Τετάρτη 20 Μαΐου 2020

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

Μπουρμαλί τζαμί

Το τέμενος με τον ανάγλυφο μιναρέ


Το Μπουρμαλί τζαμί με τον ιδιόμορφο μιναρέ του. Σχέδιο του Αγήνορα Αστεριάδη. Από το λεύκωμα «Λάρισα», εικ. 11. Χρονολογία 1940Το Μπουρμαλί τζαμί με τον ιδιόμορφο μιναρέ του. Σχέδιο του Αγήνορα Αστεριάδη. Από το λεύκωμα «Λάρισα», εικ. 11. Χρονολογία 1940
Το σχέδιο του σημερινού κειμένου απεικονίζει ένα τέμενος της Λάρισας, το οποίο υπήρχε μέχρι και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.
Πρόκειται για το Μπουρμαλί τζαμί, το οποίο χαρακτηρίζεται από τον περίτεχνο μιναρέ του. Το τζαμί αυτό ήταν σε ένα από τα κεντρικότερα σημεία της Γενί Σεχίρ (Νέα Πόλη), όπως ονόμαζαν επίσημα τη Λάρισα οι Οθωμανοί. Βρισκόταν ακριβώς στον χώρο που σήμερα έχει καταλάβει ο κινηματογράφος "Βικτώρια".
Το σχέδιο είναι του ονομαστού Λαρισαίου ζωγράφου Αγήνορα Αστεριάδη, σχεδιάστηκε το 1940, όπως σημειώνει ο ίδιος δίπλα από την υπογραφή του στο κάτω μέρος της εικόνας, πριν δηλαδή από τον μεγάλο σεισμό του 1941. Περιέχεται στο λεύκωμα που εκδόθηκε από τις εκδόσεις "Κέδρος" το 1978 με τίτλο "ΛΑΡΙΣΑ. Τέσσερες ακουαρέλες και τριάντα τρία σχέδια", με εισαγωγή του λαογράφου Κίτσου Μακρή. Από τα συνολικά 37 σχέδια, τα 26 έχουν σχεδιαστεί πριν το 1940 και αποτυπώνουν το στίγμα της προπολεμικής ακέραιας Λάρισας, ενώ τα υπόλοιπα 11 έγιναν το 1945, μετά την καταστροφή, και προκαλούν, καθώς απεικονίζουν μια ακρωτηριασμένη πολιτεία. Το λεύκωμα εκδόθηκε μετά τον θάνατο του Αστεριάδη. Ο Κίτσος Μακρής [1] γράφει σχετικά στην εισαγωγή του: "Το κείμενο αυτό γράφηκε εδώ και τριαντατρία χρόνια, την ίδιαν εποχή που έκανε τα τελευταία σχέδιά του ο ζωγράφος. Δεν έκρινα σκόπιμο να το αλλάξω, όπως εκείνος δεν πρόσθεσε ούτε μία γραμμή στα σχέδια. Αντιπροσωπεύει την κοινή μας αίσθηση που την διαμορφώσαμε με κοινούς περίπατους μέσα και γύρω από την πόλη και με μακριές συζητήσεις. Στα 1945 μας ένωνε ήδη μακροχρόνια φιλία και βαθειά πνευματική επικοινωνία, που συνεχίστηκαν ασυννέφιαστες ως το θάνατό του το 1977. Το τελευταίο μου γράμμα σ' αυτόν γύρισε με την ένδειξη "Επιστρέφεται-Απεβίωσεν".
Το λεύκωμα αυτό του Αγήνορα Αστεριάδη έχει ιδιαίτερη αξία για την ιστορία της Λάρισας, ιδίως το πρώτο μέρος του. Μελετώντας τα τελευταία αυτά σχέδια έχεις την εντύπωση ότι καθώς τριγυρίζεις στους δρόμους της πόλης νομίζεις ότι άλλοτε βρίσκεσαι στην Ευρώπη του 20ού αιώνα και άλλοτε στην τουρκοκρατία του 19ου. Έτσι ήταν η Λάρισα προπολεμικά. Δίπλα σε ένα νεοκλασικό κτίριο με άψογα εξωτερικά τεχνουργήματα, ξεπηδούσε κάποιο μεγάλο τουρκικό κονάκι ασιατικής αρχιτεκτονικής ή ένα τζαμί με τον μιναρέ του.
Την ονομασία Burmali camii την οφείλει στην ανάγλυφη σπειροειδή κεραμοπλαστική μορφή με την οποία είχε διακοσμηθεί ο βασικός κορμός του μιναρέ μέχρι λίγο πιο κάτω από το ύψος του εξώστη. Εκτός από το σχέδιο του Αστεριάδη έχουμε και δύο φωτογραφικές απεικονίσεις του τεμένους που μας δίνουν έγκυρα στοιχεία περιγραφής του. Η παλαιότερη είναι της δεκαετίας του 1920 και προέρχεται από χρωμολιθόγραφο επιστολικό δελτάριο του Γεωργίου Βελώνη [2] και η νεότερη είναι του Τάκη Τλούπα του έτους 1940 [3]. Ο ιδρυτής του τεμένους, όπως και η χρονολογία κατασκευής του δεν έχουν μέχρι σήμερα εντοπιστεί. Πάντως το 1688 που πέρασε από τη Λάρισα ο Οθωμανός περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπί το περιέγραψε [4]. Βρισκόταν στον Καραγάτς μαχαλά (σημερινή συνοικία Αγίου Κωνσταντίνου), μια περιοχή η οποία επί Τουρκοκρατίας κατοικείτο ως επί το πλείστον από Οθωμανούς. Μετά την απελευθέρωση της Λάρισας και μέχρι την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1924 το χρησιμοποιούσαν κατ' εξοχήν οι άρρενες μουσουλμάνοι της Λάρισας, εν αντιθέσει με το Γενί Τζαμί της Πλατείας Ανακτόρων, το οποίο χρησιμοποιούσαν συνήθως οι γυναίκες.
Από τις απεικονίσεις αυτές, αλλά και από μαρτυρίες ανθρώπων που το γνώρισαν πριν την καταστροφή του, συμπεραίνει κανείς ότι ήταν ένα απλό τζαμί, όπως τα περισσότερα της Λάρισας. Ήταν μία αίθουσα προσευχής τετράγωνη με στοά, καλυμμένη με στέγη από κεραμίδια και μια τοιχοποιία στην οποία σε πολλά σημεία είχαν χρησιμοποιηθεί αρχαία αρχιτεκτονικά μέλη, τα οποία αποκαλύφθηκαν κατά την κατεδάφιση του τεμένους [5]. Την αίθουσα περιτριγύριζε στενή αυλή, εντός της οποίας βρισκόταν μικρό νεκροταφείο. Όλη η έκταση απομονωνόταν από ψηλό περίβολο και δυτικά, προς την οδό Κατσώνη, υπήρχε η ξύλινη πόρτα εισόδου. Εκείνο όμως που πρόσθετε στο τζαμί ιδιαίτερη αίγλη ήταν ο όμορφος μιναρές του. Εδραζόταν σε μια ψηλή και ογκώδη βάση και ήταν διακοσμημένος με πλίνθους σε μορφή ψαροκόκαλου. Η διάταξη αυτή των πλίνθων δημιουργούσε στον κορμό του μιναρέ την εντύπωση περιστροφικής (ελικοειδούς) κίνησης. Με μια προσεκτική παρατήρηση της δημοσιευόμενης εικόνας θα διαπιστώσετε τη μορφή της διάταξης αυτής. Ψηλότερα βρισκόταν ένας καλαίσθητος εξώστης και ο μιναρές κατέληγε σε μια ιδιόμορφη βαθμιδωτή ημισφαιρική απόληξη.
Μετά την αποχώρηση των Τούρκων το 1924 το τζαμί, όπως ήταν φυσικό, περιήλθε σε θρησκευτική αχρηστία. Ο γνωστός Λαρισαίος γαιοκτήμονας Βασίλειος Αρσενίδης (1875-1944) [6] χρησιμοποίησε αργότερα τους χώρους του ως αποθήκη σιτηρών, όμως ο μεγάλος σεισμός της 1ης Μαρτίου του 1941 κατακρήμνισε τον μιναρέ και προξένησε σοβαρές ρηγματώσεις στους τοίχους του τεμένους. Το κτίσμα χαρακτηρίσθηκε από τους ειδικούς ως ετοιμόρροπο και το 1960 κατεδαφίσθηκε. Αργότερα η οικογένεια Τζεζαϊρλίδη έκτισε στη θέση του τον κινηματογράφο "Βικτώρια".
--------------------------------------------
[1]. Ο Κίτσος Μακρής γεννήθηκε το 1917 στη Λάρισα και το 1926 εγκαταστάθηκε οικογενειακώς στον Βόλο, όπου και έζησε μέχρι τον θάνατό του το 1988. Καθιερώθηκε ως επιφανής λαογράφος κυρίως του Πηλίου. Η προσφορά του στην ανάδειξη και διάσωση της ελληνικής λαϊκής τέχνης ήταν σημαντικότατη.
[2]. Το τυπογραφείο του Γεωργίου Βελώνη βρισκόταν στη γωνία των σημερινών οδών Κύπρου και Ασκληπιού, απέναντι από το φαρμακείο του Δημητρίου Κυλικά. Στις αρχές της δεκαετίας του 1920 κυκλοφόρησε μια σειρά 25 αριθμημένων χρωμολιθόγραφων καρτών εξαιρετικής τέχνης, η εκτύπωση των οποίων είχε γίνει στο εξωτερικό. Οι φωτογραφίες ήταν διαφόρων εποχών και απεικόνιζαν τοπία της Λάρισας, των Τεμπών, των Τρικάλων και των Μετεώρων. Η δημοσιευόμενη φωτογραφία φέρει τον αριθμό 24.
[3]. "Λάρισα. Εικόνες του χθες". Φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα. Κείμενο του Νίκου Νάκου, Λάρισα (2003), σελ. 77.
[4]. Παλιούγκας Θεόδωρος, Η Λάρισα κατά την Τουρκοκρατία (1423-1881), τόμ. Α΄, Λάρισα (1996) σελ. 285-288.
[5]. Ο Θεόδωρος Παλιούγκας ό. π. σελ. 334, αναφέρει ότι κατά την κατεδάφισή του (1960) βρέθηκαν αρχιτεκτονικά μέλη, επιγραφές και μία θαυμάσια επιτύμβια στήλη της αρχαίας Θεσσαλίας.
[6]. Ήταν γιος του κοσμηματοπώλη και γαιοκτήμονα Νικολάου Αρσενίδη (1840-1883) και της Φανής κόρης του Κων. Σκαλιώρα. Εκτός από τη διαχείριση της μεγάλης κτηματικής του περιουσίας, ο Βασίλειος Αρσενίδης ασχολήθηκε και με τα κοινά. Υπήρξε για πολλά χρόνια δημοτικός σύμβουλος και τον Ιανουάριο του 1924 διορίσθηκε δήμαρχος Λαρίσης. Βλέπε: Γρηγορίου Αλέξανδρος, Βασίλειος Αρσενίδης (1875-1944). Ο οραματιστής δήμαρχος Λάρισας του μεσοπολέμου, εφ. "Ελευθερία", Λάρισα, φύλλο της 1ης Νοεμβρίου 2015.

Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Η περιοχή της Νεάπολης (Ακ Σαράι)


Η περιοχή της Νεάπολης (Ακ Σαράι) όπως φαινόταν από την περιοχή του Μεζούρλου. Λεπτομέρεια χαρακτικού  του 1897 όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Le Monde Illustre των Παρισίων. Αρχείο Φωτοθήκης ΛάρισαςΗ περιοχή της Νεάπολης (Ακ Σαράι) όπως φαινόταν από την περιοχή του Μεζούρλου. Λεπτομέρεια χαρακτικού του 1897 όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Le Monde Illustre των Παρισίων. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας
Η Λάρισα λόγω γεωγραφικής θέσεως και γειτνιάσεως με τα μαγευτικά Τέμπη και την κατοικία των δώδεκα θεών, τον μυθικό Όλυμπο, είχε ελκύσει από τους αρχαίους ακόμη χρόνους την προσοχή πολλών ξένων ταξιδιωτών και περιηγητών. Κατά την περίοδο της
τουρκοκρατίας οι επισκέπτες της άλλοτε την έβλεπαν μεγάλη, πολύβουη, πολυφυλετική, στρατοκρατούμενη, με ανάκτορα, με πλούσια εμπορική κίνηση και με επάρκεια αγαθών. Άλλοτε πάλι τη χαρακτήριζαν βρόμικη, φτωχή, ασήμαντη, μια τυπική τουρκόπολη, πυκνοκατοικημένη, με χαμηλά σπίτια, άσχημους και στενούς δρόμους, χωρίς καμιά ομορφιά. Όμως ήταν πάντοτε μια από τις μεγαλύτερες πόλεις του τουρκοκρατούμενου ελληνικού χώρου και παρέμενε σταθερά στις περιγραφές τους σαν Λάρισα και όχι σαν Γενί Σεχήρ. Η επίσημη αυτή τουρκική ονομασία της ήταν μόνο για την εξουσία και την κρατική διοίκηση και δεν επικράτησε, επειδή ο απλός κόσμος, χριστιανοί και μουσουλμάνοι, ακόμη και οι ξένοι επισκέπτες της, στις καθημερινές συζητήσεις πάντοτε την ανέφεραν με την αρχαία ελληνική της ονομασία.
Όλοι αυτοί οι περιηγητές, καθένας με τα ενδιαφέροντα που είχε και από τη δική του οπτική γωνία που την παρατηρούσε, έβλεπε και περιέγραφε τα ιστορικά μνημεία της, τα κτίρια που τη διακοσμούσαν, σκηνές του καθημερινού βίου της, ιδιαιτερότητες των φυλών που τη συγκροτούσαν, προτερήματα και ελαττώματα των κατοίκων της. Έτσι από τις αφηγήσεις και τα οδοιπορικά των ξένων κυρίως περιηγητών στο διάστημα των τεσσάρων και πλέον αιώνων της οθωμανικής κυριαρχίας, δημιουργήθηκε μια σπουδαία και εκτεταμένη ταξιδιωτική φιλολογία για την πόλη μας, στοιχείο το οποίο αποδεικνύεται πολύτιμο για την ιστορική μελέτη αυτής της περιόδου. Και δεν έφθανε μόνον αυτό. Πολλοί συνόδευαν, τόσο τα έντυπα όσο και τα χειρόγραφα οδοιπορικά τους, με χαρακτικά κάθε λογής, στα οποία απεικόνιζαν όσα όμορφα τοπία αντίκριζαν, τους αρχαιολογικούς χώρους και τα μνημεία όσα είχαν διασωθεί[1], φιλοτεχνούσαν εντυπωσιακά κτίρια και κατέγραφαν με την πένα ή τον χρωστήρα καθημερινές δραστηριότητες των κατοίκων της. Το πολύτιμο και ανεκτίμητο αυτό εικαστικό υλικό, έρχεται όχι μόνον να συμπληρώσει τις περιγραφές, αλλά και να τις εμπλουτίσει με ζωντάνια και φως.
Ένα από τα χαρακτικά της Λάρισας είναι και αυτό που συνοδεύει το σημερινό μας κείμενο. Είναι δημοσιευμένο στην εβδομαδιαία εφημερίδα Le Monde Illustre των Παρισίων, στο φύλλο της 1ης Μαΐου 1897, από τον απεσταλμένο της γαλλικής εφημερίδας στο μέτωπο του ελληνοτουρκικού πολέμου από την ελληνική πλευρά Henri Turot. Παρουσιάζει τη νοτιοδυτική πλευρά της Λάρισας. Παλιές απεικονίσεις της περιοχής αυτής είναι πολύ σπάνιες. Το γεγονός αυτό μας δίνει τη δυνατότητα να μιλήσουμε πρώτη φορά για την περιοχή αυτή. Ο χαράκτης στάθηκε στα χαμηλά υψώματα του Μεζούρλου και αποτύπωσε όλη τη γυμνή έκταση, η οποία ονομαζόταν Ακ Σαράι και στο βάθος ένα μέρος της Λάρισας, όπως ήταν το 1897.
Η περιοχή νοτιοδυτικά της Λάρισας, από τους στρατώνες μέχρι και την Αβερώφειο Γεωργική Σχολή, η σημερινή περιοχή της Νεάπολης, ονομαζόταν Ακ Σαράι, ήταν ιδιοκτησία του Ιζέτ μουλά και προτάθηκε στον Βελή πασά να κτίσει στο σημείο αυτό ανάκτορο[2]. Η περιοχή βρίσκεται υψομετρικά στην ίδια στάθμη με τον Λόφο της Ακρόπολης (Φρούριο) και ως εκ τούτου η θέση του θα ήταν προνομιακή. Από τις στήλες αυτές της εφημερίδας εκφράστηκε και πρόσφατα η αβεβαιότητα εάν τελικά ο Βελής έκτισε ανάκτορο στο σημείο αυτό. Αντίθετα ο Κώστας Περραιβός είναι βέβαιος για την κατασκευή του ανακτόρου και αναφέρει ότι "...ύψωσε ένα θαυμάσιο λευκό ανάκτορο ο Βελή πασάς, γιος του Αλή πασά των Ιωαννίνων ...το 1815 με λευκό μάρμαρο, διαλέγοντας την ψηλότερη τοποθεσία"[3]. Όμως είναι περίεργο ότι δεν έχει διασωθεί ούτε γραπτή πληροφορία, ούτε ανιχνεύθηκαν ευρήματα από ένα τόσο μεγάλο κτίσμα που να υποδηλώνουν τον εντοπισμό του. Όταν φιλοτεχνήθηκε το χαρακτικό αυτό είχαν περάσει 75 χρόνια από τον θάνατο του Βελή πασά (1822).
Αντίθετα είναι γνωστή σήμερα η περιοχή όπου υπήρχε το Εβραϊκό Νεκροταφείο. Το χρησιμοποιούσαν οι Ισραηλίτες την περίοδο της τουρκοκρατίας και μέχρι το 1900, παρ’ όλο που βρισκόταν σε μεγάλη απόσταση από την πόλη. Μετά το 1900, όταν δημιουργήθηκε το χριστιανικό νεκροταφείο στην αρχή της οδού Φαρσάλων, η Ισραηλιτική Κοινότητα της Λάρισας αγόρασε μια έκταση δίπλα του, την οποία χρησιμοποίησε για να εγκαταστήσει το νέο δικό της νεκροταφείο, μεταφέροντας μάλιστα και ορισμένους τάφους και μαρμάρινες επιγραφές. Από το παλιό νεκροταφείο στην περιοχή του Ακ Σαράι είχαν μείνει ορισμένες ταφόπλακες, τις οποίες συναντούσε κανείς και κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου.
Το 1886 η ελληνική Πολιτεία κατασκεύασε στις παρυφές του νοτιοδυτικού τμήματος της Λάρισας στρατώνες μεγάλης χωρητικότητας, μέρος των οποίων διακρίνεται και στο δημοσιευόμενο χαρακτικό[4]. Στους χώρους αυτούς στεγαζόταν και το θρυλικό 4ο Σύνταγμα Πεζικού, το οποίο είχε σαν πεδίο ασκήσεων τον άγονο τότε χώρο του Ακ Σαράι, αυτόν που καταλαμβάνει σήμερα η συνοικία Νεάπολη. Η στρατιωτική αυτή μονάδα είναι ιστορική, καθώς βρέθηκε να πολεμά σε όλα τα πεδία των μαχών που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού του 20ού αιώνα (Βαλκανικοί πόλεμοι 1912-13, Α’ Παγκόσμιος πόλεμος 1918, Μικρασιατική Εκστρατεία 1921-22 και Ελληνοϊταλικός πόλεμος 1940-41). Η δράση του υπήρξε σημαντική και σύντομα γύρω από αυτό το σύνταγμα δημιουργήθηκε ένας πραγματικός μύθος. Πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι την περίοδο εκείνη η κατάταξη των νεοσυλλέκτων γινόταν σε μονάδες του νομού της κατοικίας τους, επειδή προφανώς οι μετακινήσεις τους ήταν και δύσκολες και χρονοβόρες. Επομένως οι καταταγμένοι στρατιώτες γενικώς προέρχονταν από τις επαρχίες του νομού Λάρισας, στον οποίο υπαγόταν την περίοδο εκείνη και η περιοχή του Βόλου και του Αλμυρού. Επομένως οι επιτυχίες του 5ου Συντάγματος Πεζικού οφείλονταν αποκλειστικά στους Θεσσαλούς στρατευμένους.
Σε τοπική εφημερίδα διαβάζουμε ότι το 1910 "..δυστυχώς οικήματα για τον στρατωνισμό των ανδρών του 4ου Συντάγματος Πεζικού δεν υπάρχουν και ενοικιάσθησαν αι εν Γιάννουλη αποθήκαι του κ. Χαρακόπου, όπου οι άνδρες υποφέρουν, διότι είναι εντελώς ακατάλληλαι"[5].
Την πόλη μας είχαν ως έδρα και άλλοι στρατιωτικοί σχηματισμοί, οι οποίοι στρατωνίζονταν στις ίδιες εγκαταστάσεις. Ξακουστά ήταν τα δύο Συντάγματα Ιππικού, το 1ο και το 3ο. Μάλιστα στο 1ο Σύνταγμα είχε υπηρετήσει γύρω στα 1910 για ένα χρονικό διάστημα ο πρίγκιπας Ανδρέας, γιος του βασιλιά Γεωργίου Α’ και αδελφός του διαδόχου Κωνσταντίνου και μάλιστα κατοικούσε μαζί με τη σύζυγό του Αλίκη στο αρχοντικό του Κων. Σκαλιώρα. Το στρατηγείο του 1ου Συντάγματος Ιππικού βρισκόταν για χρόνια στον όροφο του κτιρίου Κατσαούνη, στη νότια πλευρά της Κεντρικής πλατείας, στη σημερινή γωνία των οδών Κούμα και Μαρίνου Αντύπα, εκεί όπου σήμερα υπάρχει πολυώροφη οικοδομή, στο ισόγειο της οποίας στεγάζεται το κατάστημα Public.
Άλλες μονάδες που στεγάζονταν στους στρατώνες της Λάρισας την παλιά εποχή ήταν μονάδες βαρέως και ορεινού Πυροβολικού, το τάγμα Γεφυροποιών και ο όρχος αυτοκινήτων. Στον γειτονικό Τύρναβο είχε την έδρα του το 1/36 Σύνταγμα Ευζώνων μέχρι το 1927.
Σήμερα αν σταθεί κάποιος στη θέση όπου βρέθηκε ο ζωγράφος του χαρακτικού που συνοδεύει το σημερινό κείμενο, θα αντίκριζε ένα εντελώς διαφορετικό τοπίο. Η γυμνή περιοχή καταλαμβάνεται από τις εγκαταστάσεις του ΤΕΙ και της Αβερωφείου Γεωργικής Σχολής και τους συνοικισμούς του Αγ. Θωμά, της Φιλιππούπολης και της Νεάπολης. Μέσα σε 120 και πλέον χρόνια η πόλη ξαπλώθηκε στις πεδιάδες που την περιβάλλουν. Το 1897 ήταν η Λάρισα των 15-20.000 κατοίκων και σήμερα φθάνει, ίσως και να ξεπερνάει ο πραγματικός της πληθυσμός, τις 200.000, δηλαδή δεκαπλασιάσθηκε.
-----------------
[1]. Το 1897 ο Αγγλος Kinnaird Rose είχε εντοπίσει το Aρχαίο Θέατρο της Λάρισας. Γράφει: "Το πλέον όμως χαρακτηριστικό στοιχείο της Λάρισας είναι η ακρόπολή της, πάνω στην οποία βρισκόταν ένα αμφιθέατρο, όταν η πόλη ήταν η πρωτεύουσα της Θεσσαλίας". Kinnaird Rose. With the Greeks in Thessaly. London (1897) και η ελληνική μετάφρασή του "Με τους Έλληνες στη Θεσσαλία", μετ. Αναστάσιος Δαρβέρης, έκδοση Λαογραφικού Ιστορικού Μουσείου Λάρισας, Λάρισα, (1997).
[2]. Φαρμακίδης Επαμεινώνδας. Η Λάρισα από των μυθολογικών χρόνων μέχρι της προσαρτήσεως αυτής εις την Ελλάδα (1881), Βόλος (1926) σελ. 333.
[3]. Ολύμπιος (Περραιβός Κώστας). Αναμνήσεις από τις παλιές γειτονιές, στη σειρά "Η Λάρισα που χάθηκε", εφ. "Λάρισα", φύλλο της 23ης Ιουλίου 1979.
[4]. "...στο δυτικό άκρο της πόλεως βρίσκονται οι στρατώνες, οι οποίοι μπορούν να φιλοξενήσουν μέχρι και 8.000 στρατιώτες". Kinnaird Rose, ό. π.
[5]. Ζιαζιάς Γεώργιος. Αναζητώντας τη χαμένη Λάρισα. 50 χρόνια μνήμες και αναπολήσεις (1900-1950), τόμ. Β’ Λάρισα (2000) σελ. 247. Η Λάρισα το 1910 ήταν ακριτική πόλη και είχε συγκεντρώσει μεγάλο αριθμό στρατιωτικών μονάδων.
Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου(nikapap@hotmail.com)

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

ΤΑΚΗΣ ΤΛΟΥΠΑΣ

Ο μάγος της φωτογραφίας


Η οικία του στρατηγού Ιωάννη Αρτη επί της οδού Αγ. Νικολάου. Φωτογραφία του Τάκη Τλούπα. Δεκαετία 1950-1960. Ευγενική προσφορά της κ. Βάνιας ΤλούπαΗ οικία του στρατηγού Ιωάννη Αρτη επί της οδού Αγ. Νικολάου. Φωτογραφία του Τάκη Τλούπα. Δεκαετία 1950-1960. Ευγενική προσφορά της κ. Βάνιας Τλούπα
Πριν λίγες εβδομάδες (8 Μαρτίου 2020) έγιναν στην Πινακοθήκη Λάρισας-Μουσείο Γ.Ι.Κατσίγρα τα εγκαίνια έκθεσης φωτογραφίας με θέμα «Ταξίδια μιας ζωής» του Τάκη Τλούπα, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 100 ετών από τη γέννησή του.
Ήταν Κυριακή πρωί και η πανηγυρική εκδήλωση των εγκαινίων είχε προετοιμαστεί να γίνει στον υπαίθριο χώρο της Πινακοθήκης. Όμως μια αιφνίδια μεταβολή του καιρού ανάγκασε τους διοργανωτές να την κάνουν στο επιβλητικό αίθριο του κτιρίου. Η εκδήλωση σημείωσε τεράστια επιτυχία και κατά την επακολουθήσασα ξενάγηση από τη Βάνια Τλούπα, οι παρευρεθέντες απόλαυσαν το ταλέντο του Τάκη Τλούπα στην τέχνη της φωτογραφίας. Βρισκόμασταν στις παραμονές της επιδημίας του κορονοϊού και το απόγευμα της ίδιας ημέρας βγήκε ανακοίνωση, η οποία ανέστειλε τη λειτουργία όλων των Κέντρων Πολιτισμού, στα οποία η συνάθροιση ατόμων ήταν αναπόφευκτη. Έπειτα από την απαγόρευση αυτή οι φιλότεχνοι της Λάρισας και όχι μόνον δεν μπορούν να δουν από κοντά την έκθεση, που με τόση μαεστρία έστησε η Βάνια Τλούπα.
Θα πούμε λίγα λόγια για τον Τάκη Τλούπα, γιατί η αξία του είναι αναγνωρισμένη πανελλήνια και οι ειδικοί τον έχουν κατατάξει ως έναν από τους σπουδαιότερους Έλληνες φωτογράφους του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. Γεννήθηκε το 1920 στη Λάρισα από πατέρα ξυλουργό και κοντά του έμαθε την τέχνη του ξυλογλύπτη. Όμως η μοίρα τον είχε τάξει να υπηρετήσει άλλη τέχνη. Γοητεύτηκε κάποια στιγμή όταν είδε φωτογραφική μηχανή και άρχισε με διάθεση να μαθαίνει τα μυστικά της φωτογραφίας. Από το 1945 άρχισε να ασχολείται επαγγελματικά με τη φωτογραφία και για πενήντα χρόνια δεν έχανε την ευκαιρία να αιχμαλωτίζει με τον φακό του θέματα που τον γοήτευαν. Η Λένα Γουργιώτη θα γράψει για τον Τάκη Τλούπα: "Ήταν απλός στη συμπεριφορά, με οξύνοια, με αγάπη απέραντη για το καλό και το ωραίο, διαχεόμενη σε σημαντική έκταση. Όλα χωρούσαν στο μυαλό του, τα κατέγραφε η ματιά του, τα αποτύπωνε ο φακός του, μας τα χάριζε. Η προσφορά του στις κοινωνίες τεράστια, μάθημα -συνείδησης χάλκευση- ευφορία ψυχής" [1]. Ο δικός μας Αντώνης Καρκαγιάννης θα σημειώσει: "Εκείνο που φαίνεται ότι διαμόρφωσε το βλέμμα του, πώς να κοιτάζει και πώς να βλέπει, νομίζω πως ήταν η πόλη όπου γεννήθηκε και έζησε, η Λάρισα... Εκείνη η Λάρισα που φωτογράφισε ο Τάκης δεν υπάρχει πια, έφυγε και συνδέεται μόνο με τη νοσταλγία των παλαιοτέρων, που και αυτοί σιγά-σιγά φεύγουν. Για τους νεότερους είναι μαρτυρία, από πού πέρασε και πώς διαμορφώθηκε η πόλη" [2].
Είναι κρίμα που οι δύσκολες στιγμές που περνάμε, συνέπεσαν με τη χρονική διάρκεια της φωτογραφικής έκθεσης του Τάκη Τλούπα στην Πινακοθήκη και ο πολύς κόσμος δεν πρόφθασε να την περιηγηθεί. Ευελπιστώ ότι κάποια στιγμή οι ιθύνοντες θα βρουν κάποιο τρόπο να την εκθέσουν εκ νέου. Το αξίζει.
Η σημερινή μας εικόνα δεν θα μπορούσε να είναι παρά μια φωτογραφία του Τάκη Τλούπα. Μας την παραχώρησε ευγενικά η κόρη του Βάνια Τλούπα και απεικονίζει το σπίτι του ένδοξου στρατηγού Ιωάννη Άρτη, το οποίο βρισκόταν στην οδό Αγίου Νικολάου, ακριβώς απέναντι από την αυλή της παλιάς ομώνυμης εκκλησίας. Αντίγραφο φωτογραφίας του σπιτιού αυτού με πολλές ατέλειες και χαμηλής ανάλυσης, ανώνυμου φωτογράφου, δημοσιεύσαμε και παλαιότερα [3], όμως η φωτογραφία αυτή του Τλούπα αναδεικνύει πολλές λεπτομέρειες χρήσιμες σήμερα για ένα ιστορικό κτίσμα που δεν υπάρχει πλέον.
Όπως φαίνεται και στη φωτογραφία, η κατοικία του Άρτη ήταν μια μεγάλη τριώροφη επιβλητική οικοδομή. Κτίστηκε τη δεκαετία του 1880 από τον Κωνσταντίνο Δημητριάδη, έναν πλούσιο κτηματία της Λάρισας. Η πρόσοψη είχε μια σειρά από παράθυρα, συμμετρικά τοποθετημένα και στους τρεις ορόφους. Στον τελευταίο όροφο υπήρχαν δύο εξώστες, τους οποίους συγκρατούσαν στερεά μαρμάρινα γλυπτά φουρούσια και η όλη κατασκευή τους έσπαζε τη μονοτονία της απλής επίπεδης πρόσοψης, προσδίδοντας με την παρουσία τους κάποια αίσθηση νεοκλασικής αισθητικής, σε συνδυασμό με πολλά παραδοσιακά στοιχεία. Είναι βαθιά χαραγμένη στη μνήμη των παλαιότερων η σιλουέτα αυτού του αρχοντικού τόσο για τη φήμη που συνόδευε τον ιδιοκτήτη στρατηγό Άρτη, όσο και για τις δεξιώσεις, οι οποίες δίνονταν στους απέραντους εσωτερικούς χώρους του με τα οκτώ πολυτελή δωμάτια, όπου συγκεντρωνόταν όλη η καλή κοινωνία της Λάρισας. Συνήθως ακολουθούσαν χοροί, ελληνικοί και ευρωπαϊκοί. Τους τελευταίους προτιμούσαν ιδιαιτέρως οι Οθωμανοί προσκεκλημένοι του ζευγαριού, οι οποίοι είχαν παραμείνει στη Λάρισα μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας.
Ο Ιωάννης Άρτης (1861-1956) καταγόταν από το Μεσολόγγι. Αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων και υπηρέτησε σε διάφορες μονάδες του Ιππικού σε όλη την επικράτεια. Πολέμησε στον "ατυχή" Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897 και το 1901 μετατέθηκε στο Σύνταγμα Ιππικού, το οποίο είχε έδρα τη Λάρισα. Κατά την παραμονή του στην πόλη μας συμμετείχε ενεργά στην κοινωνική και κοσμική ζωή της. Στις αρχές του 20ού αιώνα νυμφεύθηκε τη νεαρή χήρα Καλλιόπη Δημητριάδου-Ασημάκη, με την οποία απέκτησε το 1905 την πρώτη κόρη του Νίνα και το 1912 τη Λουκία. Το 1912, ως επίλαρχος Ιππικού συμμετείχε στους Βαλκανικούς Πολέμους και μάλιστα ήταν ο διοικητής της ίλης που απελευθέρωσε τη Φλώρινα και την Καστοριά. Εν συνεχεία έλαβε μέρος στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ κατά την προέλαση του ελληνικού στρατού κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία τοποθετήθηκε ως στρατιωτικός διοικητής της περιοχής της Προύσας. Αμέσως μετά, το 1923, αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του υποστρατήγου. Από το 1926 μέχρι το 1942 διετέλεσε πρόεδρος του παραρτήματος Λαρίσης του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού. Πέθανε στη Λάρισα το 1956 σε ηλικία 95 ετών.
Τον έβλεπα τακτικά όταν ήμουν μικρός και έπαιζα τις ελεύθερες ώρες μου στη μεγάλη και προστατευμένη αυλή του Αγίου Νικολάου. Ήταν ένας ψηλόλιγνος κομψός και γεροδεμένος γέροντας, με αριστοκρατική εμφάνιση και αρειμάνιο λευκό μουστάκι. Με το μπαστουνάκι στο χέρι, περπατούσε στους δρόμους της Λάρισας ευθυτενής και έχαιρε μεγάλης εκτίμησης.
Το 1949 πέθανε η γυναίκα του Καλλιόπη και το 1955 ακολούθησε η πρωτότοκη κόρη του Νίνα Ξυραδάκη σε ηλικία 50 ετών. Μόνος έμεινε για λίγο, γιατί το 1956 πέθανε και ο ίδιος και ενταφιάσθηκε με τιμές. Το κτίριο έμεινε άδειο και έρημο, και λίγα χρόνια μετά τον θάνατό του κατεδαφίσθηκε. Ένα τμήμα του απαλλοτριώθηκε για τη διάνοιξη και επέκταση της οδού Αλεξάνδρου Σούτσου μέχρι την οδό Ηπείρου.
---------------------------------------------
[1]. Αντώνης Καρκαγιάννης, Γιώργος Χ. Χουρμουζιάδης. Η Ελλάδα του Τάκη Τλούπα, εκδόσεις ΚΑΠΟΝ - Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα (2005) σελ. 14.
[2]. ό. π., σελ. 22.
[3]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Η οικία του στρατηγού Άρτη, εφ. "Ελευθερία", Λάρισα, φύλλο της 23ης Αυγούστου 2015.
Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Ο προπολεμικός ναός του Αγ. Αχιλλίου


Ο προπολεμικός ναός  του Αγ. Αχιλλίου
Σήμερα 17 Μαΐου, με καθυστέρηση δύο ημερών, θα πραγματοποιηθεί η πανηγυρική θεία λειτουργία για τη μνήμη του πολιούχου της Λάρισας Αγ. Αχιλλίου.
Έχουμε αναφερθεί πολλές φορές στον προπολεμικό μητροπολιτικό μας ναό, όμως η σημερινή φωτογραφία, σε συνδυασμό με άλλες της εποχής εκείνης, έρχεται να επιβεβαιώσει την άποψη ότι ο ναός που αντικατέστησε τη βασιλική του Καλλιάρχη[1] οικοδομήθηκε σταδιακά και ολοκληρώθηκε σε μια δεκαετία περίπου.
Η λήψη της σημερινής φωτογραφίας έγινε από την αριστερή όχθη του Πηνειού, στην αρχή της σημερινής οδού αρχιεπισκόπου Δωροθέου. Στο κάτω τμήμα της διακρίνονται λεπτομέρειες από τη μεγάλη πέτρινη γέφυρα του Πηνειού. Η αρμολόγηση των λίθων, τα οξυκόρυφα τόξα της και το ξύλινο στηθαίο, το οποίο είχε κατασκευαστεί το 1886 από το τάγμα μηχανικού του στρατού[2]. Στο κατάστρωμα του δρόμου υπάρχει μεγάλος αριθμός ατόμων, κυρίως ανδρών, με πολυποίκιλες και πολύχρωμες αμφιέσεις (η φωτογραφία είναι επιχρωματισμένη). Στο βάθος διακρίνεται μέρος του δυτικού τμήματος του Λόφου με τους ψηλούς και ισχυρούς τοίχους υποστήριξης και τη μεγάλη πέτρινη σκάλα, η οποία οδηγούσε από τη δεξιά όχθη κατευθείαν στον αύλειο χώρο του ναού του Αγ. Αχιλλίου. Πίσω προβάλλει μεγαλοπρεπής ο μητροπολιτικός ναός με τα δύο ψηλά κωδωνοστάσια και το πρόπυλο. Εκείνο που κάνει εντύπωση στη φωτογραφία είναι ότι απουσιάζει ο τρούλος. Η εκκλησία στην τελική της μορφή ήταν σταυρεπίστεγη βασιλική με τρούλο. Επομένως η λήψη της φωτογραφίας πρέπει να έγινε στη φάση κατά την οποία είχαν ολοκληρωθεί οι εργασίες οικοδόμησης και απέμενε η κατασκευή του τρούλου. Τα εγκαίνια έγιναν στις 23 Σεπτεμβρίου 1907 από τον μητροπολίτη Αμβρόσιο Κασσάρα (1900-1910). Άρα η χρονολογία της φωτογραφίας τοποθετείται περί το 1904.
Τα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα, ο παλιός μητροπολιτικός ναός της Λάρισας ήταν ένα γερασμένο οικοδόμημα. Αυτό είχε γίνει αντιληπτό απ’ όλους, για τούτο από το 1896 το εκκλησιαστικό συμβούλιο του ναού άρχισε μια προετοιμασία για την αισθητική αναβάθμιση του Αγίου Αχιλλίου. Σαν πρώτο βήμα προτάθηκε να οικοδομηθεί, σε επαφή με τη δυτική πλευρά της βασιλικής, ένα σύμπλεγμα αψιδωτού πρόπυλου νεοκλασικού ρυθμού, με δύο κωδωνοστάσια. Στο κατώτερο τμήμα της πλευράς αυτής είχε αναπτυχθεί ένα τρίλοβο προστώο με αψίδες. Δύο διπλοί ραβδωτοί μαρμάρινοι κίονες στο κέντρο και δύο διπλοί ημικίονες σε επαφή με τα πλάγια τοιχώματα του προστώου, συγκρατούσαν με σκαλισμένα κιονόκρανα το τοίχωμα, δημιουργώντας έτσι ανάμεσά τους τρία τόξα. Τμήματα από τους κίονες αυτούς καθώς και ένα κιονόκρανο βρίσκονται σήμερα στην αυλή του Επισκοπικού Μεγάρου Λαρίσης[3]. Τα δύο κωδωνοστάσια βόρεια και νότια της νέας πρόσοψης ήταν τετραώροφα. Στον τελευταίο όροφο βρίσκονταν οι καμπάνες του ναού. Τα κωδωνοστάσια, όπως φαίνεται καθαρά και στη δημοσιευόμενη φωτογραφία, καλύπτονταν με χαμηλό τρούλο, στην κορυφή του οποίου ήταν στερεωμένος μεταλλικός σταυρός. Ολόκληρη η πρόσοψη ήταν δομημένη με σμιλεμένους λίθους. Τα ανοίγματα των παραθύρων, μικρά και μεγάλα, καλύπτονταν στα διάκενά τους με ωραίους συνδυασμούς έγχρωμων υαλοπινάκων σε ρομβοειδή σχέδια. Τα έγχρωμα τζάμια σε συνδυασμό με την καλοδουλεμένη πέτρα, προσέδιδαν στην πρόσοψη αίγλη και πολυχρωμία.
Η ανακαίνιση όμως μόνον της πρόσοψης του ναού φαίνεται ότι δεν ικανοποιούσε πλήρως την αισθητική των κατοίκων της Λάρισας. Για τον λόγο αυτό τα εκκλησιαστικά συμβούλια του ναού συνέχισαν να εργάζονται εντατικά, με σκοπό την ανεύρεση πόρων για την ολοκλήρωση του νέου καθεδρικού ναού. Φαίνεται ότι και με τη βοήθεια του Δήμου[4] τα κατάφεραν. Έτσι το 1904, επί αρχιερατείας του από Πλαταμώνος μητροπολίτου Λαρίσης Αμβροσίου Κασσάρα και έπειτα από 110 χρόνια από την περιπετειώδη κατασκευή της, κατεδαφίσθηκε η ταπεινή βασιλική του Καλλιάρχη και στην ίδια ακριβώς θέση οικοδομήθηκε ο νέος ναός, ο οποίος συνδέθηκε αρμονικά με την υπάρχουσα δυτική πρόσοψη, η οποία άλλωστε είχε πρόσφατα οικοδομηθεί. Η θέση του ναού ψηλά στον Λόφο της Ακρόπολης του πρόσθετε επί πλέον ύψος, ειδικά όταν τον αντίκριζε κανείς από μακριά, καθώς διέσχιζε την πέτρινη γέφυρα του Πηνειού.
Στο εσωτερικό του ναού ο τρούλος και η σταυροειδής οροφή επέφεραν, όπως ήταν φυσικό, μια διαφορετική κατανομή του χώρου απ’ ό,τι η βασιλική του Καλλιάρχη. Το τέμπλο ήταν ξύλινο με γλυπτές συνθέσεις σε απλές γραμμές[5] και οι δεσποτικές εικόνες, με παραίνεση του μητροπολίτη Αμβροσίου, παρέμειναν οι ίδιες της παλιάς εκκλησίας. Είχαν αγιογραφηθεί το 1802 στη Μόσχα και ήταν εντυπωσιακές σε αισθητική και χρώματα[6].
Η αγιογράφηση του ναού ήταν αποσπασματική και δεν υπήρχαν νωπογραφίες. Απλώς ορισμένες μεγάλες εικόνες ήταν αναρτημένες στους πλάγιους τοίχους και σε επιλεγμένα σημεία υπήρχαν αγιογραφίες, τις οποίες ο καλλιτέχνης εκτελούσε επάνω σε μουσαμά, ο οποίος εν συνεχεία επιστρωνόταν έτοιμος στον τοίχο. Έτσι γνωρίζουμε ότι το 1908 ο ζωγράφος Γεώργιος Οικονόμου, από την Κάλυμνο, την ιδιαίτερη πατρίδα του μητροπολίτη Αμβροσίου, είχε τελειώσει την αγιογράφηση του Παντοκράτορα στον τρούλο και τους τέσσερες Ευαγγελιστές στα σφαιρικά τρίγωνα.
Η διάρκεια ζωής του προπολεμικού ναού του Αγίου Αχιλλίου υπήρξε δυστυχώς πολύ σύντομη, μόλις 34 χρόνια. Το 1941, ισχυρός σεισμός επέφερε στον ναό ανεπανόρθωτες βλάβες. Οι συνεχόμενοι βομβαρδισμοί που ακολούθησαν ολοκλήρωσαν την καταστροφή. Έτσι ερειπωμένος παρέμεινε μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, οπότε κατεδαφίσθηκε εντελώς και στη θέση του δημιουργήθηκε ανθόκηπος όπου τοποθετήθηκε η προτομή του μητροπολίτη Λαρίσης Πολύκαρπου Δαρδαίου (1811-1818 και 1821), ο οποίος είχε άσχημο τέλος. Καρατομήθηκε από τους Τούρκους τον Σεπτέμβριο του 1821. Η προτομή αυτή είναι έργο του διάσημου Έλληνα γλύπτη Μιχαήλ Τόμπρα και αποτέλεσε δωρεά στην πόλη του Λαρισαίου εμπόρου Ηλία Κολέσκα.

[1]. Ο προηγούμενος ναός είχε κτισθεί έπειτα από περιπέτειες και δωροληψίες (μπαξίσι) προς τις αρχές των Οθωμανών το 1794, με ενέργειες του μητροπολίτη Διονυσίου του Καλλιάρχη (1791-1806), γι’ αυτό και ο ναός αυτός είναι γνωστός ως βασιλική του Καλλιάρχη.
[2]. Επειδή τα στηθαία αυτά ήταν ευάλωτα, το 1908 αντικαταστάθηκαν από σιδερένια, τα οποία παρέμειναν μέχρι την καταστροφή της το 1941.
[3]. Παλιούγκας Θεόδωρος, Η Λάρισα κατά την Τουρκοκρατία (1453-1881), τόμ. Α’, Λάρισα, (1996), σ. 199
[4]. Δήμαρχοι Λαρισαίων την περίοδο από το 1899-1903 ήταν ο ιατρός Αναστάσιος Ζαρμάνης και από το 1903-1913 ο επίσης ιατρός Αχιλλέας Αστεριάδης.
[5]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Το τέμπλο του ναού του Αγ. Αχιλλίου (1888), εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 5ης Απριλίου 2017.
[6]. Του ιδίου, Οι παλιές ρωσικές εικόνες του ναού του Αγ. Αχιλλίου, «Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα-Α’, 2014», Λάρισα (2016) σελ. 49-52.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Τετάρτη 22 Απριλίου 2020

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

Η μετασεισμική Λάρισα

Η αρχή της οδού Μ. Αλεξάνδρου και το νοτιοανατολικό τμήμα της Κεντρικής πλατείας Β΄ Σώματος Στρατού. Επιστολικό δελτάριο Μίμη Γεντέκου. Αρχές δεκαετίας 1950. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας Η αρχή της οδού Μ. Αλεξάνδρου και το νοτιοανατολικό τμήμα της Κεντρικής πλατείας Β΄ Σώματος Στρατού. Επιστολικό δελτάριο Μίμη Γεντέκου. Αρχές δεκαετίας 1950. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας
Η σημερινή φωτογραφία της Λάρισας θα αποτελούσε για πολλούς έναν γρίφο, αν δεν είχε στον υπότιτλο μια λιτή περιγραφή: "Οδός Μεγ. Αλεξάνδρου".
Με την πρώτη βιαστική ματιά κανένα σημείο της δεν μπορεί να βοηθήσει τον αναγνώστη να προσανατολιστεί. Όμως προσεκτικότερη ανάγνωση της εικόνας σε οδηγεί να εντοπίσεις την περιοχή που απεικονίζει. Η φωτογραφία αυτή προέρχεται από επιστολικό δελτάριο του Μίμη Γεντέκου, το οποίο κυκλοφόρησε στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Ο φωτογράφος στάθηκε σε εξώστη του τρίτου ορόφου του ξενοδοχείου της Κεντρικής πλατείας "Ολύμπιον", πρωινές ώρες όπως μας αποκαλύπτουν οι σκιές δένδρων και κτηρίων, και έστρεψε τον φακό του νότια. Κάτω αριστερά διακρίνονται τα κεραμίδια της στέγης του καφενείου "Νέος Κόσμος" και των γειτονικών ισόγειων κτισμάτων. Το κινηματοθέατρο "Ορφεύς" δεν έχει κτισθεί ακόμη και έτσι μπορεί να διακρίνει κανείς ένα μέρος του εστιατορίου "Ερμής", τη γωνία μεταξύ των οδών Κούμα και Μεγ. Αλεξάνδρου.
Δεξιότερα απεικονίζεται η οδός Μ. Αλεξάνδρου, ευρύτερη σε όλο το μήκος της πλατείας, όπως και σήμερα, ενώ πιο κάτω στενεύει, και με τα αγοραία αυτοκίνητα σταθμευμένα κάθετα. Πίσω από τα ταξί υψώνονται πυκνά φυλλώματα δένδρων, τα οποία καλύπτουν την ανατολική πλευρά της πλατείας και στη συνέχεια αποτυπώνεται ένα μέρος από τους κήπους της.
Μεσολαβεί η οδός Κούμα και πίσω διακρίνονται τα προπολεμικά κτίσματα της νότιας πλευράς της πλατείας, ερειπωμένα και κολοβωμένα από τον μεγάλο σεισμό του 1941 και τους βομβαρδισμούς. Στη γωνία Κούμα και Μ. Αλεξάνδρου διατηρείται ακέραια η περίφραξη με το κιγκλίδωμα, αλλά από τα δικαστήρια διακρίνεται ο κάθετος τοίχος μιας πτέρυγας [1]. Στο βάθος, πίσω από τα ερείπια εντοπίζεται ο άνω όροφος του ξενοδοχείου "Νέα Ευρώπη". Η παρουσία δένδρων δεν επιτρέπει να αναδειχθούν λεπτομέρειες. Ακολουθεί το κτήριο Κατσαούνη ισόγειο τώρα, αφού είχε κατεδαφισθεί ο όροφος. Στέγαζε το περίφημο μεταπολεμικά καφεζαχαροπλαστείο "Παλλάδιον". Η Εμπορική Τράπεζα που ακολουθούσε είχε υποστεί ελάχιστες ζημιές και στην άκρη δεξιά μόλις εντοπίζεται τμήμα του ξενοδοχείου "Πανελλήνιον", που από τριώροφο μεταβλήθηκε σε διώροφο και έπαψε να προσφέρει ξενοδοχειακές υπηρεσίες.
Τις ίδιες περίπου ζημιές έφεραν όλα σχεδόν τα κτίσματα που περιτριγύριζαν την Κεντρική πλατεία. Το Υπουργείο Ανοικοδομήσεως της εποχής εκείνης είχε καταγράψει ότι το 95% των κτισμάτων της Λάρισας είχαν υποστεί ζημιές διαφορετικής βαρύτητας από τις κακουχίες της κατοχής. Αυτός είναι και ο λόγος που σήμερα δεν έχει παραμείνει κανένα από τα προπολεμικά κτήρια τα οποία περιέβαλλαν την πλατεία και από τις τέσσερες πλευρές της, αν εξαιρέσει κανείς το ξενοδοχείο "Ολύμπιον" που είχε κτισθεί το 1936 και ένα κτίσμα με τρεις τοξοειδείς πόρτες, το οποίο βρίσκεται σε επαφή με την πολυώροφη οικοδομή που κτίστηκε στη θέση του παλαιού καφενείου "Νέος Κόσμος".
Όπως ήδη αναφέραμε, η εικόνα που περιγράψαμε υπάγεται σε μια σειρά επιστολικών δελταρίων τα οποία κυκλοφόρησαν στη Λάρισα από τον καθηγητή των Τεχνικών, φωτογράφο, ζωγράφο και γλύπτη Μίμη Γεντέκο. Η σειρά αυτή υπογραφόταν συνήθως με την επωνυμία ΦΩΤΟ-ΓΕΝ. Ο Μίμης Γεντέκος γεννήθηκε το 1905 στην Αθήνα. Το επάγγελμα του πατέρα του (ταχυδρομικός), υποχρέωνε την οικογένεια να τον ακολουθεί στις μεταθέσεις του. Τα εφηβικά του χρόνια τα πέρασε στον Τύρναβο, όπου το 1921, σε ηλικία 16 ετών, πέφτοντας από δένδρο υπέστη σοβαρά κατάγματα στην λεκάνη και το δεξιό κάτω άκρο. Οι παλαιοί Λαρισαίοι θα θυμούνται την έντονη αναπηρία που του άφησε ο σοβαρός τραυματισμός του. Το 1924 αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Λαρίσης και από το 1925 έως το 1935 φοίτησε αρχικά στο τμήμα Ιχνογραφίας και κατόπιν μεταπήδησε στο τμήμα γλυπτικής και ζωγραφικής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών του Μετσοβείου Πολυτεχνείου. Το 1935 διορίσθηκε καθηγητής Τεχνικών στην Αχιλλοπούλειο Εμπορική Σχολή Τσαγκαράδας, όπου παρέμεινε καθ' όλη τη διάρκεια της κατοχής, μέχρι το 1945.
Τη χρονολογία αυτή, διορίσθηκε καθηγητής Τεχνικών στο Β’ Γυμνάσιο Αρρένων Λαρίσης και παρέμεινε στην πόλη μας μέχρι το 1958. Κατά τη διάρκεια των 13 ετών παρουσίας του στη Λάρισα ξεδίπλωσε όλες τις πτυχές του πολύπλευρου ταλέντου που διέθετε. Το Γυμνάσιο του παραχώρησε ένα χώρο στη δυτική πλευρά του Σχολικού Γυμναστηρίου, ο οποίος βρισκόταν δίπλα από τα αποδυτήρια. Κοντά του βρισκόταν η οικία-πύργος του Λεωνίδα Μπέρτολη. Στον χώρο αυτόν ο Μίμης Γεντέκος δημιούργησε το καλλιτεχνικό του εργαστήριο γλυπτικής και ζωγραφικής, εξασφάλισε την κατοικία του και στέγασε το φωτογραφείο.
Ο εξωτερικός χώρος ήταν πολλές φορές κατειλημμένος από την εργασία του σε γλυπτές συνθέσεις. Κατασκεύαζε ηρώα για διάφορες πόλεις, όπως επίσης προτομές και ανάγλυφα για συλλόγους και δήμους. Το πρόπλασμα ενός αγάλματος του Ρήγα Φεραίου, ύψους τριών περίπου μέτρων χωρίς τη βάση του, που για διάφορους λόγους δεν έγινε ποτέ, έστεκε πάντοτε έξω από τους χώρους του εργαστηρίου του, διατηρήθηκε και μετά την μετάθεσή του στην Αθήνα το 1958, απλώς μετά την κατασκευή των σχολικών διδακτηρίων τοποθετήθηκε στην νοτιοανατολική γωνία του πρώην σχολικού γυμναστηρίου και καθώς είχε γίνει ο στόχος διαφόρων γκράφιτι, καταστράφηκε.
Το εργαστήριό του υπήρξε φυτώριο πολλών μετέπειτα καλλιτεχνών, οι οποίοι υπήρξαν μαθητές του. Τις πρώτες γνώσεις γύρω από την τέχνη της γλυπτικής, της ζωγραφικής και της φωτογραφίας πήραν κοντά του ο γλύπτης Γ. Καλακαλάς και η Μάρα Καρέτσου, ο σκηνογράφος Γ. Ζιάκας, οι ζωγράφοι Χρήστος Μακρόπουλος, Νανά Τάχα, Χρ. Τζεζαϊρλίδης, ο αθλητής και ζωγράφος Δ. Μποντικούλης και πολλοί άλλοι.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 άρχισε να εκδίδει επιστολικά δελτάρια με απόψεις αποκλειστικά από τη Λάρισα. Δεν είχαν αρίθμηση και δεν γνωρίζουμε πόσες συνολικά κυκλοφόρησε. Πάντως η ομάδα της Φωτοθήκης έχει εντοπίσει περίπου δεκαπέντε.
Ο Μίμης Γεντέκος το 1958 μετατέθηκε στην Αθήνα σε διάφορα σχολικά συγκροτήματα. Το 1985 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αγριά του Βόλου, όπου μετέφερε και το εργαστήριό του. Πέθανε τον Αύγουστο του 1998 σε ηλικία 93 ετών [2].
-------------------------------------------------
[1]. Το κτήριο των Δικαστηρίων έπαθε πολύ σοβαρές ζημιές από τον σεισμό. Όλες οι στέγες κατέρρευσαν και παρέμειναν μόνον οι πλάγιοι τοίχοι, με πολλές ρηγματώσεις. Η κατασκευή του είχε ξεκινήσει από την περίοδο της τουρκοκρατίας (1873), ολοκληρώθηκε το 1882 και αρχικά στέγασε το Διδασκαλείο Λαρίσης .Για την ιστορία του κτηρίου βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα - Α΄ (2014) σελ. 175-178.
[2]. Βλέπε: Μπεχλιβάνος Χρ. Μίμης Γεντέκος, Λάρισα, χ.χ., σελ. 112

Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Παρασκευή 17 Απριλίου 2020







 Όταν ο Όμηρος παράκουσε τον χρησμό του μαντείου των Δελφών

Σύμφωνα με τον περιηγητή Παυσανία, ο Όμηρος επισκέφθηκε το μαντείο των Δελφών για να ρωτήσει την Πυθία ποιοι ήταν οι γονείς του και η καταγωγή του.
Η Πυθία απάντησε με τον εξής χρησμό: «Πατρίδα της μητέρας σου είναι η νήσος Ίος, η οποία θα σε δεχθεί όταν πεθάνεις, αλλά φυλάξου από το αίνιγμα των νεαρών παιδιών».
Ο ποιητής όμως παράκουσε τον χρησμό και ταξίδεψε μέχρι την Ίο. Εκεί είδε μερικά μικρά παιδιά που ψάρευαν στην ακτή. Τα ρώτησε τι έπιασαν και τα παιδιά του απάντησαν:
«Όσσ’ έλομεν λιπόμεσθα, όσ’ ουχ έλομεν φερόμεσθα».
Δηλαδή, ότι πιάσουμε το αφήνουμε, ότι δεν πιάσουμε το φέρουμε μαζί μας.
Τα παιδιά αναφέρονταν στις ψείρες. Όσες έβρισκαν, τις σκότωναν, αλλά όσες δεν έβρισκαν, τις έφεραν στο κεφάλι τους.
Ο Όμηρος δεν κατάφερε να βρει την απάντηση, αλλά θυμήθηκε την προειδοποίηση της Πυθίας. Τρομοκρατήθηκε και απομακρύνθηκε γρήγορα.
Ο δρόμος ήταν λασπωμένος και ο ποιητής στη βιασύνη του, γλίστρησε και έπεσε. Χτύπησε το κεφάλι του και πέθανε σχεδόν ακαριαία.
Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, ο Όμηρος πέθανε από τη στενοχώρια του που δεν έλυσε τον γρίφο, ενώ μία τρίτη εκδοχή λέει ότι ήταν ήδη βαριά άρρωστος και πήγε στην Ίο γιατί γνώριζε ότι θα πεθάνει.
Βέβαια ο θάνατος του μεγάλου ποιητή δεν βασίζεται σε ιστορικές μελέτες, αλλά σε μύθους και παραδόσεις που κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα. Ο Παυσανίας απλώς κατέγραψε μία λαϊκή αφήγηση….


ΠΗΓΗ : www.ipaideia.gr

Τετάρτη 15 Απριλίου 2020

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

Ο ΑΓΓΛΟΣ HENRY HOLLAND ΣΤΗ ΛΑΡΙΣΑ (1812) - Γ'

Η θρησκευτική ζωή της πόλης


Νοτιοανατολική άποψη του Μητροπολιτικού Ναού του Αγ. Αχιλλίου (Βασιλική του Καλλιάρχη). Είναι ο ίδιος ναός στον οποίο εκκλησιάσθηκε ο Holland. Λεπτομέρεια φωτογραφίας του 1890 περίπου, από το βιβλίο «Λάρισα. Εικόνες του χθες», φωτογραφίες Τάκη Τλούπα, κείμενα Νίκου Νάκου (1986) σελ. 54Νοτιοανατολική άποψη του Μητροπολιτικού Ναού του Αγ. Αχιλλίου (Βασιλική του Καλλιάρχη). Είναι ο ίδιος ναός στον οποίο εκκλησιάσθηκε ο Holland. Λεπτομέρεια φωτογραφίας του 1890 περίπου, από το βιβλίο «Λάρισα. Εικόνες του χθες», φωτογραφίες Τάκη Τλούπα, κείμενα Νίκου Νάκου (1986) σελ. 54
Κατά την τετραήμερη παραμονή του στη Λάρισα ο Holland παρακολούθησε από κοντά πολλές ιερές ακολουθίες. Παρουσιάζει λοιπόν ενδιαφέρον να διαβάσουμε τις σκέψεις του πάνω σε αυτό το θέμα: «Την επομένη που ήταν Κυριακή, είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τη λειτουργία στον ελληνικό μητροπολιτικό ναό, που είναι και ο μόνος τόπος χριστιανικής λατρείας στη Λάρισα.
Είναι ενωμένος με την κατοικία του Ιεράρχη και βρίσκεται στην ίδια απομονωμένη θέση. Το εσωτερικό του είναι σκοτεινό και καταθλιπτικό, η διακόσμηση πραγματικά επιφανειακή, αλλά σε μικρή κλίμακα και χωρίς σπουδαίο αισθητικό αποτέλεσμα. Η λειτουργία άρχισε στις οκτώ το πρωί και ο Αρχιεπίσκοπος φρόντισε να βρούμε καθίσματα κάτω από τον υπερυψωμένο άμβωνα[1], στον οποίο καθόταν ο ίδιος. Η εντυπωσιακή εμφάνισή του ήταν το πλέον λαμπερό χαρακτηριστικό στην εκκλησία. Φορούσε πορφυρά άμφια, πλούσια κεντημένα με χρυσοκλωστή και πάνω από το καλυμμαύχι, χαρακτηριστικό του ορθόδοξου κλήρου, ήταν ριγμένη μια κουκούλα από μαύρο μετάξι, η οποία έπεφτε στους ώμους του [=το επανωκαλύμμαυχο]. Οι τρόποι του ήταν σεβάσμιοι και επιβλητικοί και όταν κατά διαστήματα σηκωνόταν από τη θέση του για να ευλογήσει το εκκλησίασμα, προφέροντας το απλό και γαλήνιο Ειρήνη πάσι, υπήρχε μια επισημότητα ανάμικτη με καλοσύνη, που δεν μπορεί οπωσδήποτε να ξεπερασθεί εύκολα. Τα άλλα μέρη της λειτουργίας δεν χαρακτηρίζονταν από την ίδια απλότητα. Στην ορθόδοξη λειτουργία, πολύ περισσότερο από όσο στην καθολική, υπάρχει μια πληθώρα μικρολεπτομερειών και εξωτερικών τύπων... Όταν ο Έλληνας μπαίνει στην εκκλησία κάνει το σημείο του σταυρού κατά τον ορθόδοξο τρόπο τρεις ή πιο συχνά εννιά φορές, κάνοντας τέτοιες μετάνοιες, που κάθε φορά το χέρι του ακουμπάει στο έδαφος. Στη συνέχεια προχωράει προς το Θυσιαστήριο [ το τέμπλο], ξανακάνει τον σταυρό του μπροστά στην εικόνα του Σωτήρα και συγκεκριμένων αγίων και ακουμπάει τα χείλη του διαδοχικά στις εικόνες των αγίων αυτών καθώς προχωράει. Αυτή, καθώς και άλλες ιεροτελεστίες, επαναλαμβάνονται συχνά κατά τη διάρκεια της θείας ευχαριστίας, και στην εκκλησία της Λάρισας γίνονταν ακόμα πιο συχνές, λόγω της παρουσίας του Αρχιεπισκόπου, τον οποίο πλησιάζει κάθε ιερέας όταν πρόκειται να λάβει μέρος στη λειτουργία, υποκλίνεται μπροστά του, για να πάρει την ευλογία του και του φιλά το χέρι το οποίο του προτείνεται.
Ο αριθμός των ιερέων οι οποίοι συμμετέχουν στα διάφορα μέρη της λειτουργίας είναι πολύ σημαντικός και υπάρχει μια επιτηδευμένη ποικιλία, καθώς και λαμπρότητα στα άμφιά τους. Διάφορες μικρές εκδουλεύσεις στην εκκλησία γίνονται από μικρά αγόρια, τα οποία διαβάζουν ακόμα και μικρά ιερά κείμενα, με τον ίδιο προφανή σκοπό να ελκύσουν την προσοχή, με την εναλλαγή του σκηνικού μπροστά μας.
Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η ποικιλία και η γρήγορη εναλλαγή των ιεροτελεστιών αυτών είναι καλά υπολογισμένες, ώστε να απευθύνεται το όλο τελετουργικό στο συναίσθημα των κατώτερων τάξεων, και αφού παραδεχθούμε την κύρια επίδρασή τους στις αισθήσεις, είναι δύσκολο να υπολογίσουμε την έκτασή του. Η ελληνική εκκλησία ... έχει διατηρήσει την πομπώδη λεπτομέρεια στο τελετουργικό της, ακόμα και τη στιγμή που υφίσταται τα δεινά της τουρκικής καταπίεσης και δεν έχει πια την δυνατότητα να περιβάλλει με μεγαλείο την φαινομενική αγνότητα της λατρείας προλήψεων. Ο αριθμός των ανθρώπων οι οποίοι εκκλησιάζονταν στην εκκλησία της Λάρισας ίσως να ξεπερνούσε τους πεντακόσιους. Οι γυναίκες συγκεντρώνονταν κρυμμένες σε έναν εξώστη, πίσω από ένα ξύλινο καφασωτό [=γυναικωνίτης].
Όταν τελείωσε η λειτουργία, η οποία κράτησε σχεδόν δύο ώρες, γυρίσαμε με τον Αρχιεπίσκοπο στην κατοικία του, όπου και μας επέδειξε τα άμφια που φοράει τις εορτάσιμες ημέρες. Ήταν εξαιρετικά λαμπρά και υπέροχα διακοσμημένα, ειδικά η μίτρα, στην οποία βρίσκονται μερικά ωραία ρουμπίνια και ζαφείρια, πάνω σε διάκοσμο πλούσιο σε χρυσό. Η ιστορία του Αδάμ και της Εύας που ήταν δουλεμένη με χρυσοκλωστή και μαργαριτάρια σε κάποιο από τα άμφιά του, έδωσε αφορμή σε μερικά σχόλια από την πλευρά του, τα οποία δεν με εξέπληξαν καθόλου. [Για το τι ακριβώς υπονοεί εδώ ο συγγραφέας υπάρχουν πολλές εξηγήσεις].
Το πρωί αυτό, καθώς και μετά το γεύμα, το σπίτι του Αρχιεπισκόπου γέμισε από κόσμο που είτε είχαν κάποιο αίτημα είτε ήθελαν να τους ρυθμίσει κάποιες διαφορές. Μπαίνοντας στο δωμάτιο ο καθένας τους γονάτιζε μπροστά του, φιλούσε το χέρι του και συχνά, αφού σηκωνόταν, επαναλάμβανε για δεύτερη φορά την ιεροτελεστία αυτή. Ο τρόπος του Αρχιεπισκόπου στην εκτέλεση των ποιμαντικών του καθηκόντων, ήταν ήπιος, καταδεκτικός και φιλοφρονητικός, χωρίς να χάνει καθόλου από την αξιοπρέπεια της θέσης του».
Οι κατ’ ιδίαν συνομιλίες του μητροπολίτη Πολύκαρπου και του επιφανούς ξένου περιηγητή, καθολικού στο θρήσκευμα, γύρω από θεολογικά ζητήματα και κυρίως για το πρωτείο του Πάπα, παρουσιάζουν οπωσδήποτε έντονο ενδιαφέρον. Γράφει λοιπόν ο Holland: «Απόψε δείπνησα μόνος με τον Αρχιεπίσκοπο στο ιδιαίτερο δωμάτιο του. Με τον συνδυασμό σπασμένων γαλλικών, ιταλικών και ρωμαίικων, κατορθώσαμε να διατηρήσουμε μια μακρά συνομιλία, κυρίως για την παρούσα κατάσταση της ελληνικής εκκλησίας, όπου μου έδωσε μερικές παράξενες λεπτομέρειες. Με εισήγαγε σε μια λεπτή σύγκριση της ηγεσίας της ελληνικής και της λατινικής εκκλησίας, διατύπωσε μια σαφή γνώμη για την ανωτερότητα της πρώτης και ρητόρευσε με πολύ στόμφο κατά των καταχρήσεων και γελοιοτήτων του παπικού συστήματος. Αυτός ο διαχωρισμός[2], είπε, από τους κόλπους της αρχικής εκκλησίας, ήταν η πρώτη μεγάλη διάσπαση της ενότητας του χριστιανικού κόσμου και η πηγή όλων σχεδόν των κακών και των αιρέσεων που παρουσιάσθηκαν έκτοτε. Αποπειράθηκα να θίξω την πρώιμη ιστορία του χριστιανισμού, ως απόδειξη ότι σχίσματα θα μπορούσαν να είχαν επέλθει ακόμα και χωρίς τον μεγάλο και κορυφαίο διαχωρισμό της χριστιανικής εκκλησίας. Εν τούτοις συνέχισε το υβρεολόγιό του κατά της παπικής ηγεσίας και τους ύμνους του για τον σεμνό και πατρικό χαρακτήρα της ελληνικής εκκλησίας και της ορθοδοξίας γενικότερα και διαπίστωσα ότι αυτό ήταν ένα θέμα που δεν μπορούσε να αποσαφηνισθεί, χωρίς τον κίνδυνο παρεξήγησης».
Επιστρέφοντας στη Λάρισα μετά ένα μήνα από το ταξίδι του στη Θεσσαλονίκη, όπως προαναφέρθηκε, παρέμεινε για δύο ακόμη ημέρες και σημειώνει: «Το επόμενο πρωί, μια και ήταν Κυριακή, παρακολούθησα και πάλι τη λειτουργία στη μητρόπολη της Λάρισας. Ήταν περίπου ίδια με την προηγούμενη που είχα παλαιότερα παρακολουθήσει, εκτός του ότι σε αυτή την περίπτωση, λόγω του ερχομού των Χριστουγέννων, ο Αρχιεπίσκοπος απευθύνθηκε στο εκκλησίασμα με ένα αρκετά μεγάλο κήρυγμα στη ρωμαίικη γλώσσα. Το αντικείμενο της ομιλίας, αν και είχε σχέση με την ηθική και δεν ήταν θεωρητικό, εκτέθηκε στο εκκλησίασμα με μεγάλη έμφαση και με πολύ φλόγα στον λόγο και τις κινήσεις του, ενδεχομένως περισσότερο από όσο θα ταίριαζε στη ρητορεία του άμβωνα. Όμως το κήρυγμα φαινόταν να είναι ως επί το πλείστον εκτός κειμένου και έδειχνε να έχει ο Αρχιεπίσκοπος σημαντική ευγλωττία».
Πόσο πολύ σχολαστικά ο κλήρος, ανώτερος και κατώτερος, κρατούσε τις χριστιανικές του παραδόσεις ακόμα και κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, κατανοούμε και από ένα άλλο καθημερινό περιστατικό, ιατρικής φύσεως, που περιγράφει ο Holland: «Ο Αρχιεπίσκοπος μου έφερε το ίδιο βράδυ έναν από τους ιερείς, ο οποίος βρήκα ότι έπασχε από κυνάγχη με υψηλό πυρετό. Ήμουν έτοιμος να χορηγήσω στον ασθενή μου ένα εμετικό, όταν ο Αρχιεπίσκοπος μου είπε ότι αυτή η θεραπεία δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί, επειδή είχε ιερουργήσει το πρωί σε θεία λειτουργία και το τυπικό της εκκλησίας απαγόρευε αυστηρά την εξέμεση σε τόσο λίγο χρόνο μετά την μετάληψη. Διαμαρτυρήθηκα για λίγο, αλλά τελικά χρειάσθηκε να υποχωρήσω και τελικά να χρησιμοποιήσω άλλα μέσα για την άμεση ανακούφιση του ασθενούς μου, του οποίου φυσικά οι προκαταλήψεις συμβάδιζαν απόλυτα με εκείνες του ανωτέρου του».
Παρ’ όλες όμως τις δογματικές αντιδικίες, λίγο-πολύ αναπόφευκτες μεταξύ ενός φανατικά ορθόδοξου ιερωμένου και ενός αυστηρά προσηλωμένου στο αλάθητο του Πάπα καθολικού, κατά την αναχώρησή του από τη Λάρισα ο Holland είχε μόνο καλά λόγια να πει για τον ιεράρχη της πόλης, τόσο για τη ζεστή φιλοξενία που είχε κοντά του, όσο και για τις πλούσιες εμπειρίες που αποκόμισε με τη συντροφιά του: «Το πρωί της 22ης Δεκεμβρίου έφυγα επιτέλους από τη Λάρισα, αφήνοντας το σπίτι του φιλόξενου Αρχιεπισκόπου με χιλιάδες ευχές και ευλογίες, που μου έδωσε με τόση καλοσύνη».
-------------------------------------------------
[1]. Εδώ ο Holland συγχέει τον δεσποτικό θρόνο με τον άμβωνα, απ' όπου εκφωνεί ο διάκονος το Ευαγγέλιο και ο ιεροκήρυκας το κήρυγμα.
[2]. Εννοεί το σχίσμα των δύο εκκλησιών Ανατολικής και Δυτικής του 1054, (Ορθόδοξη και Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία).


Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com