Κυριακή 10 Ιουλίου 2022

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Το παλιό Επισκοπείο της Ι. Μητροπόλεως Λαρίσης και Τυρνάβου


Το παλιό Επισκοπείο της Ι. Μητροπόλεως Λαρίσης και Τυρνάβου, κτισμένο πάνω από τις κερκίδες  του Αρχαίου Θεάτρου, έτοιμο προς κατεδάφιση. Φωτογραφία Αθανασίου Τζαφάλια. 1990 περίπου.Το παλιό Επισκοπείο της Ι. Μητροπόλεως Λαρίσης και Τυρνάβου, κτισμένο πάνω από τις κερκίδες του Αρχαίου Θεάτρου, έτοιμο προς κατεδάφιση. Φωτογραφία Αθανασίου Τζαφάλια. 1990 περίπου.

Στη δεξιά πλευρά του ανηφορικού τμήματος της μεγάλης και ευθείας οδού, η οποία ξεκινούσε από τον λόφο της Ακρόπολης και κατέληγε στην πύλη της Καρδίτσας, τη σημερινή Παπαναστασίου [1], και κοντά στον Λόφο, στεγάζονταν μέχρι το 1980 σε ιδιαίτερο κτίριο τα γραφεία της Ι. Μητροπόλεως Λαρίσης, πριν αυτά μεταφερθούν στη σημερινή τους θέση στη συνοικία της Φιλιππούπολης.

Το κτίριο αυτό έχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία, την οποία στη συνέχεια θα περιγράψουμε εν συντομία.
Κτίσθηκε κατά τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα από τον Γεώργιο Τσάπανο [2], θεωρούνταν ένα από τα καλύτερα αρχοντικά της πόλης και αρχικά ο ιδιοκτήτης εγκατέστησε σ’ αυτό την οικογένειά του. Ήταν διώροφο με υπερυψωμένο υπόγειο, λόγω κατωφέρειας της οδού. Αργότερα στεγάσθηκαν σ’ αυτό για μεγάλο χρονικό διάστημα τα γραφεία του Νομομηχανικής Υπηρεσίας. Όταν η τελευταία μετακόμισε σε άλλο σημείο της Λάρισας, το κτίριο το ενοικίασε ο επιχειρηματίας Ηλίας Κύρκος [3] και το μετέτρεψε σε ξενοδοχείο με την επωνυμία «Αχίλλειον». Το «Αχίλλειον» ήταν ένα από τα καλύτερα ξενοδοχεία της Λάρισας, το οποίο ο Ηλίας Κύρκος το διατηρούσε σε υψηλό επίπεδο καθαριότητας και περιποίησης. Το 1935, όταν στον μητροπολιτικό θρόνο της Λάρισας τοποθετήθηκε ο Δωρόθεος Κοτταράς (1935-1956), το κτίριο αγοράσθηκε από τη Μητρόπολη. Στο ισόγειο εγκαταστάθηκαν τα γραφεία της και στον όροφο ήταν η κατοικία όπου διέμενε ο εκάστοτε μητροπολίτης. Κατά τον μεγάλο σεισμό της 1ης Μαρτίου 1941 το κτίριο υπέστη σοβαρές ζημιές, σε σημείο ώστε να είναι επικίνδυνη η παραμονή ανθρώπων στον δεύτερο όροφο. Όσο διαρκούσε ο πόλεμος και η κατοχή δεν έγινε καμιά εργασία επισκευής. Την περίοδο αυτή το αρχείο της Μητροπόλεως φυλάχθηκε στο καταφύγιο το οποίο βρισκόταν απέναντι από το κτίριο της Επισκοπής και κάτω από το ρολόι της πόλης. Μετά την απελευθέρωση και ιδίως μετά τον σεισμό του 1957, ο δεύτερος όροφος του μητροπολιτικού μεγάρου γκρεμίστηκε και διατηρήθηκε μόνο το ισόγειο με το υπόγειο. Λίγα χρόνια αργότερα, επειδή ο χώρος δεν ήταν επαρκής για να στεγάσει τα γραφεία της Μητροπόλεως και τα ιδιαίτερα διαμερίσματα του μητροπολίτη, οικοδομήθηκε στη νότια πλευρά του παλαιού οικήματος και σε άμεση επαφή και επικοινωνία μαζί του, μια διώροφη σύγχρονη κατασκευή με εντελώς διαφορετικό αρχιτεκτονικό στυλ, για να στεγάσει την κατοικία του ιεράρχη, την αίθουσα υποδοχής και τα γραφεία της Μητροπόλεως. Στο κτίριο αυτό έμειναν και οι επόμενοι μητροπολίτες Δημήτριος Θεοδόσης (1956-1959), Ιάκωβος Σχίζας (1960-1968), Θεολόγος Πασχαλίδης (1968-1974) και Σεραφείμ Ορφανός (1974-1989). Το 1980, επί μητροπολίτου Σεραφείμ, όλες οι υπηρεσίες της Μητροπόλεως μεταφέρθηκαν στο νέο κτίριο στη συνοικία της Φιλιππούπολης, ενώ το παλαιό έπειτα από πολλές γραφειοκρατικές διαδικασίες το 1992 κατεδαφίσθηκε. Μαζί του κατεδαφίσθηκαν και όλα τα υπόλοιπα κτίρια στη νότια πλαγιά του Λόφου, για να αποκαλυφθεί το Αρχαίο Θέατρο.
Εκεί κοντά, επί της σημερινής οδού μητροπολίτου Αρσενίου, απέναντι από τα ερείπια του ναού του Αγ. Αχιλλίου της βυζαντινής περιόδου, υπήρχε προπολεμικά κτίσμα νεοκλασικής αρχιτεκτονικής, κτισμένο στις αρχές του 20ού αι., το οποίο χρησιμοποιήθηκε για πολλά χρόνια ως γραφείο της Μητροπόλεως Λαρίσης και συγχρόνως ως κατοικία του μητροπολίτη Αρσενίου (1914-1934). Ο Αρσένιος Αφεντούλης δεν ανήκε στην κατηγορία των ιδιαίτερα μορφωμένων κληρικών, ήταν όμως ιεράρχης με σύγχρονες για την εποχή του ιδέες. Τύπος απλός, προσέγγιζε το ποίμνιό του με αγάπη και εύρισκε για τον καθένα λόγους παρηγοριάς. Η θητεία του στη Μητρόπολη Λαρίσης έχει συνδεθεί στενά με το ανάθεμα του Βενιζέλου κατά την περίοδο του εθνικού διχασμού, ενέργεια η οποία του στοίχισε την απομάκρυνση από τη Λάρισα και την εξορία του για τρία χρόνια (1917-1920).


[1]. Ο δρόμος αυτός στην ολιγόχρονη ιστορία της ελεύθερης Λάρισας δεν είχε πολλές μετονομασίες όπως άλλες. Η πρώτη του και πλέον επιτυχημένη κατά τη γνώμη μου, ήταν Ακροπόλεως, το 1936 μετονομάσθηκε σε Βασιλίσσης Σοφίας και μετά τη μεταπολίτευση σε Παπαναστασίου.
[2]. Ο Γεώργιος Τσάπανος ήταν γαιοκτήμονας, καταγόταν από τη Φλώρινα και ήλθε στη Λάρισα περί το 1910. Αγόρασε μεγάλες αγροτικές εκτάσεις σε Γιάννουλη και Φαλάνη, οι οποίες όμως απαλλοτριώθηκαν με τον νόμο περί αποκαταστάσεως ακτημόνων καλλιεργητών και του έμεινε μόνον ένα μικρό μέρος, το οποίο καλλιεργούσε μόνος του. Ήταν ένας από τους πρωτοπόρους στην ιδέα να εγκαταλειφθεί η ασύμφορη μονοκαλλιέργεια του σίτου και να αντικατασταθεί από άλλες, οι οποίες απέφεραν υψηλότερα εισοδήματα. Στην οδό Ακροπόλεως και απέναντι περίπου από την κατοικία του, δέσποζε μια τριώροφη οικοδομή, και αυτή δικής του ιδιοκτησίας, η οποία στέγασε για πολλά χρόνια την Ωτορινολαρυγγολογική Κλινική του Γεωργίου Τάρη. Ο τελευταίος είχε νυμφευθεί την κόρη του Τσάπαλου και σε έναν όροφο της κλινικής του στέγαζε την οικογένειά του. Ο Τάρης έμεινε σ’ αυτή μέχρι τη συνταξιοδότησή του. Ο Γεώργιος Τσάπανος πέθανε στην Αθήνα μεταπολεμικά σε προχωρημένη ηλικία.
[3]. Ο Ηλίας Κύρκος είχε για πολλά χρόνια και την εκμετάλλευση του ξενοδοχείου «Μέγας Αλέξανδρος», ιδιοκτησίας Ηλία Κολέσκα, το οποίο βρισκόταν στη γωνία των οδών Ίωνος Δραγούμη και Βασιλίσσης Φρειδερίκης (σήμερα Σκαρλάτου Σούτσου), απέναντι από το Ισραηλιτικό Σχολείο.

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2022

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Η τοποθεσία «Σάλια»

 
Η περιοχή «Σάλια» της Λάρισας όπως ήταν περί το 1900. Διακρίνεται η αποθήκευση  κορμών ξύλων, τα οποία έφθαναν μέσω του Πηνειού από τα διάφορα γειτονικά δάση.  Λεπτομέρεια από επιστολικό δελτάριο του Στέφανου ΣτουρνάραΗ περιοχή «Σάλια» της Λάρισας όπως ήταν περί το 1900. Διακρίνεται η αποθήκευση κορμών ξύλων, τα οποία έφθαναν μέσω του Πηνειού από τα διάφορα γειτονικά δάση. Λεπτομέρεια από επιστολικό δελτάριο του Στέφανου Στουρνάρα

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Στο σημερινό μας σημείωμα δημοσιεύουμε φωτογραφία μιας τοποθεσίας της Λάρισας, τα λεγόμενα Σάλια, όχι και τόσο γνωστής σήμερα. Η περιοχή Σάλια βρισκόταν στη δεξιά όχθη του Πηνειού ποταμού, σε μια περιοχή η οποία προσδιοριζόταν στα τουρκικά ως Σαρασλάρ.


Ήταν ο χώρος μεταξύ του Αρναούτ μαχαλά (συνοικία Αγ. Αθανασίου) και γέφυρας. Με τη σημερινή οριοθέτηση της Λάρισας, τα Σάλια τοποθετούνται περίπου στην περιοχή μεταξύ του υπαίθριου parking που βρίσκεται στην οδό Καλλιθέας και του κτιρίου του Τεχνικού Επιμελητηρίου. Η ονομασία αυτή αναφέρεται και από τον ποιητή Σωτήρη Σκίπη, καθώς το πατρικό του σπίτι βρισκόταν λίγα μέτρα πιο κάτω, στο σημείο όπου σήμερα έχει διανοιχθεί η οδός η οποία φέρει το όνομα του ποιητή. Ήταν η αγαπημένη του περιοχή στις όχθες του Πηνειού και όταν ήταν μικρός τα παιχνίδια με τους φίλους του γίνονταν σ’ αυτό το σημείο, ενώ αργότερα κάθε φορά που επισκεπτόταν τη Λάρισα βάδιζε μόνος και αυτό του πρόσφερε έμπνευση.
Η ονομασία Σάλια ήταν γνωστή από την περίοδο της τουρκοκρατίας και έχει σχέση με τη μεταφορά ξυλείας από τις δυτικές περιοχές της Θεσσαλίας μέσω της ροής των υδάτων του Πηνειού ποταμού μέχρι την περιοχή της Λάρισας. Με απλό τρόπο και εκμεταλλευόμενοι την κίνηση του νερού, έμπειροι και δεξιοτέχνες υλοτόμοι οδηγούσαν τεράστιες ποσότητες (ντάνες) τεμαχισμένων κορμών από την περιοχή της Πίνδου.
Ο τρόπος του ταξιδιού αυτού της ξυλείας παρουσιάζει ενδιαφέρον γιατί γινόταν σε μια χρονική περίοδο όπου οι μεταφορές δεν ήταν εύκολες.
Η ροή του νερού στην κοίτη του Πηνειού, του μεγαλύτερου ποταμού της Θεσσαλίας, χρησιμοποιήθηκε σε ολόκληρη τη διαδρομή του μέχρι και τη Λάρισα. Οι μεγάλοι κορμοί των δένδρων από τα δάση που βρίσκονταν κατά μήκος του, τεμαχίζονταν και μεταφέρονταν με τα ζώα μέχρι τις όχθες του Πηνειού, σε καθορισμένα σημεία. Εκεί δένονταν με τριχιές ή σιδερένια άγκιστρα και σχηματιζόταν μια σχεδία. Πάνω της δεν τοποθετούσαν μόνο τα ξύλα αγκιστρωμένα, αλλά και επέβαιναν και άνδρες που τα συνόδευαν. Με τον ίδιο τρόπο δημιουργούσαν πολλές σχεδίες και όταν αποφασιζόταν η μεταφορά, έπλεαν όλες μαζί, έχοντας κάποια απόσταση η μία από την άλλη και δημιουργούνταν μια αληθινή νηοπομπή. Η μεταφορά γινόταν συνήθως άνοιξη και φθινόπωρο, γιατί η ροή του νερού ήταν τότε κάπως σταθερή και η στάθμη του ανεβασμένη. Βέβαια ο τρόπος αυτός ήταν αρκετά δύσκολος και επικίνδυνος.
Κατά την πορεία τους μέσα στο ποτάμι η ορμητικότητα του νερού σε ορισμένα σημεία και οι πολλές και μεγάλες καμπύλες που χαρακτηρίζουν την πορεία του Πηνειού στον θεσσαλικό κάμπο, οδηγούσαν τις σχεδίες σε συγκρούσεις και σε πολλές προσαράξεις στις όχθες. Γι’ αυτό οι άνθρωποι που υπήρχαν σε κάθε σχεδία ήταν νέοι και δυνατοί ξυλοκόποι, που κρατούσαν μακριά ξύλινα κοντάρια, τα οποία βύθιζαν στον πυθμένα της κοίτης του ποταμού για να δώσουν επιτάχυνση στη σχεδία ή τα ακουμπούσαν στις όχθες για να αποφεύγουν την πρόσκρουση. Οι σχεδίες που μετέφεραν τους κορμούς των δένδρων σε σωρούς σφιχτά στερεωμένους ονομάζονταν «σάλια», ενώ οι ξυλοκόποι που τα συνόδευαν ήταν γνωστοί σαν «σαλτζήδες» [1].
Οι σχεδίες που είχαν στοιβαγμένους τους κορμούς των δένδρων οδηγούνταν τελικά μετά από το μεγάλο ταξίδι, σε μια αποβάθρα η οποία ήταν πρόχειρα κατασκευασμένη στη δεξιά όχθη του Πηνειού, λίγο πριν τη μεγάλη πέτρινη γέφυρα της Λάρισας. Η μεγαλύτερη ποσότητα ξύλου έφθανε στην πόλη μας γιατί εδώ υπήρχε η εντονότερη ζήτηση, τόσο τοπικά όσο και στη γύρω περιοχή. Ουσιαστικά η αποβάθρα ήταν ένα μικρό λιμανάκι, μακριά από την κεντρική ροή του νερού, για να μπορούν να λιμνάζουν οι κορμοί των δένδρων και να μην παρασύρονται.
Εκεί οι σαλτζήδες έσερναν τους κορμούς με άγκιστρα έξω από το νερό και τους αποθήκευαν σε μια υπαίθρια παραπήνεια έκταση, όπως διακρίνεται και στη φωτογραφία, όπου γινόταν η αρχική προεργασία της ξυλείας σε διάφορες μορφές, ανάλογα με τις παραγγελίες.
Έπειτα με διπλόκαρρα μεταφερόταν η ξυλεία είτε στο Ξυλοπάζαρο [2] της Λάρισας είτε και σε μακρινότερες αποστάσεις. Από την παρουσία της αποβάθρας στην οποία κατέληγε το ταξίδι των υλοτόμων με τις σχεδίες (τα σάλια) και από το γεγονός ότι οι περισσότεροι υλοτόμοι (σαλτζήδες) κατοικούσαν σ’ αυτή την περιοχή, η τοποθεσία αυτή έμεινε γνωστή ως Σάλια μέχρι τα τελευταία χρόνια. Μάλιστα εξακολουθούν να υπάρχουν μέχρι και σήμερα στη Λάρισα οικογένειες με το όνομα Σαλτζής, οι οποίες κατοικούσαν στην περιοχή του Αρναούτ μαχαλά (συνοικία του Αγ. Αθανασίου).
Τη δεκαετία του 1930 άρχισαν να διαμορφώνονται αμαξιτοί δρόμοι στο εσωτερικό του θεσσαλικού χώρου και ο αρχέγονος αυτός τρόπος μεταφοράς της ξυλείας σταμάτησε οριστικά.

———————————————————
[1]. Ρούσκας Γιάννης, Ο αργυροδίνης Πηνειός, Αθήνα, σελ. 67-69.
[2]. Το Ξυλοπάζαρο ήταν κεντρική περιοχή της Λάρισας, της οποίας τα στενά όρια μπορεί να οριοθετηθούν κατά προσέγγιση μεταξύ των σημερινών οδών Παπαναστασίου-Βενιζέλου-Απόλλωνος-Κύπρου. Σ’ αυτό υπήρχαν τα καταστήματα στα οποία γινόταν η επεξεργασία και η εμπορία του ξύλου.

Πέμπτη 30 Ιουνίου 2022

 

IXNHΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

Η Λάρισα του William Haygarth (1810)


Άποψη του ποταμού Πηνειού, του όρους Όσσα  και τμήματος της Λάρισας. Υδατογραφία του William Haygarth. 1810. Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη.  Με το βλέμμα των περιηγητών (Travelogues). Άποψη του ποταμού Πηνειού, του όρους Όσσα και τμήματος της Λάρισας. Υδατογραφία του William Haygarth. 1810. Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη. Με το βλέμμα των περιηγητών (Travelogues).

Από το κύμα των περιηγητών οι οποίοι επισκέφθηκαν τον ελληνικό χώρο κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, η πλειονότητά τους εντοπίζεται κατά την προεπαναστατική περίοδο και ιδιαίτερα κατά το χρονικό διάστημα 1800-1820. Φαίνεται ότι κατά το διάστημα αυτό στην Ευρώπη το φιλελληνικό κίνημα είχε φθάσει στην κορύφωσή του και πολλοί θέλησαν να γνωρίσουν από κοντά την ιστορική αυτή περιοχή και την ένδοξη φυλή της. Έναν σχεδόν άγνωστο περιηγητή των αρχών του 19ου αιώνα που επισκέφθηκε τη Λάρισα το 1810 θα παρουσιάσουμε στο σημερινό μας σημείωμα. Πρόκειται για τον Αγγλο ευγενή William Haygarth (1782-1825;). Ήταν γιος καταξιωμένου ιατρού και συγγραφέα.

Σπούδασε φιλολογία και αρχαιολογία σε φημισμένα αγγλικά πανεπιστήμια και μάλιστα υπήρξε συμφοιτητής του λόρδου Βύρωνα στο πανεπιστήμιο του Cambridge. Όμως στους κύκλους της Αγγλίας έγινε γνωστός σαν σπουδαίος ποιητής. Όπως ήταν συνήθεια στους εύπορους και καλλιεργημένους νέους της αγγλικής κοινωνίας της εποχής εκείνης, το 1810 επιχείρησε μαζί με άλλους Βρετανούς την περιήγησή του (το περίφημο grand tour) στην ηπειρωτική Ελλάδα, σε μια εποχή όπου ο ελληνισμός είχε αφυπνισθεί και προετοιμαζόταν για τον μεγάλο αγώνα. Οι περιηγητές αυτοί, ευκατάστατοι νέοι ή αρχαιολάτρες ευγενείς, οι οποίοι αναζητούσαν τη γοητευτική περιπέτεια ενός ταξιδιού στην Ανατολή, συχνά συνοδεύονταν και από καλλιτέχνες, με σκοπό να απεικονίσουν αρχαιότητες, νεότερα μνημεία και τοπία και να αιχμαλωτίσουν σκηνές του καθημερινού βίου. Μερικές φορές και οι ίδιοι οι ταξιδιώτες προσπαθούσαν να κρατήσουν την εικαστική μαρτυρία των εντυπώσεών τους από την περιήγηση, με όση καλλιτεχνική ικανότητα διέθεταν. Ο Haygarth ανήκε στους τελευταίους. Παρ’ όλο που η επίδοσή του στη ζωγραφική δεν διακρινόταν για εξαιρετική ποιότητα, εν τούτοις τα έργα του παρουσιάζουν ενδιαφέρον ως έκφραση, επειδή εκτός των άλλων περιέχουν σαν θέματα και σκηνές από τον ελληνικό χώρο. Το εικαστικό έργο του για τη χώρα μας είναι πολύτιμο, επειδή έχει περισώσει με τον χρωστήρα του εικόνες από τη ζωή και τη φυσιογνωμία της προεπαναστατικής Ελλάδας[1].
Κατά την εξάμηνη παραμονή του στην Ελλάδα (Αύγουστος 1810 –Ιανουάριος 1811), ο Haygarth φιλοτέχνησε, όπως σημειώνει και ο ίδιος, 120 συνολικά υδατογραφίες. Εκτός από αυτό το εικαστικό υλικό, καρπός του ταξιδιού του ήταν και ένα ημερολόγιο, στο οποίο κατέγραψε τις εντυπώσεις από την περιήγησή του όχι σε πεζό λόγο, όπως οι άλλοι περιηγητές, αλλά σε στίχους. Επιστρέφοντας στην Αγγλία και με τις εντυπώσεις του ταξιδιού του νωπές, ο Ηaygarth έγραψε ένα ογκώδες έμμετρο οδοιπορικό για την Ελλάδα, το οποίο εκδόθηκε σε πολυτελή τόμο στο Λονδίνο το 1814[2]. Το ποιητικό αυτό οδοιπορικό παρουσιάζει με σπουδαία ακρίβεια και γεωγραφική λεπτομέρεια τις ιστορικές διαδρομές του ελληνικού χώρου που επισκέφθηκε. Ολόκληρο το έργο του διαπνέεται από έμφυτη αρχαιολατρία, από θαυμασμό για την ελληνική φύση, από ενδιαφέρον για τους Νεοέλληνες, καταγράφει τη θλίψη του για τη χαμένη δόξα και την παρακμή της Ελλάδας, αλλά και την προορατική πίστη του στην αναγέννησή της.
Καθώς τον Σεπτέμβριο του 1810 ο Haygarth βρίσκεται στη Θεσσαλία, μεταξύ των άλλων περιφέρεται στις όχθες του Πηνειού ποταμού, περιδιαβαίνει την Κοιλάδα των Τεμπών κυριευμένος από την αίγλη των μύθων και την ιστορία της, παρατηρεί τα βουνά της Όσσας και του Ολύμπου να προστατεύουν με την παρουσία τους την ομορφιά και τη γραφικότητα της Κοιλάδας ακόμα και την περίοδο της επίσκεψής του, αιώνες μετά την αποσκίρτηση από τη λατρεία του Δωδεκάθεου. Και ενώ για τα Τέμπη η γοητεία παραμένει αναλλοίωτη, όμως οι απόψεις του για τη θεσσαλική ενδοχώρα είναι διαφορετικές. Οι ένδοξες μνήμες του αρχαίου πολιτισμού όπως τις μελέτησε, μοιραία τον οδηγούν σε θλιβερές συγκρίσεις, σε σχέση με την κατάσταση των κατοίκων της περιοχής κατά την περίοδο του ταξιδιού του.
Ο Ιωάννης Γεννάδιος (1844-1932) διπλωματικός αντιπρόσωπος της Ελλάδας στο Ηνωμένο Βασίλειο το 1886, εντόπισε σε δημοπρασία στο Λονδίνο και απέκτησε μεγάλο μέρος από το εικαστικό έργο του Haygarth και κυρίως τις 120 υδατογραφίες, τις οποίες φιλοτέχνησε κατά το ταξίδι του στην Ελλάδα. Σήμερα όλο αυτό το υλικό υπάρχει στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη των Αθηνών, με την ένδειξη: «Haygarth William. Collection of 120 original sketches of Greek landscape made in 1810-1811» (=Συλλογή από 120 αυθεντικά σχέδια ελληνικoύ τοπίου που έγιναν κατά το 1810-1811). Οι υδατογραφίες είναι αριθμημένες από το 1 έως το 120 και μεταξύ αυτών υπάρχουν και μερικές με θεσσαλικό ενδιαφέρον (Μετέωρα, Λάρισα, Ελασσόνα, Τέμπη, κλπ.). Η απεικόνιση της Λάρισας η οποία μας ενδιαφέρει εδώ, έχει τον αριθμό 34. Επάνω αριστερά υπάρχει επιγραφή γραμμένη από τον ίδιο τον καλλιτέχνη, στην οποία περιγράφεται το θέμα της απεικόνισης και η ημερομηνία εκτέλεσής της: View of the river Peneus, M(oun)t Ossa and p(ar)t of Larissa. Sept(embe)r 13, 1810. (=Άποψη του ποταμού Πηνειού, του όρους Όσσα και μέρους της Λάρισας. 13 Σεπτεμβρίου 1810)
Το θέμα της υδατογραφίας αυτής είναι σχεδιασμένο από τη δεξιά όχθη του Πηνειού, την ίδια περίπου θέση με αυτήν άλλων περιηγητών (Holland, Cartwright, Wordsworth και άλλοι), περίπου από την περιοχή της σημερινής δεύτερης οδικής γέφυρας του Πηνειού. Περιλαμβάνει άποψη του δυτικού τμήματος της Λάρισας, το οποίο κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας ήταν το ομορφότερο, το σημαντικότερο και το περισσότερο εικονογραφημένο.
Χαμηλά σε πρώτο επίπεδο απεικονίζεται μικρό ύψωμα της δεξιάς όχθης του Πηνειού. Αριστερά δύο γυναικείες φιγούρες συζητούν, στην κορυφή του υψώματος τρεις ανδρικές σιλουέτες φαίνεται να απολαμβάνουν το τοπίο, ενώ δεξιά δύο έφιπποι καλπάζουν κατά μήκος της όχθης. Πιο πάνω, σε ένα δεύτερο επίπεδο καταγράφονται από τα αριστερά με τη σειρά το οικοδομικό σύμπλεγμα της μονής του τάγματος των Μεβλεβήδων, η κοίτη του Πηνειού, η πέτρινη γέφυρα που ενώνει τις δύο όχθες του ποταμού, ο πυκνοδομημένος Τρανός μαχαλάς στο λόφο της Ακρόπολης και δεξιά το τζαμί του Χασάν μπέη, προς το οποίο κατευθύνεται μια ομάδα έφιππων που μόλις διακρίνεται. Στο βάθος μακριά η κωνική απόληξη της κορυφής της Όσσας συμπληρώνει την ομορφιά του τοπίου.
Η καταγραφή αυτή του Haygarth είναι αδρή και αχνή, με τονισμό των φωτοσκιάσεων. Εδώ ο καλλιτέχνης χρησιμοποιεί ουσιαστικά ένα χρώμα, το καστανό σε αρκετές διαβαθμίσεις τόνων και μάλιστα ανάλογα με τα επίπεδα της εικόνας. Στο πρώτο επίπεδο χαμηλά, ο ζωγράφος προτιμά να αναπτύξει τους σκοτεινότερους τόνους με μια πιο πυκνή συγκέντρωση χρώματος. Και καθώς προχωρεί προς το κεντρικό θέμα, κλιμακώνει, με την αραίωση των υλικών, τους ανοικτότερους τόνους, για να καταλήξει στο μακρινότερο θέμα, τον Κίσσαβο, με μια αχνή και μόλις αντιληπτή καταγραφή. Αυτή η αριστουργηματική χρήση και ανάπτυξη ενός μόνον χρώματος στην αναπαράσταση κάποιου δύσκολου τοπίου, αφήνει μια άριστη οπτική ικανοποίηση στον παρατηρητή. Η όλη εικόνα παρουσιάζει μια όψη ομιχλώδη, κάτι σαν ονειρική απεικόνιση και αποπνέει μια ρομαντική και συγχρόνως μελαγχολική διάθεση. Είναι φανερό ότι η έμφυτη ποιητική του εκφραστικότητα αντανακλάται και στην εικαστική απόδοση των έργων του. Προσωπικά πιστεύω ότι η απόδοση της υδατογραφίας αυτής είναι η πιο εσωτερική προς τον καλλιτέχνη και ταυτόχρονα η πιο εξιδανικευμένη και η πιο ποιητική καταγραφή της Λάρισας, απ’ όσες μας έχουν αφήσει οι ανήσυχοι περιηγητές της.

[1]. Κωνσταντουδάκη-Κιτρομιλίδου Μαίρη: William Haygarth. Τόπος και Εικόνα, τόμ. Δ’, Αθήνα (1982) σ. 169-170.
[2]. William Haygarth: Greece. A poem in Three Parts, with Notes, Classical Illustrations and Sketches of the Scenery. London (1814).

 

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)

Τρίτη 28 Ιουνίου 2022

 

ΥΒΡΙΔΙΑ ΚΑΙ ΤΕΡΑΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΜΥΘΟΥ

Ο Γρύπας


Από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

ΓΕΝΙΚΑ – ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ: Ο Γρύπας ήταν μια ορνιθομορφική απεικόνιση κοινή στην Μυθολογία των Ελλήνων αλλά και στις παραδόσεις ευρασιατικών αρχαίων πληθυσμών. Είχε σώμα λέοντος και κεφάλι και φτερά αετού. Σε μερικές παραστάσεις του φαίνεται πως έχει και ουρά φιδιού. Ο μύθος του προέρχεται από τη Μεσοποταμία, όπου και θεωρείτο δαίμονας. Ίσως η γέννηση του μύθου να ανάγεται στην εποχή της πρώτης ανακάλυψης οστών δεινοσαύρων από τον προϊστορικό άνθρωπο. Κάποιο αρχαιολόγοι διατείνονται πως αυτό συνέβη μετά την ανεύρεση απολιθωμένων υπολείμματων πρωτοκεράτοπα σε ορυχεία χρυσού στα βουνά Αλτάια της αρχαίας Σκυθίας, στο σημερινό νοτιοανατολικό Καζακστάν. Η ράχη του ήταν σκεπασμένη με φτερά και τα νύχια στα λιονταρίσια πόδια του ήταν δυνατά και γαμψά σαν του αετού. Τα νύχια του γρύπα θεωρούνταν πολύτιμα(!) το Μεσαίωνα από αλχημιστές και άλλους πρακτικούς “γιατρούς” επειδή λεγόταν ότι μπορούσαν να ανιχνεύσουν την ύπαρξη δηλητηρίου στα υγρά!

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑ: Η προέλευση της λέξης αυτής παραμένει αβέβαιη. Μία άποψη υποστηρίζει ότι σχετίζεται με την ελληνική λέξη γρυπός, που σημαίνει «κυρτός». Όμως η λέξη θα μπορούσε να ήταν δάνειο από την αρχαία Ακκαδική γλώσσα [karūbu=φτερωτό πλάσμα), παρόμοια με την εβραϊκή λέξη Χερουβίμ [η αντίστοιχη Εβραϊκή λέξη είναι כרוב(kerúv)].

ΓΡΥΠΕΣ ΚΑΙ ΜΙΝΩΙΚΗ ΚΡΗΤΗ: Ο γρύπας είναι σύμβολο συνδεδεμένο με τη Μινωική Κρήτη. Υπάρχουν ευρήματα αρχαιολογικών ανασκαφών με τον Μινωικό άπτερο Γρύπα από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού [1450 – 1400 π.Χ]. Δύο άπτεροι γρύπες απεικονίζονται δεξιά και αριστερά του θρόνου στην τοιχογραφία στην κύρια αίθουσα του θρόνου στο Μινωικό ανάκτορο. Οι γρύπες εμφανίζονται άπτεροι, για να δηλώσουν την συνεχή παρουσία τους στον χώρο της αίθουσας του θρόνου. Η μικτή μορφή του άπτερου γρύπα εξέφραζε τη μινωική κοσμοθεωρία για τις τρεις σφαίρες του κόσμου, ουράνια, επίγεια και υποχθόνια, με το αετίσιο κεφάλι, το λιονταρίσιο σώμα και την φιδίσια ουρά, αντιστοίχως. Ένα δεύτερο δείγμα είναι από το σφραγιστικό δακτυλίδι με παράσταση θεάς και γρύπα [1450 – 1400 π.Χ]. Το μεγαλύτερο μέρος καταλαμβάνει ένας γρύπας, που παριστάνεται σε «ιπτάμενο καλπασμό» να εκτινάσσεται προς τα επάνω, με ανοιγμένα τα φτερά του. Το σώμα του είναι λεπτό και ανάλαφρο, ενώ το κεφάλι του τονίζεται με το μακρύ, γαμψό ράμφος.

ΟΙ ΓΡΥΠΕΣ ΣΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΛΑΟΥΣ: Οι αρχαιολόγοι έχουν φέρει στο φως πολλές αναπαραστάσεις με γρύπες στην Περσία αλλά και στην Αίγυπτο που χρονολογούνται πριν από το 3000 π.Χ.. Στην Περσία, γρύπες εμφανίζονται σε σφραγιδοκύλινδρους από τα Σούσα [3200 π.Χ. περίπου]. Ακόμη από τη Μέση Χαλκοκρατία [1950-1550 π.Χ.] χρονολογούνται ευρήματα με γρύπες από τη Συρία και την Ανατολία. Γρύπες εμφανίζονται και σε έργα τέχνης από την Κεντρική Ασία. Αυτά χρονολογούνται στον 5ο και 4ο αιώνα π.Χ. και προφανώς πρόκειται για επίδραση από την περσική αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών. Άλλωστε σ΄αυτή τη βασιλική δυναστεία της Περσίας [Δαρείος Ξέρξης, Κύρος, κ.ά.] ο γρύπας θεωρείτο προστάτης από το κακό, τη μαγεία και τη μυστική συκοφαντία. Αργότερα γρύπας εμφανίζεται και σε βοτσαλωτό της Πέλλας από την περίοδο του διαδόχου του Μ. Αλεξάνδρου, του Αντιπάτρου.

ΝΕΩΤΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ: Από τη μεσαιωνική περίοδο εμφανίζονται και στην Ευρώπη γρύπες κυρίως στην αρχιτεκτονική και τη διακοσμητική δημοσίων χώρων. Έτσι χάλκινος γρύπας ισλαμικής προέλευσης υπάρχει στην Πίζα της Ιταλίας. Ο γρύπας αυτός φιλοτεχνήθηκε στην Ανδαλουσία [AlAndaluz] της Ισπανίας και από το 1100 κοσμούσε την οροφή του καθεδρικού ναού της Πίζας για να μεταφερθεί τον 19ο αιώνα στο Museodell ‘Operadel Duomo της ίδιας πόλης.

ΠΑΡΑΛΛΗΛΙΣΜΟΙ: Υπάρχουν πολλά αρχαία μυθολογικά πλάσματα που είναι παρόμοια με τους γρύπες. Μεταξύ αυτών είναι η Lamassu των Ασσυρίων, μια θεότητα, που συχνά απεικονίζεται με σώμα ταύρου ή λιονταριού, φτερά αετού, και κεφάλι ανθρώπου. Στη σουμεριακή και ακκαδική Μυθολογία, υπήρχε ένας δαιμονας, ο Anzu, μισός άνθρωπος και μισός πουλί που σχετίζονται με τον θεό του ουρανού Ενλίλ. Αυτός ήταν ο άνθρωπος-πουλί της θύελλας που συνδεόταν με το νότιο άνεμο και τις αστραπές. Στην εβραϊκή Μυθολογία υπήρχε ο Ziz, παρόμοιος με τον Anzu. Ο Ziz αναφέρεται και στη Βίβλο. Στην ινδουιστική θρησκεία ο Garuda μοιάζει επίσης με το μυθικό γρύπα. Κατά το Μεσαίωνα, και σύμφωνα με την Εραλδική1 ο γρύπας με τη μορφή λέοντα και αετού συμβολίζει το θάρρος και την τόλμη, ενώ χρησιμοποιείται ως λάβαρο ή ως οικόσημο ή ως αρχιτεκτονικό μέλος για να υποδηλώσει τη δύναμη και στρατιωτική ηγεσία. Οι γρύπες τότε συχνά απεικονίζονταν με οπίσθιο σώμα λιονταριού, κεφάλι αετού, με όρθια αυτιά, με τα μπροστινά χαρακτηριστικά του αετού, συμπεριλαμβανομένων και των νυχιών. Αυτά τα χαρακτηριστικά δείχνουν ένα συνδυασμό νοημοσύνης και δύναμης. Στη βρετανική εραλδική, ένας αρσενικός γρύπας εμφανίζεται άπτερος αλλά το σώμα του καλύπτεται σε τούφες από τρομερές αιχμές, με έναν μικρό χαυλιόδοντα που ξεχωρίζει στο μέτωπο, όπως στον επίσης μυθικό μονόκερω.

ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ: Οι Γρύπες αναφέρονται ευρέως στην περσική ποίηση. Μάλιστα ο Ρουμί, ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές της Περσίας έγραφε συχνά γι΄αυτούς. Σε γρύπες αναφέρεται και ο Δάντης στη “Θεία Κωμωδία” του, όπως ακόμη αναφορές συναντάμε και στο σύγχρονο “Χάρυ Πόττερ”!

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Εικονογραφημένο Λεξικό της αιγυπτιακής Μυθολογίας, Buffaloah.com. Patch, Diana “Η αυγή της Αιγυπτιακής τέχνης”. Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, σελ. 139-140. Teissier, Beatrice (31 Δεκεμβρίου 1996). Αιγυπτιακή εικονογραφία και συροπαλαιστινιακοί σφραγιδοκύλινδροι της Μ. Ε. Χαλκού, Vandenhoeck&Ruprecht, σελ. 88-90. Aruz Joan, Evans, JeanM. (2008). Βαβυλώνα: Τέχνη, Εμπόριο και Διπλωματία κατά τη δεύτερη χιλιετία π.Χ., Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, Yale University Press, σ.137 κ.εξ. Stefan Oliver, Εισαγωγή στην Εραλδική, David&Charles, 2002. Φλάβιος Φιλόστρατος, Η ζωή του Απολλώνιου των Τυάνων, βιβλίο III.XLVIII βιβλίο VI.I., 1921.

  1. Η εραλδική αποτελεί έναν από τους βοηθητικούς κλάδους μελετών της Ιστορίας, στην οποία περιλαμβάνονται επιμέρους: η οικοσημολογία, η γενεαλογία, η βιβλιοσημολογία. καθώς και άλλες ιστορικές μελέτες των μεσαιωνικών χρόνων, ιπποτικών χρόνων και μετέπειτα που λαμβάνουν αντίστοιχες ονομασίες.

Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET

Δευτέρα 27 Ιουνίου 2022

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Μια μέρα στη Λάρισα κατά το 1885


«…στίφη χηνών κατερχομένων... ως στόλος ιστιοφόρων πλοιαρίων  προσορμιζόμεναι». Σκηνή από την πορεία του Πηνειού στη Λάρισα«…στίφη χηνών κατερχομένων... ως στόλος ιστιοφόρων πλοιαρίων προσορμιζόμεναι». Σκηνή από την πορεία του Πηνειού στη Λάρισα

Το 1885 κυκλοφόρησε στην Αθήνα ένα φυλλάδιο 28 σελίδων με τίτλο «Πτεροδρομία από Πειραιώς εις Λάρισσαν» του Ιωάννη Ισιδωρίδη Σκυλίσση (1819-1890).

Ο συγγραφέας ήταν ένας πολυτάλαντος και κοσμοπολίτης άνθρωπος. Δημοσιογράφος, εκδότης, ποιητής και μεταφραστής. Γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1819. Ο πατέρας του Ισίδωρος Σκυλίτσης καταγόταν από τη Χίο και η μητέρα του κρατούσε από την παλαιά σμυρναίικη οικογένεια. Κατά τη μεγάλη σφαγή της Χίου το 1822, η οικογένειά του κατέφυγε στα Κύθηρα. Όταν επέστρεψαν στη Σμύρνη, ο Σκυλίσσης φοίτησε στην Ευαγγελική Σχολή και αργότερα στην Εμπορική Σχολή της Χάλκης. Αρχικά ασχολήθηκε με το εμπόριο, τελικά όμως αφιερώθηκε στη δημοσιογραφία, τις μεταφράσεις και τη λογοτεχνία. Το 1842 ταξίδεψε στην Ιταλία και τη Γαλλία και το 1855 εγκαταστάθηκε στην Τεργέστη, όπου ίδρυσε την εφημερίδα «Ημέρα». Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στο Παρίσι όπου εξέδωσε το περιοδικό «Μύρια Όσα» (1867-68). Το 1870 όμως επέστρεψε στη Σμύρνη, όπου διέμεινε τρία χρόνια και αρθρογραφούσε στην εφημερίδα «Αμάλθεια». Το 1873 εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια. Το 1886 επέστρεψε στη Σμύρνη. Πέθανε στο Μόντε Κάρλο το 1890. Έζησε μια περιπετειώδη ζωή και πιστεύεται ότι ο θάνατός του ήταν αυτοκτονία.
Τον Ιούνιο του 1885 και ενώ βρισκόταν στην Αλεξάνδρεια, αποφάσισε να επισκεφθεί τη δροσόλουστη Πορταριά του Πηλίου και να ξεκουραστεί για 20 ημέρες. Στην Αλεξάνδρεια παρεπιδημούσαν τότε πολλοί Πηλιορείτες, οι οποίοι τα καλοκαίρια επισκέπτονταν την πατρίδα τους. Πιθανώς κάποιος εξ αυτών θα τον έπεισε να έλθει μαζί του για διακοπές. Πριν από την άνοδό του στο πηλιορείτικο αρχοντοχώρι, βρήκε την ευκαιρία να πεταχτεί με τον θεσσαλικό σιδηρόδρομο μέχρι τη Λάρισα, την οποία περιγράφει στο βιβλιαράκι του όπως τη γνώρισε μέσα στις λίγες ώρες που έμεινε. Η γραφή του διαθέτει άνεση στον χειρισμό της καθαρεύουσας και είναι πλούσια σε νοήματα. Μπορεί για πολλούς η γλώσσα να σταθεί εμπόδιο στην ανάγνωση του κειμένου, αλλά καλό είναι να το διαβάζετε λέξη-λέξη. Γράφει:
«Από Βόλου εις Λάρισσαν σε μεταφέρει σήμερον η σιδηροδρομική ειρμουλκός (σιδηροδρομικός συρμός) εντός δύο ωρών και ημισείας. Ο ειρμός σταθμεύει εις τρία ή τέσσαρα μέρη επ’ ολίγα λεπτά…
Ήδη η Λάρισσα διεκρίθη εκ των μιναρέδων της. Άποψις τουρκοπόλεως αυτόχρημα. Από του σιδηροδρομικού σταθμού μέχρι της πόλεως απόστασις αφέθη πολλή, δέκα ή δώδεκα λεπτών της ώρας. Τις οίδε διατί τόση, ενώ ο τόπος είναι κενός, ξηρός και άδενδρος. Άμαξαι όμως ευρίσκονται εκεί, καθ’ άς ώρας καταφθάνει ο ειρμός και αντί δραχμής μεταφέρεσαι μέχρι της πόλεως. Εις τα όπισθεν αυτής, προς βορράν, ρέει ο Πηνειός, ώστε δεν έχεις να διέλθεις γέφυραν.
Αφού διακαύση τον οδοιπόρον ο θερινός ήλιος καθ’ όλον τον από Βόλου δρόμον, ουδ’ εντός της πόλεως καθίσταται ανεκτότερος και εν αυτή το κακότεχνον εκείνο λιθόστρωτον αναδίδει φλόγα. Τέλος καθοδηγείται ο ξένος υπό του αμαξηλάτου εις πανδοχείον τι, νεοβαφές μεν, αλλά παλαιόν, όπου έκαστον των δωματίων έχει δύο ή τρεις κλίνας αμφιβόλου καθαριότητος. Ευτυχώς δεν είχα ανάγκην εκεί να διανυκτερεύσω. Και μόλις λοιπόν νιφθείς και προαριστήσας [1], εζήτησα να οδηγηθώ εις τας όχθας του Πηνειού, δι’ όν κυρίως επεχείρησα την πυράν ταύτην σιδηροδρομίαν.
Είναι πλατύς και μεγαλοπρέπειαν έχει, το χρώμα θολερός, ρέει βραδέως, όπου στίφη χηνών κατά πλευράν κατερχομένων μετά του ειρηνικού ρείθρου, έως ού τρέπονται προς την όχθην ως στόλος ιστιοφόρων πλοιαρίων προσορμιζόμενος.
Ίνα μεταβώ εις την απέναντι όχθην διήλθα την μόνην εκεί γέφυραν, φραγκικής κατασκευής [2], στερεάν και πολλάς αριθμούσαν αψίδας. Ηρίθμησα τα βήματά μου από της μιας εις την άλλην άκραν, εκατόν ογδοήκοντα και πλάτος δ’ έχει ικανόν, αλλ’ ανώμαλος η λιθόστρωσις.
Φθάσας εις την όχθην εκείνην ετράπην προς τα δεξιά, όπου είδα δένδρα και σκιάν. Εκεί δε και ποτοπωλείον (το κέντρο Αλκαζάρ). Εζήτησα καφέν και εκάθησα θεώμενος τα πέριξ. Συνεχώς ήρχοντο από της πόλεως ίνα υδρευθώσι δια τας χρείας των κατοίκων αγωγιάται οδηγούντες ημιόνους, φέροντας δύο μεγάλους ασκούς. Οι ημίονοι εισέβαινον εις τον ποταμόν μέχρι των γονάτων, οι αγωγιάται εγέμιζον τους ασκούς δια κάδου και αναχωρούντες επανήρχοντο μετ’ ού πολύ. Ήσαν περιβεβλημένοι τουρκιστί. Συγκατέβαινε δε μετ’ αυτών ενίοτε και γυνή τις Αιθιοπίς, φέρουσα επ’ ώμου ή δια της χειρός υδρίαν…
Ηρώτησα τον ποτοπώλην, εις τι εχρησίμευον αι τρεις ή τέσσαρες φορτηγίδες, άς έβλεπα προσδεδεμένας εις τας όχθας. Δι’ αυτών, μ’ είπε, μεταφέρονται εκ των άνω του ποταμού οικοδομικοί λίθοι, επειδή πέτρα δεν ευρίσκεται ούτε μία εις την της Λαρίσσης και της περιχώρου γην…
Πρωί, ώρα 5 π. μ. αναχωρήσας από Βόλου εις Λάρισσαν, εσπέραν της αυτής ημέρας, ώρα 5 μ. μ. ανεχώρησα από Λαρίσσης εις Βόλον, απαλλάξας ούτω τας ακοάς μου του αδιαλείπτου φθόγγου όν βάλλουν πανταχού της πόλεως εκείνης αι κίσσαι (καργες), φθόγγου αηδούς».


[1]. Προαριστήσας = προάριστον = σύντομο γεύμα το οποίο λαμβάνεται λίγες ώρες μετά το πρωινό και πριν από το γεύμα, το σημερινό δεκατιανό.
[2]. Υπήρχε τότε η γνώμη ότι η κατασκευή της γέφυρας ήταν φραγκική (μεσαιωνική). Στην πραγματικότητα την είχε κτίσει ο Χασάν μπέης, εγγονός του κατακτητή της Θεσσαλίας Τουρχάν μπέη.

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2022

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Ο Πύργος Υδρευσης (Υδατόπυργος)


ΛΑΡΙΣΑ. Ο Υδατόπυργος. Επιστολικό  δελτάριο του Κων. Τουφεξή. Περίπου 1935ΛΑΡΙΣΑ. Ο Υδατόπυργος. Επιστολικό δελτάριο του Κων. Τουφεξή. Περίπου 1935

Η σημερινή εικόνα προέρχεται από επιστολικό δελτάριο που κυκλοφόρησε στα μέσα της δεκαετίας του 1930 ο Λαρισαίος βιβλιοχαρτοπώλης Κων. Τουφεξής.

Το κατάστημά του βρισκόταν επί της οδού Κύπρου, απέναντι από τη Δημοτική Αγορά και δίπλα από την κατοικία του Μιχαήλ Σάπκα. Δεν ήταν συστηματικός εκδότης καρτών και απ’ όσο γνωρίζω, κυκλοφόρησε ελάχιστες. Παριστάνει τον Υδατόπυργο της Λάρισας (τον αναφέρει σαν Υδραυλικό Πύργο) όπως ήταν λίγα χρόνια μετά την κατασκευή του.
Το θέμα Ύδρευση για την πόλη της Λάρισας είχε τεθεί από τα πρώτα χρόνια της απελευθέρωσης από τον τουρκικό ζυγό. Υπάρχουν δημοσιεύματα τοπικών εφημερίδων του 1892, τα οποία αναφέρουν ότι το ζήτημα διοχέτευσης ύδατος από τον Πηνειό προς την πόλη πρέπει να θεωρείται λυμένο (πρόταση Εταιρείας Πρωτοπαππαδάκη). Βέβαια αυτό αποδείχθηκε τελικά ουτοπία.
Τον Μάρτιο του 1909, το Δημοτικό Συμβούλιο με δήμαρχο τον Αχιλλέα Αστεριάδη, ανέθεσε στην εταιρεία «Πηνειός» από την Κέρκυρα την εκτέλεση έργων ύδρευσης και ηλεκτροφωτισμού της Λάρισας και την εκμετάλλευσή τους από την εταιρεία για πενήντα χρόνια. Όμως λόγω των μικρών οικονομικών δυνατοτήτων της, η εταιρεία δεν μπόρεσε να φανεί συνεπής στις υποχρεώσεις της. Αναγκάσθηκε λοιπόν το 1912 να εκχωρήσει τη σύμβαση στη γαλλική εταιρεία «Omnium». Οι συζητήσεις στο Δημοτικό Συμβούλιο γύρω από το θέμα της σύμβασης αυτής, η οποία δεν ήταν εντελώς διαφανής, ήταν πολύ έντονες, σε σημείο να οδηγήσουν τον δήμαρχο Αχιλλέα Αστεριάδη σε έκπτωση από το αξίωμά του. Η «Omnium», παρ΄ όλο που το 1914 ηλεκτροδότησε το κεντρικό τμήμα της Λάρισας, στα έργα της ύδρευσης είχε σημαντικά υστερήσει. Όμως καθώς την εποχή αυτή μαίνονταν οι μάχες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η γαλλική εταιρεία διέκοψε τις εργασίες της και τα έργα λίμνασαν. Με το τέλος του πολέμου η εταιρεία δεν έδειξε καμιά διάθεση να συνεχίσει τα έργα και έτσι ο Δήμος αναγκάσθηκε τον Οκτώβριο του 1924 να κηρύξει την «Omnium» έκπτωτη.
Επειδή όμως μια τόσο μεγάλη πόλη όπως ήταν η Λάρισα δεν ήταν δυνατόν να στερείται του στοιχειώδους αγαθού της ύδρευσης και του ηλεκτρισμού, ανέλαβαν πρωτοβουλία προσωπικότητες της τοπικής κοινωνίας και επαγγελματικές οργανώσεις και προχώρησαν στην ίδρυση συνεταιρισμού καταναλωτών με την επωνυμία Ε.Υ.Η.Λ., «Εταιρεία Υδρεύσεως και Ηλεκτροφωτισμού Λαρίσης». Τον Ιούνιο του 1925 εξαγόρασαν με πραξικοπηματικές διαδικασίες από την «Omnium» το προνόμιο και τις εγκαταστάσεις που είχε δημιουργήσει στην πόλη, οι οποίες βρίσκονταν εκεί όπου σήμερα έχει κτισθεί το Δημοτικό Θέατρο και παλαιότερα στεγαζόταν το εργοστάσιο ηλεκτροφωτισμού του Ο.Υ.Η.Λ. Στις δημοτικές εκλογές της 25ης Οκτωβρίου 1925, εκλέχθηκε δήμαρχος ο Μιχαήλ Σάπκας και εισηγήθηκε στο Δημοτικό Συμβούλιο την «καθ’ υπεροχήν συμμετοχήν του Δήμου Λαρίσης» στα οικονομικά της εταιρείας. Με τη μεσολάβηση πολιτικών προσώπων, κατόρθωσε να εξεύρει πόρους μέσω τραπεζικών δανείων, να αντιπαλέψει με όλα τα εμπόδια και να ολοκληρώσει τα έργα Ύδρευσης και Ηλεκτροφωτισμού, ώστε η πόλη να έχει στη διάθεσή της άφθονο και υγιεινό νερό και φως για τις ανάγκες των κατοίκων της. Τον Δεκέμβριο του 1930 είχε ολοκληρωθεί και ο Υδατόπυργος. Η μελέτη του είχε γίνει από τον καθηγητή του Πολυτεχνείου Αλ. Σίνο. Η παρακολούθηση των εργασιών έγινε από την ΕΥΗΛ και τον πρόεδρό της Μιχ. Μπούρα και κατασκευάσθηκε από την Ανώνυμη Εταιρεία Γ.Ε.Τ.Ε. των αδελφών Αργυροπούλου με τσιμέντα «Ηρακλής-Όλυμπος» Βόλου.
Όταν όλα ήταν έτοιμα, ο δήμαρχος Μιχαήλ Σάπκας προσκάλεσε τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο να εγκαινιάσει τα έργα την Κυριακή 7 Δεκεμβρίου του 1930. Τις πρώτες μεσημβρινές ώρες της ημέρας ο Πρωθυπουργός περιηγήθηκε, έπειτα από μια καταρρακτώδη βροχή, στην περιοχή του Υδατόπυργου, με ξεναγό τον διευθυντή των Τεχνικών Υπηρεσιών μηχανολόγο-ηλεκτρολόγο Αντώνιο Φασούλα, συνοδευόμενο από τον Δήμαρχο και άλλους υπηρεσιακούς παράγοντες. Η τελετή των εγκαινίων όμως έγινε στην αίθουσα του Εργοστασίου Ηλεκτροφωτισμού στην οδό Κουμουνδούρου. Προηγήθηκε αγιασμός από τον μητροπολίτη Λαρίσης Αρσένιο, ακολούθησαν οι ομιλίες του προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας Μιχαήλ Μπούρα, του δημάρχου Μιχαήλ Σάπκα και του Ελευθερίου Βενιζέλου και εν συνεχεία ο Πρωθυπουργός έθεσε σε κίνηση τη μηχανή του ηλεκτροφωτισμού και άνοιξε τη βρύση, από το νερό της οποίας ράντισε το πλήθος των παρισταμένων. Μετά το τέλος της τελετής, ο Βενιζέλος ενθουσιασμένος από το γεγονός ότι ολόκληρο το έργο ύδρευσης και ηλεκτροφωτισμού της Λάρισας, αξίας 20 εκατομμυρίων δραχμών, εκτελέσθηκε αποκλειστικά από οικονομικούς πόρους των πολιτών και του Δήμου χωρίς καμία κρατική ενίσχυση, αναφέρθηκε με κολακευτικά λόγια για τον δήμαρχο Σάπκα και τους πολίτες της Λάρισας.
Την ευνοϊκή στάση προς την πόλη του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου εκμεταλλεύθηκε τα επόμενα χρόνια ο δήμαρχος και ζήτησε τη συνδρομή του σε διάφορα ζητήματα, όπως για την ατελή εισαγωγή διαφόρων υλικών σχετικών με την ύδρευση της Λάρισας, καθώς και για τη διακοπή της επίταξης της πλατείας Ανακτόρων, ώστε να απομακρυνθούν τα παραπήγματα των προσφύγων που είχαν πρόχειρα εγκατασταθεί εκεί, με σκοπό να κατασκευασθεί στη θέση αυτή η Δημοτική Αγορά.
Σήμερα ο Υδατόπυργος αποτελεί πλέον ιστορικό μνημείο και υπενθυμίζει τους αγώνες μιας πόλης που ενώ είχε άφθονο και υγιεινό νερό δίπλα της, μέχρι το 1930 υδρεύονταν με πρωτόγονα μέσα.

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Κυριακή 19 Ιουνίου 2022

 

ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

Παλιά αρχοντικά, περίτεχνα κτίσματα (*)

Λάρισα. Η γέφυρα του Πηνειού με το τζαμί του Χασάν μπέη.  Χαρακτικό του 1805 του Simone Pomardi από το βιβλίο του Edward Dodwell «A Classical and Topographical Tour through Greece during the years 1801, 1895 and 1806. London. 1819.Λάρισα. Η γέφυρα του Πηνειού με το τζαμί του Χασάν μπέη. Χαρακτικό του 1805 του Simone Pomardi από το βιβλίο του Edward Dodwell «A Classical and Topographical Tour through Greece during the years 1801, 1895 and 1806. London. 1819.

Μια μέρα απ’ του Ολύμπου την κορφή
...χαμήλωσ’ η Αρμονία και κατέβη.
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Η επιλογή του θέματος «ΛΑΡΙΣΑ. Παλιά αρχοντικά, περίτεχνα κτίσματα» που διαπραγματεύεται η έκδοση η οποία πρόκειται να κυκλοφορήσει, βασίσθηκε ουσιαστικά σε μια σχεδόν ομότιτλη παρουσίαση (Τα αρχοντικά της Λάρισας), η οποία είχε πραγματοποιηθεί ενώπιον κοινού πριν λίγα χρόνια και συνοδευόταν από σχέδια και παλιές φωτογραφίες. Βέβαια τα περισσότερα από τα περιγραφόμενα αρχοντικά για διάφορους λόγους δεν υπάρχουν σήμερα, όμως η εικονογράφηση, η αναπαράσταση και η περιγραφή τους φαίνεται να διαλύουν τον μύθο που επικρατούσε πάντα ότι η παλιά, η προπολεμική Λάρισα ήταν μεν μια πολιτεία πληθυσμιακά ανερχόμενη, αλλά αισθητικά άχρωμη. Εκτός από τα παλιά αρχοντόσπιτα της Λάρισας, θα περιγραφούν και διάφορα περίτεχνα και ιστορικά οικοδομήματα τα οποία υπήρξαν στενά συνυφασμένα με την ιστορία της πόλης. Από τα κτίρια αυτά μερικά υπήρχαν από την εποχή της τουρκοκρατίας, ενώ άλλα ήταν δημόσιας χρήσης (καταστήματα τραπεζών, ξενοδοχεία, λέσχες, κ.λπ.). Εντοπίζονταν ως επί το πλείστον στο κέντρο της Λάρισας και ήταν σε αριθμό πολύ περισσότερα, απ’ όσα παρουσιάζονται, γι’ αυτό και κάποια επιλογή θεωρήθηκε αναπόφευκτη.


Ο σημερινός επισκέπτης της Λάρισας θα πρέπει να διαθέτει μεγάλη φαντασία για να μπορέσει να αναπλάσει τη μορφή της όπως ήταν πριν από 100 ή 140 χρόνια, αφού αυτή έγινε αγνώριστη ακόμη και για τους ίδιους τους κατοίκους της. Κάπου-κάπου αντικρίζει κανείς μερικά σπίτια, χαμένα ανάμεσα στις θεόρατες πολυκατοικίες και τα αμέτρητα αυτοκίνητα. Όμως έστω και η μεμονωμένη παρουσία τους ζωντανεύει μια πόλη απ’ τα παλιά, μια πόλη αλλιώτικη. Σήμερα το γκρίζο χρώμα του τσιμέντου έπνιξε τη Λάρισα και εξαφάνισε και τα τελευταία παλιά αρχοντικά της. Πού είναι εκείνο το κόκκινο χρώμα των βυζαντινών κεραμιδιών και το πράσινο των ολάνθιστων κήπων της; Για πότε χάθηκαν όλα; Τα τεράστια σε όγκο κονάκια των μπέηδων με τις τεράστιες αυλές, τα αρχοντόσπιτα των αστικών οικογενειών της πόλης, τα νεοκλασικά αρχοντικά των νέων αρχόντων της θεσσαλικής γης, τα πέτρινα σπίτια των επιτυχημένων επαγγελματιών της πλούσιας αγοράς της; Τα λειτουργικά χαγιάτια και οι εξώστες με τα μαρμάρινα φουρούσια και τα δαντελωτά σιδερένια κιγκλιδώματα αντικαταστάθηκαν από τα στενά, άβολα και αντιαισθητικά μπαλκόνια, τα παράθυρα με τα ξύλινα παραθυρόφυλλα και οι ισχυρές ταμπλαδωτές πόρτες έδωσαν τη θέση τους στο κακόγουστο και άχρωμο αλουμίνιο [1]. Κάναμε ό,τι περνούσε από το χέρι μας για να κατεδαφίσουμε τα σπιτικά μας, αυτά που κατασκευάσθηκαν με αγάπη, μόχθο και περίσσια αισθητική ομορφιά από τους προγόνους μας, σαρώσαμε τα κεραμίδια τους, συνθλίψαμε ή παραδώσαμε σε χέρια εμπόρων τα ακροκέραμα από τις γωνιές της στέγης και σήμερα αγοράζουμε ίσως τα ίδια ακροκέραμα που κάποτε κατεδαφίσαμε, και τα χρησιμοποιούμε για να στολίσουμε τα ράφια των σπιτιών μας.
Όλα αυτά τα κτίρια ανήκαν στον οικοδομικό θησαυρό της παλιάς Λάρισας. Όμως δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στην ακατάβλητη επέλαση που εξαπέλυσε ο μηχανικός πολιτισμός εναντίον κάθε είδους παραδοσιακού δημιουργήματος που κατασκευάσθηκε από τα χέρια έμπειρων και ανώνυμων, αλλά χαρισματικών μαστόρων. Οι μηχανικές συλλογιστικές εξισώσεις κερδοσκόπων κατασκευαστών τελικά όχι μόνον νίκησαν, αλλά θριάμβευσαν.
Όλοι μας ταξιδέψαμε σε ξένες χώρες και θαυμάσαμε την προσήλωση, την στοργή και την επιθυμία των κατοίκων τους να διατηρήσουν και να συντηρήσουν κάθε τι παραδοσιακό που αξίζει. Τα νέα τεράστια οικοδομικά συγκροτήματα που χρειάσθηκε να κατασκευάσουν τα δημιούργησαν σε άλλους χώρους, για να μη θίξουν τίποτε από την παλιά τους πόλη, από το ιστορικό κέντρο όπως το ονομάζουν. Μερικοί πιστεύουν αφελώς ότι υπάρχει και στη Λάρισα ιστορικό κέντρο. Προσωπικά δεν μπορώ να το εντοπίσω. Είναι η περιοχή του Λόφου της Ακρόπολης (Φρούριο), της Κεντρικής Πλατείας Σάπκα, της πλατείας Ταχυδρομείου ή της πλατείας του Ωδείου; Είδατε στους χώρους αυτούς έστω και ένα κατάλοιπο της παλιάς ιστορίας της πόλης; Εδώ δεν σεβαστήκαμε όσο θα το άξιζε την περιοχή του Λόφου, που είχε στους αρχαίους χρόνους την ακρόπολη της Λάρισας, με τους ναούς και το θέατρο της, στους βυζαντινούς χρόνους τις βασιλικές με τα ψηφιδωτά δάπεδα, τον τάφο του πολιούχου της, τις δεξαμενές και τα λουτρά και στην τουρκοκρατία τα παζάρια, την κλειστή αγορά (το μπεζεστένι), τα χαμάμ, τον Τρανό μαχαλά των χριστιανών. Έπρεπε να αποκαλυφθεί το αρχαίο θέατρο για να κατανοήσουμε την αξία του Λόφου, τον οποίο τόσο βάναυσα έχουμε τραυματίσει όλα αυτά τα χρόνια της οικοδομικής ευμάρειας.
Μετά το τέλος της μακροχρόνιας τουρκοκρατίας και την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στο ελληνικό βασίλειο το 1881, η Λάρισα είχε τη μεγάλη ευκαιρία να γίνει μια καινούρια πολιτεία. Τα κατάφερε μέχρις έναν βαθμό. Εφάρμοσε νέο ρυμοτομικό σχέδιο, διατήρησε τα λίγα όμορφα παλιά κτίσματα που υπήρχαν, έκτισε λαμπρά δημόσια κτίρια, όμορφες κατοικίες, ευπρεπή ξενοδοχεία, καταστήματα τραπεζών στον σύγχρονο αρχιτεκτονικό ρυθμό της εποχής, τον νεοκλασικό και λόγω της ευνοϊκής γεωγραφικής της θέσης αναπτύχθηκε πολεοδομικά. Ήρθαν όμως οι σεισμοί και οι βομβαρδισμοί και τη λάβωσαν. Το υπέμεινε. Μεταπολεμικά, όταν πέρασαν τα δύσκολα αυτά χρόνια της τετράχρονης κατοχής και οι βαθιές πληγές του εμφυλίου άρχισαν να επουλώνονται, ακολούθησε η οικονομική άνθηση της χώρας. Και ενώ έπρεπε να επουλώσει τις λαβωματιές και να συντηρήσει τα ερειπωμένα από τις κακουχίες της κατοχής και τη φθορά του χρόνου κτίρια, από την πολιτεία ψηφίσθηκε ένας ευνοϊκός οικοδομικός κανονισμός που έδωσε στη γη τεράστια αξία. Το αποτέλεσμα ήταν ότι μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα ισοπεδώθηκαν χωρίς καμιά αντίσταση ή έστω με κάποια ποιοτική διαλογή, όλα τα παλιά οικήματα, αν και πολλά απ’ αυτά αποτελούσαν αντιπροσωπευτικά δείγματα μιας παραδοσιακής αρχιτεκτονικής που στόλισε την τουρκοκρατούμενη Θεσσαλία ή είχαν τη σφραγίδα του νεοκλασικού ρυθμού. Η παλιά και όμορφη φυσιογνωμία του κεντρικού τμήματος της πόλης άλλαξε εντελώς και μέσα στο μικρό αυτό χρονικό διάστημα χάθηκε για τη Λάρισα όλη σχεδόν η αστική αρχιτεκτονική του 19ου και του πρώτου μισού του 20ού αι. Σήμερα δεν υπάρχουν πλέον κτίρια των τελευταίων χρόνων της τουρκοκρατίας τα οποία να διασώζονται ακέραια, πλην ίσως ενός ή δύο, για να μας υπενθυμίζουν τη γνώση και την έμπνευση των μαστόρων της εποχής. Στη θέση τους ορθώθηκαν πολυώροφες οικοδομές, άκομψες έως δύσμορφες, χωρίς καμιά χάρη, σφιχταγκαλιασμένες η μία με την άλλη μέσα στη στενή ρυμοτομία των δρόμων της πόλης. Και η ανοικοδόμηση αυτή δεν περιορίσθηκε μόνο στα δημόσια και τα αστικά κτίρια, αλλά και στα εκκλησιαστικά. Σήμερα δεν υπάρχει έστω και ένας ιερός ναός στη Λάρισα, ο οποίος να μας διασώζει την εκκλησιαστική αρχιτεκτονική (ναοδομία) του 19ου αιώνα [2]. Τα ελάχιστα κτίσματα που η ευαισθησία ορισμένων αρχόντων ή ατόμων πρόλαβε την τελευταία στιγμή να διασώσει, σήμερα όλα έχουν περικυκλωθεί από μια αλόγιστη και ανάρμοστη ανοικοδόμηση που τα περιόρισε και τα εξαφάνισε.
Στη Θεσσαλία ο νεοκλασικός αρχιτεκτονικός ρυθμός που επικράτησε μετά την απελευθέρωση, έφθασε στο απόγειό του τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Τα χαρακτηριστικά του νέου αυτού ρυθμού ήταν οι κίονες, συνήθως ιονικοί, δωρικοί ή και απλοί, τα αετώματα ψηλά στις προσόψεις, τα υπέρθυρα και οι εξώστες με τα περίτεχνα κιγκλιδώματα και ο εξωτερικός στολισμός. Ο περισσότερος κόσμος δεν γνωρίζει ότι η Λάρισα ήταν κάποτε γεμάτη από τέτοια όμορφα αρχοντικά. Σήμερα όμως έχουν απομείνει ελάχιστα, για να θυμίζουν με την παρουσία τους τη χαμένη ομορφιά και το μεράκι εκείνων που τα έκτισαν και τα κατοίκησαν. Επειδή η πόλη προσφερόταν σαν έδρα των γεωργικών δραστηριοτήτων των Ελλήνων μεγαλοεπιχειρηματιών οι οποίοι είχαν αποκτήσει τεράστιες εκτάσεις γεωργικής γης από τους Τούρκους γαιοκτήμονες που την εγκατέλειψαν, έκτισαν πολυτελή μέγαρα. Κύριο στοιχείο η πέτρα. Το μάρμαρο πλούτιζε τα σκαλοπάτια και τα φουρούσια στους εξώστες. Μερικά σχεδιάσθηκαν από διάσημους αρχιτέκτονες και διακοσμήθηκαν με ζωγραφικές παραστάσεις στους εσωτερικούς τοίχους και τις οροφές. Η νεοκλασική αρχιτεκτονική έφερε μαζί της και τον πλούσιο εξοπλισμό των κατοικιών. Ανάλογα με την οικονομική επιφάνεια κάθε ιδιοκτήτη κοσμούσαν τα αρχοντικά με κομψά έπιπλα. Πολυέλαιοι, βελούδινα παραπετάσματα, ασημικά σκεύη, τα περισσότερα φερμένα από την Ευρώπη και ζωγραφικοί πίνακες αναγνωρισμένων Ελλήνων καλλιτεχνών, διακοσμούσαν τους άνετους χώρους των κατοικιών τους.
Στο τέλος καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η ευκολία με την οποία η πόλη κατέστρεψε μεταπολεμικά τα κτίσματά της και ουσιαστικά την ίδια την ιστορία της, φαίνεται να ξεπερνά ακόμα και τις συμφορές που της προξένησαν κατά καιρούς τα φυσικά φαινόμενα (σεισμοί, πλημμύρες), καθώς και οι εχθρικοί βομβαρδισμοί της κατοχής.

 

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)