Πέμπτη 5 Αυγούστου 2021

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Η Λάρισα του 1900 στις κάρτες της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας - Γ'


Το κτίριο του Τουρκικού Διοικητηρίου της Λάρισας όπως ήταν περί το 1900 όταν στέγαζε τις δικαστικές υπηρεσίες της πόλης. Επιστολικό δελτάριο της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας αρ. 243. Το κτίριο του Τουρκικού Διοικητηρίου της Λάρισας όπως ήταν περί το 1900 όταν στέγαζε τις δικαστικές υπηρεσίες της πόλης. Επιστολικό δελτάριο της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας αρ. 243.

Συνεχίζουμε και σήμερα την παρουσίαση των αριθμημένων επιστολικών δελταρίων τα οποία εκδόθηκαν το 1902 από την Ελληνική Ταχυδρομική Υπηρεσία. Η σημερινή έχει τον αριθμ. 243, ο οποίος είναι αποτυπωμένος στο κάτω δεξιό τμήμα της κάρτας.


Λόγω θέσεως και αρχιτεκτονικής δομής, αλλά και λόγω μεγέθους υπήρξε ένα από τα επιβλητικότερα κτίρια της Λάρισας κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Στη δημοσιευόμενη φωτογραφία στέγαζε τα παλαιά Δικαστήρια, ήταν ένα διώροφο κτίριο με υπόγειο, το οποίο βρισκόταν κτισμένο επάνω στην Κεντρική πλατεία και το οποίο καταστράφηκε το 1905 από εμπρησμό. Αν και η διάρκεια ζωής του κτιρίου αυτού ήταν σύντομη (1874-1905), η ιστορία του είναι πολύ ενδιαφέρουσα, όπως αρκετά ενδιαφέρουσα ήταν και η εξωτερική του μορφή, γιατί αποτέλεσε το πρώτο σπουδαίο νεοκλασικό δείγμα αρχιτεκτονικής σε δημόσιο κτίσμα στη Λάρισα.
Το 1874, με προτροπή του σουλτάνου Αβδούλ Αζίζ, κτίσθηκε από τους Οθωμανούς στη βορειοδυτική γωνία της πλατείας, ακριβώς απέναντι από τον τεκέ του Κουρά εφέντη (Κουραχανέ) [1] ένα μεγαλοπρεπέστατο κτίριο με προορισμό να στεγάσει τις οθωμανικές διοικητικές υπηρεσίες της πόλης. Το περιεχόμενο μιας μαρμάρινης επιγραφής εντοιχισμένης στο υπέρθυρο της κεντρικής εισόδου διευκρίνιζε με οθωμανική γραφή ότι: «Ο σουλτάνος Αβδούλ Αζίζ επιθυμών να ευεργετήσει την Λάρισαν διέταξε τον διοικητήν αυτής Τζαβήτ Πασάν να προβή εις την ανέγερσιν του ευπρεπούς τούτου νέου μεγάρου προς στολισμόν της πόλεως, με τας ευχάς εις τον Θεόν όπως διαφυλάττη τούτο από παντός κακού…έτος 1291» [2]. Το έτος 1291 είναι έτος Εγίρας, δηλ. οθωμανικής χρονολόγησης και αντιστοιχεί στο χριστιανικό 1874.
Αρχιτέκτονας του τουρκικού αυτού κτιρίου ήταν ο ελληνικής καταγωγής από τη Ζάκυνθο Στυλιανός Βουκαδόρος, ο οποίος ζούσε την περίοδο εκείνη στη Λάρισα. Να σημειώσουμε ότι ο ίδιος εκπόνησε και τα σχέδια του ελληνικού Γυμνασίου, το οποίο είχε αρχίσει να οικοδομείται το 1873 και βρισκόταν στη νότια πλευρά της πλατείας, εκεί όπου υψώνεται σήμερα το Δικαστικό Μέγαρο.
Εκτός από την κλασική αυτή φωτογραφία που βρίσκεται στο δημοσιευόμενο επιστολικό δελτάριο, το κτίριο έχει αποτυπωθεί και πιο πριν, κατά τη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου το 1897 από Έλληνες και ξένους ανταποκριτές. Είχαν βρεθεί στη Λάρισα για να καλύψουν τις εχθροπραξίες και δημοσίευσαν εικόνες του σε εφημερίδες, περιοδικά και βιβλία σε πολλές χώρες.
Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας και μετά την κατασκευή του, το μεγάλο αυτό κτίριο χρησιμοποιήθηκε ως έδρα του Τούρκου στρατιωτικού διοικητή (πασά) της Θεσσαλίας και του επιτελείου του, με τις συνακόλουθες υπηρεσίες, μέχρι την ημέρα που εγκατέλειψαν την πόλη. Αμέσως μετά την απελευθέρωση της Λάρισας το 1881 το κτίριο περιήλθε στο ελληνικό δημόσιο. Στο ισόγειο στεγάσθηκαν αρχικά δύο λόχοι πεζικού του ελληνικού απελευθερωτικού στρατεύματος, που ήταν υπό τις διαταγές του υποστρατήγου Σκαρλάτου Σούτσου. Στις υπόλοιπες αίθουσες στεγάσθηκαν προσωρινά και άλλες υπηρεσίες, όπως το στρατιωτικό ταχυδρομείο, η Στρατολογία. Η στρατιωτική χρήση του κτιρίου διήρκησε μέχρι το 1892. Τη χρονολογία αυτήν το μεγάλο αυτό κτίριο, αφού συντηρήθηκε, αποδόθηκε για χρήση στις υπηρεσίες της Δικαιοσύνης και σ’ αυτό μεταστεγάσθηκαν οι περισσότερες δικαστικές αρχές της Λάρισας και στο υπόγειο το Δημόσιο Ταμείο. Για τους παλιούς Λαρισαίους το κτίριο αυτό ήταν γνωστό ως Δικαστήρια.
Με την αλλαγή αυτήν η επιγραφή στο υπέρθυρο του κάτω ορόφου άλλαξε πλέον και τώρα ανέγραφε «Θέμιδος Μέλαθρον»[2]. Από την παρουσία στους χώρους της πλατείας του Δικαστικού Μεγάρου έλαβε η πλατεία την επωνυμία πλατεία Δικαστηρίων ή πλατεία Θέμιδος. Η τελευταία ήταν αυτή που τελικά επικράτησε.
Κατασκευαστικά το Διοικητήριο ήταν ένα εντυπωσιακό διώροφο κτίριο με υπόγειο, κτισμένο σε σχήμα χαμηλού Π. Ήταν εξ ολοκλήρου οικοδομημένο από πέτρα και η πρόσοψή του είχε προσανατολισμό ανατολικό [3]. Στην εξωτερική μορφή του κυριαρχούσαν σε έντονο βαθμό τα νεοκλασικά αρχιτεκτονικά στοιχεία και φαίνεται ότι ο αρχιτέκτονας Στυλιανός Βουκαδόρος ακολούθησε την αισθητική των μεγάλων κτιρίων της ελληνικής πρωτεύουσας, με κάποιο μέτρο βέβαια. Στο κέντρο της πρόσοψης στον κάτω όροφο κυριαρχούσε ευρύ προστώο με τέσσερες τετράγωνους κίονες (πεσσούς), οι οποίοι συγκρατούσαν τον κιγκλιδόφρακτο εξώστη του πρώτου ορόφου. Οι τοίχοι και στους δύο ορόφους περιμετρικά ήταν συμμετρικά διάτρητοι από παράθυρα, η στέγη ήταν απλή, χαμηλή, με ξύλινο σκελετό, επικαλυμμένη με κεραμίδια και κατά διαστήματα ήταν τοποθετημένα περίτεχνα ακροκέραμα. Στο κέντρο της πρόσοψης ψηλά, στο ύψος της στέγης, υπήρχε ευρύ χαμηλό τριγωνικό αέτωμα, το οποίο προσέδιδε στο κτίριο ύψος, ομορφιά και συμμετρία [4]. Το εσωτερικό αποτελούνταν από πολλά και ισομεγέθη δωμάτια, κατανεμημένα και από τις δύο πλευρές κατά σειρά στους μακρόστενους διαδρόμους.
Το επιβλητικό αυτό κτίριο το περιέγραψαν με θαυμασμό όλοι σχεδόν οι επισκέπτες της Λάρισας, Έλληνες και ξένοι, οι οποίοι βρέθηκαν στα εδάφη της Θεσσαλίας αμέσως μετά την ενσωμάτωση με την Ελλάδα το 1881, με σκοπό να γνωρίσουν από κοντά τη νέα ελληνική επαρχία [5].
Όμως παρά τις ευχές που εξέφραζε ο Τούρκος σουλτάνος στην επιγραφή του κτιρίου για την αποφυγή παντός κακού, τη νύχτα της 14ης Ιανουαρίου του 1905, το επιβλητικό αυτό μέγαρο των Δικαστηρίων καταστράφηκε έπειτα από πυρκαγιά που ξέσπασε από άγνωστη αιτία, χωρίς τελικά να αποκαλυφθούν οι δράστες. Στην κοινωνία όμως της πόλης όλη εκείνη την περίοδο επικρατούσε η φήμη ότι κάποιος υπόδικος από τα Τρίκαλα πυρπόλησε το ευάλωτο, έτσι κι αλλιώς, κτίριο για να εξαφανίσει τα στοιχεία της αναμφισβήτητης καταδίκης του.
Το 1908 οι αποτεφρωμένοι τοίχοι του μεγάρου ισοπεδώθηκαν και ο χώρος αποδόθηκε στον Δήμο για να διευρύνει την πλατεία Θέμιδος, ώστε να γίνει τελικά η πανελληνίως περιλάλητη για το εύρος της Κεντρική πλατεία (πλατεία Μιχαήλ Σάπκα) της Λάρισας.

 

[1]. Στη θέση αυτή το 1907 κατασκευάστηκε το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας.
[2]. Φαρμακίδης Επαμεινώνδας, Η Λάρισα. Από των μυθολογικών χρόνων μέχρι της προσαρτήσεως αυτής εις την Ελλάδα (1881), Βόλος (1926) σελ. 21.
[3]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Η Λάρισα στα χαρακτικά των Ευρωπαίων περιηγητών, 16ος-19ος αι. Λάρισα (2006) σελ. 139-141.
[4]. Παλιούγκας Θεόδωρος, Η Λάρισα στην Τουρκοκρατία (1423-1881), τόμ. Β’, Κατερίνη (2007) σελ. 521-524.
[5]. Αναφέρουμε μερικούς όπως ο Βολιώτης γιατρός Νικόλαος Γεωργιάδης (1880), ο στρατιωτικός Ι. Κοκκίδης (1880), ο Σπυρίδων Παγανέλης, (1881), ο γερμανός Bernard Ornstein (1881), ο Μιχ. Γρηγορόπουλος (1882), ο μοναχός Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης (1892) και πολλοί άλλοι.

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Η ΑΓΟΡΑ ΤΟΥ ΚΟΥΡΑΧΑΝΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ


Τα κτίσματα στο κέντρο της φωτογραφίας αποτελούν  το οικοδόμημα του Κουραχανέ όπως ήταν το 1896.  Από το βιβλίο «The Burton Holmes Lectures», τόμ. III (1903), σελ. 252 Τα κτίσματα στο κέντρο της φωτογραφίας αποτελούν το οικοδόμημα του Κουραχανέ όπως ήταν το 1896. Από το βιβλίο «The Burton Holmes Lectures», τόμ. III (1903), σελ. 252

Το 1903 κυκλοφόρησε στις Ηνωμένες Πολιτείες ένα πολύτομο έργο με τον τίτλο: The BURTON HOLMES Lectures και τον υπότιτλο: With Illustrations from Photographs by the Author. Complete in Ten Volumes. Ο τρίτος στη σειρά των δέκα τόμων αναφέρεται στην Ελλάδα, την οποία επισκέφθηκε ο συγγραφέας Burton

Holmes μαζί με τη γυναίκα του και ένα άλλο φιλικό τους ζευγάρι και αυτό από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, με την ευκαιρία των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας του 1896. Κατά την παραμονή τους στη χώρα μας δεν αρκέσθηκαν μόνο να παρακολουθήσουν τις αθλητικές εκδηλώσεις των Αγώνων, αλλά επιδόθηκαν και σε ταξίδια στην ελληνική ενδοχώρα, η οποία έφθανε τότε μέχρι τη Μελούνα. Το τρίτο κεφάλαιο του τόμου αυτού έχει τον τίτλο The Wonders of Thessaly και σ’ αυτό περιγράφεται το ταξίδι τους στη Θεσσαλία. Αρχίζει από τον Βόλο όπου έφθασαν με το πλοίο, συνεχίζεται σιδηροδρομικώς προς τη Λάρισα, παρακάμπτεται προς τα Τέμπη και καταλήγει στα Μετέωρα με άμαξες. Καταλαμβάνει 112 από τις 336 σελίδες του τόμου και περιέχει πληθώρα φωτογραφιών (101 συνολικά), οι οποίες παρουσιάζουν ενδιαφέρον, γιατί γνωρίζουμε ότι φωτογραφικές απόψεις της Θεσσαλίας από τα τέλη του 19ου αιώνα υπάρχουν σήμερα ελάχιστες.
Στις φωτογραφίες που έχουν δημοσιευθεί στο βιβλίο του Burton Holmes υπάρχει και μία η οποία απεικονίζει την άμαξα των περιηγητών στην οδό Αλεξάνδρας[1], έξω από το ξενοδοχείο «Το Στέμμα». Το ενδιαφέρον όμως της φωτογραφίας εντοπίζεται κυρίως στα κτίρια τα οποία βρίσκονται πίσω από την άμαξα και τα πρόσωπα που έχουν συγκεντρωθεί και έχουν καταλάβει το οδόστρωμα. Το οικοδόμημα στη μέση της φωτογραφίας με τον τρούλο πίσω του είναι ο καλούμενος τεκές του Κουρά εφέντη ή αλλιώς Κουρά χανέ. Πρόσφατα εντοπίστηκε στα Γ.Α.Κ. Λάρισας, στο αρχείο του συμβολαιογράφου Ανδρέα Ροδόπουλου το «Ψήφισμα της εν Λαρίσση επί των Βακουφίων Επιτροπής περί εκποιήσεως του υπό το όνομα Κουρουχανέ γνωστού οικοδομήματος»[2], το οποίο έχει ως εξής:
«Εν Λαρίσση σήμερον την δεκάτην εβδόμην Φεβρουαρίου του χιλιοστού εννεακοσιοστού τετάρτου έτους, η εν Λαρίσση επί της διαχειρήσεως των Βακουφικών κτημάτων επιτροπή υπό την κατά τον νόμον προεδρείαν του Μουφτή Λαρίσης Χασάν Χατζημέτου συνελθούσα εν ολομελεία και ομοφώνως αποδεξαμένη την πρότασιν του προέδρου αυτής, αποδέχεται και ψηφίζει τα εξής:
Επειδή προ καιρού ο Διευθυντής του ενταύθα Υποκαταστήματος της Εθνικής Τραπέζης κ. Γεώργ. Δεσύπρης εξέφρασε την επιθυμίαν να αγοράση διά λογαριασμόν της Εθνικής Τραπέζης το ενταύθα και απέναντι της πλατείας του Μελάθρου της Θέμιδος κείμενον βακουφικόν οικοδόμημα και οικόπεδον, το γνωστόν υπό το όνομα Κουραχανέ και αποτελούμενον εκ χιλίων εκατόν περίπου τετραγωνικών μέτρων, επί τω σκοπώ να οικοδομηθεί εκείσε κατάστημα της Εθνικής Τραπέζης, λαβόντες υπ' όψιν την πρότασιν ταύτην του κ. Διευθυντού της Τραπέζης, επανειλημμένως εν συμβουλίω συνεζητήσαμεν αυτήν. Το οικοδόμημα τούτο κείμενον εις την κεντρικωτέραν θέσιν της πόλεώς μας, εγγύς της αγοράς και ήδη έχον μεγάλην σχετικώς αξίαν, είναι βέβαιον ότι μετά τινα χρόνον θα έχη μεγαλυτέραν τοιαύτην.
Επειδή όμως δεν ελάβομεν υπ' όψιν μόνον την ωφέλειαν της Κοινότητος ημών, αλλά περί πολλού ποιούμεθα και τον εξωραϊσμόν της πόλεως και αναλογισθέντες ότι διά της ανεγέρσεως κατά το μέρος εκείνο του καταστήματος της Τραπέζης και τα πέριξ θέλουσιν εξωραϊσθή και συνεπώς και τα εγγύς αυτού Βακουφικά κτήματα θέλουσιν υπερτιμηθή και ουδόλως αποβλέποντες εις την σημερινήν τιμήν
διά ταύτα
ομοφώνως και παμψηφεί απεφασίσαμεν και ψηφίζομεν ίνα πωληθή το οικόπεδον του ανωτέρου οικοδομήματος κατ' εξαίρεσιν εις την Εθνικήν Τράπεζαν αντί ολικού ποσού είκοσι χιλιάδων δραχμών, αφού προηγουμένως η επιτροπή λάβη άπαν το υλικόν, λίθους, την ξυλείαν, κ.λπ., της οικοδομής».
Ακολουθούν οι υπογραφές του προέδρου και των μελών της επιτροπής επί των Βακουφίων, του Μουφτή της Λάρισας Χασάν Χατζημέτο και του συμβολαιογράφου Ανδρέα Ροδόπουλου.
Η Εθνική Τράπεζα ήταν από τις πρώτες που ίδρυσαν υποκατάστημα στη Λάρισα αμέσως μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας το 1881. Για τη στέγασή της δεν υπήρχαν την εποχή εκείνη κατάλληλα κτίσματα στην πόλη μας για να αναπτυχθούν μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Ως πλέον κατάλληλο κτίριο θεωρήθηκε αρχικά η κατοικία του ιατρού Αχιλλέα Λογιωτάτου. Βρισκόταν στην οδό Μ. Αλεξάνδρου, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το εγκαταλελειμμένο ξενοδοχείο «Άνεσις» και ήταν κατασκευή των τελευταίων χρόνων της Τουρκοκρατίας. Ήταν μεγάλο και είχε δύο ορόφους με πολλά δωμάτια και υπόγειο. Μετά την αποχώρηση των Τούρκων από τη Θεσσαλία την άνοιξη του 1898, διευθυντής του υποκαταστήματος τοποθετήθηκε ο Γεώργιος Δεσύπρης[3]. Ο τελευταίος διείδε την ανεπάρκεια του υπάρχοντος υποκαταστήματος και προχώρησε στην αναζήτηση κατάλληλου οικοπέδου για την ανέγερση ιδιωτικού κτιρίου της Τράπεζας. Μεταξύ άλλων, επισήμανε την περιοχή του τεκέ του Κουρά Εφέντη (Κουραχανέ) και την πρότασή του κοινοποίησε στην Επιτροπή Διαχειρίσεως Βακουφίων. Αυτή «επανειλημμένως εν συμβουλίω συνεζήτησεν» την επιθυμία του Γ. Δεσύπρη και τελικά απεφάνθη να πωληθεί αντί 20.000 δραχμών, ποσό σημαντικό για την εποχή εκείνη. Μετά την αγορά του οικοδομήματος του Κουραχανέ, η τράπεζα κατεδάφισε όλα τα κτίσματα και στη θέση αυτήν ανήγειρε το νέο της κτίριο νεοκλασικού ρυθμού, αληθινό στολίδι για την πλατεία της Θέμιδος. Μηχανικός του νέου κτιρίου ήταν ο Αθηναίος αρχιτέκτονας Μπαλάνος. Η εφημερίδα «Μικρά» αναγγέλλει στις 17 Ιουνίου 1907 ότι το κτίριο εγκαινιάσθηκε τον Ιούνιο του ιδίου έτους και συμπληρώνει: «Από της παρελθούσης εβδομάδος το ενταύθα Υποκατάστημα της Εθνικής Τραπέζης εγκατεστάθη εις το όπισθεν των πυρποληθέντων Δικαστηρίων[4] λαμπρόν μέγαρον, το οποίον ιδίαις δαπάναις η Τράπεζα ωκοδόμησεν».
Στη συνέχεια θα κάνουμε μια σύντομη περιγραφή των κτιρίων τα οποία υπάρχουν στο πίσω μέρος της φωτογραφίας. Θα ξεκινήσουμε από αριστερά. Διακρίνεται ένα τμήμα και συγκεκριμένα η βορειοδυτική γωνία από το «Θέμιδος Μέλαθρον», δηλαδή το Δικαστικό Μέγαρο της Λάρισας, το οποίο στεγαζόταν το 1896 στο πρώην τουρκικό Διοικητήριο, το οποίο βρισκόταν μέσα στην Κεντρική πλατεία, στη βορειοδυτική γωνία της. Μεσολαβεί η οδός Ακροπόλεως (Παπαναστασίου) και αμέσως μετά διακρίνεται διώροφο παλιό τουρκικό κτίσμα με σαχνισί, και πίσω του ένα τρουλωτό κτίσμα. Ψηλός τοίχος κυκλώνει, όπως φαίνεται, τα δύο κτίσματα. Στη θέση αυτή βρισκόταν επί Τουρκοκρατίας ο τεκές του Κουρά Εφέντη ο οποίος διατηρήθηκε και μετά την απελευθέρωση της Λάρισας γιατί οι Έλληνες δεν θέλησαν να θίξουν το μουσουλμανικό συναίσθημά τους και επέτρεψαν στους Τούρκους να διατηρήσουν και τα τζαμιά και τους τεκέδες τους. Όσο όμως αυτοί αραίωναν αριθμητικά, τα τεμένη εγκαταλείπονταν και έμεναν κλειστά. Τελικά ο τεκές αυτός ήταν που αγοράσθηκε από την Εθνική Τράπεζα.
Στο βάθος διακρίνεται ένα άλλο διώροφο κτίσμα το οποίο ήταν η κατοικία του δικηγόρου Γεωργίου Τέτση. Το όνομά του το συναντά κανείς τακτικά στην τοπική ζωή της Λάρισας αμέσως μετά την απελευθέρωση άλλοτε ως δημοτικό σύμβουλο, άλλοτε πάλι ως πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Λαρίσης. Γύρω στα 1884 ο Γεώργιος Τέτσης αγόρασε την κατοικία αυτήν από κάποιον Τούρκο μπέη που μετακόμισε στην Τουρκία, για να στεγάσει την πολυμελή οικογένειά του. Η κατοικία αυτή βρισκόταν απέναντι από το σημερινό κτίριο της Τράπεζας Ελλάδος, εκεί ακριβώς που βρίσκεται το ελεύθερο οικόπεδο που χρησιμοποιείται ως χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων. Αργότερα το οίκημα αυτό χρησιμοποιήθηκε για να στεγάσει προσωρινά το Α’ Γυμνάσιο Λαρίσης. Από την οικογένεια του Γεωργίου Τέτση γνωστές έμειναν στην ιστορία της πόλης δύο κόρες του, η Αγγελική, η οποία εργάστηκε ως δασκάλα οικοκυρικών στο Αρσάκειο της Λάρισας και η Ελένη, η γνωστή επαναστάτρια (La Rebelle), η οποία παντρεύτηκε τον γαιοκτήμονα Κωνσταντίνο Καρακίτη.
--------------
[1]. Το 1891 απεβίωσε σε ηλικία 21 ετών η πριγκίπισσα Αλεξάνδρα της Ελλάδος, σύζυγος του Παύλου Αλεξάνδροβιτς, Μεγάλου Δούκα της Ρωσίας. Την ίδια χρονιά δόθηκε το όνομά της στην κεντρική αυτήν οδό της Λάρισας.
[2]. Στο σημείο αυτό θέλω να ευχαριστήσω τη Φανή Καραγιάννη για τη βοήθειά της στην απόκτηση αντιγράφου του εν λόγω ψηφίσματος.
[3]. Ήταν μια πολυσχιδής προσωπικότητα που δραστηριοποιήθηκε σε πολλούς τομείς της κοινωνικής ζωής της Λάρισας (Πρόεδρος του αδελφάτου του Δημοτικού Νοσοκομείου, μέλος του Μουσικού Γυμναστικού Συλλόγου, μέλος οργανωτικής επιτροπής Ιππικών Αγώνων, κ.λπ.). Έμεινε στη Λάρισα μέχρι τον θάνατό του το 1912. Μία από τις κόρες του, η Μαρία Δεσύπρη (Αθήνα 1892-Αθήνα 1976) τελείωσε το 1909 το Αρσάκειο της Λάρισας και το 1923 παντρεύτηκε τον Αλέξανδρο Σβώλο, καθηγητή Πανεπιστημίου και πολιτικό. Η ίδια εξελέγη μεταπολεμικά δύο φορές βουλευτής με την ΕΔΑ, το 1958 και το 1961. Από τον καιρό που ήταν ακόμη νέα και ζούσε στη Λάρισα, πρωτοστατούσε στο τοπικό φεμινιστικό κίνημα μαζί με άλλες πρωτοπόρες γυναίκες (Παπασταύρου Αμαλία, Ελένη Τέτση (Rebelle), Κική Πιπινοπούλου, Μαρία Πίπιζα, και άλλες).
[4]. Τη νύχτα της 14ης Ιανουαρίου του 1905, το επιβλητικό αυτό μέγαρο των Δικαστηρίων (Θέμιδος Μέλαθρον) καταστράφηκε έπειτα από πυρκαϊά που ξέσπασε από άγνωστη αιτία, χωρίς τελικά να αποκαλυφθούν οι δράστες.
Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)

 

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Η Λάρισα του 1900 στις κάρτες της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας - Β'


ΛΑΡΙΣΑ - ΤΑ ΑΝΑΚΤΟΡΑ. Η αρ. 242 κάρτα της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας. Ταχυδρομημένη στις 31 Δεκεμβρίου 1902. ΛΑΡΙΣΑ - ΤΑ ΑΝΑΚΤΟΡΑ. Η αρ. 242 κάρτα της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας. Ταχυδρομημένη στις 31 Δεκεμβρίου 1902.

Από το σημερινό δημοσίευμα θα αρχίζουμε την περιγραφή των οκτώ φωτογραφιών που απεικονίζουν τοπία της Λάρισας και τις οποίες κυκλοφόρησε σε αριθμημένα επιστολικά δελτάρια το 1902 η Ελληνική Ταχυδρομική Υπηρεσία. Το πρώτο απ' αυτά με αριθμό 242 απεικονίζει το κτίριο των ανακτόρων της Λάρισας και είναι ταχυδρομημένο στις 31 Δεκεμβρίου 1902.


Το κτίριο των Ανακτόρων βρισκόταν ακριβώς στο σημείο όπου σήμερα υπάρχουν οι εγκαταστάσεις του Δημοτικού Ωδείου της Λάρισας. Όπως γίνεται αντιληπτό και από τη δημοσιευόμενη φωτογραφία, το οίκημα των ανακτόρων ήταν ένα μεγάλο διώροφο κτίσμα, το οποίο στην κάτοψη είχε σχήμα Π. Η πρόσοψή του ήταν πλούσια σε ανοίγματα (πόρτες, μεγάλα παράθυρα) και είχε προσανατολισμό ανατολικό, δηλαδή έβλεπε προς τη σημερινή πλατεία του αγίου Βησσαρίωνος. Ήταν κτίσμα της δεκαετίας του 1870 και θεωρείτο από τις σημαντικότερες και επιβλητικότερες κατοικίες της ύστερης Τουρκοκρατίας στη Λάρισα. Αποτελούσε την επίσημη κατοικία, το κονάκι, του Χουσνή μπέη, μεγαλοκτηματία της περιοχής και είχε κατασκευασθεί με ιδιαίτερη επιμέλεια. Μικρό διάστημα πριν από την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας με την υπόλοιπη χώρα ο ιδιοκτήτης του εγκατέλειψε τη Λάρισα και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Κωνσταντινούπολη, παρέμεινε όμως στην Ελλάδα ο αδελφός του Χαϊρή μπέης.
Έναν μήνα περίπου μετά την απελευθέρωση της Λάρισας που έγινε στις 31 Αυγούστου 1881, ο βασιλιάς Γεώργιος Α' θέλησε να επισκεφθεί τις νεοαποκτηθείσες περιοχές και στις αρχές Οκτωβρίου βρέθηκε με τη συνοδεία του στη Λάρισα. Για τη διαμονή του αναζητήθηκε ένα ευπρεπές οίκημα το οποίο έπρεπε απαραιτήτως να έχει τους χώρους υγιεινής ενσωματωμένους στην κατοικία[1]. Έπειτα από πολλές συσκέψεις κρίθηκε ως κατάλληλη κατοικία το κονάκι του Χουσνή μπέη, αν και ο ιδιοκτήτης ήταν Οθωμανός. Φαίνεται ότι το κτίριο άρεσε στον βασιλιά Γεώργιο και κατά την ολιγοήμερη παραμονή του στη Λάρισα θέλησε να αγοράσει την κατοικία αυτή για να τη διαμορφώσει σε προσωπικό του ανάκτορο. Όταν εξέφρασε την επιθυμία του αυτή στον Χαϊρή μπέη, ο τελευταίος προσφέρθηκε να δωρίσει στον βασιλιά την κατοικία του αδελφού του επειδή καταδέχθηκε να καταλύσει στο αρχοντικό τους και επειδή υπήρχε έθιμο σε σπίτι όπου διέμενε βασιλιάς δεν κατοικείτο έκτοτε από άλλους. Αλλά οι νόμοι του ελληνικού βασιλείου δεν επέτρεπαν κάτι τέτοιο. Έτσι υπήρχε παλαιότερα έντονη η φήμη ότι η κατοικία μεταβιβάστηκε στον Γεώργιο έναντι του συμβολικού ποσού των 2 δραχμών. Η άποψη αυτή σήμερα αποδεικνύεται ότι είναι ένας ωραίος μύθος, όπως στα παραμύθια με τους βασιλιάδες. Στην κατοχή Λαρισαίου συλλέκτη υπάρχουν οι αυθεντικοί τίτλοι ιδιοκτησίας του κτίσματος αυτού. Πρόκειται για ένα συμβόλαιο το οποίο υπογράφεται αφ' ενός μεν από τον πωλητή Χαϊρή μπέη, κτηματία, κάτοικο Λαρίσης, αδελφό του ιδιοκτήτη και πληρεξούσιό του και αφ' ετέρου από τον Ανδρέα Καλίνσκη, επιμελητή της βασιλικής χορηγίας, κάτοικο Αθηνών και πληρεξούσιο του βασιλιά Γεωργίου. Ως ημερομηνία αγοραπωλησίας αναφέρεται η Κυριακή 11 Οκτωβρίου 1881 και ώρα 6η απογευματινή. Το τίμημα της αγοράς της οικίας ανερχόταν σε 1.100 οθωμανικές λίρες, δηλ. 27. 552 δραχμές και η συμβολαιογραφική πράξη έγινε "ενώπιον του συμβολαιογραφούντος ειρηνοδίκου Λαρίσης Αποστόλου Γεωργίου Μαλαχατοπούλου". Κατά τη στιγμή της υπογραφής και σύμφωνα με το συμβόλαιο "...έλαβεν ο πωλητής παρά του αγοραστού τετρακόσια εικοσάφραγκα χρυσά ελληνικά (δηλ 9.330 δραχ.), το δε υπόλοιπον τίμημα υπόσχεται ο αγοραστής υπό την ιδιότητά του να το αποστείλη δια συναλλαγματικής επί Κωνσταντινουπόλεως".
Το οικοδόμημα τούτο, ιδιοκτησίας πλέον του βασιλικού οίκου, επιδιορθώθηκε και ευπρεπίσθηκε εσωτερικά και εξωτερικά, υπό την επίβλεψη του επιμελητή των ανακτόρων Ν. Θων, ώστε να καταστεί ένα άνετο βασιλικό κατάλυμα κατά την παραμονή της βασιλικής οικογένειας στη Λάρισα. Και ήταν συχνή η παρουσία τους εδώ, καθόσον η Λάρισα σαν ακριτική πόλη, είχε μεγάλο αριθμό στρατευμάτων και κάθε φθινόπωρο γινόταν μεγάλα στρατιωτικά γυμνάσια παρουσία του βασιλιά ή του διαδόχου. Όλοι αυτοί διέμεναν στο συγκεκριμένο κτίριο. Το γεγονός αυτό στάθηκε αιτία να καθιερωθεί πλέον στη συνείδηση κάθε Λαρισαίου η ονομασία του κτίσματος αυτούς ως ανάκτορα και ο περιβάλλων αυτό κατάφυτος κήπος, ως κήπος ανακτόρων.
Ο Μιχαήλ Γρηγορόπουλος στα σύγγραμμά του "Περιήγησις εν Ελλάδι", έκδοση του 1882, αναφέρει για την αγορασθείσα κατοικία τα εξής: "... εισί δε και τινες νεόδμητοι οικίαι, ως και παλαιαί ευκτίριοι και ευρύχωροι, αίτινες κοσμούσι την πόλιν, μεταξύ των οποίων διαπρέπει η πρώην οικία του Χουσνή μπέη, αγορασθείσα παρά της Α. Μ. του Βασιλέως, ήτις διαπρέπει επί μεγέθει και εξωτερική και εσωτερική διακοσμήσει".
Το 1897, κατά τη διάρκεια του "ατυχούς" ελληνο-τουρκικού πολέμου, στα ανάκτορα αυτά διέμενε ο διάδοχος Κωνσταντίνος, επικεφαλής των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας, εδώ είχε εγκατασταθεί η έδρα του στρατηγείου των πολεμικών επιχειρήσεων και απ' εδώ άρχισε η σταδιακή ντροπιαστική υποχώρηση του στρατού μας. Το 1912 απ' εδώ επίσης ξεκίνησε η νικηφόρα πορεία των ελληνικών στρατευμάτων με επικεφαλής τον διάδοχο Κωνσταντίνο και τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο για την κατάληψη της Μακεδονίας και της Ηπείρου.
Το 1913 δολοφονήθηκε στη Θεσσαλονίκη ο Βασιλιάς Γεώργιος Α' και τον διαδέχθηκε ο Κωνσταντίνος. Ο Γεώργιος με διαθήκη του είχε αφήσει τα ανάκτορα της Λάρισας στην κυριότητα του πρίγκιπα Νικολάου. Ο νέος ιδιοκτήτης μετά από έναν χρόνο, το 1914, προχώρησε στη διαδικασία πώλησής του στον Δήμο Λαρίσης, η οποία τελικά ολοκληρώθηκε το 1916, επί δημαρχίας Μιχαήλ Σάπκα. Ο Δήμος εν συνεχεία ενοικίασε τον ελεύθερο χώρο του κήπου των ανακτόρων στον επιχειρηματία Πέτρο Χαλήμαγα για τη δημιουργία ψυχαγωγικού κέντρου πολυτελείας. Εν τω μεταξύ είχε ήδη αρχίσει η παρακμή του κτιρίου των παλαιών ανακτόρων, η οποία συνεχίστηκε και κατά τη διάρκεια του εθνικού διχασμού (1916-1918), όταν στο ανάκτορο μεταφέρθηκε προσωρινά η λειτουργία του Αρσακείου[2], επειδή στα κτίρια του τελευταίου δημιουργήθηκε νοσοκομείο πολιτικών κρατουμένων. Το 1929 το κτίριο των ανακτόρων κατεδαφίσθηκε από τον Δήμο λόγω φθοράς αλλά και πολιτικών συγκυριών. Στη Θέση του ο Πέτρος Χαλήμαγας κατασκεύασε έναν σύγχρονο για την εποχή του κινηματογράφο. Έτσι άδοξα έκλεισε τον κύκλο του ένα από τα ιστορικότερα κτίρια της Λάρισας.
-----------------------------------------------------
[1]. Παλαιότερα και ιδίως κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας, είναι γνωστό ότι οι χώροι υγιεινής ήταν σε κάποια απόσταση από την κυρίως κατοικία, επειδή δεν υπήρχε αποχετευτικό δίκτυο στους οικισμούς.
[2]. Το Αρσάκειο στεγαζόταν στη γωνία των οδών Ηπείρου και Ασκληπιού και καταστράφηκε από τον σεισμό του 1941. Μεταπολεμικά στη θέση του κατασκευάσθηκε μεγάλο κτίριο που στέγασε τις υπηρεσίες του ΙΚΑ και πριν λίγες δεκαετίες κατεδαφίσθηκε.

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Η Λάρισα του 1900 στις κάρτες της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας - Α’


Ο οπισθότυπος επιστολικού δελταρίου της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας, το οποίο ταχυδρομήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1919, προφανώς από στρατιώτη των γαλλικών  στρατευμάτων που είχαν καταλάβει τη Λάρισα, στην αγαπημένη του Μαργαρίτα στη Γαλλία Ο οπισθότυπος επιστολικού δελταρίου της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας, το οποίο ταχυδρομήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1919, προφανώς από στρατιώτη των γαλλικών στρατευμάτων που είχαν καταλάβει τη Λάρισα, στην αγαπημένη του Μαργαρίτα στη Γαλλία

Η παλαιά ιστορία μιας πόλης ή μιας περιοχής μπορεί να συντεθεί από πολλά και ποικίλα δεδομένα. Περιγραφές προφορικές, γραπτά στοιχεία, αρχειακό υλικό, παλιές εφημερίδες και περιοδικές εκδόσεις, βιβλία, χαρακτικά και φωτογραφίες είναι τα κυριότερα.

Το απεικονιστικό υλικό, συγκριτικά με τα άλλα στοιχεία, έχει ένα σημαντικό πλεονέκτημα. Καταγράφει τοπία, κίρια, άτομα σε μια δεδομένη στιγμή και με τόση λεπτομέρεια και καθαρότητα, ώστε το γραπτό κείμενο ή μια οποιαδήποτε περιγραφή όσο πλούσια και περιεκτική και αν είναι, δεν μπορεί να το συναγωνιστεί. Το θέμα του σημερινού μας σημειώματος θα είναι φωτογραφίες της Λάρισας σε επιστολικά δελτάρια του 1902.
Η μεγάλη ανάπτυξη των ταχυδρομικών αποστολών, η ευχερέστερη συγκοινωνιακή μετακίνηση και η πρόοδος και εξέλιξη της φωτογραφικής τέχνης στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα είναι τα τρία βασικά στοιχεία τα οποία οδήγησαν στην αναζήτηση ενός άλλου μέσου επικοινωνίας, πέρα της μέχρι τότε χειρόγραφης επιστολής. Τότε εμφανίσθηκαν τα ταχυδρομικά δελτάρια, τα γνωστά και ως καρτ ποστάλ ή κάρτες. Ανεικονικά στην αρχή, γέμιζαν τη μια επιφάνεια με το γραπτό κείμενο του αποστολέα και την άλλη με τις διευθύνσεις του αποστολέα και του παραλήπτη, και ουσιαστικά δεν διέφεραν της επιστολής. Αργότερα όμως στη μια πλευρά της κάρτας άρχισαν να εκτυπώνονται τοπία, επαγγελματικές ασχολίες, κτιριακά συγκροτήματα, στιγμές του καθημερινού βίου, ερωτευμένα ζευγάρια και άλλα πολλά που η εφευρετικότητα των κατασκευαστών μπορούσε να συλλάβει. Από τα δελτάρια αυτά εκείνα με την απεικόνιση τοπίων και ερωτικών ζευγαριών ήταν από τα πλέον δημοφιλή. Για τον λόγο αυτό από τα τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα άρχισαν να κυκλοφορούν μαζικά. Ακολουθώντας το πνεύμα της εποχής και η χώρα μας, αρχικά είχε διάφορες ιδιωτικές ερασιτεχνικές πρωτοβουλίες στον τομέα της έκδοσης επιστολικών δελταρίων. Όμως το 1900 και συγκεκριμένα στις 14 Ιουνίου, με βασιλικό διάταγμα ανατέθηκε στη Γενική Διεύθυνση Ταχυδρομείων και Τηλεγράφων η προκήρυξη πανελλήνιου διαγωνισμού μεταξύ καλλιτεχνών και φωτογράφων, για την εκπόνηση πρωτότυπων[1] απεικονίσεων για τα εικονογραφημένα ταχυδρομικά δελτάρια που είχε την πρόθεση να εκδώσει η Ελληνική Ταχυδρομική Υπηρεσία.
Μετά από τις σχετικές διαδικασίες και την κατάλληλη επιλογή, εκδόθηκαν συνολικά δώδεκα σειρές, από 32 δελτάρια η κάθε σειρά. Δηλαδή κυκλοφόρησαν συνολικά 384 επιστολικά δελτάρια, με απεικονίσεις τοπίων και αρχαιοτήτων από ολόκληρη την τότε ελληνική επικράτεια, η οποία έφθανε μέχρι τη Μελούνα. Η πρώτη από τις δώδεκα σειρές κυκλοφόρησε στην αγορά μέσω των ταχυδρομικών καταστημάτων όλης της χώρας την 1η Ιουλίου του 1901, ενώ η τελευταία, η δωδέκατη, την 20ή Μαρτίου του 1903. Τα δελτάρια αυτά είχαν τις κανονικές διεθνείς διαστάσεις 10 Χ 15 εκ. και ήταν όλα μονόχρωμα. Ορισμένα κυκλοφόρησαν μόνον σε ένα χρώμα, που ήταν μαύρο ή καφετί ή πράσινο, ενώ άλλα και στα τρία χρώματα. Όλα χαρακτηρίζονται εκτός των άλλων, και από την άνευ χρώματος ανάγλυφη (en relief) απεικόνιση του πτερωτού Ερμή. Την ανάγλυφη αυτή σφραγίδα τοποθετούσε το Εθνικόν Σφραγιστήριον. Από τα 384 αυτά ταχυδρομικά δελτάρια της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας τα οποία είναι αριθμημένα, τα 63 απεικονίζουν τοπία της θεσσαλικής περιοχής (Βόλος - Πήλιο - Λάρισα - Αμπελάκια - Τέμπη - Τρίκαλα - Μετέωρα). Εκείνα τα οποία απεικονίζουν αποκλειστικά τοπία της Λάρισας είναι συνολικά οκτώ, κυκλοφόρησαν την 1η Μαΐου του 1902 και έχουν στο κάτω μέρος της κάρτας και εκτός της εικόνας, τις εξής ενδείξεις στα ελληνικά και τα γαλλικά, μαζί με τον αριθμό τους:
-αρ. 242. Λάρισσα. Τα Ανάκτορα.
-αρ. 243. Λάρισσα. Το Δικαστήριον
-αρ. 244. Λάρισσα. Η Μητρόπολις.
-αρ. 245.Πανόραμα της Λαρίσσης.
-αρ. 246. Λάρισσα. Άποψις του Πηνειού.
-αρ. 247. Γέφυρα του Πηνειού εν Λαρίσση.
-αρ. 249. Άποψις της Λαρίσσης από του Φρουρίου
-αρ. 250. Οδός εν Λαρίσση.
Τα επιστολικά αυτά δελτάρια τα οποία απεικονίζουν τη Λάρισα μπορεί να κυκλοφόρησαν πανελλήνια τον Μάιο του 1902, όμως οι φωτογραφικές αποτυπώσεις (τα κλισέ) έγιναν μερικά χρόνια πριν. Πότε ακριβώς δεν είναι καταγραμμένο. Γνωρίζοντας όμως την ιστορία των απεικονιζόμενων κτιρίων, δεν θα βρισκόμασταν πολύ μακριά από την πραγματικότητα αν υποστηρίζαμε ότι εμφανίζουν τοπία της πόλης της περιόδου 1898-1899, δηλ. αμέσως μετά την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων από την προσωρινή κατοχή της Θεσσαλίας από τους Οθωμανούς.
Ένα επιπλέον χαρακτηριστικό των καρτών αυτών είναι ότι ο φωτογράφος τους μάς είναι άγνωστος. Έγινε το 1900 ο διαγωνισμός μεταξύ φωτογράφων απ’ όλη τη χώρα, προκρίθηκαν οι φωτογραφίες που ενέκρινε η Διεύθυνση Ταχυδρομείων και Τηλεγράφων, αλλά στις κάρτες δεν αναγράφεται τίποτε σχετικό περί του φωτογράφου και ούτε γνωρίζουμε από άλλες πηγές ποιοι ήταν αυτοί. Προς το παρόν, 120 χρόνια μετά, παραμένουν ανώνυμοι.
Στην οπίσθια πλευρά της κάρτας ήταν τυπωμένα τα εξής στα ελληνικά και τα γαλλικά: «Παγκόσμιος Ταχυδρομική Ένωσις. Επιστολικόν Δελτάριον». Επειδή μεγάλες ποσότητες καρτών διανέμονταν στον στρατό, στα περισσότερα υπάρχει σφραγίδα με τις λέξεις: «Στρατιωτικόν Δελτάριον Ατελές».
Αντικρίζοντας κανείς τις φωτογραφίες αυτές της Λάρισας στα ταχυδρομικά δελτάρια, με την πρώτη ματιά δεν αναγνωρίζει σχεδόν τίποτε, έχοντας στο νου του τη σημερινή πόλη. Μελετώντας όμως προσεκτικά το τοπίο που προβάλλεται και διατηρώντας, ιδίως οι παλαιότεροι, κάποια αμυδρή εικόνα από την παλιά Λάρισα, μπορούμε να ταυτοποιήσουμε πολλά σημεία της όπως ήταν την περίοδο του 1900 και να γνωρίσουμε έστω κι έμμεσα, δηλαδή φωτογραφικά, διάφορες περιοχές ή κτίσματα που δεν υπάρχουν πια. Είναι κτίσματα μεγάλα για την εποχή τους, αληθινά στολίδια της πόλης, τα οποία ο χρόνος, οι φυσικές καταστροφές, οι πόλεμοι και η νεωτεριστική αντίληψη αντικατάστασής τους με νέα, τα εξαφάνισαν ολοκληρωτικά.
Σε επόμενα κείμενά μας θα δημοσιεύσουμε και τις οκτώ φωτογραφίες με τη σειρά που τις έχουμε καταγράψει και θα τις μελετήσουμε με απλό και περιεκτικό τρόπο, προσθέτοντας και ορισμένα ιστορικά στοιχεία για να εδραιώσουμε καλύτερο το ιστορικό υπόβαθρο κάθε τοπίου. Για όσα λάθη θα διαγνωσθούν από τους αναγνώστες, θα δεχθούμε ευχάριστα τις υποδείξεις όσων τυχαίνει να γνωρίζουν τις συγκεκριμένες απεικονίσεις καλύτερα, θα συζητήσουμε πάνω σ’ αυτές και πιστεύω ότι θα καταλήξουμε σε ασφαλέστερα και πιο αξιόπιστα συμπεράσματα (2410-287.450 και 6951-004.232).

 

[1]. Είναι χαρακτηριστικό ότι όλες οι φωτογραφικές απόψεις των τοπίων και στις 384 κάρτες είναι πρωτότυπες στην εποχή τους και δεν τις έχουμε συναντήσει πουθενά αλλού, πλην από τις κάρτες της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας.

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

 

Δευτέρα 2 Αυγούστου 2021

Ο «ΤΡΑΝΟΣ» ΜΑΧΑΛΑΣ


Άποψη του ανατολικού τμήματος του Τρανού μαχαλά, στο σημείο όπου λειτουργούσε  η «αγορά της Τετάρτης». Προπολεμική φωτογραφία. Αρχείο Θανάση Μπετχαβέ Άποψη του ανατολικού τμήματος του Τρανού μαχαλά, στο σημείο όπου λειτουργούσε η «αγορά της Τετάρτης». Προπολεμική φωτογραφία. Αρχείο Θανάση Μπετχαβέ

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)


Μέσα στα 7,5 χρόνια παρουσίας της στήλης αυτής στην εφημερίδα «Ελευθερία» περιγράψαμε πολλούς μαχαλάδες (συνοικίες) της παλιάς Λάρισας. Ο «Τρανός» μαχαλάς, δηλαδή η συνοικία του Αγ. Αχιλλίου, δεν ξέρω γιατί, μας «ξέφευγε» όλα αυτά τα χρόνια και δεν ασχοληθήκαμε μ' αυτόν, αν και θεωρείτο από παλιά ο κεντρικότερος μαχαλάς της πόλης. Την ονομασία αυτήν την είχε φυσικά από τα χρόνια της τουρκοκρατίας και διατηρήθηκε για αρκετές δεκαετίες μετά την απελευθέρωση της Λάρισας το 1881.
Ονομαζόταν «Τρανός», ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν σε έκταση μεγάλος, καθώς ελάχιστες ήταν οι κατοικίες του και ο μεγαλύτερος χώρος καταλαμβάνονταν από καταστήματα, υπολείμματα από ιστορικά κτίσματα, το ρολόι, τον μητροπολιτικό ναό του Αγ. Αχιλλίου και ελεύθερους χώρους. Οι υπάρχουσες κατοικίες ανήκαν ως επί το πλείστον σε χριστιανικές οικογένειες και οι μουσουλμάνοι μπέηδες, για άγνωστους λόγους, δεν προτιμούσαν να έχουν την κατοικία τους πάνω στον Λόφο. Τον Τρανό μαχαλά μπορούμε να τον οριοθετήσουμε στον κυκλικό χώρο, ο οποίος περικλείεται από τους σημερινούς δρόμους Βενιζέλου, Δήμητρας, Γεωργιάδου, μέχρι την είσοδο της μεγάλης λίθινης γέφυρας. Δηλαδή περιλάμβανε όλο τον υπερυψωμένο χώρο, που σήμερα ονομάζεται Λόφος του Φρουρίου, αλλά στα αρχαία χρόνια βρισκόταν η Ακρόπολη της Λάρισας, με πολλά μνημειακά κτίσματα, από τα οποία μόνο το Αρχαίο Θέατρο έχει μέχρι σήμερα αποκαλυφθεί. Ως γνωστόν κατά την αρχαιότητα η πόλη εκτεινόταν κατά μήκος της δεξιάς όχθης του Πηνειού. Ουσιαστικά άρχιζε από τη σημερινή συνοικία του Αγ. Αθανασίου και έφθανε μέχρι την περιοχή της Αγίας Μαρίνας. Κατά πλάτος έφθανε λίγο νοτιότερα από την πλατεία Ταχυδρομείου.
Κατά τον 19ο αιώνα που έχουμε τις πρώτες απεικονίσεις από τα εικονογραφημένα οδοιπορικά των ξένων περιηγητών, η δυτική πλευρά του Τρανού μαχαλά ήταν κατάσπαρτη από κάθε είδους κτίσματα, συνήθως ισόγεια, αλλά η κλίση του εδάφους πρόσφερε τη δυνατότητα να κτίζονται και διώροφα, ακόμη και τριώροφα οικήματα. Οι δρόμοι στο σημείο αυτό ήταν στενοί (σοκάκια), ελικοειδείς, λιθόστρωτοι. Η δε πυκνότητα δόμησης ήταν τέτοια ώστε στις απεικονίσεις των χαρακτικών ο ναός του Αγ. Αχιλλίου, ο μοναδικός στη Λάρισα την περίοδο της τουρκοκρατίας, να μη διακρίνεται καθόλου, να καλύπτεται από ιδιωτικά κτίσματα και μόνο από ορισμένες γωνίες καταγραφής να διακρίνεται η στέγη της βασιλικής του Καλλιάρχη. Μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους το 1881 το ελληνικό κράτος και οι τοπικές αρχές άρχισαν σταδιακά την κατεδάφιση των κτισμάτων αυτών και ο χώρος «ανάσανε». Απελευθερώθηκε η προ του μητροπολιτικού ναού περιοχή, αντικαταστάθηκε η κλίση του εδάφους με ισχυρό αναλληματικό τοιχίο, κατασκευάσθηκε ευρύ και μεγάλο κλιμακοστάσιο, το οποίο συνέδεε τον Λόφο με τον δρόμο, ο οποίος δημιουργήθηκε παράλληλα με τη δεξιά όχθη του ποταμού και άρχισαν να κτίζονται σε προκαθορισμένα σημεία νέες κατοικίες, χωρίς να αποκρύπτουν τη θέα από τον ναό. Μία από τις πρώτες σύγχρονες για την εποχή εκείνη κατοικίες ήταν του μητροπολίτη Νεόφυτου το 1882, μερικά χρόνια αργότερα το τριώροφο αρχοντικό του Ιωάννη Βελλίδη, του Μακρή, του Αλέκου και άλλες.
Στο κέντρο περίπου του Λόφου από τη μια πλευρά δέσποζε το ρολόι της πόλης, το οποίο πέρασε από διάφορες κατασκευαστικές φάσεις και το έχουμε περιγράψει επανειλημμένως και από την άλλη πλευρά, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το Ηρώο της πόλης, ήταν οι στρατιωτικές εγκαταστάσεις του πυροβολικού αρχικά των Τούρκων και στη συνέχεια οι ελληνικές.
Ανατολικότερα βρίσκεται ό,τι σώθηκε από την τουρκική αγορά, το λεγόμενο μπεζεστένι, που αυτό το διάστημα αποκαθίσταται. Μέσα σ' αυτό άνθισε επί τουρκοκρατίας το εμπόριο πολύτιμων λίθων, αργυροχρυσοχοΐας και μεταξωτών ειδών. Δίπλα του βρίσκεται ένας μεγάλος ανοικτός χώρος. Στο σημείο αυτό, όπως αναφέρει ο δημοσιογράφος Κώστας Περραιβός, λειτουργούσε μεγάλη λαϊκή αγορά από το 1750. Ήταν το μικρό παζάρι του Τρανού μαχαλά, που γινόταν παλιά δύο φορές την εβδομάδα, κάθε Δευτέρα και Τετάρτη. Ζωηρότερο εμπορικά ήταν αυτό της Τετάρτης, γι’ αυτό με το πέρασμα του χρόνου η λαϊκή της Δευτέρας εγκαταλείφθηκε, καθώς τα μέσα συγκοινωνίας της εποχής εκείνης ήταν πρωτόγονα. Δεν μπορούσαν να γίνουν εύκολα ταξίδια, γιατί τα μόνα μεταφορικά μέσα ήταν τα γαϊδουράκια, οι αραμπάδες, οι σούστες, τα κάρα. Αυτά χρησιμοποιούσαν και έρχονταν από τα χωριά στη Λάρισα μια φορά την εβδομάδα για να πωλήσουν τα προϊόντα τους και να κάνουν τα απαραίτητα ψώνια. Στην αγορά της «Τετάρτης» έβρισκαν όλα τα είδη που ικανοποιούσαν τις λιτές εξάλλου βιοτικές ανάγκες τους. Στην εβδομαδιαία αυτήν αγορά, όπως ονομαζόταν επίσημα η αγορά της «Τετάρτης», υπήρχαν όλα τα είδη τροφίμων (κυρίως σε μεγάλη ποικιλία ζαρζαβατικά και φρούτα). Πωλητές ήταν οι ίδιοι οι παραγωγοί, γι’ αυτό και οι τιμές ήταν χαμηλές, γεγονός που εξακολουθεί να γίνεται και σήμερα για ορισμένα γεωργικά και κηπευτικά προϊόντα. Εκτός όμως από τα φαγώσιμα εκθέτονταν και προϊόντα αγροτικής οικοτεχνίας. Βελέντζες, χράμια, κιλίμια, υφαντά υφάσματα, τα περίφημα «σταμπωτά» του Τυρνάβου και πολλά αντικείμενα οικιακής χρήσης.
Η προφορική παράδοσή μας διέσωσε μια ωραία ιστορία για την αιτία επιλογής της Τετάρτης ως ημέρας διεξαγωγής της λαϊκής αγοράς. Αρχικά ορίσθηκε να γίνεται κάθε Σάββατο, μια ημέρα που εξυπηρετούσε κυρίως τους χωρικούς να κατεβαίνουν στη Λάρισα για να κάνουν τα ψώνια τους. Διαμαρτυρήθηκε όμως και αντέδρασε έντονα η Εβραϊκή Κοινότητα, καθώς η ημέρα αυτή είναι γι' αυτούς αφιερωμένη στην εκτέλεση των θρησκευτικών τους καθηκόντων. Η επόμενη επιλογή ήταν η Παρασκευή. Όμως οι Τούρκοι, κυρίαρχοι κατακτητές τότε, δεν ενέκριναν την ημέρα αυτήν γιατί γι' αυτούς είναι ιερή και απαγορεύεται να εκτελούν οποιαδήποτε εργασία. Στη συνέχεια προτάθηκε η Κυριακή, αλλά μ' αυτήν την επιλογή διαμαρτυρήθηκαν οι χριστιανοί, που θεωρούσαν βέβηλη πράξη να γίνεται παζάρι τέτοια μέρα. Τελικά βρέθηκε η μέση λύση. Ήταν η Τετάρτη, που ήταν και η μεσαία ημέρα της εβδομάδος. Και αυτή έμεινε για πολλά χρόνια, μέχρι τη δεκαετία του 1970, όταν για λόγους εξωραϊσμού έμεινε ελεύθερος ο χώρος αυτός και ορίσθηκε άλλος τόπος τελέσεως της αγοράς της «Τετάρτης». Και καθώς η Λάρισα μεγάλωνε οργανώθηκαν και άλλες λαϊκές αγορές σε διάφορα σημεία της πόλης και σε διαφορετικές ημέρες, σε σημείο ώστε σήμερα κάθε ημέρα υπάρχει και μία «λαϊκή» σε κάποιο σημείο της πόλης.
Στη δημοσιευόμενη φωτογραφία διακρίνονται οι εφήμερες παράγκες που καταλάμβαναν τον χώρο της λαϊκής της «Τετάρτης», πάνω στον λόφο της Ακρόπολης και τα καταστήματα της ανατολικής πλευράς του Τρανού μαχαλά. Η φωτογραφία είναι της δεκαετίας του 1930.
Στις παρυφές της νότιας και της ανατολικής πλευράς του Λόφου υπήρχαν και διατηρούνται και σήμερα διάφορα καταστήματα τα οποία χωροταξικά ανήκουν στη συνοικία του Αγ. Αχιλλίου, δηλ. στον «Τρανό» μαχαλά. Τα μαγαζιά ήταν όλα ισόγεια και τα περισσότερα μένουν από τότε στο ίδιο ύψος, ήταν δε χωρισμένα κατά τομείς. Αρχίζοντας από την οδό Μακεδονίας και κατευθυνόμενοι από τη γέφυρα προς το κέντρο επικρατούσαν τα χάνια και αργότερα τα ξενοδοχεία. Εδώ έβρισκαν καταλύματα όσοι έφθαναν μαζί με τα ζώα τους στη Λάρισα από βορρά. Ταβέρνες, εστιατόρια, πατσατζίδικα, φούρνοι εξυπηρετούσαν τους ταξιδιώτες. Στην περιοχή αυτήν είχε και πολλά σαγματοποιεία, τσαρουχάδικα, υποδηματοποιεία. Όσο πλησιάζαμε προς την κεντρική οδό Ακροπόλεως (Παπαναστασίου) τα καταστήματα αυτού του είδους λιγόστευαν και στον ανήφορο καθώς ανεβαίναμε στον Λόφο, πάνω από τα θαμμένα εδώλια του Αρχαίου Θεάτρου, επικρατούσαν τα λαδάδικα. Πολλοί από τους ιδιοκτήτες αυτών των καταστημάτων προέρχονταν από την περιοχή του Πηλίου. Πιο κάτω και όσο πλησιάζαμε προς την οδό Φιλελλήνων και την Παπαφλέσσα συναντούσες σαράφικα [1], χρυσοχοεία, καταστήματα υφασμάτων (τα μπασματζίδικα) [2]. Ενδιάμεσα υπήρχαν καφενέδες που εξυπηρετούσαν όχι μόνον τις ανάγκες των καταστημάτων, αλλά και των αγοραστών και των περαστικών.
Και στην οδό Δήμητρας, που αποτελεί το ανατολικό όριο του «Τρανού» μαχαλά, συναντούσε κανείς πολλά χάνια. Αυτά εξυπηρετούσαν τους ταξιδιώτες που έρχονταν από οικισμούς ανατολικά της Λάρισας (Συκούριο, Γόννοι, Ραψάνη, Αμπελάκια, Αγιά, κ.λπ.). Όμοια καταστήματα, όπως και στην οδό Μακεδονίας, υπήρχαν και εδώ σε μικρότερο όμως βαθμό. Υπερείχαν κυρίως καταστήματα προϊόντων χονδρικής πώλησης.
Γενικά, κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας στον «Τρανό» μαχαλά αναπτύχθηκε σε ικανοποιητικό βαθμό ο εμπορικός τομέας και όλοι αυτοί οι έμποροι και επαγγελματίες με τις συντεχνίες τους (ρουφέτια, εσνάφια), κρατούσαν στα χέρια τους την οικονομική ζωή της Λάρισας. Και ήταν όλοι τους Έλληνες και Εβραίοι, που είχαν μέσα τους το εμπορικό δαιμόνιο.
-----------------
[1]. Σαράφης ή αργυραμοιβός ήταν εκείνος που είχε ως επάγγελμα την ανταλλαγή νομισμάτων μιας χώρας με νομίσματα κάποιας άλλης. Αυτό συνέβαινε πριν από την ανάπτυξη του τραπεζικού συστήματος, το οποίο σήμερα εκτελεί αποκλειστικά αυτές τις συναλλαγές.
[2]. Μπασματζίδικα ήταν τα καταστήματα που εμπορεύονταν υφαντά.

 

Πέμπτη 22 Ιουλίου 2021

Το Τσούγκαρι και τα πατσατζίδικα


Η περιοχή του Τσούγκαρι. Λεπτομέρεια αεροφωτογραφίας του 1929 Η περιοχή του Τσούγκαρι. Λεπτομέρεια αεροφωτογραφίας του 1929

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)


Το Τσούγκαρι ήταν μία από τις λίγες γωνιές της πόλης μας που ασκούσε γοητεία στους παλιούς Λαρισινούς. Ήταν μια περιοχή όλο ζωή, κίνηση, καταστήματα, επισκέπτες και διερχόμενους ταξιδιώτες. Μπορούμε σήμερα να το οριοθετήσουμε νότια από την οδό Μανωλάκη, ανατολικά από την οδό Ηφαίστου ή κατ' άλλους την Απόλλωνος, βόρεια φθάνει μέχρι τα υψώματα του Λόφου της Ακρόπολης και δυτικά από το ποτάμι και την είσοδο προς τη μεγάλη γέφυρα. Οι παλαιότεροι Λαρισαίοι εξακολουθούν ακόμη και σήμερα να ονομάζουν την περιοχή με το όνομα Τσούγκαρι.
Όσον αφορά την ονομασία του δεν υπάρχει καμία ικανοποιητική εξήγηση. Κατά καιρούς δόθηκαν διάφορες ερμηνείες, από τις οποίες η επικρατέστερη φαίνεται να είναι εκείνη η οποία έχει να κάνει με την παρασκευή του πατσά, το πρωινό φαγητό των εργαζομένων, των ξενύχτηδων, αλλά και των καλοφαγάδων. Συγκεκριμένα κατά τα χρόνια της τουρκοκρατίας υπήρχε στην περιοχή κάποιο φημισμένο πατσατζίδικο, του οποίου ο επιχειρηματίας ονομαζόταν Τσούγκαρης. Από τη συχνή προτροπή των παλαιών Λαρισαίων «Πάμε στον Τσούγκαρη για πατσά» παρέμεινε και η ονομασία της περιοχής το Τσούγκαρι.
Πέρα από χώρο διακίνησης ταξιδιωτών, εμπορίου, συγκοινωνιακών μέσων, εκείνο το οποίο «δόξασε» ιδιαίτερα το Τσούγκαρι και το έκανε ονομαστό ήταν τα πατσατζίδικα, τα οποία παρασκεύαζαν νοστιμότατο πατσά, όμοιο του οποίου δεν σερβιριζόταν πουθενά αλλού. Οι μάγειροι του πατσά στο Τσούγκαρι ήταν τεχνίτες και είχαν αποκτήσει τέτοια φήμη που ξεπερνούσε τη Λάρισα. Προπολεμικά πιο ξακουστοί ήταν ο Βασόπουλος και ο Μωράρος . Ήταν τόσο νόστιμος ώστε κάθε μέρα άνθρωποι πάσης τάξεως, μόλις έπαιρνε να γλυκοχαράζει ξεκινούσαν από κάθε γωνιά της Λάρισας και κατευθύνονταν στη γειτονιά αυτή για να πάρουν το πρωινό τους, που δεν άλλο από τον πατσά. Τα καταστήματα αυτά είχαν λαϊκό χαρακτήρα και δεν διέθεταν ανέσεις. Κάθονταν πάνω σε πάγκους και σε μεγάλα ξύλινα τραπέζια, κατέφθανε αχνιστό το πιάτο με τον πατσά μαζί με τα συνοδευτικά και άρχιζε η απόλαυση. Πρώτοι έφθαναν, όταν ακόμα δεν είχε φέξει, οι επαγγελματίες που ξενυχτούσαν, όπως οι αμαξάδες, οι αρτεργάτες, οι τυπογράφοι των εφημερίδων και όσοι γενικά είχαν νυκτερινή βάρδια. Μετά την κούραση όλης της νύχτας, ο πρωινός πατσάς με σκορδοστούμπι[1] ήταν μια ξεκούραση και μια ξεχωριστή απόλαυση πριν πάνε για ύπνο. Στη συνέχεια ακολουθούσαν όσοι πήγαιναν να πιάσουν δουλειά πολύ πρωί. Ιδιαίτερα τον χειμώνα ένα πιάτο πατσά και λίγο μαύρο κρασάκι τους γέμιζε θερμίδες ώστε να αντιμετωπίζουν το παγερό κρύο που επικρατούσε τέτοια εποχή στη Λάρισα. Οι μαγαζάτορες και ο κόσμος που τον γευόταν τον ονόμαζαν «Αμβροσία των θεών του Ολύμπου». Μάλιστα οι παλιοί Λαρισαίοι συνήθιζαν να λένε ότι «όποιος έτρωγε μια φορά πατσά στο Τσούγκαρι, παντρευόταν εδώ κι έμενε για πάντα στη Λάρισα».
Μόνιμοι πελάτες στα πατσατζίδικα του Τσούγκαρι ήταν συνήθως απλοί, καθημερινοί άνθρωποι του μόχθου και της εργασίας. Μέλη της λεγόμενης καλής κοινωνίας συνήθως δεν σύχναζαν. Μερικά όμως απ’ αυτά «έπεφταν στην αμαρτία» και επισκέπτονταν το μεγάλο και πολυθόρυβο Τσούγκαρι για να απολαύσουν τη νοστιμιά ενός πατσά ή άλλων ψητών γαργαλιστικών τερψιλαρυγγίων. Προπολεμικά τακτικός θαμώνας ήταν ο Ελευθέριος Παπαγεωργίου, γόνος της γνωστής αρχοντικής οικογένειας. Ήταν ξακουστός καλοφαγάς, δεν περιοριζόταν σε ένα πιάτο και σε πολλές από τις πρωινές επισκέψεις του καλούσε σαν συνδαιτυμόνες τούς φίλους του. Τον γιατρό και τραπεζίτη Νικόλαο Φίλιο, που είχε διατελέσει διευθυντής της «Τράπεζας Θεσσαλίας», η οποία ήταν οικογενειακή επιχείρηση των αδελφών Παπαγεωργίου[2] και αργότερα της Λαϊκής Τράπεζας, τον γαιοκτήμονα Βασίλη Αρσενίδη, τον οφθαλμίατρο Κώστα Ισμυρίδη και πολλούς άλλους. Ακόμη και όταν παραβάραινε και οι γιατροί τον επέβαλαν σε αυστηρή δίαιτα, ο Παπαγεωργίου πήγαινε κρυφά. Περνούσε από την προηγούμενη το βράδυ στο πατσατζίδικο του Βασόπουλου και έδινε παραγγελία να του κρατηθούν δύο πιάτα, τα οποία πήγαινε την άλλη μέρα κάπως αργά και τα έτρωγε, για να μην τον υποψιαστεί η γυναίκα του η οποία φρόντιζε να εφαρμόζει αυστηρά τη δίαιτα που του είχαν συστήσει οι γιατροί του.
Το Τσούγκαρι εκτός από τα πατσατζίδικα είχε και τα σκεμπετζίδικα. Πολλές φορές τα ίδια καταστήματα σέρβιραν και σκεμπέ. Ήταν έδεσμα απογευματινό και το προτιμούσαν αρκετοί Λαρισαίοι. Παρασκευαζόταν κυρίως από κοιλίτσες αρνιών σε ταψί και ψήνονταν στο φούρνο. Εκτός αυτών υπήρχαν και καταστήματα τα οποία παρασκεύαζαν γαρδούμπα, μπουμπάρι, σπληνάντερο, κοκορέτσι, γουρουνάκι και αρνί στη σούβλα. Ήταν στιγμές που ολόκληρη η περιοχή αυτή γέμιζε από τους καπνούς των ψησταριών και τις μεθυστικές για τους καλοφαγάδες οσμές. Όσοι περνούσαν από την οδό Μακεδονίας (Βενιζέλου σήμερα), ήταν αδύνατον να αντισταθούν στον πειρασμό και συχνά παρασπονδούσαν.
Ανάμεσα σ’ αυτούς που φαίνεται ότι υπέκυψαν ήταν και ο βασιλιάς Γεώργιος ο Α΄. Είναι μια γνωστή ιστορία, την οποία συνάντησα και σε άλλες περιοχές της χώρας μας, φυσικά με την ανάλογη παραλλαγή. Είναι όμως όμορφη και αξίζει να την υπενθυμίσουμε σε όσους την ξέχασαν. Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας ο βασιλιάς Γεώργιος ο Α΄ απέκτησε δικό του παλατάκι στη Λάρισα, που ήταν στην περιοχή όπου σήμερα στεγάζεται το Δημοτικό Ωδείο και είχε κήπο σ’ όλο τον χώρο που καλύπτει σήμερα η πλατεία του Αγίου Βησσαρίωνος. Επειδή τότε τα σύνορα ήταν στη Μελούνα, ο κύριος όγκος του ελληνικού στρατού ήταν πάντα συγκεντρωμένος στη Λάρισα στους μεγάλους στρατώνες που είχαν κτισθεί το 1884 και σε άλλους γειτονικούς σχηματισμούς στη Θεσσαλία. Κάθε φθινόπωρο πραγματοποιούνταν στην περιοχή μεγάλα γυμνάσια, τα οποία παρακολουθούσαν ο βασιλιάς, ο διάδοχος και οι πρίγκιπες. Ο βασιλιάς ήταν φυσιολάτρης και τον ευχαριστούσε να ξυπνάει πολύ πρωί και να κάνει υγιεινούς περιπάτους. Τον ευχαριστούσε ιδιαίτερα το χλιαρό φθινόπωρο στη Θεσσαλία και συχνά παρέτεινε την παραμονή του στην πόλη μας και μετά τα γυμνάσια, μέχρι και τέλος Νοεμβρίου. Με συντροφιά τον συνταγματάρχη Ευάγγελο Σκίπη, πατέρα του Λαρισινού ποιητή Σωτήρη Σκίπη, που ήταν ο μόνιμος επιστάτης των ανακτόρων, έπαιρναν κάθε πρωί τον δρόμο προς το Αλκαζάρ. Καθώς όμως περνούσαν το Τσούγκαρι οι μυρωδιές των πατσάδων ερέθιζαν τις μύτες τους. Ο Σκίπης του εξήγησε την προέλευση της οσμής και του περιέγραψε τι ακριβώς ήταν ο πατσάς που είχε ερεθίσει ιδιαίτερα τα βασιλικά ρουθούνια.
Κάποια μέρα πήρε την απόφαση να τον γευθεί και ζήτησε από τον Σκίπη να τον οδηγήσει σε ένα πατσατζίδικο. Ένα πρωί μπήκαν σε ένα και παρήγγειλαν δύο μερίδες. Τα ρούχα που φορούσαν ήταν απλά περιπάτου και κανένας δεν τους ανεγνώρισε. Γευστικά ο πατσάς άρεσε του βασιλιά, διατύπωσε τις γευστικές εντυπώσεις στον συνομιλητή του καθώς επέστρεφαν στα ανάκτορα και όταν έφθασαν κάλεσε τον μάγειρα και του πρότεινε το άλλο πρωί να του ετοιμάσει πατσά, αφού προηγουμένως είχε συμβουλευθεί κάποιον πατσατζή από το Τσούγκαρι. Πραγματικά την άλλη μέρα στο πρωινό του ο βασιλιάς δοκίμαζε τον πατσά που του έφτιαξε ο βασιλικός μάγειρας, αλλά τον βρήκε άνοστο. Ο Γεώργιος παρακάλεσε τον Σκίπη να καλέσει στο παλάτι τον μάγειρα όπου είχαν φάει τον πατσά να συνεννοηθεί με τον δικό του μάγειρα. Αυτός εξήγησε στον βασιλικό μάγειρα τη διαδικασία καθαρισμού των εντοσθίων και στη συζήτηση διαπιστώθηκε ότι ο τελευταίος τα καθάριζε με ιδιαίτερο ζήλο για να προστατεύσει το μεγάλο αφεντικό του. Βρέθηκε η αιτία της νοστιμιάς, ενημερώθηκε περί αυτού ο βασιλιάς, αλλά δεν μάθαμε αν ύστερα απ' αυτό ξαναδοκίμασε να φάει πατσά σε πατσατζίδικο του Τσούγκαρι.
Κατά την εποχή της τουρκοκρατίας, αλλά και μετά την απελευθέρωση η περιοχή του Τσούγκαρι παρουσίαζε τη μεγαλύτερη κίνηση απ' όλες τις άλλες περιοχές της Λάρισας. Ήταν σταθμός υποδοχής των ξένων που έρχονταν από τον Βορρά με χερσαία μέσα μεταφοράς. Από τον Νότο, πριν ακόμα συνδεθεί το 1908 η Λάρισα με την Αθήνα σιδηροδρομικώς, οι ταξιδιώτες έρχονταν από τον Βόλο όπου έφθαναν ατμοπλοϊκώς και από εκεί με το τρενάκι του Θεσσαλικού, μετακινούνταν στην υπόλοιπη Θεσσαλία. Πιο μπροστά η μεταφορά επιβατών και εμπορευμάτων γίνονταν και από το λιμάνι του Αλμυρού. Στην περίπτωση αυτή οι μεταφορές προς το εσωτερικό της Θεσσαλίας γίνονταν με βραδυκίνητους αραμπάδες και άλλα ιππήλατα τροχοφόρα οχήματα. Τις κυρίως μεταφορές όμως τις έκαναν τα καραβάνια των κυρατζήδων. Και υπήρχαν πολυάριθμα τέτοια καραβάνια στη Θεσσαλία, που έκαναν μεταφορές παντού όπου δεν μπορούσε να περάσει τροχός. Δρόμοι με τη σημερινή τους μορφή δεν υπήρχαν. Απλώς υπήρχαν χωραφόδρομοι, που τον χειμώνα ήταν απροσπέλαστοι ακόμα και από τις βοϊδάμαξες. Κέντρο υποδοχής πολυάνθρωπο σαν αυτό του Τσούγκαρι δεν υπήρχε άλλο σε καμιά από τις άλλες εισόδους της πόλης. Υπήρχαν όμως χάνια από την άλλη πλευρά του Φρουρίου, στη σημερινή οδό Δήμητρας, όπου κατευθύνονταν όσοι έρχονταν από την περιοχή της Αγιάς, του Συκουρίου, της Ραψάνης και από τα γύρω χωριά.
------------
[1]. Το σκορδοστούμπι είναι ένα μείγμα από ξίδι και σκόρδο, το οποίο μπορεί να περιέχει και άλλα μυρωδικά.
[2]. Η Τράπεζα Θεσσαλίας στεγαζόταν στο ισόγειο του μεγάρου Κατσαούνη, που βρισκόταν στη νότια πλευρά της Κεντρικής πλατείας Θέμιδος, ανάμεσα από το κτίριο των Δικαστηρίων και το υποκατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας.

 

Δευτέρα 19 Ιουλίου 2021

 

Ιωάννης Καποδίστριας


Από τον Προκόπιο Παυλόπουλο

Ο Ιωάννης Καποδίστριας, πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας, υπήρξε όχι μόνον ένας από τους μεγαλύτερους πολιτικούς της Νεότερης Ελλάδας, αλλά και ένας κορυφαίος διπλωμάτης, ο οποίος, προτού αναλάβει τα ηνία της διακυβέρνησης της Πατρίδας μας και ενόσω υπηρετούσε στη Ρωσική αυλή, επηρέασε και διαμόρφωσε, όσο κανένας άλλος Έλληνας, τη διεθνή πολιτική σκηνή της εποχής του. Η πλήρης αφοσίωσή του στην αγωνιώδη προσπάθειά του να οικοδομήσει Κράτος, μέσα στο χάος του μετεπαναστατικού τοπίου που παρέλαβε μετά την επιτυχία της Εθνεγερσίας του 1821, υπήρξε μοναδική και ανυπέρβλητη, πραγματική «Εθνική Παρακαταθήκη» προσήλωσης στο Εθνικό Χρέος και διαρκές παράδειγμα προς μίμηση, ιδίως για τους Έλληνες Πολιτικούς.
Α. Αφήνοντας πίσω μια τόσο λαμπρή, διπλωματική, σταδιοδρομία στη Ρωσική αυλή, ο Ιωάννης Καποδίστριας, εκλεγμένος από την Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, αποβιβάζεται στις 11 Ιανουαρίου του 1828 στην Αίγινα και αντικρίζει μια εικόνα αποκαρδιωτική η οποία, όμως, τον οπλίζει και με την αναγκαία σ’ εκείνες τις περιστάσεις αποφασιστικότητα, προκειμένου να προσφέρει τα πάντα υπέρ του Ελληνικού Λαού, ο οποίος εμπιστεύθηκε την τύχη του στα χέρια του. Έχοντας μόνο γνώμονα των ενεργειών του την ανάγκη διακυβέρνησης του Τόπου για την ανόρθωσή του, ο Ιωάννης Καποδίστριας αντιλήφθηκε ότι τούτο ήταν ανέφικτο με πλήρη εφαρμογή του τότε ισχύοντος Συντάγματος του 1827. Γι’ αυτό με εισήγηση του Ιωάννη Καποδίστρια, η Γ’ Εθνική Συνέλευση, η οποία, μετά το πέρας των εργασιών της, είχε συγκροτηθεί σε σώμα ως (απλή) Βουλή, ανέστειλε την εφαρμογή του «Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος» του Συντάγματος της Τροιζήνας και αυτοκαταργήθηκε. Η Βουλή υιοθέτησε ψήφισμα στις 18 Ιανουαρίου του 1828, με το οποίο ίδρυε νέο «προσωρινό» Πολίτευμα, το οποίο ανέθετε όλες τις εξουσίες στον Κυβερνήτη. Σ’ επικουρία του Ιωάννη Καποδίστρια θα λειτουργούσε, ως συμβουλευτικό όργανο, το Πανελλήνιο, το οποίο, σύμφωνα με νεότερο ψήφισμα του Κυβερνήτη, θα αποτελούνταν από 27 μέλη που ο ίδιος θα επέλεγε. Το Πανελλήνιο είχε διαιρεθεί σε τρία τμήματα, τα οποία διατύπωναν γνώμη για τα οικονομικά, τα διοικητικά και τα στρατιωτικά ζητήματα, αντιστοίχως. Ταυτοχρόνως, εξαγγελλόταν η σύγκληση της Δ’ Εθνικής Συνέλευσης τον Απρίλιο του 1828. Πολλοί άσκησαν κριτική στον Ιωάννη Καποδίστρια, ότι οι επιλογές του αυτές απηχούσαν τις πολιτικές του αντιλήψεις υπέρ της Δεσποτείας και κατά της Δημοκρατίας. Όπως όμως ήδη διευκρινίσθηκε, ο Ιωάννης Καποδίστριας άσκησε τα καθήκοντά του με μόνο γνώμονα το συμφέρον του Τόπου και του Λαού.
Β. Στο εσωτερικό, ο Ιωάννης Καποδίστριας είχε ν’ αντιμετωπίσει την πειρατεία, την διάλυση του στρατού, καθώς και την κακή οικονομική κατάσταση της Χώρας. Ιδιαίτερη μέριμνα επέδειξε ο Ιωάννης Καποδίστριας για τη δημιουργία δικαστηρίων, θεσπίζοντας και Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Στην προσπάθεια αναδιοργάνωσης του Στρατού περιλαμβάνεται και η ίδρυση της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων. Ίδρυσε, επίσης, Εθνικό Νομισματοκοπείο, ενώ καθιέρωσε τον Φοίνικα ως Εθνικό Νόμισμα. Όσον αφορά την εκπαίδευση, ανήγειρε νέα σχολεία, εισήγαγε τη μέθοδο του αλληλοδιδακτικού σχολείου και ίδρυσε Εκκλησιαστική Σχολή στον Πόρο. Ανήγειρε, ακόμη, το Ορφανοτροφείο Αίγινας. Δεν ίδρυσε Πανεπιστήμιο, καθώς θεωρούσε ότι έπρεπε να υπάρξουν πρώτα απόφοιτοι μέσης εκπαίδευσης. Μερίμνησε για τον επανασχεδιασμό και την ανοικοδόμηση Ελληνικών Πόλεων, όπως το Ναύπλιο, το Άργος, το Μεσολόγγι και η Πάτρα, έργο που ανέθεσε στον Κερκυραίο αρχιτέκτονα Σταμάτιο Βούλγαρη. Σημαντική ήταν και η συμβολή του στο εμπόριο, με την παραχώρηση δανείων στους νησιώτες, για την αγορά πλοίων και την κατασκευή ναυπηγείων στον Πόρο και το Ναύπλιο. Τον Οκτώβριο του 1829, ίδρυσε το πρώτο Αρχαιολογικό Μουσείο στην Αίγινα. Όσον αφορά την Ελληνική Οικονομία, ο Ιωάννης Καποδίστριας επέδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη γεωργία, βασική πηγή πλούτου της Ελλάδας. Ίδρυσε την Γεωργική Σχολή της Τίρυνθας και ενεθάρρυνε την καλλιέργεια της πατάτας. Επίσης, προσπαθώντας να ενισχύσει την Ελληνική Οικονομία, ο Ιωάννης Καποδίστριας ίδρυσε την «Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα», η οποία όμως απέτυχε. Είτε γιατί, κατά μία άποψη, το Δημόσιο εκμεταλλευόταν χωρίς όρους τα χρήματα των καταθέσεων, είτε εξαιτίας της αντίθεσης των προυχόντων προς το καποδιστριακό καθεστώς και της έλλειψης εμπιστοσύνης προς τον νέο αυτόν θεσμό. Σχετικά με την εσωτερική του πολιτική, πρέπει να μνημονευθεί η μεγάλη έμπρακτη συμβολή του φίλου του Ιωάννη Καποδίστρια Ελβετού τραπεζίτη Εϋνάρδου, ο οποίος δικαίως θεωρείται και ο θεμελιωτής της μακράς και ανέφελης Ελληνο-Ελβετικής Φιλίας.
Γ. Όσον αφορά την εξωτερική πολιτική του Ιωάννη Καποδίστρια αξίζει να υπογραμμισθεί ότι, μετά από διαπραγματεύσεις, υπογράφηκε το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, το 1830, με το οποίο αναγνωριζόταν η ανεξαρτησία της Ελλάδας, η οποία θα επεκτεινόταν νότια της συνοριακής γραμμής που όριζαν οι ποταμοί Αχελώος και Σπερχειός. Η συμβολή του Ιωάννη Καποδίστρια στην οριστική διατύπωση και στην τελική υπογραφή του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου το 1830 υπήρξε καθοριστική.
Συμπερασματικώς, ο Ιωάννης Καποδίστριας αφιέρωσε, κυριολεκτικά, τον εαυτό του στον ιερό σκοπό της δημιουργίας, εκ του μηδενός, σύγχρονου Ελληνικού Κράτους, βάζοντας τις βάσεις για μια Ελλάδα αντάξια του παρελθόντος της αλλά και της προοπτικής της. Ακαταπόνητος και αποφασιστικός, εργάσθηκε «με λογισμό και μ’ όνειρο», για να θυμηθούμε τον στίχο του Διονύσιου Σολωμού στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους». Μόλις τριάμισι χρόνια μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, στις 27 Σεπτεμβρίου του 1831, η δολοφονία του στο Ναύπλιο, καθαρώς πολιτική δολοφονία, από τον Κωνσταντίνο και τον Γιώργο Μαυρομιχάλη -και εκείνους βεβαίως που κρύβονταν πίσω τους, ως ηθικοί αυτουργοί, εντός και εκτός Ελλάδας- έβαλε θλιβερό τέλος στο μεγαλόπνοο έργο του και βύθισε τον Ελληνικό Λαό σε βαρύ πένθος. Εάν δεν είχε δολοφονηθεί ο Ιωάννης Καποδίστριας και, επέκεινα, εάν είχε ολοκληρώσει την θητεία του και το έργο του, μάλλον η Ελλάδα δεν θα είχε καταλήξει να δεχθεί το καθεστώς μοναρχίας που εγκαθιδρύθηκε με την έλευση του Όθωνος. Στην Ελλάδα μάλλον θα είχε εμπεδωθεί μια δημοκρατική διακυβέρνηση, εναρμονισμένη με την βούληση και τη νοοτροπία των Ελλήνων, όπως αυτή είχε διαφανεί καθ’ όλη τη διάρκεια του Αγώνα μετά την Εθνεγερσία του 1821. Υπό τις συνθήκες αυτές, η μνήμη του Ιωάννη Καποδίστρια, ιδίως κατά την σημερινή πολλαπλώς κρίσιμη συγκυρία, δεν ανήκει μόνο στην Ιστορία. Αποτελεί, για όλους μας, δείκτη πορείας, προκειμένου ν’ αντιληφθούμε, καθένας στο μέτρο που του αναλογεί, για την Ελλάδα μας αυτό που συμπυκνώνει καιρίως ένας στίχος του Ιωάννη Πολέμη: «Τι έχασε, τι έχει, τι της πρέπει».

* Το παρόν αποτελεί απόσπασμα ομιλίας του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας και Επίτιμου Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Προκόπιου Παυλόπουλου, στο Επιστημονικό Συνέδριο του Δήμου Λευκάδας και του Πνευματικού Κέντρου Λευκάδας με θέμα: «Η ιστορική διαδρομή του Ιωάννη Καποδίστρια».