Δευτέρα 29 Ιανουαρίου 2024

 ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Η περιοχή του Αγίου Νικολάου


Άποψη της Λάρισας από το καμπαναριό του ναού του Αγ. Νικολάου.  Φωτογραφία του Ιω. Κουμουνδούρου. Περίπου 1925. Αρχείο Θανάση Μπετχαβέ.Άποψη της Λάρισας από το καμπαναριό του ναού του Αγ. Νικολάου. Φωτογραφία του Ιω. Κουμουνδούρου. Περίπου 1925. Αρχείο Θανάση Μπετχαβέ.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Η φωτογραφία που δημοσιεύεται επιγράφεται από τον εκδότη της «Άποψις Λαρίσης». Είναι του Λαρισαίου Ιωάννου Κουμουνδούρου, το κατάστημά του οποίου βρισκόταν στη γωνία των σημερινών οδών Φιλελλήνων και Κύπρου, σε ένα ισόγειο κτίριο απέναντι ακριβώς από τη Στρατιωτική Λέσχη, και έβλεπε προς την Φιλελλήνων.

Στο ίδιο κτίριο στεγαζόταν και η Λαϊκή Τράπεζα, αλλά αυτή είχε πρόσοψη προς την Κεντρική Πλατεία (Θέμιδος).
Ο φωτογράφος ανέβηκε στο ψηλότερο επίπεδο του τετραώροφου προπολεμικού καμπαναριού του ναού του Αγίου Νικολάου [1]. Από το σημείο αυτό κατηύθυνε τον φακό του προς βορρά και αποτύπωσε ένα μεγάλο τμήμα του κεντρικού τομέα της Λάρισας. Ο Κουμουνδούρος κατέγραψε σε φωτογραφικό χαρτί και άλλες απόψεις της πόλης και τις εμπορεύονταν σαν επιστολικά δελτάρια. Η οπίσθια πλευρά των καρτών ήταν γυμνή, δηλαδή χωρίς να φροντίσει να υπάρχουν τυπογραφικά στοιχεία, είτε προσωπικά του εκδότη, είτε διαγραμμίσεις που να διευκολύνουν τον αποστολέα. Η ποιότητα των φωτογραφιών του είναι φτωχή, οι εμφανίσεις τους σε ορισμένες φαίνεται να είναι πρόχειρες σε σύγκριση με τις άλλες που κυκλοφορούσαν την προπολεμική περίοδο στην αγορά και είναι όλες ασπρόμαυρες. Όμως οι απόψεις της πόλεως που έχει καταγράψει είναι πολύ ενδιαφέρουσες, πρωτότυπες και διαφορετικές από εκείνες των άλλων καρτών.
Για καλύτερη ανάγνωση της φωτογραφίας, θα την χωρίσουμε σε τρεις εγκάρσιες ζώνες. Στην κάτω ζώνη, από αριστερά στην αρχή διακρίνουμε τα κεραμίδια της ανατολικής πλευράς της δίκλινης στέγης του ναού του Αγίου Νικολάου. Στο κέντρο υπάρχουν ψηλόλιγνα κυπαρίσσια, ενώ δεξιά φαίνεται ένα μέρος από το προστατευτικό τοιχίο της αυλής. Ο τοίχος αυτός ήταν όμορφα δομημένος από πελεκητή πέτρα σε εξάγωνο σχήμα, ύψους ενός περίπου μέτρου και συμπληρωνόταν προς τα πάνω από μεταλλικό κιγκλίδωμα, εμπλουτισμένο με όμορφα σχέδια, ύψους ενός περίπου μέτρου και αυτό. Ο τοίχος περιέτρεχε όλο το τετράγωνο, μέσα στο οποίο βρισκόταν ο ναός και η τεράστια και πλούσια δενδροφυτευμένη αυλή του. Με λίγη προσοχή μπορεί να διακρίνει κανείς στη φωτογραφία αυτή και το επάνω μέρος από το μαρμάρινο εικονοστάσι που βρισκόταν σε επαφή με το τοιχίο, στην καμπύλη γωνία των οδών Ηπείρου και Βασιλίσσης Σοφίας (Παπαναστασίου).
Στη μεσαία ζώνη, αριστερά διακρίνεται μια μεγάλη περιτοιχισμένη αυλή, η οποία ανήκε στο σπίτι της αρχοντικής οικογένειας των Πρωτοσύγκελων της Λάρισας, από τα Αμπελάκια. Η κατοικία δυστυχώς δεν φαίνεται στην άποψη αυτή. Στο μέσον υπάρχει μια σειρά από κατοικίες οι οποίες περικλείονται στο τρίγωνο μεταξύ των σημερινών οδών Ψαρών, Μανδηλαρά και Παπαναστασίου. Το κτίσμα που βρίσκεται στη γωνία αυτού του τριγώνου φέρει επιγραφή με την ένδειξη «ΦΩΤΟΖΩΓΡΑΦΕΙΟΝ». Πρόκειται για το εργαστήριο το οποίο διατηρούσαν προπολεμικά δύο σπουδαίοι ζωγράφοι-αγιογράφοι και φωτογράφοι, ο Χρυσόστομος Παπαμερκουρίου και ο Παντελής Γκίνης [2]. Πίσω από το εργαστήριο αυτό διακρίνεται μια μεγάλη διώροφη οικοδομή, η οποία ανήκε στον Παπαμερκουρίου. Στο βάθος και στη γωνία των οδών Ψαρών και Μανδηλαρά (οδός Πρωτεσιλάου τότε) αναγνωρίζεται η κατοικία της οικογένειας Σακελλαρίδη, ενώ πιο πίσω, επί της οδού Βελή διακρίνεται το αέτωμα της κατοικίας Ξυραδάκη. Δεξιότερα, αφού μεσολαβεί η οδός Παπαναστασίου, υπάρχουν και άλλα κτίσματα και ο φακός φθάνει μέχρι τον πύργο του προπολεμικού ρολογιού της πόλης.
Στην επάνω ζώνη απλώνεται το κέντρο της προπολεμικής Λάρισας. Αριστερά η εικόνα είναι λίγο σκοτεινή, αλλά διακρίνεται αποθηκευμένος ο σιδερένιος σκελετός της γέφυρας του Κουτσόχερου [3] στον χώρο του εργοστασίου της Ηλεκτρικής Εταιρείας, γνωστής αργότερα ως ΟΥΗΛ και σήμερα ως ΔΕΥΑΛ. Στη θέση αυτή βρίσκεται από χρόνια το ημιτελές Δημοτικό Θέατρο. Στο μέσον, στη γωνία των οδών Παπαναστασίου και Κουμουνδούρου, εξέχει ένα διώροφο κτίριο. Σ’ αυτό στεγαζόταν η χειρουργική κλινική του Βασιλείου Παπαδημητρίου, στενού συνεργάτη του Μιχαήλ Σάπκα στη διοίκηση του τοπικού τμήματος του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού κατά τις δύσκολες ημέρες της κατοχής. Στο βάθος μπορούμε να εντοπίσουμε και πολλά άλλα κτίσματα, μεταξύ των οποίων, το υπερώο της Εθνικής Τράπεζας, το τριώροφο «Πανελλήνιον», το μέγαρο Κατσαούνη, όπου στεγάσθηκε κάποια στιγμή το καφενείο «Παλλάδιον», κλπ.
Όσον αφορά τώρα τη χρονολόγηση της φωτογραφίας, οδηγός μας είναι η παρουσία του σιδερένιου σκελετού της γέφυρας στο κτίριο της Ηλεκτρικής Εταιρείας. Εφ’ όσον είναι γνωστό ότι τοποθετήθηκε το 1925 στο Κουτσόχερο, η φωτογράφηση τοποθετείται πριν τη χρονολογία αυτή.

 

[1]. Για εικόνα και περιγραφή του καμπαναριού αυτού βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Το παλιό καμπαναριό του Αγίου Νικολάου, εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 26ης Απριλίου 2015, σελ. 4.
[2]. Η συνεργασία τους κυρίως στην αγιογράφηση ήταν τόσο επιτυχημένη και η εργασία τους τόσο αποδοτική, ώστε σήμερα δεν υπάρχει παλιός ναός στη Λάρισα και την περιοχή της που να μην έχει φορητές εικόνες οι οποίες να φιλοτεχνήθηκαν στο φωτοζωγραφείο αυτό. Μεταπολεμικά συνεχίστηκε η συνεργασία τους, αλλά μετέφεραν το εργαστήριό τους στη γωνία των οδών Παπαναστασίου και Παπακυριαζή.
[3]. Η γέφυρα αυτή έχει μια μικρή ιστορία. Επειδή Λάρισα και Τρίκαλα είχαν μεταξύ τους μόνον οδική σύνδεση, ενώ οι άλλες πόλεις της Θεσσαλίας (Τρίκαλα-Καρδίτσα-Βόλος) είχαν και σιδηροδρομική, κατασκευάσθηκε από το κράτος ειδική σιδερένια γέφυρα, η οποία γεφύρωνε την κοίτη του Πηνειού στην περιοχή του Κουτσόχερου. Όμως επειδή ο Θεσσαλικός σιδηρόδρομος θα έχανε ένα μεγάλο μέρος επιβατών, οικονομικά ασύμφορο γι’ αυτόν, η γέφυρα όχι μόνο δεν τοποθετήθηκε, αλλά αποθηκεύτηκε στη Λάρισα, στην αυλή του χώρου της Ηλεκτρικής Εταιρείας. Τελικά η γέφυρα τοποθετήθηκε στη θέση της το 1925 και υπάρχει μέχρι σήμερα παραμελημένη.

Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2024

 ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Το 404 Στρατιωτικό Νοσοκομείο

 
Το Στρατιωτικό Νοσοκομείο της Λάρισας στο τελευταίο στάδιο κατασκευής του.  Επιστολικό δελτάριο του Νικ. Στουρνάρα. 1936 περίπου.Το Στρατιωτικό Νοσοκομείο της Λάρισας στο τελευταίο στάδιο κατασκευής του. Επιστολικό δελτάριο του Νικ. Στουρνάρα. 1936 περίπου.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Η πόλη της Λάρισας, χάρη στη σπουδαία γεωπολιτική θέση την οποία κατέχει, υπήρξε ανέκαθεν τόπος συγκέντρωσης μεγάλου αριθμού στρατιωτικών δυνάμεων και έδρα ανώτατων διοικητικών σχηματισμών τόσο σε περιόδους ειρήνης, όσο και κατά τη διάρκεια πολεμικών συγκρούσεων.

Επομένως η ανάγκη όπως υποστηριχθούν υγειονομικά όλες αυτές οι τεράστιες στρατιωτικές μονάδες που εδρεύουν εδώ, καθιστούσε υποχρεωτική την παρουσία ενός μεγάλου στρατιωτικού νοσοκομείου στην περιοχή. Στη μακραίωνη ιστορία της, η πόλη μας φιλοξένησε πολλές φορές στρατεύματα φίλια και εχθρικά. Και ενώ ιστορικά υπάρχουν κατά διαστήματα πληροφορίες για υποτυπώδεις παροχές περίθαλψης στις ομάδες του πληθυσμού της περιοχής, για αμιγή στρατιωτικά νοσηλευτήρια δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία, τουλάχιστον μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα.
Στην περίπτωση της Λάρισας, οι πρώτες πληροφορίες για αμιγή στρατιωτικά νοσηλευτήρια ανάγονται στον 19ο αιώνα. Υπάρχουν μαρτυρίες παλιών Λαρισαίων, από τις οποίες προκύπτει ότι στο Αλκαζάρ και συγκεκριμένα στην περιοχή όπου σήμερα βρίσκεται το κηποθέατρο, λειτουργούσε καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα τουρκικό στρατιωτικό νοσοκομείο, το ονομαζόμενο Χαστανιέ [1].
Από τα πρώτα χρόνια της ενσωμάτωσης της Θεσσαλίας είχε γίνει φανερή η έλλειψη στρατιωτικού νοσηλευτικού ιδρύματος στην περιοχή της και η Λάρισα, έδρα μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων, ήταν ο κατάλληλος χώρος για την ανέγερσή του. Τόσο κατά τις συνοριακές αψιμαχίες του 1886 με τους Τούρκους, όσο και κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1897, συναντούμε μεγάλα κτίρια της Λάρισας να έχουν μετατραπεί προσωρινά σε στρατιωτικά νοσοκομεία ή αναρρωτήρια (Διδασκαλείο, αρχοντικό Κων. Σκαλιώρα, κ.ά.).
Από τις αρχές της πρώτης δεκαετίας του 20ού αιώνα είχε αρχίσει η εκπόνηση μελέτης για τη δημιουργία στη Λάρισα ενός μεγάλου και σύγχρονου στρατιωτικού νοσοκομείου [2], το οποίο να καλύπτει τις ανάγκες της Θεσσαλίας, η οποία την περίοδο εκείνη ήταν παραμεθόριος περιοχή, αφού τα σύνορα έφθαναν μέχρι τη Μελούνα. Η κατασκευή του όμως πέρασε από πολλές περιπέτειες. Το 1912 οι εργασίες κατασκευής του νοσοκομείου που μόλις είχαν αρχίσει, διακόπηκαν για δύο περίπου δεκαετίες. Οι βαλκανικοί πόλεμοι, ο Α’ παγκόσμιος πόλεμος, ο εθνικός διχασμός, η παρουσία των συμμαχικών στρατευμάτων της Αντάντ στα γεγονότα του 1917, η εκστρατεία της Μικράς Ασίας και η επακολουθήσασα τραγωδία του 1922, με όλες τις συνέπειές της, υπήρξαν οι κύριες αφορμές της διακοπής της ανέγερσης.
Ελλείψει στρατιωτικού νοσοκομείου, όλο αυτό το χρονικό διάστημα χρησιμοποιείτο άλλοτε μία πτέρυγα του τότε Δημοτικού Νοσοκομείου της πόλης, διάφορα ευρύχωρα κονάκια ή αρχοντικά και άλλοτε το υποτυπώδες στρατιωτικό νοσοκομείο των Τρικάλων.
Μετά το 1930 συνεχίσθηκαν οι εργασίες ανέγερσης του νοσοκομείου, που είχαν διακοπεί για είκοσι περίπου χρόνια. Κατά την περίοδο 1931-1934 στρατιωτικό νοσοκομείο στεγάσθηκε σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις που υπήρχαν εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το Αρχηγείο Τακτικής Αεροπορίας (Α.Τ.Α.).
Το 1934-35 τελείωσαν οι βασικές εργασίες στο υπό ανέγερση νέο οίκημα και το 1936 εγκαινιάσθηκε επίσημα. Ονομάστηκε Β’ Στρατιωτικόν Νοσοκομείον, επειδή λειτουργούσε αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση των υγειονομικών αναγκών του Β΄ Σώματος Στρατού, το οποίο είχε τότε την έδρα του στη Λάρισα και κάλυπτε στρατιωτικά ολόκληρη τη Θεσσαλία, τη Δυτική Μακεδονία και το νομό Φθιώτιδας. Την περίοδο εκείνη θεωρείτο το μεγαλύτερο στρατιωτικό νοσοκομείο όχι μόνον του ελληνικού, αλλά και του ευρύτερου βαλκανικού χώρου. Στους ευρύχωρους και υψηλούς θαλάμους του αναπτύσσονταν με ευκολία 170 κλίνες.
Από το 1940 και μετά το στρατιωτικό νοσοκομείο της Λάρισας ακολουθεί από κοντά τις τύχες της χώρας μας. Με την έναρξη του πολέμου και κατά τις γερμανικές αεροπορικές επιδρομές του Απριλίου του 1941 βομβαρδίστηκε, όπως και όλη η πόλη, χωρίς όμως να υποστεί σοβαρές υλικές ζημιές. Με την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων στη Λάρισα το νοσοκομείο επιτάχθηκε και εξυπηρέτησε τις υγειονομικές ανάγκες του κατοχικού στρατού. Οι Γερμανοί όχι μόνον επούλωσαν τις ζημιές από τον προηγηθέντα βομβαρδισμό, αλλά επέφεραν και σημαντικές βελτιώσεις στο κτίριο. Έτσι καθ’ όλη τη διάρκεια της κατοχής λειτούργησε σαν γερμανικό στρατιωτικό νοσοκομείο με ανεπτυγμένα πολλά τμήματα.
Το 1944, μετά την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων, το νοσοκομείο περιήλθε και πάλι στην υγειονομική υπηρεσία του στρατού και έπειτα από ορισμένες επισκευές επαναλειτούργησε με την επωνυμία 404 Γενικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον Λαρίσης.
Αρχιτεκτονικά όλο αυτό το διάστημα των 88 περίπου χρόνων από τη λειτουργία του, το νοσοκομείο δεν άλλαξε την κτιριακή του μορφή σχεδόν καθόλου. Όπως διαπιστώνουμε είναι ένα απέραντο επίμηκες, ισόγειο και σε ορισμένα τμήματα διώροφο στερεό κτίριο, με απλή εξωτερική εμφάνιση, ευρείς θαλάμους νοσηλείας, απέραντους διαδρόμους, και τον κατάλληλο επιστημονικό εξοπλισμό.
Μεταπολεμικά ο μεγάλος χώρος που υπήρχε πίσω από το νοσοκομείο, εκεί όπου στεγάζεται και ο ναός του Αγίου Αντωνίου, παραχωρήθηκε από τις στρατιωτικές αρχές στον Δήμο Λαρισαίων, ο οποίος δημιούργησε μια όαση πρασίνου, ένα δημοτικό πάρκο, για τις ανάγκες των κατοίκων της περιοχής.


[1]. Περισσότερα για το νοσοκομείο αυτό βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Χαστανιέ. Το τουρκικό νοσοκομείο της Λάρισας, «Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα-Α’», Λάρισα (2016) σελ. 17-20.
[2]. «Την εβδομάδα ταύτην περατούται η εν τω ενταύθα γραφείω του Μηχανικού Θεσσαλίας, εκπόνησις του σχεδίου του αναγερθησομένου εν τη πόλει μας Στρατιωτικού Νοσοσκομείου. Τούτο θα ανεγερθή εν τω χώρω όπου ήτο μέχρι τούδε η πυριτιδαποθήκη Αρναούτ, θα στοιχίση περί τας 300.000 δραχμών και θα πληροί δεόντως άπαντας τους όρους ενός τελείου νοσοκομείου», εφ. «Μικρά», φύλλο της 11ης Φεβρουαρίου 1910. Η πυριτιδαποθήκη Αρναούτ βρισκόταν στη συνοικία του Αγίου Αθανασίου.

Δευτέρα 15 Ιανουαρίου 2024

 ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Το ζαχαροπλαστείο «Κυβέλεια» των αδελφών Βρεττόπουλου


Το εργαστήριο του Ζαχαροπλαστείου «Κυβέλεια» των αδελφών Βρεττόπουλου.  Φωτογραφία της οικ. Κ. Βρεττόπουλου. Το εργαστήριο του Ζαχαροπλαστείου «Κυβέλεια» των αδελφών Βρεττόπουλου. Φωτογραφία της οικ. Κ. Βρεττόπουλου.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου nikapap@hotmail.com

Το «Κυβέλεια» ήταν ένα από τα αριστοκρατικότερα και πολυσύχναστα ζαχαροπλαστεία της Λάρισας, από τη διάρκεια του μεσοπολέμου μέχρι και τη δεκαετία του 1960.

Ιδρυτές του υπήρξαν τα τρία αδέλφια Βρεττόπουλου. Ο Μήτσος, ο Θανάσης και ο Γιώργος. Ο Μήτσος Βρεττόπουλος ήταν ο μεγαλύτερος σε ηλικία και ο ιθύνων νους της επιχείρησης. Σε νεαρότερη ηλικία είχε θητεύσει υπάλληλος στο ζαχαροπλαστείο Πατέρα στη Λάρισα και ανήσυχος καθώς ήταν πήγε στου Φλόκα στη Θεσσαλονίκη και στο περίφημο ζαχαροπλαστείο Loubier στην Αθήνα. Σ’ αυτά τα ξακουστά μαγαζιά κατόρθωσε να αποκτήσει μια σπουδαία εμπειρία στην τέχνη της παρασκευής, της άρτιας εμφάνισης και της καλής ποιότητας γλυκισμάτων.
Το ζαχαροπλαστείο «Κυβέλεια» το άνοιξαν τα τρία αδέλφια μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, σε ένα ισόγειο κτίσμα το οποίο βρισκόταν επί της οδού Ακροπόλεως (Παπαναστασίου), ακριβώς απέναντι από το σημερινό ξενοδοχείο «Διβάνη Παλλάς». Με την έναρξη της λειτουργίας του ο Μήτσος είχε την έμπνευση να στείλει στο Παρίσι τον μικρότερο αδελφό του Γιώργο, έναν ατίθασο και επαναστατικό χαρακτήρα, για να εκπαιδευθεί στην εκμάθηση της σύγχρονης ευρωπαϊκής ζαχαροπλαστικής και μάλιστα σε ένα από τα αριστοκρατικότερα ζαχαροπλαστεία της γαλλικής πρωτεύουσας. Αλλά το Παρίσι εκτός από τα καλά γλυκά, διέθετε και γλυκύτατες Γαλλιδούλες. Όταν πληροφορήθηκαν εδώ οι δικοί του ότι οι σπουδές δεν πήγαιναν καλά, τον έφεραν πίσω και τον τοποθέτησαν υπάλληλο στο εργαστήριο του «Κυβέλεια». Δεν έμεινε όμως για πολύ. Έφυγε για την Αθήνα όπου άνοιξε ζαχαροπλαστείο. Κατά την Κατοχή επέστρεψε στη Λάρισα και άνοιξε ένα μικρό δικό του ζαχαροπλαστείο στην οδό Ολύμπου.
Με τη φυγή του Γιώργου η διαχείριση του «Κυβέλεια» έμεινε στους δύο αδελφούς Μήτσο και Θανάση. Ο πρώτος ήταν άριστος στην τέχνη της ζαχαροπλαστικής, αλλά και ένας πανέξυπνος επιχειρηματίας. Παρ’ όλον ότι οι σπουδές του υπήρξαν περιορισμένες, εν τούτοις η ευφυΐα του, η έφεση για μάθηση, οι γνώσεις που αποκόμισε από συναναστροφές με επιστήμονες και διανοούμενους της Λάρισας και το χιούμορ του, τον έκαναν περιζήτητο συζητητή. Ο Θανάσης πάλι ήταν πλασμένος για πωλητής. Ήταν πολύ περιποιητικός, δεν έκανε διακρίσεις μεταξύ των πελατών, τους υποδέχονταν με ευγένεια και εγκαρδιότητα και πάντα κάτι τους πρόσφερε για το καλωσόρισμα, με αποτέλεσμα ελάχιστοι έφευγαν χωρίς να αγοράσουν κάτι.
Τα «Κυβέλεια» είχαν έναν άνετο χώρο. Διέθετε αρκετά τραπέζια, είχε πολύ καλή διακόσμηση και αποτελούσε εντευκτήριο πολλών Λαρισαίων, αλλά και παρεπιδημούντων ξένων. Επιπλέον εξυπηρετούσε και ελεύθερους πελάτες, οι οποίοι έρχονταν για να παραγγείλουν και να αγοράσουν γλυκίσματα.
Το 1930 ο επιχειρηματίας του «Ντορέ» στην Κεντρική πλατεία Κωνσταντίνος Πάλτσος πήρε την απόφαση να εγκαταλείψει τη Λάρισα και να εγκατασταθεί στην Αθήνα. Τότε ο Μήτσος Βρεττόπουλος άφησε τα «Κυβέλεια» στον αδελφό του Θανάση να τα δουλέψει μόνος του και ήλθε σε επαφή με τον Κωνσταντίνο Πάλτσο, από τον οποίο πήρε όχι μόνο την άδεια, αλλά αγόρασε και όλα τα έπιπλα (τραπεζοκαθίσματατα, τεράστιοι βιεννέζικοι καθρέπτες και άλλα πολλά), τα οποία βρίσκονταν εντός του καταστήματος και του ανήκαν. Επανέφερε στο «Ντορέ» το παλαιό όνομα «Πανελλήνιον», το οποίο το δούλεψε με μεγάλη επιτυχία μέχρι το 1937, όταν παρεχώρησε τη διαχείρισή του στον υπάλληλό του Μήτσο Γάβρο. Όπως ήταν φυσικό, τα «Κυβέλεια» με την απομάκρυνση του Μήτσου Βρεττόπουλου έχασαν τον πρωτεργάτη τους και οι πολλοί φίλοι του τον ακολούθησαν στο «Πανελλήνιο». Όμως το ζαχαροπλαστείο εξακολούθησε να εργάζεται όπως και πρώτα, χάρη στην έμφυτη ικανότητα του Θανάση Βρεττόπουλου στον τομέα των πωλήσεων και λόγω της καλής ποιότητας των σακχαρωδών παρασκευασμάτων που παρασκεύαζε.
Το 1937 φεύγοντας από το «Πανελλήνιον» ο Μήτσος Βρεττόπουλος συνέχισε την επαγγελματική του δραστηριότητα ανοίγοντας το ζαχαροπλαστείο «Αίγλη», το οποίο βρισκόταν στην δυτική πλευρά της Πλατείας Ταχυδρομείου, επί της οδού Φαρσάλων (Ρούσβελτ σήμερα), στο ύψος της οδού Πρωτοπαπαδάκη. Στον ίδιο χώρο εγκατέστησε και ειδικό μηχανικό εξοπλισμό που αγόρασε από τον Βόλο, για την δημιουργία εργοστασίου χονδρικής παρασκευής γλυκών και παγωτού, τα οποία έφεραν την ονομασία «Βρεττό». Η διάρκεια ζωής της «Αίγλης» όμως ήταν σύντομη. Έπειτα από τον ισχυρό σεισμό του Μαρτίου 1941 και την επακολουθήσασα κατοχή, η λειτουργία της σταμάτησε.
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής ο Μήτσος Βρεττόπουλος συνεργάσθηκε και πάλι στα «Κυβέλεια» μαζί με τον αδελφό του. Τώρα όμως η επιχείρηση επεκτάθηκε και μαζί με το ζαχαροπλαστείο δημιουργήθηκε και ειδική αίθουσα εστιατορίου, στην οποία εκτός της καλής κοινωνίας της Λάρισας, σύχναζαν πολλοί Ιταλοί και Γερμανοί αξιωματικοί. Τακτικός επισκέπτης ήταν και ο υπάλληλος της Γεωργικής Σχολής Νταβίντωφ, ο γνωστός συνταγματάρχης Λιάπκιν του Μ. Καραγάτση.
Τον Μάρτιο του 1947 ο πάντα ανήσυχος Μήτσος Βρεττόπουλος εγκατέλειψε πάλι τα «Κυβέλεια» και μίσθωσε από τον Δήμο για 15 χρόνια τον χώρο του Αλκαζάρ. Το κέντρο «Αλκαζάρ» διέγραψε μια καταπληκτική πορεία στον χώρο της ψυχαγωγίας και αναψυχής. Αντιθέτως τα «Κυβέλεια» μεταπολεμικά άρχισαν να αισθάνονται έντονα τον μεγάλο ανταγωνισμό από το «Ολύμπιον» του Γκονταρούλη στην Κύπρου και την «Κυψέλη» στην Κεντρική πλατεία, καθώς είχε μετατοπισθεί το ενδιαφέρον του κόσμου προς αυτές τις περιοχές. Το 1957 ο Μήτσος Βρεττόπουλος πέθανε.
Το 1961 ο γιος του Μήτσου, Κώστας Βρεττόπουλος, θέλοντας να συνεχίσει την οικογενειακή παράδοση, ανέλαβε τη διαχείριση του «Κυβέλεια», αλλά η προσπάθεια δεν στέφθηκε από την αναμενόμενη επιτυχία και κάποια στιγμή το κατάστημα σταμάτησε τη λειτουργία του. Το κέντρο βάρους της αγοράς της Λάρισας είχε μετατοπισθεί πλέον προς άλλες κατευθύνσεις.

Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2024

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

H Τράπεζα Αθηνών


Η κεντρική είσοδος της Τράπεζας Αθηνών επί της οδού Ακροπόλεως  (Παπαναστασίου) Στα σκαλοπάτια η υπάλληλος Λίτσα Μακρή, κόρη του  Θρασύβουλου Μακρή. 1927. Αρχείο Λαογραφικού Ιστορικού Μουσείου Λάρισας.Η κεντρική είσοδος της Τράπεζας Αθηνών επί της οδού Ακροπόλεως (Παπαναστασίου) Στα σκαλοπάτια η υπάλληλος Λίτσα Μακρή, κόρη του Θρασύβουλου Μακρή. 1927. Αρχείο Λαογραφικού Ιστορικού Μουσείου Λάρισας.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Στο σημερινό δημοσίευμά μας θα αναφερθούμε στο κτίριο του υποκαταστήματος της Τράπεζας Αθηνών [1] στην πόλη μας, το οποίο βρισκόταν στη γωνία των σημερινών οδών Παπαναστασίου και Αθανασίου Διάκου, ακριβώς στο σημείο όπου σήμερα υπάρχει το Ταχυδρομείο.

Το πότε ακριβώς άρχισε να λειτουργεί το υποκατάστημα της Λάρισας δεν μας είναι γνωστό [2]. Για τη μορφή που είχε το κτίριο έχουμε μόνον γραπτές και προφορικές περιγραφές, αλλά φωτογραφία ολόκληρου του κτιρίου δεν έχει εντοπισθεί [3]. Μόνο στα αρχεία του Λαογραφικού Ιστορικού Μουσείου της πόλης μας υπάρχει η δημοσιευόμενη φωτογραφία του 1927, στην οποία απεικονίζεται η υπάλληλος της Τράπεζας Αθηνών Λίτσα Μακρή, κόρη του δημοσιογράφου και διευθυντή της εφημερίδας «Μικρά» Θρασύβουλου Μακρή, στα σκαλοπάτια της κύριας εισόδου της.
Σύμφωνα με τις περιγραφές, επρόκειτο για ένα διώροφο κτίριο με υπερυψωμένο υπόγειο, το οποίο αρχιτεκτονικά είχε πολλά νεοκλασικά στοιχεία στην εξωτερική όψη του. Φάνταζε επιβλητικό, καθώς υπερείχε σε ύψος και ομορφιά από τα γειτονικά κτίρια. Στον κάτω όροφο στεγαζόταν η Διεύθυνση και το Λογιστήριο της Τράπεζας, ενώ ο επάνω όροφος χρησίμευε ως κατοικία της οικογένειας του εκάστοτε διευθυντή του υποκαταστήματος. Η κύρια είσοδος βρισκόταν επί της οδού Ακροπόλεως (Παπαναστασίου), ενώ η είσοδος με το κλιμακοστάσιο που οδηγούσε στον επάνω όροφο ήταν επί της Αθανασίου Διάκου. Πάνω από την κύρια είσοδο υπήρχε εξώστης ο οποίος υποστηριζόταν με μαρμάρινα φουρούσια και περιοριζόταν από τις τρεις πλευρές του με όμορφη σφυρήλατη σιδεριά. Όλα τα ανοίγματα (παράθυρα και πόρτες) έφεραν παραστάδες, δηλαδή ήταν κορνιζαρισμένα γύρω-γύρω με απαλή προεξοχή του επιχρίσματος των τοίχων, ενώ στο ισόγειο και το υπόγειο, τα ανοίγματα προστατεύονταν από ισχυρές σιδεριές.
Από τους διευθυντές στο υποκατάστημα της Τράπεζας Αθηνών που άφησαν το στίγμα τους στη Λάρισα ήταν ο Αχιλλέας Καλεύρας [4], λόγω της ισχυρής προσωπικότητας που διέθετε. Είχε διορισθεί το 1918 από τον Ελευθέριο Βενιζέλο Νομάρχης στην πόλη μας, η θητεία του όμως ήταν σύντομη, γιατί με την ήττα των Φιλελευθέρων στις εκλογές του 1920 υποχρεώθηκε να αποχωρήσει από τη θέση του και να εγκαταλείψει την πόλη που, όπως τόνιζε, είχε αγαπήσει πραγματικά. Αλλά η πορεία των γεγονότων τον έφερε πάλι στη Λάρισα, τώρα ως διευθυντή του τοπικού υποκαταστήματος της Τράπεζας Αθηνών. Πότε ακριβώς ανέλαβε δεν το γνωρίζουμε. Πάντως σύμφωνα με το ημερολόγιο της Αγγελικής Γκατζώγια, συζύγου του δημοσιογράφου Θρασύβουλου Μακρή, τον Σεπτέμβριο του 1925, όταν διορίσθηκε η κόρη τους Λίτσα ως υπάλληλος της Τράπεζας, ήταν ήδη διευθυντής ο Αχιλλέας Καλεύρας. Η προηγούμενη θητεία του ως Νομάρχη στη Λάρισα, τον βοήθησε με τις γνωριμίες του να αναπτύξει τις εργασίες της Τράπεζας σε μεγάλο βαθμό. Εδώ στη Λάρισα φοίτησαν για ένα διάστημα τα παιδιά του στο Γυμνάσιο και ανέπτυξαν παιδικές φιλίες. Μάλιστα αργότερα ο ένας γιος του, ο Μιχάλης, πέρασε και αυτός από την πόλη μας ως πρόεδρος Εφετών και δοκίμασε ισχυρές συγκινήσεις από τη ζωή των παιδικών του χρόνων. Τον Σεπτέμβριο του 1926 τοποθετήθηκε Γενικός Διοικητής Μακεδονίας και συγχρόνως διατήρησε για μερικούς μήνες ονομαστικά την θέση του Διευθυντού της Τράπεζας Αθηνών εδώ στη Λάρισα.
Στη συνέχεια διευθυντής του υποκαταστήματος διορίσθηκε ο Γεώργιος Ξηραδάκης. Είχε νυμφευθεί την κόρη του στρατηγού Ιωάννη Άρτη Νίνα. Η οικογένεια Άρτη, από τις πιο γνωστές και κοινωνικά δραστήριες στη Λάρισα, διέμενε σε ένα παλιό τριώροφο αρχοντικό στη νότια πλευρά του ναού του Αγίου Νικολάου, το οποίο κατοικήθηκε και μετά τα γεγονότα της κατοχής. Τελικά κατεδαφίσθηκε και αντικαταστάθηκε από πολυώροφη οικοδομή.
Οι καταστροφές της κατοχής δεν έπληξαν σοβαρά το κτίριο της Τράπεζας Αθηνών, γι’ αυτό και συνέχισε τη λειτουργία του και μεταπολεμικά. Τελευταίος διευθυντής της υπήρξε ο Αλέκος Ισμυρίδης, αδελφός του οφθαλμίατρου της Λάρισας Κωνσταντίνου Ισμυρίδη. Στις 8 Ιανουαρίου 1953, κατά τη διάρκεια της θητείας του Ισμυρίδη η Τράπεζα Αθηνών, ύστερα από απόφαση της κυβέρνησης Παπάγου, συγχωνεύθηκε με την Εθνική Τράπεζα. Το κτίριο έμεινε κενό, αγοράσθηκε από το δημόσιο και έπειτα από μερικά χρόνια κατεδαφίσθηκε και στη θέση του κτίσθηκε ένα νέο ισόγειο κτίριο, το οποίο στέγασε το Εφετείο της Λάρισας. Όταν το 1972 εγκαινιάσθηκε το σύγχρονο Δικαστικό Μέγαρο, οι υπηρεσίες του Εφετείου, όπως ήταν φυσικό, μεταφέρθηκαν στο νέο μέγαρο. Το παλιό κτίριο του Εφετείου κατεδαφίσθηκε και στη θέση του οικοδομήθηκε το κτίριο του Ταχυδρομείου που υπάρχει μέχρι σήμερα.


[1]. Η Τράπεζα Αθηνών ιδρύθηκε το 1893 με σκοπό τη δραστηριοποίησή της στον χώρο του εμπορίου και της βιομηχανίας τόσο στην Ελλάδα όσο και το εξωτερικό. Το 1953, επί κυβερνήσεως Παπάγου και με υπουργό Οικονομικών τον Σπ. Μαρκεζίνη συγχωνεύτηκε με την Εθνική Τράπεζα.
[2]. Πάντως κατά το 1902 υπήρχε υποκατάστημά της μόνον στον Βόλο, το οποίο εξυπηρετούσε ολόκληρη τη Θεσσαλία, ενώ το 1932 είχε ήδη 108 υποκαταστήματα στην Ελλάδα και 6 στο εξωτερικό. Στον νομό μας είχε υποκαταστήματα στη Λάρισα, στον Τύρναβο και στην Ελασσόνα.
[3]. Κάνουμε έκκληση σε όποιον έχει φωτογραφία του κτιρίου της Τράπεζας Αθηνών, να επικοινωνήσει στην ηλεκτρονική διεύθυνση
nikapap@hotmail.com ή στο τηλέφωνο 6951-004.232.
[4]. Ο Αχιλλεύς Καλεύρας γεννήθηκε στην Ξάνθη το 1884. Αποφοίτησε από το Λύκειο Χατζηκώστα της Κωνσταντινούπολης και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην Ελβετία στις νομικές και πολιτικές επιστήμες. Αρχικά εργάστηκε ως δημοσιογράφος στην Κωνσταντινούπολη, αλλά το 1912 συνελήφθη από τους Τούρκους και απελάθηκε. Στην Ελλάδα εργάσθηκε κατά καιρούς σε διάφορες θέσεις.

 

Δέκα χρόνια αδιάλειπτης δημοσίευσης των δύο στηλών του ιστορικού ερευνητή και γιατρού, Νίκου Παπαθεοδώρου, στην «Ε», και συγκεκριμένα των «Ιχνηλατώντας» και «Λάρισα. Μια εικόνα χίλιες λέξεις…», συμπληρώνονται φέτος, με τον ερχομό του 2024.
Η στήλη που εγκαινίασε αυτή τη σημαντική συνεργασία μεταξύ του κ. Παπαθεοδώρου και της εφημερίδας «Ελευθερία» ήταν η «Ιχνηλατώντας», η οποία πρωτοδημοσιεύτηκε την 1η Ιανουαρίου του 2014 και έκτοτε φιλοξενείται κάθε Τετάρτη στην τέταρτη σελίδα της «Ε».
Λίγους μήνες μετά ξεκίνησε και η φιλοξενία μιας δεύτερης ιστορικής στήλης, της «Λάρισα. Μια εικόνα χίλιες λέξεις…», η οποία ανελλιπώς δημοσιεύεται από το 2014, επίσης στην τέταρτη σελίδα της εφημερίδας, αλλά κάθε Κυριακή.
Ο κ. Παπαθεοδώρου, πιστός στα «ραντεβού» του με τους αναγνώστες της «Ε», δεν έλειψε ούτε μια φορά.
Δέκα χρόνια τώρα, ακμαίος, ακούραστος και χωρίς να τον εμποδίσουν ποτέ προβλήματα υγείας που κατά διαστήματα αντιμετώπισε, αισίως συμπλήρωσε 1.000 δημοσιεύσεις κειμένων του (και από τις δύο στήλες) στην «Ε».
Μια πολύτιμη συνεργασία συνεχίζεται με μεγάλη επιτυχία και μας βοηθά να πλουτίσουμε τις γνώσεις μας για το άγνωστο παρελθόν της Λάρισας, το οποίο με αυτόν τον τρόπο γίνεται κτήμα όλων.

Πέμπτη 28 Δεκεμβρίου 2023

 Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

ΨΥΧΑΓΩΓΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΥ ΣΤΗ ΛΑΡΙΣΑ

Το καφενείο «Νέος Κόσμος», στην ανατολική πλευρά  της Κεντρικής πλατείας. Είναι το μόνο το οποίο διατηρήθηκε και μεταπολεμικά.  Η φωτογραφία δείχνει ότι οι παλιοί μαστόροι είχαν γούστο και μεράκι.  Φωτογραφία Φωτοθήκης Λάρισας.Το καφενείο «Νέος Κόσμος», στην ανατολική πλευρά της Κεντρικής πλατείας. Είναι το μόνο το οποίο διατηρήθηκε και μεταπολεμικά. Η φωτογραφία δείχνει ότι οι παλιοί μαστόροι είχαν γούστο και μεράκι. Φωτογραφία Φωτοθήκης Λάρισας.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)

Σήμερα μας κάνει εντύπωση ότι οι παλιοί Λαρισαίοι είχαν από νωρίς βρει τρόπους ψυχαγωγίας για να ποικίλουν ευχάριστα τις λίγες ελεύθερες ώρες τους. Παρά τις χωρίς ωράριο εργασίες τους, προσπαθούσαν να εκμεταλλευθούν τις αργίες για να δώσουν χαρά στον εαυτό τους, να συναντηθούν με φίλους και γνωστούς, να συζητήσουν και να μιλήσουν για τα καθημερινά προσωπικά τους προβλήματα, απαλλαγμένοι από τους επαγγελματικούς προβληματισμούς.

Τον χειμώνα στα καφενεία που βρίσκονταν διάσπαρτα γύρω από τις πλατείες της Λάρισας, μεταξύ καφέ και «υποβρυχίου», οι θαμώνες του εξομολογούνταν τους καημούς και τα βάσανά τους, τις οικονομικές δυσκολίες, τα οικογενειακά τους προβλήματα. Στην Κεντρική πλατεία υπήρχε το καφενείο του Μαλάκη, κάτω από το ξενοδοχείο «Το Στέμμα», στη συνέχεια του Μπόκοτα κάτω από τη Λέσχη Ασλάνη και δίπλα το «Εμπορικόν», τα οποία βρίσκονταν στη βόρεια πλευρά της, ήταν ανοικτά και τις νύχτες ή άνοιγαν πολύ νωρίς το πρωί. Σ’ αυτά σύχναζαν οι αμαξάδες που είχαν παρατεταγμένα στη σημερινή Κύπρου τα μόνιππα (τα ταξί της εποχής), οι περαστικοί από τη Λάρισα που για οικονομικούς λόγους απέφευγαν τα ξενοδοχεία ύπνου και οι επαγγελματίες που έπρεπε να πάνε πολύ νωρίς στη δουλειά τους (φούρναροι, μανάβηδες και άλλοι), να πιουν τον πρώτο καφέ της ημέρας. Στην ανατολική πλευρά ήταν το καφενείο «Νέος Κόσμος» του Καρανίκα αρχικά και μετά του Δ. Αντωνιάδη όπου περνούσαν τις ελεύθερες ώρες οι συνταξιούχοι και οι μικροαστοί. Εδώ γινόταν πόλεμος μεταξύ των πελατών ποιος πρώτος θα διαβάσει την τοπική εφημερίδα, που ήταν προσαρμοσμένη σε ένα μεγάλο και όμορφο ξύλινο πλαίσιο για να μπορεί να διατηρείται εύκολα ανοικτή ολόκληρη η σελίδα της. Στη γωνία με την Κούμα ήταν «Τα Τέμπη» του Λ. Αντωνιάδη και μετά ο «Παράδεισος», ένα καφενείο που άφησε εποχή στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Στη νότια πλευρά, στο ισόγειο του μεγάρου Κατσαούνη ήταν το «Ντορέ» του Δημητρίου Πάλτσου και αφού μεσολαβούσε το κτίριο της Εμπορικής Τράπεζας, κάτω από το μέγαρο του Μποσινιώτη το καφενείο «Πανελλήνιον» του Μήτσου Βρεττόπουλου και πιο μπροστά το «Ντορέ» του Κώστα Πάλτσου. Αυτά τα καφενεία ήταν τόπος συνάντησης της καλής κοινωνίας της Λάρισας (δικηγόροι, ιατροί, έμποροι και άλλοι). Στη δυτική πλευρά, στο ισόγειο του κτιρίου Νικολάου Καρανίκα, βρισκόταν το καφενείο «Βασιλικόν» των αδελφών Ρεμπάπη, στο οποίο παραδόξως σύχναζαν αντιβασιλικοί. Όλα αυτά τα καφενεία τα έχουμε ήδη αναφέρει όταν περιγράψαμε τα κτίρια στα οποία στεγάζονταν.
Εξ ίσου πολλά ήταν και τα θερινά κέντρα τα οποία βρίσκονταν στις παρυφές της Λάρισας, γι’ αυτό και ονομάζονταν εξοχικά. Αυτά την ημέρα ήταν συνήθως καφενεία, ενώ τα ζεστά καλοκαιρινά βράδια συγκέντρωναν αρκετό κόσμο που ήθελε να νιώσει λίγη δροσιά. Ήταν το Αλκαζάρ, η Κιβωτός, ο Κήπος του Κατσαούνη, το Λούνα Παρκ, το Φάληρο. Γι’ αυτά έχουμε λίγο-πολύ αναφερθεί σε προηγούμενα δημοσιεύματα. Στο σημερινό σημείωμά μας θα αναφερθούμε στα θερινά εξοχικά κέντρα του μεσοπολέμου, τα οποία βρίσκονταν στην περιοχή των δύο Σιδηροδρομικών Σταθμών, του Διεθνούς ή Λαρισαϊκού και του Θεσσαλικού.
Ένα παλιό εξοχικό κέντρο το οποίο σήμερα έχει ξεχασθεί από τη λήθη του χρόνου και λίγοι το γνωρίζουν ήταν το «Κουκλάκι», ένα θερινό κέντρο με παράξενο όνομα, για το οποίο δεν μπόρεσα να βρω μια αιτιολογημένη αναφορά γύρω από την ονομασία του. Ιδιοκτήτης ήταν ο Αλέκος Φρυτζαλάς και βρισκόταν κοντά στον σταθμό του Θεσσαλικού σιδηροδρόμου, δίπλα από τα ψυγεία των Χολέβα-Μαρκατά. Άρχισε να λειτουργεί το 1924, σε μια περίοδο η οποία αντιμετώπιζε τις επιπτώσεις της μικρασιατικής καταστροφής, με την ανταλλαγή των πληθυσμών και την παρουσία στη Λάρισα μεγάλου αριθμού προσφύγων. Ήταν κέντρο λαϊκό και γνώρισε μεγάλες δόξες. Το προτιμούσαν ως τόπο συνάντησης οι στρατιώτες, ίσως γιατί ήταν απομονωμένο από το κέντρο της πόλης, καθώς την εποχή εκείνη δεν επιτρέπονταν να κυκλοφορούν στην Κεντρική πλατεία, ούτε να κάθονται σε καταστήματα αναψυχής όπου σύχναζαν οι αξιωματικοί. Όπως έχουν γράψει άνθρωποι που υπήρξαν θαμώνες του, αυτό ήταν καθαρό, με καλή εξυπηρέτηση και μαζί με τον καφέ πρόσφερε «υποβρύχια», λουκούμια, γλυκά του κουταλιού, καθώς επίσης και τσίπουρο με εξαιρετικούς μεζέδες. Διέθετε μια περιποιημένη αυλή με πολλά λουλούδια και δένδρα και το κυριότερο την είχε διαρρυθμίσει με τα περίφημα «σεπαραδάκια», ειδικά ιδιωτικά διαμερίσματα, χωρισμένα με αναρριχόμενα φυτά, ώστε να μπορούν να καταφεύγουν παράνομα ζευγάρια χωρίς να γίνονται εύκολα αντιληπτά. Τα ήθη της εποχής εκείνης δεν επέτρεπαν τις φανερές ερωτικές συναντήσεις έστω και απλές. Επιπλέον το κέντρο διέθετε μουσική από γραμμόφωνο, μεγάλη τεχνική κατάκτηση της εποχής. Παρά την καλή περιποίηση, τα εκλεκτά εδέσματα και το καλό όνομα που είχε αποκτήσει, το «Κουκλάκι» σταμάτησε τη λειτουργία του το 1931.
Ένα άλλο θερινό εξοχικό κέντρο στην ίδια περιοχή ήταν το «Θεσσαλικόν». Αυτό είχε αναπτυχθεί σε μια κατάφυτη κυκλική πλατεία την οποία αντίκριζε κανείς καθώς έβγαινε από το κτίριο του Θεσσαλικού σιδηροδρομικού σταθμού[1]. Η πλατεία αυτή ήταν κατάφυτη από δένδρα μικρά και μεγάλα και από λουλούδια, το έδαφός της βρισκόταν ελαφρώς υπερυψωμένο από τους γύρω προσπελάσιμους προς τον σταθμό δρόμους και καλυπτόταν από φυσικό πράσινο χλοοτάπητα. Πάνω του υπήρχαν διάσπαρτα τραπεζοκαθίσματα. Άρχισε τη λειτουργία την ίδια χρονιά με το «Κουκλάκι» (1924), διέθετε πίστα χορού και πολλές φορές ζωντανή ορχήστρα διασκέδαζε τους θαμώνες. Εκτός από τα συνήθη τοπικά αναψυκτικά (γκαζόζες του Χαμαϊδή ή του Δικόπουλου) διέθετε και κουζίνα. Συγκέντρωνε πολύ και εκλεκτό κόσμο και η λειτουργία του διήρκεσε επί μία δεκαετία. Το 1934 έκλεισε, και ένας ακόμη χώρος ψυχαγωγίας στην πόλη σταμάτησε.
Η φωτογραφία που συνοδεύει το κείμενο αποτυπώνει την περιοχή του Θεσσαλικού Σιδηροδρομικού Σταθμού της Λάρισας. Προέρχεται από το αρχείο του Αντώνη Γαλερίδη και είναι έκδοση του Νίκου Κουρτίδη (nicour) από την Αθήνα. Δεξιά μέσα στα πλατάνια υπήρχαν τραπεζοκαθίσματα, τα οποία ήταν αναπτυγμένα μέσα στο πράσινο και πρόσφεραν δροσιά και διασκέδαση στους θαμώνες του. Ήταν η εποχή που η Λάρισα διέθετε δύο σιδηροδρομικούς σταθμούς και η μετακίνηση προς Βόλο γινόταν αποκλειστικά με τον Θεσσαλικό σιδηρόδρομο. Στο βάθος απεικονίζεται το κτίριο του σιδηροδρομικού σταθμού, παρόμοιο με το αντίστοιχο του Βόλου, αρχιτεκτονικό έργο του Εβαρίστο ντε Κίρικο, πατέρα του διάσημου ζωγράφου Τζιόρτζιο ντε Κίρικο. Πίσω από το κτίριο ήταν οι σιδηροδρομικές γραμμές. Στο κέντρο της φωτογραφίας απεικονίζεται το κτίριο του σταθμού, με το χαρακτηριστικό κεντρικό υπερώο που είχαν οι σταθμοί του Θεσσαλικού Σιδηροδρόμου. Σήμερα ας μην τολμήσει να περπατήσει κανείς στους χώρους αυτούς. Ο σεισμός του 1941 επέφερε ζημιές και οι επόμενοι σεισμοί το αποτελείωσαν. Μια προκλητική εγκατάλειψη τον έχει αφήσει έρμαιο διαφόρων περιθωριακών ατόμων. Και ο ΟΣΕ περί άλλα τυρβάζει...
Επί της σημερινής οδού Παλαιολόγου και ακριβώς απέναντι από τον σιδηροδρομικό σταθμό των ΣΕΚ (ΟΣΕ σήμερα) βρισκόταν το εξοχικό κέντρο «Παυσίλυπο». Είχε σχήμα πολυγωνικό, εν είδει ροτόντας, και αρχικά υπήρξε επιχείρηση του Αλέκου Ξυραδάκη[2]. Η έναρξή του τοποθετείται πριν από τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο. Οι πελάτες του έφθαναν μετά τα μεσάνυχτα, διέθετε ορχήστρα με λαϊκά όργανα, καλλίπυγες αρτίστες και μπορούμε να πούμε ότι ήταν ο πρόδρομος των σημερινών «σκυλάδικων». Περί το 1928 κατεδαφίσθηκε η ροτόντα και κατασκευάσθηκε νέο οίκημα, αυτό περίπου που υπάρχει μέχρι σήμερα. Νέος υπήρξε και ο επιχειρηματίας, ένας ονόματι Αρμένος, ο οποίος το δούλεψε ως καφενείο και μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες μετακαλούσε και ορχήστρα[3].
Το κέντρο διασκέδασης «Όασις» λειτούργησε στην περιοχή των ΣΕΚ μεταπολεμικά και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία. Νυκτερινό κέντρο που άφησε εποχή. Όμως γι’ αυτό θα ασχοληθούμε σε άλλο σημείωμά μας.

---------

[1]. Φωτογραφία της πλατείας αυτής δημοσιεύθηκε σε πρόσφατο κείμενο. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Ο σταθμός του Θεσσαλικού σιδηροδρόμου, εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 23ης Σεπτεμβρίου 2018.
[2]. Γιός του Αλέκου Ξυραδάκη ήταν ο Ιωάννης Ξυραδάκης, από τους καλύτερους κουρείς στη Λάρισα. Είναι ο πρώτος που άνοιξε κομμωτήριο. Αρχικά στεγάσθηκε στην οδό Ερμού. Περί το 1920 μετακόμισε στην οδό Κούμα, δίπλα από τη Λαρισαϊκή Λέσχη και μεταπολεμικά κάτω από το ξενοδοχείο «Ολύμπιον» στην Κεντρική πλατεία.
[3]. Βλέπε: Ολύμπιος (Κώστας Περραιβός), Λησμονημένα κέντρα του παλιού καιρού, εφ. «Λάρισα», φύλλο της 27ης Αυγούστου 1979.

Τετάρτη 27 Δεκεμβρίου 2023

 ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Ο Πηνειός και η Οσσα


Ο Πηνειός και η Όσσα. Χαρακτικό του Haller von Hallestein. 1817Ο Πηνειός και η Όσσα. Χαρακτικό του Haller von Hallestein. 1817

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Στο σημερινό σημείωμα δημοσιεύουμε ένα άγνωστο χαρακτικό, το οποίο εντόπισε εδώ και καιρό ο Κώστας Θεοδωρόπουλος, συλλέκτης και ιστορικός, με πλούσιο ερευνητικό έργο [1].

Είναι έργο του Χάλλερ φον Χάλλερστάϊν (το πλήρες γερμανικό του όνομα ήταν Johann Carl Christoph Wilhelm Joachim Haller von Hallerstein) (1774-1817). Υπήρξε Γερμανός βαρόνος, αρχιτέκτονας μηχανικός και κλασικός αρχαιολόγος. Καταγόταν από παλιά οικογένεια της Νυρεμβέργης και σπούδασε καλές τέχνες και αρχιτεκτονική στη Στουτγάρδη και εν συνεχεία στην ακαδημία του Βερολίνου. Το 1810 συνόδευσε μια μεγάλη ομάδα Γερμανών αρχαιολόγων και Βρετανών αρχιτεκτόνων οι οποίοι επισκέφθηκαν και την Ελλάδα. Μελέτησε τα μνημεία της Αθήνας και ερεύνησε τον Ναό της Αφαίας στην Αίγινα και τον Ναό του Επικουρίου Απόλλωνα στις Βάσσες. Αργότερα διεύθυνε αρχαιολογικές ανασκαφές και στον αρχαιολογικό χώρο του θεάτρου της Μήλου. Το 1816 επέστρεψε στην Αθήνα και συνέχισε μόνος τις μελέτες του στην Αττική. Καθοριστική είναι η γνωριμία του με τον Georg Christian Gropius [2], ο οποίος με τις γνωριμίες που διέθετε, πρότεινε στον Hallerstein να κτίσει δύο γέφυρες, την πρώτη στη Χαλκίδα και τη δεύτερη στα Τέμπη. Τελικά αποδέχθηκε την πρόταση του Βελή πασά της Λάρισας να κτίσει τη γέφυρα στα Τέμπη. Έφθασε στη Λάρισα στις 21 Οκτωβρίου του 1817 και περιηγήθηκε την Κοιλάδα των Τεμπών για να εντοπίσει σε πιο σημείο να κατασκευασθεί η γέφυρα. Στο διάστημα αυτό της παραμονής του στη Λάρισα φιλοτέχνησε και το δημοσιευόμενο σήμερα χαρακτικό. Εν τω μεταξύ είχε προσβληθεί από ελονοσία και παρά τις κρίσεις υπερπυρεξίας, συνέχιζε την περιήγησή του στα Τέμπη. Στις 5 Νοεμβρίου του ίδιου έτους, ενώ μελετούσε και σχεδίαζε τη γέφυρα, υπέστη φοβερή πυρετική κρίση, μεταφέρθηκε επειγόντως στα γειτονικά Αμπελάκια, όπου την ίδια μέρα πέθανε. Ενταφιάσθηκε στον αύλειο χώρο εκκλησίας του χωριού. Αργότερα η σωρός του μεταφέρθηκε από τα Αμπελάκια στην Αθήνα και ετάφη στο Θησείο. Τελικά το σχέδιο κατασκευής νέας γέφυρας στα Τέμπη ματαιώθηκε οριστικά.
Δυστυχώς οι λεπτομέρειες του χαρακτικού που Haller που δημοσιεύουμε δεν είναι ευκρινείς και η αντιγραφή του ατελής. Ο ίδιος έβαλε τη λεζάντα «Ο Πηνειός και η Όσσα» και απεικονίζει την περιοχή, στο σημείο όπου εκεί σήμερα είναι κτισμένο το Κρατικό Νοσοκομείο και οι εγκαταστάσεις του Δημοτικού Ραδιοφώνου, στα Παλαιά Σφαγεία. Είναι μια απεικόνιση που την συναντάμε πρώτα στα έργα του Εσθονού Otto Magnus von Stackerberg (1811) και του Γάλλου Francois Pouqueville (1812) και αργότερα του Βρετανού Christopher Wordsworth (1833) και του Γάλλου Hippolyte Lapeyre (1851).
Στο χαρακτικό απεικονίζεται το βορειοανατολικό τμήμα της πόλης, μέρος μιας περιοχής της συνοικίας Σουφλάρια. Μπροστά και στα δεξιά της εικόνας υπάρχουν σε μεγάλη έκταση διάσπαρτες όρθιες λίθινες στήλες, οι οποίες υποδηλώνουν την παρουσία μουσουλμανικού νεκροταφείου σ’ αυτή την περιοχή, το οποίο εκτεινόταν μέχρι τον χώρο όπου καταλαμβάνει σήμερα το Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο. Σε ορισμένα σημεία ο χώρος του οθωμανικού νεκροταφείου περικλείεται με πασσάλους κάθετα τοποθετημένους. Αριστερά ο Πηνειός κυλά ήρεμα τα νερά του ανάμεσα από κατάφυτες όχθες. Είναι η περιοχή όπου κατά το πρώτο μισό του 20ου αι. υπήρχε μία από τις δύο περαταριές (πορθμεία) που διέθετε η Λάρισα [3] και συνέδεε τη δεξιά όχθη με την απέναντι αριστερή όχθη του ποταμού, όπου βρισκόταν το θερινό ψυχαγωγικό κέντρο «Λούνα Πάρκ». Η συνοικία αποτελείται από αραιές, χαμηλές και απλές κατοικίες, μέσα από τις οποίες προβάλλουν συστάδες δένδρων, χωρίς καμιά ρυμοτομική διάταξη, ενώ αραιές σκιές ανθρώπων κινούνται ανάμεσα στους χώρους. Στο κέντρο της εικόνας προβάλλει τζαμί με πανύψηλο μιναρέ και διάφορα κτίσματα γύρω του. Η πορεία του Πηνειού στρέφεται προς ανατολάς, ενώ πίσω από τα διάσπαρτα σπίτια της συνοικίας διαγράφεται η μεγάλη θεσσαλική πεδιάδα, η οποία στο βάθος περιχαρακώνεται από τα υψώματα της Χασάμπαλης. Εκείνη που διακρίνεται καθαρά είναι η κορυφογραμμή της Όσσας, ενώ αριστερά διαγράφεται επιβλητική η χαρακτηριστική κωνική απόληξη του βουνού.
Στο τοπίο αυτό ο καλλιτέχνης φαίνεται ότι μελέτησε την ίδια τη φύση με απλότητα, χωρίς ιδιαίτερες καλλιτεχνικές αρετές. Ο Hallestein με τη γραφίδα του, αποδίδει ότι βλέπει με παραδειγματική ακρίβεια και με ερασιτεχνική αισθαντικότητα. Το τοπίο είναι γι’ αυτόν τοπίο, δεν είναι ούτε σύμβολο, ούτε αλληγορία, ούτε ιστορία.
[1]. Θεοδωρόπουλος Κωνσταντίνος. Η ιστορία ενός πέτρινου γεφυριού στα Τέμπη που δεν κτίσθηκε ποτέ! Πρακτικά 8ου Συνεδρίου Λαρισαϊκών Σπουδών. Λάρισα 5-6 Δεκεμβρίου 2014. Λάρισα (2015) σελ. 99-110. Στο δημοσίευμα αυτό υπάρχουν πολλές και ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες της ζωής του και περιγράφονται οι άγονες προσπάθειές του να κτίσει ένα πέτρινο γεφύρι στην περιοχή των Τεμπών, έπειτα από την καταστροφή το 1811 του μεγάλου γεφυριού που είχαν κτίσει οι Οθωμανοί κοντά στο Ομόλιο, άφθονα υπολείμματα του οποίου υπάρχουν μέχρι και σήμερα.
[2]. Ο Georg Gropius (1776-1850) ήταν Γερμανός επιχειρηματίας, αρχαιολόγος, χαράκτης και διπλωμάτης. Το 1802-1803 ήλθε στην Ελλάδα ως συνταξιδιώτης και εικονογράφος του περιηγητή Jakob Bartholdy. Από το 1803 ο Γκρόπιους έζησε μόνιμα στην Ελλάδα και το 1810 διορίσθηκε υποπρόξενος της μεγάλης Βρετανίας στο Τρίκερι, σπουδαίο τότε εμπορικό λιμάνι για έξι χρόνια. Υποστήριξε ένθερμα την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και το 1840 έγινε Γενικός Πρόξενος της Αυστρίας στην Αθήνα.
[3]. Η άλλη περαταριά βρισκόταν στην περιοχή του Αλκαζάρ, στο ύψος του σημερινού ομώνυμου Σταδίου και συνέδεε την περιοχή αυτή με τη συνοικία Ταμπάκικα.

Πέμπτη 21 Δεκεμβρίου 2023

 Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

Το τουρκικό λουτρό της Λάρισας

 
Η οδός Βενιζέλου και δεξιά στη φωτογραφία οι θόλοι (μεγάλος και μικρός) από το Μεγάλο Τουρκικό Λουτρό (Buyuk Xamam).  Φωτογραφία του Τάκη Τλούπα.Η οδός Βενιζέλου και δεξιά στη φωτογραφία οι θόλοι (μεγάλος και μικρός) από το Μεγάλο Τουρκικό Λουτρό (Buyuk Xamam). Φωτογραφία του Τάκη Τλούπα.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)

Ένα από τα δημόσια κτίρια της Λάρισας, τα οποία κτίστηκαν κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας στον ελληνικό χώρο είναι και το Μεγάλο Λουτρό (Buyuk Xamam).

Οι Λαρισαίοι καθώς διασχίζουν την οδό Βενιζέλου, λίγα μέτρα μακριά από το Αρχαίο Θέατρο, αντικρίζουν τον τρούλο ενός κτίσματος. Είναι μέρος από το Μεγάλο Τουρκικό Λουτρό (Buyuk Hamam) της πόλης μας. Παλαιότερα το προσδιόριζαν σαν “Rooms” και αργότερα σαν “Hamam”, από το νεανικό κέντρο ψυχαγωγίας που λειτουργούσε στους χώρους του.
Όμως το κτίσμα αυτό που χάνεται ανάμεσα στις πολυτελείς βιτρίνες των καταστημάτων του εμπορικού αυτού δρόμου της Λάρισας, είναι ένα από τα ελάχιστα σωζόμενα μέχρι σήμερα κτίρια της εποχής της τουρκοκρατίας, για το οποίο μάλιστα η Αρχαιολογική Υπηρεσία, αντιλαμβανόμενη την ιστορική του αξία, το ανέδειξε έπειτα από μια σωστική αποκατάσταση των χώρων του, ενώ οι επιχειρηματίες οι οποίοι το λειτουργούν, φαίνεται ότι το σέβονται και το προστατεύουν. Προβλέπεται μάλιστα ότι σύντομα ο χώρος αυτός θα απαλλαγεί από τα πρόσθετα νεότερα κτίσματα που έχουν κτιστεί για εμπορικούς σκοπούς και θα αναδειχθεί ολοκληρωμένο, ώστε να αποτελέσει ένα από τα μνημεία που θα περιλαμβάνει ο «Μεγάλος Περίπατος» που προγραμματίζει ο Δήμος Λαρισαίων, σε συνεργασία με το Σωματείο «Διάζωμα», το οποίο διοικείται από τον πολύπειρο και χαρισματικό Σταύρο Μπένο, ο οποίος διετέλεσε δήμαρχος Καλαμάτας και υπουργός Πολιτισμού.
Δεν μας είναι γνωστή η χρονολογία κατασκευής του. Οι περισσότεροι ερευνητές δέχονται ότι είναι κτίσμα του 17ου ή 18ου αιώνα, ενώ υπάρχουν και άλλοι οι οποίοι τοποθετούν την αρχική φάση του κτίσματος στον 15ο αιώνα, αμέσως μετά την κατάληψη της Λάρισας από τους Οθωμανούς και την έλευση του Τουρχάν μπέη και των διαδόχων του Ομέρ μπέη και Χασάν μπέη. Αρχιτεκτονικά το Μεγάλο Χαμάμ της Λάρισας ακολουθεί τη βασική μορφή που είχαν τα δημόσια Οθωμανικά λουτρά επί τουρκοκρατίας, με τους τέσσερες κατά σειράν βασικούς χώρους, την αίθουσα αποδυτηρίων, τον μεταβατικό χώρο που χρησιμεύει για ανάπαυση και προετοιμασία του σώματος, τον κυρίως ζεστό χώρο ο οποίος καλύπτεται με τρούλο και το θερμαντικό κέντρο. Το δάπεδο όλων αυτών των χώρων βρίσκεται 2,5 περίπου μέτρα χαμηλότερα από την επιφάνεια του πεζόδρομου της Βενιζέλου[1].
Ο δημοσιογράφος Κώστας Περραιβός (κρυμμένος κάτω από το όνομα «Ολύμπιος»), διατηρούσε στο διάστημα 1968-1981 στην εβδομαδιαία εφημερίδα «Λάρισα», και το 1982-1983 στην εφημερίδα «Ελευθερία», τη στήλη «Η Λάρισα που χάθηκε». Στα κείμενά του αυτά αναφέρει διάφορα ιστορικά γεγονότα της πόλης με έναν ιδιαίτερο προσωπικό τρόπο. Πολλές φορές μάλιστα είναι διανθισμένα με ανέκδοτες διασκεδαστικές ιστορίες προσώπων και γεγονότων που είχαν κάνει αίσθηση στην εποχή τους.
Σε ένα από τα δημοσιεύματά του αναφέρει ότι υπήρχε επί τουρκοκρατίας και ένα δεύτερο λουτρό, ειδικά για γυναίκες, εκτός από το Μικρό Λουτρό (Κιουτσούκ Χαμάμ) που υπήρχε στην περιοχή του ξενοδοχείου «Divani Palace». Η είσοδός του βρισκόταν επί της οδού Ερμού και εκτεινόταν επί της οδού Πανός, δρόμος ο οποίος επί τουρκοκρατίας δεν είχε ακόμη διανοιχθεί. Γράφει επί λέξει ο Κώστας Περραιβός[2]: «Στην αρχή-αρχή της οδού Ερμού, στο αριστερό από την πλευρά της οδού Κύπρου, υπήρχε μια πελώρια είσοδος που οδηγούσε σε δημόσια λουτρά (χαμάμι). Προπολεμικά άκουσα από υπέργηρους Λαρισινούς ότι το χαμάμι αυτό ήταν αποκλειστικώς για τις γυναίκες, ενώ το άλλο που υπάρχει ακόμη πίσω από το εμπορικό κατάστημα των αδελφών Φάϊς (το Buyuk Xamam), εξυπηρετούσε μόνον άνδρες και αποκλειστικά Τούρκους. Το γυναικείο χαμάμι εκτεινόταν μέχρι την οδό Πανός και την έφρασσε. Αυτός ο δρόμος δεν υπήρχε στον καιρό της τουρκοκρατίας και διανοίχθηκε κατά το 1883, μόλις άρχισε η εφαρμογή του σχεδίου πόλεως. Τη διάνοιξη διευκόλυνε μια πυρκαγιά η οποία αποτέφρωσε τα κτίσματα γύρω από το χαμάμι[3]. Ίσως η πυρκαγιά αυτή να μην ήταν τυχαία, όπως δεν ήταν τυχαία και μια άλλη που συνέβη το 1887 και επέτρεψε τη διάνοιξη της άλλοτε οδού Φαρσάλων και νυν Φραγκλίνου Ρούσβελτ[4]. Πάντως η φωτιά άνοιξε την οδό Πανός και συνέβαλε στην ανάπτυξη της οδού σε εμπορικό δρόμο. Για την ιστορία πρέπει να σημειώσω ότι η είσοδος του γυναικείου χαμάμ ήταν εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το κοσμηματοπωλείο του Σάπκα. Όπως μου είπε ο ίδιος ο Σάπκας, όταν αγόρασαν το μαγαζί ο χώρος ήταν λιγότερος, γιατί υπήρχαν ακόμη τα μεγάλα τείχη του λουτρού από την μια και την άλλη μεριά. Όταν στα 1941 έγιναν οι πρώτοι μεγάλοι σεισμοί και σαρώθηκε η στέγη, ο Σάπκας αποφάσισε να το ανακατασκευάσει και γκρέμισε τα μεγάλα τείχη, έκτισε νέα και κέρδισε αρκετό χώρο».
Ο Θεόδωρος Παλιούγκας αναφέρει ότι μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας το 1881 στο ελληνικό βασίλειο, το Μεγάλο Λουτρό ουσιαστικά σταμάτησε να λειτουργεί και έκτοτε δεν χρησιμοποιήθηκε. Όμως λόγω της θέσεως του εδάφους των αιθουσών του σε πολύ χαμηλότερο επίπεδο σε σχέση με τον εξωτερικό χώρο, η θερμοκρασία μέσα σ’ αυτό διατηρούνταν ακόμα και κατά τους καλοκαιρινούς μήνες πολύ χαμηλή. Με το πλεονέκτημα αυτό βρέθηκε να είναι για αρκετό χρονικό διάστημα, συγκεκριμένα μέχρι την δημιουργία από τον Κωνσταντίνο Κατσαούνη του πρώτου Παγοποιείου στα Ταμπάκικα στα μέσα της δεύτερης δεκαετίας του 20ου αι., αποθήκη χιονιού που το χρησιμοποιούσαν κατά τις ζεστές ημέρες του καλοκαιριού. Θα καταφύγουμε και πάλι στον Κώστα Περραιβό, ο οποίος γράφει σχετικά: «Αλλά δεν ήταν μόνο μολυσμένο το νερό[5], αλλά τα καλοκαίρια ήταν τόσο ζεστό, που δεν μπορούσε κανείς να το πιει παρά μόνον από ανάγκη. Και για να το δροσίσουν λίγο οι καψωμένοι Λαρισινοί, το μετάγγιζαν σε στάμνες και κανάτια που τη νύχτα τα άφηναν στα αυλές ή τα έδεναν και τα κατέβαζαν σε πηγάδια, εκεί όπου υπήρχαν τέτοια. Άλλος τρόπος δεν υπήρχε να δροσισθεί το νερό. Και το πηγάδι του Καστοριανού[6] το χρησιμοποιούσαν οι καταστηματάρχες της οδού Ερμού για να δροσίζουν το νερό που έπιναν. Έδεναν κανάτια με τριχιές και τα κατέβαζαν στο πηγάδι, όπου τα άφηναν κάποιες ώρες και δρόσιζαν. Αλλά τέτοια εποχή κατέβαζαν και καρπούζια, τα οποία τοποθετούσαν σε καλάθια και τα ανέσυραν το μεσημέρι που θα πήγαιναν στα σπίτια για φαί. Η ψύξη των καρπουζιών ήταν μια άλλη αφορμή για καυγάδες. Πολλοί πήγαιναν, ανέσυραν τα ξένα καρπούζια και τα πήγαιναν σπίτια τους. Όταν όμως καμιά φορά ανακαλύπτονταν οι δράστες των κλοπών, ξυλοφορτώνονταν άγρια από τα θύματά τους. Μόνον οι εύποροι μπορούσαν να προμηθεύονται χιόνι από το χαμάμι που βρίσκεται εκεί όπου σήμερα το κατάστημα Φάϊς[7]. Στο χαμάμι αυτό αποθήκευαν χιόνι που έφερναν από τις κορυφές του Κισσάβου αγωγιάτες από τη Σπηλιά.
Το χιόνι το τύλιγαν σε φτέρες για να μην λιώνει κατά τη διαδρομή και μέσα σε φτέρες το συντηρούσαν και στο χαμάμι. Το χιόνι διατίθενταν κυρίως για φάρμακο για όσους είχαν προσβληθεί από τύφο. Το έβαζαν σε σακούλες από λεπτό μουσαμά και το τοποθετούσαν στην κοιλιά του αρρώστου. Σε πολλές περιπτώσεις οι ασθενείς γλίτωναν τον θάνατο, αλλά η νόσος συνήθως τους άφηνε κουσούρια αθεράπευτα. Υπήρχαν όμως και οι παραλήδες, οι οποίοι ακριβοπλήρωναν για να προμηθευθούν χιόνι, το οποίο τοποθετούσαν μέσα σε καζάνια και στο κέντρο έβαζαν στάμνες»[8].

----------
[1]. Παλιούγκας Θεόδωρος. Η Λάρισα κατά την Τουρκοκρατία (1423-1881), τόμ. Β΄, σελ. 497-508. Στο βιβλίο αυτό ο αναγνώστης θα βρει πολλά και λεπτομερή στοιχεία για τα λουτρά της τουρκοκρατούμενης Λάρισας, με σχέδια και φωτογραφίες.
[2]. Ολύμπιος [Κώστας Περραιβός], Η οδός Ερμού, εφ. «Λάρισα», φύλλο της 9ης Ιουλίου 1973.
[3]. Αναφέρεται στη μεγάλη πυρκαγιά που έγινε το 1882 στην κεντρική περιοχή της Λάρισας Ξυλοπάζαρο. Η πυρκαγιά αυτή και η φοβερή πλημμύρα του Οκτωβρίου του 1883 «βοήθησαν» στην ταχύτερη έναρξη εφαρμογής του νέου Σχεδίου Πόλεως της Λάρισας.
[4. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Πώς άνοιξε η οδός Φαρσάλων (Ρούσβελτ), εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 5ης Αυγούστου 2015.
[5]. Είναι γνωστός ο ανθυγιεινός τρόπος υδροδότησης πόσιμου νερού από τον Πηνειό την εποχή εκείνη, όταν και το νερό των πηγαδιών είχε κριθεί ακατάλληλο ως πόσιμο. Βλέπε Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Οι «Σακατζήδες» της Λάρισας, εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 19ης Οκτωβρίου 2014.
[6]. Υπήρχε στην περιοχή μεταξύ των οδών Ερμού και Πανός, εκεί που κατά το 1923 διανοίχθηκε η Στοά Κουτσίνα. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Η Στοά Κουτσίνα Α΄, εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 28ης Φεβρουαρίου 2018.
[7]. Εννοεί το Μεγάλο Λουτρό. Το κατάστημα Φάϊς ήταν οπωροπωλείο στη γωνία των σημερινών οδών Βενιζέλου και Φιλελλήνων, με πρόσοψη προς τη Φιλελλήνων και κάλυπτε ένα μέρος του Λουτρού.
[8]. Ολύμπιος [Κώστας Περραιβός), Ένα πηγάδι που έκανε ...θαύματα, εφ. «Λάρισα», φύλλο της 13ης Αυγούστου 1973.