Δευτέρα 21 Αυγούστου 2017

ΛΑΡΙΣΑ - Μια εικόνα χίλιες λέξεις...

Η Λάρισα του Wordsworth. 1833


Bridge over the Peneus at Larissa.  Χαρακτικό του Άγγλου περιηγητή  Christopher Wordsworth. 1933Bridge over the Peneus at Larissa. Χαρακτικό του Άγγλου περιηγητή Christopher Wordsworth. 1933
Η σημερινή εικόνα έχει τον υπότιτλο Bridge over the Peneus at Larissa (=Γέφυρα πάνω από τον Πηνειό στη Λάρισα).
Προέρχεται από το βιβλίο του Άγγλου ταξιδιώτη Christopher Wordsworth (1807-1885) Greece. Pictorial, Descriptive & Historical, το οποίο εκδόθηκε στο Λονδίνο το έτος, M.DCCC.XXXIX (=1839) και αποτυπώνει το βορειοδυτικό τμήμα της πόλεως. Ο καλλιτέχνης στάθηκε στη δεξιά όχθη του Πηνειού, περίπου εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η δεύτερη οδική γέφυρα του ποταμού. Εμπρός, στην ανώμαλη όχθη απεικονίζονται ανθρώπινες φιγούρες, ενώ πίσω καταγράφονται τα γνωστά κτίσματα της πόλεως κατά την περίοδο εκείνη, με αξιοπιστία όμως η οποία είναι αμφισβητούμενη. Αριστερά καταγράφεται μέσα σε θολό τοπίο ο μεγάλος σε έκταση τεκές (μονή) των Μεβλεβήδων, εν συνεχεία υπερτονίζεται η αμφικλινής διάταξη του οδοστρώματος της παλιάς λίθινης γέφυρας του Πηνειού και πίσω τους διαγράφεται πανύψηλη η κωνική κορυφή της Όσσας. Ο Τρανός μαχαλάς επάνω στον Λόφο φαίνεται αρκετά απομακρυσμένος από τη ματιά του ζωγράφου και σχεδιάσθηκε με λεπτές και άτονες γραμμές. Δεξιά, η στοά του τεμένους του Χασάν μπέη θα έμοιαζε μάλλον με ναό της ελληνιστικής εποχής (κίονες, μετώπη, κλπ.), αν δεν υπήρχε ο μιναρές.
O περιηγητής Christopher Wordsworth, σπουδαγμένος στα καλύτερα πανεπιστήμια της χώρας του, ακολούθησε τον ιερατικό κλάδο, όπου έφθασε μέχρι τον βαθμό του επισκόπου. Ένθερμος φιλέλληνας καθώς ήταν, περιηγήθηκε τη χώρα μας για να θαυμάσει από κοντά τις ξακουστές αρχαιότητες και περιόδευσε ολόκληρο τον ελληνικό χώρο, ελεύθερο και τουρκοκρατούμενο. Καρπός όλων αυτών των περιηγήσεών του ήταν η συγγραφή του σπουδαίου οδοιπορικού του. Στη Θεσσαλία ο Wordsworth βρέθηκε κατά το τέλος της άνοιξης του 1833 και της αφιέρωσε ένα εκτεταμένο κεφάλαιο με τις εντυπώσεις του, εμπλουτισμένο με άφθονες ξυλογραφίες. Για τη Λάρισα γράφει σχετικά: «Τα τείχη αυτού του τόπου είναι ένας συνδυασμός αρχαιοτήτων και κακόγουστης τουρκικής αρχιτεκτονικής. Απαρτίζονται από κομμάτια παλαιών κιόνων και αρχιτεκτονικών μελών, τα οποία συνενώθηκαν με πρόχειρο τρόπο. Αξίζει να αναφερθούν τα τζαμιά της για τον μεγάλο αριθμό και την επιβλητικότητά τους. Λέγεται ότι υπάρχουν 24, ενώ δεν υπάρχει παρά μόνον ένας χριστιανικός ναός στη Λάρισα. 
Ο χαρακτήρας του πληθυσμού ταιριάζει μ’ αυτή την εμφάνιση. Ο ταξιδιώτης που έχει έλθει από άλλα μέρη της Ελλάδος βλέπει για πρώτη φορά πολλές ήρεμες μορφές, ντυμένες με πλούσια ρούχα, να κάθονται ήσυχα μπροστά στις πόρτες τους[1]. Πουθενά αλλού δεν θα συναντήσει κανείς τόσες πολλές μορφές, κάτι σαν φαντάσματα, οι οποίες κινούνται κλεφτά στους δρόμους, μέσα στις μακριές άσπρες φορεσιές τους, που η μοναδική επαφή που έχουν με τον κόσμο γίνεται με τη βοήθεια δύο ανοιγμάτων στα λινά τους καλύμματα, στο ύψος των ματιών. Αυτή την εμφάνιση είχαν οι Τουρκάλες στη Λάρισα... 
Τα μεταφορικά μέσα τα οποία φαίνονται να πηγαινοέρχονται στις πύλες της πόλεως αποτελούν μια ιδιομορφία της Λάρισας. Τα βαριά κάρα κινούνται αργά πάνω στους συμπαγείς τροχούς τους και είναι η πιο ευχάριστη ανάμνηση του παρελθόντος… όπως ήταν στην πραγματικότητα κατά την αρχαιότητα». 
Στη συνέχεια περιγράφει το παράπονο του μητροπολίτη της Λάρισας[2] και κατ’ επέκταση και όλων των Θεσσαλών, που οι διπλωματικές ενέργειες των Ευρωπαίων, μετά την επανάσταση του 1821, τους κράτησαν έξω από την ελληνική επικράτεια: «Τι έχουμε κάνει;» είπε ο μητροπολίτης στον ξένο ταξιδιώτη, κοιτάζοντας προς τα νερά του Πηνειού από ένα παράθυρο της επισκοπής. «Για ποιο πράγμα είμαστε ένοχοι ώστε να αποκλειστούμε με την τελευταία συνθήκη από τα σύνορα της ελεύθερης Ελλάδος; Δεν έχουμε αγωνισθεί πλάι-πλάι με τους συμπατριώτες μας για την ελευθερία που τώρα μόνον αυτοί απολαμβάνουν; Δεν έχουμε υπομείνει χρόνο με τον χρόνο την άσπλαχνη βία των τωρινών μας κυρίων και δεν έχουμε παλέψει για να αποτινάξουμε τον ζυγό από τον τράχηλό μας; Είμαστε κάτοικοι της αρχαίας Ελλάδος, η κοιτίδα της Ελλάδος, που εξορισθήκαμε από την δική μας χώρα. Ο Όλυμπος είναι αποκλεισμένος και μαζί μ’ αυτόν οι θεοί της Ελλάδος είναι εξορισμένοι από τη χώρα τους με τις δικές σας συνθήκες… 
Τα απομεινάρια της αρχαίας πόλεως της Λάρισας είναι εντελώς ασήμαντα. Μερικά τμήματα των τειχών της ελληνιστικής ακροπόλεως έχουν ενσωματωθεί στα κτίρια του τουρκικού παζαριού. Το όνομα της πόλης είναι ακριβώς το ίδιο με το αρχαίο. Στους τοίχους της ελληνικής αρχιεπισκοπής είναι εντοιχισμένες πολλές αρχαίες επιγραφές που αναφέρονται στην απελευθέρωση σκλάβων… Άλλες αρχαίες επιγραφές εντοπίζονται στις επιτύμβιες στήλες, οι οποίες έχουν αποσπασθεί από τους φυσικούς τους χώρους και τώρα είναι τοποθετημένες πάνω από τους τάφους, στα τουρκικά κοιμητήρια της πόλης. Τα νεκροταφεία τα οποία υπάρχουν τώρα, παρουσιάζουν μια παράξενη εμφάνιση και καλύπτουν έναν σημαντικό χώρο. Οι πέτρινοι τάφοι από άσπρο μάρμαρο, που είναι στριμωγμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο, καταλήγουν όλοι ψηλά σε ένα λοφίο ή κάλυμμα κεφαλής, που υποδεικνύει τον βαθμό ή το επάγγελμα του προσώπου στον οποίο ανήκει το μνημείο. Ο μπέης, ο καδής, ο μουλάς, ο ιμάμης, ο καθένας έχει το δικό του διακριτικό γνώρισμα…»[3].  
NIKOΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ
[1]. Η συνήθεια αυτή επικρατούσε μέχρι και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια τις καλοκαιρινές βραδιές, όταν τα περισσότερα σπίτια ήταν μονοκατοικίες, είχαν αυλές και οι γείτονες είχαν στενές ανθρώπινες σχέσεις. Η συνήθεια αυτή εξαφανίσθηκε με την κατασκευή των πολυώροφων οικοδομών.
[2]. Τη περίοδο που επισκέφθηκε τη Λάρισα ο Wordswoth (Μάιος του 1833), μητροπολίτης Λαρίσης ήταν ο Μελέτιος Δ’ (1825-1835). 
[3]. Christopher Wordsworth. Ταξίδι στη Θεσσαλία του 1833. μετ. Σωτήρης Κύρκος, εισαγωγή-σχόλια-επιμέλεια Κώστας Πάνος, Θεσσαλικό Ημερολόγιο, τόμ. 30, Λάρισα (1966) σ. 20.

Πέμπτη 17 Αυγούστου 2017

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις...

Ο Λόφος από ψηλά

Λάρισα. Άποψη του δυτικού τμήματος του Λόφου. Αεροφωτογραφία της δεκαετίας του 1960
Λάρισα. Άποψη του δυτικού τμήματος του Λόφου. Αεροφωτογραφία της δεκαετίας του 1960
Ο λόφος που βρίσκεται σήμερα στο κεντρικότερο σημείο της Λάρισας, υπάρχει από τα προϊστορικά χρόνια και συντροφεύει τον Πηνειό στην πορεία του προς τα μαγευτικά Τέμπη και από κει στη θάλασσα.
Πρόκειται για μια χαμηλή έπαρση του εδάφους μέσα στον απέραντο και επίπεδο κάμπο της ανατολικής Θεσσαλίας, εκτάσεως μερικών δεκάδων στρεμμάτων, ο οποίος στα σπλάχνα του περικλείει όλη την ιστορική διαδρομή της πόλεως από τους προϊστορικούς χρόνους μέχρι και τις μέρες μας. Στους κλασικούς χρόνους ήταν η ακρόπολη της Λάρισας με τα αρχαία ιερά της και το αρχαίο θέατρο. Στους χριστιανικούς χρόνους φιλοξενούσε το ιερό σκήνωμα του πολιούχου της Αγίου Αχιλλίου μέσα στην βασιλική που είχε κτισθεί στη μνήμη του. Κατά την Τουρκοκρατία δημιουργήθηκε μεταξύ των άλλων στο ψηλότερο σημείο της και το μπεζεστένι, η τούρκικη κλειστή αγορά, το κέλυφος της οποίας διατηρείται μέχρι σήμερα. Από την απελευθέρωση του 1881 και μετά, αρκετοί δημοτικοί άρχοντες προσπάθησαν να βάλουν την σφραγίδα τους στον λόφο για λόγους υστεροφημίας, χωρίς όμως σημαντικό αποτέλεσμα.
Η σημερινή φωτογραφία απεικονίζει το δυτικό τμήμα του Λόφου από ψηλά, όπως ήταν κατά την δεκαετία του 1960. Πρόκειται για αεροφωτογράφιση χαμηλού ύψους. Η πρώτη γνωστή αεροφωτογράφιση της Λάρισας έγινε τον Ιούνιο του 1917 από τα γαλλικά στρατιωτικά αεροπλάνα της Αντάντ. Είναι γνωστό ότι ο γαλλικός στρατός στις 30 Μαΐου 1917 με το παλιό ημερολόγιο, κατά τη διάρκεια του εθνικού διχασμού, είχε καταλάβει τη Λάρισα. Η αεροφωτογραφία του 1917 αποτυπώνει ένα μεγάλο κεντρικό τμήμα της Λάρισας, είναι όμως από πολύ ψηλά και δεν διακρίνονται λεπτομέρειες. Καλύτερες είναι οι αεροφωτογραφίσεις του Λόφου που έγιναν τα Θεοφάνεια του 1929, με την ευκαιρία της τελετής Κατάδυσης του Τιμίου Σταυρού από την γέφυρα του Πηνειού. Ακολούθησαν και άλλες φωτογραφίσεις από αέρος, οι οποίες έγιναν κατά διαστήματα τόσο προπολεμικά όσο και μεταπολεμικά, από αεροπλάνα της Πολεμικής Αεροπορίας και οι οποίες φυσικά δεν εκχωρούνται προς δημοσίευση.
Στην αεροφωτογραφία που δημοσιεύεται παίρνουμε μια ιδέα πως ήταν το δυτικό τμήμα του Λόφου κατά την δεκαετία του 1960. Στο κάτω μισό της φωτογραφίας διακρίνουμε από αριστερά το ρολόι που κτίσθηκε το 1952 επί δημαρχίας Δημητρίου Καραθάνου δίπλα από τα θεμέλια του πύργου του παλιού ρολογιού το οποίο καταστράφηκε από τον σεισμό του 1941. Η μελέτη και κατασκευή του ανατέθηκε στον πολιτικό μηχανικό Νικόλαο Βασ. Μίχο. Ήταν λευκό ψηλόλιγνο ρολόι. Κάθε πλευρά του είχε διάσταση περίπου τρία μέτρα, ενώ το ύψος του έφθανε τα 18,5 μέτρα. Στηριζόταν σε μια ευρεία τετράγωνη βαθμιδωτή βάση. Οι περισσότεροι το θυμόμαστε γιατί ανεβήκαμε και παίξαμε στα σκαλιά της βάσης του και στους γύρω κήπους και ακούσαμε τους δυνατούς χτύπους του «Καραθάνου», όπως είχε εντυπωθεί στη σκέψη και στη συνείδηση κάθε Λαρισαίου το όνομά του. Η διάρκεια ζωής του ήταν 40 χρόνια[1]. Τον Σεπτέμβριο του 1992 κατεδαφίσθηκε αναγκαστικά για να αποκαλυφθεί το αρχαίο θέατρο και καθώς η παρουσία του εντοπιζόταν στην περιοχή του επιθεάτρου, η τύχη του είχε προδιαγραφεί από καιρό.
Δεξιότερα διακρίνεται η οδός μητροπολίτου Αρσενίου και το πάρκο του Λόφου με τα ψηλά δένδρα, ενώ χαμηλότερα μόλις προβάλλει μέρος από την σκεπή του προσωρινού ναού του Αγ. Αχιλλίου. Στο άκρο δεξιό φαίνεται ο ελεύθερος χώρος μπροστά από το Ηρώο, που είχε ανεγερθεί πριν λίγα χρόνια.
Στο επάνω μισό της φωτογραφίας από αριστερά αναγνωρίζονται οι δρόμοι μητροπολίτου Διονυσίου του Φιλοσόφου και μητροπολίτου Πολυκάρπου, καθώς και τα κτίσματα που βρίσκονται κατά μήκος τους. Στη συνέχεια εικονίζεται ένας ευρύς επίπεδος τετραγωνισμένος χώρος, ο οποίος μετατράπηκε αργότερα στην Πλατεία Μητέρας. Προπολεμικά στο σημείο αυτό βρισκόταν η κατοικία που είχε κτίσει το 1882 ο μητροπολίτης Νεόφυτος και δίπλα του η κατοικία του Μακρή, τα οποία με τον σεισμό καταστράφηκαν και μεταπολεμικά ισοπεδώθηκαν. Δυτικά του κενού χώρου προβάλλει ο νέος μητροπολιτικός ναός του Αγίου Αχιλλίου. Τα εγκαίνια του νέου μεγαλοπρεπούς ναού είχαν γίνει στις 6 Ιουνίου 1965 από τον μητροπολίτη Λαρίσης Ιάκωβο Σχίζα (1960-1967) και από τότε ο ναός εξακολουθεί συνεχώς να εμπλουτίζεται, έτσι ώστε σήμερα να θεωρείται σαν ένας από τους μεγαλύτερους και ομορφότερους ναούς της Θεσσαλίας. Κατά την χρονολογία λήψεως της φωτογραφίας δεν είχε ακόμα κτισθεί το καμπαναριό του.
Προς τα δεξιά διαγράφεται ο όγκος του Β΄ Δημοτικού Σχολείου. Ήταν ένα μεγάλο διώροφο διδακτήριο με μεγάλη αυλή, η οποία εκτεινόταν μέχρι τις βόρειες παρυφές του Λόφου. Όπως αναφέρθηκε και άλλες φορές, η κατασκευή του άρχισε το 1929 επί δημαρχίας Μιχαήλ Σάπκα και αποπερατώθηκε το 1932. Κατά τη διάρκεια της τελετής των εγκαινίων ήταν παρών και ο τότε υπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου, Γεώργιος Παπανδρέου. Η κατασκευή του έγινε από τον εργολάβο των Αθηνών Κωνσταντίνο Μιχαλέα. Η ζωή του Σχολείου αυτού ήταν σχετικά σύντομη. Το 1941 με τον σεισμό ο επάνω όροφος θεωρήθηκε επικίνδυνος για να στεγάζει μαθητές και χρησιμοποιήθηκε μόνον ο κάτω όροφος. Το 1978, μέσα στα πλαίσια εξωραϊσμού της περιοχής του λόφου του Φρουρίου, το κτίριο του Β΄ Δημοτικού Σχολείου κατεδαφίσθηκε και στη θέση του βρίσκεται σήμερα πάρκο με προτομές και αναμνηστικές στήλες[2].
 [1]. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Το Ρολόι της Λάρισας. Ιστορική διαδρομή, εφ. "Ελευθερία" Λάρισας, φύλλο της 17ης Σεπτεμβρίου 2014.
[2]. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Το Β΄ Δημοτικό Σχολείο στο Φρούριο. Ιστορική διαδρομή. εφ. "Ελευθερία" Λάρισας, φύλλο της 19ης Νοεμβρίου 2014..
Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Τετάρτη 26 Ιουλίου 2017


 

Στην Ελληνική μυθολογία, ο Ιξίων (Ιξίωνας) ήταν ένας από τους Λαπίθες, βασιλιάς της Θεσσαλίας (με έδρα πιθανόν την Ιωλκό) και γιος του Φλεγύα. Γιος του ήταν ο Πειρίθους. Έλαβε ως σύζυγο τη Δία, θυγατέρα του Δηιονέα ή Δηίονα, υιού του Αιόλου, βασιλέα της Φωκίδας. Υποσχέθηκε στον πεθερό του ένα πολύτιμο δώρο, αθέτησε όμως την υπόσχεσή του. Ο Δηϊονεύς σε αντίποινα έκλεψε μερικά από τα άλογα του Ιξίωνα. Ο τελευταίος απέκρυψε την οργή του και προσκάλεσε τον πεθερό του σε εορταστικό γεύμα στη Λάρισα. Μόλις έφτασε ο Δηϊονέας, ο Ιξίωνας τον δολοφόνησε, σπρώχνοντάς τον στην πυρά. Με τη φρικτή αυτή πράξη, ο Ιξίωνας παραβίασε τον ιερό για τους Έλληνες νόμο της φιλοξενίας, προστάτης του οποίου ήταν ο Ξένιος Ζεύς. Οι γειτονικοί άρχοντες, προσβεβλημένοι, αρνήθηκαν να του προσφέρουν άσυλο ή να εκτελέσουν τα τελετουργικά που θα του επέτρεπαν να αποκαθαρθεί από την ενοχή του. Έκτοτε, ο Ιξίωνας κηρύχθηκε εκτός νόμου, έζησε ως απόβλητος και τον απέφευγαν οι πάντες. Σκοτώνοντας τον πεθερό του, έγινε ο πρώτος άνθρωπος στην Ελληνική μυθολογία που σκότωνε συγγενή του. Η τιμωρία που επέσειε κάτι τέτοιο ήταν τρομερή.
Κάποτε, ο Ιξίωνας, για να ξεφύγει από τους διώκτες του, κατέφυγε ικέτης σε ναό του Δία. Εκείνος συμπόνεσε τον Ιξίωνα, τον συγχώρεσε και μάλιστα τον ανέβασε στον Όλυμπο και τον κάθισε στο τραπέζι των θεών. Δείχνοντας αγνωμοσύνη, ο Ιξίωνας πόθησε τη θεά Ήρα, σύζυγο του Δία. Ο Δίας το αντιλήφθηκε και, για να δει μέχρι ποιου σημείου έφτανε η αγνωμοσύνη του Ιξίωνα, έδωσε τη μορφή της Ήρας στην Νεφέλη (σύννεφο – θεότητα) και ξεγέλασε τον Ιξίωνα ώστε να ζευγαρώσει μαζί της. Από την ένωση αυτή προήλθε το γένος των Κενταύρων (εξ ου και η ονομασία Ιξιονίδες). Ο Ιξίωνας τότε κεραυνοβολήθηκε και αποβλήθηκε από τον Όλυμπο. Ο Δίας διέταξε τον Ερμή να δέσει τον Ιξίωνα με φίδια σ’ έναν φλεγόμενο τροχό. Έτσι δεμένος, ο Ιξίωνας περιφέρεται αιώνια στον Τάρταρο.
Ο μύθος του Ιξίωνα μνημονεύεται από τον Διόδωρο, τον Πίνδαρο, τον Βιργίλιο (Γεωργικά, 4 και Αινειάδα, 6), καθώς και από τον Οβίδιο στις Μεταμορφώσεις, 12.

Τρίτη 18 Ιουλίου 2017

ΠΕΡΑΤΑΡΙΕΣ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ


Η Σκάλα της περαταριάς κοντά στα Παλαιά Σφαγεία. Φωτογραφία από επιστολικό δελτάριο του Στ. Στουρνάρα. Περίπου 1910-15Η Σκάλα της περαταριάς κοντά στα Παλαιά Σφαγεία. Φωτογραφία από επιστολικό δελτάριο του Στ. Στουρνάρα. Περίπου 1910-15
Τα παλιά χρόνια, όταν η κατασκευή γεφυριών ήταν κατασκευαστικά δύσκολη και πολυδάπανη, η γεφύρωση των ποταμών γινόταν με περαταριές, ειδικά στα σημεία όπου η συχνή συγκοινωνία το επέβαλε. Ως περαταριά θεωρούμε συνήθως μια αυτοσχέδια ξύλινη εξέδρα η οποία επιπλέει και εκτελεί την συγκοινωνία ανάμεσα σε δύο όχθες ενός ποταμού.
Η επίσημη ονομασία της είναι πορθμείο. Τις περαταριές μπορούμε να τις διακρίνουμε σε δύο κατηγορίες. Οι μεγαλύτερες, όπου μπορούσαν να διαπεραιωθούν και οχήματα, και οι μικρότερες που ήταν για ανθρώπους και ζώα. Το κατάστρωμά τους κατασκευαζόταν από παχιές σανίδες με επίπεδη καρίνα και για να είναι αδιάβροχες επαλείφονταν με παχύ στρώμα ασφάλτου. Οι πλάγιες πλευρές διέθεταν χαμηλή κουπαστή, ενώ το πρόσθιο τμήμα ήταν υπερυψωμένο για να προσαράζει ομαλά στην όχθη. Τις όχθες συνέδεε ανθεκτικό συρματόσχοινο σε ευθεία γραμμή, στερεωμένο γερά σε κάθε όχθη. Η περαταριά διέθετε μια αλυσίδα η οποία συνδεόταν με το συρματόσχοινο με κρίκο για να μην παρασύρεται από την ορμητική ροή του νερού. Ο καραβοκύρης μετακινούσε τη σχεδία πάνω στα νερά του ποταμού ασκώντας δύναμη κατά μήκος του συρματόσχοινου. Αυτή ήταν η λειτουργία κάθε περαταριάς, μικρής ή μεγάλης.
Μέχρι πριν μερικά χρόνια, ο Πηνειός κατά την διαδρομή του μέσα από την Λάρισα διέθετε τη μία και μοναδική γνωστή πέτρινη γέφυρα. Όμως οι Λαρισαίοι προπολεμικά, πέρα από τις βάρκες που χρησιμοποιούσαν, γεφύρωναν το ποτάμι και με δύο περαταριές. Η μία βρισκόταν κοντά στην περιοχή των Παλαιών Σφαγείων, ενώ η άλλη συνέδεε τη συνοικία Ταμπάκικα με το Αλκαζάρ στο ύψος του σημερινού σταδίου.
Η πρώτη δημιουργήθηκε από έναν ευφυέστατο επιχειρηματία, τον Ρωμύλο Αυδή. Είχε για χρόνια την διαχείριση του κέντρου Αλκαζάρ, όταν κατά το 1925 πυρκαγιά αποτέφρωσε εντελώς το κέντρο. Τότε σκέφθηκε να εκμεταλλευθεί ένα πυκνόφυτο, γεμάτο καραγάτσια φυσικό άλσος που βρισκόταν στην αριστερή όχθη του Πηνειού, λίγο πριν φθάσει κανείς στα Σφαγεία. Η περιοχή ήταν γνωστή ως «Καραγάτσια» και το επισκέπτονταν από παλιά με βάρκες οι Λαρισαίοι, είτε παρέες, είτε οργανωμένοι σε διάφορα σωματεία, συνήθως κατά την Πρωτομαγιά. Το ονόμασε «Λούνα Πάρκ» και για να βοηθήσει στην διαπεραίωση των επισκεπτών στην απέναντι όχθη, συνεργάσθηκε με έναν βαρκάρη και έφτιαξαν το 1929 την περαταριά, που ήταν μικρή και εξυπηρετούσε μόνον ανθρώπους, ζώα ή εμπορεύματα. Το κέντρο αυτό γνώρισε μεγάλες δόξες και τα καλοκαίρια οι άμαξες κατέβαζαν συνεχώς στη Σκάλα του Πηνειού Λαρισαίους αστούς με τις οικογένειές τους, για να περάσουν μια όμορφη και δροσερή βραδιά στο κατάφυτο «Λούνα Πάρκ». Πολλές φορές ήταν τόσο μεγάλη η προσέλευση ώστε το κέντρο δεν μπορούσε να τους εξυπηρετήσει όλους, με αποτέλεσμα να επιστρέφουν απέναντι στην δεξιά όχθη, όπου υπήρχε το γραφικό ταβερνάκι του Μπαλατζάρα.
Η δεύτερη περαταριά βρισκόταν και αυτή μέσα στην πόλη και συνέδεε τη δυτική πλευρά της συνοικίας Ταμπάκικα με τον χώρο του Αλκαζάρ. Στην πλευρά αυτή της συνοικίας, κοντά στη δεξιά όχθη του Πηνειού, λειτουργούσε από το 1907 ένα από τα πρώτα παγοποιεία της Λάρισας, του Κατσαούνη[1]. Αργότερα κοντά στο παγοποιείο δημιούργησε ένα όμορφο εξοχικό κέντρο ο Γ. Θεοδώρου, με πρόθεση να ψυχαγωγήσει τους Λαρισαίους που έφθαναν σε μια περιοχή με πανύψηλες λεύκες και καβάκια, ακολουθώντας την δεξιά όχθη του ποταμού. Επειδή από το κέντρο αυτό η θέα προς την περιοχή του Αλκαζάρ ήταν μαγευτική, ο επιχειρηματίας του συνεννοήθηκε με κάποιον βαρκάρη του Πηνειού και κατασκεύασαν περαταριά, για να δώσουν στους επισκέπτες του εξοχικού την δυνατότητα να κάνουν ένα σύντομο ταξιδάκι μέχρι την απέναντι αριστερή όχθη του ποταμού, στο ύψος του εξοχικού κέντρου «Κιβωτός» και στον κήπο του Παπασταύρου. Όμως ο συναγωνισμός με το ανακαινισμένο κέντρο «Αλκαζάρ» και την «Κιβωτό» δεν το ευνόησαν και το 1931 το κέντρο αυτό του Γ. Θεοδώρου έκλεισε.
Επί τουρκοκρατίας και για λίγα χρόνια μετά την απελευθέρωση λέγεται ότι υπήρχε και μια τρίτη περαταριά στην περιοχή «Γκιόλια[2]», μια περιοχή που βρίσκεται κοντά στο κτιριακό συγκρότημα της Αβερωφείου Γεωργικής Σχολής. Οι πλούσιοι Τούρκοι μπέηδες είχαν κτίσει στον χώρο αυτό εξοχικά σπίτια στη δεξιά όχθη του Πηνειού, του οποίου τα νερά στο σημείο αυτό ήταν καθαρά και βαθειά, ενώ οι όχθες του ήταν καλυμμένες με πανύψηλα καραγάτσια και περιβόλια γεμάτα από τριαντάφυλλα και γιασεμιά. Τις ζεστές ημέρες του καλοκαιριού οι μπέηδες μετακόμιζαν στα «Γκιόλια» για να αποφύγουν την αφόρητη ζέστη της Λάρισας και η περαταριά τούς έδινε την δυνατότητα να επισκέπτονται και την απέναντι όχθη. Με την περιοχή αυτή είναι στενά συνδεδεμένος και ο Δημήτριος Ροδόπουλος ή όπως τον γνωρίζουμε όλοι μας ο συγγραφέας Μ. Καραγάτσης, η αδελφή του οποίου είχε παντρευτεί τον Φιλοποίμενα Τζουλιάδη διευθυντή της Γεωργικής Σχολής. Προπολεμικά τα «Γκιόλια» επισκέπτονταν και τολμηροί ποταμοκολυμβητές σε ομάδες, οι οποίοι με το κολύμπι τους εξοικειώνονταν με τα δύσκολα νερά του Πηνειού και προετοιμάζονταν για την τελετή των Θεοφανείων.
Μια άλλη περαταριά λειτουργούσε λίγο πιο πάνω, στη Γούνιτσα (σημερινό όνομα Αμυγδαλή). Η περιοχή του χωριού αυτού ανήκε στον Έλληνα γαιοκτήμονα και επιχειρηματία Ευάγγελο Ιατρίδη, ο οποίος είχε εγκατασταθεί από τις αρχές του 20ου αιώνα στο κτήμα του στη Γούνιτσα, όπου μεταξύ των άλλων διέθετε και νερόμυλο μεγάλης ισχύος. Διασώζεται επιστολικό δελτάριο, ταχυδρομημένο το 1910, το οποίο απεικονίζει μεγάλη συντροφιά Λαρισαίων αστών, φιλοξενούμενων του γαιοκτήμονα Ιατρίδη, να βρίσκεται συνωστισμένη μέσα στην περαταριά που είχε κατασκευάσει ο ίδιος[3].
Η εικόνα που συνοδεύει το σημερινό κείμενο προέρχεται από επιστολικό δελτάριο του Βολιώτη φωτογράφου και ζωγράφου Στέφανου Στουρνάρα. Πρόκειται για χρωμολιθόγραφη φωτογραφία, η οποία χρονολογείται περί τα 1910-15. Αποτυπώνει την Σκάλα του Πηνειού, μια περιοχή όπου με τη βοήθεια μεγάλων τετραγωνισμένων λίθων[4] είχε δημιουργηθεί μια προσπέλαση προς το ποτάμι, όπου προσάραζαν βάρκες για να μεταφέρουν στην απέναντι όχθη επιβάτες και εμπορεύματα. Διακρίνεται ομάδα γυναικών να πλένει δίπλα στη Σκάλα του Πηνειού τα ρούχα της οικογένειας. Επίσης διακρίνονται και άλλα άτομα και ζώα, τα οποία προφανώς περιμένουν να επιβιβασθούν σε βάρκα. Η περαταριά δεν είχε ακόμη κατασκευασθεί. Μπροστά κάποιο κοπάδι με πρόβατα βόσκει στην όχθη, ενώ στο βάθος της κοίτης του ποταμού απεικονίζεται το περίφημο «νταϊλιάνι», η ιχθυοπαγίδα, μια πρόχειρη κατασκευή από πλεγμένα ξύλα, η οποία παγίδευε τα ψάρια του Πηνειού. Στο βάθος της εικόνας διακρίνονται αμυδρά από αριστερά κατά σειρά: το παλιό τουρκικό ρολόι, τα καμπαναριά του ναού του Αγίου Αχιλλίου, οι παραποτάμιοι μύλοι, η συνοικία Ταμπάκικα αραιοκατοικημένη και η εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής (Παναγία).
Σήμερα η περιοχή αυτή έχει εξωραϊσθεί, η πλούσια βλάστηση στις όχθες έχει μειωθεί και οι περαστικοί που κάνουν τον υγιεινό περίπατό τους, μπορούν να αναπλάσουν με την φαντασία τους πως ήταν προπολεμικά ο χώρος αυτός.
 [1]. Οι αδελφοί Κατσαούνη ήταν μια πλούσια οικογένεια επιχειρηματιών της Λάρισας. Εκτός από μια τεράστια περιουσία που διέθεταν σε ακίνητα στην κεντρική αγορά της Λάρισας, είχαν στήσει αντλία στην δεξιά όχθη του Πηνειού για την άντληση νερού από το ποτάμι και την διανομή του με βαρέλια σε σπίτια και καταστήματα της Λάρισας. Μέσα στις εμπορικές δραστηριότητές τους περιλαμβάνεται και το παγοποιείο που είχαν δημιουργήσει στη συνοικία Ταμπάκικα.
[2]. Το όνομα «Γκιόλια» προέρχεται από παραφθορά της τουρκικής λέξεως «γκιούλ» η οποία σημαίνει τριαντάφυλλο.
[3]. Επιστολικά δελτάρια. Εκδόσεις ελληνικές και ευρωπαϊκές (1900-1960), συλλογή Γ. και Λ. Γουργιώτη, Λαογραφικό Ιστορικό Μουσείο Λάρισας, Λάρισα (2007) σελ. 38.
[4]. Σήμερα έχει αποδειχθεί από τον αρχαιολόγο Θανάση Τζιαφάλια ότι οι πέτρες αυτές είναι αρχιτεκτονικά μέλη τα οποία αφαιρέθηκαν από το ερειπωμένο Α΄ Αρχαίο Θέατρο και μεταφέρθηκαν στην περιοχή για να κατασκευασθεί η Σκάλα.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Κυριακή 16 Ιουλίου 2017

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

Η οδός Αχιλλέως



Η οδός Αχιλλέως. Μια αινιγματική φωτογραφία από επιστολικό δελτάριο, η οποία πρόσφατα ταυτοποιήθηκε. Αρχές δεκαετίας 1930.Η οδός Αχιλλέως. Μια αινιγματική φωτογραφία από επιστολικό δελτάριο, η οποία πρόσφατα ταυτοποιήθηκε. Αρχές δεκαετίας 1930.
Εδώ και πολλά χρόνια μεταξύ των συλλεκτών οι οποίοι συγκεντρώνουν επιστολικά δελτάρια (καρτ ποστάλ) της Λάρισας συγκαταλέγεται και η σημερινή εικόνα, η οποία φέρει την ένδειξη «Οδός Αχιλλέως».
Είναι γνωστό ότι προπολεμικά και για πολλά χρόνια ως οδός Αχιλλέως προσδιοριζόταν η σημερινή οδός Παναγούλη. Όμως όλες οι αναγνώσεις της φωτογραφίας αυτής που έγιναν από σπουδαίους συλλέκτες (όπως ο Αντώνης Γαλερίδης που μας άφησε νωρίς), από ιστορικούς της Λάρισας (όπως ο έμπειρος και πολυγραφότατος Γιώργος Ζιαζιάς, τον οποίο τον χάσαμε πριν λίγα χρόνια αιωνόβιο) και από παλιούς Λαρισαίους, δεν μπόρεσαν να εντοπίσουν επακριβώς ποιο σημείο του συγκεκριμένου δρόμου απεικονίζει.
Θυμάμαι χαρακτηριστικά το 2006, όταν έγινε η έκθεση φωτογραφίας με τον τίτλο «Η Λάρισα που έφυγε για πάντα», στην αίθουσα «Τάκης Τλούπας» στο Χατζηγιάννειο Πνευματικό Κέντρο, ότι μετά την σύντομη τελετή των εγκαινίων, κατά την διάρκεια της περιήγησης των εκτεθειμένων φωτογραφιών, μια ομάδα Λαρισαίων αποτελούμενη από τον τότε δήμαρχο Κώστα Τζανακούλη, τον Μιχάλη Τσακίρη, πρόεδρο του Πολιτιστικού Οργανισμού του Δήμου Λαρισαίων, τον Φώτη Νατσιούλη, πρόεδρο της Φωτογραφικής Λέσχης Λάρισας, τον επίτιμο δικηγόρο Γιώργο Ζιαζιά και τον Αντώνη Γαλερίδη, σταθήκαμε πολύ ώρα μπροστά στην φωτογραφία και ο καθένας μας, σύμφωνα με τις προσωπικές του εμπειρίες, την ερμήνευε διαφορετικά, χωρίς όμως να μπορέσουμε να καταλήξουμε όλοι σε ένα πειστικό συμπέρασμα.
Όταν πριν από 1,5 χρόνο δημιουργήθηκε από μια ομάδα φίλων της παλιάς φωτογραφίας της Λάρισας η «Φωτοθήκη», η δράση της οποίας ως γνωστόν επικεντρώνεται στη συλλογή, καταγραφή, τεκμηρίωση και ανάλυση παλαιών φωτογραφιών, χαρακτικών, ζωγραφικών τοπίων, προσώπων και πορτραίτων ανθρώπων της Λάρισας και της περιοχής της, η φωτογραφία αυτή προβλημάτισε για πολύ και την ομάδα αυτή, αλλά χωρίς κανένα αποτέλεσμα αποδεκτό απ’ όλους. Εκφράσθηκε ακόμη και η ακραία άποψη ότι η φωτογραφία της κάρτας δεν απεικονίζει δρόμο της Λάρισας, αλλά μιας άλλης πόλεως[1]. Όμως πρόσφατα ο Βαγγέλης Ρηγόπουλος, συνταξιούχος δημοσιογράφος και μέλος της Φωτοθήκης, οπλίσθηκε με υπομονή και με την φωτογραφία ανά χείρας επιχείρησε να εντοπίσει το σημείο του δρόμου που απεικονίζεται. Διέτρεξε ολόκληρη την διαδρομή της οδού Αχιλλέως (Παναγούλη σήμερα), η οποία σε κάποιο σημείο κάμπτεται ελαφρώς και οδηγεί τελικά στον σιδηροδρομικό σταθμό του Διεθνούς[2].Το τμήμα αυτό της οδού Αχιλλέως μετονομάσθηκε αργότερα σε οδό Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Τελικά ο ερευνητής, έπειτα από επιτόπια έρευνα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η φωτογραφία που συνοδεύει το κείμενο είναι η σημερινή οδός Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, που αποτελούσε το τελικό τμήμα της οδού Αχιλλέως, η οποία όπως αναφέρθηκε έφθανε με μια μικρή καμπύλη τροχιά στον σταθμό των τρένων. Ο φωτογράφος εδώ στάθηκε στην περιοχή αυτής της καμπύλης του δρόμου και αποτύπωσε όλη την σημερινή Κων. Παλαιολόγου μέχρι το τέλος της πλατείας του σταθμού, η οποία λόγω της πυκνής δενδροφύτευσης του δρόμου δεν είναι ορατή. Ως επίρρωση όλων αυτών αναφέρουμε ότι στις αρχές του 20ου αιώνα η τυπογραφική εταιρεία των Αθηνών Πάλλης και Κοτζιάς κυκλοφόρησε επιστολικό δελτάριο το οποίο απεικονίζει την οδό Αχιλλέως, την οποία όμως την αναφέρει στη λεζάντα ως οδό Σιδηροδρόμων.
Με την ευκαιρία αυτή θα πρέπει να αναφέρουμε ότι η ονομασία της οδού Αχιλλέως είναι πολύπαθη. Έχει κατά καιρούς αλλάξει πολλές ονομασίες, ανάλογα με τις «εμπνεύσεις» του εκάστοτε Δημοτικού Συμβουλίου. Για την ιστορία θα αναφέρουμε μερικές.
--Για πολλά χρόνια ήταν γνωστή ως Αχιλλέως, προς τιμήν του μυθικού ήρωα της περιοχής μας στον Τρωικό πόλεμο.
--Αρχές του 20ου αιώνα μετονομάσθηκε σε Παύλου Στεφάνοβικ προς τιμήν του μεγάλου ευεργέτη όχι μόνον του ελληνισμού, αλλά και της περιοχής μας (δωρεά μεγάλων αγροτικών εκτάσεων στο δημόσιο, τα λεγόμενα Στεφανοβίκεια κτήματα, ευεργεσίες σε κεντρικούς ναούς της Λάρισας, το Δημοτικό νοσοκομείο, σχολεία και απόρους, κατά την επίσκεψή του στην πόλη μας τον Απρίλιο του 1900, κλπ.
--Πρίγκηπος Ανδρέου. Ήταν γιος του βασιλιά Γεωργίου Α’ και αδελφός του διαδόχου Κωνσταντίνου. Το 1905 ήλθε στη Λάρισα και ανέλαβε την διοίκηση του Συντάγματος Ιππικού που είχε έδρα την πόλη μας. Συνοδευόταν από την γυναίκα του Αλίκη, η οποία ήταν αδελφή του λόρδου Μαουντμπάντεν και για την διαμονή τους νοίκιασαν το ομορφότερο αρχοντικό της Λάρισας, του Κωνσταντίνου Σκαλιώρα. Ας σημειωθεί ότι ο Ανδρέας και η Αλίκη είναι οι γονείς του σημερινού βασιλικού συζύγου της Αγγλίας Φιλίππου.
-- Μετά από την νικηφόρο πορεία του ελληνικού στρατού προς την Θεσσαλονίκη ονομάσθηκε σε Διαδόχου Κωνσταντίνου και εν συνεχείασε Βασιλέως Κωνσταντίνου, όταν έγινε βασιλιάς μετά την δολοφονία του Γεωργίου Α’ το 1913 στη Θεσσαλονίκη.
--Οδός Αλεξάνδρου Παναγούλη ονομάσθηκε μετά την μεταπολίτευση.
Υπήρξαν και άλλες ονομασίες του δρόμου αυτού, αλλά όμως ήταν βραχύβιες και δεν υιοθετήθηκαν από τους Λαρισαίους.
Αναλύοντας την κάρτα διαπιστώνουμε ότι η εκδοτική εταιρεία η οποία κυκλοφόρησε το επιστολικό δελτάριο δεν αναγράφεται, ο φωτογράφος είναι άγνωστος, η δε χρονολογία συμπεραίνεται έμμεσα από τους στύλους φωτισμού κατά μήκος του δρόμου και από την επιμελημένη κατασκευή των ρείθρων των πεζοδρομίων. Όλα αυτά τα έργα έγιναν επί δημαρχίας Σάπκα και από το γεγονός αυτό η φωτογραφία αποδίδεται χρονολογικά στις αρχές της δεκαετίας του 1930.
------------------------------------------------
[1]. Δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο, σε επιστολικά δελτάρια και κυρίως σε απλές φωτογραφίες οι οποίες αναρτώνται σε διάφορες ηλεκτρονικές δημοπρασίες, να αναφέρεται ότι απεικονίζουν άλλη περιοχή από την πραγματική.
[2]. Ο σταθμός ονομαζόταν επίσης και Λαρισαϊκός, σε αντιδιαστολή με τον Θεσσαλικό σιδηροδρομικό σταθμό που υπήρχε στην περιοχή αυτή, αλλά σε άλλη θέση νοτιότερα.
Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Δευτέρα 26 Ιουνίου 2017

Η ΛΑΡΙΣΑ ΤΟΥ 1890

Μια όμορφη περιγραφή της



Έξω από το ξενοδοχείο «Στέμμα» στην Κεντρική Πλατεία. Φωτογραφία του 1896.Έξω από το ξενοδοχείο «Στέμμα» στην Κεντρική Πλατεία. Φωτογραφία του 1896.
Τελειώνουμε σήμερα τις εντυπώσεις του αθηναίου δημοσιογράφου και διευθυντή της εφημερίδας «Ακρόπολις» Βλάση Γαβριηλίδη από ένα ταξίδι του στη Θεσσαλία το 1890, οι οποίες δημοσιεύθηκαν σε συνέχειες στην εφημερίδα του λίγους μήνες αργότερα με τον τίτλο «Ανά την Θεσσαλίαν».
Το κείμενό μας, όπως ήταν φυσικό, επικεντρώθηκε στις εντυπώσεις του από τη Λάρισα, η οποία είχε μόνον λίγα χρόνια που ελευθερώθηκε. 
Την περίοδο εκείνη το αγροτικό κίνημα είχε αρχίσει να αναδύεται έντονο μέσα στους κόλπους των γεωργών. Ο συγγραφέας σαν δημοσιογράφος που ήταν, το γνώριζε, και καθώς συναναστράφηκε και με γεωργούς της Θεσσαλίας διαισθάνθηκε τη συνέχεια και γι’ αυτό τα γραπτά του αποδείχθηκαν προφητικά. Γράφει: «Καταλαμβάνω την γην και υποδουλώ τους κατοίκους. Είπεν ο μεγαλοκτηματίας και εγένετο. Την κατέλαβε δι’ εαυτόν , αγνοών ότι δεν του ανήκει. Και παν ό,τι δεν σου ανήκει άνθρωπε, σε καταστρέφει. Δύνασαι να την αγοράσης άπαξ, να την αγοράσης δις, να πληρώσης τόσον χρυσίον δι’ αυτήν ώστε να την σκεπάσης ολόκληρον. Μάτην, η γη δεν σου ανήκει μεθ’ όλα ταύτα, ως δεν ήτο ιδική σου προ όλων τούτων. Η γη είναι του καλλιεργητού. Χίλιαι αγοραί και δισχίλια πωλητήρια δεν καταργούν τα δικαιώματά του, ουδέ τα ελαττόνουν. Τον καταθλίβουν, τον στενοχωρούν, τον εκμυζούν, τον κάμνουν κτήνος, του αφαιρούν την άνεσιν, την όρεξιν, το θάρρος, την ελπίδα, την ρώμην. Αλλ’ η γη είναι μεγάλη, η γη είναι εύσπλαχνος, η γη είναι μήτηρ, θα ξεφουρνίση αργά ή ογλίγωρα, μετά μίαν ή μετά δύο γενεάς, την γενεάν των εκδικητών[1], οίτινες θα αποδώσουν τα του Θεού τω Θεώ. Ο Θεός δεν αρνείται τον μεγαλοκτημτίν, αναγνωρίζει τον γεωργόν».
Στη συνέχεια, μέσα σε λίγες εκατοντάδες λέξεων περιγράφει ο πολυτάξιδος συγγραφέας με τον δικό του απαράμιλλο τρόπο και τη Λάρισα όπως την είδε με τα έμπειρα μάτια του. Γράφει σχετικά: «Ενδιαφέρουσα δια την ποικιλίαν των φυλών της, την ζωήν της την πολύν, δια την δημιουργικήν της κίνησιν, δια το παράδοξον της εικόνος της, δια την γοργότητα της αναπτύξεώς της, δια το μέλλον της το εύελπι. Όστις θέλει να ιδή κυοφορουμένας πόλεις ας την επισκεφθή. Παρουσιάζει το θέαμα οικίας κτιζομένης. Η Λάρισα κτίζεται. Όλα γίνονται τώρα. Δρόμοι, πλατείαι, καταστήματα, οικοδομαί, ξενοδοχεία, εμπορικά, αγοραί. Σχεδόν και άνθρωποι. Διότι η Λάρισσα είναι χωρίς Λαρισσηνούς. Βλέπεις Αθηναίους, Πελοποννησίους, Στερεοελλαδίτας, Οθωμανούς, Εβραίους, Βλάχους, Γκέκηδες[2], Ιταλούς, Φράγκους, Κωνσταντινουπολίτες. Μόνον Λαρισσηνούς δεν βλέπεις. Πού είναι; Γίνονται. Βράζουν. Μέσα εις την ανθρωπόχυτραν της νέας δημιουργίας. Ποία στρώματα θ’ ανέλθουν επάνω, ποία θα κατασταλάξουν κάτω, ουδείς από τούδε δύναται να είπη. Είδετε τι γίνεται εν πηλίνω δοχείω επί πυράς όπου τελείται φασουλοβρασμός; Έν διηνεκές άνω κάτω, μετά θορύβου, μετά βοής. Ο αυτός θόρυβος, η αυτή βοή, το αυτό άνω κάτω εν Λαρίσση. Εις τας οδούς, εις τα καφενεία, εις την αγοράν, εις τα μαγαζειά. Τίποτε δεν είναι εις την θέσιν του. Ουδείς εις την ιδικήν του. Γέλοια δε παντού και φωναί και κακό και ανακατωμός. Μεταξύ Τουρκοπόλεως, Χριστιανουπόλεως, Εβραιοπόλεως, Ευρωποπόλεως. Δικασταί ανανακατωμένοι με στρατιωτικούς, στρατιωτικοί με πολίτας, χανούμισσαι με εβραίας. διερμηνείς του Κορανίου με δεσποτάδες, χαμάμηδες με ελληνοδιδασκάλους, Ταλμούδ[3] και Ροβινσών, Εσθήρ[4] και φουστανέλα, μελωδία εβραϊκή και απαγγελία ελληνική, αμανές και Τροβατόρε[5], γιαούρτι και κρέμα, αρνί αλλά παλληκάρ και σαπουνοχαλβάς, Τσάμης[6] ξενοδόχος πρώην αρματωλός και Κωτσάκης εφέτης με όλον τον μη μου άπτου νεοπλουτισμόν του, λησταί εις τα φυλακάς και λησταί έξω των φυλακών, Όλυμπος δεξιά και αριστερά μουσική στρατιωτική με καδρίλλαις του Όφενμπαχ[7], βλαχόκαλτσα και πτερνιστήρες[8], οικοδέποιναι γαλλίδες ψωνίζουσαι εις τη αγοράν και σαρακοντούτιδες χαλβαδοπλάστοι Λαρισσηναί ερωμέναι αρχιληστών, έν μέγα καφενείον ως είδος πανδαιμόνιον με οκτώ χιλιάδας σφαιριστήρια και 18.000 ναργιλέδες, τζαμιά εγκαταλελειμμένα εκατόν, τζαμιά νεοκτιζόμενα διακόσια[9], καπνοπωλεία χωρίς καπνοπακέτα και ο καπνός όλος πωλούμενος στους δρόμους ελεύθερος, ως τα ελεύθερα μυαλά των Κυρίων Καραπάνου και Δηλιγιάννη, ξενοδοχεία του ύπνου τιτλοφορούμενα γαλλιστί Du pon ton ή ελληνιστί του καλού κόσμου, με κρεββάτια χωρίς σινδόνια ή σινδόνια χωρίς κρεββάτια, κουρεία τα οποία γαλλιστί ονομάζoνται Barberies – ανακάλυψις του καλού μου φίλου κ. Κυργουσίου- χρυσοχοεία εγχώρια και χρυσοχοεία Ευρώπης, Δημαρχείον το οποίον καταρρέει και ξενοδοχείον του δημαρχείου το οποίον κτίζεται, δήμαρχος όστις είναι Ιθακήσιος και πολιτευταί Λαρίσσης φαινόμενοι ως Ανατολίται, δικηγόροι από κάθε καρυδιάς καρύδι και ιατροί των οποίων ουδείς είναι εκ Λαρίσσης[10], μία Γέφυρα ήτις αριθμεί αιώνας και εφ’ ής βλέπω χαραγμένον το σύγχρονον όνομα του Στρατηγού Σαπουντζάκη[11], ποταμός όστις είναι πλωτός, αλλ’ άνευ ουδενός πλοιαρίου, σάκκάδες οίτινες πωλούν νερό εφ’ ίππων εντός δερματίνων σάκκων, προσδίδοντες εις την πόλιν όψιν στρατοπέδου, στρατώνες πολυάριθμοι άνευ στρατού και ιππικόν άνευ ίππων, ιδού η Λάρισσα au vol d’ oiseau (όπως τη βλέπουν τα πουλιά). [1]. Δεν χρειάσθηκε να περάσει ούτε κάν μία γενεά ολόκληρος για να αρχίσουν οι διεκδικήσεις και να δικαιωθεί ο Γαβριηλίδης με τα γεγονότα του Κιλελέρ (1910). Τελικά όπως είναι γνωστόν οι απαλλοτριώσεις των τσιφλικιών ολοκληρώθηκαν τις παραμονές του Β’ Παγκοσμίου πολέμου.
[2]. Γκέκηδες. Αλβανική φυλή, τα μέλη της οποίας είναι εγακτεστημένα στη Βόρειο Αλβανία. Πολλοί απ’ αυτούς έφθαναν παλαιότερα στη Λάρισα κατά την εποχή του θερισμού, για να εργασθούν στα χωράφια μεγαλοκτηματιών.
[3]. Ταλμούδ σημαίνει μελέτη, διδασκαλία. Εδώ πρόκειται για μια ογκώδη συλλογή εβραϊκών κειμένων, προϊόν του μεσαιωνικού Ιουδαϊσμού και αποτελεί τη συνέχεια της Ιουδαϊκής Βίβλου. Περιλαμβάνει κείμενα που αφορούν την ερμηνεία του μωσαϊκού Νόμου ποικίλο άλλο υλικό.
[4]. Εδώ ο συγγραφέας δεν αναφέρεται στη βιβλική μορφή της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά στην ηρωίδα του συγγραφέα Καρόλου Ντίκενς, η οποία αποτελεί την προσωποποίηση της αθωότητας.
[5]. Είναι γνωστό ότι οι νέοι κάτοικοι της Λάρισας από την παλιά Ελλάδα έφεραν μαζί τους και την αγάπη για το λυρικό τραγούδι, το οποίο συνόδευε τις εύθυμες στιγμές του καθημερινού βίου τους. Ο συγγραφέας αναφέρει τη μουσική ως τροβατόρε από την ομώνυμη όπερα του ιταλού συνθέτη Giuseppe Verdi.
[6]. Τσάμηδες θεωρούνται οι απόγονοι Ορθοδόξων Χριστιανών της Ηπείρου οι οποίοι εξισλαμίσθηκαν κατά τον 17ο αιώνα. Η αλλαγή θρησκεύματος τους οδήγησε πολύ γρήγορα και στη μεταστροφή της εθνικής συνείδησης. Έγιναν Τουρκαλβανοί και φανατικοί διώκτες των Ρωμιών.
[7]. Καντρίλιες. Ευρωπαϊκός χορός του 19ου αιώνα που τον χόρευαν τα ζευγάρια αντικριστά. Τους συναντάμε συχνά στις οπερέτες του μουσικού συνθέτη Jacques Offenbach (1819-1890).
[8]. Πρόκειται για μεταλλικό αντικείμενο που προσαρμόζεται στην φτέρνα των υποδημάτων των ιππέων και το οποίο έχει αιχμή ή τροχίσκο στο εξωτερικό του άκρο, με το οποίο κεντά ο αναβάτης το υποζύγιο για να τρέξει. Κοινή ονομασία του το σπιρούνι. 
[9]. Δεν μπορώ να εξηγήσω σε τι αποσκοπεί αυτή η οφθαλμοφανής υπερβολή. 
[10]. Η αλήθεια είναι ότι με την απελευθέρωση του 1881 γέμισε η Λάρισα από δικηγόρους και συμβολαιογράφους. Έφθασαν από την παλιά Ελλάδα, οσμιζόμενοι μεγάλη αύξηση των εργασιών τους με την πώληση των τεράστιων ιδιοκτησιών των μπέηδων οι οποίοι μετακόμιζαν από τη Λάρισα στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Στους γιατρούς δεν συνέβη το ίδιο. Ήδη υπήρχαν από την περίοδο της τουρκοκρατίας αρκετοί Λαρισαίοι, οι οποίοι μάλιστα εξυπηρετούσαν και τους Οθωμανούς της πόλεως. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Χαστανιέ. Το τουρκικό νοσοκομείο της Λάρισας, εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 1ης Ιανουαρίου 2014. 
[11]. Το 1886 τάγμα μηχανικού του Ελληνικού Στρατού με επικεφαλής τον αξιωματικό Σαπουντζάκη ανέλαβε να διαπλατύνει τη γέφυρα, Βλέπε: Παπασταύρου Αμαλία, Ημερολόγιον του πολέμου ανευρεθέν εν Λαρίσση, από 1-14 Απριλίου 1897, Αλεξάνδρεια (1897) σελ. 3: «.. κατά την επιστρατείαν εκείνην (1886), το μόνον περιφανές έργον της ήτο η γέφυρα της Λαρίσσης, ήτις ηυξύνθη υπό του λόχου του μηχανικού επί στρατηγίας Σαπουντσάκη».
Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com