Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2020

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...


Η Μονή των Μεβλεβήδων στη Λάρισα. Υδατογραφία του Joseph Cartwright. 1815 περίπου. Μουσείο Μπενάκη. Η Μονή των Μεβλεβήδων στη Λάρισα. Υδατογραφία του Joseph Cartwright. 1815 περίπου. Μουσείο Μπενάκη.

ΜΟΝΗ ΤΩΝ ΜΕΒΛΕΒΗΔΩΝ
Ο Μεβλεβίχανες των Οθωμανών

Η εικόνα που δημοσιεύεται σήμερα απεικονίζει ένα από τα πιο άγνωστα περίτεχνα κτίσματα της τουρκοκρατούμενης Λάρισας. Ονομαζόταν Mevlevihane και βρισκόταν στην αριστερή πλευρά αμέσως μετά την έξοδο της γέφυρας του Πηνειού, καθ’ οδόν προς τον Πέρα Μαχαλά.

Ήταν ένα μεγάλο και εντυπωσιακό σύμπλεγμα κτιρίων με διαφορετικούς αρχιτεκτονικούς ρυθμούς, με τον μιναρέ του να προβάλλει από μακριά. Ο Mevlevihane ήταν ένας τεκές των Μεβλεβήδων, δηλαδή αν θέλαμε να τον παραλληλίσουμε με τα χριστιανικά κτίσματα, ήταν μία Μονή του λεγόμενου μουσουλμανικού τάγματος των στροβιλιζόμενων δερβίσηδων, οι οποίοι πήραν την ονομασία αυτήν από μία ειδική τελετουργία, η οποία τους χαρακτήριζε. Τον τεκέ αυτόν ταυτοποίησε και ερεύνησε ο ιστορικός Θεόδωρος Παλιούγκας[1].
Κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας (1423-1881) η Λάρισα μαζί με τη Θεσσαλονίκη συγκαταλέγονταν, στις μεγαλύτερες πόλεις της ευρωπαϊκής Τουρκίας. Παρά το γεγονός ότι ο χριστιανικός της πληθυσμός είχε μειωθεί αισθητά από τις πυκνές μετοικήσεις του στις γύρω ασφαλείς ορεινές περιοχές της Θεσσαλίας και από τους εξισλαμισμούς, η εγκατάσταση μεγάλου αριθμού μουσουλμανικού πληθυσμού από την Ανατολή και η θέση της ως στρατιωτικού κέντρου, είχε σαν αποτέλεσμα τη μεγάλη αλλοίωση των πληθυσμιακών συσχετισμών της πόλης. Ο αριθμός των κατοίκων της σε ορισμένες χρονικές περιόδους είχε φτάσει σε απίστευτα μεγέθη και μάλιστα κάποιος περιηγητής έφτασε στο σημείο να αναφέρει ότι ο πληθυσμός της Λάρισας έφτανε τους 300.000 κατοίκους[2]. Ήταν τώρα μια νέα πόλη και οι Οθωμανοί την ονόμασαν Γενή Σεχήρ (Νεάπολις)[3]. Η Λάρισα καθ’ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας διέθετε πολλά μουσουλμανικά τεμένη, ο αριθμός των οποίων κυμαινόταν από 22-29, ανάλογα με την περίοδο που επισκεπτόταν ο κάθε περιηγητής την πόλη. Ελάχιστα από αυτά ήταν αξιόλογα. Ειδικά ο Mevlevihane ήταν ένα από τα πιο επιβλητικά μουσουλμανικά κτίσματα της Γενή Σεχίρ. Όλες οι ιστορικές πηγές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο τεκές αυτός ήταν κτισμένος στα 1650. Ιδρυτής του ήταν κάποιος ευκατάστατος Λαρισαίος Οθωμανός, ο Χατζή Αχμέτ. Αναφορές για την παρουσία του έχουμε αρκετές. Η παλαιότερη είναι του 1668 από τον Οθωμανό περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπί[4]. Συγκεχυμένη περιγραφή του έχουμε και από τον John Galt ο οποίος το μεγαλοπρεπές αυτό κτίριο το εξέλαβε ως Διοικητήριο και το θεώρησε ως το επιβλητικότερο δημόσιο κτίριο που είχε συναντήσει σε ολόκληρο τον ελληνικό χώρο[5]. Το 1810 αναφέρει τον τεκέ των Μεβλεβήδων και ο Άγγλος Henry Holland, χωρίς όμως να τον κατονομάσει, ενώ ο Ιωάννης Λεονάρδος στο βιβλίο του «Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία» (Πέστη 1836) τον εντοπίζει σωστά στην έξοδο της γέφυρας.
Εκτός όμως από τις περιγραφές του που έχουμε, η μορφή του έχει αποτυπωθεί και σε χαρακτικά ορισμένων περιηγητών. Χρονολογικά πρώτη πρέπει να τοποθετηθεί το 1810 η υδατογραφία του Άγγλου William Haygarth (1782-1825. Αμέσως μετά (Νοέμβριος του 1812) έχουμε τη χαλκογραφία του Άγγλου ιατρού Henry Holland. Ακολουθεί το 1815 περίπου η υδατογραφία του Joseph Catrwright, λεπτομέρεια της οποίας είναι η σημερινή εικόνα [6], το 1833 το χαρακτικό του Άγγλου Christopher Wordsworth (1807-1885) και αργότερα αρκετών άλλων. Είναι νομίζω ενδιαφέρον να παρακολουθήσει κανείς χρονολογικά μέσω των χαρακτικών, τη διδοχική εξέλιξη της απεικόνισης του τεκέ των Μεβλεβήδων και να διαπιστώσει τις φθοροποιές επεμβάσεις του χρόνου και της εγκατάλειψης στο επιβλητικό αυτό κτίσμα.
Απ’ όλες αυτές τις απεικονίσεις η πλέον αξιόπιστη είναι η υδατογραφία του ζωγράφου Joseph Cartwright. Ο Άγγλος καλλιτέχνης στάθηκε στη δεξιά όχθη του Πηνειού, στην περιοχή όπου βρίσκεται σήμερα το κτίριο του Τεχνικού Επιμελητηρίου, με θέα προς τη βορειοδυτική πλευρά της πόλης. Όπως απεικονίζεται και στο χαρακτικό, πρόκειται για ένα εντυπωσιακό συγκρότημα κτιρίων το οποίο βρισκόταν στην αριστερή όχθη του Πηνειού. Ο Mevlevihane εκτός από το τζαμί, το οποίο ήταν ο κύριος χώρος προσευχής και λατρείας, διέθετε και άλλους χώρους, όπως τα κελιά των δερβίσηδων, την αίθουσα όπου εκτελούσαν τους τελετουργικούς τους χορούς, διάφορα βοηθητικά κτίσματα, κ.λπ. Τα κεντρικό κτίριο, όπως παρατηρούμε, ήταν επίμηκες, διώροφο και στο εξωτερικό του διέθετε τοξωτά οθωμανικά αρχιτεκτονικά στοιχεία. Γύρω του υπήρχαν διάσπαρτα και άλλα κτίσματα με διαφορετική αρχιτεκτονική μορφή. Αναμφισβήτητα ήταν ένα συγκρότημα το οποίο προκαλούσε το ενδιαφέρον τόσο για το μέγεθος, όσο και για την αισθητική του.
Ο Meblevihane κατελάμβανε έναν από τους τέσσερις χώρους που όριζε η φημισμένη γέφυρα της Λάρισας. Από τη μία πλευρά βόρεια ήταν ο λόφος της Ακρόπολης με τον ναό του Αγίου Αχιλλίου, νότια το τζαμί του Χασάν μπέη. Από την άλλη πλευρά νότια βρισκόταν ο τεκές των Μεβλεβήδων και βόρεια εκτεινόταν ένας απέραντος επίπεδος και γυμνός χώρος, ο οποίος ξεκινούσε από την περιοχή του σημερινού κηποθέατρου και έφθανε μέχρι το γήπεδο. Ο χώρος αυτός προοριζόταν αποκλειστικά για την εκτέλεση των γυμνασίων του οθωμανικού στρατού.
Από το 1850, το κτιριακό συγκρότημα του τεκέ των Μεβλεβήδων σιγά-σιγά άρχισε να καταστρέφεται και ο χώρος να μεταβάλλεται. Τελευταία του οικοδομικά στοιχεία ανιχνεύονται στη δεκαετία του 1880.

—————————————————
[1]. Παλιούγκας Θεόδωρος, «Η Λάρισα κατά την Τουρκοκρατία (1423-1881)», τόμ. Β’, Κατερίνη (2007) σ. 421-423.
[2]. Kατά την παραμονή του Σουλτάνου στη Λάρισα (1668-1669) ο πληθυσμός της αυξήθηκε αρκετά, μέχρι του σημείου οι ξένες αποστολές να μη βρίσκουν καταλύματα στη Λάρισα και να καταφεύγουν στον γειτονικό Τύρναβο. H μαρτυρία του Γάλλου συγγραφέα de la Guilletiere στο έργο του «Lacédémone ancienne et nouvelle…et quelques Particularιtez du Sejour que le Sultan Mohamet IV a fait dans la Thessalie. A Paris M.D.C.LXXVI (=1676) είναι η μοναδική που αναφέρει τον υπερβολικό αυτόν αριθμό, ο οποίος όμως δεν μπορεί εύκολα να γίνει πιστευτός.
[3]. Το όνομα Γενή Σεχήρ, δεν επικράτησε παρά μόνον στα επίσημα οθωμανικά έγγραφα. Στις καθημερινές συζητήσεις τους όλοι οι κάτοικοι της πόλης (μουσουλμάνοι, χριστιανοί, εβραίοι, αθίγγανοι, νέγροι, κ.λπ.) χρησιμοποιούσαν την ονομασία Λάρισα. Το ίδιο συμβαίνει και με τους περιηγητές που την επισκέφθηκαν. Επίσης στους εκατοντάδες χάρτες του ελλαδικού χώρου που κυκλοφόρησαν στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας μόνο δύο ή τρεις την αναφέρουν εκτός από Λάρισα και ως Yeni Sehir.
[4]. Παλιούγκας Θεόδωρος, Η Θεσσαλία στο Οδοιπορικό του περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπή (1668), εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια, Λάρισα, (2001), σελ. 42-43.
[5]. Ο John Galt (1779-1839) ήταν Σκωτσέζος συγγραφέας και επιχειρηματίας. Τον ελληνικό χώρο περιηγήθηκε στο διάστημα 1809-1811.
[6]. Ο J. Cartwright (1789-1829) έφτασε στον ελληνικό χώρο μετά το 1815, χρονολογία κατά την οποία τα Ιόνια νησιά πέρασαν στη Βρετανική κυριαρχία και υπηρέτησε στην Κέρκυρα για μερικά χρόνια ως διευθυντής των Οικονομικών Υπηρεσιών. Την περίοδο αυτήν ταξίδευσε στα Επτάνησα και στην ηπειρωτική χώρα. Επομένως στη Λάρισα και τα Τέμπη πρέπει να βρέθηκε την περίοδο 1815-1820

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

 

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2020

ΤΟ "ΚΟΛΩΝΑΚΙ" ΤΗΣ ΛΑΡΙΣΑΣ - Β’


Σχηματική αναπαράσταση της περιοχής της οδού Νιρβάνα  από την Ολύμπου έως τη Μαβίλη. Οι αριθμοί υποδηλώνουν κατοικίες  των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων, οι περισσότερες των οποίων  σήμερα έχουν αντικατασταθεί από πολυώροφες οικοδομές Σχηματική αναπαράσταση της περιοχής της οδού Νιρβάνα από την Ολύμπου έως τη Μαβίλη. Οι αριθμοί υποδηλώνουν κατοικίες των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων, οι περισσότερες των οποίων σήμερα έχουν αντικατασταθεί από πολυώροφες οικοδομές

Ξεκινήσαμε την προηγούμενη Τετάρτη την περιγραφή σε συνέχειες της περιοχής της Λάρισας που έχει την ανεπίσημη ονομασία "Κολωνάκι", και αναφερθήκαμε στην ονομασία, την εντόπιση και την αρχική της μορφή πριν το 1935. Από σήμερα θα αρχίσει η

περιγραφή των κτισμάτων της περιοχής, αρχίζοντας από τη διασταύρωση της οδού Νιρβάνα με την Ολύμπου, αν και το καθ' αυτό Κολωνάκι, όπως εξηγήσαμε, αρχίζει από τη διασταύρωση της Νιρβάνα με την οδό Ογλ, μέχρι τη διασταύρωσή της με την Ερυθρού Σταυρού. Με οδηγό λοιπόν τη δημοσιευόμενη σχηματική αναπαράσταση της περιοχής ξεκινάμε από την αρχή της οδού Νιρβάνα. Για ευκολότερη κατανόηση των προς περιγραφή κτισμάτων χρησιμοποιήθηκαν αριθμοί, οι οποίοι ουσιαστικά είναι δείκτες της σειράς περιγραφής.
--Ο αριθμ. 1 αναφέρεται στο κτίριο Μισιρλή. Βρίσκεται στη γωνία των οδών Ολύμπου και Νιρβάνα. Για την ύπαρξη ιδιοκτησίας Μισιρλή σ' αυτό τον χώρο έχουμε πληροφορίες από το μακρινό 1881, την εποχή της απελευθέρωσης της Λάρισας. Όταν στις 11 Οκτωβρίου 1881 συντάχθηκε το πωλητήριο συμβόλαιο αγοράς της κατοικίας του Χουσνή μπέη "μεθ' όλων των προαυλίων αυτής" από τον βασιλέα Γεώργιο Α' με σκοπό να δημιουργήσει το ανάκτορό του στη Λάρισα, ο συμβολαιογραφών ειρηνοδίκης Απόστολος Μαλαχατόπουλος οριοθετεί την ιδιοκτησία στο σημείο αυτό ως εξής: "...συνορευομένην ... αρκτικώς [βορείως] με οικίας Δημητρίου Μυσιρλή, βακούφικο και Αλεξίου Γεωργίου και χαβάς Ντουντού και λοιπών συνιδιοκτητών της..."[1].
Στην παλαιότερη αεροφωτογράφιση της Λάρισας, η οποία έγινε το 1917 από αεροπλάνο των γαλλικών στρατευμάτων που είχαν καταλάβει τη Λάρισα κατά τη διάρκεια του εθνικού διχασμού, διακρίνεται αδρά στη γωνία των σημερινών οδών Ολύμπου και Νιρβάνα η οικία Μισιρλή. Πιο ευκρινέστερη είναι η αποτύπωση της εν λόγω οικίας σε φωτογραφίες οι οποίες προέρχονται από επιστολικά δελτάρια (με χρονολογική σειρά) των Γεωργίου Βελώνη, Α. Παναγιωτακόπουλου και Τάκη Τλούπα, που απεικονίζουν τον κήπο των Ανακτόρων με το ναΐδριο του Αγίου Βησσαρίωνος, και των οποίων η λήψη έγινε από το ύψος του εξώστη του μιναρέ του γειτονικού Γενί τζαμί.
Η κατοικία Μισιρλή την περίοδο αυτή είχε δύο ορόφους, το ισόγειο και έναν όροφο, ενώ η γωνία της σε όλο το ύψος ήταν πεπλατυσμένη και η εξωτερική της όψη στο σημείο αυτό ήταν τρίπλευρη. Το 1960 εκδόθηκε άδεια ανέγερσης νέας διώροφης οικοδομής, με πολιτικό μηχανικό τον μετέπειτα δήμαρχο Αγαμέμνονα Μπλάνα, ενώ το 1964 προστέθηκε και ένας επιπλέον όροφος με επιστασία του μηχανικού Σπυρίδωνα Μπλάνα.
Κατοικήθηκε μεταπολεμικά από τον Δημήτριο Μισιρλή, ιατρό με ειδίκευση στην παθολογία και καρδιολογία, προφανώς εγγονό, λόγω συνωνυμίας, με τον αναφερόμενο στο συμβόλαιο αγοράς του κτιρίου των ανακτόρων το 1881. Ο Δημήτριος Μισιρλής νυμφεύθηκε την Ιωάννα (Ιώ) Ζουναλή, με την οποία απέκτησαν δύο τέκνα, τον Γεώργιο που είναι καθηγητής Αγγλικών και αυτό το διάστημα εργάζεται στη Χαλκίδα και την Ευμορφία η οποία παντρεύτηκε τον Στυλιανό Δεληκούκο ιατρό χειρουργό, το ιατρείο του οποίου στεγάζεται στο εν λόγω οίκημα. Για κάποιο χρονικό διάστημα σε έναν όροφο του οικήματος Μισιρλή στεγάστηκε το Οικοτροφείο της Μέσης Νοσηλευτικής Σχολής Αδελφών Νοσοκόμων του Γενικού Νοσοκομείου Λαρίσης[2].
--Συνεχόμενο με το προηγούμενο κτίσμα ήταν η κατοικία των αδελφών Πολυμεροπούλου (αριθμ. 2). Μέσα σε μια μεγάλη αυλή υπήρχε διώροφη κατοικία με σκάλες, η οποία ήταν απομονωμένη από τον δρόμο με ψηλό μαντρότοιχο. Τα αδέλφια Πολυμερόπουλου σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες ήταν τρία, ο Σπύρος που εργαζόταν ως δημόσιος υπάλληλος, η Άρτεμις η οποία έζησε για ένα διάστημα στην Αμερική και επέστρεψε στην Ελλάδα και ίσως μια τρίτη αδελφή της οποίας δεν γνωρίζουμε ούτε το όνομά της. Η Άρτεμις παρέμεινε άγαμη και ήταν γνωστή στη γειτονιά για την ιδιότυπη ζωή της. Όλη η έκταση του σπιτιού τους με την αυλή έχει καλυφθεί σήμερα από πολυώροφη οικοδομή.
--Το επόμενο οίκημα (αριθμ. 3) είναι γνωστό σαν η Ασφάλεια. Καταλάμβανε τη γωνία των οδών Νιρβάνα και Ογλ, ήταν μεγάλο διώροφο κτίσμα, ιδιοκτησίας του Αρμένιου Νουμπάρ-Νίκου Σιρινιάν, πατέρα του γνωστού Ονίκ. Στην αεροφωτογραφία της Λάρισας του 1917 ήταν ήδη κτισμένο. Στο κτίριο αυτό για μεγάλο χρονικό διάστημα στεγάστηκαν οι υπηρεσίες της Γενικής Ασφάλειας της Λάρισας σε καιρούς πολιτικά δύσκολους. Στο πίσω μέρος υπήρχε αυλή όπου βρίσκονταν τα κρατητήρια όσων συλλάμβαναν τα Σώματα Ασφαλείας. Υπήρξε δυστυχώς ένας χώρος οδύνης και ωδίνων για πολλούς Λαρισαίους και μάλιστα στο κέντρο της πόλης. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 το κτίριο κατεδαφίστηκε και στη θέση του υψώθηκε και εδώ πολυώροφη οικοδομή από τον πολιτικό μηχανικό Βασίλειο Λέκκα, πατέρα του γνωστού γιατρού Ανδριανού Λέκκα.
--Μεσολαβεί η οδός Ογλ και στην απέναντι γωνία βρισκόταν η κατοικία του φαρμακοποιού Οδυσσέα Κρίκη (αριθμ. 4). Όσοι τη θυμούνται ομολογούν ότι ήταν μία από τις ωραιότερες και πολυτελέστερες κατοικίες της περιοχής. Είχε μαρμάρινες επενδύσεις πολύ όμορφα πορτόνια και θαυμάσιες και ευρύχωρες βεράντες. Ήταν κτίσμα του αρχιτέκτονα Ελευθερίου Κολονέλου, γνωστού και από πολλές άλλες οικοδομές της πόλης, και κτίστηκε το 1954. Το εσωτερικό του σπιτιού ήταν θαυμάσια διακοσμημένο, σύμφωνα με την αισθητική του ιδιοκτήτη και της γυναίκας του Ιωάννας. Ο Οδυσσέας Κρίκης (1905-1985) εκτός από φαρμακοποιός ήταν και έμπορος. Διατηρούσε κατάστημα ανταλλακτικών διαφόρων μηχανημάτων με την επωνυμία "Εταιρεία Allegra" επί της οδού Ρούσβελτ 3, δίπλα από το παλιό κινηματοθέατρο "Διονύσια". Στο κατάστημα αυτό συνεργάστηκε με τον αδελφό του Αργύρη ο οποίος πιο πριν ήταν τραπεζικός υπάλληλος, τον οποίο πήρε σαν συνέταιρο στην επιχείρηση. Το φαρμακείο του Οδυσσέα Κρίκη βρισκόταν στη σημερινή οδό Βενιζέλου κοντά στη διασταύρωσή της με την οδό Ανδρούτσου. Η αδελφή του Αλίκη Κρίκη παντρεύτηκε τον οδοντίατρο Νικόλαο Παρίση. Η κόρη των τελευταίων Δανάη Παρίση παντρεύτηκε τον φαρμακοποιό Κωνσταντίνο Χατζηπλατσή, ο οποίος διαδέχθηκε τον Οδυσσέα Κρίκη στο φαρμακείο του. Ο Αργύρης Κρίκης παρέμεινε άγαμος, ενώ ο Οδυσσέας δεν ευτύχησε να αποκτήσει απογόνους.
Την ωραιότατη κατοικία του Κρίκη αγόρασε ο παθολόγος ιατρός Βάσος Παπαζήσης. Το ιατρείο του βρισκόταν στην οδό 28η Οκτωβρίου, στο σημείο όπου αρχίζει η οδός Παπακυριαζή. Το 1955 διηύθυνε την παθολογική κλινική στο παράρτημα της Πολυκλινικής Νικ. Ράπτου, το οποίο στεγαζόταν στο ισόγειο της κατοικίας Ράπτου επί της σημερινής οδού Παναγούλη, κοντά στην πλατεία Ταχυδρομείου. Εκτός από την ιατρική του ιδιότητα ο Βάσος Παπαζήσης ασχολήθηκε και με τα αθλητικά δρώμενα της Λάρισας, καθώς διετέλεσε από το 1965 και επί σειρά ετών πρόεδρος της Εφορείας του Σταδίου Αλκαζάρ. Στο σπίτι Κρίκη όπου διέμενε με τη σύζυγό του Νίνα παρέμεινε μέχρις ότου κατεδαφίστηκε από τον εργολάβο Μπαρμπούτη και στη θέση του κατασκευάστηκε πολυώροφη οικοδομή[3].
Στο σημείο αυτό θα επαναλάβω ότι είναι καλοδεχούμενες διορθώσεις, παραλείψεις και προσθήκες, καθώς και φωτογραφίες από την περιοχή αυτή, είτε τηλεφωνικά (2410-287450 και 6951-004232) είτε ηλεκτρονικά (nikapap@hotmail.com).

(Συνεχίζεται)
-----------------
[1]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Τίτλοι ιδιοκτησίας Ανακτόρων Λαρίσσης, εφ. "Ελευθερία", Λάρισα, φύλλο της 8ης Αυγούστου 2018.
[2]. Ευχαριστώ τον ιατρό Στ. Δεληκούκο για τις πληροφορίες που μου παρέσχε.
[3]. Ευχαριστώ και από τη θέση αυτή τη Δανάη Χατζηπλατσή-Παρίση και τη Βάσω Παρίση για τις πολύτιμες πληροφορίες τους.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)

 

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2020

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Επιστολικά δελτάρια με πολλαπλές απεικονίσεις


Επάνω: αριστερά η προτομή του Κρυστάλλη στον κήπο του Αλκαζάρ, δεξιά η Κεντρική πλατεία Σάπκα. Κάτω: αριστερά η πλατεία Ταχυδρομείου και δεξιά ο κεντρικός δρόμος του Αλκαζάρ. Επιστολικό δελτάριο της ΔΕΛΤΑ-Διακάκης. Περίπου 1970. Αρχείο Φωτοθήκης. Επάνω: αριστερά η προτομή του Κρυστάλλη στον κήπο του Αλκαζάρ, δεξιά η Κεντρική πλατεία Σάπκα. Κάτω: αριστερά η πλατεία Ταχυδρομείου και δεξιά ο κεντρικός δρόμος του Αλκαζάρ. Επιστολικό δελτάριο της ΔΕΛΤΑ-Διακάκης. Περίπου 1970. Αρχείο Φωτοθήκης.

Στα μέχρι τώρα κείμενά μας δεν αναφερθήκαμε καθόλου στα επιστολικά δελτάρια τα οποία φέρουν περισσότερες της μιας απεικονίσεις τοπίων της Λάρισας.

Είναι κάτι που το έχουμε συναντήσει και σε άλλες περιοχές από πολύ νωρίς, σχεδόν από τις πρώτες εκδόσεις στις αρχές του 20ού αιώνα. Λ.χ. ο Στ. Στουρνάρας στην κάρτα του για τα Αμπελάκια που κυκλοφόρησε γύρω στα 1905, μαζί με τη γενική άποψη της κωμόπολης παρεμβάλλει στο επάνω αριστερό τμήμα της το κτίριο της παλιάς Μανιαρείου Σχολής σε μικρότερο μέγεθος ή σε άλλη κάρτα με τη γενική απεικόνιση των Φαρσάλων παρεμβάλλεται και μια άλλη μικρότερη με τη γέφυρα του Ενιπέα, ενώ σε κάρτα με την άποψη της Αγιάς έχει αποτυπωθεί μια κοπέλα με τοπική παραδοσιακή φορεσιά, κ.ο.κ. Το ίδιο παρατηρούμε και αργότερα με κάρτες που απεικονίζουν πολλαπλά τοπία του Fred. Boissonnas[1].
Μεταπολεμικά διάφοροι εκδότες επιστολικών δελταρίων από Αθήνα και Θεσσαλονίκη κυκλοφόρησαν εκτός των άλλων και δελτάρια τα οποία περιείχαν περισσότερα του ενός τοπία. Αυτοί ήταν οι Α. Χασσίδ Α.Ε., Ιωάννης Ρέκος και Σία, Κλέαρχος Γρηγορούδης, όλοι από τη Θεσσαλονίκη και η ΔΕΛΤΑ-Διακάκης από την Αθήνα. Ήταν η δεκαετία του 1960 και 1970, περίοδος όπου άρχισε να κυριαρχεί η έγχρωμη φωτογραφία και οι εκδότες προσπαθούσαν να προσελκύσουν το ενδιαφέρον των αγοραστών με την προσθήκη συγχρόνως πολλών απεικονίσεων.
Για τη Λάρισα υπάρχουν μερικές δεκάδες τέτοιων επιστολικών δελταρίων, μία εκ των οποίων είναι και η σημερινή που συνοδεύει το κείμενο. Είναι έκδοση της εταιρείας «ΔΕΛΤΑ» του Εμμανουήλ Σ. Διακάκη, η οποία είχε τα γραφεία της στην οδό Αδριανού 35 στην Αθήνα. Ήταν σπουδαίος εκδότης, με δραστηριότητα σε ολόκληρη την Ελλάδα. Άρχισε την έκδοση καρτών από τη δεκαετία του 1930 με ασπρόμαυρες φωτογραφίες, πολύ καλής ευκρίνειας και εξαιρετικής ποιότητος χαρτί, οι οποίες ανέγραφαν την εμπορική ονομασία ΔΕΛΤΑ. Την ίδιαν εποχή εξέδωσε επίσης και φωτογραφικές απόψεις της Λάρισας για λογαριασμό τοπικών εμπόρων όπως οι: Α. Παναγιωτακόπουλος, Γ. Δημητρακόπουλος και διάφοροι άλλοι ανώνυμοι. Η εταιρεία ΔΕΛΤΑ συνέχισε την παραγωγή της και μεταπολεμικά με έγχρωμα δελτάρια, μέχρι και τη δεκαετία 1960.
—Το σημερινό επιστολικό δελτάριο περιέχει τέσσερες επιμέρους έγχρωμες φωτογραφίες από διάφορα σημεία της Λάρισας. Το επάνω αριστερά απεικονίζει την προτομή του ποιητή και πεζογράφου Κώστα Κρυστάλλη. Ο Κρυστάλλης γεννήθηκε το 1868 στο Συρράκο της Ηπείρου. Η δημοσίευση το 1887 ενός ποιήματός του που αναφερόταν σε επεισόδια της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 στάθηκε αφορμή να περιπέσει σε δυσμένεια από τις τουρκικές αρχές και το 1889 αναγκάσθηκε να καταφύγει στην Αθήνα. Στην πρωτεύουσα εργάστηκε ως τυπογράφος, ως συντάκτης σε περιοδικό και εν συνεχεία διορίστηκε υπάλληλος στους σιδηροδρόμους της Πελοποννήσου. Παράλληλα όμως δημοσίευε ποιήματα και διηγήματα σε διάφορα φιλολογικά περιοδικά της Αθήνας. Προσβλήθηκε από φυματίωση και παρά τις προσπάθειες της επιστήμης και της οικογενείας του τελικά πέθανε νεότατος στις 22 Απριλίου 1894 στην Άρτα σε ηλικία 26 ετών. Προπολεμικά στη Λάρισα δραστηριοποιούνταν ο Ο.Ε.Λ. (Όμιλος Εκδρομέων Λαρίσης). Τα μέλη του Ομίλου καθώς ήταν φυσιολάτρες και αγαπούσαν τα λογοτεχνικά έργα του «ποιητή του βουνού και της στάνης», αποφάσισαν να στήσουν στο καταπράσινο περιβάλλον του Αλκαζάρ την προτομή του. Απ’ όλες τις προτάσεις που υποβλήθηκαν στην ειδική προς τούτο επιτροπή, προτιμήθηκε η σύνθεση του Νίκου Γεωργαντά[2]. Τα αποκαλυπτήρια έγιναν στις 21 Ιανουαρίου 1940, με μεγάλη επισημότητα, παρουσία του καλλιτέχνη[3].
—Η επάνω δεξιά φωτογραφία αποτυπώνει τη βορειοανατολική πλευρά της Κεντρικής πλατείας Σάπκα. Μπροστά εκτείνεται ο ελεύθερος χώρος της πλατείας, ενώ πίσω διακρίνονται δύο εμβληματικά κτίρια της Λάρισας, αριστερά η Λέσχη Αξιωματικών Φρουράς Λαρίσης που κτίστηκε μεταπολεμικά στη θέση του μεγάρου του Μεχμέτ Χατζημέτου, το οποίο είχε καταστραφεί από τον σεισμό του 1941 και δεξιά το ξενοδοχείο «Ολύμπιον», το μόνο κτίσμα απ’ όλα όσα περιέβαλλαν προπολεμικά την Κεντρική πλατεία, το οποίο διασώθηκε μέχρι σήμερα.
—Η κάτω αριστερά φωτογραφία απεικονίζει την άλλη μεγάλη πλατεία της Λάρισας, την πλατεία Ταχυδρομείου. Σαν κεντρικό της θέμα έχει το γνωστό στους παλαιότερους Λαρισαίους σιντριβάνι του Οργανισμού Υδρεύσεως Ηλεκτροφωτισμού Λαρίσης (Ο.Υ.Η.Λ.), τον πρόδρομο της σημερινής ΔΕΥΑΛ. Ήταν ένα γραφικό εξαγωνικό σιντριβάνι περιτριγυρισμένο από ανθόκηπο, το οποίο συγκέντρωνε πολύ κόσμο και πολλούς μαθητές, ιδίως μετά το τέλος των εξετάσεων του Ιουνίου. Πόσοι άνθρωποι αλήθεια στάθηκαν να φωτογραφηθούν μπροστά του όλα αυτά τα χρόνια, μέχρις ότου κατεδαφισθεί για να δημιουργηθεί το αξεπέραστο έργο της Νέλλας Γκόλαντα με τον «Γλυπτό ποταμό»; Πίσω από το σιντριβάνι διακρίνονται από αριστερά η μεγάλη Κλινική του Γεωργίου Κατσίγρα. Εγκαινιάστηκε και λειτούργησε το 1955. Το 1988 αγοράσθηκε από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, προστέθηκε ένας ακόμα όροφος και στεγάσθηκαν σ’ αυτόν τα πρώτα γραφεία και εργαστήρια της Ιατρικής Σχολής. Δεξιότερα μεσολαβεί η οδός Ασκληπιού με τα διάφορα κτίρια στο βάθος και στη συνέχεια προβάλλει ένα τμήμα από το νεοκλασικό αρχοντικό του Δημητρίου Πουλιάδη. Ο Πουλιάδης ήταν εμπειρικός μηχανικός και εργολήπτης και πολλά από τα παλαιά κτίσματα της Λάρισας έγιναν με δικά του σχέδια και δική του επιστασία. Μετά τον θάνατό του περιήλθε στην κυριότητα του ανεψιού του Αθανασίου Γουνιτσιώτη και απ’ αυτόν το αγόρασε το 1952 ο ιατρός Γεώργιος Κατσίγρας. Το 1978 ο τελευταίος το κατεδάφισε και στη θέση του οικοδομήθηκε ένα νέο πολυώροφο κτίριο με κατασκευαστή τον Απόστολο Σταθακόπουλο.
Η κάτω δεξιά φωτογραφία προβάλλει τον κεντρικό δρόμο του Αλκαζάρ, του οποίου επίσημη ονομασία πρέπει να ξέρουμε ότι είναι «Άλσος των Νυμφών». Η λήψη της φωτογραφίας έγινε από τα σκαλάκια τα οποία σε οδηγούν στον δρόμο. Για πολλούς ο δρόμος αυτός είναι συνδεδεμένος με το παζάρι (εμποροπανήγυρη) της πόλης μας, όταν και τα δύο πεζοδρόμια δεξιό και αριστερό, σε όλο το μήκος του σχεδόν, ήταν γεμάτα από μικρά μαγαζάκια (παράγκες) με πάγκους από κάθε λογής βιβλία, σε μια εποχή που μόνο κατ’ ευφημισμόν υπήρχαν στη Λάρισα βιβλιοπωλεία, τα οποία ουσιαστικά ήταν χαρτοπωλεία. Όμορφες μνήμες…


[1]. Ο Frederic Boissonnas ήταν Γαλλοελβετός φωτογράφος, ιδιαίτερα γνωστός για την εκτεταμένη φωτογράφιση του ελληνικού χώρου επί τριάντα περίπου χρόνια, σε αλλεπάλληλα ταξίδια στις αρχές του 20ού αιώνα, μαζί με τον συνοδοιπόρο φίλο του Daniel Baud-Bovy, κριτικό τέχνης και διευθυντή της Σχολής Καλών Τεχνών της Γενεύης.
[2]. Ο Νικόλαος Γεωργαντής (1983-1947) σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα και τελειοποίησε τις σπουδές του στο Παρίσι. Επιδόθηκε κυρίως στην κατασκευή ταφικών μνημείων και ηρώων, αλλά είχε φιλοτεχνήσει επίσης ανδριάντες και προτομές.
[3]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Η προτομή του Κρυστάλλη στο Αλκαζάρ, εφ. «Ελευθερία», Λάρισας, φύλλο της 14ης Σεπτεμβρίου 2017.

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

 

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2020

Θουκυδίδης: Η προέλευση των Ελλήνων και το όνομα Ελλάς

Θουκυδίδης: Η προέλευση των Ελλήνων και το όνομα Ελλάς


Όπως γνωρίζουμε ενδεχομένως από τα σχολικά μας χρόνια, ο Έλλην ιστορικός Θουκυδίδης έζησε μεταξύ 460 – 398 π.Χ.. και έγινε παγκοσμίως γνωστός για τη συγγραφή της κλασικής Ιστορίας του Πελοποννησιακού Πολέμου.

Στο έργο της ζωής του αφηγείται γεγονότα που συνέβησαν κατά τον εμφύλιο πόλεμο μεταξύ της Αθήνας και της Σπάρτης· ο Πελοποννησιακός Πόλεμος κράτησε από το 431 έως το 404 π.Χ., με ένα επτάχρονο διάλειμμα “ύποπτης ανακωχής”. Στο προοίμιο του έργου διαβάζουμε:

1. Θουκυδίδης, ο Αθηναίος, έγραψε την ιστορίαν του πολέμου μεταξύ των Πελοποννησίων και των Αθηναίων. Την συγγραφήν αυτού ήρχισεν ευθύς εξ αρχής της εκρήξεώς του, διότι προείδεν ότι θ’ απέβαινε μεγάλος και περισσότερον αξιομνημόνευτος από κάθε προηγούμενον πόλεμον, και εσυμπέραινε τούτο από το γεγονός ότι αμφότερα τα Κράτη κατήρχοντο εις αυτόν, ενώ ευρίσκοντο εις την ακμήν της παντός είδους στρατιωτικής δυνάμεώς των, και ότι έβλεπε τους λοιπούς Έλληνας είτε τασσόμενους αμέσως, είτε διανοουμένους τουλάχιστον να ταχθούν προς το εν ή το άλλο μέρος. [1] Προοίμιον (1-23)

Η κίνησις αυτή ετάραξε τωόντι βαθύτατα την Ελλάδα, και μέρος υπό τους βαρβάρους και σχεδόν τον κόσμον όλον. Τα προγενέστερα γεγονότα και τα έτι παλαιότερα δεν δύνανται να εξακριβωθούν σαφώς, ένεκα της παρόδου πολλού χρόνου. Αλλά από τεκμήρια, τα οποία, ωθών την έρευνάν μου μέχρι του απωτάτου παρελθόντος, κρίνω αξιόπιστα, άγομαι να πιστεύσω ότι δεν υπήρξαν μεγάλα, ούτε υπό πολεμικήν, ούτε υπό άλλην έποψιν.

Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος ανάμεσα στη Αθηναϊκή και την Πελοποννησιακή Συμμαχία, υπό την ηγεμονία της Σπάρτης, διήρκεσε, με μερικές ανακωχές, από το 431 π.Χ. έως το 404 π.Χ. και έληξε με την ολοκληρωτική ήττα των Αθηναίων, δίνοντας τέλος στον πολιτισμικό «χρυσό αιώνα».

Ως προς την καταγωγή του, ο ίδιος αναφέρει ότι ήταν Θραξ, καθώς πατέρας του ήταν ο Όλορος, όνομα το οποίο επίσης ανήκε σε πολλούς βασιλείς της Θράκης. Ο Όλορος ήταν ιδιοκτήτης χρυσωρυχείων στην παράκτια περιοχή απέναντι από τη Θάσο και συνεπώς ευκατάστατος. Ο Θουκυδίδης γεννήθηκε στον Άλιμο και είχε συγγενικούς δεσμούς με τον Αθηναίο πολιτικό και στρατηγό Μιλτιάδη και έναν από τους γιούς του, τον Κίμωνα. Κατά την διάρκεια μιας εκστρατείας στην χερσόνησο της Κριμαίας, ο Μιλτιάδης παντρεύτηκε την Ηγησιπύλη, κόρη του Ολόρου, βασιλιά της Θράκης. Ο μέγας ιστορικός έλαβε κλασική μόρφωση και επηρεάσηκε από την σπουδαία φιλοσοφική παράδοση των Σοφιστών, αν και ήταν μάλλον αριστοκρατικής πολιτικής καταγωγής. Η συγγένεια και η συναναστροφή με τους κύκλους της αριστοκρατίας τον έφερε σε επαφή με ανθρώπους που διαμόρφωσαν την ιστορία της περιόδου για την οποία έγραψε. Ο χαρακτήρας του λέγεται ότι ήταν ψυχρός, μελαγχολικός και απαισιόδοξος.

Ως προς την καταγωγή του, ο ίδιος αναφέρει ότι ήταν Θραξ, καθώς πατέρας του ήταν ο Όλορος, όνομα το οποίο επίσης ανήκε σε πολλούς βασιλείς της Θράκης. Ο Όλορος ήταν ιδιοκτήτης χρυσωρυχείων στην παράκτια περιοχή απέναντι από τη Θάσο και συνεπώς ευκατάστατος. Ο Θουκυδίδης γεννήθηκε στον Άλιμο και είχε συγγενικούς δεσμούς με τον Αθηναίο πολιτικό και στρατηγό Μιλτιάδη και έναν από τους γιούς του, τον Κίμωνα. Κατά την διάρκεια μιας εκστρατείας στην χερσόνησο της Κριμαίας, ο Μιλτιάδης παντρεύτηκε την Ηγησιπύλη, κόρη του Ολόρου, βασιλιά της Θράκης. Ο μέγας ιστορικός έλαβε κλασική μόρφωση και επηρεάστηκε από την σπουδαία φιλοσοφική παράδοση των Σοφιστών, αν και ήταν μάλλον αριστοκρατικής πολιτικής καταγωγής. Η συγγένεια και η συναναστροφή με τους κύκλους της αριστοκρατίας τον έφερε σε επαφή με ανθρώπους που διαμόρφωσαν την ιστορία της περιόδου για την οποία έγραψε. Ο χαρακτήρας του λέγεται ότι ήταν ψυχρός, μελαγχολικός και απαισιόδοξος.

Ο Θουκυδίδης ήταν περίπου 25-30 ετών όταν ξεκίνησε ο Πελοποννησιακός Πόλεμος (431 π.Χ.). Αρρώστησε ο ίδιος κατά τον λοιμό που έπληξε την Αθήνα μεταξύ 430 και 427 π.Χ. και εξόντωσε το ένα τέταρτο του πληθυσμού της, μεταξύ αυτών και τον ίδιο τον Περικλή. Το 424 π.Χ. εξελέγη στρατηγός και ανέλαβε τη διοίκηση 7 πλοίων που αγκυροβολούσαν στη Θάσο, πιθανότατα επειδή είχε παλαιότερες διασυνδέσεις στην περιοχή. Κατά το χειμώνα του 424/3 π.Χ. ο Σπαρτιάτης στρατηγός Βρασίδας χτύπησε την Αμφίπολη, μια παραλιακή πόλη της Μακεδονίας στα δυτικά της Θάσου, η οποία είχε στρατηγική σημασία για την Αθηναϊκή Συμμαχία, λόγω της ναυπηγήσιμης ξυλείας που πρόσφερε η περιοχή και επειδή βρισκόταν κοντά στα χρυσωρυχεία του Παγγαίου. Ο Αθηναίος διοικητής της μακεδονικής πόλης ζήτησε βοήθεια από τον στρατηγό Θουκυδίδη.

Ο Βρασίδας, γνωρίζοντας ότι οι δυνάμεις των Αθηναίων βρισκόταν στη Θάσο και επειδή φοβήθηκε ότι θα φτάσουν ενισχύσεις από τη θάλασσα, έσπευσε να προσφέρει ευνοϊκούς όρους παράδοσης στους κατοίκους της Αμφίπολης και οι τελευταίοι τούς δέχτηκαν. Έτσι, όταν ο Θουκυδίδης έφτασε, η πόλη βρισκόταν ήδη υπό τον έλεγχο των Σπαρτιατών. Όπως ήταν επόμενο, η είδηση για την απώλεια της Αμφίπολης προκάλεσε μεγάλη πολιτική αναστάτωση στην Αθήνα. Για την αποτυχία του να σώσει την πόλη, ο Θουκυδίδης αναφέρει:

“Ήταν επίσης γραμμένο να εξοριστώ από την πατρίδα μου για είκοσι χρόνια μετά τα γεγονότα της Αμφίπολης και, όντας παρών και με τις δύο πλευρές της διαμάχης και κυρίως με τους Πελοποννήσιους λόγω της εξορίας μου, είχα το χρόνο να παρακολουθώ τις καταστάσεις κάπως αμερόληπτα.”

Με την ιδιότητα του εξόριστου και με βαθιά γνώση των τοπικών συνθηκών, όπως μαρτυρείται στο έργο του, ο οξυδερκής ιστορικός ταξιδεύει σχεδόν ελεύθερα στα θέατρα του πολέμου και έχει την ευκαιρία να δει τις διενέξεις από διαφορετικές πλευρές. Πιθανόν να ταξίδεψε και στη Σικελία κατά τη διάρκεια της Σικελικής Εκστρατείας. Σύμφωνα με τον Παυσανία, κάποιος Οινόβιος κατάφερε να περάσει ένα νόμο που επέτρεπε στο Θουκυδίδη να επιστρέψει από την εξορία, πιθανόν λίγο μετά την παράδοση της Αθήνας και το τέλος του πολέμου το 404 π.Χ. Ο Παυσανίας αναφέρει ακόμη ότι δολοφονήθηκε κατά την επιστροφή του στην Αθήνα. Πολλοί αμφισβητούν αυτή την εκδοχή, θεωρώντας πως υπάρχουν ενδείξεις ότι έζησε μέχρι και το 397 π.Χ. Όπως και να έγινε, βέβαιο είναι ότι παρόλο που έζησε μετά το τέλος του πολέμου και την οριστική συντριβή της Αθήνας, δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την Ιστορία του. Η διήγησή του διακόπτεται κάπως απότομα στο μέσο του έτους 411 π.Χ., υποδηλώνοντας ίσως ότι πέθανε κατά τη διάρκεια της συγγραφής του έργου. Σύμφωνα με κάποια παράδοση, το κείμενό του βρέθηκε να τελειώνει με μία ανολοκλήρωτη πρόταση. Τα λείψανά του επιστράφηκαν στην πόλη της Παλλάδας και ενταφιάστηκαν στον οικογενειακό τάφο του Κίμωνα.

Οι μεταναστεύσεις

Ο Θουκυδίδης δεν έδωσε τίτλο στο έργο του, ούτε το χώρισε σε βιβλία. Η διαίρεσή σε 8 βιβλία και ο τίτλος Θουκυδίδου Ιστορίαι ή Συγγραφή οφείλονται στους αρχαίους γραμματικούς. Στο Α’ βιβλίο – μετά το προοίμιο – ακολουθεί η λεγόμενη αρχαιολογία, η οποία αποτελεί σύγκριση μεταξύ του Πελοποννησιακού πολέμου και προηγουμένων σημαντικών γεγονότων της ελληνικής ιστορίας:

“Η κίνησις αυτή ετάραξε τωόντι βαθύτατα την Ελλάδα, και μέρος υπό τους βαρβάρους και σχεδόν τον κόσμον όλον. Τα προγενέστερα γεγονότα και τα έτι παλαιότερα δεν δύνανται να εξακριβωθούν σαφώς, ένεκα της παρόδου πολλού χρόνου. Αλλά από τεκμήρια, τα οποία, ωθών την έρευνάν μου μέχρι του απωτάτου παρελθόντος, κρίνω αξιόπιστα, άγομαι να πιστεύσω ότι δεν υπήρξαν μεγάλα, ούτε υπό πολεμικήν, ούτε υπό άλλην έποψιν.”

Σύμφωνα με το ίδιο, η Αττική – λόγω του ότι το έδαφός της είναι ισχνόν και πτωχόν – υπήρξεν ανέκαθεν απαλλαγμένη από στάσεις και για το λόγο αυτό διατήρησε πάντοτε τους ίδιους κατοίκους. Αντιθέτως, τα ευφορώτερα προ πάντων διαμερίσματα υπέκειντο εις διηνεκείς μεταβολάς των κατοίκων. Ως τέτοιες περιοχές αναφέρει τη Θεσσαλία, την Βοιωτία, το μεγαλύτερον μέρος της Πελοποννήσου, εκτός από την Αρκαδία και από την υπόλοιπη Ελλάδα τα καλύτερα μέρη:

“Διότι είναι προφανές ότι η χώρα που καλείται σήμερον Ελλάς δεν ήτο μονίμως κατοικημένη εξ αρχής, αλλ’ εγίνοντο εις το παρελθόν συχναί μεταναστεύσεις και οι κάτοικοι χωρίς πολλάς δυσκολίας εγκατέλειπαν τας εστίας των, εξαναγκαζόμενοι εις τούτο από νέους πολυαριθμοτέρους εκάστοτε εποίκους. Καθόσον ούτε το εμπόριον, όπως σήμερον διεξάγεται, υπήρχε τότε, ούτε ασφαλής διά ξηράς ή διά θαλάσσης συγκοινωνία, και καθένας εξεμεταλλεύετο το έδαφος, το οποιον είχε υπό την κατοχήν του, τόσον μόνον όσον ήρκει διά την συντήρησίν του. Ούτε πλούτον εσώρευαν, ούτε την γην εφύτευαν, τόσον μάλλον καθόσον αι εγκαταστάσεις των δεν ήσαν ωχυρωμέναι και ως εκ τούτου εφοβούντο μήπως από στιγμής εις στιγμήν άλλοι επιδρομείς επέλθουν και τους αφαιρέσουν κάθε τι που έχουν. Επειδή, εξ άλλου, επίστευαν ότι οπουδήποτε ημπορούν να εξασφαλίσουν την αναγκαίαν καθημερινήν τροφήν, εμετανάστευαν όχι απροθύμως και δι’ αυτό δεν ήσαν ισχυροί ούτε κατά το μέγεθος των πόλεων, ούτε κατά την πολεμικήν γενικώς παρασκευήν. Αλλά τα ευφορώτερα προ πάντων διαμερίσματα υπέκειντο εις διηνεκείς μεταβολάς των κατοίκων – όπως, λόγου χάριν, αι επαρχίαι, αι οποίαι σήμερον ονομάζονται Θεσσαλία και Βοιωτία, και το μεγαλύτερον μέρος της Πελοποννήσου, εκτός της Αρκαδίας, και από την άλλην Ελλάδα τα καλύτερα μέρη.”

Χάρτης του Πελοποννησιακού Πολέμου. Στον χάρτη απεικονίζονται οι συμμαχίες και οι στρατιωτικές επιχειρήσεις του πολέμου (ιταλικά).

Η αύξηση του πλούτου επέφερε συγκρούσεις και πολλοί κατέφευγαν στην ασφαλέστερη Αθήνα, η οποία με την πάροδο του χρόνου έγινε πολυάνθρωπος και δεν μπορούσε να θρέψει τους κατοίκους της. Αρχικά, ο αποικισμός της Ιωνίας έδωσε μια λύση στο πρόβλημα:

“Διότι η ευφορία της γης έφερεν αύξησιν της δυνάμεως ωρισμένων προσώπων, η οποία επροκάλει εμφυλίους σπαραγμούς, από τους οποίους τα διαμερίσματα αυτά εφθείροντο τόσον μάλλον, καθόσον ήσαν περισσότερον εκτεθειμένα εις εξωτερικάς επιδρομάς. Η Αττική, εν πάση περιπτώσει, λόγω του ότι το έδαφός της είναι ισχνόν και πτωχόν, υπήρξεν ανέκαθεν απηλλαγμένη από στάσεις και διά τον λόγον αυτόν διετήρησε πάντοτε τους ιδίους κατοίκους. Και έχομεν εδώ απόδειξιν του ισχυρισμού μου ότι, λόγω της μεταναστεύσεως, τα άλλα μέρη της Ελλάδος δεν ηυξήθησαν εις πληθυσμόν όπως η Αττική. Διότι οι δυνατώτεροι από εκείνους, όσοι, ένεκα εξωτερικών πολέμων ή εσωτερικών στάσεων εξεδιώκοντο από την άλλην Ελλάδα, κατέφευγαν εις τας Αθήνας ως εις τόπον ασφαλή, και, πολιτογραφούμενοι, κατέστησαν την πόλιν, ευθύς από τους παλαιότατους χρόνους, ακόμη πλέον πολυάνθρωπον, εις τρόπον ώστε επειδή η Αττική απέβη ανεπαρκής διά τον πληθυσμόν της πόλεως οι Αθηναίοι απέστειλαν αποικίας εις την Ιωνίαν".

Το όνομα Ελλάς

Σύμφωνα με την αρχαία ελληνική μυθολογία, ο Έλλην ήταν γιος του Δευκαλίωνος και της Πύρρας και απέκτησε τρεις γιους, τον Αίολο, τον Δώρο και τον Ξάνθο. Ο Αίολος και ο Δώρος μαζί με τους γιους του Ξάνθου, τον Αχαιό και τον Ίωνα, αποτέλεσαν τους γενάρχες των τεσσάρων κυριότερων ελληνικών φυλών που ήταν οι Αχαιοί, οι Δωριείς, οι Αιολείς και οι Ίωνες. Το όνομα Έλληνες στα ομηρικά χρόνια δεν αντιστοιχούσε παρά μόνο σ’ ένα ελληνικό φύλο, που κατοικούσε στην περιοχή γύρω από τον Σπερχειό ποταμό στη σημερινή Φθιώτιδα (αρχ. Φθία), το οποίο είχε ως ηγέτη του τον μυθικό ήρωα Αχιλλέα, επικεφαλής των περίφημων Μυρμιδόνων:

«οι τ’ είχον Φθίην ήδ’ Ελλάδα καλλιγύναικα. > / Μυρμιδόνες δε καλεύντο και Έλληνες και Αχαιοί» (Ιλιάδα Β’ 683-4)

Οι Έλληνες στο έργο του Ομήρου αναφέρονται επίσης ως Αχαιοί, Παναχαιοί, Δαναοί, Αργείοι και Πανέλληνες:

«εγχείη δ’ εκέκαστο /ο Αίας ο ηγεμόνας των Λοκρών /Πανέλληνας και Αχαιούς» (Ιλιάδα Β’ 530).

Κατά τον Αριστοτέλη, αρχικά Ελλάς ήταν όνομα περιοχής κοντά στη Δωδώνη. Η ετυμολογία της λέξεως Έλλην έχει προκαλέσει διάφορες συζητήσεις. Η επικρατέστερη εκδοχή είναι ότι η λέξη προέρχεται από τους Σελλούς (<θ. σελ- = φωτίζω), ένα ελληνικό φύλο της Ηπείρου στο οποίο ανήκαν οι ιερείς της Δωδώνης. Ένα μέρος των Σελλών φέρεται να μετανάστευσε στη Φθία.

Μέχρι τον Τρωικό Πόλεμο, η Ελλάς δεν επιχείρησε τίποτα από κοινού:

“Την αδυναμίαν, άλλωστε, των παλαιών καιρών μου φαίνεται ότι αποδεικνύει και το γεγονός προ πάντων ότι πριν από τα Τρωικά τίποτε δεν επεχείρησεν από κοινού η Ελλάς. Νομίζω μάλιστα ότι το όνομα αυτό ούτε είχε δοθή ακόμη εις όλην την χώραν, ούτε καν υπήρχε προ του Έλληνος, υιού του Δευκαλίωνος, αλλά τα διάφορα φύλα, και εις μεγαλυτέραν έκτασιν το Πελασγικόν, έδιδαν το όνομά των εις τα υπ’ αυτών κατοικούμενα διαμερίσματα. Αλλ’ από την εποχήν που ο Έλλην και οι υιοί του απέβησαν ισχυροί εις την Φθιώτιδα, και την βοήθειάν των επεκαλούντο οι κάτοικοι των άλλων πόλεων, τα διάφορα φύλα, συνεπεία της επικοινωνίας αυτής, ωνομάζοντο ήδη επί μάλλον και μάλλον Έλληνες, μολονότι πολύς επέρασε καιρός πριν το όνομα τούτο ημπορέση να επικράτηση γενικώς. Την καλυτέραν απόδειξιν παρέχει ο Όμηρος. Διότι, μολονότι έζησε πολύ ύστερον και από τα Τρωικά, πουθενά δεν ωνόμασε με το όνομα αυτό όλους, ούτε άλλους εκτός εκείνων που ηκολούθησαν τον Αχιλλέα από την Φθιώτιδα, οι οποίοι ήσαν και οι πρώτοι Έλληνες, αλλ’ αποκαλεί αυτούς εις τα ποιήματά του γενικώς Δαναούς και Αργείους και Αχαιούς.”

Ο Όμηρος δεν κάνει επίσης διάκριση ανάμεσα σε Έλληνες και βαρβάρους:

“Ούτε βαρβάρους, άλλωστε, μνημονεύει διά τον λόγον, ως νομίζω, ότι ούτε οι Έλληνες είχαν ακόμη διακριθή διά κοινού αντιθέτου ονόματος. Οπωσδήποτε τα διάφορα ελληνικά φύλα, επί των οποίων το όνομα των Ελλήνων, λόγω κοινότητος της γλώσσης, εξηπλώνετο διαδοχικώς από μίαν περιφέρειαν εις άλλην, έως ότου επεξετάθη ακολούθως επί του συνόλου των, δεν έκαμαν καμμίαν κοινήν επιχείρησιν πριν από τα Τρωικά, ένεκα αδυναμίας και ελλείψεως αμοιβαίας επικοινωνίας. Άλλωστε, και την εκστρατείαν ακόμη κατά της Τροίας τότε μόνον επεχείρησαν από κοινού, όταν είχαν ήδη αποκτήσει αξιόλογον εμπειρίαν της θαλάσσης".

Έλλην και Ελλάς

Στο Λεξικό του Μπαμπινιώτη, αναφέρεται και ο τύπος Έλλοπες, ο οποίος προσδιόριζε κατοίκους της Δωδώνης και της βόρειας Εύβοιας. Ο Αριστοτέλης ορίζει τη Δωδώνη ως αρχική πατρίδα των Ελλήνων. Από μορφολογικής απόψεως θεωρείται ότι οι λέξεις Έλλην και Ελλάς αποτελούν παράγωγα του ουσ. Ελλοί – Έλλοι – Σελλοί, καθώς οι τύποι αυτοί απαντώνται στον ‘Ομηρο και τον Πίνδαρο. Ο Χριστιανός Ησύχιος ερμηνεύει ως εξής: Έλλοί· Έλληνες οι εν Δωδώνη και οι ιερείς». Όλοι αυτοί οι γλωσσικοί τύποι είναι αγνώστου ετύμου και σημασίας κατά τον κ. Μπαμπινιώτη. [3]

Όπως αναφέρθηκε ήδη, στον Όμηρο η λέξη περιορίζεται τοπικά στους Θεσσαλούς της Φθίας, ενώ η χρήση της αργότερα στο αρχ. επίθ. Ελλανοδίκαι αύξησε το κύρος της λόγω της σημασίας των Ολυμπιακών Αγώνων. Ο Θουκυδίδης εξηγεί τη γεωγραφική επέκταση του όρου Έλληνες από τον μυθολογικό ήρωα Έλληνα, που ταξίδευε και δρούσε συχνά σε άλλες πόλεις. Ο αρχαίος ιστορικός Ηρόδοτος πιστεύει ότι ο όρος “Ελληνες χρησιμοποιήθηκε για να τονίσει την κοινή προέλευση των διαφόρων φυλών του ελληνικού χώρου. [3]

Ο αποκλεισμός του μυθώδους από την ιστορίαν μου ίσως την καταστήση ολιγώτερον τερπνήν ως ακρόαμα, θα μου είναι όμως αρκετόν, εάν το έργον μου κρίνουν ωφέλιμον όσοι θελήσουν να έχουν ακριβή αντίληψιν των γεγονότων, όσα έχουν ήδη λάβει χώραν, και εκείνων τα οποία κατά την ανθρωπίνην φύσιν μέλλουν να συμβούν περίπου όμοια. Θουκυδίδης [2]

Το «Γένος των Γραικών»

Στην προεπαναστατική Ελλάδα αναβιώνει μια πανάρχαια ονομασία των Ελλήνων, οι ονομασία Γραικοί, που χρησιμοποιήθηκε πριν ακόμη καθιερωθεί η λέξη Έλληνες. Σε επιγραφή τού 4ου π.Χ. αι. διαβάζουμε: «”Ελληνες ωνομάσθησαν, το πρότερον Γραικοί καλούμενοι». Ο Αριστοτέλης (Μετεωρολογικά 1,352α) γράφει: “ώκουνν [ενν. στην περιοχή της Δωδώνης στην Ήπειρο] οι Σελλoί (πρόκειται για τους Ελλούς] και οι καλούμενοι τότε μεν Γραικοί, νυν δε Έλληνες». Η πληροφορία του Αριστοτέλη και η γενικότερη παράδοση της αρχαιότητας συγκλίνουν στο ότι τόσο οι ονομασίες Γραικοί και Έλληνες όσο και η περιοχή της αρχικής εγκατάστασης των Ελλήνων τοποθετούνται στην περιοχή της Ηπείρου, γύρω από τη Δωδώνη και τα σημερινά Ιωάννινα.

Στους αλεξανδρινούς χρόνους, η ονομασία Γραικοί συναντάται λιγότερο αλλά παραλλήλως προς το Έλληνες. Στο Βυζάντιο παράλληλα με το Ρωμαίοι χρησιμοποιείται, σε περιορισμένη έκταση, και το Γραικοί, προσλαμβάνοντας την ειδικότερη σημασία «ελληνορθόδοξοι» κατ’ αντιδιαστολή προς το Έλληνες (= ειδωλολάτρες, πολυθεϊστές) και το Λατίνοι (= χριστιανοί της Δύσης / ρωμαιοκαθολικοί). Τον 15ο αιώνα, (στη Σύνοδο της Φλωρεντίας) αναφέρονται «συνελθόντες Λατίνοι τε και Γραικοί». Ο δεινός αρχαιογνώστης Αδαμάντιος Κοραής και άλλοι προεπαναστατικοί συγγραφείς και αγωνιστές (Ρήγας, Χριστόπουλος κ.ά.) μιλούν για το «Γένος των Γραικών» και ο ανασκολοπισθείς Αθανάσιος Διάκος – αρνούμενος να ενταχθεί στον οθωμανικό στρατό… – απαντά περήφανα στους Τούρκους: «Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε να πεθάνω». Με την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους, το όνομα Γραικοί αντικαθίσταται από το Έλληνες. Οι Γραικοί, είτε ως κάτοικοι (αργότερα) της Γραίας στην Εύβοια και της ευβοϊκής αποικίας Κύμης στην Κάτω Ιταλία είτε απευθείας (παλαιότερα) από την περιοχή της Ηπείρου, έγιναν γνωστοί στους Ιταλούς, που τους ονόμασαν Graeci, από όπου και οι ξενικές ονομασίες των Ελλήνων ως Greek (αγγλ.), Grec (γαλλ.), Grieche (γερμ.). Ωστόσο, οι ξένοι χρησιμοποιούν για το Ελλάς το Hellas, ως επίσημη ονομασία της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, παράλληλα προς τα ονόματα Greece (αγγλ.), Grece (γαλλ.) και Griechenland στα γερμανικά.

Με το έργο του αθάνατου Θουκυδίδη θα ασχοληθούμε και σε επόμενα σημειώματα. Για την ώρα, θα καταλήξουμε με ένα μικρό και επίκαιρο απόσπασμα από τον περίφημο διάλογο των Αθηναίων με τους Μηλίους:

ΜΗΛΕΙΟΙ: Πώς είναι δυνατόν να έχουμε εμείς το ίδιο συμφέρον να γίνουμε δούλοι σας όσο εσείς έχετε συμφέρον να μας υποτάξετε;

ΑΘΗΝΑΙΟΙ: Επειδή εσείς, αν υποταχθείτε, θ’ αποφύγετε την έσχατη καταστροφή και εμείς θα έχουμε κέρδος αν δεν σας καταστρέψουμε.

 

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2020

ΤΟ "ΚΟΛΩΝΑΚΙ" ΤΗΣ ΛΑΡΙΣΑΣ - Α’


Σχηματική αναπαράσταση της σημερινής περιοχής του Κολωνακίου Λάρισας, όπως ήταν τον Μάιο του 1935, κατατετμημένης σε οικόπεδα.  Η οδός Νιρβάνα δεν έχει ακόμα οριοθετηθεί. Οι αριθμοί υποδηλώνουν  τα 29 οικόπεδα προς πώληση. Αρχείο Μπέτυς Βελώνη-Κολοκοτρώνη Σχηματική αναπαράσταση της σημερινής περιοχής του Κολωνακίου Λάρισας, όπως ήταν τον Μάιο του 1935, κατατετμημένης σε οικόπεδα. Η οδός Νιρβάνα δεν έχει ακόμα οριοθετηθεί. Οι αριθμοί υποδηλώνουν τα 29 οικόπεδα προς πώληση. Αρχείο Μπέτυς Βελώνη-Κολοκοτρώνη

Εισαγωγή
Με μια σειρά άρθρων αρχίζουμε από σήμερα την περιγραφή μιας περιοχής της Λάρισας, η οποία είναι προφορικά γνωστή σε πολλούς συμπολίτες μας ως "Κολωνάκι", χωρίς ωστόσο η ονομασία αυτή να έχει επίσημα καθιερωθεί στο σχέδιο πόλεως. Η περιοχή αυτή, με

την ευρύτερη έννοια του όρου, περιλαμβάνει το οικιστικό συγκρότημα το οποίο βρίσκεται σε όλο το μήκος της οδού Νιρβάνα[1] από την αρχή της στην οδό Ολύμπου, μέχρι το τέρμα της στην οδό Ερυθρού Σταυρού, συμπεριλαμβανομένων και των κάθετων προς αυτήν οδών Λορέντζου Μαβίλη, Παπαδιαμάντη και Αλέξανδρου Ελλαδίου. Κατ' άλλους η έκτασή της είναι πιο μικρότερη. Οριοθετείται από τη διασταύρωση της Νιρβάνα με την οδό Όγλ, μέχρι την Ερυθρού Σταυρού, συμπεριλαμβανομένων και των κάθετων οδών. Το όνομα της περιοχής αυτής ως Κολωνάκι ήταν γνωστό, όπως γνωστό ήταν και το γεγονός ότι παλαιότερα στον χώρο αυτό υπήρχαν ορισμένα από το ομορφότερα σπίτια της Λάρισας, μερικά εκ των οποίων παραμένουν μέχρι και σήμερα, χωρίς να έχουν υποκύψει στο δέλεαρ της αντιπαροχής. Η ιδέα να καταγραφεί η ιστορία της περιοχής αυτής ήταν της Ουρανίας (Νίας) Γώγου-Αγραφιώτου. Κατά τις καλοκαιρινές διακοπές στον Πλαταμώνα, όταν κάτω από τον ίσκιο των δένδρων στην παραλία του Gallery απολαμβάναμε τον καφέ μας πριν μπούμε στη θάλασσα, η Νία μαζί με τη Λένα Δαλιανά-Θεμελή, η οποία ζει σ' αυτή την περιοχή, με παρότρυναν να περιγράψω τη συγκεκριμένη μικρή συνοικία η οποία είναι αλήθεια δεν έτυχε της προσοχής κάποιου μελετητή όλα αυτά τα χρόνια[2].
Όταν άρχισα να καταπιάνομαι με το θέμα αυτό, δεν περίμενα ποτέ ότι θα έβρισκα τόσο πολύ μεγάλο και σπουδαίο φωτογραφικό και ιστορικό υλικό, προερχόμενο από τα οικογενειακά αρχεία και από τις αναμνήσεις ανθρώπων της περιοχής, οι προπάτορες των οποίων έκτισαν την άγονη μέχρι το 1935 έκταση που σήμερα ονομάζουμε Κολωνάκι[3].

Η ονομασία
Η γειτονιά αυτή ονομάστηκε Κολωνάκι της Λάρισας, σε αντιστοιχία με το Κολωνάκι των Αθηνών[4]. Η περιοχή αυτή της πρωτεύουσας από άγονη έκταση που ήταν παλαιότερα, με τον καιρό και λόγω της γειτνίασης με τα βασιλικά ανάκτορα και τον εθνικό κήπο, εξελίχθηκε στην αρχοντική γειτονιά που γνωρίζουμε σήμερα, με τα όμορφα νεοκλασικά, αρτ ντεκό και μοντέρνα κτίρια. Επειδή και η αντίστοιχη περιοχή της Λάρισας κοσμήθηκε από το 1935 και μετά, με ορισμένα κτίσματα ιδιαίτερου αρχιτεκτονικού κάλλους, στα οποία κατοίκησαν πολλές αστικές οικογένειες της πόλης, έλαβε προφορικά κατ' ευφημισμόν μεταξύ των κατοίκων της την ονομασία Κολωνάκι. Η συσχέτιση του ονόματος της περιοχής με τα βασιλικά ανάκτορα της Λάρισας και τον κήπο των Ανακτόρων, τα οποία υπήρχαν μέχρι το 1915 στον χώρο του Ωδείου και του ναΐσκου του Αγ. Βησσαρίωνος, δηλαδή κάτι αντίστοιχο με την Αθήνα, δεν συμβαδίζει ιστορικά με την ανάπτυξη της εν λόγω περιοχής, η οποία όπως αναφέρθηκε άρχισε το 1935.

Η απαρχή της περιοχής
Σε αεροφωτογραφία της Λάρισας του 1917, η λήψη της οποίας έγινε από τις αεροπορικές δυνάμεις των γαλλικών στρατευμάτων της Αντάντ τα οποία είχαν καταλάβει την πόλη, ο χώρος που αντιστοιχεί στο Κολωνάκι διαγράφεται σαν έκταση ακάλυπτη μέχρι το νοσοκομείο, ενώ τα τελευταία σπίτια της Λάρισας φθάνουν μέχρι τον οδό Ογλ.
Από απόσπασμα σχεδίου πόλεως που αφορά τον τομέα Δ’ και το οποίο έθεσε υπόψη μου η Μπέτυ Βελώνη-Κολοκοτρώνη, ολόκληρη η περιοχή αυτή ήταν ιδιοκτησία του παππού της Αστερίου Καλουσόπουλου, ο οποίος είχε αγοράσει ολόκληρη την έκταση από Τούρκους μπέηδες. Σε ένα δεύτερο σχέδιο ο χώρος αυτός έχει κατατμηθεί σε 29 αριθμημένα οικόπεδα, έχουν οριοθετηθεί οι δρόμοι Παπαδιαμάντη και Ελλαδίου, ενώ η Νιρβάνα δεν αναφέρεται. Τα σχέδια αυτά έχουν ημερομηνία 14 Μαΐου 1935, γεγονός που σημαίνει ότι μέχρι τη χρονολογία αυτή η περιοχή εξακολουθούσε να είναι χέρσος τόπος.
Ο Αστέριος Καλουσόπουλος εκτός από μεγαλοκτηματίας ήταν και επιχειρηματίας. Διατηρούσε επί της οδού Ηφαίστου ένα μεγάλο χάνι (πανδοχείο), το οποίο εξυπηρετούσε κυρίως αγρότες από τα χωριά του δρόμου Λαρίσης-Φαρσάλων[5]. Καταλάμβανε τον χώρο μεταξύ των οδών Ηφαίστου και Απόλλωνος και ήταν διώροφο. Στο ισόγειο σταβλίζονταν τα ζώα και στον όροφο υπήρχαν τα δωμάτια του πανδοχείου. Ήταν τίμιος, ειλικρινής και αγαπητός επιχειρηματίας και βοηθούσε με κάθε τρόπο τους χωρικούς πελάτες του ακόμα και στις οικονομικές τους δυσκολίες. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να χρεωθεί υπερβολικά και να αναγκαστεί κάποια στιγμή να πουλήσει τα οικόπεδά του στην περιοχή όπου αργότερα αναπτύχθηκε η συνοικία που αναφέρουμε ως Κολωνάκι. Το πανδοχείο αγοράστηκε στη συνέχεια από τους αδελφούς Δανιήλ (Αθανάσιο, Δημήτριο και Δανιήλ), λειτούργησε μέχρι το 1970 και κατόπιν κατεδαφίστηκε και στη θέση του υψώθηκε πολυώροφη οικοδομή.
Ο Αστέριος Καλουσόπουλος απέκτησε τέσσερα τέκνα, τον Ανδρέα, τον Δημήτριο, την Ελένη και την Ευτυχία (Εβίτα). Απ' αυτά η Ελένη παντρεύτηκε τον Δημήτριο Κολοκοτρώνη, ο οποίος ήταν αντιπρόσωπος ασφαλιστικών εταιρειών και το γραφείο του βρισκόταν επί της οδού Βενιζέλου, κοντά στο αρχαίο Θέατρο. Το ζευγάρι αυτό απέκτησε μια κόρη, την Ελισάβετ (Μπέτυ), η οποία σταδιοδρόμησε ως τραπεζικός υπάλληλος και παντρεύτηκε τον μηχανολόγο μηχανικό Αλέξανδρο Βελώνη. Από το οικογενειακό της αρχείο προέρχεται και το σχεδιάγραμμα με τα οικόπεδα που δημοσιεύεται μαζί με το σημερινό κείμενο.
Πρέπει να σημειωθεί ακόμη ότι από τα 29 οικόπεδα που υπάρχουν στο σχεδιάγραμμα έμεινε τελικά στην οικογένεια Καλουσόπουλου ένα, ο χώρος όπου σήμερα έχει διαμορφωθεί η μικρή πλατεία της Άννας Φράνκ. Ο χώρος αυτός απαλλοτριώθηκε επί δημαρχίας Δημητρίου Χατζηγιάννη, ο οποίος είχε και πνευματική συγγένεια με την οικογένεια Καλουσόπουλου καθώς υπήρξε ανάδοχος της μικρής τότε Μπέτυς Βελώνη.
Θέλω να προσθέσω ότι όσο θα διαρκούν τα κείμενα αυτά είναι καλοδεχούμενες διορθώσεις, προσθήκες και φωτογραφίες από την περιοχή αυτή είτε τηλεφωνικά (2410-287.450 και 6951-004.232) είτε ηλεκτρονικά (nikapap@hotmail.com).
(Συνεχίζεται)
---------------------------

[1]. Η οδός Νιρβάνα παλαιότερα ονομαζόταν οδός Ιωάννου Πέζαρου (1735-1806) προς τιμήν του λόγιου κληρικού της Σχολής του Τυρνάβου, σύμφωνα με την Μπέτυ Βελώνη-Κολοκοτρώνη. Πότε έγινε η μετονομασία δεν μας είναι γνωστό. Πάντως σήμερα υπάρχει οδός Πέζαρου στον συνοικισμό Ηπειρώτικα-Νέα Πολιτεία. Ζιαζιάς Γεώργιος. Τοπωνυμική Εγκυκλοπαίδεια οδών και πλατειών Λάρισας. Λάρισα (1995) σελ. 323.
[2]. Προπολεμικά ο όρος Κολωνάκι δεν απαντάτε σε καμιά γραπτή πηγή. Μεταπολεμικά ο Κώστας Περραιβός, ο Γιώργος Ζιαζιάς και ο Βάσος Καλογιάννης έχουν αναφέρει την περιοχή περιστασιακά.
[3]. Για να γραφούν τα άρθρα αυτά, εκτός από τη Νία Γώγου-Αγραφιώτου βοήθησαν η Ελισάβετ (Μπέτυ) Βελώνη-Κολοκοτρώνη, η Ελένη Καλογεροπούλου-Μάρκου, ο δικηγόρος Αριστείδης Παπαχατζόπουλος, ο Μάκης Μαλίτας, ο μηχανικός και μέλος της Φωτοθήκης Γιώργος Γραβάνης, η φιλόλογος Φανή Σακελλάριου, η ηθοποιός Άννα Βαγενά, όλοι τους κάτοικοι της περιοχής, ο εκπαιδευτικός και δημοσιογράφος Γεώργιος Τράντας και τα μέλη της Φωτοθήκης Παναγιώτης Δομούζης, Ευάγγελος Ρηγόπουλος, Γιώργος Χατζούλης, Αχιλλέας Καλτσάς, ο καθένας με τον τρόπο του. Προχωρώντας στην περιγραφή θα αναφερθούν και άλλοι-ες οι οποίοι βοήθησαν ώστε το Κολωνάκι της Λάρισας να πάρει τη θέση που του αρμόζει στη χωροταξία της πόλης.
[4]. Η αριστοκρατική αυτή συνοικία των Αθηνών πήρε το όνομα Κολωνάκι από τον αρχαίο στύλο (κολωνάκι) ύψους 2 μέτρων που βρίσκεται περίπου στο κέντρο της ομώνυμης πλατείας και ο οποίος λέγεται ότι αποτελούσε αποτρεπτικό στοιχείο νόσων και θεομηνιών. Το συγκεκριμένο κολωνάκι βρισκόταν αρχικά στη Δεξαμενή, δίπλα στο Αδριάνειο Υδραγωγείο και οι αρχαίοι Αθηναίοι τού απέδιδαν ιαματικές ιδιότητες.
[5]. Ζιαζιάς Γεώργιος. Αναζητώντας τη χαμένη Λάρισα. 50 χρόνια μνήμες και αναπολήσεις (1900-1950). Λάρισα (1994) σελ. 69.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)

 

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2020

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη της Λάρισας


Η οπίσθια πλευρά του κτιρίου της Βιβλιοθήκης με την αυλή και το μικρό υπαίθριο  θεατράκι, τα οποία εφάπτονται στην πάροδο Μιχαήλ Χαδέλλη. Μακέττα Η οπίσθια πλευρά του κτιρίου της Βιβλιοθήκης με την αυλή και το μικρό υπαίθριο θεατράκι, τα οποία εφάπτονται στην πάροδο Μιχαήλ Χαδέλλη. Μακέττα

Κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας και ενώ η Αναγέννηση στη Δύση είχε πλουτίσει με θαυμάσιες βιβλιοθήκες τα ανώτερα πνευματικά ιδρύματα και τα παλάτια των ηγεμόνων, στη χώρα μας οι Οθωμανοί κατακτητές κρατούσαν τον ελληνικό πληθυσμό στην αμάθεια.

Μόνον ελάχιστα φωτισμένα μυαλά Χριστιανών του θεσσαλικού χώρου εύρισκαν πνευματική διέξοδο στις λίγες σχολές που υπήρχαν στην περιοχή και όταν αποζητούσαν κάτι περισσότερο, ταξίδευαν στην Κωνσταντινούπολη, στη Σμύρνη, στις παραδουνάβιες χώρες και στην Κεντρική Ευρώπη, όπου υπήρχαν προηγμένες πηγές μάθησης. Μετά από χρόνια μερικοί απ’ αυτούς επέστρεφαν στις πατρίδες τους μορφωμένοι και φορτωμένοι με τα εργαλεία της γνώσης, τα βιβλία. Εδώ δημιουργούσαν και βιβλιοθήκες στις σχολές που δίδασκαν (Αμπελάκια, Τύρναβος, Τσαριτσάνη, Μηλιές, Ζαγορά, κ.λπ., για να αναφέρω μόνο τις σχολές της Ανατολικής Θεσσαλίας). Η Λάρισα, αν και ανέδειξε τον 18ο και 19ο αιώνα σπουδαίους λόγιους (Κων. Κούμας, Ιωάννης Οικονόμου Λογιώτατος, κ.ά.), δεν μπόρεσε να δημιουργήσει σχολή κάποιου επιπέδου, επειδή η επικράτηση του μουσουλμανικού στοιχείου ήταν καταλυτική σε αριθμό αλλά και θηριωδία. Παρ’ όλα αυτά ο Ιωάννης Οικονόμου Λογιώτατος είναι γνωστό ότι κατείχε πολλά βιβλία, καθώς και διάφορους χειρόγραφους Κώδικες της Χριστιανικής Κοινότητας της Λάρισας, με τα οποία είχε δημιουργήσει ένα αξιόλογο αρχείο.
Μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στο ελεύθερο ελληνικό κράτος το 1881, από τις πρώτες ενέργειες όλων σχεδόν των κατά καιρούς Δημοτικών Συμβουλίων της Λάρισας ήταν να ξεκινήσουν προσπάθειες για τη δημιουργία Δημοτικής Βιβλιοθήκης. Η πρώτη συγκροτημένη ενέργεια έγινε το 1891, επί δημαρχίας Διονυσίου Γαλάτη (1887-1891), όταν αγοράσθηκε από τον Δήμο η βιβλιοθήκη του Αχιλ. Περραιβού, με προοπτική να δωριθεί στο Γυμνάσιο ή το Διδασκαλείο της Λάρισας. Η αγορά αφορούσε 500 περίπου τόμους με διάφορα ιστορικά και φιλολογικά βιβλία. Τελικά, ενώ η αγορά των βιβλίων έγινε για να παραχωρηθούν τα βιβλία σε εκπαιδευτικά ιδρύματα της πόλης, αυτά παρέμειναν στον Δήμο, τοποθετήθηκαν σε ράφια του δημαρχιακού καταστήματος και ο πόλεμος του 1897 τα σκόρπισε...
Από τις αρχές του 20ού αιώνα συναντάμε πολύ συχνά στα πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου αποφάσεις για αγορά βιβλίων. Δεν υπάρχει δήμαρχος ο οποίος να μην έφερε στο Δημοτικό Συμβούλιο εισήγηση για τη δημιουργία Δημοτικής Βιβλιοθήκης. Όλο αυτό το διάστημα είχαν συγκεντρωθεί στην πρόχειρη Βιβλιοθήκη του Δημαρχείου από δωρεές και αγορές του Δήμου, χειρόγραφα βιβλία, σημαντικά μεταβυζαντινά έγγραφα πολύτιμα για την ιστορία της Λάρισας, σπάνιες έντυπες εκδόσεις, αρχαία θεσσαλικά νομίσματα και αγαλματίδια της κλασικής περιόδου, προϊόντα ανασκαφών.
Όλες όμως αυτές οι αγαθές προθέσεις δεν τελεσφορούσαν για διάφορους λόγους και μόνον κατά τη διάρκεια της τρίτης δημαρχιακής θητείας του Μιχ. Σάπκα (1929-1934), άρχισαν να μπαίνουν σοβαρές βάσεις για τη δημιουργία και λειτουργία Δημοτικής Βιβλιοθήκης. Βασικός άξονας για τη δημιουργία σοβαρής βιβλιοθήκης αποτέλεσε η μεταθανάτια δωρεά στον Δήμο του αρχείου του Χαρίλαου Λογιωτάτου (1856-1930)[1], η οποία περιλάμβανε πολλά παλαίτυπα και αρχέτυπα βιβλία και αρκετά χειρόγραφα, τα οποία είχε κληρονομήσει από τον παππού του Ιωάννη Οικονόμου Λογιώτατο τον Λαρισαίο. Το 1938, μετά τον θάνατο του δικηγόρου της Λάρισας Δημ. Πιπινοπούλου, ολόκληρη η πλούσια βιβλιοθήκη του δωρήθηκε και αυτή στον Δήμο και έτσι η Δημοτική Βιβλιοθήκη εμπλουτίσθηκε με άλλα 1.000 και πλέον βιβλία. Το 1939, έπειτα από ολιγόχρονη δραστηριότητα (1935-1939), διαλύθηκε ο «Όμιλος Διανοουμένων Λαρίσης». Όσα βιβλία είχε συγκεντρώσει, καθώς και τα έπιπλα που διέθετε, τα δώρισε στον Δήμο.
Στα τέλη του 1939, επειδή ο χρόνος είχε πλέον ωριμάσει, η Διοικούσα Επιτροπή του Δήμου Λαρίσης, προχώρησε στην επίσημη ίδρυση της Δημοτικής Βιβλιοθήκης[2]. Το πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο αποτελέστηκε από τον δήμαρχο Στυλ. Αστεριάδη ως πρόεδρο, και μέλη τον δικηγόρο και πολιτευτή Δημ. Χατζηγιάννη, τον φαρμακοποιό Αγαμ. Αστεριάδη, τον Κων. Μακρή και τον Π. Παπαβασιλείου. Έφορος της Βιβλιοθήκης ορίσθηκε ο Κων. Μακρής [3], ενώ διευθυντής τοποθετήθηκε ο Θρασύβουλος Μακρής, δημοσιογράφος και παλαιότερα εκδότης της εφημερίδας «Μικρά». Κατά την έναρξη της λειτουργίας της η Βιβλιοθήκη διέθετε για το κοινό συνολικά πάνω από 1.800 τόμους.
Για τη στέγασή της παραχωρήθηκε από τον Δήμο το Γενί τζαμί. Όμως το 1941, η είσοδος των γερμανικών στρατευμάτων στην πόλη, εκτός από τις καταστροφές και τις συμφορές που προξένησε, επηρέασε και τη Βιβλιοθήκη. Όσοι από τους Γερμανούς στρατιωτικούς ήταν φιλότεχνοι και είχαν αποκτήσει κάποια κλασική παιδεία, αναγνώρισαν την αξία των θησαυρών της, τους οποίους και λεηλάτησαν. Εξαφανίσθηκαν τα αρχαία θεσσαλικά νομίσματα, οι λίγοι αρχαιολογικοί θησαυροί που κατείχε, καθώς και ορισμένες παλιές και σπάνιες εκδόσεις. Εκτός όμως από τους Γερμανούς, είναι κοινό μυστικό ότι υπήρξαν και κάποιοι ημέτεροι, οι οποίοι εκμεταλλευόμενοι την πολεμική κατάσταση, έκαναν επιλεκτική αφαίρεση πολύτιμων χειρογράφων και παλαιών βιβλίων.
Μεταπολεμικά ο δήμαρχος Δημ. Καραθάνος (1951-1954) ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για το μέλλον της Δημοτικής Βιβλιοθήκης. Κατόρθωσε να περισυλλέξει όσα βιβλία διασώθηκαν από τη λεηλασία και το 1952 φρόντισε να μετακομίσει η Βιβλιοθήκη. Εγκαταστάθηκε αρχικά στο υπόγειο του κτιρίου Μουσών επί της οδού Παλαιστίνης, όπου στεγαζόταν και η Δημαρχία. Κατόπιν μετακόμισε λίγα μέτρα πιο μακριά, στο υπόγειο κτιρίου επί της οδού Σκαρλάτου Σούτσου, απέναντι από το παλιό κτίριο των Γενικών Αρχείων του Κράτους. Διευθυντής της μετά τον πόλεμο ανέλαβε και πάλι για μικρό διάστημα ο Θρασύβουλος Μακρής, τον οποίο στη συνέχεια διαδέχθηκε ο δημοσιογράφος Βάσος Καλογιάννης.
Στις 13 Μαρτίου του 1972, με εισήγηση του δημάρχου Θάνου Μεσσήνη (1969-1974), το Δημοτικό Συμβούλιο αποφάσισε να παραχωρήσει τη Δημοτική Βιβλιοθήκη στο Υπουργείο Πολιτισμού. Εναν χρόνο αργότερα το Υπουργείο ενέκρινε την παραχώρησή της στο κράτος [4] και από τότε έγινε Δημόσια.
Το καλοκαίρι του 1976 μεταστεγάσθηκε σε ιδιωτικό χώρο επί της οδού Παπακυριαζή 47 και η επίσημη ονομασία της έγινε Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Λάρισας «Κωνσταντίνος Κούμας». Αρχές του 2013, έπειτα από 37 χρόνια στέγασης σε ξένο χώρο, ολοκληρώθηκε η μεταφορά της στο νέο λαμπρό και άνετο δημόσιο κτίριο επί της 28ης Οκτωβρίου 9.


[1]. Ήταν αδελφός του ιατρού και δημάρχου Αχιλλέα Λογιωτάτου, πεθερού του Μιχαήλ Σάπκα.
[2]. Η ίδρυση της Δημοτικής Βιβλιοθήκης πάρθηκε με την απόφαση αριθ. 435/1939 του Δημοτικού Συμβουλίου. Η απόφαση αυτήν επικυρώθηκε με το Βασιλικό Διάταγμα της 26ης Απριλίου 1940 «Περί συστάσεως ιδίου Νομικού Προσώπου Βιβλιοθήκης του Δήμου Λαρίσης», το οποίο δημοσιεύθηκε στο υπ’ αριθ. 140 φύλλο της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως της 6ης Μαΐου 1940.
[3]. Ο Κωνσταντίνος Μακρής, καταγόταν από τον Τύρναβο, αποφοίτησε από τη Φυσικομαθηματική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Αστεροσκοπείο των Παρισίων και ερχόμενος στην Ελλάδα ασχολήθηκε με την αστρονομία. Όταν ανέλαβε Έφορος της Βιβλιοθήκης της Λάρισας το 1939 μόλις είχε αποκτήσει το πτυχίο του.
[4]. Η παραχώρηση έγινε δεκτή με την υπ’ αριθμ. 13989 απόφασή του Υπουργείου Πολιτισμού, η οποία δημοσιεύθηκε στο φύλλο της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως υπ’ αριθ. 378 της 30ης Μαρτίου 1972.

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2020

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Οι κατακλυσμιαίες πλημμύρες της Λάρισας(*)


Πλημμύρα Λαρίσσης 15 8/βρίου 1883.  Φωτογραφείον «Μακεδονία» Ιωάννου Λεονταρίτου. Συλλογή ΔΕΥΑΛ.Πλημμύρα Λαρίσσης 15 8/βρίου 1883. Φωτογραφείον «Μακεδονία» Ιωάννου Λεονταρίτου. Συλλογή ΔΕΥΑΛ.

Αυτές τις ημέρες ζήσαμε θλιβερές στιγμές παρακολουθώντας άμεσα από τα σύγχρονα μέσα πληροφόρησης τις φοβερές πλημμύρες που έπληξαν περιοχές της χώρας μας με ανθρώπινα θύματα και πρωτοφανείς καταστροφές.

Η Λάρισα, την οποία από χρόνια συντροφεύει η παρουσία του ποταμού Πηνειού, έχει δοκιμαστεί σκληρά από τη γειτονία αυτή. Οι πολλές βροχοπτώσεις και τα χιόνια που συσσωρεύονται στα ορεινά της Δυτικής Θεσσαλίας, οδηγούν υπέρογκες ποσότητες νερού στη θεσσαλική πεδιάδα και μέσω των παραποτάμων συρρέουν στην κεντρική κοίτη του Πηνειού. Αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι όσο προχωράει προς τις εκβολές του ο ποταμός να υπερχειλίζει της κοίτης του και να εκτείνεται στις γύρω χαμηλές περιοχές, να καταλαμβάνει τεράστιες εκτάσεις καλλιεργήσιμης γης και να καταστρέφει γειτονικούς οικισμούς.
Οι παλαιότερες αναφορές για τις πλημμύρες του Πηνειού στην πεδιάδα της Θεσσαλίας εντοπίζονται στον «Γεωγραφικά» του Στράβωνα (64 π.Χ. – 24 μ.Χ.) «... ο γαρ Πηνειός , δια μέσης ρέων, και πολλούς δεχόμενος ποταμούς, υπερεκχείται πολλάκις...».
Ειδικά για τη συμπεριφορά του Πηνειού απέναντι στη Λάρισα σε καταστάσεις πολυομβρίας, οι μαρτυρίες αρχίζουν από την περίοδο της μέσης τουρκοκρατίας και έπειτα, μέσα από τις ενθυμήσεις. Οι ενθυμήσεις ήταν κείμενα τα οποία έγραφαν στα λευκά φύλλα και στα περιθώρια λειτουργικών και θρησκευτικών βιβλίων, χειρόγραφων και έντυπων, κυρίως ολιγογράμματοι μοναχοί και ιερείς. Όσες από τις ενθυμήσεις αυτές έχουν σχέση με τη Θεσσαλία, τις συγκέντρωσε και τις κατέγραψε σε δύο τόμους ο Κώστας Σπανός, διευθυντής του «Θεσσαλικού Ημερολογίου» και πρόεδρος του Ομίλου Φίλων της Θεσσαλικής Ιστορίας[1]. Συγκλονίζεται κανείς όταν διαβάζει τις πληροφορίες αυτές, οι οποίες μπορεί να μην είναι αριθμητικά ακριβείς, οπωσδήποτε όμως εκφράζουν τη σφοδρότητα του καιρικών φαινομένων και την αδυναμία των ανθρώπων εκείνης της εποχής να τα αντιμετωπίσουν.
Αναφέρουμε την πρώτη ενθύμηση από το βιβλίο του Κώστα Σπανού σχετικά με τις πλημμύρες της Λάρισας, η οποία έχει ως εξής: «1647, Δεκεμβρίου 27, έβρεξεν ένα μερόνυχτο, και ήλθεν το νερό παιάνου από την πόρτα (τα νερά ανέβηκαν πάνω από την πόρτα των σπιτιών), και επνίγησαν εις την Λάρισαν οσπήτια 1500, και άνθρωποι από τον κρεμνησμόν των οσπητίων 800, και περισσότεροι ευρίσκονταν από κάτω στα οσπήτια πνιγμένοι».
Μία από τις μεγαλύτερες πλημμύρες, για την οποία έχουμε άφθονες πληροφορίες, όχι μόνον από ενθυμήσεις αλλά και από ιστορικούς έγινε, τον Αύγουστο του 1811. Προηγήθηκε σφοδρή βροχόπτωση η οποία διήρκησε περίπου 40 ώρες. Πλημμύρισαν οι χείμαρροι που κατέβαιναν από τη νότια πλευρά της Λάρισας και κατέκλυσαν πολλές συνοικίες της. Οι καταστροφές που προξενήθηκαν ήταν τεράστιες τόσο σε ανθρώπινες ζωές, όσο και σε καταστροφές κτισμάτων και αγαθών. ΜΊα ενθύμηση αναφέρει: «1811 Αυγούστου 4 Παρασκευή. Εις ταις εννέα ώραις αρχήνησεν η βροχή και έως Σαββάτω βράδυ ώρα Τετάρτη της νυκτός, ολότελα δεν εσταμάτησεν και ύστερα εστάθηκεν και βυθήσικαν σπήτια στην Λάρισσαν 3525 μαζή με τους ανθρώπους, όπου κατοίκουν, ήταν νύκτα. επνίγηκαν αλόνια , θημονιαίς και άλλα ζώα πολλά».
Την πλημμύρα αυτή την αναφέρει και ο Γάλλος περιηγητής Henry Holland, ο οποίος επισκέφθηκε τη Λάρισα το 1812: «...Ένα χρόνο, περίπου, πριν από την επίσκεψή μας στην Λάρισα, λέγεται πως μερικές εκατοντάδες αγροικίες καταστράφηκαν από την (πλημμύρα της Σαλαμπριάς) , ενώ τα ερείπιά τους φαίνονται ακόμη εις πολλά σημεία....»[2].
Επίσης ένας άλλος λόγιος, ο Πηλιορείτης Αργύρης Φιλιππίδης αναφέρει σχετικά για την ίδια πλημμύρα: «...εις τα 1811 Αυγούστου τέσσαρες, ήλθε έν σώμα νερού (θαύμα μέγα) από τον κάμπον, από το μέρος του Χασάν – Τατάρ (Μεσσοράχη Λάρισας) και Ταουσάνι (Ραχούλα Λάρισας) και έπνιξεν την μισήν την Λάρισσα, και επνίγησαν υπέρ ταις τρείς χιλιάδες σπήτια Οθωμανών και πλήθος αυτών»[3].
Θα σταθούμε όμως κάπως περισσότερο στη μεγάλη πλημμύρα που έγινε στις 15 Οκτωβρίου 1883, μια που έχουμε αψευδείς φωτογραφικές αποτυπώσεις της, με τον φακό του φωτογράφου Ιωάννη Λεονταρίδη του φωτογραφείου «Μακεδονία» από την Θεσσαλονίκη. Είχε φτάσει στη Λάρισα λίγες ημέρες πριν το ξέσπασμα της θεομηνίας και είχε ανοίξει φωτογραφείο και στην πόλη μας[4]. Για τη συγκεκριμένη πλημμύρα έχουν διασωθεί 16 φωτογραφίες του, οι οποίες αποτυπώνουν τις μεγάλες καταστροφές που υπέστη η Λάρισα και η περιοχή της.
Για την ίδια πλημμύρα η εφημερίδα «Εφημερίς» των Αθηνών έγραφε: «... βροχή ραγδαία επί 48 κατά συνέχειαν ώρας πίπτουσα, τοσαύτα ύδατα συνεσώρευσεν ... και ο Πηνειός εκχειλίσας κατέκλυσε την κατ΄εξοχήν ελληνικήν συνοικίαν της πόλεως, την καλουμένην Παράσχου Μαχαλά και εν μέρει τον Αρναούτ μαχαλά. Εις 150 υπολογίζονται αι καταπεσούσαι οικίαι, εις 20 τα θύματα, ανυπολόγιστοι δε αι λοιπαί ζημίαι. Ουδεμία σχεδόν οικία έμεινεν απρόσβλητος υπό των υδάτων»[5]. Νομίζω ότι η περιγραφή της αθηναϊκής εφημερίδας κινείται μέσα στα πραγματικά πλαίσια τόσο στην έκταση της πλημμύρας, όσο και στο θέμα των ζημιών.
Στη Λάρισα οι περιοχές που προσβάλλονταν συνήθως ήταν ο Πέρα Μαχαλάς, ο Αρναούτ Μαχαλάς (συνοικία Αγίου Αθανασίου) και τα Ταμπάκικα, επειδή βρίσκονταν σε χαμηλότερο υψόμετρο. Μερικές φορές η πόλη πλημμύριζε και το καλοκαίρι, όταν έπειτα από ραγδαίες βροχοπτώσεις, οι χείμαρροι Χασαμπαλιώτης και Νεμπεγλεριώτης οι οποίοι έρχονταν από τους λόφους που βρίσκονται κοντά στη νότια πλευρά της πόλης, πλημμύριζαν με τα ορμητικά νερά τους τον Παράσχου Μαχαλά (συνοικία Αγίου Νικολάου) και τα νερά έφταναν μέχρι το σημείο όπου σήμερα βρίσκεται το Ταχυδρομείο. Η Μονάδα Γεφυροποιών του στρατού αναλάμβανε να μεταφέρει με τις βάρκες τους κατοίκους της συνοικίας στο κέντρο της πόλης μέχρις ότου αποσυρθούν τα νερά.
Ακολούθησαν και άλλες πλημμύρες στη Λάρισα μέχρι το 1935 χρονολογία κατά την οποία άρχισαν στην πόλη τα αντιπλημμυρικά έργα από την αγγλική εταιρεία Boot και η κατασκευή της ανακουφιστικής κοίτης στην περιοχή του σημερινού αισθητικού άλσους. Με την κατασκευή και του αποχετευτικού συστήματος των ομβρίων υδάτων το θέμα για τη Λάρισα πλημμύρα θα λέγαμε πλέον ότι ανήκει στο παρελθόν.

(*). Το σημερινό κείμενο βασίζεται ως επί το πλείστον στην ανακοίνωση που έκανε ο Γεώργιος Γραβάνης, μέλος της Φωτοθήκης Λάρισας στην ημερίδα η οποία πραγματοποιήθηκε στο αμφιθέατρο της Δημοτικής Πινακοθήκης Λάρισας-Μουσείο Γ. Ι. Κατσίγρα στις 29 Μαρτίου 2018, με θέμα «Οι πλημμύρες της Λάρισας. Η περίπτωση του 1883». Η εκδήλωση συνοδευόταν και από έκθεση σπάνιων ιστορικών φωτογραφιών της πλημμύρας αυτής, οι οποίες περιήλθαν στην κατοχή της ΔΕΥΑΛ έπειτα από υπόδειξη της Φωτοθήκης Λάρισας του Ομίλου Φίλων της Θεσσαλικής Ιστορίας.
[1]. Σπανός Κώστας. Θεσσαλικές Ενθυμήσεις 1404-1881. τόμ. Α' (1404-1799), Λάρισα (2011) και τόμ. Β΄ (1800-1881), Λάρισα (2014).
[2]. Henry Holland (μετ. Γεώργιος Καραβίτης). Ταξίδι στη Μακεδονία και στη Θεσσαλία (1812-1813), Αθήνα (1989) σελ. 119.
[3]. Θεοδόσης Κ. Σπεράντσας. Τα περισωθέντα έργα του Αργύρη Φιλίππίδη. Μερική Γεωγραφία-Βιβλίον Ηθικόν, επιμ. αρχιμ. Φιλάρετος Βιτάλης, Αθήναι (1978) σελ. 117-118.
[4]. Διαφημιστική καταχώρηση στην σατυρική εφημερίδα της Λάρισας «ΚΟΡΑΚΑΣ», στο φύλλο της 14ης Οκτωβρίου1883. Από το αρχείο του συλλέκτη Θανάση Μπετχαβέ, μέλους της Φωτοθήκης.
[5]. εφ. «Εφημερίς», Αθήναι, φύλλο της 17ης Οκτωβρίου 1883.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com