Τετάρτη 26 Ιουλίου 2017


 

Στην Ελληνική μυθολογία, ο Ιξίων (Ιξίωνας) ήταν ένας από τους Λαπίθες, βασιλιάς της Θεσσαλίας (με έδρα πιθανόν την Ιωλκό) και γιος του Φλεγύα. Γιος του ήταν ο Πειρίθους. Έλαβε ως σύζυγο τη Δία, θυγατέρα του Δηιονέα ή Δηίονα, υιού του Αιόλου, βασιλέα της Φωκίδας. Υποσχέθηκε στον πεθερό του ένα πολύτιμο δώρο, αθέτησε όμως την υπόσχεσή του. Ο Δηϊονεύς σε αντίποινα έκλεψε μερικά από τα άλογα του Ιξίωνα. Ο τελευταίος απέκρυψε την οργή του και προσκάλεσε τον πεθερό του σε εορταστικό γεύμα στη Λάρισα. Μόλις έφτασε ο Δηϊονέας, ο Ιξίωνας τον δολοφόνησε, σπρώχνοντάς τον στην πυρά. Με τη φρικτή αυτή πράξη, ο Ιξίωνας παραβίασε τον ιερό για τους Έλληνες νόμο της φιλοξενίας, προστάτης του οποίου ήταν ο Ξένιος Ζεύς. Οι γειτονικοί άρχοντες, προσβεβλημένοι, αρνήθηκαν να του προσφέρουν άσυλο ή να εκτελέσουν τα τελετουργικά που θα του επέτρεπαν να αποκαθαρθεί από την ενοχή του. Έκτοτε, ο Ιξίωνας κηρύχθηκε εκτός νόμου, έζησε ως απόβλητος και τον απέφευγαν οι πάντες. Σκοτώνοντας τον πεθερό του, έγινε ο πρώτος άνθρωπος στην Ελληνική μυθολογία που σκότωνε συγγενή του. Η τιμωρία που επέσειε κάτι τέτοιο ήταν τρομερή.
Κάποτε, ο Ιξίωνας, για να ξεφύγει από τους διώκτες του, κατέφυγε ικέτης σε ναό του Δία. Εκείνος συμπόνεσε τον Ιξίωνα, τον συγχώρεσε και μάλιστα τον ανέβασε στον Όλυμπο και τον κάθισε στο τραπέζι των θεών. Δείχνοντας αγνωμοσύνη, ο Ιξίωνας πόθησε τη θεά Ήρα, σύζυγο του Δία. Ο Δίας το αντιλήφθηκε και, για να δει μέχρι ποιου σημείου έφτανε η αγνωμοσύνη του Ιξίωνα, έδωσε τη μορφή της Ήρας στην Νεφέλη (σύννεφο – θεότητα) και ξεγέλασε τον Ιξίωνα ώστε να ζευγαρώσει μαζί της. Από την ένωση αυτή προήλθε το γένος των Κενταύρων (εξ ου και η ονομασία Ιξιονίδες). Ο Ιξίωνας τότε κεραυνοβολήθηκε και αποβλήθηκε από τον Όλυμπο. Ο Δίας διέταξε τον Ερμή να δέσει τον Ιξίωνα με φίδια σ’ έναν φλεγόμενο τροχό. Έτσι δεμένος, ο Ιξίωνας περιφέρεται αιώνια στον Τάρταρο.
Ο μύθος του Ιξίωνα μνημονεύεται από τον Διόδωρο, τον Πίνδαρο, τον Βιργίλιο (Γεωργικά, 4 και Αινειάδα, 6), καθώς και από τον Οβίδιο στις Μεταμορφώσεις, 12.

Τρίτη 18 Ιουλίου 2017

ΠΕΡΑΤΑΡΙΕΣ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ


Η Σκάλα της περαταριάς κοντά στα Παλαιά Σφαγεία. Φωτογραφία από επιστολικό δελτάριο του Στ. Στουρνάρα. Περίπου 1910-15Η Σκάλα της περαταριάς κοντά στα Παλαιά Σφαγεία. Φωτογραφία από επιστολικό δελτάριο του Στ. Στουρνάρα. Περίπου 1910-15
Τα παλιά χρόνια, όταν η κατασκευή γεφυριών ήταν κατασκευαστικά δύσκολη και πολυδάπανη, η γεφύρωση των ποταμών γινόταν με περαταριές, ειδικά στα σημεία όπου η συχνή συγκοινωνία το επέβαλε. Ως περαταριά θεωρούμε συνήθως μια αυτοσχέδια ξύλινη εξέδρα η οποία επιπλέει και εκτελεί την συγκοινωνία ανάμεσα σε δύο όχθες ενός ποταμού.
Η επίσημη ονομασία της είναι πορθμείο. Τις περαταριές μπορούμε να τις διακρίνουμε σε δύο κατηγορίες. Οι μεγαλύτερες, όπου μπορούσαν να διαπεραιωθούν και οχήματα, και οι μικρότερες που ήταν για ανθρώπους και ζώα. Το κατάστρωμά τους κατασκευαζόταν από παχιές σανίδες με επίπεδη καρίνα και για να είναι αδιάβροχες επαλείφονταν με παχύ στρώμα ασφάλτου. Οι πλάγιες πλευρές διέθεταν χαμηλή κουπαστή, ενώ το πρόσθιο τμήμα ήταν υπερυψωμένο για να προσαράζει ομαλά στην όχθη. Τις όχθες συνέδεε ανθεκτικό συρματόσχοινο σε ευθεία γραμμή, στερεωμένο γερά σε κάθε όχθη. Η περαταριά διέθετε μια αλυσίδα η οποία συνδεόταν με το συρματόσχοινο με κρίκο για να μην παρασύρεται από την ορμητική ροή του νερού. Ο καραβοκύρης μετακινούσε τη σχεδία πάνω στα νερά του ποταμού ασκώντας δύναμη κατά μήκος του συρματόσχοινου. Αυτή ήταν η λειτουργία κάθε περαταριάς, μικρής ή μεγάλης.
Μέχρι πριν μερικά χρόνια, ο Πηνειός κατά την διαδρομή του μέσα από την Λάρισα διέθετε τη μία και μοναδική γνωστή πέτρινη γέφυρα. Όμως οι Λαρισαίοι προπολεμικά, πέρα από τις βάρκες που χρησιμοποιούσαν, γεφύρωναν το ποτάμι και με δύο περαταριές. Η μία βρισκόταν κοντά στην περιοχή των Παλαιών Σφαγείων, ενώ η άλλη συνέδεε τη συνοικία Ταμπάκικα με το Αλκαζάρ στο ύψος του σημερινού σταδίου.
Η πρώτη δημιουργήθηκε από έναν ευφυέστατο επιχειρηματία, τον Ρωμύλο Αυδή. Είχε για χρόνια την διαχείριση του κέντρου Αλκαζάρ, όταν κατά το 1925 πυρκαγιά αποτέφρωσε εντελώς το κέντρο. Τότε σκέφθηκε να εκμεταλλευθεί ένα πυκνόφυτο, γεμάτο καραγάτσια φυσικό άλσος που βρισκόταν στην αριστερή όχθη του Πηνειού, λίγο πριν φθάσει κανείς στα Σφαγεία. Η περιοχή ήταν γνωστή ως «Καραγάτσια» και το επισκέπτονταν από παλιά με βάρκες οι Λαρισαίοι, είτε παρέες, είτε οργανωμένοι σε διάφορα σωματεία, συνήθως κατά την Πρωτομαγιά. Το ονόμασε «Λούνα Πάρκ» και για να βοηθήσει στην διαπεραίωση των επισκεπτών στην απέναντι όχθη, συνεργάσθηκε με έναν βαρκάρη και έφτιαξαν το 1929 την περαταριά, που ήταν μικρή και εξυπηρετούσε μόνον ανθρώπους, ζώα ή εμπορεύματα. Το κέντρο αυτό γνώρισε μεγάλες δόξες και τα καλοκαίρια οι άμαξες κατέβαζαν συνεχώς στη Σκάλα του Πηνειού Λαρισαίους αστούς με τις οικογένειές τους, για να περάσουν μια όμορφη και δροσερή βραδιά στο κατάφυτο «Λούνα Πάρκ». Πολλές φορές ήταν τόσο μεγάλη η προσέλευση ώστε το κέντρο δεν μπορούσε να τους εξυπηρετήσει όλους, με αποτέλεσμα να επιστρέφουν απέναντι στην δεξιά όχθη, όπου υπήρχε το γραφικό ταβερνάκι του Μπαλατζάρα.
Η δεύτερη περαταριά βρισκόταν και αυτή μέσα στην πόλη και συνέδεε τη δυτική πλευρά της συνοικίας Ταμπάκικα με τον χώρο του Αλκαζάρ. Στην πλευρά αυτή της συνοικίας, κοντά στη δεξιά όχθη του Πηνειού, λειτουργούσε από το 1907 ένα από τα πρώτα παγοποιεία της Λάρισας, του Κατσαούνη[1]. Αργότερα κοντά στο παγοποιείο δημιούργησε ένα όμορφο εξοχικό κέντρο ο Γ. Θεοδώρου, με πρόθεση να ψυχαγωγήσει τους Λαρισαίους που έφθαναν σε μια περιοχή με πανύψηλες λεύκες και καβάκια, ακολουθώντας την δεξιά όχθη του ποταμού. Επειδή από το κέντρο αυτό η θέα προς την περιοχή του Αλκαζάρ ήταν μαγευτική, ο επιχειρηματίας του συνεννοήθηκε με κάποιον βαρκάρη του Πηνειού και κατασκεύασαν περαταριά, για να δώσουν στους επισκέπτες του εξοχικού την δυνατότητα να κάνουν ένα σύντομο ταξιδάκι μέχρι την απέναντι αριστερή όχθη του ποταμού, στο ύψος του εξοχικού κέντρου «Κιβωτός» και στον κήπο του Παπασταύρου. Όμως ο συναγωνισμός με το ανακαινισμένο κέντρο «Αλκαζάρ» και την «Κιβωτό» δεν το ευνόησαν και το 1931 το κέντρο αυτό του Γ. Θεοδώρου έκλεισε.
Επί τουρκοκρατίας και για λίγα χρόνια μετά την απελευθέρωση λέγεται ότι υπήρχε και μια τρίτη περαταριά στην περιοχή «Γκιόλια[2]», μια περιοχή που βρίσκεται κοντά στο κτιριακό συγκρότημα της Αβερωφείου Γεωργικής Σχολής. Οι πλούσιοι Τούρκοι μπέηδες είχαν κτίσει στον χώρο αυτό εξοχικά σπίτια στη δεξιά όχθη του Πηνειού, του οποίου τα νερά στο σημείο αυτό ήταν καθαρά και βαθειά, ενώ οι όχθες του ήταν καλυμμένες με πανύψηλα καραγάτσια και περιβόλια γεμάτα από τριαντάφυλλα και γιασεμιά. Τις ζεστές ημέρες του καλοκαιριού οι μπέηδες μετακόμιζαν στα «Γκιόλια» για να αποφύγουν την αφόρητη ζέστη της Λάρισας και η περαταριά τούς έδινε την δυνατότητα να επισκέπτονται και την απέναντι όχθη. Με την περιοχή αυτή είναι στενά συνδεδεμένος και ο Δημήτριος Ροδόπουλος ή όπως τον γνωρίζουμε όλοι μας ο συγγραφέας Μ. Καραγάτσης, η αδελφή του οποίου είχε παντρευτεί τον Φιλοποίμενα Τζουλιάδη διευθυντή της Γεωργικής Σχολής. Προπολεμικά τα «Γκιόλια» επισκέπτονταν και τολμηροί ποταμοκολυμβητές σε ομάδες, οι οποίοι με το κολύμπι τους εξοικειώνονταν με τα δύσκολα νερά του Πηνειού και προετοιμάζονταν για την τελετή των Θεοφανείων.
Μια άλλη περαταριά λειτουργούσε λίγο πιο πάνω, στη Γούνιτσα (σημερινό όνομα Αμυγδαλή). Η περιοχή του χωριού αυτού ανήκε στον Έλληνα γαιοκτήμονα και επιχειρηματία Ευάγγελο Ιατρίδη, ο οποίος είχε εγκατασταθεί από τις αρχές του 20ου αιώνα στο κτήμα του στη Γούνιτσα, όπου μεταξύ των άλλων διέθετε και νερόμυλο μεγάλης ισχύος. Διασώζεται επιστολικό δελτάριο, ταχυδρομημένο το 1910, το οποίο απεικονίζει μεγάλη συντροφιά Λαρισαίων αστών, φιλοξενούμενων του γαιοκτήμονα Ιατρίδη, να βρίσκεται συνωστισμένη μέσα στην περαταριά που είχε κατασκευάσει ο ίδιος[3].
Η εικόνα που συνοδεύει το σημερινό κείμενο προέρχεται από επιστολικό δελτάριο του Βολιώτη φωτογράφου και ζωγράφου Στέφανου Στουρνάρα. Πρόκειται για χρωμολιθόγραφη φωτογραφία, η οποία χρονολογείται περί τα 1910-15. Αποτυπώνει την Σκάλα του Πηνειού, μια περιοχή όπου με τη βοήθεια μεγάλων τετραγωνισμένων λίθων[4] είχε δημιουργηθεί μια προσπέλαση προς το ποτάμι, όπου προσάραζαν βάρκες για να μεταφέρουν στην απέναντι όχθη επιβάτες και εμπορεύματα. Διακρίνεται ομάδα γυναικών να πλένει δίπλα στη Σκάλα του Πηνειού τα ρούχα της οικογένειας. Επίσης διακρίνονται και άλλα άτομα και ζώα, τα οποία προφανώς περιμένουν να επιβιβασθούν σε βάρκα. Η περαταριά δεν είχε ακόμη κατασκευασθεί. Μπροστά κάποιο κοπάδι με πρόβατα βόσκει στην όχθη, ενώ στο βάθος της κοίτης του ποταμού απεικονίζεται το περίφημο «νταϊλιάνι», η ιχθυοπαγίδα, μια πρόχειρη κατασκευή από πλεγμένα ξύλα, η οποία παγίδευε τα ψάρια του Πηνειού. Στο βάθος της εικόνας διακρίνονται αμυδρά από αριστερά κατά σειρά: το παλιό τουρκικό ρολόι, τα καμπαναριά του ναού του Αγίου Αχιλλίου, οι παραποτάμιοι μύλοι, η συνοικία Ταμπάκικα αραιοκατοικημένη και η εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής (Παναγία).
Σήμερα η περιοχή αυτή έχει εξωραϊσθεί, η πλούσια βλάστηση στις όχθες έχει μειωθεί και οι περαστικοί που κάνουν τον υγιεινό περίπατό τους, μπορούν να αναπλάσουν με την φαντασία τους πως ήταν προπολεμικά ο χώρος αυτός.
 [1]. Οι αδελφοί Κατσαούνη ήταν μια πλούσια οικογένεια επιχειρηματιών της Λάρισας. Εκτός από μια τεράστια περιουσία που διέθεταν σε ακίνητα στην κεντρική αγορά της Λάρισας, είχαν στήσει αντλία στην δεξιά όχθη του Πηνειού για την άντληση νερού από το ποτάμι και την διανομή του με βαρέλια σε σπίτια και καταστήματα της Λάρισας. Μέσα στις εμπορικές δραστηριότητές τους περιλαμβάνεται και το παγοποιείο που είχαν δημιουργήσει στη συνοικία Ταμπάκικα.
[2]. Το όνομα «Γκιόλια» προέρχεται από παραφθορά της τουρκικής λέξεως «γκιούλ» η οποία σημαίνει τριαντάφυλλο.
[3]. Επιστολικά δελτάρια. Εκδόσεις ελληνικές και ευρωπαϊκές (1900-1960), συλλογή Γ. και Λ. Γουργιώτη, Λαογραφικό Ιστορικό Μουσείο Λάρισας, Λάρισα (2007) σελ. 38.
[4]. Σήμερα έχει αποδειχθεί από τον αρχαιολόγο Θανάση Τζιαφάλια ότι οι πέτρες αυτές είναι αρχιτεκτονικά μέλη τα οποία αφαιρέθηκαν από το ερειπωμένο Α΄ Αρχαίο Θέατρο και μεταφέρθηκαν στην περιοχή για να κατασκευασθεί η Σκάλα.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Κυριακή 16 Ιουλίου 2017

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

Η οδός Αχιλλέως



Η οδός Αχιλλέως. Μια αινιγματική φωτογραφία από επιστολικό δελτάριο, η οποία πρόσφατα ταυτοποιήθηκε. Αρχές δεκαετίας 1930.Η οδός Αχιλλέως. Μια αινιγματική φωτογραφία από επιστολικό δελτάριο, η οποία πρόσφατα ταυτοποιήθηκε. Αρχές δεκαετίας 1930.
Εδώ και πολλά χρόνια μεταξύ των συλλεκτών οι οποίοι συγκεντρώνουν επιστολικά δελτάρια (καρτ ποστάλ) της Λάρισας συγκαταλέγεται και η σημερινή εικόνα, η οποία φέρει την ένδειξη «Οδός Αχιλλέως».
Είναι γνωστό ότι προπολεμικά και για πολλά χρόνια ως οδός Αχιλλέως προσδιοριζόταν η σημερινή οδός Παναγούλη. Όμως όλες οι αναγνώσεις της φωτογραφίας αυτής που έγιναν από σπουδαίους συλλέκτες (όπως ο Αντώνης Γαλερίδης που μας άφησε νωρίς), από ιστορικούς της Λάρισας (όπως ο έμπειρος και πολυγραφότατος Γιώργος Ζιαζιάς, τον οποίο τον χάσαμε πριν λίγα χρόνια αιωνόβιο) και από παλιούς Λαρισαίους, δεν μπόρεσαν να εντοπίσουν επακριβώς ποιο σημείο του συγκεκριμένου δρόμου απεικονίζει.
Θυμάμαι χαρακτηριστικά το 2006, όταν έγινε η έκθεση φωτογραφίας με τον τίτλο «Η Λάρισα που έφυγε για πάντα», στην αίθουσα «Τάκης Τλούπας» στο Χατζηγιάννειο Πνευματικό Κέντρο, ότι μετά την σύντομη τελετή των εγκαινίων, κατά την διάρκεια της περιήγησης των εκτεθειμένων φωτογραφιών, μια ομάδα Λαρισαίων αποτελούμενη από τον τότε δήμαρχο Κώστα Τζανακούλη, τον Μιχάλη Τσακίρη, πρόεδρο του Πολιτιστικού Οργανισμού του Δήμου Λαρισαίων, τον Φώτη Νατσιούλη, πρόεδρο της Φωτογραφικής Λέσχης Λάρισας, τον επίτιμο δικηγόρο Γιώργο Ζιαζιά και τον Αντώνη Γαλερίδη, σταθήκαμε πολύ ώρα μπροστά στην φωτογραφία και ο καθένας μας, σύμφωνα με τις προσωπικές του εμπειρίες, την ερμήνευε διαφορετικά, χωρίς όμως να μπορέσουμε να καταλήξουμε όλοι σε ένα πειστικό συμπέρασμα.
Όταν πριν από 1,5 χρόνο δημιουργήθηκε από μια ομάδα φίλων της παλιάς φωτογραφίας της Λάρισας η «Φωτοθήκη», η δράση της οποίας ως γνωστόν επικεντρώνεται στη συλλογή, καταγραφή, τεκμηρίωση και ανάλυση παλαιών φωτογραφιών, χαρακτικών, ζωγραφικών τοπίων, προσώπων και πορτραίτων ανθρώπων της Λάρισας και της περιοχής της, η φωτογραφία αυτή προβλημάτισε για πολύ και την ομάδα αυτή, αλλά χωρίς κανένα αποτέλεσμα αποδεκτό απ’ όλους. Εκφράσθηκε ακόμη και η ακραία άποψη ότι η φωτογραφία της κάρτας δεν απεικονίζει δρόμο της Λάρισας, αλλά μιας άλλης πόλεως[1]. Όμως πρόσφατα ο Βαγγέλης Ρηγόπουλος, συνταξιούχος δημοσιογράφος και μέλος της Φωτοθήκης, οπλίσθηκε με υπομονή και με την φωτογραφία ανά χείρας επιχείρησε να εντοπίσει το σημείο του δρόμου που απεικονίζεται. Διέτρεξε ολόκληρη την διαδρομή της οδού Αχιλλέως (Παναγούλη σήμερα), η οποία σε κάποιο σημείο κάμπτεται ελαφρώς και οδηγεί τελικά στον σιδηροδρομικό σταθμό του Διεθνούς[2].Το τμήμα αυτό της οδού Αχιλλέως μετονομάσθηκε αργότερα σε οδό Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Τελικά ο ερευνητής, έπειτα από επιτόπια έρευνα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η φωτογραφία που συνοδεύει το κείμενο είναι η σημερινή οδός Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, που αποτελούσε το τελικό τμήμα της οδού Αχιλλέως, η οποία όπως αναφέρθηκε έφθανε με μια μικρή καμπύλη τροχιά στον σταθμό των τρένων. Ο φωτογράφος εδώ στάθηκε στην περιοχή αυτής της καμπύλης του δρόμου και αποτύπωσε όλη την σημερινή Κων. Παλαιολόγου μέχρι το τέλος της πλατείας του σταθμού, η οποία λόγω της πυκνής δενδροφύτευσης του δρόμου δεν είναι ορατή. Ως επίρρωση όλων αυτών αναφέρουμε ότι στις αρχές του 20ου αιώνα η τυπογραφική εταιρεία των Αθηνών Πάλλης και Κοτζιάς κυκλοφόρησε επιστολικό δελτάριο το οποίο απεικονίζει την οδό Αχιλλέως, την οποία όμως την αναφέρει στη λεζάντα ως οδό Σιδηροδρόμων.
Με την ευκαιρία αυτή θα πρέπει να αναφέρουμε ότι η ονομασία της οδού Αχιλλέως είναι πολύπαθη. Έχει κατά καιρούς αλλάξει πολλές ονομασίες, ανάλογα με τις «εμπνεύσεις» του εκάστοτε Δημοτικού Συμβουλίου. Για την ιστορία θα αναφέρουμε μερικές.
--Για πολλά χρόνια ήταν γνωστή ως Αχιλλέως, προς τιμήν του μυθικού ήρωα της περιοχής μας στον Τρωικό πόλεμο.
--Αρχές του 20ου αιώνα μετονομάσθηκε σε Παύλου Στεφάνοβικ προς τιμήν του μεγάλου ευεργέτη όχι μόνον του ελληνισμού, αλλά και της περιοχής μας (δωρεά μεγάλων αγροτικών εκτάσεων στο δημόσιο, τα λεγόμενα Στεφανοβίκεια κτήματα, ευεργεσίες σε κεντρικούς ναούς της Λάρισας, το Δημοτικό νοσοκομείο, σχολεία και απόρους, κατά την επίσκεψή του στην πόλη μας τον Απρίλιο του 1900, κλπ.
--Πρίγκηπος Ανδρέου. Ήταν γιος του βασιλιά Γεωργίου Α’ και αδελφός του διαδόχου Κωνσταντίνου. Το 1905 ήλθε στη Λάρισα και ανέλαβε την διοίκηση του Συντάγματος Ιππικού που είχε έδρα την πόλη μας. Συνοδευόταν από την γυναίκα του Αλίκη, η οποία ήταν αδελφή του λόρδου Μαουντμπάντεν και για την διαμονή τους νοίκιασαν το ομορφότερο αρχοντικό της Λάρισας, του Κωνσταντίνου Σκαλιώρα. Ας σημειωθεί ότι ο Ανδρέας και η Αλίκη είναι οι γονείς του σημερινού βασιλικού συζύγου της Αγγλίας Φιλίππου.
-- Μετά από την νικηφόρο πορεία του ελληνικού στρατού προς την Θεσσαλονίκη ονομάσθηκε σε Διαδόχου Κωνσταντίνου και εν συνεχείασε Βασιλέως Κωνσταντίνου, όταν έγινε βασιλιάς μετά την δολοφονία του Γεωργίου Α’ το 1913 στη Θεσσαλονίκη.
--Οδός Αλεξάνδρου Παναγούλη ονομάσθηκε μετά την μεταπολίτευση.
Υπήρξαν και άλλες ονομασίες του δρόμου αυτού, αλλά όμως ήταν βραχύβιες και δεν υιοθετήθηκαν από τους Λαρισαίους.
Αναλύοντας την κάρτα διαπιστώνουμε ότι η εκδοτική εταιρεία η οποία κυκλοφόρησε το επιστολικό δελτάριο δεν αναγράφεται, ο φωτογράφος είναι άγνωστος, η δε χρονολογία συμπεραίνεται έμμεσα από τους στύλους φωτισμού κατά μήκος του δρόμου και από την επιμελημένη κατασκευή των ρείθρων των πεζοδρομίων. Όλα αυτά τα έργα έγιναν επί δημαρχίας Σάπκα και από το γεγονός αυτό η φωτογραφία αποδίδεται χρονολογικά στις αρχές της δεκαετίας του 1930.
------------------------------------------------
[1]. Δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο, σε επιστολικά δελτάρια και κυρίως σε απλές φωτογραφίες οι οποίες αναρτώνται σε διάφορες ηλεκτρονικές δημοπρασίες, να αναφέρεται ότι απεικονίζουν άλλη περιοχή από την πραγματική.
[2]. Ο σταθμός ονομαζόταν επίσης και Λαρισαϊκός, σε αντιδιαστολή με τον Θεσσαλικό σιδηροδρομικό σταθμό που υπήρχε στην περιοχή αυτή, αλλά σε άλλη θέση νοτιότερα.
Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Δευτέρα 26 Ιουνίου 2017

Η ΛΑΡΙΣΑ ΤΟΥ 1890

Μια όμορφη περιγραφή της



Έξω από το ξενοδοχείο «Στέμμα» στην Κεντρική Πλατεία. Φωτογραφία του 1896.Έξω από το ξενοδοχείο «Στέμμα» στην Κεντρική Πλατεία. Φωτογραφία του 1896.
Τελειώνουμε σήμερα τις εντυπώσεις του αθηναίου δημοσιογράφου και διευθυντή της εφημερίδας «Ακρόπολις» Βλάση Γαβριηλίδη από ένα ταξίδι του στη Θεσσαλία το 1890, οι οποίες δημοσιεύθηκαν σε συνέχειες στην εφημερίδα του λίγους μήνες αργότερα με τον τίτλο «Ανά την Θεσσαλίαν».
Το κείμενό μας, όπως ήταν φυσικό, επικεντρώθηκε στις εντυπώσεις του από τη Λάρισα, η οποία είχε μόνον λίγα χρόνια που ελευθερώθηκε. 
Την περίοδο εκείνη το αγροτικό κίνημα είχε αρχίσει να αναδύεται έντονο μέσα στους κόλπους των γεωργών. Ο συγγραφέας σαν δημοσιογράφος που ήταν, το γνώριζε, και καθώς συναναστράφηκε και με γεωργούς της Θεσσαλίας διαισθάνθηκε τη συνέχεια και γι’ αυτό τα γραπτά του αποδείχθηκαν προφητικά. Γράφει: «Καταλαμβάνω την γην και υποδουλώ τους κατοίκους. Είπεν ο μεγαλοκτηματίας και εγένετο. Την κατέλαβε δι’ εαυτόν , αγνοών ότι δεν του ανήκει. Και παν ό,τι δεν σου ανήκει άνθρωπε, σε καταστρέφει. Δύνασαι να την αγοράσης άπαξ, να την αγοράσης δις, να πληρώσης τόσον χρυσίον δι’ αυτήν ώστε να την σκεπάσης ολόκληρον. Μάτην, η γη δεν σου ανήκει μεθ’ όλα ταύτα, ως δεν ήτο ιδική σου προ όλων τούτων. Η γη είναι του καλλιεργητού. Χίλιαι αγοραί και δισχίλια πωλητήρια δεν καταργούν τα δικαιώματά του, ουδέ τα ελαττόνουν. Τον καταθλίβουν, τον στενοχωρούν, τον εκμυζούν, τον κάμνουν κτήνος, του αφαιρούν την άνεσιν, την όρεξιν, το θάρρος, την ελπίδα, την ρώμην. Αλλ’ η γη είναι μεγάλη, η γη είναι εύσπλαχνος, η γη είναι μήτηρ, θα ξεφουρνίση αργά ή ογλίγωρα, μετά μίαν ή μετά δύο γενεάς, την γενεάν των εκδικητών[1], οίτινες θα αποδώσουν τα του Θεού τω Θεώ. Ο Θεός δεν αρνείται τον μεγαλοκτημτίν, αναγνωρίζει τον γεωργόν».
Στη συνέχεια, μέσα σε λίγες εκατοντάδες λέξεων περιγράφει ο πολυτάξιδος συγγραφέας με τον δικό του απαράμιλλο τρόπο και τη Λάρισα όπως την είδε με τα έμπειρα μάτια του. Γράφει σχετικά: «Ενδιαφέρουσα δια την ποικιλίαν των φυλών της, την ζωήν της την πολύν, δια την δημιουργικήν της κίνησιν, δια το παράδοξον της εικόνος της, δια την γοργότητα της αναπτύξεώς της, δια το μέλλον της το εύελπι. Όστις θέλει να ιδή κυοφορουμένας πόλεις ας την επισκεφθή. Παρουσιάζει το θέαμα οικίας κτιζομένης. Η Λάρισα κτίζεται. Όλα γίνονται τώρα. Δρόμοι, πλατείαι, καταστήματα, οικοδομαί, ξενοδοχεία, εμπορικά, αγοραί. Σχεδόν και άνθρωποι. Διότι η Λάρισσα είναι χωρίς Λαρισσηνούς. Βλέπεις Αθηναίους, Πελοποννησίους, Στερεοελλαδίτας, Οθωμανούς, Εβραίους, Βλάχους, Γκέκηδες[2], Ιταλούς, Φράγκους, Κωνσταντινουπολίτες. Μόνον Λαρισσηνούς δεν βλέπεις. Πού είναι; Γίνονται. Βράζουν. Μέσα εις την ανθρωπόχυτραν της νέας δημιουργίας. Ποία στρώματα θ’ ανέλθουν επάνω, ποία θα κατασταλάξουν κάτω, ουδείς από τούδε δύναται να είπη. Είδετε τι γίνεται εν πηλίνω δοχείω επί πυράς όπου τελείται φασουλοβρασμός; Έν διηνεκές άνω κάτω, μετά θορύβου, μετά βοής. Ο αυτός θόρυβος, η αυτή βοή, το αυτό άνω κάτω εν Λαρίσση. Εις τας οδούς, εις τα καφενεία, εις την αγοράν, εις τα μαγαζειά. Τίποτε δεν είναι εις την θέσιν του. Ουδείς εις την ιδικήν του. Γέλοια δε παντού και φωναί και κακό και ανακατωμός. Μεταξύ Τουρκοπόλεως, Χριστιανουπόλεως, Εβραιοπόλεως, Ευρωποπόλεως. Δικασταί ανανακατωμένοι με στρατιωτικούς, στρατιωτικοί με πολίτας, χανούμισσαι με εβραίας. διερμηνείς του Κορανίου με δεσποτάδες, χαμάμηδες με ελληνοδιδασκάλους, Ταλμούδ[3] και Ροβινσών, Εσθήρ[4] και φουστανέλα, μελωδία εβραϊκή και απαγγελία ελληνική, αμανές και Τροβατόρε[5], γιαούρτι και κρέμα, αρνί αλλά παλληκάρ και σαπουνοχαλβάς, Τσάμης[6] ξενοδόχος πρώην αρματωλός και Κωτσάκης εφέτης με όλον τον μη μου άπτου νεοπλουτισμόν του, λησταί εις τα φυλακάς και λησταί έξω των φυλακών, Όλυμπος δεξιά και αριστερά μουσική στρατιωτική με καδρίλλαις του Όφενμπαχ[7], βλαχόκαλτσα και πτερνιστήρες[8], οικοδέποιναι γαλλίδες ψωνίζουσαι εις τη αγοράν και σαρακοντούτιδες χαλβαδοπλάστοι Λαρισσηναί ερωμέναι αρχιληστών, έν μέγα καφενείον ως είδος πανδαιμόνιον με οκτώ χιλιάδας σφαιριστήρια και 18.000 ναργιλέδες, τζαμιά εγκαταλελειμμένα εκατόν, τζαμιά νεοκτιζόμενα διακόσια[9], καπνοπωλεία χωρίς καπνοπακέτα και ο καπνός όλος πωλούμενος στους δρόμους ελεύθερος, ως τα ελεύθερα μυαλά των Κυρίων Καραπάνου και Δηλιγιάννη, ξενοδοχεία του ύπνου τιτλοφορούμενα γαλλιστί Du pon ton ή ελληνιστί του καλού κόσμου, με κρεββάτια χωρίς σινδόνια ή σινδόνια χωρίς κρεββάτια, κουρεία τα οποία γαλλιστί ονομάζoνται Barberies – ανακάλυψις του καλού μου φίλου κ. Κυργουσίου- χρυσοχοεία εγχώρια και χρυσοχοεία Ευρώπης, Δημαρχείον το οποίον καταρρέει και ξενοδοχείον του δημαρχείου το οποίον κτίζεται, δήμαρχος όστις είναι Ιθακήσιος και πολιτευταί Λαρίσσης φαινόμενοι ως Ανατολίται, δικηγόροι από κάθε καρυδιάς καρύδι και ιατροί των οποίων ουδείς είναι εκ Λαρίσσης[10], μία Γέφυρα ήτις αριθμεί αιώνας και εφ’ ής βλέπω χαραγμένον το σύγχρονον όνομα του Στρατηγού Σαπουντζάκη[11], ποταμός όστις είναι πλωτός, αλλ’ άνευ ουδενός πλοιαρίου, σάκκάδες οίτινες πωλούν νερό εφ’ ίππων εντός δερματίνων σάκκων, προσδίδοντες εις την πόλιν όψιν στρατοπέδου, στρατώνες πολυάριθμοι άνευ στρατού και ιππικόν άνευ ίππων, ιδού η Λάρισσα au vol d’ oiseau (όπως τη βλέπουν τα πουλιά). [1]. Δεν χρειάσθηκε να περάσει ούτε κάν μία γενεά ολόκληρος για να αρχίσουν οι διεκδικήσεις και να δικαιωθεί ο Γαβριηλίδης με τα γεγονότα του Κιλελέρ (1910). Τελικά όπως είναι γνωστόν οι απαλλοτριώσεις των τσιφλικιών ολοκληρώθηκαν τις παραμονές του Β’ Παγκοσμίου πολέμου.
[2]. Γκέκηδες. Αλβανική φυλή, τα μέλη της οποίας είναι εγακτεστημένα στη Βόρειο Αλβανία. Πολλοί απ’ αυτούς έφθαναν παλαιότερα στη Λάρισα κατά την εποχή του θερισμού, για να εργασθούν στα χωράφια μεγαλοκτηματιών.
[3]. Ταλμούδ σημαίνει μελέτη, διδασκαλία. Εδώ πρόκειται για μια ογκώδη συλλογή εβραϊκών κειμένων, προϊόν του μεσαιωνικού Ιουδαϊσμού και αποτελεί τη συνέχεια της Ιουδαϊκής Βίβλου. Περιλαμβάνει κείμενα που αφορούν την ερμηνεία του μωσαϊκού Νόμου ποικίλο άλλο υλικό.
[4]. Εδώ ο συγγραφέας δεν αναφέρεται στη βιβλική μορφή της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά στην ηρωίδα του συγγραφέα Καρόλου Ντίκενς, η οποία αποτελεί την προσωποποίηση της αθωότητας.
[5]. Είναι γνωστό ότι οι νέοι κάτοικοι της Λάρισας από την παλιά Ελλάδα έφεραν μαζί τους και την αγάπη για το λυρικό τραγούδι, το οποίο συνόδευε τις εύθυμες στιγμές του καθημερινού βίου τους. Ο συγγραφέας αναφέρει τη μουσική ως τροβατόρε από την ομώνυμη όπερα του ιταλού συνθέτη Giuseppe Verdi.
[6]. Τσάμηδες θεωρούνται οι απόγονοι Ορθοδόξων Χριστιανών της Ηπείρου οι οποίοι εξισλαμίσθηκαν κατά τον 17ο αιώνα. Η αλλαγή θρησκεύματος τους οδήγησε πολύ γρήγορα και στη μεταστροφή της εθνικής συνείδησης. Έγιναν Τουρκαλβανοί και φανατικοί διώκτες των Ρωμιών.
[7]. Καντρίλιες. Ευρωπαϊκός χορός του 19ου αιώνα που τον χόρευαν τα ζευγάρια αντικριστά. Τους συναντάμε συχνά στις οπερέτες του μουσικού συνθέτη Jacques Offenbach (1819-1890).
[8]. Πρόκειται για μεταλλικό αντικείμενο που προσαρμόζεται στην φτέρνα των υποδημάτων των ιππέων και το οποίο έχει αιχμή ή τροχίσκο στο εξωτερικό του άκρο, με το οποίο κεντά ο αναβάτης το υποζύγιο για να τρέξει. Κοινή ονομασία του το σπιρούνι. 
[9]. Δεν μπορώ να εξηγήσω σε τι αποσκοπεί αυτή η οφθαλμοφανής υπερβολή. 
[10]. Η αλήθεια είναι ότι με την απελευθέρωση του 1881 γέμισε η Λάρισα από δικηγόρους και συμβολαιογράφους. Έφθασαν από την παλιά Ελλάδα, οσμιζόμενοι μεγάλη αύξηση των εργασιών τους με την πώληση των τεράστιων ιδιοκτησιών των μπέηδων οι οποίοι μετακόμιζαν από τη Λάρισα στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Στους γιατρούς δεν συνέβη το ίδιο. Ήδη υπήρχαν από την περίοδο της τουρκοκρατίας αρκετοί Λαρισαίοι, οι οποίοι μάλιστα εξυπηρετούσαν και τους Οθωμανούς της πόλεως. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Χαστανιέ. Το τουρκικό νοσοκομείο της Λάρισας, εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 1ης Ιανουαρίου 2014. 
[11]. Το 1886 τάγμα μηχανικού του Ελληνικού Στρατού με επικεφαλής τον αξιωματικό Σαπουντζάκη ανέλαβε να διαπλατύνει τη γέφυρα, Βλέπε: Παπασταύρου Αμαλία, Ημερολόγιον του πολέμου ανευρεθέν εν Λαρίσση, από 1-14 Απριλίου 1897, Αλεξάνδρεια (1897) σελ. 3: «.. κατά την επιστρατείαν εκείνην (1886), το μόνον περιφανές έργον της ήτο η γέφυρα της Λαρίσσης, ήτις ηυξύνθη υπό του λόχου του μηχανικού επί στρατηγίας Σαπουντσάκη».
Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

ΤΑ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΤΟΜΗΣ ΤΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΣΑΠΚΑ

Η τελετή των αποκαλυπτηρίων της προτομής του Μιχαήλ Σάπκα στην Κεντρική Πλατεία. Ομιλεί ο δήμαρχος Λαρίσης Δημήτριος Χατζηγιάννης. 14 Μαΐου 1964. Αρχείο κ. Λίλας Ρίζου.
Η τελετή των αποκαλυπτηρίων της προτομής του Μιχαήλ Σάπκα στην Κεντρική Πλατεία. Ομιλεί ο δήμαρχος Λαρίσης Δημήτριος Χατζηγιάννης. 14 Μαΐου 1964. Αρχείο κ. Λίλας Ρίζου.
Ο αναμορφωτής της Λάρισας Μιχαήλ Σάπκας απεβίωσε την Πρωτομαγιά του 1956 στην Αθήνα, όπου νοσηλευόταν για ανεγχείρητο καρκίνο του προστάτη. Την επομένη, 2 Μαΐου, η σωρός του έφθασε στη Λάρισα, τοποθετήθηκε στο ναό του αγίου Αχιλλίου και στις 4 το απόγευμα, εψάλη η εξόδιος ακολουθία από τον μητροπολίτη Λαρίσης Δημήτριο.
Όταν ο Μιχαήλ Σάπκας κατάλαβε ότι εγγίζει το τέλος της ζωής του, εξέφρασε στους συγγενείς την επιθυμία η κηδεία του να είναι απέριττη, να μην εκφωνηθούν επικήδειοι κατά την ώρα της νεκρώσιμης ακολουθίας και να μην κατατεθούν στέφανοι στη σωρό του. Εν τω μεταξύ με την αγγελία του θανάτου του, συνήλθε σε έκτακτη συνεδρίαση το Δημοτικό Συμβούλιο, έπειτα από πρόσκληση του δημάρχου Δημητρίου Χατζηγιάννη. Στο ψήφισμα που εκδόθηκε αναφέρεται μεταξύ άλλων: «... ομοφώνως ψηφίζει... Η οδός Ιωάννου Μεταξά, εν ή κατώκει ο μεταστάς, να μετονομασθή εις οδόν Δημάρχου Μιχαήλ Σάπκα...».
Τρεις ημέρες μετά τον ενταφιασμό του Μιχαήλ Σάπκα, μερίδα του τύπου και αρκετοί πολίτες, διαφώνησαν ανοικτά με την απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου να μετονομασθεί η οδός Ιωάννου Μεταξά, η σημερινή Ασκληπιού, σε Μιχαήλ Σάπκα. Όλοι τους θεωρούσαν τη συγκεκριμένη μετονομασία ως πράξη ιεροσυλίας στην υστεροφημία του Ιωάννη Μεταξά και πρότειναν άλλους μεγάλους δρόμους και πλατείες, στα οποία μπορούσε να δοθεί το όνομά του. Στη διαφωνία αυτή αναγκάσθηκαν να παρέμβουν οι οικείοι του Μιχαήλ Σάπκα, οι οποίοι ευγενικά ζήτησαν να μην εκτελεσθεί η απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου.
Επειδή διαφαίνονταν ότι η νέα ονομασία που πρότεινε το Δημοτικό Συμβούλιο δεν επρόκειτο να επικρατήσει, προτάθηκαν από ορισμένους έγκριτους πολίτες της πόλεως διάφοροι δρόμοι και σημεία όπου μπορούσε να διαιωνιστεί η μνήμη του αναμορφωτή της. Μεταξύ αυτών ήταν η Κεντρική Πλατεία, που τότε ονομάζονταν Β’ Σώματος Στρατού, ονομασία όμως άνευ αντικειμένου, εφ’ όσον η έδρα του είχε μεταφερθεί και η Λάρισα φιλοξενούσε την Iη Στρατιά και μάλιστα προτάθηκε συγχρόνως να στηθεί και η προτομή του στην Κεντρική Πλατεία.
Οι συζητήσεις συνεχίζονταν με μικρότερη όμως ένταση, μέχρι τις δημοτικές εκλογές της 5ης Απριλίου 1959. Το νέο σώμα που προήλθε από τις εκλογές με δήμαρχο εκ νέου τον Δημήτριο Χατζηγιάννη, έπειτα από αίτηση του δημοτικού συμβούλου Γεωργίου Τσιοβαρίδη προς τον πρόεδρο του Δημοτικού Συμβουλίου Αθανάσιο Μεσσήνη «περί μετονομασίας μιας οδού της πόλεως εις οδόν Μιχαήλ Σάπκα», αποφάσισε στη συνεδρίαση της 5ης Νοεμβρίου 1959 όπως μετονομασθεί η κεντρική πλατεία της Λάρισας σε Μιχαήλ Σάπκα και τοποθετηθεί σε κάποιο σημείο της η προτομή του. Η απόφαση, σύμφωνα με το σχετικό ψήφισμα που εκδόθηκε, ελήφθη ομόφωνα από το σώμα. Η μετονομασία της κεντρικής πλατείας (Β΄ Σώματος Στρατού) σε Πλατεία Μιχαήλ Σάπκα έγινε άμεσα, ενώ συγχρόνως δρομολογήθηκαν και οι ενέργειες για την κατασκευή της προτομής του. Ανατέθηκε η κατασκευή του στον γλύπτη Νικόλαο Παυλόπουλο (1909-1990), που ήταν γνωστός στους καλλιτεχνικούς κύκλους ως Νικόλας, με καταγωγή από το χωριό Άγιος Γεώργιος Πηλίου. Τότε είχε φιλοτεχνήσει ως γνωστόν και τον ανδριάντα του Αριστοτέλη, ο οποίος είναι τοποθετημένος στον αρχαιολογικό χώρο στα Στάγειρα της Χαλκιδικής[1].
Τα αποκαλυπτήρια της προτομής του Σάπκα έγιναν σε ειδική πανηγυρική τελετή το απόγευμα της 14ης Μαΐου 1964, παραμονή της εορτής του Αγίου Αχιλλίου, παρευρέθηκαν όλοι οι μητροπολίτες που είχαν προσκληθεί στον εορτασμό του πολιούχου. Κύριος ομιλητής υπήρξε ο δήμαρχος Δημήτριος Χατζηγιάννης, ο οποίος έπλεξε το εγκώμιο του τιμώμενου Μιχαήλ Σάπκα ενώπιον των επισήμων, των συγγενών της οικογένειας Σάπκα, αντιπροσωπείας του Ε. Ε. Σ. Λαρίσης και πλήθος κόσμου. Μεταξύ άλλων ο δήμαρχος ανέφερε και τα εξής: « Εις τα πρώτα βήματα της κατά το 1881 απελευθερωθείσης Λαρίσης, δύο βασικά έργα αποτελούν δι’ αυτήν σταθμούς ιστορικούς.: α) Η εκπόνησις και η εφαρμογή ευτυχούς δια την εποχήν του σχεδίου της πόλεως, έργου προκατόχων αειμνήστων δημοτικών αρχόντων και β) Η επί της δημαρχίας του Μιχαήλ Σάπκα ίδρυσις του θαυμασίως εξελιχθέντος Οργανισμού Υδρεύσεως και Ηλεκτροφωτισμού Λαρίσης. Τα δύο αυτά επιτεύγματα των πρώτων χρόνων της ελευθέρας Λαρίσης απέσπασαν την πόλιν από μεσαιωνικόν σκοτάδι, πνευματικόν και πολιτικόν, εις το οποίον την είχε βυθίσει δουλεία πέντε αιώνων»[2].
Η σημερινή φωτογραφία έχει ληφθεί κατά την διάρκεια της τελετής των αποκαλυπτηρίων της προτομής του Μιχαήλ Σάπκα. Η τελετή έλαβε χώρα στην κεντρική πλατεία, μπροστά στο σημείο όπου είχε στηθεί η στήλη με την μαρμάρινη προτομή του τιμώμενου δημάρχου. Από αριστερά διακρίνονται στη σειρά οι ιεράρχες που είχαν προσκληθεί από τον μητροπολίτη Λαρίσης Ιάκωβο Σχίζα (1960-1968) να συμμετάσχουν στην εορταστική Θεία Λειτουργία στον ναό του Αγίου Αχιλλίου και στη Λιτανεία της ιερής εικόνας του. Σε πρώτο πλάνο διακρίνεται ο τότε δήμαρχος Δημήτριος Χατζηγιάννης να απαγγέλει την ομιλία του. Μέσα στο πλήθος και μερικώς καλυπτόμενοι, αναγνωρίζονται ο γιός του Αλέκος Σάπκας, διευθυντής τότε της Χειρουργικής Κλινικής στο Νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού στην Αθήνα και ο Αθανάσιος (Νάσος) Ρίζος, γαμπρός στην κόρη του Αλκμήνη (Μίνα) Σάπκα. Ο φωτογράφος μας είναι άγνωστος και η λήψη της φωτογραφίας έγινε στις 14 Μαΐου 1964.
 [1]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Μιχαήλ Σάπκας, ο ευπατρίδης πολιτικός (1873-1956), Λάρισα, (2013), έκδοση Δ.Ε.Υ.Α. Λ.,, σελ. 52-60.
[2]. Γ.Α.Κ.-Αρχεία Ν. Λάρισας, Αναμνήσεις Δημητρίου Χατζηγιάννη (1888-1973), επιμέλεια-εισαγωγή-σχόλια Ιουλία Κανδήλα, Λάρισα (2011) σ. 402-404, όπου και υπάρχει το πλήρες κείμενο της ομιλίας του Δημάρχου Δημητρίου Χατζηγιάννη κατά τα αποκαλυπτήρια της προτομής του Μιχαήλ Σάπκα.
Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

Η ΛΑΡΙΣΑ ΤΟΥ 1890

Η ραγδαία ανάπτυξή της

Άποψη της Λάρισας από την περιοχή του Μεζούρλου. Χαρακτικό από την εφημερίδα Le Monde Illustre των Παρισίων. Μάιος 1897, λίγα χρόνια μετά το ταξίδι του Βλάση Γαβριηλίδη (1890)Άποψη της Λάρισας από την περιοχή του Μεζούρλου. Χαρακτικό από την εφημερίδα Le Monde Illustre των Παρισίων. Μάιος 1897, λίγα χρόνια μετά το ταξίδι του Βλάση Γαβριηλίδη (1890)
Το 1890 επισκέφθηκε τη Θεσσαλία ο δημοσιογράφος και εκδότης της εφημερίδας «Ακρόπολις» των Αθηνών Βλάσης Γαβριηλίδης.
Ξεκίνησε με το πλοίο από τον Πειραιά, με κατεύθυνση το λιμάνι του Βόλου και συνέχισε με τον Θεσσαλικό σιδηρόδρομο προς Λάρισα, Τρίκαλα και Καλαμπάκα. Οι κακοί δρόμοι δεν ευνοούσαν την περίοδο εκείνη την μετακίνηση με άμαξες. Κατά την δημοσίευση των εντυπώσεών του στην «Ακρόπολη» δεν αναφέρεται το όνομά του, αλλά το κείμενο υπογράφεται με το ψευδώνυμο «Έλλην», το οποίο αποδίδονταν σ’ αυτόν. Ο Γαβριηλίδης (1848-1920) θεωρείται ο «πατέρας» της δημοσιογραφίας στην σύγχρονη Ελλάδα. Γεννήθηκε στους Επιβάτες Ανατολικής Θράκης, από εύπορη οικογένεια. Σπούδασε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή και συνέχισε με επί πλέον σπουδές στη φιλολογία και τις πολιτικές επιστήμες στη Λειψία της Γερμανίας. Το 1878 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, ύστερα από την εκδίωξή του από τις τουρκικές αρχές εξαιτίας ενός άρθρου του σε εφημερίδα της Κωνσταντινουπόλεως. Το 1880 εξέδωσε το περιοδικό «Μη χάνεσαι», το οποίο την 1η Νοεμβρίου 1883 το μετέτρεψε στην καθημερινή εφημερίδα «Ακρόπολις». Ήταν προσωπικός φίλος του Χαριλάου Τρικούπη, τον οποίο όμως αργότερα πολέμησε και στήριξε τον Γεώργιο Α΄. Από το 1909, δηλαδή μετά από το Κίνημα στο Γουδί, και μέχρι τον θάνατο του, ο Γαβριηλίδης υποστήριξε θερμά την πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου. Το όνομά του είναι συνδεδεμένο με τα γεγονότα που έμειναν γνωστά ως Ευαγγελικά. Ο Γαβριηλίδης, προοδευτικός και υποστηρικτής της δημοτικής γλώσσας[2], δεν δίστασε να αρχίσει τη δημοσίευση της μετάφρασης των Ευαγγελίων στη δημοτική, την οποία αναγκάσθηκε να διακόψει ύστερα από την αντίδραση εξοργισμένων υποστηρικτών της διατήρησης της γλώσσας των Ευαγγελίων. Πέθανε στις 11 Απριλίου 1920 στην Αθήνα.
 Τις εντυπώσεις του από το ταξίδι στη Θεσσαλία τις δημοσίευσε σε συνέχειες στην εφημερίδα «Ακρόπολις» από τις 28 Μαρτίου έως τις 15 Απριλίου του 1891 με τον τίτλο «Ανά την Θεσσαλίαν»[1]. Η αντικειμενικότητα και η ακρίβεια των αναφερομένων στοιχείων είναι μερικές φορές εξόφθαλμα εσφαλμένη και πολλές φορές καταφεύγει στην υπερβολή. Η γλώσσα του διακρίνεται από ιδιωματισμούς και νεολεξίες, δηλ. λέξεις δικής του επινόησης. Για πολλούς, ιδιαίτερα τους νεώτερους, η καθαρεύουσα που χρησιμοποιεί αποτελεί εμπόδιο, όμως η χρήση της από τον Γαβριηλίδη είναι τόσο χαρισματική, ώστε κάθε προσπάθεια μετάφρασής της θα εκλαμβάνονταν ως ιεροσυλία.
 Το οδοιπορικό του είναι γραμμένο σε μια περίοδο που η Θεσσαλία προσπαθεί με άλματα να φθάσει στο επίπεδο της παλιάς Ελλάδας. Μπορεί να περιγράφει τις θεσσαλικές πόλεις με ενθουσιασμό, καθώς αναγεννιούνται, όμως με τρόπο που δεν προσβάλλει κατακρίνει και τα κακώς κείμενα. Για τη Λάρισα αναφέρεται με επαίνους μέχρι υπερβολής και ενθουσιάζεται από τον νεωτεριστικό άνεμο που φυσούσε στην πρωτεύουσα της Θεσσαλίας, η οποία αναπτύσσονταν ταχύτατα σε πολλούς τομείς.
 Στη συνέχεια θα αναφέρουμε ορισμένα αποσπάσματα με τις εντυπώσεις του από τη Λάρισα:
«Με τας σκέψεις αυτάς εφθάσαμεν εις Λάρισσαν! Αληθής από του σταθμού φαντασμαγορία. Πεδιάς, σπήτια, ποταμός, δένδρα, μιναρέδες και εις το βάθος ο Όλυμπος! Το σύνολον της εικόνος απαράμιλλον […] Δύο χιλιάδες οικοδομαί και είκοσι ή εικοσιπέντε μιναρέδες παρέχουσιν εις την Λάρισσαν ποίησιν και πανηγυρικότητα και γραφικότητα, όσην ολίγαι κέκτηνται πόλεις. Αφαιρέσατε τους μιναρέδες κ’ έχετε πόρρωθεν πολυπληθές χωρίον. Προσθέσατέ τους κ’ έχετε την Λάρισσαν. Την Λάρισσαν την νέαν, την ανοιχτόδρομον, την ρυμοτομηθείσαν[3], την με γραμμάς ευρείας, τολμηράς, την υποστάσαν αληθές ξεκοίλιασμα, την ξετουρκωθείσαν, την εξελληνισθείσαν, την Λάρισσαν με το ευρύ της μέλλον, σταθμόν ενώσεως με την Ευρώπην, σταθμόν προόδου προς την Μακεδονίαν, σταθμόν πολιτισμού όλης της Θεσσαλίας, σταθμόν αγροτικής επαναστάσεως, κοινωνικής αναδιοργανώσεως. Την Λάρισσαν καθρέπτην μετ’ ολίγα έτη, αρκεί να μην ανακοπεί η εργασία της αρξαμένης προόδου. […] Αλλ΄ η Λάρισα υπέστη το φοβερόν της ξεκοίλιασμα, ήνοιξεν, ηύρυνε δρόμους εις παρισινά μπουλεβάρ, εκανόνισεν ευθείας, εμόρφωσεν πλατείας, έκοψεν, έρραψεν, έκαψεν, εκρήμνισεν, ηύθυνεν, όλα αυτά με έν δάνειον δημοτικόν 500.000 δραχμών, του οποίου αι 250.000 δεν εδαπανήθησαν, εκ δε των δαπανηθεισών αντικρύσθησαν μεν αι δαπάναι της ρυμοτομίας, επληρώθησαν δ’ αι αποζημιώσεις και εξεφύτρωσαν συνοικίαι ολόκληροι, μαγαζείων δημοτικών, προς δε και ξενοδοχείον του Δήμου[4], διότι στερείται τοιούτων ευπρεπών η Πηνειούπολις. […]
 Το μεγαλύτερον της θέλγητρον ο Πηνειός! Αι πόλεις ή παρά θάλασσαν ή παρά ποταμόν. Εκ της από της γεφύρας θέας προς την δενδρόφυτον παρά τον Πηνειόν πλατείαν, δημιουργηθείσαν υπό του αοιδίμου Γρίβα[5], συμπληρωθείσαν υπό του λαμπρού δημάρχου κ. Γαλάτη, όπου μουσική, καφενείον, εν κομψώ περιπτέρω[6], δένδρα πυκνά, αι ραδινώταται των λευκών, ενόμιζε τις ότι ευρίσκεται εις τον Δούναβιν, παρά γερμανικήν κωμόπολιν. Ο δε παρά τον Πηνειόν περίπατος με τας πτελέας και ταις αγράμπελαις και τας λεύκας του και δεξιά τον Όλυμπον, ενώ αήρ, ως παγωτόν από φράουλα, αρωματίζει εισπνεόμενος τους πνεύμονάς μου, νεαροί δε βέηδες με τα πυργωτά φέσια των επί θυμοειδών ευμόρφων ίππων διεσταύρουν κ’ εκύκλουν τον κάμπον, ενώ Λαρισσόπουλοα άρρενα και θήλεα εξώρμουν από του σχολείου ως ατίθασσοι πώλοι εις το λιβάδι μετά φωνών, γελώτων, κυνηγητού, στρατιωτικών προσταγμάτων και μιμικών παρελάσεων, πόρρωθεν δε ανεμίγνυεν αρκετά αηδείς και ασυναρτήτους μελωδίας η ανακρουομένη μουσική του Συντάγματος[7]. Εξ όλων αυτών ο παρά τον Πηνειόν περίπατος μοι εφάνη ως το αναψυκτικώτερον των ατμοσφαιρικών λουτρών.
----------------------------------------------------------------
 [1]. Βλασίου Γαβριηλίδου. Ανά την Θεσσαλίαν, εισαγωγή-επιμέλεια: Γιάννης Α. Σακελλίων, Καίτη Γιαννούλου-Γιαννουκάκου, εκδ. «Έλλα», Λάρισα (1998) σελ.142.
 [2]. Φαίνεται περίεργο η γλώσσα του βιβλίου του «Ανά την Θεσσαλίαν» να είναι στην καθαρεύουσα από έναν δημοσιογράφο υποστηρικτή της δημοτικής γλώσσας και αρνητικό πρωταγωνιστή των «Ευαγγελικών». Αλλά φαίνεται ότι με τις πολιτικές αλλαγές που συντελέσθηκαν ενδιάμεσα, μπήκε δυναμικά στον αγώνα για την απλοποίησή της.
 [3]. Είναι γνωστό ότι πολύ σύντομα, πριν ακόμα συμπληρωθεί ένας χρόνος ελεύθερης ζωής, το 1882, σχεδιάστηκε το νέο ρυμοτομικό σχέδιο της Λάρισας, το οποίο σε ορισμένες κεντρικές περιοχές άρχισε να υλοποιείται σύντομα.
 [4]. Ο Βλάσης Γαβριηλίδης αναφέρεται εδώ εις το «Μέγα Ξενοδοχείον το Στέμμα» το οποίο είχε κτισθεί επί δημαρχίας Διονυσίου Γαλάτη (1887-1891) στη βόρεια πλευρά της κεντρικής πλατείας. Βλέπε και: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Ξενοδοχείον το Στέμμα, εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 19ης Μαρτίου 2014.
 [5]. Διορίσθηκε στρατιωτικός διοικητής στη Λάρισα μετά την απελευθέρωση του 1881. Ήταν ο πρώτος που συνέλαβε την ιδέα δςνδροφύτευσης τμήματος του Αλκαζάρ κοντά στην έξοδο της γέφυρας. Τα 1903, με εισήγηση της βασίλισσας Όλγας, η οποία ερχόταν συνήθως το φθινόπωρο στη Λάρισα συνοδεύοντας τον σύζυγό της Γεώργιο Α΄, ιδρύθηκε και στην πόλη μας, όπως και σε άλλες ελληνικές πόλεις, «Φιλοδασική Ένωσις», με σκοπό να συμβάλλει στη δημιουργία πρασίνου στην ευρύτερη περιοχή. Ο Σύλλογος αυτός συμπλήρωσε την δενδροφύτευη του διοικητού Γρίβα.
 [6]. Το αναφερόμενο από τον Γαβριηλίδη κέντρο είναι το Αλκαζάρ, το οποίο δεν κατονομάζει.
 [7]. Το 1883, σύμφωνα με τα πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου, επί δημαρχίας Αργυρίου Διδίκα (1882-1883), του πρώτου Έλληνα Δημάρχου της απελευθερωμένης Λάρισας, εγκρίθηκε «πίστωσις προς ανέγερσιν […] ενός παραπήγματος ως τόπου όπου θα παιανίζει η Μουσική». Έτσι κατασκευάστηκε στο άλσος των Μουσών, όπως ονομάζονταν τότε ο σημερινός κήπος του Αλκαζάρ, μαρμάρινη στρόγγυλη υπερυψωμένη εξέδρα, στην οποία ορισμένες ημέρες της εβδομάδος και κατά τη διάρκεια εορτών και πανηγύρεων εκτελούσε διάφορα προγράμματα η φιλαρμονική ορχήστρα (μπάντα) του στρατού για να ψυχαγωγούνται οι περιπατητές. Στις 4 Ιουλίου 1896, επί δημάρχου Κωνσταντίνου Αναστασιάδη (1996-1998), αποφασίσθηκε να μεταφερθεί η μαρμάρινη εξέδρα «εις την πλατείαν Δικαστηρίων, την μόνην θέσιν όπου λαμβάνει αναψυχήν ο κόσμος και εις την οποίαν συγκεντρούται όλη η Λάρισα και παιανίζει η Μουσική εις ωρισμένας ημέρας της εβδομάδος και ήτις υποπίπτει εις την αντίληψιν των ξένων».
Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Τρίτη 30 Μαΐου 2017

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

Το καφενείο «Νέος Κόσμος»

Το καφενείο «Νέος Κόσμος» στην ανατολική πλευρά της Κεντρικής πλατείας, 24 ώρες πριν την κατεδάφισή του. Φωτογραφία του δημοσιογράφου και μέλους της Φωτοθήκης Λάρισας Βαγγέλη Ρηγόπουλου.Το καφενείο «Νέος Κόσμος» στην ανατολική πλευρά της Κεντρικής πλατείας, 24 ώρες πριν την κατεδάφισή του. Φωτογραφία του δημοσιογράφου και μέλους της Φωτοθήκης Λάρισας Βαγγέλη Ρηγόπουλου.
Προπολεμικά γύρω από την Κεντρική πλατεία βρίσκονταν τα περισσότερα και τα καλύτερα καφενεία της Λάρισας. Στη βόρεια πλευρά της, κάτω από το ξενοδοχείο «Το Στέμμα» ήταν του Μαλάκη, κάτω από την Λέσχη Ασλάνη (σήμερα Στρατιωτική Λέσχη) του Μπόκοτα και στη συνέχεια το «Εμπορικόν» του Τεκελιώτη.
Στην ανατολική πλευρά κάτω από το ξενοδοχείο «Κεντρικόν» (μετά ξενοδοχείο «Ολύμπιον» και σήμερα Φροντιστήρια) ήταν το καφεζαχαροπλαστείον του Παλάκα, πιο κάτω ο «Νέος Κόσμος» του Μήτσου Αντωνιάδη, και στην γωνία με την Κούμα «Ο Παράδεισος» ιδιοκτησίας του φαρμακοποιού Μανεσιώτη. Στη νότια πλευρά ήταν το καφεζαχαροπλαστείον του Δ. Πάλτσου που αργότερα μετονομάσθηκε σε «Παλλάδιον» και μετά την Εμπορική Τράπεζα βρισκόταν το «Πανελλήνιον» του Μπουσινιώτη. Τέλος στη δυτική πλευρά και κάτω από το κτίριο του Νικ. Καρανίκα ήταν το «Βασιλικόν» των αδελφών Ρεμπάκη[1]. Συνολικά εννέα καφενεία περιτριγύριζαν την πλατεία και τα καλοκαιρινά βράδια, καθώς τα περισσότερα άπλωναν έξω τραπεζοκαθίσματα, έσφυζε ο χώρος από ζωή.
Η σημερινή εικόνα απεικονίζει ένα από τα παλαιότερα καφενεία της Λάρισας τον «Νέο Κόσμο». Όπως αναφέρθηκε βρισκόταν στην ανατολική πλευρά της πλατείας και ήταν από τα λίγα κτίσματα που ο σεισμός και οι βομβαρδισμοί δεν το έπληξαν, γι’ αυτό και λειτουργούσε και μεταπολεμικά, μέχρι το 1990 περίπου που κατεδαφίσθηκε και στη θέση του κατασκευάσθηκε πολυώροφη οικοδομή. Μεταπολεμικά συνόρευε με το ξενοδοχείο «Ολύμπιον» που είχε κτισθεί το 1936-37. Πριν από την χρονολογία αυτή όμως, είχε δίπλα του το βιβλιοπωλείο του Αλκιβιάδη Μακρή, που ήταν εξάδελφος του εκδότη της «Μικράς» Θρασύβουλου Μακρή. Όταν κατά το 1925 ο Αλκιβιάδης Μακρής μετέφερε την επιχείρησή του στο Βόλο, βιβλιοπωλείο και τυπογραφείο περιήλθαν στην Εταιρεία Δημητρακοπούλου-Παρασκευοπούλου-Παναγιωτακοπούλου. Ακριβώς πίσω από το μαγαζί αυτό ήταν εγκατεστημένα τα γραφεία και τυπογραφεία της «Ελευθερίας», που επικοινωνούσαν και από την οδό Φαρσάλων (Ρούσβελτ σήμερα) με ένα στενό. Το βιβλιοπωλείο διατηρήθηκε ως την ημέρα που ο Ανδρέας Κουτσίνας, στην ιδιοκτησία του οποίου ανήκαν και όλα τα διπλανά καταστήματα που καταλάμβαναν την γωνία Αλεξάνδρας (Κύπρου) και Μ. Αλεξάνδρου, τα κατεδάφισε και στη θέση τους δημιούργησε την τριώροφη οικοδομή που στεγαζόταν μέχρι πριν λίγα χρόνια το ξενοδοχείο «Ολύμπιον» και τα κάτω απ’ αυτό ισόγεια καταστήματα. Το «Ολύμπιον» λειτούργησε ως επιχείρηση του Γεωργίου Γάκου και ήταν για την εποχή του το πολυτελέστερο ξενοδοχείο.
Το καφενείο «Νέος Κόσμος» διατηρεί ακριβώς τη ίδια μορφή όπως είχε όταν άρχισε να λειτουργεί στις αρχές του 20ουαιώνα. Αποτελούσε ιδιοκτησία του πιο ξακουσμένου εμποροράφτη της παλιάς εποχής Αγγελίδη. Αρχικά το λειτούργησε ως καφενείο ο Αθανάσιος Μπουσινιώτης, ο οποίος του έδωσε και τον τίτλο «Νέος Κόσμος». Όταν ο Μπουσινιώτης με τον αδελφό του Δημήτριο ανήγειραν το τριώροφο «Πανελλήνιον», την επιχείρηση του «Νέου Κόσμου» ανέλαβε ο Γ. Καρανίκας. Το δούλεψε μόνος του για κάποιο διάστημα και αργότερα πήρε για συνεταίρο του τον Μήτσο Αντωνιάδη, ο οποίος ήταν κληρονόμος του εμποροράφτη Αγγελίδη. Ο Αντωνιάδης ήταν και δυναμικός συνδικαλιστής του κλάδου του και για αρκετά χρόνια διετέλεσε Πρόεδρος των Επαγγελματιών Λαρίσης. Κατά την διάρκεια της κατοχής επιτάχθηκε για ένα διάστημα από τους Γερμανούς και χρησιμοποιήθηκε για κατάλυμα στρατιωτών. Αλλά γρήγορα εγκαταλείφθηκε και λειτούργησε και πάλι το καφενείο. Διάφορα θεατρικά σχήματα που έρχονταν στην Λάρισα κατά την διάρκεια της κατοχής, το χρησιμοποίησαν και σαν θεατρική σκηνή, καθώς τα άλλα καφενεία που διέθεταν προπολεμικά θεατρική σκηνή (Πανελλήνιον, Παράδεισος) είχαν καταστραφεί σοβαρά από τον σεισμό. Οι παλιοί θυμούνται τους θιάσους Τσάκωνα και Μυλωνά και τους ηθοποιούς Χατζηχρήστο και Σπεράντζα Βρανά, παιδιά τότε, να διασκεδάζουν τους καταπονημένους και πεινασμένους Λαρισαίους. Κατά την μεταπολεμική περίοδοο «Νέος Κόσμος» ευπρεπίσθηκε, ανανεώθηκε και αναπτύχθηκε σε όλη του την έκταση και την λειτουργία του συνέχισαν τα παιδιά του Μήτσου Αντωνιάδη. Το καφενείο αυτό από τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του υπήρξε εντευκτήριο εμπόρων, επαγγελματιών και συνταξιούχων. Στους χώρους του συνεδρίαζαν τα επαγγελματικά σωματεία, ήταν ο τόπος διεξαγωγής δημοπρασιών και δίνονταν χοροεσπερίδες.
Όπως φαίνεται και στην φωτογραφία, ο «Νέος Κόσμος» ήταν ένα επίμηκες κτίσμα που έβλεπε προς την πλατεία. Διέθετε πέντε μεγάλες και ψηλές τοξοειδείς πόρτες και το πεζοδρόμιό του στεγαζόταν από μεταλλικό σκέπαστρο, στηριγμένο με όμορφες πολύκλαδες σιδεριές. Τα πρώτα χρόνια δεν ανήκε όλος ο χώρος στο καφενείο. Η πρώτη πόρτα δίπλα από το βιβλιοπωλείο του Αλκ. Μακρή (αργότερα δίπλα από την είσοδο του ξενοδοχείου «Ολύμπιον») χρησίμευε για καπνοπωλείο του Θανάση Καραλόπουλου,ο οποίος είχε δική του βιομηχανία τσιγάρων, των οποίων η ονομασία στο εμπόριο ήταν «Κόκορας»[2]. Στην τελευταία πέμπτη πόρτα είχε το ραφείο του ο Αγγελίδης, που ήταν και ο ιδιοκτήτης της οικοδομής. Οι Λαρισαίοι του είχαν δώσει την περιπαικτική επωνυμία «Λόρδος Σαλίσμπουρυ», γιατί κάποια στιγμή είχε πάει στο Λονδίνο για να παρακολουθήσει την ανδρική μόδα, και όταν γύρισε ήταν ντυμένος σαν Άγγλος λόρδος.
 [1]. Ο Νικ. Καρανίκας, πατέρας της Θάλειας Δημητράτου,το 1910 έκτισε τη διώροφη οικοδομή που υπήρχε στη γωνία των οδών Βασιλίσσης Σοφίας και Ίωνος Δραγούμη. Στον επάνω όροφο έμενε αυτός με την οικογένειά του και στο ισόγειο λειτουργούσε το καφεζαχαροπλαστείον «Βασιλικόν», το οποίο παραδόξως, παρά την ονομασία του ήταν στέκι αντιβασιλικών (βενιζελικών).
[2]. Η Λάρισα κατά τις πρώτες δεκαετίες του περασμένου αιώνα διέθετε πολλές μικροβιομηχανίες τσιγάρων, τα οποία τα κατασκεύαζαν στο Δημόσιο Καπνεργοστάσιο που βρισκόταν στην οδό Φιλελλήνων, εκεί όπου σήμερα είναι το κτίριο του ΟΤΕ. Οι τοπικές καπνοβιομηχανίες της εποχής εκείνης αποτελούν ένα πολύ ενδιαφέρον κεφάλαιο της τοπικής μας ιστορίας και θα αναφερθούμε σ’ αυτές σε προσεχές σημείωμά μας.
* Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com