ευπρόσδεκτες.
Στην επάνω ζώνη απλώνεται το κέντρο της προπολεμικής Λάρισας. Αριστερά η εικόνα είναι λίγο σκοτεινή,αλλά διακρίνεται ο ξυλότυπος της στέγης του υπό κατασκευήν τότε εργοστασίου της Ηλεκτρικής Εταιρείας,γνωστής αργότερα ως ΟΥΗΛ. Σήμερα στη θέση αυτή βρίσκεται το ημιτελές Δημοτικό Θέατρο. Στο μέσον, στη γωνία των οδών Παπαναστασίου και Κουμουνδούρου, εξέχει ένα διώροφο κτίριο. Σ’ αυτό στεγαζόταν η χειρουργική κλινική του Βασιλείου Παπαδημητρίου, στενού συνεργάτη του Μιχαήλ Σάπκα στη διοίκηση του τοπικού τμήματος του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού κατά τις δύσκολες ημέρες της κατοχής. Μεταπολεμικά, επί δημαρχίας Δημη-
τρίου Χατζηγιάννη, στεγάσθηκε στο κτίριο αυτό το Δημαρχείο, μέχρι την ημέρα που μετακόμισε στο σημερινό ιδιόκτητο μέγαρο του Δήμου στην Κεντρική Πλατεία. Στο βάθος μπορούμε να εντοπίσουμε και πολλά άλλα κτίσματα, μεταξύ των οποίων το προπολεμικό ρολόι, το υπερώο της Εθνικής Τράπεζας, το τριώροφο «Πανελλήνιον», το μέγαρο Κατσαούνη, όπου στεγάσθηκε κάποια στιγμή το καφενείο «Παλλάδιον», κλπ.
Όσον αφορά τώρα τη χρονολόγηση της φωτογραφίας,οδηγός μας είναι η κατασκευή του κτιρίου της Ηλεκτρικής Εταιρείας. Γνωρίζουμε ότι τα εγκαίνιά της έγιναν, από τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, επί δημαρχίας Μιχαήλ Σάπκα, στις 6 Δεκεμβρίου 1930.Επειδή στη φωτο-
γραφία φαίνεται καθαρά ότι το κτίριο είναι υπό κατασκευή, λογικό φαντάζει ότι η χρονολογία της τοποθετείται γύρω στα 1929 με 1930.
[1]. Για εικόνα και περιγραφή του καμπαναριού αυτού βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος,Το παλιό καμπαναριό του Αγίου Νικολάου, εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 26ης Απριλίου 2015, σελ. 4.
nikapap@hotmail.com
ΕΛΛΗΝΩΝ  μύθοι
Από τον Κων/νο Οικονόμου*
Οι Ώρες

ΓΕΝΙΚΑ: Οι Ώρες ήταν θεότητες των καιρών και του χρόνου της αρχαίας Ελλάδας. Ήταν θυγατέρες του Δία και της Θέμιδος, αδελφές των τριών Μοιρών αλλά και των Νυμφών. Τόπος κατοικίας τους φέρεται η κοιλάδα του Ηριδανού ποταμού. Στην Αθήνα πίστευαν πως αυτές ονομάζοντα Θαλλώ [άνοιξη], Αυξώ [καλοκαίρι] και Καρπώ [φθινόπωρο]. Όλα τα ονόματα δείχνουν ευφορία, καρποφορία και ευτυχία,ανάλογη του φυτικού βασιλείου. Στον Ησίοδο αναφέρονται με τα ονόματα: Ευνομία, Δίκη και Ειρήνη, που ήταν θεότητες του νόμου και της
τάξης, οι οποίες διατηρούσαν τη σταθερότητα της κοινωνίας. Μ’ αυτή τη μορφή λατρεύονταν κυρίως στην Αθήνα, το Άργος και την Ολυμπία.
Στη “Θεογονία”, αλλά και στο “Έργα και Ημέραι”, έργα και τα δύο του Ησιόδου, οι Ώρες είναι ξανθές και εμφανίζονται στεφανώνουν το στέμμα της Πανδώρας με γιρλάντες από λουλούδια.
ΤΟΠΙΚΕΣ ΘΕΟΤΗΤΕΣ: Στο Άργος πίστευαν ότι οι ώρες είναι δύο και συμβόλιζαν η μια το φθινόπωρο και το χειμώνα και η άλλη την άνοιξη και το καλοκαίρι [Αυξησία-Δαμία]. Η Δαμία, θεωρείτο ακόμη προστάτης της γονιμότητας, από τις παλαιότερες του ελληνικού χώρου, που λατρεύονταν, μαζί με την Αυξησία, κατά τον Ηρόδοτο και τον Παυσανία, σε πολλές πόλεις όπως στην Επίδαυρο, Αίγινα, Σπάρτη,Τροιζήνα. Η Δαμία ταυτίζονταν περισσότερο με τη θεά Δήμητρα και την Περσεφόνη, διότι οι Τροιζήνιοι αποκαλούσαν Αμαίαν την Δήμητρα,και Αζισίαν, την κόρη της. Η Δαμία λατρεύονταν ιδιαίτερα και στη Θήρα, σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, ως προστάτης των εγκύων και των λεχώνων, μάλιστα νότια του αρχαίου ναού του Καρνείου Απόλ-
λωνα βρέθηκε σε βράχο η εγχάρακτη επιγραφή «ΛΟΧΑΙΑ ΔΑΜΙΑ».
ΕΡΓΟ ΤΩΝ ΩΡΩΝ: Έργο των Ωρών ήταν να παρακολουθούν τα έργα των ανθρώπων. Οι θεές Ώρες ήταν οι πρώτες που υποδέχτηκαν την Αφροδίτη κατα την ανάδυσή της από τη θάλασσα στην Κύπρο και, αφού την έντυσαν, την συνόδεψαν στον Όλυμπο. Μάλιστα η Αφροδίτη φόρεσε ρούχα φτιαγμένα ειδικά γι ‘αυτήν από τις Χάριτες και τις Ώρες, βαμμένα με τα λουλούδια της άνοιξης. Αναφέρεται πως ήταν βοηθοί του θεού Ήλιου, ενώ επιπλέον βοηθούσαν την θεά Χλω-
ρίδα στο έργο της, που ήταν η βλάστηση της γης, ρυθμίζοντας τις Εποχές του Χρόνου. Ο Όμηρος διασώζει ότι οι Ώρες είχαν επιφορτιστεί το καθήκον να ανοίγουν και να κλείνουν τις πύλες του Ολύμπου,με σύννεφα, να συνάζουν τους αστέρες σε αστερισμούς, ενώ ακόμη
φρόντιζαν τα άλογα της Ήρας. Σύμφωνα με την ορφική μυθολογία,οι Ώρες, μαζί με τις Χάριτες και τις Μοίρες, οδήγησαν την Περσεφόνη από τον Άδη στο φως. Σε άλλους μύθους ή εικονογραφήσεις, τις βλέπουμε να συντροφεύουν τον Πάνα ή να ακολουθούν το Διόνυσο. Αξίζει
να σημειωθεί ότι κατά την Ελληνιστική Εποχή οι Ώρες ήταν δώδεκα,όσες και οι ώρες της ημέρας, κατά μέσο όρο, και θεωρούνταν πια κόρες της Γαίας και του Χρόνου.
ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ, ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ:Ήταν αρχικά οι προσωποποιήσεις της φύσης σε διάφορες εποχικές πτυχές της, αλλά σε ύστερους χρόνους της Αρχαιότητας είχαν θεωρηθεί ως θεές της τάξης εν γένει και της φυσικής δικαιοσύνης. Η διάρκεια των εποχών επίσης συμβολικά
περιγράφεται ως ο χορός του Ωρών, και επομένως τους δίνονταν τα χαρακτηριστικά των ανοιξιάτικων λουλουδιών, το άρωμα και η φρεσκάδα τους.. Κάποιοι ερμηνευτές των μύθων, είδαν στις Ώρες κάποιες κόρες από την Κρήτη, που λατρεύονταν ως θεότητες, αφού είχαν άδικα λιθοβοληθεί μέχρι θανάτου.
Η ΠΡΩΤΗ ΤΡΙΑΔΑ ΤΩΝ ΩΡΩΝ: Η πρώτη, η πιο γνωστή τριάδα,συνδέεται με την Αφροδίτη και συμβολίζει τις εποχές της ζωής, την ανάπτυξη (τρεις εποχές του έτους): Έτσι, Θαλλώ, σημαίνει «Αυτή που φέρνει άνθη» [στο ρωμαίκό πάνθεον ονομάζεται Flora] και ήταν η θεότητα της άνοιξης, των μπουμπουκιών και των ανθέων, προστάτης της νεολαίας. Η Αυξώ ή Αυξησία, που λατρευόταν ιδιαίτερα στην Αθήνα, ήταν θεότητα του καλοκαιριού. Τέλος η Καρπώ, όπως λέει και το όνομά της, έφερνε τους καρπούς με το τέλος του καλοκαιριού και τις αρχές του φθινοπώρου. Θεωρείτο προστάτις της ωρίμανσης και της συγκομιδής. Ακόμη, αυτή η τελευταία ήταν υπεύθυνη για την προστασία των θεϊκών παλατιών του Ολύμπου από τα ανθρώπινα μάτια,κρύβοντάς τα πίσω από σύννεφα.
Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΤΡΙΑΔΑ ΤΩΝ ΩΡΩΝ: Η δεύτερη τριάδα που συνδέεται με τη Θέμιδα και το Δία [νόμο και την τάξη], ήταν: Η Δίκη, δηλαδή η «Δικαιοσύνη» [Ιustitia, για τους Ρωμαίους], που ήταν η θεά της ηθικής δικαιοσύνης. Κυβερνούσε πάνω από την ανθρώπινη δικαιοσύνη και όπως η μητέρα της, Θέμις, ήταν προστάτιδα της θείας δικαιοσύνης.
Ο Άρατος, στο “Φαινόμενα” [96], υποστήριξε ότι η Δίκη γεννήθηκε από θνητή και ο Δίας την τοποθέτησε στη γη για να κρατήσει την ανθρωπότητα μέσα στη δικαιοσύνη. Όμως, βλέποντας ο βασιλιάς των θεών ότι αυτό ήταν αδύνατο, την πήρε μαζί του στον Όλυμπο. Δεύτερη Ώρα της τριάδας αυτής ήταν η Ευνομία, δηλαδή η συνετή διακυβέρνηση. Αυτή ήταν θεότητα της νομοθεσίας. Για πολλούς αρχαίους συγγραφείς η Ευνομία ήταν κόρη του Ερμή και της Αφροδίτης. Τελευταία Ώρα, ήταν η Ειρήνη [στη Ρώμη Pax], που θεωρείτο προσωποποίηση
της ειρήνης και του πλούτου, και απεικονίζεται στην τέχνη ως μια όμορφη νεαρή γυναίκα που μεταφέρει το κέρας της Αμαλθείας ή ένα σκήπτρο.
ΤΡΙΤΗ ΤΡΙΑΔΑ ΩΡΩΝ: Κατά των Ρωμαίο μυθογράφο, του 1ου αι.μ.Χ. Υγίνο [Fabulae,183], οι Ώρες ήταν οι εξής: η Φέρουσα, προστάτιδα των κτημάτων και της περιουσίας γενικότερα, η Ευπορία, προστάτιδα της αφθονίας και του πλούτου, και η Ορθωσία που συμβόλιζε τη γενικότερη ευημερία.
ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΑΓΡΑΦΕΣ: Ο Νόννος, στα 􀀀Διονυσιακά” του, αναφέρει ένα ξεχωριστό σύνολο τεσσάρων Horae, τις αντίστοιχες ελληνικές λέξεις για τις τέσσερις εποχές του έτους. Ακόμη, μια ακόμη ομάδα Ωρών, την Ελληνιστική Εποχή, περιελάμβαμε στην αρχή 9 και αργότερα 12 ώρες, ανάλογα με την εποχή του χρόνου. Έτσι οι Ώρες του χειμώνα είναι εννιά, και του καλοκαιριού δώδεκα. Ο Υγίνος αναφέρει τις εννέα Ώρες του χειμωνα: Αυξώ, Ευνομία, Φέρουσα, Καρπώ, Δίκη,Ευπορία, Ειρήνη, Ορθωσία και Θαλλώ, κάνοντας ουσιαστικά συρραφή
των ονομάτων από τις γνωστές τριάδες. Τέλος οι δώδεκα Ώρες ήταν:Η Αυγή [το πρώτο φως της ημέρας], η Ανατολία [η ανατολή του ήλιου], η Μουσική [η πρωινή ώρα μελέτης και μουσικής], η Γυμνασία [η ώρα της πρωινής εκπαίδευσης και της γυμναστικής], η Νύμφη [ώρα του καθαρισμού, του μπάνιου], η Μεσημβρία [μεσημέρι], η Σπονδή
[που χυνόταν τις πρώτες απογευματινές ώρες], η Τελετή [η ώρα της προσευχής], η Ακμή, η Κυπρίς [της Αφροδίτης], η Εσπερίς [η ώρα του τέλους εργασίας], η Δύσις [το ηλιοβασίλεμα]. Τέλος, η Άρκτος [που φαίνεται ως αστερισμός από τους πρώτους την ώρα του λυκόφωτος], προστέθηκε αργότερα ως δέκατη τρίτη Ώρα.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Ησίοδος, Έργα και Ημέραι, 74-75. Ομηρικός Ύμνος 6,5-13. Ιλιάδα Ομήρου, ε 749-51. Παυσανίας, 9,35,2. Υγίνος,Fabula 183. Grimal, Pierre, Λεξικό της Κλασικής Μυθολογίας, WileyBlackwell, 1996. Smith William, Λεξικό της ελληνικής και ρωμαϊκής
βιογραφία και της μυθολογίας, Λονδίνο 1873.
konstantinosa.oikonomou@gmail.com
www.scribd.com/oikonomoukon
ΕΛΛΗΝΩΝ μύθοι
Από τον Κων/νο Οικονόμου*

Οι Χάριτες

ΓΕΝΙΚΑ-ΚΑΤΑΓΩΓΗ: Οι Χάριτες ήταν αρχαιοελληνικές θεότητες, προσωποποιήσεις της χάρης και της ομορφιάς. Στον Όμηρο1 η Χάρις αναφέρεται ως σύζυγος του
Ηφαίστου, ενώ αλλού μνημονεύονται με το συλλογικό τους όνομα, αόριστα, χωρίς ιδιότητα και αριθμό, όπως για παράδειγμα η αναφορά στις Χάριτες εκείνες που ύφαιναν τον πέπλο της Αφροδίτης. Αναφέρεται επίσης
ονομαστικά ως Χάρις η Πασιθέη, την οποία η Ήρα έταξε ως σύζυγο στον Ύπνο. Κατά τον Ησίοδο [Θεογονία2],οι Χάριτες ήταν τρεις:

η Θάλεια, η Ευφροσύνη και η νεότερη Αγλαΐα, που ήταν κόρες του Δία και της θυγατέρας
του Ωκεανού, Ευρυνόμης. Άλλοι συγγραφείς αναφέρουν ως μητέρα τους την Ήρα, την Ευνομία3, τη Λήθη, την Αρμονία, την Αφροδίτη (με πατέρα το Διόνυσο), ή ακόμη την Κορωνίδα και τη Αίγλη με πατέρα τον Ήλιο.
ΜΥΘΟΛΟΓΙΚΑ: Σύμφωνα με τους αρχαιοελληνικούς μύθους, οι Χάριτες ευνοούσαν και προωθούσαν την ποίηση, τη μουσική, τη ρητορική και το χορό. Οι θεϊκές αυτές κόρες ήταν παρούσες σε όλες τις γιορτές των θεών στον Όλυμπο. Η παράδοση αναφέρει ακόμα, πως όταν
η Αφροδίτη κατέφυγε στην Πάφο, μετά τα γεγονότα με τον Άρη, οι Χάριτες την έχρισαν με θείο έλαιο και την έντυσαν με λαμπρότατα ενδύματα.
ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΩΝ ΧΑΡΙΤΩΝ: Ιερά και ναοί προς τιμήν τους υπήρχαν σε πολλά μέρη της ηπειρωτικής Ελλάδας και των ελληνικών αποικιών. Στην αρχαϊκή και κλασική τέχνη απεικονίζονται με μακριά ενδύματα και λιτή ζώνη,ενώ στα έργα της ελληνιστικής και ρωμαϊκής εποχής παριστάνονταν πλέον τελείως γυμνές. Γράφει σχετικά ο Παυσανίας: "Δεν θα μπορούσα να ανακαλύψω ποιος απεικόνισε πρώτος τις Χάριτες γυμνές, στην γλυπτική ή στην ζωγραφική. Κατά τους πρότερους χρόνους, φυσικά,και οι γλύπτες και οι ζωγράφοι τις απεικόνιζαν σκεπα-
σμένες. Στην Σμύρνη, για παράδειγμα, στο ιερό της Νεμέσεως, πάνω από τις εικόνες έχουν αφιερωθεί Χάριτες από χρυσό, έργο του Βουπάλου. Και στη Μουσική Αίθουσα στην ίδια πόλη υπάρχει ένα πορτραίτο μιας Χάριτος, ζωγραφισμένο από τον Απελλή. Παρομοίως, στην
Πέργαμο, στην αίθουσα του Αττάλου, υπάρχουν άλλες εικόνες των Χαρίτων από τον Βούπαλο. Και κοντά σ' αυτό που ονομάζεται Πυθείο υπάρχει ένα πορτραίτο Χαρίτων,ζωγραφισμένο από τον Πυθαγόρα τον Παριανό. Ο Σωκράτης επίσης, ο γιος του Σωφρονίσκου, έκανε εικόνες
των Χαρίτων για τους Αθηναίους, που βρίσκονται πριν από την είσοδο στην Ακρόπολη. Σ' όλες αυτές είναι σκεπασμένες. Αλλά οι μεταγενέστεροι καλλιτέχνες, δεν γνωρίζω τον λόγο, άλλαξαν τον τρόπο που τις απεικόνιζαν.
Ναός τους υπήρχε και στη Σπάρτη, ενώ ο Παυσανίας αναφέρει πως στο ιερό των Χαρίτων στην Ηλίδα τα ειδώλιά τους, που είχαν πέτρινα χέρια και πόδια, ήταν στολισμένα με επίχρυσες εσθήτες, ενώ κρατούσαν η καθεμιά από ένα σύμβολο στο χέρι: τριαντάφυλλο η μία, αστράγαλο [κότσι] η δεύτερη και ένα κλαδί μυρτιάς η τρίτη. Ο ποταμός Κηφισός ήταν ιερός γι’ αυτές. Αγάλματα των Χαρίτων, κατά τον Παυσανία, υπήρχαν στη Θάσο, ανάγλυφα με τις μορφές τους στον θρόνο του Δία στην Ολυμπία, εκείνες που κοσμούσαν στεφάνι της Ήρας, έργο του Πολυκλείτου στο Άργος, καθώς και οι ονομαστές Χάριτες του Απελλή. Σε μερικές παραστάσεις απεικονίζονται να κρατούν η μία την άλλη ή να βαδίζουν πιασμένες χέρι-χέρι με χορευτικό βήμα. Συχνά οι Χάριτες τιμούνταν μαζί με τις θεότητες των Ωρών. Ο Παυσανίας προσθέτει πληροφορίες για τις Χάριτες [βιβλίο 9.xxxv.1-7]: "Οι Βοιωτοί λένε πως ο Ετεοκλής ήταν ο πρώτος άνθρωπος που θυσίασε στις Χάριτες. Επιπλέον, γνωρίζουν πως καθιέρωσε τον αριθμό των Χαρίτων ως τρεις, αλλά δεν έχουν καμία παράδοση ως προς τα ονόματα που
τους έδωσε. Οι Λακεδαιμόνιοι, ωστόσο, λένε πως οι Χάριτες είναι δύο, και ότι καθιερώθηκαν από τον Λακεδαίμονα, γιο της Ταϋγέτης, που τους έδωσε τα ονόματα Κλήτα και Φαένα. [...] Οι Αθηναίοι από τα παλιά χρόνια λάτρευαν δύο Χάριτες, την Αυξώ και την Ηγεμόνη. Ο Πάμφος είναι ο πρώτος που τραγούδησε για τις Χάριτες,αλλά η ποίησή του δεν περιέχει πληροφορίες ούτε για
τον αριθμό τους ούτε για τα ονόματά τους."
www.scribd.com/oikonomoukon
konstantinosa.oikonomou@gmail.com
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, Ηλιακών Α’ και Αττικά.
1. Ιλιάδα, Σ, 382.
2. "Τρεις δέ οι Ευρυνόμη Χάριτας τέκε καλλιπαρήους,Ωκεανού κούρη, πολυήρατον είδος έχουσα, Αγλαΐην τε καὶ Ευφροσύνην Θαλίην τ’ ερατεινήν των και απὸ βλεφάρων έρος είβετο δερκομενάων" (στ. 910).
3. Ορφικός ύμνος Χαρίτων.

Ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου είναι δάσκαλος στο
32ο Δ. Σχ. Λάρισας, συγγραφέας.