Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2019

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

Η Απελευθέρωση της Λάρισας στις 23 Οκτωβρίου 1944 και η καθιέρωση της 28ης Οκτωβρίου ως Εθνικής εορτής

 
 Η εκδήλωση στη ΛάρισαΗ εκδήλωση στη Λάρισα
Παρέλαση μετά την επιμνημόσυνη δέηση στην Κεντρική πλατεία της Λάρισας. 28 Οκτωβρίου 1944. Φωτογραφία από το αρχείο του Κλεάνθη Μάρκου, χαρισμένη στη Φωτοθήκη Λάρισας
Λίγες ημέρες πριν, στις 23 Οκτωβρίου η πόλη μας γιόρτασε την απελευθέρωσή της από τους Γερμανούς με διάφορες εκδηλώσεις. Πέρασαν 75 χρόνια από την 23η Οκτωβρίου του 1944 όταν και οι τελευταίοι Γερμανοί στρατιώτες έφευγαν από τη Λάρισα, ανατινάζοντας και τα υπόλοιπα τόξα της ήδη κατεστραμμένης γέφυρας του Πηνειού.
Ο δημοσιογράφος Λάζαρος Αρσενίου, αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας των γεγονότων, στο βιβλίο του "Η Θεσσαλία στην Αντίσταση"[1] περιγράφει με γλαφυρό τρόπο τις συγκλονιστικές εκείνες στιγμές της απελευθέρωσης της Λάρισας, με την οποία και τελειώνει το βιβλίο του. Ένα κείμενο που κάθε κάτοικος αυτής της πόλης πρέπει να διαβάσει. Με δικά μας λόγια θα συμπυκνώσουμε την αναφορά του στο γεγονός αυτό και θα τονίσουμε τα κυριότερα σημεία της αφήγησης.
Το απόγευμα της Κυριακής 22 Οκτωβρίου 1944, ο κόσμος που είχε συγκεντρωθεί στην Κεντρική πλατεία για τη βόλτα του, όπως συνήθιζε κάθε Κυριακή και γιορτή, άρχισε ξαφνικά να αραιώνει και η πλατεία να αδειάζει. Είδαν τους Γερμανούς να φροντίζουν τα τάνκς τα οποία ήταν σταθμευμένα στους κεντρικούς δρόμους της πόλης και κατάλαβαν ότι ετοιμάζονταν να φύγουν. Επειδή από μέρες είχαν κυκλοφορήσει διάφορες διαδόσεις, ο κόσμος πήρε τα μέτρα του. Έτρεξε από νωρίς να κρυφτεί στα σπίτια του για ασφάλεια, καθώς δεν μπορούσε να γνωρίζει τι θα μπορούσε να συμβεί μόλις νύχτωνε.
Εν τω μεταξύ από το πρωί της Κυριακής είχαν μπει στη Λάρισα στελέχη της Εθνικής Πολιτοφυλακής, τα οποία είχαν σαν σκοπό να προστατεύσουν από δολιοφθορές τα ευαίσθητα σημεία της Λάρισας (Υδραγωγείο, Μύλος του Παππά, κτίριο του ΟΤΕ στην οδό Φιλελλήνων, τον Ηλεκτρικό σταθμό στην οδό Κουμουνδούρου και άλλα εργοστάσια), πράγμα που έγινε. Όμως οι Γερμανοί επιτέθηκαν στους σιδηροδρομικούς σταθμούς και στις αποθήκες πυρομαχικών στο Μεζούρλο. Όλη τη νύκτα η πόλη δεν κοιμήθηκε από τις συνεχείς εκρήξεις στα σιδηροδρομικά δίκτυα και στα κτίρια των σταθμών. Το επιστέγασμα των εκρήξεων ολοκληρώθηκε στις 3 το πρωί της Δευτέρας 23 Οκτωβρίου με την ισχυρή έκρηξη που προκλήθηκε από την ανατίναξη της λαβωμένης από το 1941 γέφυρας.
Θα έλεγε κανείς ότι η ανατίναξη της γέφυρας ήταν το κύκνειο άσμα των Γερμανών στην πόλη, αλλά και το έναυσμα για τους κατοίκους της να βγουν από τα σπίτια τους πρωί-πρωί, πριν ακόμα φέξει και να κατευθυνθούν προς την Κεντρική πλατεία. Η πόλη άρχισε να ηλεκτροφωτίζεται, οι καμπάνες των εκκλησιών δονούσαν τις καρδιές και το εύηχο άκουσμά τους τόνωνε το συναίσθημα. Λίγο πριν το μεσημέρι υποδέχθηκαν την Ταξιαρχία Ιππικού με χειροκροτήματα καθώς περνούσε από τους κεντρικούς δρόμους, για να κατευθυνθεί στους στρατώνες Ιππικού, όπου και στρατωνίσθηκε. Από το μπαλκόνι της τραυματισμένης από τον σεισμό Εθνικής Τράπεζας εμφανίσθηκαν οι τοπικοί ηγέτες της Εθνικής Αντίστασης οι οποίοι απευθύνθηκαν στο πλήθος με σύντομο χαιρετισμό και πάλι στην Κεντρική πλατεία, παρήλασαν στην οδό Κύπρου έφιππα και πεζά τμήματα του ΕΛΑΣ, με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Δημ. Κασσάνδρα, τον καπετάνιο Μίμη Τάσο (Μπουκουβάλα) και τον ίλαρχο Κώστα Καραστάθη, οι οποίοι από τα μπαλκόνια του ξενοδοχείο "Ολύμπιον" χαιρέτησαν το πλήθος.
Η εικόνα η οποία συνοδεύει το σημερινό κείμενο είναι από τις ημέρες εκείνες που βίωσε η πόλη. Η λήψη της έγινε στις 28 Οκτωβρίου 1944 στην Κεντρική πλατεία (Β΄ Σώματος Στρατού ήταν τότε η επίσημη ονομασία της), λίγες ημέρες μετά την απελευθέρωση. Ο βωμός (οι δύο άσπρες στήλες) που διακρίνεται στο βάθος δηλώνει την τελετή που έγινε για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου και την επιμνημόσυνη δέηση. Ακολούθησε παρέλαση σε άψογο σχηματισμό ανά τριάδες, ώριμων ατόμων με κονκάρδες στο αριστερό πέτο του σακακιού τους, οι οποίοι κατευθύνονται προς το δυτικό τμήμα της πλατείας, προς τη σημερινή οδό Παπαναστασίου. Πλήθος κόσμου και πολλά μικρά παιδιά παρακολουθούν την παρέλαση. Η φωτογραφία προέρχεται από το αρχείο του συμπολίτη μας Κλεάνθη Μάρκου, ο οποίος μαζί με άλλες τις παρέδωσε στον Θωμά Κυριάκο, μέλος της Φωτοθήκης Λάρισας του Ομίλου Φίλων της Θεσσαλικής Ιστορίας, ως δώρο προς τη Φωτοθήκη.
Η τελετή με την παρέλαση που ακολούθησε και αποτυπώνεται στη φωτογραφία, αποτελεί για την πόλη μας την πρώτη πάνδημη εκδήλωση για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου μετά την απελευθέρωση. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι η 28η Οκτωβρίου ανακηρύχθηκε ως εθνική εορτή στις 24 Οκτωβρίου 1944, λίγες ημέρες μετά την απελευθέρωση της Αθήνας (12 Οκτωβρίου) και την άφιξη της κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου στην απελευθερωμένη Αθήνα (18 Οκτωβρίου). Στο διάγγελμά του για την 28η Οκτωβρίου 1944 ο πρωθυπουργός ανέφερε μεταξύ άλλων και τα εξής "Ελεύθεροι πανηγυρίζομεν την 4ην επέτειον της 28ης Οκτωβρίου. Η Κυβέρνησις την αναγόρευσεν εθνικήν εορτήν, ομότιμον προς την 25ην Μαρτίου 1821. Διότι ανάλογος υπήρξεν η δοκιμασία και η δόξα του Έθνους…". Η αυθόρμητη αυτή καθιέρωση από τον πρωθυπουργό μπορεί κανείς να πει ότι αποτέλεσε την αρχή του εορτασμού.
Η πρώτη αναφορά για τον εορτασμό της 28ης Οκτωβρίου εντοπίζεται νωρίτερα, στην ιδρυτική προκήρυξη του ΕΑΜ της 10ης Οκτωβρίου 1941, στην οποία αναφέρεται ότι "Στις 28 Οκτωβρίου αγωνιστείτε για το εθνικό ξεκίνημα με κάθε είδους εκδήλωση. Το ΕΑΜ καλεί όλους τους Έλληνες και τις Ελληνίδες στις 28 Οκτωβρίου στο σπίτι τους, στον τόπο της δουλειάς τους, στο καφενείο, στο τραμ, στον κινηματογράφο, στο θέατρο, να χαιρετούν με τις λέξεις ΤΣΑΡΟΥΧΙ [2]-ΕΑΜ". Αν και η κατοχική κυβέρνηση έλαβε κατασταλτικά μέτρα για να εμποδίσει τον πρώτο εορτασμό της 28ης Οκτωβρίου και απαγόρευσε τις εκδηλώσεις με αυστηρές ποινές, στο Πανεπιστήμιο αλλά και σε άλλους χώρους έγιναν σιωπηρά εκδηλώσεις και ομιλίες. Την παραμονή της 28ης Οκτωβρίου εκατοντάδες φοιτητές στις αίθουσες του Πανεπιστημίου ζητούσαν από τους καθηγητές αντί μαθημάτων να γίνουν αναφορές στην πρώτη επέτειο. Ο καθηγητής Κωνσταντίνος Τσάτσος (ο μετέπειτα Πρόεδρος της Δημοκρατίας), παρά την απαγόρευση της πρυτανείας, εκφώνησε μια εμπνευσμένη ομιλία, η οποία όμως είχε σαν αποτέλεσμα δύο ημέρες μετά ο καθηγητής να οδηγηθεί σε απόλυση[3]. Παρόμοιες σιωπηρές εκδηλώσεις γίνονταν και τα επόμενα κατοχικά χρόνια.
Όμως η εορτή της 28ης Οκτωβρίου 1944, η πρώτη μεταπελευθερωτική εορτή, ήταν συγκλονιστική σε συμμετοχή και σε εθνικό παλμό, με την παρουσία της κυβέρνησης, των συμμάχων και των αντιστασιακών οργανώσεων. Όπως διακρίνεται και στη δημοσιευόμενη φωτογραφία, την ίδια λαμπρότητα είχε και η γιορτή της 28ης Οκτωβρίου και στη Λάρισα κατά το 1944.
------------------------------------------------
[1]. Αρσενίου Λάζαρος. Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, Λάρισα, τρίτη έκδοση βελτιωμένη, τόμος 2ος, εκδόσεις "Ελλα" [1999] σελ. 252-261.
[2]. Το ΕΑΜ είχε ορίσει το τσαρούχι ως έμβλημα νίκης, κάτι αντίστοιχο με το διεθνές σήμα νίκης V.
[3]. Δελφάκης Νίκος, Η καθιέρωση της 28ης Οκτωβρίου ως εθνικής γιορτής, 27. 10. 2016, Arcadiapostal
Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2019

ΛΑΡΙΣΑ. Μία εικόνα, χίλιες λέξεις…

Ναός Αγίου Νικολάου


Βορειοανατολική άποψη του ναού του Αγίου Νικολάου και του προαύλιου χώρου του, μια χιονισμένη ημέρα του 1948. Φωτογραφία του Τάκη Τλούπα, από το βιβλίο "Λάρισα. Εικόνες του χθες", έκδοση του Δήμου Λαρισαίων, (1986) σελ. 107.Βορειοανατολική άποψη του ναού του Αγίου Νικολάου και του προαύλιου χώρου του, μια χιονισμένη ημέρα του 1948. Φωτογραφία του Τάκη Τλούπα, από το βιβλίο "Λάρισα. Εικόνες του χθες", έκδοση του Δήμου Λαρισαίων, (1986) σελ. 107.
Κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας και μέχρι το 1857, για τις θρησκευτικές ανάγκες του χριστιανικού πληθυσμού υπήρχε στη Λάρισα μόνο ο ναός του Αγίου Αχιλλίου και αυτός όχι πάντοτε εν λειτουργία.
Στην τελευταία περίπτωση ο εκκλησιασμός των χριστιανών της Λάρισας γινόταν στο εξωκκλήσι της Αγίας Μαρίνας ή σε ναούς πλησιόχωρων μικρών οικισμών. Είναι γνωστό όμως ότι στις διάφορες χριστιανικές συνοικίες (Παράσχου μαχαλάς, Πέρα μαχαλάς, Σουφλάρ μαχαλάς) υπήρχαν μικρά παρεκκλήσια, χωρίς όμως να θεωρούνται ενοριακοί ναοί, τα οποία εξυπηρετούνταν στις διάφορες πανηγύρεις από τους ιερείς του Αγίου Αχιλλίου, οι οποίοι σύμφωνα με μια πληροφορία, η οποία προέρχεται από τον "Κώδικα 1472 της μητροπόλεως Λαρίσης" που βρίσκεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη των Αθηνών, υπερέβαιναν τους δέκα.
Το 1857 οι χριστιανοί της συνοικίας Παράσχου, επωφελούμενοι και από τις φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις των Τούρκων κατά την περίοδο εκείνη, έκτισαν τον ναό του Αγίου Νικολάου, ο οποίος ήταν ο πρώτος, εκτός του μητροπολιτικού ναού του Αγ. Αχιλλίου, που λειτούργησε ως ενοριακός στη Λάρισα κατά την περίοδο της ύστερης τουρκοκρατίας. Για την εποχή του ήταν ο μεγαλύτερος στην πόλη, καθώς ακόμη και ο ναός του Αγ. Αχιλλίου ήταν μικρότερος σε μέγεθος και υποδεέστερος σε λαμπρότητα. Η απόδοση του ναού στη λατρεία του Αγίου Νικολάου δεν αποκλείεται να έχει σχέση με την αναφερόμενη κατά τον 18ο αιώνα συνοικία του Αγίου Νικολάου στην ίδια περιοχή. Αρχιτέκτονες πιθανόν να ήταν οι Γ. Γ. Δημητρίου, όπως αναφέρεται σε αφιερωματικές επιγραφές που υπάρχουν σε δύο εικόνες του 1859, οι οποίες συντηρήθηκαν πρόσφατα[1]: «Δέησις των δούλων του Θεού Γ. Γ. Δημητρίου Αρχιτεκτόνων, 1859, Αυγ. 27»
Το 1959, μόλις δύο χρόνια μετά τα εγκαίνια του ναού, ο Ρώσος αρχιμανδρίτης Πορφύριος Ουσπένσκη, κατά την περιοδεία του στη Θεσσαλία, πέρασε και από τη Λάρισα. Ήταν 5 Απριλίου το απόγευμα, που συνέπεσε να είναι η Κυριακή των Βαΐων του έτους εκείνου, όταν επισκέφθηκε τον ναό του Αγίου Νικολάου για να παρακολουθήσει την Ακολουθία του Νυμφίου. Ιδού πώς περιγράφει στο οδοιπορικό του το ναό: «Στις έξι το απόγευμα επισκεφθήκαμε τον νέο ναό που είναι αφιερωμένος στον Αγιο Νικόλαο τον θαυματουργό. Είναι κτισμένος το 1857 και ακόμη δεν έχει στρωθεί με μαρμάρινες πλάκες. Το εσωτερικό του είναι όμορφο. Έξι και έξι κίονες από κάθε πλευρά υποστηρίζουν την τετραγωνισμένη οροφή του. Ανάμεσα από τους κίονες, πάνω από τις ημικυκλικές αψίδες, απεικονίζονται οι Δώδεκα Απόστολοι, όπως και στον ναό του Αγίου Αχιλλίου. Κρυστάλλινοι πολυέλαιοι και πολλές ανάγλυφες γυάλινες λαμπάδες κρέμονται στη μέση του ναού. Πίσω από τους κίονες στηρίζονται τα ολοκαίνουρια στασίδια. Οι εικόνες ζωγραφίστηκαν πρόσφατα στην Αθήνα. Η τέχνη τους είναι μέτρια. Τα πρόσωπα είναι μεγάλα σε σύγκριση με το υπόλοιπο σώμα. Στεναχωρήθηκα γι’ αυτή την απόκλιση των αγιογράφων από τα αρχαία πρότυπα της ορθόδοξης εικονογραφίας. Αλλά και ο κ. Λαζάρου(2) λυπήθηκε για το ότι οι ενορίτες δεν άκουσαν τη συμβουλή του και δεν αντέγραψαν τις μοσχοβίτικες εικόνες»[3].
Από την περιγραφή αυτή διαπιστώνεται ότι αρχιτεκτονικά ο ναός ήταν μια απλή τρίκλιτη βασιλική με ημικυκλική κόγχη στην ανατολική πλευρά και μέσα σε δύο χρόνια είχε ήδη στολιστεί με εικόνες και κρυστάλλινους πολυελαίους. Στα χρόνια που ακολούθησαν ο ναός καλλωπίσθηκε, συμπληρώθηκε με μεγάλες εικόνες και ιερά σκεύη και το 1893 απέκτησε και κωδωνοστάσιο στη νοτιοανατολική πλευρά της αυλής, σε μικρή απόσταση από τον ναό.
Το 1897, έχουμε μια μαρτυρία ότι έγιναν εργασίες επέκτασης του ναού. Η Αμαλία Παπασταύρου αναφέρει επί λέξει σε βιβλίο της «Την εσπέραν της Μ. Πέμπτης (10 Απριλίου 1897) μετέβημεν εις την εκκλησίαν του Αγίου Νικολάου. Πολλή αταξία επεκράτει, διότι είχον ρίψει το εμπρόσθιον μέρος όπως την αυξήσωσι, και τούτο κατ’ απαίτησιν του πρίγκιπος Νικολάου[4], ού έφερε το όνομα. Ελέγετο μάλιστα ότι η αύξησις εγένετο δι’ εξόδων του πρίγκιπος ή μάλλον διά ρωσικών χρημάτων… Αλλ’ η εκκλησία αυξάνεται δαπάναις του Δήμου και όπως προληφθή η εκπλήρωσις της επιθυμίας του πρίγκιπος»[5]. Η περιγραφή αυτή επιβεβαιώνει ότι η αρχική αρχιτεκτονική δομή του ναού ήταν απλή τρίκλιτη βασιλική και κατά το 1897 επεκτάθηκε δυτικά και συγχρόνως κατασκευάσθηκαν εκατέρωθεν προεκτάσεις, για να υπάρχει η δυνατότητα πρόσβασης στον προστεθέντα γυναικωνίτη, ώστε η κάτοψή της να έχει το σχήμα ανεστραμμένου Τ κεφαλαίου.
Στις αρχές του 20ού αιώνα ο χώρος του ναού και ολόκληρη η ευρύχωρη αυλή του περιφράχθηκαν με χαμηλό τοιχίο από πελεκητή πέτρα και μεταλλικό κιγκλίδωμα. Επίσης την ίδια περίοδο δημιουργήθηκε μπροστά από τη δυτική κύρια είσοδο του ναού μικρός και χαμηλός νάρθηκας, η αυλή δενδροφυτεύτηκε, μέρος της πλακοστρώθηκε και στο κέντρο της κτίσθηκε μόνιμη εξέδρα για την αναστάσιμη λειτουργία.
Στη δημοσιευόμενη φωτογραφία του 1948 από τον Τάκη Τλούπα απεικονίζεται η βορειοανατολική πλευρά του όλου συγκροτήματος του ναού. Σε πρώτο επίπεδο βλέπουμε το πέτρινο τοιχίο με το μεταλλικό κιγκλίδωμα και πίσω την αυλή να είναι γεμάτη με πεύκα και κυπαρίσσια. Στα βάθος αριστερά διακρίνεται το πρώτο ψηλό πυργοειδές καμπαναριό και δίπλα του η ανατολική και η βόρεια πλευρά της βασιλικής του Αγίου Νικολάου.
---------------------------------------------------
[1]. Πριν από μερικά χρόνια ο προϊστάμενος του ναού του Αγ. Νικολάου π. Ιγνάτιος Μουρτζανός και το εκκλησιαστικό συμβούλιο συγκέντρωσε όλες τις παλιές εικόνες από το 1857 και εντεύθεν, τις συντήρησε, τις τοποθέτησε σε περίοπτη θέση στο Ιερό Βήμα και αναμένεται η έκθεσή τους σε κατάλληλο μουσειακό χώρο του ναού.
[2]. Ο Λαζάρου ήταν πρόξενος της Ρωσίας στη Λάρισα και συνοδός του αρχιμανδρίτη Ουσπένσκη κατά την περιήγησή του στην πόλη. Το ρωσικό προξενείο στεγαζόταν σε οίκημα που βρισκόταν απέναντι από την ανατολική πλευρά του Αγ. Νικολάου, επί της σημερινής οδού Παπαναστασίου.
[3]. PorfUspenskij, Περιήγηση στις μονές των Μετεώρων το 1859, μετάφραση από τα ρωσικά Ευαγγελία-Αντωνία Σαμαρά, σχόλια Κώστας Σπανός, Θεσσαλικό Ημερολόγιο, τόμ. 43 (2003) σ. 258.
[4]. Ο πρίγκιπας Νικόλαος, δευτερότοκος γιος του βασιλιά Γεωργίου Α΄ και αδελφός του διαδόχου Κωνσταντίνου, ερχόταν τακτικά κάθε Σεπτέμβριο στη Λάρισα, για να παρακολουθεί τα μεγάλα ετήσια γυμνάσια του ελληνικού στρατού. Το 1897 συνόδευε τον Κωνσταντίνο κατά τη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου.
[5]. Βλέπε: Παπασταύρου Αμαλία, Ημερολόγιον του πολέμου του 1897, Αλεξάνδρεια (1897) σελ. 15.
Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2019

Iχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

Το καφενείο «Ντορέ» ως κέντρο ψυχαγωγίας


Το τριώροφο κτίριο «Πανελλήνιον» της πλατείας Θέμιδος (Κεντρικής), στο ισόγειο του οποίου στεγαζόταν για δέκα και πλέον χρόνια το καφενείο «Ντορέ». Λεπτομέρεια κάρτας του Ιωάν. Κουμουνδούρου. 1932Το τριώροφο κτίριο «Πανελλήνιον» της πλατείας Θέμιδος (Κεντρικής), στο ισόγειο του οποίου στεγαζόταν για δέκα και πλέον χρόνια το καφενείο «Ντορέ». Λεπτομέρεια κάρτας του Ιωάν. Κουμουνδούρου. 1932
Το "Πανελλήνιον" ήταν ένα ψηλό τριώροφο κτίριο, το οποίο δέσποζε στη νότια πλευρά της Κεντρικής πλατείας (Θέμιδος όπως ονομαζόταν προπολεμικά), ανάμεσα στο κτίριο της Εμπορικής Τράπεζας και του ζαχαροπλαστείου του Κόκκαλη (Γαλλικόν).
Είχε κτισθεί το 1908 από τους αδελφούς Μποσινιώτη και οι δύο επάνω όροφοι στέγαζαν το ομώνυμο ξενοδοχείο, ενώ στο ισόγειο οι τέσσερις από τις πέντε πόρτες του αντιστοιχούσαν στο επίσης ομώνυμο καφενείο[1]. Το 1919, με την οικονομική βοήθεια του Αγαμέμνονα Σλήμαν[2], ανέλαβε τη λειτουργία του καφενείου ο Κωνσταντίνος Πάλτσος, δεινός επιχειρηματίας από τα Τρίκαλα. Αυτός άλλαξε τελείως τη φυσιογνωμία του καταστήματος στο εσωτερικό του και το μετονόμασε σε «Ντορέ»[3]. Χάρη στην πολυτελή του εμφάνιση συγκέντρωνε όλη την καλή κοινωνία της Λάρισας. Ο νέος επιχειρηματίας είχε την έμπνευση να αξιοποιήσει μέρος της μεγάλης αυλής που υπήρχε στο πίσω μέρος του κτιρίου και με ελαφρά δόμηση κατασκεύασε σκηνή θεάτρου και κινηματογράφου, ο οποίος την περίοδο εκείνη ήταν βωβός.
Δεξιά, καθώς έμπαινε κανείς στο καφενείο, είχε κατασκευασθεί σε ψηλότερο σημείο ένα μικρό ξύλινο πρόχειρο κουβούκλιο, όπου είχε εγκατασταθεί η κινηματογραφική μηχανή προβολής. Η άνοδος γινόταν με κινητή ξύλινη σκάλα. Στο βάθος του καφενείου, στη σκηνή, ήταν απλωμένη η οθόνη. Πολλές από τις ταινίες που προβάλλονταν δεν ήταν αυτοτελείς, όπως σήμερα. Για να έχουν καθημερινή προσέλευση κόσμου, οι παραγωγοί, αλλά και οι επιχειρηματίες, προτιμούσαν να προβάλλουν ταινίες σε συνέχειες, οι οποίες μπορούσαν να κρατήσουν για μία και δύο εβδομάδες. Επειδή δεν είχε ακόμη ανακαλυφθεί ο ομιλών κινηματογράφος, οι θεατές για να κατανοούν τα δρώμενα, ιδιαίτερα εκείνοι που δεν μπορούσαν να διαβάσουν τα ενδιάμεσα γράμματα λόγω αναλφαβητισμού, έπρεπε να μαντεύουν τις συνομιλίες των ηθοποιών από τις κινήσεις τους. Το καλοκαίρι το κουβούκλιο προβολής μεταφερόταν στον χώρο της πλατείας που κατείχε το «Ντορέ». Στην περίπτωση αυτή οι θεατές αντί για εισιτήριο υποχρεώνονταν να σερβιριστούν με ποτό ή γλυκό, τα οποία επιβαρύνονταν με μια μικρή αύξηση. Όμως ο Πάλτσος δεν μπορούσε να αποφύγει τους λαθροθεατές, τους τζαμπατζήδες, οι οποίοι συνήθως ήταν περισσότεροι από εκείνους που πλήρωναν. Μάταια προσπαθούσε ο Πάλτσος να τους απομακρύνει, επιστρατεύοντας προς τούτο ειδικούς υπαλλήλους.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο τρόπος με τον οποίο διαφημίζονταν τα κινηματογραφικά έργα, ιδιαίτερα εκείνα τα οποία προβάλλονταν σε συνέχειες. Όλη η προσπάθεια του επιχειρηματία επικεντρωνόταν στο να δουν οι θεατές το πρώτο επεισόδιο, το οποίο συνήθως τους καθήλωνε και δεν μπορούσαν να σταματήσουν την παρακολούθηση, επειδή ήθελαν να μάθουν τη συνέχεια. Κατέφευγαν έτσι σε διάφορα διαφημιστικά μέσα. Το αποτελεσματικότερο ήταν η παρέλαση δύο στη σειρά αμαξών. Στο πρώτο ήταν εγκατεστημένα διάφορα θορυβώδη μουσικά όργανα (κλαρίνα, βιολιά και ταμπουράδες) τα οποία έπαιζαν εύθυμους σκοπούς και στο δεύτερο υπήρχε ένα μεγάλο «πανό» που ανέγραφε τον τίτλο του έργου και από δίπλα πρόβαλλαν ζωγραφισμένα τα πορτραίτα των πρωταγωνιστών. Στην ίδια άμαξα υπήρχαν επί πλέον και ειδικοί τελάληδες για να πληροφορούν τους αγράμματους και να διαφημίσουν το προβαλλόμενο έργο. Συγχρόνως μοίραζαν και άφθονα διαφημιστικά φυλλάδια (φέιγ-βολάν). Τα αμάξια ξεκινούσαν από τους κεντρικούς δρόμους και έφθαναν μέχρι τις ακραίες συνοικίες. Ο θόρυβος που δημιουργούσαν τα μουσικά όργανα έκαναν τον κόσμο να βγαίνει στις πόρτες και να μαθαίνει τι έργο θα έπαιζε το «Ντορέ». Εκείνα τα οποία σημείωναν καταπληκτική επιτυχία ήταν οι βουβές ταινίες του Σαρλώ, όπως εξ άλλου και σήμερα.
Η αίθουσα του "Ντορέ" με τη θεατρική σκηνή στο βάθος, αν και πρόχειρη, γνώρισε κατά το διάστημα του μεσοπολέμου μεγάλες δόξες. Οι πιο επίσημες χοροεσπερίδες δίδονταν σ' αυτήν και για να αυξάνεται η χωρητικότητά της, επεκτεινόταν μέχρι τη σκηνή. Οι μεγάλοι καθρέπτες και η βιεννέζικη διακόσμηση που έδινε η επίπλωση, δημιουργούσαν μια κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα, ιδανική για τέτοιες εκδηλώσεις. Επίσης από τη σκηνή του "Ντορέ" παρέλασαν όλα τα μεγάλα ονόματα του θεάτρου και της μουσικής των Αθηνών, τα οποία μεσουρανούσαν την περίοδο εκείνη, και όταν έκαναν περιοδεία στην ελληνική επαρχία, η Λάρισα ήταν μέσα στο πρόγραμμά τους. Η συνεισφορά του «Ντορέ» στην ανάπτυξη του μουσικού αισθήματος των Λαρισαίων ήταν μεγάλη. Στην εσωτερική αίθουσα του θεάτρου έδωσαν συναυλίες μεγάλες δόξες του μελοδράματος που είχαν διακριθεί στο εξωτερικό, πριν ακόμα ιδρυθεί η Εθνική Λυρική Σκηνή, όπως ο Μωραΐτης, ο Ξηρέλης, η Φλερύ, ο Δαμασιώτης, ο Μοσχονάς και άλλοι.
Όμως στον τομέα της ψυχαγωγίας το "Ντορέ" είχε έναν ισχυρό ανταγωνιστή, τον όμορφο «Κήπο του Χαλήμαγα». Ο τελευταίος βρισκόταν στο τετράγωνο όπου στεγαζόταν από το 1881 το παλάτι του Γεωργίου Α΄. Το 1916 είχε περιέλθει στην ιδιοκτησία του Δήμου κατόπιν αγοράς από τον πρίγκιπα Νικόλαο. Το κτίσμα κατεδαφίστηκε, ενώ έμεινε άθικτος ο μεγάλος κήπος του. Ο Πέτρος Χαλήμαγας ενοικίασε από τον Δήμο ολόκληρο τον χώρο όπου στέγασε τον "Κήπο" του[4]. Κατασκεύασε ένα θαυμάσιο κέντρο το οποίο διέθετε μεγάλη χειμερινή αίθουσα, ενώ το καλοκαίρι χρησιμοποιούσε τον δροσόλουστο κήπο. Ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα δύο κοσμικά κέντρα ήταν έντονος κυρίως το καλοκαίρι. Ο Πέτρος Χαλήμαγας για να ψυχαγωγήσει την εκλεκτή πελατεία του μετακαλούσε βιεννέζικες ορχήστρες και στην πίστα χορού που είχε δημιουργήσει στροβιλίζονταν τα νεαρά ζευγάρια με τα βαλς του Στράους. Τον μιμήθηκε και ο Κώστας Πάλτσος και έφερε και αυτός ορχήστρα από την αυστριακή πρωτεύουσα. Επειδή όμως δεν διέθετε πίστα χορού, η ορχήστρα του περιοριζόταν να παίζει μόνον θαυμάσια κλασικά μουσικά κομμάτια κατά τη διάρκεια της προβολής του κινηματογραφικού έργου και για όσους κατέκλυζαν τα τραπέζια που είχε αναπτυγμένα στο πεζοδρόμιο μπροστά από το «Ντορέ» όπου ήταν εγκατεστημένη και η ορχήστρα. Κάθε μία από τις ορχήστρες στα δύο κέντρα είχε και τον δικό της μαέστρο. Του «Ντορέ» λεγόταν Φριτς και του «Κήπου του Χαλήμαγα» Φρεντ.
Ο ανταγωνισμός αυτός είχε σαν αποτέλεσμα, οι φιλόμουσοι Λαρισαίοι να χωριστούν σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Εκείνο που ευνοούσε την ορχήστρα του Φριτς και το άλλο που υποστήριζε την ορχήστρα του Φρεντ. Οι ανταγωνιζόμενοι επιχειρηματίες, για να αυξήσουν τους φιλόμουσους θαυμαστές τους, φρόντιζαν κάθε μέρα να αλλάζουν το μουσικό πρόγραμμα και την αλλαγή αυτή να την αναγγέλλουν σε πανό τοποθετημένα σε τρίποδα, τα οποία ανέγραφαν το ρεπερτόριο της βραδιάς. Δεν παρέλειπαν όμως οι Αυστριακοί μαέστροι να ικανοποιούν και το εθνικό αίσθημα των ακροατών, περιλαμβάνοντας στα πρόγραμμά τους και συνθέσεις Ελλήνων μουσουργών, με αποσπάσματα από οπερέτες που γοήτευαν τότε τον κόσμο[5].
Δυστυχώς όμως ο ανταγωνισμός αυτός, σε μια Λάρισα πληθυσμιακά μικρή, εξουθένωσε οικονομικά τους επιχειρηματίες. Οι ζημιές τους σταδιακά μεγάλωναν και κάποια στιγμή αποφάσισαν να θέσουν τέρμα στις μετακλήσεις ξένων συγκροτημάτων και να αποσυρθούν. Ο Πάλτσος το 1930 εγκατέλειψε το «Ντορέ» και μετακόμισε στην Αθήνα, ενώ ο Χαλήμαγας παραχώρησε το κέντρο στα ανίψια του, τον Χρήστο και τον Μιχάλη, οι οποίοι για ένα διάστημα το διατήρησαν σαν χορευτικό κέντρο όπου σύχναζαν οι νέοι.
Με την αποχώρηση του Πάλτσου, τη διαχείριση του καφενείου «Ντορέ» ανέλαβε ο Μήτσος Βρεττόπουλος, ο οποίος το μετονόμασε και πάλι σε «Πανελλήνιον». Μια νέα επιτυχημένη πορεία του ψυχαγωγικού κέντρου βρισκόταν ήδη εμπρός του.
-----------------------------------------------------
[1]. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Το Μέγαρον "Πανελλήνιον", Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα-Α΄, Λάρισα, σελ. 135-138.
[2]. Ο Κωνσταντίνος Πάλτσος ήταν γνωστός με τον βουλευτή Αγιάς Αγαμέμνονα Σλήμαν, γιο του διάσημου αρχαιολόγου Ερρίκου Σλήμαν και ανήκαν και οι δύο στο Λαϊκό κόμμα, ήταν δηλαδή φανατικοί αντιβενιζελικοί. Κατά τη διάρκεια του εθνικού διχασμού συνελήφθηκαν στη Λάρισα και εξορίσθηκαν μαζί για δύο περίπου χρόνια στη Μυτιλήνη, όπου μοιράζονταν το ίδιο δωμάτιο. Το γεγονός αυτό στάθηκε αφορμή να δημιουργηθεί μεταξύ τους μια ακατάλυτη φιλία.
[3]. "Ντορέ" ονομαζόταν και το ζαχαροπλαστείο που είχε ανοίξει από το 1914 με τον αδελφό του Δημήτριο Πάλτσο στη διπλανή οικοδομή ιδιοκτησίας Αθανασίου Κατσαούνη. Όταν εκείνο έκλεισε περί το 1918, ο Κωνσταντίνος μετονόμασε το καφενείο "Πανελλήνιον" που ενοικίασε σε "Ντορέ".
[4]. Σήμερα στο τετράγωνο αυτό έχει κατασκευαστεί το κτίριο του Δημοτικού Ωδείου και έχει αναπτυχθεί η πλατεία του Αγίου Βησσαρίωνος, με τον ομώνυμο ναΐσκο.
[5]. Βλέπε: Ολύμπιος, Θεάματα και ακροάματα του "Ντορέ", εφ. "Λάρισα", φύλλο της 7ης Ιουνίου 1976.

Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2019

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

Ο κεντρικός δρόμος του Αλσους των Νυμφών

 
Ο κεντρικός δρόμος στο άλσος των Νυμφών (Αλκαζάρ). Περίπου 1947. Αρχείο Άννας Σερέτη-Πράττου.Ο κεντρικός δρόμος στο άλσος των Νυμφών (Αλκαζάρ). Περίπου 1947. Αρχείο Άννας Σερέτη-Πράττου.
Η σημερινή φωτογραφία απεικονίζει τον κεντρικό δρόμο του άλσους των Νυμφών, όπως ονομάζεται επίσημα η περιοχή του Αλκαζάρ.
Η λήψη έγινε από τα σκαλοπατάκια, με βόρειο προσανατολισμό. Εκείνο που κάνει εντύπωση είναι ότι τα δέντρα κατά μήκος του δρόμου δεξιά και αριστερά είναι ακόμα πρόσφατα δενδροφυτευμένα και δεν έχουν φουντώσει, ο δε χώρος του Μεριά που οδηγούσε στο Στάδιο είναι γυμνός και στο βάθος διακρίνεται ο ψηλός τοίχος του Σταδίου και η κεντρική είσοδός του. Είναι γνωστό ότι κατά τη διάρκεια των χρόνων της κατοχής, μια περίοδος για τη Λάρισα στερήσεων και υποταγής στον κατακτητή, ολόκληρη η περιοχή του Αλκαζάρ είχε ερημώσει στην κυριολεξία. Μια ιταλική μονάδα στρατού είχε εγκατασταθεί στο προπολεμικό εξοχικό κέντρο. Κατά τη διάρκεια του χειμώνα του 1941-42 που ήταν πολύ βαρύς, οι στρατιώτες πριόνιζαν τα γύρω δένδρα για να τροφοδοτούν τις θερμάστρες του κέντρου με ξύλα. Από κοντά τους ακολούθησαν και πολλοί Λαρισαίοι, γιατί η ένδεια ήταν πολύ μεγάλη την περίοδο εκείνη. Έτσι όταν κάποτε ο πόλεμος τελείωσε, ολόκληρος σχεδόν ο χώρος του Αλκαζάρ είχε αποψιλωθεί.
Αριστερά στον κήπο η βλάστηση είναι χαμηλή, που σημαίνει ότι είναι πρόσφατη η κατασκευή του κήπου, ενώ δεξιά διακρίνεται το εξοχικό κέντρο "Αλκαζάρ". Την άνοιξη του 1947, έπειτα από σχετική δημοπρασία ο Δήμος παραχώρησε στον επιχειρηματία Μήτσο Βρεττόπουλο την εκμετάλλευση για 15 χρόνια του χώρου του προπολεμικού κέντρου «Αλκαζάρ», με σκοπό την κατασκευή ενός νέου κτιρίου στη θέση του παλαιού και τη δημιουργία εξοχικού κέντρου. Τα Κέντρο άρχισε τη λειτουργία του τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Από τη στέγη καταλαβαίνει κανείς ότι η κατασκευή του είναι πρόσφατη. Στα πεζοδρόμια του κεντρικού δρόμου ελάχιστα είναι τα άτομα τα οποία κάνουν τη βόλτα τους, φορώντας βαριά ρούχα. Πρέπει να είναι ο χειμώνας του 1947-48 που ο φωτογράφος αποτύπωσε το συγκεκριμένο τοπίο.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφέρω ότι αυτή και μερικές άλλες φωτογραφίες, μού τις πρόσφερε την προηγούμενη Τετάρτη 9 Οκτωβρίου στο Δημοτικό Ωδείο κατά τη διάρκεια της παρουσίασης του βιβλίου "Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα-Γ’", η καλή μου φίλη Άννα Σερέτη-Πράττου, την οποία και ευχαριστώ δημόσια.
Όπως θα διαπιστώσατε, η σημερινή εικόνα προέρχεται από φωτογραφία επιστολικού δελταρίου, εκδότης του οποίου είναι το ΦΩΤΟ-ΓΕΝ. Πίσω από το ΓΕΝ κρυβόταν ο καθηγητής Τεχνικών στο Β’ Γυμνάσιο της Λάρισας Μίμης Γεντέκος. Αμέσως μετά την εγκατάστασή του στη Λάρισα το 1945, άρχισε να εκδίδει επιστολικά δελτάρια με απόψεις της πόλης. Δεν είχαν αρίθμηση και δεν γνωρίζουμε πόσες συνολικά κυκλοφόρησαν. Πάντως έχω υπ’ όψιν μου περίπου δεκαπέντε, αλλά πιστεύω ότι θα είναι περισσότερες.
Ο Μίμης Γεντέκος γεννήθηκε το 1905 στην Αθήνα. Γονείς του ήταν ο Αθανάσιος με καταγωγή από το Λεοντάρι Αρκαδίας και η Ελένη από την Μακρινίτσα[1]. Όμως το επάγγελμα του πατέρα του (υπάλληλος των ΤΤΤ, δηλ. ταχυδρομικός), υποχρέωνε την οικογένεια να τον ακολουθεί στις μεταθέσεις του. Τα εφηβικά του χρόνια τα πέρασε στον Τύρναβο, όπου το 1921, σε ηλικία 16 ετών, πέφτοντας από δέντρο υπέστη σοβαρά κατάγματα στη λεκάνη και το δεξιό του πόδι. Οι παλιοί Λαρισαίοι θα θυμούνται την αναπηρία του και κυρίως το δεξιό παπούτσι, του οποίου η σόλα είχε ύψος πάνω από δέκα εκατοστά, για να εξισορροπεί το ύψος του αριστερού ποδιού. Σαν μαθητές θυμάμαι ότι είχαμε εντυπωσιασθεί αρνητικά από την αναπηρία του, η οποία ωστόσο δεν τον δυσκόλευε να κινείται μόνος του και με κάποια ευχέρεια. Το 1924 αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Λαρίσης και από το 1925 έως το 1935 φοίτησε αρχικά στο τμήμα Ιχνογραφίας της Σχολής Καλών Τεχνών και κατόπιν μεταπήδησε στο τμήμα γλυπτικής και ζωγραφικής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών του Μετσοβίου Πολυτεχνείου. Το 1935 διορίσθηκε καθηγητής Τεχνικών στην Αχιλλοπούλειο Εμπορική Σχολή Τσαγκαράδας, όπου παρέμεινε όλη τη διάρκεια της κατοχής, μέχρι το 1945.
Το 1945 διορίσθηκε καθηγητής Τεχνικών στο Β’ Γυμνάσιο Λαρίσης και παρέμεινε στην πόλη μας μέχρι το 1958. Κατά τη διάρκεια των 13 ετών παρουσίας του στη Λάρισα, ξεδίπλωσε όλες τις πτυχές του πολύπλευρου ταλέντου που διέθετε, πέρα από την απλή δημοσιοϋπαλληλική του παρουσία στο σχολείο. Το Γυμνάσιο του παραχώρησε έναν χώρο στη δυτική πλευρά του Σχολικού Γυμναστηρίου, ο οποίος βρισκόταν δίπλα από τα αποδυτήρια, την υπαίθρια δημοτική αποθήκη από αυτοκίνητα και μηχανήματα και κοντά στο περίεργο αρχιτεκτονικά πύργο του Λεωνίδα Μπέρτολη. Στον χώρο αυτόν ο Μίμης Γεντέκος δημιούργησε το καλλιτεχνικό του εργαστήριο γλυπτικής και ζωγραφικής, εξασφάλισε την κατοικία του και στέγασε το φωτογραφείο. Θυμάμαι ότι το 1950, καθώς το οικογενειακό μας σπίτι βρισκόταν εκεί κοντά, στην οδό Καραϊσκάκη, απαθανατίσθηκε στο φωτογραφείο του ολόκληρη η επταμελής οικογένειά μας. Όμως οι περισσότεροι πελάτες του ήταν στρατιώτες, οι οποίοι κατά την έξοδό τους στην πόλη περνούσαν αναγκαστικά έξω από το φωτογραφείο του και αρκετοί του ζητούσαν να φωτογραφηθούν σε εβδομαδιαίες φωτογραφίες, όπως ονομάζονταν τότε όσες γίνονταν σε στούντιο.
Επίσης ο εξωτερικός χώρος ήταν πολλές φορές κατειλημμένος από την εργασία του σε προπλάσματα από μεγάλες σε μέγεθος γλυπτές συνθέσεις. Κατασκεύαζε Ηρώα για διάφορες πόλεις, όπως επίσης προτομές και ανάγλυφα για συλλόγους και δήμους. Το πρόπλασμα ενός αγάλματος του Ρήγα Φεραίου, ύψους τριών περίπου μέτρων χωρίς τη βάση του, που για διάφορους λόγους δεν έγινε ποτέ, έστεκε πάντοτε έξω από τους χώρους του εργαστηρίου του. Μετά τη μετάθεσή του το 1958 στην Αθήνα το πρόπλασμα του Ρήγα διατηρήθηκε στην ίδια θέση, απλώς μετά την κατασκευή των σχολικών διδακτηρίων τοποθετήθηκε στη νοτιοανατολική γωνία του πρώην σχολικού γυμναστηρίου και καθώς έχει γίνει ο στόχος διαφόρων γκράφιτι, αλλοιώθηκε.
Το εργαστήριό του υπήρξε φυτώριο πολλών καλλιτεχνών οι οποίοι υπήρξαν μαθητές του στο σχολείο και συγχρόνως παρακολουθούσαν εξωσχολικά ιδιαίτερα μαθήματά του. Τις πρώτες γνώσεις γύρω από την τέχνη της γλυπτικής, της ζωγραφικής και της φωτογραφίας πήραν κοντά του ο γλύπτης Γ. Καλακαλάς και η Μάρα Καρέτσου, ο σκηνογράφος Γ. Ζιάκας, οι ζωγράφοι Χρήστος Μακρόπουλος, Νανά Τάχα, Χρ. Τζεζαϊρλίδης, ο αθλητής και ζωγράφος Δ. Μποντικούλης και πολλοί άλλοι.
Το 1958 μετατέθηκε στην Αθήνα και υπηρέτησε σε διάφορα σχολικά συγκροτήματα. Το 1971 πέθανε η γυναίκα του Ευτυχία και από τότε σύντροφός του στη ζωή μέχρι τον θάνατό του ήταν η Ανθία (Ανθούλα) Τσακίρη. Το 1985 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αγριά, όπου μετέφερε και το εργαστήριό του. Πέθανε τον Αύγουστο του 1998 σε ηλικία 93 ετών.
-----------------------------------------
[1]. Στην αυτοβιογραφία του γράφει: "… δεδομένου ότι ο Τύρναβος ήτο η πατρίδα μου…". Βλέπε: Μπεχλιβάνος Χρήστος, Μίμης Γεντέκος, Αθήνα, (2005) σελ. 13. Καθώς έζησε τα μαθητικά του χρόνια στον Τύρναβο, φαίνεται ότι συνέδεσε την καταγωγή του με την πόλη αυτή.
Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2019

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

Η συνοικία "Νεράιδα"


Το οικογενειακό εξοχικό κέντρο "Νεράιδα". Φωτογραφία από το βιβλίο του Γιώργου Ζιαζιά "Αναζητώντας τη χαμένη Λάρισα. 50 χρόνια μνήμες και αναπολήσεις (1900-1950)", τομ. Α’, σελ. 107Το οικογενειακό εξοχικό κέντρο "Νεράιδα". Φωτογραφία από το βιβλίο του Γιώργου Ζιαζιά "Αναζητώντας τη χαμένη Λάρισα. 50 χρόνια μνήμες και αναπολήσεις (1900-1950)", τομ. Α’, σελ. 107
Μεταπολεμικά η Λάρισα είχε μια αλματώδη πληθυσμιακή εξέλιξη, που όμοιά της δεν έχει να επιδείξει άλλη επαρχιακή πόλη.
Ένας οικισμός 30-35 χιλιάδων κατοίκων το 1940, μέσα σε 80 περίπου χρόνια έχει υπερπενταπλασιασθεί και οι προοπτικές περαιτέρω αύξησής της είναι σήμερα ορατές. Λόγω και της επίπεδης διαμόρφωσης του εδάφους της, καθώς βρίσκεται στο κέντρο τη μεγάλης θεσσαλικής πεδιάδας, απλώθηκε ταχύτατα και άναρχα προς όλες τις κατευθύνσεις. Στο σημερινό μας σημείωμα θα αναφερθούμε σε μία από τις πρώτες συνοικίες, η οποία αναπτύχθηκε μεταπολεμικά, τη "Νεράιδα".
Η Λάρισα μέχρι το 1950 εκτεινόταν προς τα νότια μέχρι την εκκλησία του Αγ. Νικολάου, αφού παρεμβαλλόταν ένα στενό τετράγωνο μέχρι τη σημερινή οδό Φαρμάκη. Το τελευταίο σπίτι που υπήρχε ήταν ο πύργος του υπίλαρχου Ανδρέα Βερύκιου, ο οποίος σε μια αεροφωτογραφία του 1917 διακρίνεται μόνος, στο κέντρο μιας απέραντης γυμνής έκτασης, στη γωνία των σημερινών οδών Παπαναστασίου και Μουρούζη και σε κάποια απόσταση από τα τελευταία σπίτια της Λάρισας[1]. Λίγο πιο κάτω υπήρχε η Περιφερειακή Τάφρος, η οποία είχε κατασκευασθεί στις αρχές του 19ου αιώνα από τους Οθωμανούς για να προστατεύεται η πόλη από τις πλημμύρες που προκαλούσαν σε περίπτωση έντονων βροχοπτώσεων τα νερά των χειμάρρων, τα οποία έρχονταν από τα γύρω υψώματα. Συνέχειά της ήταν το Ρέμα Κουρουλντού που κατέληγε στον Πηνειό. Η τάφρος σήμερα έχει επικαλυφθεί και σχηματίσθηκε η οδός Ηρώων Πολυτεχνείου, ενώ πάνω από στο Ρέμα Κουρουλντού σχηματίσθηκε η οδός Δημητρίου Καραθάνου.
Φθάνοντας στην Περιφερειακή Τάφρο, μερικά μέτρα αριστερά και πριν διασταυρωθούμε με την οδό Παναγούλη υπήρχε από την εποχή της τουρκοκρατίας (πριν από το 1831)[2] ένα από τα πολλά χριστιανικά νεκροταφεία της Λάρισας, του Παράσχου μαχαλά (συνοικίας Αγ. Νικολάου). Το νεκροταφείο αυτό λειτούργησε μέχρι το 1902 και εν συνεχεία ο χώρος έγινε δημόσιος. Στη θέση του το 1922 στήθηκαν ξύλινες παράγκες για να στεγάσουν τους πρόσφυγες που έφθασαν στη Λάρισα μετά τη Μικρασιατική καταστροφή. Η παρουσία των πρόχειρων καταλυμάτων είχε δημιουργήσει μια άθλια από υγιεινής απόψεως περιοχή, η οποία διατηρήθηκε μέχρι το 1933, όταν οι κάτοικοί της μεταφέρθηκαν στον χώρο, ο οποίος βρισκόταν πέρα από τους στρατώνες του Πυροβολικού, όπου έκτισαν μόνιμες κατοικίες[3].
Ακολουθώντας την Παπαναστασίου προς τον δρόμο προς την Καρδίτσα (Καρδιτσόπορτα), η περιοχή μέχρι και το 1940 ήταν ακατοίκητη και όλη η έκταση ανήκε στον Αναστάσιο Αβέρωφ, αδελφό του εθνικού ευεργέτη Γεωργίου Αβέρωφ και πατέρα του πολιτικού Ευάγγελου Αβέρωφ. Δύο μόνον κτίσματα υπήρχαν σ' αυτό τον χώρο. Το ένα ήταν αριστερά, αμέσως μετά την Περιφερειακή Τάφρο, όπου ήταν το υποστατικό του γαιοκτήμονα Αβέρωφ. Ήταν ένας τεράστιος περιφραγμένος χώρος που στα υπόστεγά του ήταν σταθμευμένα γεωργικά μηχανήματα και κάρα. Στη μια πλευρά του ήταν οι αποθήκες για τα γεννήματα και στην άλλη πλευρά του ήταν στάβλοι και αποθήκες για χορτονομές. Σ' ολόκληρο τον εσωτερικό χώρο του, ο οποίος ήταν γεμάτος από δέντρα, κυκλοφορούσαν λίγα ζώα (πρόβατα, γελάδια, άλογα). Στη νότια πλευρά δέσποζε το σπίτι του υποστατικού. Ήταν ισόγειο με υπερυψωμένο υπόγειο, στο μέσο μιας ανθισμένης αυλής και σ' αυτό κατοικούσαν κυρίως οι εργάτες, γιατί οι ιδιοκτήτες κατοικούσαν στο "κονάκι"[4] που βρισκόταν σε κάποια απόσταση νοτιότερα. Στην ανατολική πλευρά του υποστατικού είχαν κτίσει ένα μικρό, απλό εκκλησάκι αφιερωμένο στον Προφήτη Ηλία, το οποίο διατηρείται και σήμερα στον ίδιο χώρο, αλλά με διαφορετική μορφή. Στις 20 Ιουλίου κάθε χρόνο γινόταν μεγάλο πανηγύρι στη μνήμη του Προφήτη Ηλία, καθώς γιόρταζαν οι καραγωγείς και αμαξάδες οι οποίοι τον είχαν προστάτη άγιο. Στο πανηγύρι αυτό παρευρίσκονταν πάντοτε και οι ιδιοκτήτες του.
Το δεύτερο κτίσμα στην περιοχή βρισκόταν απέναντι από το υποστατικό, στη δεξιά πλευρά του δρόμου που οδηγούσε στην Καρδίτσα. Ήταν ένα εξοχικό σπίτι στον χώρο, όπου σήμερα βρίσκεται το Κτηνιατρείο και δίπλα του υπήρχε μια μεγάλη αποθήκη, την οποία χρησιμοποιούσε ο ιδιοκτήτης του σπιτιού για σιταποθήκη. Τα κτίσματα αυτά ήταν περιποιημένα και περιβάλλονταν από κήπο με δέντρα και λουλούδια. Ανήκαν στον Παύλο Στρογγυλό και κτίστηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Ο ιδιοκτήτης του κάποια στιγμή είχε την έμπνευση να αξιοποιήσει την αποθήκη. Σκέφθηκε να τη μετατρέψει σε εξοχικό οικογενειακό κέντρο με την ονομασία "Νεράιδα". Όπως φαίνεται και στη δημοσιευόμενη φωτογραφία, το ψυχαγωγικό αυτό κέντρο αποτελούνταν από μια τεράστια αίθουσα με τρία μεγάλα ανοίγματα στην πρόσοψη. Αριστερά διακρίνεται κρεμασμένος στον τοίχο και ο τιμοκατάλογος. Ο περίβολος ήταν ευρύχωρος και διέθετε πίστα χορού. Την εκμετάλλευση του εξοχικού κέντρου είχε για αρκετό χρονικό διάστημα ο ίδιος ο Στρογγυλός. Το κέντρο αυτό ψυχαγωγούσε τους Λαρισαίους με ορχήστρες, τραγουδίστριες, διάφορα νούμερα, μπουζούκια, κ.λπ. Δούλεψε καλά μέχρι τις 28 Οκτωβρίου του 1940. Μετά ήλθε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος και η κατοχή και όπως όλα τα ψυχαγωγικά κέντρα, σίγησε και αυτό. Ωστόσο η επιγραφή στον τοίχο του εξοχικού κέντρου παρέμενε, και το όνομα "Νεράιδα" προσδιόρισε τελικά την περιοχή και αργότερα ολόκληρη τη συνοικία[5].
Παρ' όλο που η Λάρισα βγήκε από τον πόλεμο, τους σεισμούς και την κατοχή εντελώς κατεστραμμένη, κατόρθωσε να συγκροτηθεί γρήγορα και να αλλάξει φυσιογνωμία. Η αύξηση του πληθυσμού στάθηκε αφορμή να δημιουργηθούν αρκετές νέες συνοικίες που της έδωσαν την έκταση και τη μορφή που έχει σήμερα. Ανάμεσα στις πρώτες συνοικίες που δημιουργήθηκαν μεταπολεμικά ήταν η "Νεράιδα". Το ομώνυμο ψυχαγωγικό κέντρο βρήκε τη δύναμη να συντηρηθεί και να ανοίξει την πίστα του στο κοινό της Λάρισας. Τη λειτουργία του συνέχισαν και άλλοι επιχειρηματίες μετά τον Στρογγυλό, οι Ν. Ρούφος, Μ. Κούκος, Αθ. Παπαπολυμέρου, Ν. Ταμπάκης, Χρ. Χαλδέζος και Γ. Τσούμας[6]. Συγχρόνως στην περιοχή αυτή άρχισαν να κτίζονται αυθαίρετα διάφορες κατοικίες για να στεγάσουν τους άστεγους που είχαν πλημμυρίσει μεταπολεμικά την πόλη και η χωρίς σχέδιο ανάπτυξη εξακολουθεί και σήμερα να δημιουργεί προβλήματα.
Μετά το 1960 τις τεράστιες εκτάσεις που διέθετε η οικογένεια Αβέρωφ, τις διαμόρφωσε βάσει σχεδίου σε οικόπεδα, τα οποία πούλησε σε τιμές προσιτές σε Λαρισαίους, των οποίων η καταγωγή ήταν από την Ήπειρο και με τον τρόπο αυτό δημιουργήθηκε μια άλλη συνοικία τα "Ηπειρώτικα", τα οποία οριοθετούνται αριστερά καθώς διασχίζει κάποιος την οδό Καρδίτσας.
-----------------------------------------------------
[1]. Η έκταση αυτή, ένδεκα περίπου στρεμμάτων, ιδιοκτησίας Αναστασίου Αβέρωφ, είχε αγοραστεί από τη γυναίκα του Ανδρέα Βερύκιου, Ζωή Φεγγουΐρα Αλμέιδα. Το 1941 ο πύργος κατόπιν αγοράς περιήλθε στην ιδιοκτησία του Βασιλείου Βλησσαρίδη. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Η οικία-πύργος Βερύκιου-Βλησσαρίδη, εφ. "Ελευθερία", φύλλο της 10ης Μαΐου 2017.
[2]. Βλέπε: Γρηγορίου Αλέξανδρος, Το Α’ Δημοτικό Νεκροταφείο της Λάρισας (1899-1993). Θεσσαλονίκη (2013) σελ. 17. Έκδοση εκτός εμπορίου.
[3]. Βλέπε: Ολύμπιος (Κώστας Περραιβός), Η Λάρισα που χάθηκε, εφ. "Λάρισα", φύλλο της 9ης Ιουνίου 1980.
[4]. Το κονάκι διατηρείται μέχρι σήμερα και βρίσκεται στη Νέα Πολιτεία, επί της οδού Τσιτσάνη. Ήταν ιδιοκτησία του Ιμβράν μπέη και το αγόρασε ο Γεώργιος Αβέρωφ, ο εθνικός ευεργέτης που έκτισε και την Αβερώφειο Γεωργική Σχολή. Σήμερα ό,τι έχει διατηρηθεί από το κονάκι αυτό είναι δύο διώροφα κτίρια τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με μια πτέρυγα.
[5]. Βλέπε: Ζιαζιάς Γιώργος, Αναζητώντας τη χαμένη Λάρισα. 50 χρόνια μνήμες και αναπολήσεις (1900-1950), Λάρισα (1994) σελ. 97-98.
[6]. Βλέπε: Ζιαζιάς Γιώργος, ο. π., σελ. 98.

Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2019

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

Τα μυθικά Τέμπη

Το πέρασμα των Ευρωπαίων περιηγητών


Τα Τέμπη. Σχηματική αναπαράσταση. Χαρακτικό του Φλαμανδού χαρτογράφου Abraham Ortelius. 1590Τα Τέμπη. Σχηματική αναπαράσταση. Χαρακτικό του Φλαμανδού χαρτογράφου Abraham Ortelius. 1590
Η Κοιλάδα των Τεμπών είναι γνωστή από τους αρχαίους χρόνους και η γειτνίασή της με τον μυθικό Όλυμπο, την κατοικία των δώδεκα Θεών, την ανέδειξε σαν επιθυμητό τόπο προσκυνήματος από αρχαιοτάτων χρόνων. Το 1895 ο επίσκοπος Πλαταμώνος Αμβρόσιος, ένας βαθιά μορφωμένος ιεράρχης, αναφέρει πως: «Ουδεμία αμφιβολία υπάρχει ότι οι προ Χριστού πρόγονοι ημών, εκ των Τεμπών τούτων ενεπνεύσθησαν και ωρίσαντο ως τόπον της κατοικίας των θεών αυτών τον υψαύχενα Όλυμπον».
Η Κοιλάδα αυτή συνδυάζει αρμονικά το γεωγραφικό κάλλος, με τη μυθολογία και την ιστορία σε μια διαδρομή αιώνων. Το γεγονός αυτό την καθιστούσε αυτόματα πόλο έλξης κάθε ευαίσθητου ανθρώπου από αρχαιοτάτων χρόνων. Από αρκετούς επισκέπτες εκείνης της εποχής έχουν διασωθεί καταγραφές με ενθουσιαστικές εντυπώσεις από τη γραφική αυτή περιοχή. Θα αναφέρουμε επιλεκτικά ορισμένους απ’ όσους κατά καιρούς προσκύνησαν την ιερότητά του. Οι συγγραφείς Κλαύδιος Αιλιανός, Στράβων, Οράτιος, Βιργίλιος, Οβίδιος, Θεόκριτος, Λουκανός, επαναλαμβάνουν, είτε σε πεζό είτε σε ποιητικό λόγο, την ειδυλλιακή ατμόσφαιρα της περιοχής. Κατά τη βυζαντινή περίοδο ο λόγιος μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ευστάθιος τον 12ο αιώνα, καταγράφει ως εξής την επικρατούσα εκδοχή για τον τρόπο δημιουργίας της Κοιλάδας των Τεμπών: «Ο Πηνειός, ο νυν Σαλαμβρίας καλούμενος, την Όσσαν του Ολύμπου απέρρηξε. Διό … Αράξης εκλήθη ποτέ και ο Πηνειός, ως και αυτός απορρήξας της Όσσης τον Όλυμπον, ότε σεισμώ τα Τέμπη τα Θετταλικά ραγέντα, διέστησαν».
Ακολούθησαν τα χρόνια της τουρκοκρατίας. Το κύμα των περιηγητών προς τα Τέμπη αυξήθηκε, γιατί η αναγέννηση στη Δύση είχε φέρει σημαντική πολιτιστική αφύπνιση και είχε προαγάγει την πνευματική ανάπτυξη στα γράμματα και τις επιστήμες. Μέσα απ’ αυτή την ανάπτυξη οι κάτοικοί της ανακάλυψαν τους αρχαίους πολιτισμούς της ανατολής. Επόμενο ήταν ο δρόμος προς την Ελλάδα, τη σπουδαιότερη χώρα του αρχαίου μνημειακού πλούτου, να γίνει το όνειρο πολλών μορφωμένων και πνευματικά ανήσυχων Ευρωπαίων, ιδιαίτερα εκείνων που τους οδηγούσε στη χώρα μας η φλογερή τους ελληνολατρία. Η παρουσία τους στην περιοχή ουσιαστικά ήταν ένα προσκύνημα και πάνω απ’ όλα ένα ταξίδι στη μνήμη, την ιστορία της Κοιλάδας και τους μύθους που την περιέβαλαν. Ήθελαν να περιηγηθούν στο μαγευτικό περιβάλλον των Τεμπών, να θαυμάσουν τον απρόσιτο Όλυμπο και να αντικρίσουν από μακριά την κατοικία των δώδεκα θεών. Το ταξίδι αυτό το επιχειρούσαν κυρίως νέοι ευγενείς και ονειροπόλοι περιηγητές, εμποτισμένοι από τη φαντασία του αρχαίου κάλλους. Πολλοί απ’ αυτούς όταν επέστρεφαν στις πατρίδες τους πλημμυρισμένοι από εντυπώσεις, καταγίνονταν στα οδοιπορικά τους με τη λογοτεχνική καταγραφή των συναισθηματικών και αισθητικών εμπειριών από την ονειρική πεζοπορία στις όχθες του Σαλαμπριά, μέσα στην Κοιλάδα. Και μάλιστα από τις αρχές του 16ου αιώνα τα κείμενά τους συνοδεύονταν και από σχέδια τα οποία απεικόνιζαν την ομορφιά της, πραγματική ή φανταστική άσχετο, και προσέφεραν στον αναγνώστη κάποια εικόνα διαφορετικής κάθε φορά αισθητικής πληρότητας. Οι απεικονίσεις των Τεμπών της περιόδου της τουρκοκρατίας είναι πολυάριθμες. Έχουν εντοπισθεί πάνω από εκατό χαρακτικά Ευρωπαίων οδοιπόρων οι οποίοι, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους στον ελληνικό χώρο κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, θεωρούσαν ως ιερό καθήκον τους όχι μόνο να επισκεφθούν την Κοιλάδα των Τεμπών, αλλά και να αποτυπώσουν τα κάλλη της.
Η αρχαιότερη απεικόνιση που έχει εντοπισθεί είναι ιστορημένη από τον Nicolai Gerbelius σε βιβλίο του που εκδόθηκε το 1545[1]. Το 1590 ο Φλαμανδός ζωγράφος και χαρτογράφος Abraham Ortelius ((1527-1598) ζωγράφισε την εικόνα, η οποία συνοδεύει το σημερινό μας κείμενο και την περιγράφει ως εξής: «Στα Τέμπη η φύση σκόρπισε σπάταλα όλα της τα δώρα: ορεινούς όγκους, πλαγιές, γκρεμούς, ανάβρες γάργαρες και δροσερές, οι οποίες πιδακίζουν από τις βραχότρυπες, χλωρίδα πολυποίκιλη με αμέτρητες τις αποχρώσεις του πράσινου, δένδρα πανύψηλα και αιωνόβια και στο μέσον ένα ποτάμι μυθικό, που κυλάει τα θολά νερά του ήρεμα, αθόρυβα και ασταμάτητα».
Ο Πρώσος βαρόνος Otto von Stackelberg επισκέφθηκε τα Τέμπη το 1811 και εντυπωσιασμένος από το τοπίο φιλοτέχνησε ορισμένες θαυμάσιες λιθογραφίες. Στο οδοιπορικό του γράφει: «Μια θεία δύναμη είχε χωρίσει τα δύο βουνά στην πιο μακρινή αρχαιότητα και ο γειτονικός λαός ερχόταν να προσφέρει θυσίες και να κάψει λιβάνι, τιμώντας τους θεούς και να τους ευχαριστήσει που έδωσαν πέρασμα στα νερά του Πηνειού. Τίποτα δεν είναι πιο γοητευτικό από αυτό το πλήθος των τοποθεσιών που ποικίλουν, ανώτερες από όλες τις ανθρώπινες δημιουργίες, από όλους τους τεχνητούς κήπους».
Ο Αγγλος γιατρός, Henry Holland, το 1812 μας περιγράφει το ανατολικό άκρο της Κοιλάδας όπου βρισκόταν η μεγάλη γέφυρα: «Αφήνοντας το φαράγγι των Τεμπών και κατεβαίνοντας στην πεδιάδα, περάσαμε στη βόρεια όχθη του ποταμού με ένα πορθμείο με άλογα, ένα υποκατάστατο της γέφυρας, η οποία βρίσκεται μισό μίλι πιο κάτω, και που γκρεμίσθηκε πριν από δύο χρόνια από μια χειμωνιάτικη πλημμύρα»[2].
Ο γνωστός Γάλλος πρόξενος στην αυλή του Αλή πασά Francois Pouqueville περί το 1812 επισκέφθηκε την περιοχή και έγραψε: «Στο άκουσμα του ονόματος της Κοιλάδας των Τεμπών στον νου μας συρρέει μια πληθώρα ευχάριστων αναμνήσεων από τη μυθολογία. Η δροσιά και τα γραφικά τοπία της ήταν τόσο ξακουστά, ώστε να την προβάλλουν οι ποιητές σαν ένα πρότυπο μαγευτικής κοιλάδας».
Ο γνωστός Fallmerayer είναι ποιητικότατος όταν αναφέρεται στα Τέμπη: «Κάτασπρα σύννεφα κατρακυλούν από τις βουνοκορφές και ψηλά στο σκοτεινό χάσμα πλαταγίζει τα φτερά του με κρωξίματα ο ολυμπίσιος αετός. Μόνο δύο ή τρεις ώρες περνούν οι ακτίνες του ήλιου τον χειμώνα το κομμάτι αυτό της κοιλάδας».
Ο Αγγλος δημοσιογράφος Kinnaird Rose επισημαίνει το 1897 τη διαχρονική ιστορικότητά της: «Την Κοιλάδα των Τεμπών οι ενθουσιώδεις λάτρεις της τη θεωρούν ως την ωραιότερη κοιλάδα του κόσμου. Στις υψηλές κορυφές και από τις δύο όχθες του Πηνειού βρίσκονται ερείπια αρχαίων φρουρίων. Μέσα από αυτή τη στενή κοιλάδα ο Πομπήιος διέφυγε στη θάλασσα, μετά την ήττα του από τον Καίσαρα στα Φάρσαλα».
Αναφέραμε μερικά ενδεικτικά αποσπάσματα από τις αναρίθμητες περιγραφές της Κοιλάδας των Τεμπών και παρουσιάσαμε μία μόνο εικόνα της, από τις εκατοντάδες που έχουν φιλοτεχνηθεί. Θα απαιτούνταν τόμοι ολόκληροι για να αναφέρουμε τι έγραψαν Ελληνες και ξένοι επισκέπτες της και πώς την απεικόνισαν καλλιτέχνες και φωτογράφοι. Αλλά για τα Τέμπη θα επανέλθουμε κάποια άλλη φορά.
------------------------------------------------------------
[1]. Ο Gerbelius αναφέρει μεταξύ άλλων: «Καθώς στον Πηνειό καταπλέουν πλοία όλη σχεδόν την ημέρα, οι άνθρωποι προστατευμένοι από τα πυκνά φυλλώματα, ταξιδεύουν σε πολύ ευχάριστη σκιά. Περνούν πολύ ώρα δίπλα στον Πηνειό ποταμό, συχνά πανηγυρίζουν και σε διάφορους τόπους διασκεδάζουν και επιτελούν τα ιερά τους καθήκοντα».
[2]. Βλέπε: Ρούσκας Γιάννης, Ο Πηνειός της Τέχνης, Αθήνα (2007). Στη σελ. 49 δημοσιεύεται το χαρακτικό του Holland που απεικονίζει την Κοιλάδα των Τεμπών.

Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2019

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις..

Φαρμακείο Αστεριάδη

 
Το εσωτερικό του Φαρμακείου του Αγαμέμνονα Αστεριάδη. Πάνω από τα ράφια τα πορτραίτα των Κωνσταντίνου, Αγαμέμνονα και Αχιλλέως Αστεριάδη. Φωτογραφία από την περίοδο κατά την οποία είχε τη διαχείριση του Φαρμακείου ο Ν. ΒλαχοστέργιοςΤο εσωτερικό του Φαρμακείου του Αγαμέμνονα Αστεριάδη. Πάνω από τα ράφια τα πορτραίτα των Κωνσταντίνου, Αγαμέμνονα και Αχιλλέως Αστεριάδη. Φωτογραφία από την περίοδο κατά την οποία είχε τη διαχείριση του Φαρμακείου ο Ν. Βλαχοστέργιος
Πριν από την ανάπτυξη του σημερινού θέματος θα πρέπει να γίνει κάποια αναγκαία διόρθωση.
Η φωτογραφία της παρελθούσης Κυριακής, η οποία απεικόνιζε τα ψαράδικα της Δημοτικής Αγοράς, δεν ανήκει στο αρχείο του Κ. Βρεττόπουλου ως εκ παραδρομής αναφέρθηκε, αλλά είναι του Τάκη Τλούπα.
Στην οδό Κύπρου, απέναντι από τη βορειοανατολική γωνία της Κεντρικής πλατείας στεγαζόταν εδώ και πολλά χρόνια το φαρμακείο του Κωνσταντίνου Αστεριάδη, το πιο παλιό φαρμακείο της Λάρισας, που σήμερα δεν υπάρχει πια. Η οικογένεια Αστεριάδη καταγόταν από το Σούλι και το 1860 περίπου εγκαταστάθηκε στα Αμπελάκια. Πολύ σύντομα ο Αναστάσιος Αστεριάδης, μετακόμισε στη Λάρισα και άνοιξε δρογοπωλείο, όπου πωλούσε κυρίως βότανα και άλλα φαρμακευτικά αντικείμενα[1]. Τον διαδέχθηκε στο κατάστημα ο ανεψιός του Κωνσταντίνος Αστεριάδης [1856-1908], εμπειρικός φαρμακοποιός, ο οποίος μετά την αποχώρηση των Τούρκων το 1898 μετέφερε το φαρμακείο στην Κεντρική πλατεία, θέση όπου διατηρήθηκε για πάνω από 150 χρόνια. Είναι αυτός ο οποίος διασκεύασε το εσωτερικό του, μιμούμενος μεγάλα φαρμακεία των Αθηνών και κατασκεύασε τα περίφημα ράφια και τις προθήκες, τα οποία ευτυχώς διασώθηκαν μέχρι σήμερα. Τον διαδέχθηκε ο πρωτότοκος γιος του Αγαμέμνων Αστεριάδης (1895-1953) και εν συνεχεία ανέλαβε να συνεχίσει τη λειτουργία του ο φαρμακοποιός της Λάρισας Νικόλαος Βλαχοστέργιος, ο οποίος το διατήρησε μέχρι την κατεδάφισή του.
Η σημερινή φωτογραφία παρουσιάζει το εσωτερικό του φαρμακείου Αστεριάδη όπως ήταν εν λειτουργία μέχρι τη δεκαετία του 1990. Εντυπωσιάζει η μεγάλη και ψηλή προθήκη με τα ράφια, έργο σπουδαίας αισθητικής, το οποίο θαύμαζαν οι πελάτες του. Παλαιότερα μεταξύ των Λαρισαίων επικρατούσε η άποψη ότι είχε δοθεί ειδική παραγγελία από τον Κωνσταντίνο Αστεριάδη και κατασκευάσθηκαν οι βιτρίνες και τα ράφια στη Βιέννη στις αρχές του 20ού αιώνα. Ψηλά πάνω από τα ράφια διακρίνονται τρία πορτραίτα. Το πρώτο από αριστερά είναι του Αναστασίου Αστεριάδη, του γενάρχη τη οικογένειας. Είναι έργο του ζωγράφου-αγιογράφου Νικολάου Αργυροπούλου από τη Νίκαια[2]. Το μεσαίο πορτραίτο είναι του Αγαμέμνονα Αστεριάδη και το δεξιό του Αχιλλέα Αστεριάδη, έργα του Αγήνορα Αστεριάδη. Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινίσουμε ότι ο Αναστάσιος Αστεριάδης είχε την ατυχία να μην αποκτήσει απογόνους και βοήθησε τα ανίψια του να προκόψουν. Ο Κωνσταντίνος ανέλαβε το φαρμακείο και ο Αχιλλέας[3] σπούδασε Ιατρική στην Αθήνα και μετεκπαιδεύτηκε στο εξωτερικό.
Η φαρμακευτική επιστήμη ήταν πολύ διαφορετική την περίοδο που ο Κωνσταντίνος Αστεριάδης δούλευε το φαρμακείο του στο κέντρο της Λάρισας. Σαν φάρμακα χρησιμοποιούσαν την πλούσια σε βότανα χλωρίδα της θεσσαλικής γης. Πραγματικά η ελληνική ύπαιθρος και ιδιαιτέρως η θεσσαλική, από τους μυθολογικούς ακόμα χρόνους, προσέφερε εν αφθονία φυτά με θεραπευτικές ιδιότητες, με τα οποία με την κατάλληλη επεξεργασία στα εργαστήρια, τα οποία βρίσκονταν στα ενδότερα των φαρμακείων, οι εμπειρικοί φαρμακοποιοί παρασκεύαζαν τα φάρμακα. Μάλιστα στην πόρτα που οδηγούσε στο ιδιαίτερο και άβατο αυτό τμήμα των φαρμακείων υπήρχε επιγραφή γραμμένη στα λατινικά που έλεγε Laboratorium (Εργαστήριον). Στο απόρρητο αυτό περιβάλλον παρασκευάζονταν οι αλοιφές (οι περίφημες πομάδες), τα αφεψήματα (οι πρόδρομοι των σημερινών σιροπιών), τα σκονάκια (φάρμακα σε σκόνη που τα τοποθετούσαν σε αυτοσχέδιους μικρούς χάρτινους φακέλους), καταπότια και άλλες συσκευασίες, ανάλογα με την έμπνευση, τη γνώση και την εμπειρία των κατασκευαστών. Όλα αυτά ζυγίζονταν σε μεγάλης ακριβείας ζυγαριές, απαραίτητο εξάρτημα κάθε «ντρογγερίας» και συσκευάζονταν σύμφωνα με τις δοσολογίες και τον τρόπο που συνιστούσε ο ιατρός ή καμιά φορά και η γνώση του εμπειρικού φαρμακοποιού, του φαρμακοτρίφτη, όπως ήθελαν να τον φωνάζουν υποτιμητικά οι σπουδαγμένοι φαρμακοποιοί.
Ο Κωνσταντίνος Αστεριάδης νυμφεύθηκε την Αικατερίνη Δρίτσα (1866-1931), κόρη αρχοντικής οικογένειας της Ύδρας, με την οποία απέκτησε έξι τέκνα, όλα αγόρια. Σαν λάτρης της ελληνικής αρχαιότητας που ήταν, έδωσε σε όλα τα παιδιά του αρχαία ονόματα.
Ο πρωτότοκος γιος του Αγαμέμνων [1895-1953] σπούδασε φαρμακευτική και κληρονόμησε το φαρμακείο μετά τον θάνατο του πατέρα του το 1908.
Ο δεύτερος γιος του ήταν ο Αγησίλαος (1897-1959).
Ο τρίτος κατά σειράν ήταν ο Αγήνωρ [1898-1977], ο γνωστός μας ζωγράφος, ο οποίος γεννήθηκε στη Λάρισα στις 24 Αυγούστου 1898.
Τα άλλα τέκνα του Κωνσταντίνου Αστεριάδη ήταν ο Αναξαγόρας (1900-1902), ο οποίος έζησε μόλις δύο χρόνια, ο Βύρων (1901-1932) και ο Πυγμαλίων (1905-1981).
Από την περίοδο της τουρκοκρατίας ακόμα το σπίτι της οικογένειας Αστεριάδη, στο οποίο γεννήθηκαν όλα τα παιδιά της οικογένειας, βρισκόταν στη συνοικία του Αγίου Νικολάου, στη διασταύρωση των σημερινών οδών Γρηγορίου Ε΄ και Ρούσβελτ. Ο Αγήνωρ διέσωσε σε έναν ωραίο πίνακα το σπίτι τους με τον τίτλο «Το Αστεριαδέικο».
Όπως αναφέρθηκε, στη δεκαετία του 1990 το φαρμακείο κατεδαφίσθηκε και στη θέση του υψώθηκε μια πολυώροφη και απρόσωπη πολυκατοικία. Όμως από το παλαιό φαρμακείο του Βλαχοστέργιου-Αστεριάδη ο αείμνηστος Γιώργος Γουργιώτης είχε την πρόνοια να διασώσει ολόκληρο το περιεχόμενό του, με τα ράφια, τις εμαγιέ ταμπελίτσες στα συρτάρια και τα ντουλάπια, τη ζυγαριά, την αριθμομηχανή και τα διάφορα πολύτιμα σκεύη του, την εξωτερική επιγραφή Φαρμακείον Αγαμ. Αστεριάδου και τα τρία πορτραίτα που διακρίνονται στη φωτογραφία. Όλα αυτά, έπειτα από επιστημονική συντήρηση, είναι σήμερα εκτεθειμένα με τάξη και επιμέλεια στο νέο κτίριο του Λαογραφικού και Ιστορικού Μουσείου Λάρισας και τα απολαμβάνουν καθημερινά οι επισκέπτες του.
-------------------------------------------
[1]. Το δρογοπωλείο προέρχεται από τη λέξη δρόγη, η οποία σημαίνει φυτό με φαρμακευτικές ιδιότητες (βότανο). Θα μπορούσαμε το δρογοπωλείο να το ονομάσουμε και βοτανοπωλείο.
[2]. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Νικόλαος Αργυρόπουλος-Αγγελική Σκόδρα, ένα άγνωστο ζευγάρι, εφ. Larissanet, Λάρισα, φύλλο της 15ης Ιουλίου 2016.
[3]. Ο Αχιλλέας Αστεριάδης διετέλεσε και δήμαρχος Λαρίσης για πολλά χρόνια (1891-1895 και 1903-1912). Αχιλλεύς (1855-1920). Γεννήθηκε στη Λάρισα, σπούδασε στην Ιατρική Σχολή του πανεπιστημίου Αθηνών και ειδικεύτηκε στη χειρουργική στη Γαλλία. Πήρε μέρος στις επαναστατικές κινήσεις της Θεσσαλίας του 1878 και το 1891 εκλέχθηκε δήμαρχος Λαρίσης για πρώτη φορά. Ακολούθησαν άλλες δύο εκλογικές νίκες στις δημοτικές εκλογές του 1903 και 1907. Το 1912 και πριν ακόμα λήξει η θητεία του, έπειτα από δικαστική διαμάχη με τον Όμιλο Ανεμογιάννη από την Κέρκυρα για τον ηλεκτροφωτισμό της Λάρισας, εξέπεσε του δημαρχιακού αξιώματος επειδή οι ανακρίσεις έφεραν στο φως «πράξεις δωροδοκίας και δωροληψίας» μεταξύ των δύο πλευρών. Αχιλλέας και Κωνσταντίνος Αστεριάδης ήταν πρωτεξάδελφοι.


Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com