Πέμπτη 7 Σεπτεμβρίου 2017

Η απελευθέρωση της Λάρισας


Η γέφυρα της Λάρισας 1833. WORDSWORTH CHR. (μετ. ΣωτήρηςΕυ. Κύρκος), «Ταξίδι στη Θεσσαλία του 1833: Οι μύθοι της Θεσσαλίας. Τοπογραφική περιγραφή της Θεσσαλίας. Λάρισα. Τέμπη. Φάρσαλα. Βελεστίνο. Βόλος», Θεσσαλικό Ημερολόγιο, 30 (1996) 19-48.Η γέφυρα της Λάρισας 1833. WORDSWORTH CHR. (μετ. ΣωτήρηςΕυ. Κύρκος), «Ταξίδι στη Θεσσαλία του 1833: Οι μύθοι της Θεσσαλίας. Τοπογραφική περιγραφή της Θεσσαλίας. Λάρισα. Τέμπη. Φάρσαλα. Βελεστίνο. Βόλος», Θεσσαλικό Ημερολόγιο, 30 (1996) 19-48.
31η Αυγούστου 1881. Ημέρα ποίησης και αγίας παραμυθίας ανέτειλε, επιτέλους, στη Λάρισα, αναφέρει σε άρθρο της η εφημερίδα της Κωνσταντινούπολης, Νεολόγος.
Έπρεπε να αναπηδήσει από τον βοιωτικό του τάφο ο Πίνδαρος, για να τραγουδήσει από τις κορυφές του Ολύμπου τα θαυμάσια της αξιομνημόνευτης ημέρας, κατά την οποία η Λάρισα προσήλθε να κλίνει την κεφαλήν της υπό τον μητρικό κόλπο. Μία νύχτα παλμών και ελπίδων μόλις πέρασε, κι ανέτειλε μια μέρα που έδιωξε το σκοτάδι της μακραίωνης δουλείας. Η πόλη καθ’ όλη τη διάρκεια της προηγούμενης νύκτας βρισκόταν σε εγρήγορση. Είχε υπακούσει στο παράγγελμα του Σωτήρος και αγρυπνούσε, μη τυχόν ο Νυμφίος την βρει τα μεσάνυχτα ανέτοιμη.
 Ο Δίας, συνεχίζει ο ανταποκριτής, από τις κορυφές του Ολύμπου είχε δώσει διαταγές στον Απόλλωνα να χαιρετίσει την ημέρα αυτή με όλη τη λάμψη που της ταίριαζε. Οι κάτοικοι, αφού ευπρεπίστηκαν, ξεχύθηκαν από τα χαράματα στους δρόμους ανταλλάσσοντας μεταξύ τους ασπασμούς ανάστασης και ηθικής παλιγγενεσίας. Κρατώντας σημαίες και δάφνες στα χέρια, προχωρούν προς το μέρος της πύλης των Τρικάλων απ’ όπου αναμενόταν να εισέλθει ο ελληνικός στρατός ως άλλος Μεσσίας, για την αγάπη του οποίου είχαν χυθεί πολλά δάκρυα και πολλοί στεναγμοί προσφέρθηκαν ως ιλαστήριος θυσία στον θρόνο του Δημιουργού. Οι νέοι και οι νέες της πόλης, με την αγνότητά τους ως σύμβολο και ένδυμα, βγήκαν να υποδεχτούν τον ελληνικό στρατό, έτοιμοι να τον προσφωνήσουν και να τον ράνουν με άνθη που είχαν μαζέψει από τους πρόποδες του Ολύμπου και τις όχθες του Πηνειού.
Στην είσοδο της πόλης, όπου την προηγούμενη νύκτα είχε κατασκευαστεί μία αψίδα στολισμένη με φύλλα δάφνης, είχαν συγκεντρωθεί οι Αρχές του τόπου, ενώ στις δύο πλευρές του δρόμου παρατάχθηκαν όσοι έφεραν τις σημαίες των περισσοτέρων χωρίων της Πελασγιώτιδας. Από τις σημαίες πιο πολυτελής ήταν η «βαρύτιμος χρυσοκέντητη της Λαρίσσης» η οποία έφερε χρυσοκέντητες τις τρεις αυτές λέξεις «Ζήτω το Έθνος» και την οποία κρατούσε ένας από τους καλλίτερους νέους της πόλης, ο φοιτητής της Ιατρικής κ. Ευρ. Α. Μακρής. Κοντά στη σημαία στέκονταν η δασκάλα Αγγελική Σκόδρα με τα κορίτσια του Παρθεναγωγείου, ντυμένα στα λευκά. Λίγο πιο πέρα στέκονταν εκείνοι που κρατούσαν τις δύο σημαίες της εβραϊκής κοινότητος, μαζί με τους δασκάλους και τους μαθητές αυτής. Ο κλήρος με τον οποίο κάθε χαρά και κάθε οδύνη συμμερίστηκε το ελληνικό έθνος στα μαύρα χρόνια της δουλείας, φορώντας κυανόλευκα άμφια, κρατώντας λαμπάδες στολισμένες με τα εθνικά χρώματα και την εικόνα της Αναστάσεως του Σωτήρος, στολισμένη με λευκά άνθη και πλούσιες κυανές ταινίες, παρατάχθηκε στην είσοδο της αψίδας, εν χορώ ψάλλοντες τα Αναστάσιμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Στη συνέχεια, ο αρθρογράφος διαπιστώνει ότι του είναι δύσκολο να βρει τα προσήκοντα χρώματα για να περιγράψει τα αισθήματα των ανθρώπων, που βλέπουν την πατρίδα τους να απελευθερώνεται από τον τουρκικό ζυγό. Είχε υποφέρει πολλά και είχε πάθει πολλά. Μάρτυρες των παρελθόντων δεινών του ήταν οι θέσεις στις οποίες συνωθούνταν, ενώ η γύρω φύση και οι απέραντες πεδιάδες του υπενθύμιζαν τραγικές σκηνές, των οποίων θύματα και ήρωες έγιναν εκείνοι, οι οποίοι δεν ήταν γραφτό τους να χαιρετίσουν την μέρα, που θα γινόταν βάλσαμο στις πληγές τους.
Όταν, επιτέλους, φάνηκαν στο βάθος της μεγάλης λεκάνης, την οποία αποτελούν τα κυκλικά όρη του τμήματος αυτού, οι λόγχες των Ελλήνων στρατιωτών, πολλοί φώναξαν «Νυν απολύεις», ενώ οι περισσότεροι ανέβηκαν στα υψώματα, ως άλλοι Ιουδαίοι, βλέποντας την νεφέλη του πυρός, η οποία τους οδήγησε διά μέσου της ερήμου. Σε λίγη ώρα ο κονιορτός έγινε πυκνότερος και τα πρώτα τμήματα του ελληνικού στρατού έφτασαν στην αψίδα. Τότε, βρόντησε από τον Όλυμπο ο Δίας και οι φωνές του συγκεντρωμένου πλήθους υποκατέστησαν τους κεραυνούς του. Τι μπορεί να γράψει κάποιος και πώς μπορεί να περιγράψει τέτοιο θέαμα; Τα χέρια των ανδρών και των γυναικών υψώνονταν σαν αδιαπέραστο δάσος προς τον στρατό και τον στρατηγό, «τα αδέλφια μας», άκουγε κάποιος παντού και τα δακρυσμένα μάτια όλων ατένιζαν την ελληνική σημαία που κυμάτιζε, ανάμεσα στις λόγχες των στρατιωτών,από την αύρα των σαράντα δύο κορυφών του Ολύμπου και λαμπρυνόταν από την αόρατη συνοδεία όλων εκείνων, οι οποίοι μαρτύρησαν για εκείνη.
Γιατί να μη μπορώ να περισυλλέξω μέσα σε δακρυδόχους όλα εκείνα τα δάκρυα που χύθηκαν τη στιγμή της εισόδου του ελληνικού στρατού στη Λάρισα, αναρωτιέται ο συντάκτης. Ήθελα αυτά να αποκρυσταλλωθούν σε μαργαριτάρια, με τα οποία θα κοσμούνταν το στεφάνι που θα έβαζε η Ελλάδα στο μέτωπο των ηρωικών παιδιών της!
Ο ασυγκράτητος και ατιθάσευτος ενθουσιασμός γρήγορα μεταδόθηκε, σαν ηλεκτρικός σπινθήρας, στους παρελαύνοντες στρατιώτες και αξιωματικούς, οι οποίοι αντιχαιρετούσαν βγάζοντας τα καπέλα τους και σείοντας τα ξίφη τους. Κλήρος, λαός, γυναίκες, άνδρες, γέροι και παιδιά ακολουθούσαν την παρέλαση ατενίζοντες τους οπλίτες, οι οποίοι, μπροστά στην ενθουσιώδη υποδοχή που τους επιφυλάχτηκε από τα αδέλφια τους, γρήγορα ξέχασαν τους κόπους και τις κακουχίες τους.
Ο απεσταλμένος της εφημερίδας της Κωνσταντινούπολης, Νεολόγος, εν κατακλείδι διαπιστώνει ότι οι κάτοικοι της Λάρισας έκαμαν στον ελληνικό στρατό την καλύτερη υποδοχή από όλες όσες είχε παρακολουθήσει και κλείνει την αναφορά του στην απελευθέρωση της Λάρισας με ένα παράξενο γεγονός που του συνέβη αργά το βράδυ, όταν ολόκληρη η πόλη φωτιζόταν από τα βεγγαλικά κι αντηχούσε από τις ενθουσιώδεις ζητωκραυγές των κατοίκων αναμεμιγμένες με την ηχώ των τραγουδιών και των οργάνων. Ενώ, λοιπόν, βάδιζε προς την φωταγωγημένη αγορά, διασχίζοντας το συγκεντρωμένο πλήθος που γλεντούσε, ένας χωρικός σταμάτησε αυτόν και βγάζοντας από τον σάκο του ένα κόκκινο αυγό του το προσέφερε. Μετά τον καθιερωμένο χαιρετισμό, του ζήτησε να το τσουγκρίσουν, αφού η μέρα εκείνη ήταν το Πάσχα και η Ανάσταση των Λαρισαίων και της Θεσσαλίας, που μόλις είχε προσαρτηθεί στην Ελλάδα.
Της Κωνσταντινιάς Πατσή
* Η Κωνσταντινιά Πατσή είναι Διευθύντρια του ΓΕ.Λ Τυρνάβου. Πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, κάτοχος Μεταπτυχιακού διπλώματος Master of Business Administration (MBA) του Staffordshire University
Πηγές
Εφημερίδα,ΝΕΟΛΟΓΟΣ, Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 1881, έτος ΙΣΤ΄, αρ. φ. 3742.

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

Η ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥ "ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ ΛΑΡΙΣΣΗΣ" (1888)

Η αρχική μορφή του Δημοτικού Νοσοκομείου Λαρίσης. Φωτογραφία του 1934.
Η αρχική μορφή του Δημοτικού Νοσοκομείου Λαρίσης. Φωτογραφία του 1934.
Κατά την απελευθέρωση της το 1881 η Λάρισα στερείτο νοσηλευτικού ιδρύματος. Υπήρχε στην περιοχή του Αλκαζάρ το παλιό τουρκικό στρατιωτικό νοσοκομείο, το οποίο με διαταγή του Τούρκου διοικητή δεχόταν και χριστιανούς ασθενείς, με δωρεάν νοσηλεία από νεαρούς ιατρούς (Αναστάσιος Ζαρμάνης, Αναστάσιος Αστεριάδης, Παναγιώτης Θεοχαρίδης, και άλλοι)[1], του οποίου όμως διεκόπη η λειτουργία του μετά την αποχώρηση του τουρκικού στρατού.
Τα πρώτα χρόνια μετά το 1881 οι νοσηλευτικές ανάγκες της πόλεως εξυπηρετήθηκαν από το πρόχειρο νοσοκομείο που ίδρυσε ένας φιλάνθρωπος δικαστικός κλητήρας, ο Ιωάννης Παπαϊωάννου, ο οποίος είχε μετατρέψει την κατοικία του σε πρόχειρο νοσηλευτήριο ολίγων κλινών.
Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η περιγραφή του Μιχαήλ Σάπκα[2] γι' αυτό το πρώτο νοσοκομείο της Λάρισας: «Είς αγαθός γέρων, Γιάννης Παπαϊωάννου λεγόμενος, υπηρετών ως δικαστικός κλητήρ παρά τοις εν Λαρίση δικαστηρίοις, ξένος και αυτός, μόλις εγκατασταθείς εις την Λάρισαν, Μπαρμπαγιάννης προσαγορευόμενος, συνέλαβε την ιδέαν της ιδρύσεως Νοσοκομείου. Περιτρέχων πεζή με την βακτηρίαν του γήρατος ανά χείρας ανά τας πόλεις και τα χωρία της Θεσσαλίας της δικαστικής περιφερείας Λαρίσης, προς κοινοποίησιν δικαστικών αποφάσεων ή επίδοσιν δικογράφων, ωμίλει παντού περί ιδρύσεως Νοσοκομείου πολιτικού εις Λάρισαν, αναπτύσσων την εντολήν του Χριστού περί φιλαλληλίας και ευσπλαχνίας προς τον πλησίον, και εζήτει τον οβολόν των καλών χριστιανών υπέρ του ανωτέρου σκοπού. Τα συλλεγόμενα χρήματα κατέθετε εις την Εθνικήν [Τράπεζαν] ή παρέδιδε εις τον Δήμαρχον δια το Νοσοκομείον. Όταν είχε συλλεγεί αρκετόν ποσόν, εγκατέστησε εις έν δωμάτιον της οικίας του (οικία Καθεκλά), απέναντι του Ναού του Αγίου Κωνσταντίνου, τέσσαρας κλίνας με όλα τα χρειώδη και ετοποθέτει εις αυτάς βαρέως πάσχοντας απόρους ξένους. Τούτους περιέθαλπε προσωπικώς μόνος του, ιατροί δε της πόλεως προθύμως προσέφερον δωρεάν τας ιατρικάς υπηρεσίας των.
Την φιλάνθρωπον ταύτην δράσιν του Μπαρμπαγιάννη, προς άρσιν πάσης υπονοίας δι’ ιδιοτελή εκμετάλλευσιν των πασχόντων, παρηκολούθη και η Δημοτική αρχή, ήτις πεπεισμένη περί των αγνών και μόνον φιλανθρωπικών αισθημάτων του Μπαρμπαγιάννη, την εκ χριστιανικών πεποιθήσεων προερχομένην, επέτρεψε εις αυτόν να περιάγη εις τας εκκλησίας κιβωτίδια προς συλλογήν εράνων υπέρ του Νοσοκομείου. Ούτω εσχηματίσθη εις την Λάρισαν ο πρώτος Νοσοκομειακός πυρήν εις την οικίαν του Μπαρμπαγιάννη, όστις πολλάς προσέφερεν υπηρεσίας εις τους πάσχοντας ξένους».
Το 1887 εκλέχθηκε Δήμαρχος Λαρίσης ο Διονύσιος Γαλάτης (1887-1891) και μία από τις πρώτες του ενέργειες υπήρξε η δημιουργία ευπρεπούς και σύγχρονου νοσηλευτικού ιδρύματος στην πόλη. Στις 12 Νοεμβρίου 1888 τέθηκε σε μειοδοτικό διαγωνισμό η «…κατασκευή Δημοτικού Νοσοκομείου εν τω μέσω του Δημοτικού Γηπέδου του κειμένου μεταξύ του ποταμού Πηνειού, του Μεβλεβή τεκέ, του τέως Στρατώνος του Πυροβολικού και του Μποστανίου του γνωστού υπό την επωνυμίαν “Κολοκυνθούς”, κατά τον υπό του Δημομηχανικού Λαρίσσης Β. Σαδούκα συνταχθέντα προϋπολογισμόν και συγγραφήν των υποχρεώσεων και κατά το υπό της Νομαρχίας Λαρίσσης εγκριθέν σχεδιάγραμμα…»[3].
Για την επιλογή της τοποθεσίας του Νοσοκομείου ο Μιχαήλ Σάπκας αναφέρει τα εξής: «Κατηρτίσθη κατάλληλος εξ ειδικών επιτροπή προς εξεύρεσιν καταλλήλου τοποθεσίας δια την ανέγερσιν του Νοσοκομείου. Αύτη επέλεξε τοιαύτην εις την ανατολικήν πλευράν της πόλεως, εις ελαφρόν ύψωμα, παρά τον οθωμανικόν τεκέν, όπου λόγω της ευχέρου τοποθεσίας συνεκεντρούντο αι αριστοκράτιδες οθωμανίδες επί τουρκοκρατίας και επεδίδοντο εις διάφορα παιχνίδια και διασκεδάσεις παρά την όχθην του Πηνειού. Η εκλεγείσα δια το Νοσοκομείον θέσις ήτο εξαιρετική, απέναντι του Ολύμπου και του Κισσάβου, υψηλή, είχε απέναντι το δάσος Γκιμπλή Ορμάν, κατόπιν Λούνα Πάρκ, εξαιρετικώς κατάφυτος εξοχή της πόλεως, ήτο αναπεπταμένη με ορίζοντα ευρύτατον, εκτάσεως 8-10 στρεμμάτων, μη απέχουσα πολύ από την δεξιάν όχθην του Πηνειού».
Στις 30 Δεκεμβρίου 1888 συντάχθηκε από τον συμβολαιογράφο της Λάρισας Παναγιώτη Σκαμβούγερα το συμφωνητικό αρ. 9502 μεταξύ του Αδελφάτου του Δημοτικού Νοσοκομείου και του εργολάβου ο οποίος ανεδείχθη από τον μειοδοτικό διαγωνισμό. Σύμφωνα μ' αυτό, μεταξύ του Αδελφάτου του Δημοτικού Νοσοκομείου, το οποίο αποτελείτο από τον Πρόεδρο Διονύσιο Σ. Γαλάτη Δήμαρχο Λαρίσης και τα μέλη Σαμουήλ Βέγα, Εμμανουήλ Σταυρίδη και Ανδρέα Κωνσταντίνου, όλοι τους έμποροι και του Κωνσταντίνου Αντωνίου Χατζηδάκη, αρχιτέκτονα, ως πληρεξούσιου του Νικολάου Τσιάμη εργολάβου, κατοίκου Αταλάντης συμφωνήθηκε ότι το Αδελφάτο του Νοσοκομείου χορηγεί εργολαβικώς στον Νικόλαο Τσιάμη την κατασκευήν Δημοτικού Νοσοκομείου στη Λάρισα αντί δραχμών 36.864,50.
Από την μελέτη του συγκεκριμένου συμβολαίου μαθαίνουμε σήμερα ότι τα σχέδια του Δημοτικού Νοσοκομείου εκτελέσθηκαν από τον Δημομηχανικό Λαρίσης Β. Σαδούκα και η κατασκευή του έγινε από τον εργολάβο Αταλάντης Νικόλαο Τσιάμη, με την εποπτεία του Λαρισαίου αρχιτέκτονα Κωνσταντίνου Χατζηδάκη.
Εν τω μεταξύ ο δήμαρχος Διονύσιος Γαλάτης επεδίωξε και γνωρίσθηκε με τον Ιωάννη Κουτλιμπανά πλούσιο έμπορο από την Ρουμανία, Ζαρκινό την καταγωγή, ο οποίος το διάστημα εκείνο βρισκόταν στη Λάρισα και κατόρθωσε να τον πείσει να αναλάβει τα έξοδα κατασκευής του. Για τον σκοπό αυτό ο Κουτλιμπανάς κατέθεσε άμεσα στο υποκατάστημα Λαρίσης της Τράπεζας Ηπειροθεσσαλίας το ποσόν των 40.000 δραχμών, επιφυλασσόμενος να συμπληρώσει τη δωρεά με επιπλέον ποσόν μετά την επιστροφή του στη Ρουμανία[4].
Δύο μήνες μετά την σύνταξη του συμφωνητικού, τον Φεβρουάριο του 1889, έγινε η επίσημη τελετή θεμελιώσεως του Νοσοκομείου από τον μητροπολίτη Λαρίσης Νεόφυτο Γ΄, παρουσία του δημάρχου Διονυσίου Γαλάτη, των αρχών της πόλεως και του δωρητή Ιωάννη Κουτλιμπανά.
Στο αναφερθέν συμφωνητικό μεταξύ του αδελφάτου του Νοσοκομείου και των κατασκευαστών δεν αναφέρεται πουθενά το όνομα του μεγάλου ευεργέτη Ιωάννη Κουλιμπανά, ενώ δύο μήνες αργότερα διαπιστώνουμε ότι βρισκόταν στην τελετή θεμελιώσεως, όπου ήταν το τιμώμενο πρόσωπο. Φαίνεται ότι στο διάστημα αυτό λήφθηκε από τον Κουτλιμπανά η απόφαση να αναλάβει τα έξοδα κατασκευής του.
Η ανέγερση του νοσοκομείου άρχισε με ταχείς ρυθμούς και ο Μιχαήλ Σάπκας αναφέρει ότι τον Νοέμβριο του 1890 «…πενταμελής επιτροπή απαρτιζομένη εκ του Νομομηχανικού κ. Αγγελοπούλου, του Αχιλλέως Λογιωτάτου, πρώην βουλευτού και ετέρων τριών ευυπολήπτων της πόλεώς μας προσώπων, παραλαμβάνει το κατάστημα». Και οι εφημερίδες της Λάρισας στις 22 Νοεμβρίου 1890, είκοσι μήνες μετά την τελετή θεμελιώσεως, γράφουν: «Από του παρελθόντος Σαββάτου οι εις το Πολιτικόν ενταύθα Νοσοκομείον δια χρημάτων του Δήμου μας νοσηλευόμενοι ασθενείς[5], μετηνέχθησαν εις το δαπάναις του εν Ρωμανία διαμένοντος ομογενούς κ. Ι. Αστ. Κουτλιμπανά ανεγερθέν Νοσοκομείον «Ρήγας Φερραίος»[6].
Το σημερινό κείμενο μας δίνει ένα χειροπιαστό παράδειγμα για το πόσο σπουδαίος ιστορικός πλούτος περιέχεται στα ράφια των Γενικών Αρχείων του Κράτους του νομού μας και για το πόσες πληροφορίες μπορούν να αντληθούν από τις κιτρινισμένες σελίδες των εγγράφων τους.
 [1]. εφ. "Νέα Ημέρα", Λάρισα, φύλλο της 29ης Σεπτεμβρίου 1935.
[2]. Από τις ανέκδοτες χειρόγραφες «Αναμνήσεις από την ανέγερσιν του Δημοτικού Νοσοκομείου και των παραρτημάτων αυτού» του παλαιού Δημάρχου Μιχαήλ Σάπκα (1873-1956), τις οποίες έγραψε λίγα χρόνια πριν τον θάνατό του.
[3]. Γ.Α.Κ. Λάρισας, αρ. διακηρύξεως 4255. Η διακήρυξη αυτή είναι ενσωματωμένη στο συμβόλαιο αρ. 9502 του συμβολαιογράφου Λαρίσης Παναγιώτου Σκαμβούγερα. Αντίγραφό του μου παραχώρησε ο καλός φίλος Κώστας Θεοδωρόπουλος.
[4]. Βλ. Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Οι απαρχές των νοσηλευτικών ιδρυμάτων της Λάρισας. Από τις «Αναμνήσεις» του Μιχαήλ Σάπκα, «Εύκρατον», Πρακτικά επιστημονικής συνάντησης προς τιμήν του Γεωργίου Αντωνακοπούλου, ομότιμου καθηγητού της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Λάρισα 10 Μαΐου 2014, σελ. 59-78.
[5]. Ο δημοσιογράφος εννοεί εδώ το νοσηλευτήριο που είχε ιδρύσει στην ιδιωτική του κατοικία ο Ιωάννης Παπαϊωάννου, το οποίο την περίοδο εκείνη ονομαζόταν επίσημα «Πολιτικόν Νοσοκομείον Ρήγας Φερραίος».
[6]. εφ. Σάλπιγξ, Λάρισα, φύλλο της 22ας Νοεμβρίου 1890. Η αρχική ονομασία του Νοσοκομείου ως "Πολιτικόν Νοσοκομείον Ρήγας Φερραίος" διατηρήθηκε μέχρι το 1895, όταν κατά την διάρκεια τελετής κατά την οποία έγιναν τα αποκαλυπτήρια της προτομής του Ιω. Κουτλιμπανά στον αύλειο χώρο του νοσηλευτικού ιδρύματος, έλαβε την ονομασία "Κουτλιμπάνειον Δημοτικόν Νοσοκομείον".
Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Δευτέρα 21 Αυγούστου 2017

ΛΑΡΙΣΑ - Μια εικόνα χίλιες λέξεις...

Η Λάρισα του Wordsworth. 1833


Bridge over the Peneus at Larissa.  Χαρακτικό του Άγγλου περιηγητή  Christopher Wordsworth. 1933Bridge over the Peneus at Larissa. Χαρακτικό του Άγγλου περιηγητή Christopher Wordsworth. 1933
Η σημερινή εικόνα έχει τον υπότιτλο Bridge over the Peneus at Larissa (=Γέφυρα πάνω από τον Πηνειό στη Λάρισα).
Προέρχεται από το βιβλίο του Άγγλου ταξιδιώτη Christopher Wordsworth (1807-1885) Greece. Pictorial, Descriptive & Historical, το οποίο εκδόθηκε στο Λονδίνο το έτος, M.DCCC.XXXIX (=1839) και αποτυπώνει το βορειοδυτικό τμήμα της πόλεως. Ο καλλιτέχνης στάθηκε στη δεξιά όχθη του Πηνειού, περίπου εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η δεύτερη οδική γέφυρα του ποταμού. Εμπρός, στην ανώμαλη όχθη απεικονίζονται ανθρώπινες φιγούρες, ενώ πίσω καταγράφονται τα γνωστά κτίσματα της πόλεως κατά την περίοδο εκείνη, με αξιοπιστία όμως η οποία είναι αμφισβητούμενη. Αριστερά καταγράφεται μέσα σε θολό τοπίο ο μεγάλος σε έκταση τεκές (μονή) των Μεβλεβήδων, εν συνεχεία υπερτονίζεται η αμφικλινής διάταξη του οδοστρώματος της παλιάς λίθινης γέφυρας του Πηνειού και πίσω τους διαγράφεται πανύψηλη η κωνική κορυφή της Όσσας. Ο Τρανός μαχαλάς επάνω στον Λόφο φαίνεται αρκετά απομακρυσμένος από τη ματιά του ζωγράφου και σχεδιάσθηκε με λεπτές και άτονες γραμμές. Δεξιά, η στοά του τεμένους του Χασάν μπέη θα έμοιαζε μάλλον με ναό της ελληνιστικής εποχής (κίονες, μετώπη, κλπ.), αν δεν υπήρχε ο μιναρές.
O περιηγητής Christopher Wordsworth, σπουδαγμένος στα καλύτερα πανεπιστήμια της χώρας του, ακολούθησε τον ιερατικό κλάδο, όπου έφθασε μέχρι τον βαθμό του επισκόπου. Ένθερμος φιλέλληνας καθώς ήταν, περιηγήθηκε τη χώρα μας για να θαυμάσει από κοντά τις ξακουστές αρχαιότητες και περιόδευσε ολόκληρο τον ελληνικό χώρο, ελεύθερο και τουρκοκρατούμενο. Καρπός όλων αυτών των περιηγήσεών του ήταν η συγγραφή του σπουδαίου οδοιπορικού του. Στη Θεσσαλία ο Wordsworth βρέθηκε κατά το τέλος της άνοιξης του 1833 και της αφιέρωσε ένα εκτεταμένο κεφάλαιο με τις εντυπώσεις του, εμπλουτισμένο με άφθονες ξυλογραφίες. Για τη Λάρισα γράφει σχετικά: «Τα τείχη αυτού του τόπου είναι ένας συνδυασμός αρχαιοτήτων και κακόγουστης τουρκικής αρχιτεκτονικής. Απαρτίζονται από κομμάτια παλαιών κιόνων και αρχιτεκτονικών μελών, τα οποία συνενώθηκαν με πρόχειρο τρόπο. Αξίζει να αναφερθούν τα τζαμιά της για τον μεγάλο αριθμό και την επιβλητικότητά τους. Λέγεται ότι υπάρχουν 24, ενώ δεν υπάρχει παρά μόνον ένας χριστιανικός ναός στη Λάρισα. 
Ο χαρακτήρας του πληθυσμού ταιριάζει μ’ αυτή την εμφάνιση. Ο ταξιδιώτης που έχει έλθει από άλλα μέρη της Ελλάδος βλέπει για πρώτη φορά πολλές ήρεμες μορφές, ντυμένες με πλούσια ρούχα, να κάθονται ήσυχα μπροστά στις πόρτες τους[1]. Πουθενά αλλού δεν θα συναντήσει κανείς τόσες πολλές μορφές, κάτι σαν φαντάσματα, οι οποίες κινούνται κλεφτά στους δρόμους, μέσα στις μακριές άσπρες φορεσιές τους, που η μοναδική επαφή που έχουν με τον κόσμο γίνεται με τη βοήθεια δύο ανοιγμάτων στα λινά τους καλύμματα, στο ύψος των ματιών. Αυτή την εμφάνιση είχαν οι Τουρκάλες στη Λάρισα... 
Τα μεταφορικά μέσα τα οποία φαίνονται να πηγαινοέρχονται στις πύλες της πόλεως αποτελούν μια ιδιομορφία της Λάρισας. Τα βαριά κάρα κινούνται αργά πάνω στους συμπαγείς τροχούς τους και είναι η πιο ευχάριστη ανάμνηση του παρελθόντος… όπως ήταν στην πραγματικότητα κατά την αρχαιότητα». 
Στη συνέχεια περιγράφει το παράπονο του μητροπολίτη της Λάρισας[2] και κατ’ επέκταση και όλων των Θεσσαλών, που οι διπλωματικές ενέργειες των Ευρωπαίων, μετά την επανάσταση του 1821, τους κράτησαν έξω από την ελληνική επικράτεια: «Τι έχουμε κάνει;» είπε ο μητροπολίτης στον ξένο ταξιδιώτη, κοιτάζοντας προς τα νερά του Πηνειού από ένα παράθυρο της επισκοπής. «Για ποιο πράγμα είμαστε ένοχοι ώστε να αποκλειστούμε με την τελευταία συνθήκη από τα σύνορα της ελεύθερης Ελλάδος; Δεν έχουμε αγωνισθεί πλάι-πλάι με τους συμπατριώτες μας για την ελευθερία που τώρα μόνον αυτοί απολαμβάνουν; Δεν έχουμε υπομείνει χρόνο με τον χρόνο την άσπλαχνη βία των τωρινών μας κυρίων και δεν έχουμε παλέψει για να αποτινάξουμε τον ζυγό από τον τράχηλό μας; Είμαστε κάτοικοι της αρχαίας Ελλάδος, η κοιτίδα της Ελλάδος, που εξορισθήκαμε από την δική μας χώρα. Ο Όλυμπος είναι αποκλεισμένος και μαζί μ’ αυτόν οι θεοί της Ελλάδος είναι εξορισμένοι από τη χώρα τους με τις δικές σας συνθήκες… 
Τα απομεινάρια της αρχαίας πόλεως της Λάρισας είναι εντελώς ασήμαντα. Μερικά τμήματα των τειχών της ελληνιστικής ακροπόλεως έχουν ενσωματωθεί στα κτίρια του τουρκικού παζαριού. Το όνομα της πόλης είναι ακριβώς το ίδιο με το αρχαίο. Στους τοίχους της ελληνικής αρχιεπισκοπής είναι εντοιχισμένες πολλές αρχαίες επιγραφές που αναφέρονται στην απελευθέρωση σκλάβων… Άλλες αρχαίες επιγραφές εντοπίζονται στις επιτύμβιες στήλες, οι οποίες έχουν αποσπασθεί από τους φυσικούς τους χώρους και τώρα είναι τοποθετημένες πάνω από τους τάφους, στα τουρκικά κοιμητήρια της πόλης. Τα νεκροταφεία τα οποία υπάρχουν τώρα, παρουσιάζουν μια παράξενη εμφάνιση και καλύπτουν έναν σημαντικό χώρο. Οι πέτρινοι τάφοι από άσπρο μάρμαρο, που είναι στριμωγμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο, καταλήγουν όλοι ψηλά σε ένα λοφίο ή κάλυμμα κεφαλής, που υποδεικνύει τον βαθμό ή το επάγγελμα του προσώπου στον οποίο ανήκει το μνημείο. Ο μπέης, ο καδής, ο μουλάς, ο ιμάμης, ο καθένας έχει το δικό του διακριτικό γνώρισμα…»[3].  
NIKOΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ
[1]. Η συνήθεια αυτή επικρατούσε μέχρι και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια τις καλοκαιρινές βραδιές, όταν τα περισσότερα σπίτια ήταν μονοκατοικίες, είχαν αυλές και οι γείτονες είχαν στενές ανθρώπινες σχέσεις. Η συνήθεια αυτή εξαφανίσθηκε με την κατασκευή των πολυώροφων οικοδομών.
[2]. Τη περίοδο που επισκέφθηκε τη Λάρισα ο Wordswoth (Μάιος του 1833), μητροπολίτης Λαρίσης ήταν ο Μελέτιος Δ’ (1825-1835). 
[3]. Christopher Wordsworth. Ταξίδι στη Θεσσαλία του 1833. μετ. Σωτήρης Κύρκος, εισαγωγή-σχόλια-επιμέλεια Κώστας Πάνος, Θεσσαλικό Ημερολόγιο, τόμ. 30, Λάρισα (1966) σ. 20.

Πέμπτη 17 Αυγούστου 2017

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις...

Ο Λόφος από ψηλά

Λάρισα. Άποψη του δυτικού τμήματος του Λόφου. Αεροφωτογραφία της δεκαετίας του 1960
Λάρισα. Άποψη του δυτικού τμήματος του Λόφου. Αεροφωτογραφία της δεκαετίας του 1960
Ο λόφος που βρίσκεται σήμερα στο κεντρικότερο σημείο της Λάρισας, υπάρχει από τα προϊστορικά χρόνια και συντροφεύει τον Πηνειό στην πορεία του προς τα μαγευτικά Τέμπη και από κει στη θάλασσα.
Πρόκειται για μια χαμηλή έπαρση του εδάφους μέσα στον απέραντο και επίπεδο κάμπο της ανατολικής Θεσσαλίας, εκτάσεως μερικών δεκάδων στρεμμάτων, ο οποίος στα σπλάχνα του περικλείει όλη την ιστορική διαδρομή της πόλεως από τους προϊστορικούς χρόνους μέχρι και τις μέρες μας. Στους κλασικούς χρόνους ήταν η ακρόπολη της Λάρισας με τα αρχαία ιερά της και το αρχαίο θέατρο. Στους χριστιανικούς χρόνους φιλοξενούσε το ιερό σκήνωμα του πολιούχου της Αγίου Αχιλλίου μέσα στην βασιλική που είχε κτισθεί στη μνήμη του. Κατά την Τουρκοκρατία δημιουργήθηκε μεταξύ των άλλων στο ψηλότερο σημείο της και το μπεζεστένι, η τούρκικη κλειστή αγορά, το κέλυφος της οποίας διατηρείται μέχρι σήμερα. Από την απελευθέρωση του 1881 και μετά, αρκετοί δημοτικοί άρχοντες προσπάθησαν να βάλουν την σφραγίδα τους στον λόφο για λόγους υστεροφημίας, χωρίς όμως σημαντικό αποτέλεσμα.
Η σημερινή φωτογραφία απεικονίζει το δυτικό τμήμα του Λόφου από ψηλά, όπως ήταν κατά την δεκαετία του 1960. Πρόκειται για αεροφωτογράφιση χαμηλού ύψους. Η πρώτη γνωστή αεροφωτογράφιση της Λάρισας έγινε τον Ιούνιο του 1917 από τα γαλλικά στρατιωτικά αεροπλάνα της Αντάντ. Είναι γνωστό ότι ο γαλλικός στρατός στις 30 Μαΐου 1917 με το παλιό ημερολόγιο, κατά τη διάρκεια του εθνικού διχασμού, είχε καταλάβει τη Λάρισα. Η αεροφωτογραφία του 1917 αποτυπώνει ένα μεγάλο κεντρικό τμήμα της Λάρισας, είναι όμως από πολύ ψηλά και δεν διακρίνονται λεπτομέρειες. Καλύτερες είναι οι αεροφωτογραφίσεις του Λόφου που έγιναν τα Θεοφάνεια του 1929, με την ευκαιρία της τελετής Κατάδυσης του Τιμίου Σταυρού από την γέφυρα του Πηνειού. Ακολούθησαν και άλλες φωτογραφίσεις από αέρος, οι οποίες έγιναν κατά διαστήματα τόσο προπολεμικά όσο και μεταπολεμικά, από αεροπλάνα της Πολεμικής Αεροπορίας και οι οποίες φυσικά δεν εκχωρούνται προς δημοσίευση.
Στην αεροφωτογραφία που δημοσιεύεται παίρνουμε μια ιδέα πως ήταν το δυτικό τμήμα του Λόφου κατά την δεκαετία του 1960. Στο κάτω μισό της φωτογραφίας διακρίνουμε από αριστερά το ρολόι που κτίσθηκε το 1952 επί δημαρχίας Δημητρίου Καραθάνου δίπλα από τα θεμέλια του πύργου του παλιού ρολογιού το οποίο καταστράφηκε από τον σεισμό του 1941. Η μελέτη και κατασκευή του ανατέθηκε στον πολιτικό μηχανικό Νικόλαο Βασ. Μίχο. Ήταν λευκό ψηλόλιγνο ρολόι. Κάθε πλευρά του είχε διάσταση περίπου τρία μέτρα, ενώ το ύψος του έφθανε τα 18,5 μέτρα. Στηριζόταν σε μια ευρεία τετράγωνη βαθμιδωτή βάση. Οι περισσότεροι το θυμόμαστε γιατί ανεβήκαμε και παίξαμε στα σκαλιά της βάσης του και στους γύρω κήπους και ακούσαμε τους δυνατούς χτύπους του «Καραθάνου», όπως είχε εντυπωθεί στη σκέψη και στη συνείδηση κάθε Λαρισαίου το όνομά του. Η διάρκεια ζωής του ήταν 40 χρόνια[1]. Τον Σεπτέμβριο του 1992 κατεδαφίσθηκε αναγκαστικά για να αποκαλυφθεί το αρχαίο θέατρο και καθώς η παρουσία του εντοπιζόταν στην περιοχή του επιθεάτρου, η τύχη του είχε προδιαγραφεί από καιρό.
Δεξιότερα διακρίνεται η οδός μητροπολίτου Αρσενίου και το πάρκο του Λόφου με τα ψηλά δένδρα, ενώ χαμηλότερα μόλις προβάλλει μέρος από την σκεπή του προσωρινού ναού του Αγ. Αχιλλίου. Στο άκρο δεξιό φαίνεται ο ελεύθερος χώρος μπροστά από το Ηρώο, που είχε ανεγερθεί πριν λίγα χρόνια.
Στο επάνω μισό της φωτογραφίας από αριστερά αναγνωρίζονται οι δρόμοι μητροπολίτου Διονυσίου του Φιλοσόφου και μητροπολίτου Πολυκάρπου, καθώς και τα κτίσματα που βρίσκονται κατά μήκος τους. Στη συνέχεια εικονίζεται ένας ευρύς επίπεδος τετραγωνισμένος χώρος, ο οποίος μετατράπηκε αργότερα στην Πλατεία Μητέρας. Προπολεμικά στο σημείο αυτό βρισκόταν η κατοικία που είχε κτίσει το 1882 ο μητροπολίτης Νεόφυτος και δίπλα του η κατοικία του Μακρή, τα οποία με τον σεισμό καταστράφηκαν και μεταπολεμικά ισοπεδώθηκαν. Δυτικά του κενού χώρου προβάλλει ο νέος μητροπολιτικός ναός του Αγίου Αχιλλίου. Τα εγκαίνια του νέου μεγαλοπρεπούς ναού είχαν γίνει στις 6 Ιουνίου 1965 από τον μητροπολίτη Λαρίσης Ιάκωβο Σχίζα (1960-1967) και από τότε ο ναός εξακολουθεί συνεχώς να εμπλουτίζεται, έτσι ώστε σήμερα να θεωρείται σαν ένας από τους μεγαλύτερους και ομορφότερους ναούς της Θεσσαλίας. Κατά την χρονολογία λήψεως της φωτογραφίας δεν είχε ακόμα κτισθεί το καμπαναριό του.
Προς τα δεξιά διαγράφεται ο όγκος του Β΄ Δημοτικού Σχολείου. Ήταν ένα μεγάλο διώροφο διδακτήριο με μεγάλη αυλή, η οποία εκτεινόταν μέχρι τις βόρειες παρυφές του Λόφου. Όπως αναφέρθηκε και άλλες φορές, η κατασκευή του άρχισε το 1929 επί δημαρχίας Μιχαήλ Σάπκα και αποπερατώθηκε το 1932. Κατά τη διάρκεια της τελετής των εγκαινίων ήταν παρών και ο τότε υπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου, Γεώργιος Παπανδρέου. Η κατασκευή του έγινε από τον εργολάβο των Αθηνών Κωνσταντίνο Μιχαλέα. Η ζωή του Σχολείου αυτού ήταν σχετικά σύντομη. Το 1941 με τον σεισμό ο επάνω όροφος θεωρήθηκε επικίνδυνος για να στεγάζει μαθητές και χρησιμοποιήθηκε μόνον ο κάτω όροφος. Το 1978, μέσα στα πλαίσια εξωραϊσμού της περιοχής του λόφου του Φρουρίου, το κτίριο του Β΄ Δημοτικού Σχολείου κατεδαφίσθηκε και στη θέση του βρίσκεται σήμερα πάρκο με προτομές και αναμνηστικές στήλες[2].
 [1]. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Το Ρολόι της Λάρισας. Ιστορική διαδρομή, εφ. "Ελευθερία" Λάρισας, φύλλο της 17ης Σεπτεμβρίου 2014.
[2]. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Το Β΄ Δημοτικό Σχολείο στο Φρούριο. Ιστορική διαδρομή. εφ. "Ελευθερία" Λάρισας, φύλλο της 19ης Νοεμβρίου 2014..
Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Τετάρτη 26 Ιουλίου 2017


 

Στην Ελληνική μυθολογία, ο Ιξίων (Ιξίωνας) ήταν ένας από τους Λαπίθες, βασιλιάς της Θεσσαλίας (με έδρα πιθανόν την Ιωλκό) και γιος του Φλεγύα. Γιος του ήταν ο Πειρίθους. Έλαβε ως σύζυγο τη Δία, θυγατέρα του Δηιονέα ή Δηίονα, υιού του Αιόλου, βασιλέα της Φωκίδας. Υποσχέθηκε στον πεθερό του ένα πολύτιμο δώρο, αθέτησε όμως την υπόσχεσή του. Ο Δηϊονεύς σε αντίποινα έκλεψε μερικά από τα άλογα του Ιξίωνα. Ο τελευταίος απέκρυψε την οργή του και προσκάλεσε τον πεθερό του σε εορταστικό γεύμα στη Λάρισα. Μόλις έφτασε ο Δηϊονέας, ο Ιξίωνας τον δολοφόνησε, σπρώχνοντάς τον στην πυρά. Με τη φρικτή αυτή πράξη, ο Ιξίωνας παραβίασε τον ιερό για τους Έλληνες νόμο της φιλοξενίας, προστάτης του οποίου ήταν ο Ξένιος Ζεύς. Οι γειτονικοί άρχοντες, προσβεβλημένοι, αρνήθηκαν να του προσφέρουν άσυλο ή να εκτελέσουν τα τελετουργικά που θα του επέτρεπαν να αποκαθαρθεί από την ενοχή του. Έκτοτε, ο Ιξίωνας κηρύχθηκε εκτός νόμου, έζησε ως απόβλητος και τον απέφευγαν οι πάντες. Σκοτώνοντας τον πεθερό του, έγινε ο πρώτος άνθρωπος στην Ελληνική μυθολογία που σκότωνε συγγενή του. Η τιμωρία που επέσειε κάτι τέτοιο ήταν τρομερή.
Κάποτε, ο Ιξίωνας, για να ξεφύγει από τους διώκτες του, κατέφυγε ικέτης σε ναό του Δία. Εκείνος συμπόνεσε τον Ιξίωνα, τον συγχώρεσε και μάλιστα τον ανέβασε στον Όλυμπο και τον κάθισε στο τραπέζι των θεών. Δείχνοντας αγνωμοσύνη, ο Ιξίωνας πόθησε τη θεά Ήρα, σύζυγο του Δία. Ο Δίας το αντιλήφθηκε και, για να δει μέχρι ποιου σημείου έφτανε η αγνωμοσύνη του Ιξίωνα, έδωσε τη μορφή της Ήρας στην Νεφέλη (σύννεφο – θεότητα) και ξεγέλασε τον Ιξίωνα ώστε να ζευγαρώσει μαζί της. Από την ένωση αυτή προήλθε το γένος των Κενταύρων (εξ ου και η ονομασία Ιξιονίδες). Ο Ιξίωνας τότε κεραυνοβολήθηκε και αποβλήθηκε από τον Όλυμπο. Ο Δίας διέταξε τον Ερμή να δέσει τον Ιξίωνα με φίδια σ’ έναν φλεγόμενο τροχό. Έτσι δεμένος, ο Ιξίωνας περιφέρεται αιώνια στον Τάρταρο.
Ο μύθος του Ιξίωνα μνημονεύεται από τον Διόδωρο, τον Πίνδαρο, τον Βιργίλιο (Γεωργικά, 4 και Αινειάδα, 6), καθώς και από τον Οβίδιο στις Μεταμορφώσεις, 12.

Τρίτη 18 Ιουλίου 2017

ΠΕΡΑΤΑΡΙΕΣ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ


Η Σκάλα της περαταριάς κοντά στα Παλαιά Σφαγεία. Φωτογραφία από επιστολικό δελτάριο του Στ. Στουρνάρα. Περίπου 1910-15Η Σκάλα της περαταριάς κοντά στα Παλαιά Σφαγεία. Φωτογραφία από επιστολικό δελτάριο του Στ. Στουρνάρα. Περίπου 1910-15
Τα παλιά χρόνια, όταν η κατασκευή γεφυριών ήταν κατασκευαστικά δύσκολη και πολυδάπανη, η γεφύρωση των ποταμών γινόταν με περαταριές, ειδικά στα σημεία όπου η συχνή συγκοινωνία το επέβαλε. Ως περαταριά θεωρούμε συνήθως μια αυτοσχέδια ξύλινη εξέδρα η οποία επιπλέει και εκτελεί την συγκοινωνία ανάμεσα σε δύο όχθες ενός ποταμού.
Η επίσημη ονομασία της είναι πορθμείο. Τις περαταριές μπορούμε να τις διακρίνουμε σε δύο κατηγορίες. Οι μεγαλύτερες, όπου μπορούσαν να διαπεραιωθούν και οχήματα, και οι μικρότερες που ήταν για ανθρώπους και ζώα. Το κατάστρωμά τους κατασκευαζόταν από παχιές σανίδες με επίπεδη καρίνα και για να είναι αδιάβροχες επαλείφονταν με παχύ στρώμα ασφάλτου. Οι πλάγιες πλευρές διέθεταν χαμηλή κουπαστή, ενώ το πρόσθιο τμήμα ήταν υπερυψωμένο για να προσαράζει ομαλά στην όχθη. Τις όχθες συνέδεε ανθεκτικό συρματόσχοινο σε ευθεία γραμμή, στερεωμένο γερά σε κάθε όχθη. Η περαταριά διέθετε μια αλυσίδα η οποία συνδεόταν με το συρματόσχοινο με κρίκο για να μην παρασύρεται από την ορμητική ροή του νερού. Ο καραβοκύρης μετακινούσε τη σχεδία πάνω στα νερά του ποταμού ασκώντας δύναμη κατά μήκος του συρματόσχοινου. Αυτή ήταν η λειτουργία κάθε περαταριάς, μικρής ή μεγάλης.
Μέχρι πριν μερικά χρόνια, ο Πηνειός κατά την διαδρομή του μέσα από την Λάρισα διέθετε τη μία και μοναδική γνωστή πέτρινη γέφυρα. Όμως οι Λαρισαίοι προπολεμικά, πέρα από τις βάρκες που χρησιμοποιούσαν, γεφύρωναν το ποτάμι και με δύο περαταριές. Η μία βρισκόταν κοντά στην περιοχή των Παλαιών Σφαγείων, ενώ η άλλη συνέδεε τη συνοικία Ταμπάκικα με το Αλκαζάρ στο ύψος του σημερινού σταδίου.
Η πρώτη δημιουργήθηκε από έναν ευφυέστατο επιχειρηματία, τον Ρωμύλο Αυδή. Είχε για χρόνια την διαχείριση του κέντρου Αλκαζάρ, όταν κατά το 1925 πυρκαγιά αποτέφρωσε εντελώς το κέντρο. Τότε σκέφθηκε να εκμεταλλευθεί ένα πυκνόφυτο, γεμάτο καραγάτσια φυσικό άλσος που βρισκόταν στην αριστερή όχθη του Πηνειού, λίγο πριν φθάσει κανείς στα Σφαγεία. Η περιοχή ήταν γνωστή ως «Καραγάτσια» και το επισκέπτονταν από παλιά με βάρκες οι Λαρισαίοι, είτε παρέες, είτε οργανωμένοι σε διάφορα σωματεία, συνήθως κατά την Πρωτομαγιά. Το ονόμασε «Λούνα Πάρκ» και για να βοηθήσει στην διαπεραίωση των επισκεπτών στην απέναντι όχθη, συνεργάσθηκε με έναν βαρκάρη και έφτιαξαν το 1929 την περαταριά, που ήταν μικρή και εξυπηρετούσε μόνον ανθρώπους, ζώα ή εμπορεύματα. Το κέντρο αυτό γνώρισε μεγάλες δόξες και τα καλοκαίρια οι άμαξες κατέβαζαν συνεχώς στη Σκάλα του Πηνειού Λαρισαίους αστούς με τις οικογένειές τους, για να περάσουν μια όμορφη και δροσερή βραδιά στο κατάφυτο «Λούνα Πάρκ». Πολλές φορές ήταν τόσο μεγάλη η προσέλευση ώστε το κέντρο δεν μπορούσε να τους εξυπηρετήσει όλους, με αποτέλεσμα να επιστρέφουν απέναντι στην δεξιά όχθη, όπου υπήρχε το γραφικό ταβερνάκι του Μπαλατζάρα.
Η δεύτερη περαταριά βρισκόταν και αυτή μέσα στην πόλη και συνέδεε τη δυτική πλευρά της συνοικίας Ταμπάκικα με τον χώρο του Αλκαζάρ. Στην πλευρά αυτή της συνοικίας, κοντά στη δεξιά όχθη του Πηνειού, λειτουργούσε από το 1907 ένα από τα πρώτα παγοποιεία της Λάρισας, του Κατσαούνη[1]. Αργότερα κοντά στο παγοποιείο δημιούργησε ένα όμορφο εξοχικό κέντρο ο Γ. Θεοδώρου, με πρόθεση να ψυχαγωγήσει τους Λαρισαίους που έφθαναν σε μια περιοχή με πανύψηλες λεύκες και καβάκια, ακολουθώντας την δεξιά όχθη του ποταμού. Επειδή από το κέντρο αυτό η θέα προς την περιοχή του Αλκαζάρ ήταν μαγευτική, ο επιχειρηματίας του συνεννοήθηκε με κάποιον βαρκάρη του Πηνειού και κατασκεύασαν περαταριά, για να δώσουν στους επισκέπτες του εξοχικού την δυνατότητα να κάνουν ένα σύντομο ταξιδάκι μέχρι την απέναντι αριστερή όχθη του ποταμού, στο ύψος του εξοχικού κέντρου «Κιβωτός» και στον κήπο του Παπασταύρου. Όμως ο συναγωνισμός με το ανακαινισμένο κέντρο «Αλκαζάρ» και την «Κιβωτό» δεν το ευνόησαν και το 1931 το κέντρο αυτό του Γ. Θεοδώρου έκλεισε.
Επί τουρκοκρατίας και για λίγα χρόνια μετά την απελευθέρωση λέγεται ότι υπήρχε και μια τρίτη περαταριά στην περιοχή «Γκιόλια[2]», μια περιοχή που βρίσκεται κοντά στο κτιριακό συγκρότημα της Αβερωφείου Γεωργικής Σχολής. Οι πλούσιοι Τούρκοι μπέηδες είχαν κτίσει στον χώρο αυτό εξοχικά σπίτια στη δεξιά όχθη του Πηνειού, του οποίου τα νερά στο σημείο αυτό ήταν καθαρά και βαθειά, ενώ οι όχθες του ήταν καλυμμένες με πανύψηλα καραγάτσια και περιβόλια γεμάτα από τριαντάφυλλα και γιασεμιά. Τις ζεστές ημέρες του καλοκαιριού οι μπέηδες μετακόμιζαν στα «Γκιόλια» για να αποφύγουν την αφόρητη ζέστη της Λάρισας και η περαταριά τούς έδινε την δυνατότητα να επισκέπτονται και την απέναντι όχθη. Με την περιοχή αυτή είναι στενά συνδεδεμένος και ο Δημήτριος Ροδόπουλος ή όπως τον γνωρίζουμε όλοι μας ο συγγραφέας Μ. Καραγάτσης, η αδελφή του οποίου είχε παντρευτεί τον Φιλοποίμενα Τζουλιάδη διευθυντή της Γεωργικής Σχολής. Προπολεμικά τα «Γκιόλια» επισκέπτονταν και τολμηροί ποταμοκολυμβητές σε ομάδες, οι οποίοι με το κολύμπι τους εξοικειώνονταν με τα δύσκολα νερά του Πηνειού και προετοιμάζονταν για την τελετή των Θεοφανείων.
Μια άλλη περαταριά λειτουργούσε λίγο πιο πάνω, στη Γούνιτσα (σημερινό όνομα Αμυγδαλή). Η περιοχή του χωριού αυτού ανήκε στον Έλληνα γαιοκτήμονα και επιχειρηματία Ευάγγελο Ιατρίδη, ο οποίος είχε εγκατασταθεί από τις αρχές του 20ου αιώνα στο κτήμα του στη Γούνιτσα, όπου μεταξύ των άλλων διέθετε και νερόμυλο μεγάλης ισχύος. Διασώζεται επιστολικό δελτάριο, ταχυδρομημένο το 1910, το οποίο απεικονίζει μεγάλη συντροφιά Λαρισαίων αστών, φιλοξενούμενων του γαιοκτήμονα Ιατρίδη, να βρίσκεται συνωστισμένη μέσα στην περαταριά που είχε κατασκευάσει ο ίδιος[3].
Η εικόνα που συνοδεύει το σημερινό κείμενο προέρχεται από επιστολικό δελτάριο του Βολιώτη φωτογράφου και ζωγράφου Στέφανου Στουρνάρα. Πρόκειται για χρωμολιθόγραφη φωτογραφία, η οποία χρονολογείται περί τα 1910-15. Αποτυπώνει την Σκάλα του Πηνειού, μια περιοχή όπου με τη βοήθεια μεγάλων τετραγωνισμένων λίθων[4] είχε δημιουργηθεί μια προσπέλαση προς το ποτάμι, όπου προσάραζαν βάρκες για να μεταφέρουν στην απέναντι όχθη επιβάτες και εμπορεύματα. Διακρίνεται ομάδα γυναικών να πλένει δίπλα στη Σκάλα του Πηνειού τα ρούχα της οικογένειας. Επίσης διακρίνονται και άλλα άτομα και ζώα, τα οποία προφανώς περιμένουν να επιβιβασθούν σε βάρκα. Η περαταριά δεν είχε ακόμη κατασκευασθεί. Μπροστά κάποιο κοπάδι με πρόβατα βόσκει στην όχθη, ενώ στο βάθος της κοίτης του ποταμού απεικονίζεται το περίφημο «νταϊλιάνι», η ιχθυοπαγίδα, μια πρόχειρη κατασκευή από πλεγμένα ξύλα, η οποία παγίδευε τα ψάρια του Πηνειού. Στο βάθος της εικόνας διακρίνονται αμυδρά από αριστερά κατά σειρά: το παλιό τουρκικό ρολόι, τα καμπαναριά του ναού του Αγίου Αχιλλίου, οι παραποτάμιοι μύλοι, η συνοικία Ταμπάκικα αραιοκατοικημένη και η εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής (Παναγία).
Σήμερα η περιοχή αυτή έχει εξωραϊσθεί, η πλούσια βλάστηση στις όχθες έχει μειωθεί και οι περαστικοί που κάνουν τον υγιεινό περίπατό τους, μπορούν να αναπλάσουν με την φαντασία τους πως ήταν προπολεμικά ο χώρος αυτός.
 [1]. Οι αδελφοί Κατσαούνη ήταν μια πλούσια οικογένεια επιχειρηματιών της Λάρισας. Εκτός από μια τεράστια περιουσία που διέθεταν σε ακίνητα στην κεντρική αγορά της Λάρισας, είχαν στήσει αντλία στην δεξιά όχθη του Πηνειού για την άντληση νερού από το ποτάμι και την διανομή του με βαρέλια σε σπίτια και καταστήματα της Λάρισας. Μέσα στις εμπορικές δραστηριότητές τους περιλαμβάνεται και το παγοποιείο που είχαν δημιουργήσει στη συνοικία Ταμπάκικα.
[2]. Το όνομα «Γκιόλια» προέρχεται από παραφθορά της τουρκικής λέξεως «γκιούλ» η οποία σημαίνει τριαντάφυλλο.
[3]. Επιστολικά δελτάρια. Εκδόσεις ελληνικές και ευρωπαϊκές (1900-1960), συλλογή Γ. και Λ. Γουργιώτη, Λαογραφικό Ιστορικό Μουσείο Λάρισας, Λάρισα (2007) σελ. 38.
[4]. Σήμερα έχει αποδειχθεί από τον αρχαιολόγο Θανάση Τζιαφάλια ότι οι πέτρες αυτές είναι αρχιτεκτονικά μέλη τα οποία αφαιρέθηκαν από το ερειπωμένο Α΄ Αρχαίο Θέατρο και μεταφέρθηκαν στην περιοχή για να κατασκευασθεί η Σκάλα.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com