Στο κείμενο της προηγούμενης Τετάρτης περιγράψαμε το μικρό τμήμα
της οδού Ασκληπιού από τη διασταύρωσή της με την οδό Παπακυριαζή, μέχρι
την Κούμα. Στο σημερινό σημείωμα θα περιγράψουμε τα κτίρια της δεξιάς
πλευράς της Ασκληπιού από την Κούμα μέχρι την οδό Κύπρου, όπως ήταν τα
προπολεμικά χρόνια, πριν ακόμα στη θέση τους αναπτυχθούν σήμερα
πολυώροφες οικοδομές.
Πιο πριν όμως θα πούμε και λίγα λόγια για την
ονοματοθεσία της συγκεκριμένης οδού, γιατί είναι ενδιαφέρουσα. Η πρώτη
της ονομασία ήταν οδός Ασκληπιού, αλλά λόγω της σθεναρής αντίστασης του
δικτάτορα Μεταξά το 1940 προς τους Ιταλούς μετονομάσθηκε σε οδό Ιωάννου
Μεταξά. Η ονομασία αυτή εξακολουθούσε να υπάρχει και κατά τα πρώτα
μεταπολεμικά χρόνια. Μετά τον θάνατο του παλιού δημάρχου Μιχαήλ Σάπκα το
1956, το Δημοτικό Συμβούλιο αποφάσισε, έπειτα από πρόταση του δημάρχου
Δημ. Χατζηγιάννη, να τιμήσει τον μεταστάντα με τη μετονομασία της οδού
Μεταξά σε Μιχαήλ Σάπκα. Όμως μερίδα του Τύπου και αρκετοί πολίτες,
διαφώνησαν ανοικτά με την απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου για τη
μετονομασία αυτή, στην οποία διέβλεπαν έναν εύσχημο τρόπο κατάργησής
της. Ο δήμαρχος προσπάθησε να αποσείσει κάθε υστερόβουλη πολιτική
ενέργεια στη λήψη της απόφασης αυτής. Αλλά εις μάτην. Στη διαφωνία αυτή
αναγκάσθηκαν να παρέμβουν και τα τέκνα του Μιχαήλ Σάπκα, ο χειρουργός
Αλέκος Σάπκας και η Μίνα Ρίζου-Σάπκα, οι οποίοι δεν αποδέχθηκαν τη
μετονομασία. Έπειτα από αυτά, ο Δήμος μετονόμασε την Κεντρική πλατεία
από Β΄ Σώματος Στρατού σε Μιχαήλ Σάπκα και μετά τη μεταπολίτευση η οδός
Ιωάννη Μεταξά πήρε πάλι το αρχικό της όνομα, Ασκληπιού.
Συνεχίζουμε
τον περίπατό μας στο τμήμα της Ασκληπιού το οποίο περιλαμβάνεται μεταξύ
των οδών Κούμα και Κύπρου και αρχής γενομένης από την Κούμα, βαδίζουμε
στο δεξιό πεζοδρόμιό της. Στη γωνία, όπως αναφέραμε και στο προηγούμενο
σημείωμά μας, βρισκόταν το αρχοντικό του παλιού Δημάρχου Αχιλλέα
Αστεριάδη. Στο σημείο αυτό πρέπει να προσθέσουμε ότι, εκτός από τη
μεγάλη ανθοστόλιστη αυλή, ολόκληρη η ιδιοκτησία περιβαλλόταν και από
κήπο ο οποίος κάλυπτε έκταση ενός και πλέον στρέμματος. Μέσα σ’ αυτόν
τον κήπο υπήρχαν ειδικά στέγαστρα όπου στάθμευαν τα ιδιωτικά αμάξια του
Αστεριάδη, καθώς και σταύλοι για τα άλογά του. Ο κήπος αυτός αποτελούσε
προέκταση της αυλής επί της οδού Κούμα, είχε πρόσοψη επί της οδού
Ασκληπιού, συνεχιζόταν επί της οδού Αχιλλέως (Παναγούλη) και εφαπτόταν
με τον περίβολο του Οθωμανικού Σχολείου. Σήμερα ολόκληρος ο χώρος
καλύπτεται από μια πολυώροφη οικοδομή και από τις ιδιοκτησίες της Φανής
Αντωνούλη και των απογόνων του φαρμακοποιού Τάσου Βάη.
Δίπλα από το
αρχοντικό του Αχ. Αστεριάδη υπήρχε διώροφη οικοδομή που αποτελούσε
ιδιοκτησία του Θωμά Χατζηψαθά, πατέρα του γνωστού στην προπολεμική
Λάρισα Αχιλλέα Χατζηψαθά. Όταν ο τελευταίος την πούλησε, το κτίριο
μετατράπηκε σε ξενοδοχείο με το όνομα «Θεσσαλονίκη». Σαν τέτοιο
λειτούργησε όλα τα χρόνια του μεσοπολέμου και τα πρώτα μεταπολεμικά
χρόνια, οπότε κατεδαφίσθηκε και τη θέση του πήρε η οικοδομή η οποία
στέγασε αργότερα την κλινική Χουλιάρα-Κυτιλή-Καφετζούλη.
Το αμέσως
επόμενο κτίριο ανήκε στον Λαρισαίο ιατρό Ευριπίδη Μακρή. Ήταν διώροφο,
αλλά ψηλότερο από το διπλανό ξενοδοχείο. Σ΄ αυτό κατοίκησε ο δικηγόρος
Νίκος Γαργάλας, αδελφός του περισσότερο γνωστού στους νεότερους Χρήστου
Γαργάλα. Μετά τον θάνατό του κατά το 1925, έμεινε σ’ αυτό η χήρα του
Ζουζού Γαργάλα. Κατόπιν η κατοικία περιήλθε στην ιδιοκτησία του πατέρα
του Γεωργίου Κόκκινου. Μετά τον σεισμό του 1941 έχασε τον επάνω όροφο
και μετατράπηκε σε ισόγειο κτίριο. Λόγω των σοβαρών ζημιών που υπέστη,
κατέστη επικίνδυνο. Κατεδαφίσθηκε το 1969 και τη θέση του πήρε μια
πολυκατοικία.
Δίπλα από το σπίτι του Κόκκινου και πολύ μέσα από την
οικοδομική γραμμή, ήταν ένα άλλο διώροφο κτίριο το οποίο ανήκε στη μαία
Φρόσω Καραμανλή. Οικοδομικά ήταν κτισμένο με την παραδοσιακή τεχνική από
τσατμά (ξυλόπηκτο). Κληρονομήθηκε από την ανεψιά της Κατίνα
Σωτηρίου-Φλώρου. Σήμερα στη θέση αυτή κτίσθηκε πολυκατοικία.
Στο
επόμενο οικόπεδο υπήρχε ένα άλλο παραδοσιακό κτίσμα το οποίο ανήκε στον
γνωστό για την εποχή του αρτοποιό Μπατζαλέξη. Μεταπολεμικά στο σημείο
αυτό υπήρχε οικοδομή η οποία στέγαζε το κατάστημα ανταλλακτικών
αυτοκινήτων του Γεωργίου Χριστιανού και το εστιατόριο “Αβέρωφ”.
Ακολουθούσε
στην ίδια γραμμή η κατοικία του βιβλιοχαρτοπώλη Γεωργίου Βελώνη. Ήταν
και αυτή κτισμένη με παραδοσιακά υλικά. Το κατάστημα του Βελώνη
βρισκόταν στη γωνία των οδών Κύπρου και Ασκληπιού[1],
απέναντι από φαρμακείο του Κυλικά. Η κατοικία αυτή κατεδαφίσθηκε
προπολεμικά και στη θέση του κτίσθηκαν καταστήματα στο ισόγειο και μια
κατοικία στον άνω όροφο.
Το τελευταίο κτίριο της σειράς αυτής της
Ασκληπιού ήταν το Φαρμακείο του Παναγιώτη (Γιώτα) Τσόκανου, το οποίο
υπήρχε από τα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση του 1881. Παρουσίαζε
την κλασική μορφή των φαρμακείων της εποχής, με ένα τραπέζι αριστερά
αμέσως μετά την κυρία είσοδο, η οποία βρισκόταν στην πλευρά της οδού
Αλεξάνδρας. Ο χώρος διέθετε ορισμένες καρέκλες και τον πάγκο, επάνω στον
οποίο ήταν τοποθετημένες δύο μεγάλες μπουκάλες με χρωματιστό νερό και
μεταξύ αυτών ο βεζινές[2] με τον οποίο ζύγιζαν τα φάρμακα, που κατασκευάζονταν εκείνη την ώρα βάσει της ιατρικής συνταγής.
Στο
σημείο αυτό θέλω να κάνω μια παρένθεση και να αναφέρω ότι τα παλιά
φαρμακεία ήταν και εντευκτήρια πνευματικών ανθρώπων. Οι ελάχιστοι
καλλιεργημένοι άνθρωποι που υπήρχαν τότε απέφευγαν τους καφενέδες και τα
άλλα κέντρα ομαδικής συγκέντρωσης όπως σήμερα, και συγκεντρώνονταν στα
φαρμακεία, όπου μαζί με τους ιατροφιλοσόφους συζητούσαν επιστημονικά,
κοινωνικά και πολιτικά θέματα[3]. Στις συζητήσεις
έπαιρναν φυσικά μέρος και οι φαρμακοποιοί, χωρίς να σταματούν την
εργασία τους, η οποία εξ άλλου ήταν άνετη καθώς οι πελάτες ήταν λίγοι. Ο
περισσότερος κόσμος προτιμούσε αντί των ιατρών τους κομπογιαννίτες και
αντί των φαρμάκων τα «πρακτικά», όπως έλεγαν τα διάφορα φάρμακα που
παρασκευάζονταν από φυσικά προϊόντα, τα κοινώς λεγόμενα “μαντζούνια”.
Ένα
από τα φαρμακεία που είχαν από την αρχή πνευματική ατμόσφαιρα ήταν και
του Γιώτα Τσόκανου. Τον τόνο τον έδινε ο ιατρός Αχιλλέας Λογιωτάτου που
είχε μεγάλη εγκυκλοπαιδική μόρφωση και αρτιότατη επιστημονική
συγκρότηση. Ήταν γόνος επιφανούς οικογένειας της Λαρίσης, της οποίας
γενάρχης ήταν ο Ιωάννης Λογιωτάτου, ένας εξαιρετικά μορφωμένος άνθρωπος
κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας, για τον οποίο γράψαμε
επανειλημμένως. Στο ίδιο φαρμακείο άσκησε την επιστήμη του και ο γιατρός
και μετέπειτα δήμαρχος Μιχαήλ Σάπκας.
Το φαρμακείο αυτό έπαιξε και
σημαντικό ρόλο κατά τον Μακεδονικό αγώνα. Ο Σάπκας είχε δημιουργήσει ένα
θαυμάσιο δίκτυο πρακτόρων και συνεργατών. Αυτός δέχθηκε εδώ τον τότε
νεαρό αξιωματικό Παύλο Μελά μεταμφιεσμένο και τον διαπεραίωσε στη
Μακεδονία, για να συνεχίσει απ’ εκεί την πορεία του στις περιοχές όπου
δρούσαν κυρίως οι Βούλγαροι κομιτατζήδες. Το υπόγειο του Φαρμακείου του
Τσόκανου είχε μεταβληθεί σε πραγματικό οπλοστάσιο. Απ’ εκεί, νύχτα
παρελάμβαναν τα όπλα οι πατριώτες και τα μετέφεραν με τις σούστες μέχρι
το λιμάνι του Τσάγεζι (Στόμιο) και από εκεί με καΐκια στη Μακεδονία.
Άλλα όπλα μεταφέρονταν και από απρόσιτες διαβάσεις του Ολύμπου και των
Καμβουνίων. Στο φαρμακείο αυτό έγινε επίσης και η πρώτη γνωριμία του
Μιχαήλ Σάπκα με την Ιουλία, την κόρη του Αχιλλέα Λογιωτάτου, την οποία
νυμφεύθηκε το 1906.
Το φαρμακείο αυτό περιήλθε στον γαμβρό του
Τσόκανου, Στέφανο Κυλικά και εν συνεχεία στον γιο του τελευταίου Βάσο
Κυλικά, γνωστό και από την ενεργή θητεία του επί χρόνια ως διευθυντής
του Δημοτικού Ωδείου. Το φαρμακείο διατήρησε την αρχική του μορφή μέχρι
τα μέσα της δεκαετίας του 1960, οπότε ανακαινίσθηκε και εκσυγχρονίσθηκε
από τον Βάσο Κυλικά και υπάρχει άθικτο μέχρι σήμερα. Είναι από τα λίγα
φαρμακεία, αν όχι το μοναδικό, το οποίο δεν άλλαξε στέγη για περίπου 140
χρόνια.
--------------
[1]. Το
βιβλιοχαρτοπωλείο αυτό είναι μέχρι σήμερα γνωστό χάρη στα 25 εκπληκτικά
χρωμολιθόγραφα επιστολικά δελτάρια τα οποία έθεσε σε κυκλοφορία τη
δεκαετία του 1920 και θαυμάζονται μέχρι σήμερα. Τα περισσότερα αφορούν
απόψεις περιοχών της Λάρισας διαφόρων εποχών και από την άποψη αυτή
έχουν μια ιστορική αξία.
[2]. Βεζινές ήταν ζυγαριά μεγάλης ακριβείας την οποία χρησιμοποιούσαν παλιότερα οι φαρμακοποιοί και οι αργυραμοιβοί.
[3].
Προσωπικά έχω παρακολουθήσει τέτοιες συγκεντρώσεις κατά το 1975 στο
φαρμακείο του Βάσου Κυλικά, όπου συγκεντρώνονταν καθημερινά διάφορες
προσωπικότητες της παλιάς Λάρισας (Τάσος Γέμτος, Αλέκος Χονδρονάσιος,
Νάσος Ρίζος, Τάσος Αρχιμανδρίτης, Στάθης Αραποστάθης, Αχιλλέας
Μπατζιανούλης και άλλοι).
Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2021
Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2021
ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ
ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΑΣΚΛΗΠΙΟΥ
Ο Παναγιώτης (Γιώτας) Τσόκανος,
εμπειρικός φαρμακοποιός, ιδρυτής του ομώνυμου Φαρμακείου και πρόγονος
των σημερινών φαρμακοποιών Δημητρίου και Βασιλείου Κυλικά.
Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)
Πέμπτη 4 Νοεμβρίου 2021
Η επική ελληνική νίκη στη μάχη στα Κούναξα
Η μάχη στα Κούναξα της Βαβυλώνας το 401 π.Χ. αποτελεί μια από τις πλέον κοσμοϊστορικές συγκρούσεις της παγκοσμίου ιστορίας. Παραλλήλως όμως αποτελεί και μια από τις μεγαλύτερες νίκες των αρχαίων Ελλήνων, έναντι των Περσών. Ο Κύρος ο Νεότερος, έχοντας αποφασίσει να διεκδικήσει τον περσικό θρόνο από τον αδερφό του Αρταξέρξη συγκέντρωσε ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις, με τις οποίες σκόπευε να κινηθεί εναντίον του.
Ανάμεσα στους 100.000 άνδρες του Κύρου, που αναφέρει ο Ξενοφών, ξεχώριζαν οι 13.000 Έλληνες μισθοφόροι του, οι αποκαλούμενοι χάριν συντομίας “Μύριοι”. Οι Μύριοι ήταν ένα εκλεκτό στρατιωτικό σώμα, αποτελούμενο από λίαν εμπειροπόλεμους άνδρες, βετεράνους του καταστροφικού Πελοποννησιακού Πολέμου. Το σώμα συγκροτείτο από 11.500 οπλίτες, 1.000 πελταστές, 500 ψιλούς και ελάχιστους ιππείς.
Οι άνδρες προέρχονταν από κάθε γωνιά της Ελλάδος. Οι οπλίτες ήσαν κυρίως Πελοποννήσιοι και Βοιωτοί, οι δε πελταστές Θράκες. Οι ψιλοί ήσαν Κρήτες, οπλισμένοι με τόξο, μικρή ασπίδα και εγχειρίδιο. Οι οπλίτες πολεμούσαν στον κλασικό σχηματισμό της φάλαγγας. Ο ηγέτης του σώματος των Μυρίων ήταν ο Σπαρτιάτης Κλέαρχος, ο οποίος είχε προσαρμόσει τις τακτικές τους στα σπαρτιατικά πολεμικά δόγματα.
Η στρατιά του Κύρου αφού διέσχισε τη Μικρά Ασία κινήθηκε προς την Βαβυλώνα. Η στρατιά διέσχισε τα αρδευτικά κανάλια του Ευφράτη και μια βαθιά τάφρο που είχε κατασκευάσει ο στρατός του Αρταξέρξη και συνέχισε την προέλασή της. Καθώς η στρατιά βάδιζε, έβλεπαν παντού ίχνη από άνδρες και ίππους στο χώμα, σημάδι πως ο βασιλικός στρατός υποχωρούσε ενώπιον τους.
Έτσι βάδισαν επί τρεις ημέρες, όταν ξαφνικά ένας από τους ανιχνευτές ιππείς του Κύρου έφτασε καλπάζοντας και φωνάζοντας ότι ο βασιλικός στρατός ερχόταν καταπάνω τους. Ήταν πρωί της 3ης Σεπτεμβρίου του 401 π.Χ. Αμέσως μόλις δόθηκε το σύνθημα η στρατιά μετέπεσε από σχηματισμό πορείας σε σχηματισμό μάχης. Οι άνδρες οπλίστηκαν και άρχισαν να λαμβάνουν τις προκαθορισμένες τους θέσεις.
Προς την συνάντηση με τη μοίρα
Οι Έλληνες τάχθηκαν στο δεξιό κέρας, καλυπτόμενοι από την κοίτη του Ευφράτη. Στο άκρο δεξιό τάχθηκαν οι Έλληνες πελταστές και 1.000 Παφλαγόνες ιππείς. Δίπλα τους τάχθηκε η φάλαγγα, με τον Κλέαρχο να διοικεί την δεξιά πτέρυγα, τον Πρόξενο το κέντρο και τον Μένωνα την αριστερή πτέρυγά της.
Το κέντρο και το αριστερό κέρας της στρατιάς του Κύρου σχηματίστηκε από περσικά τμήματα και τμήματα υποτελών. Στο κέντρο τάχθηκε και ο ίδιος ο Κύρος επικεφαλής 600 επίλεκτων ιππέων της σωματοφυλακής του. Όλοι οι ιππείς της σωματοφυλακής έφεραν θώρακες, κράνη και παραμερίδια (ειδικές θωρακίσεις που προστάτευαν τα πόδια του πολεμιστή και εφαρμόζονταν στη σέλα).
Ο Κύρος μόνο αρνήθηκε να φορέσει κράνος για να είναι εύκολα αναγνωρίσιμος από τους άνδρες του. Από τη διάταξη και μόνο των δυνάμεών του γίνεται φανερό και το σχέδιο μάχης του Κύρου. Προφανώς ο Πέρσης πρίγκηπας υπολόγιζε ότι οι Έλληνες θα επικρατήσουν έναντι του εχθρικού αριστερού.
Κατόπιν θα μπορούσαν να πλαγιοκοπήσουν το εχθρικό κέντρο, εκεί όπου θα πολεμούσε και ο αδερφός του Αρταξέρξης, και με παράλληλη πίεση από τους δικούς του άνδρες και ιδίως από την επίλεκτη σωματοφυλακή του να το διασπάσουν. Ο Κύρος για να στεφθεί νικητής δεν αρκούσε να τρέψει σε φυγή τον αντίπαλο στρατό. Έπρεπε να σκοτώσει και τον αδερφό του.
Η πρώτη ελληνική έφοδος
Αφού παρατάχθηκαν με τον τρόπο αυτό οι άνδρες του Κύρου ανέμεναν την άφιξη του εχθρού. Πράγματι γύρω στο απόγευμα εμφανίστηκε από τα νότια η τεράστια στρατιά του Αρταξέρξη. «Φάνηκε ένα λευκό σύννεφο σκόνης, το οποίο μετά από ώρα έγινε μαύρο επί της πεδιάδας και σε μεγάλη έκταση», γράφει ο Ξενοφών, εντυπωσιασμένος από το θέαμα της προσέγγισης του τεράστιου στρατού.
Στο άκρο αριστερό, το οποίο διοικούσε ο Τισσαφέρνης, τάχθηκαν βαριά οπλισμένοι ιππείς που όλοι τους έφεραν λευκούς ελληνικούς λινοθώρακες. Δίπλα τους τάχθηκαν γεροφόροι (γέρας, είδος ασπίδας) Πέρσες και δίπλα σε αυτούς Αιγύπτιοι δορυφόροι, οπλισμένοι με μεγάλες ποδήρεις ασπίδες και δόρατα όπως τα ελληνικά.
Κατόπιν είχαν ταχθεί άλλοι ιππείς και τοξότες. Οι στρατιώτες κάθε έθνους πολεμούσαν σε δικούς τους σχηματισμούς και μπορούσες να δεις, σύμφωνα με την περιγραφή του αυτόπτη μάρτυρα Ξενοφώντα, τους τετράπλευρους σχηματισμούς τους. Μπροστά απ’ όλο το μέτωπο ήταν ταγμένα τα δρεπανηφόρα άρματα.
Ενώπιον του εχθρικού μετώπου, το οποίο υπερείχε συντριπτικά σε μήκος του δικού του, ο Κύρος άλλαξε γνώμη και διέταξε τον Κλέαρχο να κινηθεί κλιμακωτά και να προσβάλει το εχθρικό κέντρο. Ο Κλέαρχος όμως, έμπειρος στρατηγός ως ήταν, δε θεωρούσε σωστή ενέργεια να κινηθεί προς το κέντρο και να αφήσει τη σιγουριά που του εξασφάλιζε η κοίτη του Ευφράτη.
Αν τυχόν ξεμάκρυνε από τον ποταμό υπήρχε ο κίνδυνος να διασπαστεί η αναγκαστικώς αραιωμένη του παράταξη και να περικυκλωθεί ολόκληρη η φάλαγγα από το ιππικό του Τισσαφέρνη. Για το λόγο αυτό ο Κλέαρχος απάντησε στον Κύρο να μην ανησυχεί και πως ο ίδιος γνώριζε πώς πρέπει να πολεμήσει.
«Ζεύς σωτήρ και νίκη»
Τελικά τα ασιατικά τμήματα του Κύρου άρχισαν να βαδίζουν προς συνάντηση του εχθρού. Οι Έλληνες όμως δεν είχαν ακόμα αρχίσει να κινούνται. Ο Κλέαρχος μόλις είχε δώσει το σύνθημα «Ζεύς σωτήρ και νίκη», το οποίο πέρασε από στόμα σε στόμα και από τον τελευταίο άνδρα. Μόλις ξαναήρθε η σειρά του Κλεάρχου να αναφωνήσει το σύνθημα, δόθηκε η διαταγή και οι Έλληνες άρχισαν να βαδίζουν.
Η απόσταση που χώριζε τα δύο στρατεύματα δεν ήταν μεγαλύτερη των 600-800 μέτρων. Οι Έλληνες βάδιζαν με ταχύ βήμα και έψαλαν τον παιάνα. Μόλις πλησίασαν περισσότερο άρχισαν να αλαλάζουν και να κτυπούν τα δόρατα επί των ασπίδων τους, παράγοντας έναν δαιμονικό θόρυβο.
Ενώπιον του θεάματος τούτου και πριν οι Έλληνες πλησιάσουν σε απόσταση του ωφέλιμου βεληνεκούς των τόξων (150-200 μέτρα) οι απέναντί τους βάρβαροι έστρεψαν τα νώτα και τράπηκαν σε φυγή! Ακόμα και οι ηνίοχοι των δρεπανηφόρων αρμάτων τα εγκατέλειψαν και ακολούθησαν τους φεύγοντες συναδέλφους τους.
Τα δε δρεπανηφόρα άρματα, με τους ίππους τρομοκρατημένους άρχισαν να τρέχουν και να κατακόπτουν το περσικό πεζικό. Μερικά από αυτά στράφηκαν ανεξέλεγκτα και κατά των Ελλήνων. Αυτοί όμως άνοιγαν τους ζυγούς τους και τα άφηναν να περνούν ακίνδυνα ανάμεσά τους. Με τον τρόπο αυτό οι Έλληνες διέλυσαν την απέναντί τους εχθρική παράταξη με μοναδική απώλεια έναν τραυματία από βέλος!
Ο θάνατος του Κύρου
Την ώρα όμως που οι Έλληνες κατατρόπωναν κυριολεκτικά τους απέναντί τους εχθρούς, στο άλλο άκρο τα πράγματα δεν φαίνεται πως εξελίχθηκαν το ίδιο ευνοϊκά για τον Κύρο. Το αριστερό του Κύρου κάμφθηκε από την εχθρική υπεροχή και ο Κύρος φοβούμενος μην κατακοπεί το ελληνικό στράτευμα, πληττόμενο εκ των νώτων επέλασε με τους 600 επίλεκτους ιππείς του κατά των 6.000 ιππέων του Αρταξέρξη και τους διέσπασε.
Οι νικητές ιππείς του όμως άρχισαν να καταδιώκουν τους φεύγοντες εχθρούς και μόνο λίγοι, οι “ομοτράπεζοι” του έμειναν δίπλα στον Κύρο. Έξαφνα ο Κύρος αντελήφθη την παρουσία του αδερφού του. «Ιδού, τον βλέπω», είπε στους άνδρες του και όρμησε καταπάνω στον Αρταξέρξη. Κατόρθωσε μάλιστα να τον τραυματίσει στο στέρνο τρυπώντας του ακόμα και τον θώρακα. Την ίδια όμως στιγμή ο Κύρος δέχθηκε ένα ακόντιο κάτω από το μάτι. Με τον αρχηγό τους βαριά πληγωμένο, οι λιγοστοί άνδρες του Κύρου προσπάθησαν να τον καλύψουν.
Σε μια άγρια και συγκεχυμένη όμως συμπλοκή που ακολούθησε έπεσαν όλοι, μαζί με τον ηγέτη τους. Οι μεν νικητές έκοψαν το κεφάλι και το δεξί χέρι του Κύρου, οι δε στρατιώτες του νεκρού τράπηκαν σε φυγή και οι άνδρες του Αρταξέρξη κατέλαβαν το στρατόπεδο της στρατιάς του Κύρου. Οι επιζώντες βάρβαροι στρατιώτες του Κύρου, με επικεφαλής τον Αριαίο, κινήθηκαν προς τα πίσω και σταμάτησαν σε απόσταση 25 χλμ. από το πεδίο της μάχης.
Στο μεταξύ εντός του στρατοπέδου ξέσπασε μεγάλη μάχη μεταξύ των Ελλήνων φρουρών του στρατοπέδου και των ανδρών του Αρταξέρξη. Οι τελευταίοι αιχμαλώτισαν μάλιστα τη μία από τις δύο Ελληνίδες παλλακίδες του Κύρου. Η δεύτερη κατόρθωσε να ξεφύγει και γυμνή κατέφυγε στους Έλληνες φρουρούς και διεσώθη. Οι Έλληνες φρουροί άντεξαν για κάποια ώρα την εχθρική πίεση.
Η δεύτερη ελληνική έφοδος
Καθώς όμως όλο και περισσότεροι βάρβαροι έρχονταν εναντίον τους στράφηκαν προς το κύριο σώμα των Ελλήνων του Κλεάρχου. Στο μεταξύ ο Αρταξέρξης είχε πληροφορηθεί από τον Τισσαφέρνη ότι οι Έλληνες είχαν διαλύσει τις απέναντί τους δυνάμεις και διέταξε την αναδιοργάνωση των δυνάμεών του, ώστε να επιτεθούν εκ νέου στους ως τότε νικητές Έλληνες.
Ο Κλέαρχος, όμως, έστρεψε την φάλαγγα και ανέμενε την νέα εχθρική επίθεση. Την ίδια ώρα οι Έλληνες πελταστές, υπό τον Επισθένη από την Αμφίπολη, κατόρθωσαν να προκαλέσουν τεράστιες απώλειες στο επίλεκτο ελαφρύ ιππικό, χρησιμοποιώντας μια άκρως έξυπνη τακτική. Δεχόμενοι την έφοδο του εχθρικού ιππικού οι Έλληνες πελταστές είτε άνοιξαν τους ζυγούς τους, είτε έπεσαν πρηνείς στο έδαφος.
Μόλις οι Πέρσες ιππείς περνούσαν οι Έλληνες άρχιζαν να τους κτυπούν από πολύ κοντά με ακόντια, ακόμα και με σπαθιά! Με τον τρόπο αυτό κανείς πελταστής δεν έπαθε το παραμικρό και οι ιππείς τράπηκαν σε φυγή. Τελικά ο Τισσαφέρνης και οι άνδρες του σταμάτησαν τη φυγή όταν συνάντησαν τα λοιπά βασιλικά στρατεύματα. Έτσι, τώρα, όλοι μαζί κινήθηκαν κατά των Ελλήνων. Τώρα οι Έλληνες θα έδιναν τον υπέρ πάντων αγώνα, μόνοι τους 13.000 άνδρες, κατά των μυριάδων του Αρταξέρξη.
Οι νικητές Έλληνες
Ο εμπειροπόλεμος Κλέαρχος, στην κρίσιμη αυτή στιγμή, έδειξε όλη του την αξία. Διέταξε τους άνδρες του να λάβουν θέσεις όσο το δυνατό πλησιέστερα στον ποταμό, ώστε να έχουν καλυμμένα τα νώτα τους και να είναι σε θέση με απλή κλίση να καλύψει και τις πτέρυγες. Αντίθετα οι Πέρσες τάχθηκαν παραδοσιακά, όπως και πριν και άρχισαν να βαδίζουν κατά των ακατάβλητων Ελλήνων.
Οι Έλληνες, όμως, δεν τους περίμεναν. Έψαλαν τον παιάνα και εφόρμησαν κατά των εχθρών. Αυτή τη φορά οι βάρβαροι τράπηκαν σε φυγή ακόμα ενωρίτερα, καταδιωκόμενοι από τους Έλληνες. Ακόμα και το εχθρικό ιππικό, το επίλεκτο περσικό ιππικό, ετράπη επίσης σε φυγή και δεν στάθηκε να αντιμετωπίσει την έφοδο των Ελλήνων πεζών!
Οι νικητές Έλληνες στρατοπέδευσαν για τη νύκτα στους πρόποδες ενός γηλόφου, στην κορυφή του οποίου εγκατέστησαν προφυλακές. Λίγο πριν βραδιάσει ο Λύκιος ο Συρακούσιος, ο οποίος εστάλη από τον Κλέαρχο για αναγνώριση, επέστρεψε χαρούμενος και ανέφερε ότι «φεύγουσιν ανά κράτος»! Μια από τις μεγαλύτερες νίκες των αρχαίων Ελλήνων, η πλέον παρεξηγημένη, είχε μόλις επιτευχθεί.
ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ
ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΠΑΛΙΑΣ ΛΑΡΙΣΑΣ
Η γωνία των οδών Ασκληπιού και Κούμα
όπως ήταν κατά το 1970 περίπου. Στη θέση αυτή σήμερα βρίσκεται το
ξενοδοχείο “Αστέρας”. Αρχείο Φωτοθήκης
Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)
Με το σημερινό κείμενό μας θα περιηγηθούμε σε ένα κεντρικό σημείο
της Λάρισας και θα περιγράψουμε πώς ήταν η περιοχή αυτή από τις αρχές
του 20ού αιώνα, και τι μεταβολές έχει υποστεί μέχρι σήμερα. Θα
διατρέξουμε ένα μικρό κομμάτι της οδού Ασκληπιού από το ύψος της οδού
Παπακυριαζή μέχρι τη διασταύρωσή της με την οδό Κούμα, θα στρίψουμε
αριστερά και θα σταματήσουμε στην οδό Ρούσβελτ (Φαρσάλων προπολεμικά),
περιγράφοντας την αριστερή πλευρά της Κούμα. Η περιοχή αυτή βρίσκεται
μεταξύ των δύο πιο μεγαλυτέρων πλατειών της πόλης, της Κεντρικής (Σάπκα)
και της Ταχυδρομείου (Εθνάρχου Μακαρίου) και αποτελούσε ένα από τα
κεντρικότερα σημεία της όλο αυτό το διάστημα.
Στη γωνία Παπακυριαζή
και Ασκληπιού, ακολουθώντας το δεξιό πεζοδρόμιο καθώς ξεκινάμε από την
πλατεία Ταχυδρομείου, υπήρχε το αρχοντικό του Δημητρίου Πουλιάδη. Ήταν
ένα εντυπωσιακό κτίσμα. Αρχιτεκτονικά διέθετε πολλά νεοκλασικά στοιχεία,
ήταν διώροφο και είχε δύο όψεις, τη μία στην οδό Παπακυριαζή και την
άλλη στην οδό Ασκληπιού. Ως χρονολογία κατασκευής του αναφέρεται το
1910. Χαρακτηριστική ήταν μια κατακόρυφη προεξοχή του σπιτιού σε ένα
μέρος της ανατολικής όψης, η οποία ψηλά κατέληγε σε μια πυργοειδή
κατασκευή, στοιχείο που το προσδιόριζε και δεν το συναντήσαμε σε κανένα
άλλο αρχοντικό της Λάρισας. Ο Πουλιάδης ήταν εμπειροτεχνίτης μηχανικός
και εργολήπτης και πολλά από τα παλαιά κτίσματα της Λάρισας έγιναν με
δικά του σχέδια. Ένα από τα λίγα που σώζονται είναι το τριώροφο μέγαρο
Αλεξάνδρου που βρίσκεται επί της οδού Βενιζέλου, απέναντι από το Αρχαίο
Θέατρο. Μετά τον θάνατό του το αρχοντικό αυτό περιήλθε στην κυριότητα
του ανεψιού του Αθανασίου Γουνιτσιώτη, ο οποίος διατηρούσε κατάστημα
ψιλικών επί της οδού Ακροπόλεως (Παπαναστασίου σήμερα). Απ’ αυτόν το
αγόρασε στις 17 Σεπτεμβρίου 1952 ο ιατρός Γεώργιος Κατσίγρας για να το
χρησιμοποιήσει σαν οικογενειακή του κατοικία. Μετά τον σεισμό του 1953
το κτίριο θεωρήθηκε επικίνδυνο. Έμεινε για πολλά χρόνια ακατοίκητο και
το 1978 ο ιδιοκτήτης το κατεδάφισε και στη θέση του οικοδομήθηκε ένα νέο
πολυώροφο κτίριο με κατασκευαστή τον Απόστολο Σταθακόπουλο.
Δίπλα
από το σπίτι του Πουλιάδη ήταν το σπίτι του Βασιλείου Αρσενίδη. Και αυτό
ήταν κτισμένο σε νεοκλασικό ρυθμό, με μια μεγάλη αυλή προς την πλευρά
της οδού Κούμα, πλημμυρισμένη από ωραία λουλούδια. Η πληθωρική ύπαρξη
λουλουδιών οφειλόταν στην αγάπη που έτρεφε γι’ αυτά η Κική Αρσενίδη,
σύζυγος του Βασιλείου Αρσενίδη. Η οικογένεια Αρσενίδη ήταν μία από τις
αρχοντικές και πιο παλιές οικογένειες της Λάρισας. Ο πατέρας του
Νικόλαος Αρσενίδης (1840-1883) διατηρούσε από τον καιρό της
τουρκοκρατίας το καλύτερο κοσμηματοπωλείο στη Λάρισα. Τα κέρδη που του
απέφερε η επιχείρηση τα επένδυσε σε αγροτικά και αστικά ακίνητα. Έτσι
βρέθηκε κάτοχος στον Αλήφακα (σημερινό Κάστρο) μιας μεγάλης αγροτικής
έκτασης και μιας σειράς οικοπέδων στη Λάρισα. Την περιουσία του ο
Νικόλαος Αρσενίδης κατένειμε στα παιδιά του. Είχε τρεις κόρες και έναν
γιο. Η μία του κόρη η Κλεοπάτρα είχε παντρευτεί τον Κώστα Οικονομίδη,
που διετέλεσε συνιδρυτής και γενικός διευθυντής της «Τραπέζης Λαρίσης»
και κατόπιν ο πρώτος διευθυντής του υποκαταστήματος της Αγροτικής
Τραπέζης. Ο Κώστας Οικονομίδης ήταν επίσης γόνος αρχοντικής οικογένειας,
είχε σπουδάσει νομικά, αλλά δικηγορία άσκησε για λίγο. Ο γιος του
Νικολάου Αρσενίδη Βασίλειος (1875-1944) νυμφεύθηκε την Αγγελική Οράτη
(1893-1955) κόρη αριστοκρατικής οικογένειας από την Αίγυπτο και από τον
γάμο του είχε τρία τέκνα, τον γεωπόνο Νικόλαο (1922-1969), τη Φανή η
οποία απεβίωσε σε ηλικία τριών ετών και την άλλη Φανή, η οποία
παντρεύτηκε τον Επαμεινώνδα Χριστοδουλόπουλο, εγγονό του ιστορικού της
Λάρισας Επαμεινώνδα Φαρμακίδη. Ο Βασίλης Αρσενίδης διετέλεσε για αρκετά
χρόνια δημοτικός σύμβουλος και Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου και το
1924-1925 διετέλεσε δήμαρχος της Λάρισας, όπου παρά τη σύντομη
δημαρχιακή θητεία του επιτέλεσε σπουδαίο έργο[1].
Απέναντι στην άλλη γωνία βρισκόταν το αρχοντικό του παλιού δημάρχου Αχιλλέα Αστεριάδη για τον οποίο γράψαμε επανειλημμένα.
Ακολουθώντας
το αριστερό πεζοδρόμιο επί της Ασκληπιού στη γωνία υπήρχε ένας
μαντρότοιχος, ο οποίος περιτοίχιζε μάντρα, μέσα στην οποία διώροφη
ξηλόπηκτη κατοικία. Όλη αυτή η έκταση ανήκε στον στρατηγό Ιωάννη Άρτη.
Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια στη θέση αυτή είχαν αναπτυχθεί οι παράγκες
που στέγαζαν προσωρινά τις φιλάνθρωπες υπηρεσίες του ΠΙΚΠΑ. Αργότερα το
οικόπεδο το αγόρασε ο ιατρός Γεώργιος Κατσίγρας, ο οποίος σε σύντομο
χρονικό διάστημα έκτισε την τεράστια κλινική του, η οποία εγκαινιάσθηκε
και λειτούργησε το 1955. Το 1988 η κλινική αγοράσθηκε από το
Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, προστέθηκε ένας ακόμη όροφος και στεγάσθηκαν σ’
αυτό τα πρώτα γραφεία και εργαστήρια της Ιατρικής Σχολής.
Μετά το
οικόπεδο του Ιωάννη Άρτη, επί της Ασκληπιού, στη γωνία με την οδό Κούμα,
υπήρχε μεγάλη διώροφη οικοδομή. Ο επάνω όροφος αρχικά χρησίμευσε σαν
κατοικία, αλλά πριν από τον πόλεμο μετασκευάσθηκε και έγινε ξενοδοχείο
με την ονομασία «Ελλάς». Κάτω από το ξενοδοχείο στη γωνία ήταν το
γραφείο των δικηγόρων Πελοπίδα Αγγελίδη και Δημητρίου Χατζηγιάννη. Όταν
αυτοί το εγκατέλειψαν, στεγάσθηκε το βιβλιοχαρτοπωλείο των αδελφών
Παπαθεοδώρου. Αργότερα ενοικιάσθηκε από την Παπαχατζής Ο.Ε. και
λειτούργησε με το όνομα “Ραδιοηλεκτρική”. Στη συνέχεια επί της οδού
Κούμα και στο ίδιο κτίριο, διατήρησε για πολλά χρόνια δικηγορικό γραφείο
ο Νικόλαος Σακελλαρίδης (1905-1970), γιος του ιατρού Γεωργίου
Σακελλαρίδη. Όταν αυτός συνταξιοδοτήθηκε, εγκατέστησε το ραφείο του ο
Βίκτωρ Αντωνιάδης που είχε εκπαιδευτεί στο Παρίσι. Υπήρχε και τρίτη
πόρτα που κατά καιρούς χρησίμευσε για γραφείο δικηγόρων και
παραγγελιοδόχων. Όλο αυτό το κτίσμα το 1973 κατεδαφίσθηκε και στη θέση
του ανεγέρθηκε το πολυώροφο ξενοδοχείο “Αστέρας”, το οποίο λειτουργεί
μέχρι σήμερα.
Σε επαφή με το διώροφο κτίσμα που περιγράψαμε υπήρχε
μια παλιά ισόγεια οικοδομή. Τη μισή απ’ αυτή χρησιμοποιούσε ο Αθανάσιος
Βέργος για καθαριστήριο και βαφείο. Για την εποχή του ο Βέργος, με τα
μέσα που διέθετε τότε, ήταν ο καλύτερος βαφέας της Λάρισας. Η αλλαγή
νοοτροπίας των γυναικών στο θέμα της ενδυμασίας έφερε μεταπολεμικά τον
Βέργο σε θέση απλού εργάτη. Στο υπόλοιπο του παλιού κτίσματος ήταν
εγκατεστημένο το μηχανοσιδηρουργείο των αδελφών Σκαρλάτου. Θα φανεί
παράξενο πως σε έναν κεντρικό δρόμο της πόλης υπήρχε ένα τόσο πολυθόρυβο
εργαστήριο. Όμως την εποχή εκείνη δεν ενοχλούσε κανέναν, αφού δεν
υπήρχαν κοντά σπίτια που να κατοικούνται από οικογένειες. Στη θέση των
δύο τελευταίων καταστημάτων μεταπολεμικά κατασκευάσθηκε το τριώροφο
ξενοδοχείο “Ξενίας Μέλαθρον”. Το κτίριο εξακολουθεί να υπάρχει ακόμη και
σήμερα, ενώ το ξενοδοχείο έχει σταματήσει να λειτουργεί από καιρό.
Δίπλα
υπήρχε το ραφείο του Θωμά Παπαευθυμίου και το δικηγορικό γραφείο του
Ιωάννη Πασχαλίδη. Τέλος στη γωνία Κούμα-Φαρσάλων (Ρούσβελτ σήμερα) ήταν
ένα διώροφο κτίριο με αυλή. Στα παλιά χρόνια δεν υπήρχε περίπτωση να
συναντήσει κανείς οποιασδήποτε φύσεως οίκημα, χωρίς αυλή, γεγονός
άγνωστο σήμερα που οι κατοικίες και οι πολυκατοικίες είναι κολλημένες η
μία δίπλα στην άλλη. Υπάρχει βέβαια ο ακάλυπτος χώρος πίσω απ’ αυτές,
αλλά αυτός ή θα είναι χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων ή αδιαμόρφωτο και
ρυπαρό οικόπεδο. Το οίκημα αυτό στη γωνία για πολλά χρόνια στέγαζε το
ξενοδοχείο «Μινέρβα» του Παπασυννεφάκη. Όταν το κτίριο του ξενοδοχείου
περιήλθε στην ιδιοκτησία του Γ. Κόβαλα, ο Παπασυννεφάκης μετέφερε την
ξενοδοχειακή του επιχείρηση στο Τσούγκαρι, στο τριώροφο κτίριο που
χρησίμευε ως ξενοδοχείο του Κώστα Κικίμη με την επωνυμία η «Θράκη». Στη
θέση του ξενοδοχείου “Μινέρβα” δημιουργήθηκε το μικρό καφενεδάκι του
Μιχάλη Χαλκιά. Το καφενείο αυτό συγκέντρωνε τις προτιμήσεις εκείνων που
ήθελαν να πιουν εκλεκτό καφέ, φτιαγμένο σύμφωνα με τα γούστα τους. Αλλά
διέθετε και εξαιρετικό τσίπουρο με διαλεχτούς μεζέδες, γι’ αυτό τα
μεσημέρια και τα βράδια πολλοί Λαρισινοί περνούσαν να πάρουν το ορεκτικό
τους στου Χαλκιά. Σήμερα στο σημείο αυτό έχουν δημιουργηθεί διάφορα
καταστήματα[2].
--------------
[1].
Γρηγορίου Αλέξανδρος. Η οικογένεια του κοσμηματοπώλη Νικολάου Αρσενίδη
(1840-1883), εφ. “Ελευθερία’’, φύλλο της 11ης Οκτωβρίου 2015. Του ιδίου.
Βασίλειος Αρσενίδης (1875-1944), εφ. “Ελευθερία”, φύλλο της 1ης
Νοεμβρίου 2015.
[2]. Ολύμπιος (Περραιβός Κώστας). Η Λάρισα που χάθηκε. εφ. “Λάρισα”, φύλλο της 22ας Ιανουαρίου 1973.
Τρίτη 2 Νοεμβρίου 2021
Το πρωταρχικό ζεύγος: Γαία και Ουρανός – Από τη γέννηση των πάντων στον … ευνουχισμό! (βίντεο)
![ΤΖΟΡΤΖΙΟ ΒΑΣΑΡΙ [16ος αι.]: Ο ευνουχισμός του Ουρανού](https://static.larissanet.gr/wp-content/uploads/2021/11/202111010759558952-1200x700.jpg)
ΤΖΟΡΤΖΙΟ ΒΑΣΑΡΙ [16ος αι.]: Ο ευνουχισμός του Ουρανού
Από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου – δάσκαλο, συγγραφέα
Η ΓΑΙΑ: Η Γαία προϋπήρχε, όπως το Χάος και ο Έρωτας [Φάνης] στη δημιουργία του Κόσμου κατά την ελληνική Μυθολογία. Η Γαία, στο επίπεδο της μυθικής ελληνικής Κοσμογονίας, συμβολίζει την υλική πλευρά του Κόσμου και όχι τη Γη, αυτή καθαυτή. Το Χάος συμβολίζει τον Χώρο του Σύμπαντος. Ο Έρωτας συμβολίζει την κινητήρια δύναμη που ενώνει, μεταλλάσσει και μεταμορφώνει [Φάνης] το παν. Ουσιαστικά, όμως, το πρώτο Κοσμικό Ζευγάρι της Δημιουργίας, είναι ο Ουρανός και Γαία.
Ο ΟΥΡΑΝΟΣ: Ο Ουρανός θεωρείται ο πρώτος και μέγας θεοπάτωρ στην ελληνική Μυθολογία, η γέννηση του οποίου ταυτίστηκε (μυθολογικά) με την στιγμή της ανάδειξης του πνεύματος του ανθρώπου και της γέννησης των Επιστημών αλλά και των Γραμμάτων και Τεχνών. Ο Ουρανός είναι το πρώτο άρρεν στοιχείο της μυθικής κοσμογονίας.
Η ΕΝΩΣΗ ΤΟΥΣ – ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ: Η Γαία ενώθηκε με τον Ουρανό και δημιούργησε τους Γίγαντες, τους Τιτάνες, τον Ωκεανό, τρεις Κύκλωπες, τρεις Εκατόγχειρες και όλον τον κόσμο. Επειδή, όμως, η Γαία γεννούσε πολλά παιδιά, ο Ουρανός άρχισε να φοβάται την πρωτοκαθεδρία του και, μισώντας τα ίδια του τα τέκνα, τα φυλάκισε βαθιά στα έγκατα της γης, στον Τάρταρο. Αν και αυτή η κακή πράξη ικανοποιούσε τον ίδιο, η Γαία θύμωνε τόσο πολύ, που κάποια στιγμή ανάβλυσε “ατσάλινο αδάμαντα”, και το έδωσε στα παιδιά της για να φτιάξουν ένα τεράστιο δρεπάνι για να πολεμήσουν τον κακό πατέρα τους. Όμως κανείς δεν είχε το κουράγιο να κάνει αυτό το έγκλημα. Μόνο ο Κρόνος, ο γενναιοτερος των Τιτάνων, δεν δίστασε…. Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ:
Το βίντεο:
https://www.youtube.com/watch?v=-aOtxQFHrgM&t=3s
Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2021
ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...
Η δυτική πλευρά του Λόφου πριν 50 χρόνια
Αεροφωτογραφία της δυτικής πλευράς
του Λόφου της Ακρόπολης, η οποία αποτυπώνει τη χωροταξία της περιοχής
κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Φωτογραφία του 1970 περίπου. Αρχείο
Φωτοθήκης Λάρισας.
Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com
Η σημερινή φωτογραφία απεικονίζει το δυτικό τμήμα του Λόφου της Ακρόπολης όπως ήταν γύρω στα 1965-70. Η μελέτη της εικόνας αυτής, συγκρινόμενη με τη σημερινή κατάσταση της ίδιας περιοχής που έχουμε όλοι μας κατά νουν, μας αποτυπώνει τις μεγάλες διαφορές που έχουν γίνει στο συγκεκριμένο τμήμα του Λόφου τα τελευταία 50 περίπου χρόνια. Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, πρόκειται για αεροφωτογραφία από αεροπλάνο (δεν υπήρχαν drones την εποχή εκείνη) και ο φακός απεικονίζει ουσιαστικές λεπτομέρειες.
Θα αναλύσουμε τη φωτογραφία αρχίζοντας από το κάτω μέρος της. Σε
ένα σημείο διακρίνονται τα προστατευτικά τσιμεντένια κάγκελα, τα οποία
είχαν τοποθετηθεί στις όχθες του Πηνειού, στη διαδρομή του ένθεν και
εκείθεν της μεγάλης γέφυρας. Είχαν κατασκευασθεί μεταπολεμικά επί
δημαρχίας Δημητρίου Χατζηγιάννη και υπάρχουν ακόμη και σήμερα, σε κακή
ειν’ αλήθεια κατάσταση. Πίσω τους ακριβώς διαγράφεται στη φωτογραφία ο
παρόχθιος δρόμος, ο οποίος θεωρείται ουσιαστικά προέκταση της οδού
Γεωργιάδου και χωρίζει το ποτάμι από το ύψωμα του Λόφου. Στη συνέχεια
υψώνονται οι κάθετοι αναλληματικοί τοίχοι, οι οποίοι συγκρατούν τον
Λόφο. Πάνω τους έχουν ζωγραφισθεί διαφημιστικές επιγραφές, συχνή
συνήθεια την εποχή εκείνη [1]. Διαβάζουμε τις δύο που διακρίνονται
καθαρά. Η αριστερή έχει τη διαφήμιση: Ενδύματα-Κασμήρια-Νεωτερισμοί.
ΜΠΑΡΜΠΟΥΤΗΣ-ΦΕΛΟΥΣ. Βενιζέλου 73, ενώ η δεξιά Επιπλώσεις. Ευκολίαι
πληρωμής. Δ. ΓΙΟΥΡΟΥΚΗ. Ρούσβελτ 35. Ανάμεσά τους ο τοίχος διακόπτεται
και βρίσκονται τα περίφημα σκαλοπάτια του Αγ. Αχιλλίου. Αποτελούσαν για
τους πεζούς τη δυτική πρόσβαση προς τον Λόφο, αν και είναι γνωστό ότι ο
Γιάννης Δαλθανάσης τα ανέβηκε καβάλα στο άλογό του και ο Μιχάλης Ζέικος
τα διάβηκε οδηγώντας το ταξί του. Σήμερα η πλευρά αυτή έχει αλλάξει.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, επί δημαρχίας Θάνου Μεσσήνη,
τροποποιήθηκαν τα σκαλοπάτια, δημιουργήθηκε κυκλικός οδικός δρόμος και η
όψη των τοίχων πήρε άλλη μορφή με μικρά επιθέματα μαρμάρου και με τη
δημιουργία ενδιάμεσα μικρών θέσεων πρασίνου.
Στη συνέχεια επάνω στο
ύψωμα αριστερά διακρίνεται κήπος με ψηλά δένδρα, μέσα στον οποίον υπήρχε
η προτομή του μαρτυρικού μητροπολίτου Πολύκαρπου Δαρδαίου, η οποία
διατηρήθηκε και σήμερα στη θέση της. Δεξιά διακρίνεται, αδιαμόρφωτο
ακόμη, το προαύλιο του Μητροπολιτικού Ναού του Αγ. Αχιλλίου. Η
οικοδομική φάση του μόλις είχε ολοκληρωθεί εξωτερικά, ενώ το
κωδωνοστάσιο δεν έχει ακόμη κατασκευασθεί [2].
Πιο πίσω διακρίνεται
αριστερά η ταράτσα του διώροφου Β΄ Δημοτικού Σχολείου, το οποίο είχε
υποστεί ζημιές από τον σεισμό και τους βομβαρδισμούς. Ο επάνω όροφος
είχε θεωρηθεί ακατοίκητος και το σχολείο λειτουργούσε μόνο στο ισόγειο.
Το 1978, μέσα στα πλαίσια εξωραϊσμού της περιοχής του Λόφου του
Φρουρίου, κατεδαφίσθηκε και στη θέση του βρίσκεται σήμερα πάρκο στο
οποίο υπάρχουν διάφορες προτομές και αναμνηστικές στήλες. Πίσω από το
Ιερό του ναού μεσολαβεί η επέκταση της οδού Πολυκάρπου, η οποία τη
διαχωρίζει από το επόμενο τετράγωνο οικόπεδο, μέσα στο οποίο εξακολουθεί
να υπάρχει μια προπολεμική κατοικία ερειπωμένη. Στη θέση αυτήν αργότερα
δημιουργήθηκε η πλατεία της Μητέρας με το ομώνυμο άγαλμα. Σήμερα τους
θερινούς μήνες ο χώρος αυτός καταλαμβάνεται από τα τραπεζοκαθίσματα
παρακείμενου ψυχαγωγικού κέντρου.
Στη συνέχεια πιο πίσω υπάρχει ο
χώρος του Ηρώου, το οποίο όμως δεν διακρίνεται. Δεξιότερα παραμένει το
πάρκο με τα ψηλά δένδρα, που υπάρχει βελτιωμένο μέχρι και σήμερα.
Μεσολαβεί η οδός μητροπολίτου Αρσενίου και δεξιότερα προβάλλει η
υψηλόκορμη σιλουέτα του ρολογιού της πόλης. Είναι το τελευταίο από τα
ρολόγια της Λάρισας που για αιώνες ειδοποιούσαν τους κατοίκους της την
ώρα και ανήγγειλαν χαρμόσυνα ή δυσάρεστα γεγονότα [3]. Τον Σεπτέμβριο
του 1992 κατεδαφίσθηκε αναγκαστικά. Είχε ξεκινήσει η διαδικασία
αποκάλυψης του Αρχαίου Θεάτρου και η παρουσία του στην περιοχή του
επιθεάτρου προδιέγραψε την τύχη του. Από τότε το ρολόι, το σύμβολο αυτό
της Λάρισας για 450 χρόνια, όσα βέβαια εντόπισε η ιστορική έρευνα,
σίγησε.
Ακολουθεί η οδός Παπαναστασίου, ίσως ο μεγαλύτερος σε μήκος
δρόμος της Λάρισας. Ξεκινάει από την περιοχή του κέντρου «Φρούριον» και
σε ευθεία γραμμή φθάνει μέχρι την οδό Ηρώων Πολυτεχνείου. Από το σημείο
αυτό συνεχίζεται πάλι σε ευθεία γραμμή, αλλά με άλλη ονομασία (οδός
Καρδίτσης), σε μεγάλη απόσταση. Ουσιαστικά η οδός Παπαναστασίου με την
επέκτασή της, τέμνει την πόλη σε δύο μεγάλα τμήματα σε όλο το μήκος της.
Στο ύψος του Λόφου, πίσω από τον δρόμο αυτόν, από αριστερά διακρίνεται
σε κάποιο σημείο, κρυμμένο από πανύψηλα δένδρα, το Μπεζεστένι (η παλιά
τούρκικη αγορά) και στη συνέχεια η δυτική πρόσοψη και η στέγη της
προσωρινής εκκλησίας του Αγ. Αχιλλίου, η οποία είχε κτισθεί λίγους μήνες
μετά τον μεγάλο σεισμό, για να αναπληρώσει τον βαθειά λαβωμένο
προπολεμικό μητροπολιτικό ναό. Ο ναός αυτός λειτουργούσε μέχρι το 1965,
όταν ολοκληρώθηκε ο σημερινός υπέρλαμπρος ναός. Τη δεκαετία του 1970,
κατά τη διάρκεια εργασιών που έγιναν στον χώρο μεταξύ του προσωρινού
ναού και του Μπεζεστένι, αποκαλύφθηκαν τυχαία, σημαντικά αρχαιολογικά
ευρήματα, τα οποία συνεχίζονταν και κάτω από τον πρόχειρο ναό. Επειδή η
τύχη του ναού αυτού είχε από καιρό προδιαγραφεί, κρίθηκε σκόπιμη η άμεση
κατεδάφισή του, η οποία υπήρξε κυριολεκτικά σωτήρια, καθώς κάτω από τα
θεμέλιά της εντοπίσθηκαν το 1978 τα υπολείμματα μιας τρίκλιτης
παλαιοχριστιανικής βασιλικής του 6ου αιώνα, μέσα στα οποία αποκαλύφθηκε ο
τάφος του Αγ. Αχιλλίου.
—————————————————————
[1]. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι
τη μεταπολεμική περίοδο, κατά τα σχολικά μας χρόνια, ο τοίχος που
υψωνόταν κατά μήκος της οδού Ηπείρου και καθόριζε τα όρια του Σχολικού
Γυμναστηρίου, ο τοίχος έξω από το Γενί Τζαμί, το οποίο τότε στέγαζε το
Αρχαιολογικό Μουσείο και πολλοί άλλοι μέσα στην πόλη, αφού πρώτα
ασβεστώνονταν στη συνέχεια ζωγράφιζαν επάνω τους διάφορες διαφημιστικές
επιγραφές.
[2]. Τα εγκαίνια του νέου μεγαλοπρεπούς ναού του
Αγίου Αχιλλίου έγιναν στις 6 Ιουνίου 1965 από τον μητροπολίτη Λαρίσης
Ιάκωβο Σχίζα (1960-1967) και από τότε εξακολουθεί συνεχώς να
εμπλουτίζεται και να στολίζεται, έτσι ώστε σήμερα να θεωρείται σαν ένας
από τους μεγαλύτερους και ομορφότερους ναούς της Θεσσαλίας.
[3].
Κατασκευάσθηκε το 1952 επί δημαρχίας Δημητρίου Καραθάνου, δίπλα από τα
θεμέλια του πύργου του παλιού ρολογιού που είχε καταστραφεί με τον
σεισμό. Κατασκευαστικά εντύπωση προκαλούσε η τετράγωνη μαρμάρινη βάση
του με τα σκαλοπάτια. Το ρολόι είχε τετράγωνη βάση και κάθε πλευρά του
είχε μήκος περίπου τρία μέτρα, ενώ το ύψος του έφθανε τα 18,5 μέτρα.
Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2021
ΛΑΡΙΣΑ. ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...
Ο κατεστραμμένος ναός του Αγ. Αχιλλίου (1941)
Η καταστροφή που υπέστη ο
Μητροπολιτικός Ναός του Αγ. Αχιλλίου από τον σεισμό του 1941. Τα ψηλά
τμήματα των δύο καμπαναριών έχουν κρημνισθεί επάνω στη στέγη του ναού.
Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας.
Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com
Με την ευκαιρία των εορταστικών εκδηλώσεων αυτών των ημερών για την απελευθέρωση της Λάρισας από τα γερμανικά στρατεύματα το 1944, είναι νομίζω επίκαιρο να θυμίσουμε τις τεράστιες καταστροφές που υπέστη η πόλη μας κατά τη διάρκεια των τεσσάρων χρόνων από την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου μέχρι την απελευθέρωσή της.
Δεν ήταν μόνον οι ανηλεείς βομβαρδισμοί των Ιταλών κατά τους πρώτους
μήνες του πολέμου, οι οποίοι δεν είχαν μόνο στρατιωτικούς ή
συγκοινωνιακούς στόχους, αλλά και τον άμαχο πληθυσμό, με αποκορύφωμα τον
βομβαρδισμό της 21ης Δεκεμβρίου 1940. Δεν ήταν οι συνεχείς γερμανικοί
βομβαρδισμοί στις αρχές Απριλίου του 1941, μέχρι την κατάκτηση της
Λάρισας. Ήταν ενδιάμεσα και ο φοβερός σεισμός της 1ης Μαρτίου του 1941
που συγκλόνισε εκ θεμελίων την πόλη, η οποία μεταβλήθηκε σε θλιβερή
άμορφη μάζα ερειπίων και ενώ η χώρα βρισκόταν ακόμη σε πόλεμο με την
Ιταλία.
Λίγο πριν από την αυγή της 1ης Μαρτίου 1941, στις 5 και 53’
το πρωί, σεισμός 6,3 βαθμών της κλίμακας Richter έπληξε τη Λάρισα. Στα
ερείπια που είχαν συσσωρεύσει στην πόλη οι βομβαρδισμοί, ήλθαν να
προστεθούν και τα τραγικά αποτελέσματα του Εγκέλαδου. Όταν πια πέρασαν
οι πρώτες δύσκολες στιγμές του σεισμού, οι τοπικές αρμόδιες αρχές
ενεργοποιήθηκαν για να μετρήσουν το μέγεθος της καταστροφής και κυρίως
για τη διάσωση εκείνων που είχαν παγιδευτεί κάτω από τα ερείπια. Η πόλη
που είχε βαρύτατα πληγεί από τους βομβαρδισμούς και είχε ακόμη κάποια
ζωή και κίνηση, βρισκόταν τώρα βαρύτατα τραυματισμένη. Και σαν να μην
έφθανε αυτό, το μεσημέρι της επομένης ημέρας του σεισμού, 2 Μαρτίου, που
ήταν η Κυριακή των Απόκρεω, σημειώθηκε νέα ιταλική αεροπορική επιδρομή
σε μια πόλη που δεν είχε προφθάσει ακόμη να ανασύρει από τα ερείπια τους
νεκρούς του σεισμού [1]. Το γεγονός αυτό στιγματίσθηκε από ολόκληρη την
παγκόσμια κοινότητα [2].
Ενάμιση μήνα αργότερα, κατά τη διάρκεια
της Μεγάλης Εβδομάδος, οι Γερμανοί με τους αδιάκοπους βομβαρδισμούς τής
έδωσαν τη χαριστική βολή. Στη συνέχεια τη Μ. Παρασκευή μπήκαν στην πόλη
την οποία βρήκαν άδεια [3]. Το ρεύμα της φυγής είχε πάρει μορφή
δραματικής εξόδου. Τίποτε δεν μπορούσε να κρατήσει τους πανικόβλητους
κατοίκους, οι οποίοι έφευγαν ομαδικά και ζητούσαν καταφύγιο στους γύρω
οικισμούς. Η Αγιά και το Συκούριο δέχτηκαν το μεγαλύτερο μέρος των
Λαρισαίων προσφύγων, γιατί πρόσφεραν μεγαλύτερη ασφάλεια, καθώς δεν
είχαν βομβαρδισθεί και ούτε είχαν θιγεί από τους σεισμούς. Ελάχιστοι
είχαν το σθένος να παραμείνουν στην πόλη ως την ώρα που μπήκαν οι
Γερμανοί. Χρειάστηκε να περάσει ένας μήνας περίπου για να αρχίζουν να
επιστρέφουν σιγά-σιγά, κυρίως οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι επαγγελματίες
που διέθεταν καταστήματα, πολλοί εκ των οποίων τα βρήκαν λεηλατημένα.
Όταν πλέον εδραιώθηκαν οι Γερμανοί στην Ελλάδα, έφθασαν μετά από λίγο
και οι Ιταλοί του Μουσολίνι, οι ηττημένοι του αλβανικού μετώπου, οι
οποίοι εγκαταστάθηκαν σαν κατοχική δύναμη στην πόλη μας.
Η εικόνα
που δημοσιεύεται στο σημερινό κείμενο προέρχεται από φωτογραφία, η λήψη
της οποίας έγινε από Γερμανό στρατιωτικό μετά την κατάληψη της Λάρισας.
Πρέπει να προσθέσουμε ότι πολλοί Γερμανοί στρατιωτικοί είχαν εφοδιασθεί
από τα επιτελεία τους με φωτογραφικές μηχανές, με τις οποίες αποτύπωναν
τη ζωή τους στις κατακτημένες χώρες και τα στρατιωτικά τους
…κατορθώματα. Στη συνέχεια η γερμανική προπαγάνδα διοχέτευε στην
κυκλοφορία τις λήψεις που έκαναν από διάφορες περιοχές και με τον τρόπο
αυτόν έμειναν μέχρι σήμερα πολλές αποτυπωμένες φωτογραφίσεις της Λάρισας
και της περιοχής της, που τραβούσαν οι Γερμανοί στρατιώτες κατά την
ολιγόωρη άδεια εξόδου τους από το στρατόπεδο.
Στο σημερινό
στιγμιότυπο διακρίνονται οι σοβαρές καταστροφές που είχε υποστεί ο
λαμπρός προπολεμικός μητροπολιτικός ναός του Αγίου Αχιλλίου, ο οποίος
είχε εγκαινιασθεί τον Σεπτέμβριο του 1907. Ο φωτογράφος αποτύπωσε τη
νοτιοδυτική πλευρά του ναού, όπου παρατηρούμε ότι αν και είχε περάσει
αρκετός χρόνος από τον φοβερό σεισμό και τους βομβαρδισμούς, τα ερείπια
στα σκαλοπάτια της εισόδου και στους γύρω χώρους δεν είχαν ακόμη
απομακρυνθεί. Ο σεισμός έπληξε κυρίως τα δύο καμπαναριά. Ο επάνω όροφος
και των δύο, όπου ήταν τοποθετημένες οι καμπάνες του ναού, έπεσαν επάνω
στη στέγη του κυρίως ναού, την οποία κατακρήμνισαν και η δυτική πρόσοψη
βρέθηκε μετέωρη. Οι κάθετοι τοίχοι φέρουν ρηγματώσεις σε πολλά σημεία,
ενώ ο τρούλος παραμένει ακόμη στη θέση του [4].
Στο δεξιό μέρος της
φωτογραφίας, πίσω από μια συστάδα φυλλωμάτων, διακρίνεται ένα μικρό
τμήμα του τριώροφου κτίσματος του Ιωάννη Βελλίδη, το οποίο υπέστη
ολοκληρωτική καταστροφή. Ο ναός του Αγίου Αχιλλίου παρέμεινε έτσι
ερειπωμένος μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, οπότε κατεδαφίσθηκε και
στη θέση του έχει δημιουργηθείσήμερα πάρκο.
—————————————————————
[1]. Σε ανακοίνωσή του το Υφυπουργείο
Δημοσίας Ασφαλείας ανέφερε επί λέξει στις 2 Μαρτίου του 1941: «Η εχθρική
αεροπορία, εν γνώσει ότι την προηγουμένην ημέραν η Λάρισα είχεν υποστεί
τρομακτικάς καταστροφάς, με αρκετά θύματα εκ του σεισμού και καθ’ ήν
ώραν το έδαφος εσείετο υπό των κατ’ εξακολούθησιν σεισμικών δονήσεων και
υπήρχον χιλιάδες άστεγοι γυναίκες και παιδιά, εβομβάρδισεν επί μίαν
ολόκληρον ώραν διά σμήνους βομβαρδιστικών αεροπλάνων την πληγείσαν
ταύτην πόλιν. Κατά την διάρκειαν του βομβαρδισμού διεκόπη το έργον της
διασώσεώς των υπό τα ερείπια θυμάτων εκ των σεισμών».
[2]. Ο
πρωθυπουργός της Αγγλίας Τσώρτσιλ, εκφράζοντας την αγανάκτηση του
Βρετανικού λαού, κατακεραύνωσε τους Ιταλούς για το γεγονός, λέγοντας:
«Μια ελληνική πόλις, η Λάρισα, ερειπώθηκε από τρομακτικούς σεισμούς. Οι
Ιταλοί φασίστες δεν την εσεβάσθησαν και εξαπέλυσαν εναντίον της
αεροπορικήν επίθεσιν διά να προσθέσουν εις τα υπάρχοντα και άλλα ερείπια
και εις τους νεκρούς και άλλους, εκ των βομβών των. Καταγγέλομεν εις
την παγκόσμιον συνείδησιν την άνανδρον αυτήν επιδρομήν».
[3]. Γράφει ο
χρονικογράφος της εποχής: «Έρημον κατοίκων εύρον οι εχθροί την πόλιν
και επεδόθησαν εις όργιον λεηλασίας. Κυριολεκτικώς εσκύλευσαν την νεκράν
Λάρισαν». Ήταν ευτύχημα ότι ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της Λάρισας,
κυρίως γυναικόπαιδα, είχε εγκαταλείψει την πόλη από τις πρώτες ακόμη
ημέρες του πολέμου. Το γεγονός αυτό έσωσε πολλούς από τον φοβερό σεισμό,
ο οποίος αραίωσε επιπλέον τον πληθυσμό της.
[4]. Παρόμοιες
φωτογραφίες δημοσιεύθηκαν και στο βιβλίο: Μνήμη της πόλης. Λάρισα.
Κατοχή-Απελευθέρωση 1941-1944, Αρχείο φωτογραφιών Βύρωνα Μήτου και άλλων
συλλεκτών. Έκδοση του Δήμου Λαρισαίων. Λάρισα (2018).

