Πέμπτη 9 Μαΐου 2024

 Τι ήταν οι Συμπληγάδες Πέτρες που τρόμαζαν τους πάντες στο Βόσπορο


Ένα από τα εμπόδια που συνάντησε ο μυθικός Ιάσονας και οι Αργοναύτες στην εκστρατεία τους στον Εύξεινο Πόντο ήταν οι Συμπληγάδες Πέτρες. Τις συνάντησαν στην προσπάθειά τους να φέρουν το Χρυσόμαλλο Δέρας από την Κολχίδα. Σύμφωνα με το μύθο ήταν δύο τεράστιοι βράχοι που ανοιγόκλειναν μπροστά από το πέρασμα ενός θαλάσσιου στενού.

Οι αρχαίοι τις αποκαλούσαν επίσης «Πλαγκταί», «Κυανέαι» και «Συνδρομάδες», ενώ ο Λόρδος Βύρων τις χαρακτήρισε «Κυανές Συμπληγάδες».

Ο Ηρόδοτος και ο Ευριπίδης ανέφεραν ότι οι Συμπληγάδες βρίσκονταν στην είσοδο του Βοσπόρου, του στενότερου πορθμού του κόσμου.

Η «Αργώ» ξεκίνησε από την Ιωλκό με προορισμό την Κολχίδα, η οποία με βάση τις περιγραφές των αρχαίων πηγών βρίσκεται στην ανατολική άκρη του Εύξεινου Πόντου, στα νότια του Καυκάσου στη σημερινή Γεωργία. Αφού πέρασαν από τη Λήμνο και τη Σαμοθράκη, έφτασαν στον Ελλήσποντο και από εκεί έπλευσαν στη Σαλμηθησσό της ανατολικής Θράκης, όπου συνάντησαν τον τυφλό μάντη Φινέα, γιο τoυ Αγήvoρα.

Ο Φινέας τούς βοήθησε να περάσουν τις Συμπληγάδες Πέτρες, τις οποίες δεν είχε καταφέρει να διασχίσει μέχρι τότε κανένα πλοίο. Τους συμβούλεψε να αφήσουν ένα περιστέρι να πετάξει ανάμεσα στις πέτρες και να περάσουν, καθώς θα άνοιγαν, ώστε να έχουν χρόνο να φτάσουν στην απέναντι πλευρά. Πράγματι, ο Ιάσωνας άφησε το περιστέρι να πετάξει ανάμεσα στις συμπληγάδες, το οποίο έχασε μόνο μερικά φτερά της ουράς του καθώς έκλειναν οι βράχοι. Μόλις άνοιξαν, οι αργοναύτες κωπηλάτησαν γρήγορα και η «Αργώ» έγινε το πρώτο πλοίο που πέρασε τις συμπληγάδες.

Η οφθαλμαπάτη των ναυτικών

Μια ερμηνεία του μύθου είναι πως πρόκειται για ένα εμπόδιο το οποίο αντιμετωπίζουν και σήμερα τα μικρά πλοία που επιχειρούν διάπλου σε στενό θαλάσσιο πέρασμα με κυματισμό. Αυτό γίνεται λόγω του περιορισμένου οπτικού πεδίου του πληρώματος σε τέτοιες περιπτώσεις. Καθώς πλέουν ανάμεσα στο στενό πέρασμα τα κύματα σηκώνουν την πλώρη, με αποτέλεσμα να μειώνεται το οπτικό πεδίο καθώς τα κύματα μετακινούν την πρύμνη, με αποτέλεσμα να πέφτουν πάνω στα βράχια.

Οι αρχαίοι ναυτικοί νόμιζαν ότι οι πέτρες έπεφταν πάνω τους, ωστόσο στην ουσία ο δυνατός άνεμος και τα κύματα οδηγούσαν τα πλοία πάνω στα βράχια.

Ο Ιάσονας και οι Αργοναύτες κατάφεραν να περάσουν με τη βοήθεια του περιστεριού, το οποίο τους βοήθησε να καταλάβουν ότι ήταν οφθαλμαπάτη, γι’ αυτό κωπηλάτησαν γρήγορα με αποτέλεσμα να καταφέρουν να κρατήσουν ευθεία πορεία και να συνεχίσουν το ταξίδι τους προς την Κολχίδα.

Λίγο αργότερα έφτασαν στο ακρωτήριο το οποίο βρίσκεται στη σημερινή περιοχή Περσεμπέ και ονομάζεται Ιασώνειο. Οι Αργοναύτες έκαναν θυσίες προς τιμή του Δία για να τον ευχαριστήσουν. Οι αρχαίοι θαλασσοπόροι έχτισαν ναό προς τιμήν του Δία και του Ιάσωνα, ο οποίος προστάτευε τους ναυτικούς από τα ύπουλα νερά του Εύξεινου Πόντου.

Στα χριστιανικά χρόνια, στο ίδιο σημείο ανεγέρθηκε ο ναός του Αγίου Νικολάου ο οποίος είναι ο προστάτης των ναυτικών.

keimeno symbligades1

Η εκκλησία χτίστηκε ακριβώς δίπλα σε έναν φάρο. Περιβάλλεται από ένα κατάφυτο περιβάλλον και έχει θέα τα νερά του Ευξείνου. Σήμερα ο Άγιος Νικόλαος είναι από τα πιο δημοφιλή αξιοθέατα της Σαμψούντας.

[mixanitouxronou.gr]

ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

Το ζαχαροπλαστείο «Βιεννέζικον» και το πολιτικό κίνημα των «Βιεννέζων»


Το μέγαρο Νικ. Καρανίκα στη δυτική πλευρά της πλατείας Θέμιδος.  Στις τρεις πόρτες αριστερά στο ισόγειο στεγαζόταν το ζαχαροπλαστείο  «Βιεννέζικον». Λεπτομέρεια από το επιστολικό δελτάριο αρ. 2  του Φραγκούλη Καλουτά από την Ερμούπολη της Σύρου. Περίπου 1915.  Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας.Το μέγαρο Νικ. Καρανίκα στη δυτική πλευρά της πλατείας Θέμιδος. Στις τρεις πόρτες αριστερά στο ισόγειο στεγαζόταν το ζαχαροπλαστείο «Βιεννέζικον». Λεπτομέρεια από το επιστολικό δελτάριο αρ. 2 του Φραγκούλη Καλουτά από την Ερμούπολη της Σύρου. Περίπου 1915. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)

Θα ξεκινήσουμε το σημερινό μας σημείωμα με την περιγραφή και την ιστορική διαδρομή του μεγάρου του γαιοκτήμονα Νικολάου Καρανίκα, το οποίο αποτυπώνεται στη δημοσιευόμενη φωτογραφία.
Το εντυπωσιακό αυτό κτίριο βρισκόταν στη γωνία των οδών Ακροπόλεως (Παπαναστασίου σήμερα) και Γεωργάκη Ολυμπίου (Ίωνος Δραγούμη σήμερα).

Στα τέλη του 19ου αι. από τη γωνία αυτή μέχρι το κτίριο της Εθνικής Τράπεζας υπήρχε μια ημιδιώροφη κατοικία, η οποία περιβαλλόταν από μια τεράστια ανθισμένη και δενδροφυτευμένη αυλή. Η κατοικία αυτή ανήκε στον ισραηλίτη Σελήμ Σακή, για τον οποίο δεν γνωρίζουμε περισσότερες πληροφορίες. Στις αρχές του 20ού αιώνα περιήλθε δι’ αγοράς στην κυριότητα του επίσης ισραηλίτη Μουσών Αβραάμ, γνωστού εύπορου εμπόρου της Λάρισας και ιδιοκτήτη του οικοπέδου επί της οδού Παλαιστίνης, όπου αργότερα [1929] ανοικοδομήθηκε το γνωστό και σήμερα κτίριο του Μουσών Αβραάμ [1], το οποίο προορίζεται να στεγάσει προσεχώς το Μουσείο της Πόλεως. Το γωνιακό τμήμα του χώρου αυτού αγόρασε κατόπιν ο γαιοκτήμονας Νικόλαος Καρανίκας και στη θέση αυτή έκτισε γύρω στα 1910 το αρχοντικό του. Η προνομιακή γωνιακή θέση του κτιρίου με θέα προς την Κεντρική Πλατεία έδωσε τη δυνατότητα στον αρχιτέκτονα να οικοδομήσει ένα θαυμάσιο σε σύνολο νεοκλασικό μέγαρο, σωστό στολίδι της προπολεμικής Λάρισας. Τα μεγάλα ανοίγματα στο ισόγειο επειδή προορίζονταν για επαγγελματική χρήση, βοηθούσαν στον πλούσιο φυσικό φωτισμό των χώρων. Στην πρόσοψη του ορόφου υπήρχε μια αρμονική και συμμετρική τοποθέτηση θυρών και παραθύρων. Επειδή προοριζόταν για κατοικία, η εσωτερική διαρρύθμιση ήταν άνετη και τα ανοίγματα ευρύχωρα. Οι πόρτες άνοιγαν σε έναν στενό εξώστη ο οποίος υποβασταζόταν από μαρμάρινα φουρούσια και προστατευόταν από μεταλλικό κιγκλίδωμα σε ωραίο σχέδιο. Στο ύψος της στέγης υπήρχε γείσο, το οποίο περιέτρεχε το κτίριο απ’ όλες τις πλευρές και επάνω του επικάθονταν πολλαπλά ακροκέραμα στη σειρά. Πάνω από το γείσο ήταν κτισμένο ένα χαμηλό στηθαίο, στολισμένο με απλά σχέδια. Εκείνο όμως που έδινε χάρη και ομορφιά στην πρόσοψη του κτιρίου προς την πλατεία ήταν ένα θαυμάσιο κτιστό σύμπλεγμα, τοποθετημένο πάνω από το κεντρικό τμήμα του στηθαίου της στέγης, διανθισμένο με πλούσια διακόσμηση, το οποίο και σας προτρέπω να το προσέξετε στη φωτογραφία.
Στον επάνω όροφο έμενε η οικογένεια του ιδιοκτήτη. Ο Νικόλαος και η Μαρία Καρανίκα απέκτησαν δύο τέκνα, τη Θάλεια και τον Βασίλειο. Η Θάλεια το 1955 παντρεύτηκε τον Κεφαλλονίτη πολιτικό Αριστείδη Δημητράτο [2]. Για τον τελευταίο ο γάμος αυτός ήταν ο δεύτερος.
Το μεγαλύτερο μέρος του ισογείου νοικιάσθηκε κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου στους αδελφούς Ρεμπάπη, οι οποίοι λειτούργησαν καφεζαχαροπλαστείον με το όνομα «Βασιλικόν». Όσο και να σας φανεί περίεργο, οι πελάτες του καταστήματος αυτού ήταν σφόδρα αντιβασιλικοί. Τώρα πώς εξηγείται αυτό σε μια εποχή όπου βενιζελικοί και βασιλικοί έφθασαν μέχρι το σημείο να οδηγήσουν τη χώρα σε εθνικό διχασμό, είναι κάπως δύσκολο να εξηγηθεί. Από το 1927, όταν ο βωβός κινηματογράφος έκανε τα πρώτα του βήματα στη Λάρισα, στην αίθουσα του «Βασιλικόν» τις βραδινές ώρες, μετά την αποχώρηση των πελατών του καταστήματος λειτουργούσε κινηματογράφος, ο οποίος συγκέντρωνε πλήθος κόσμου για να θαυμάσει τη νέα τεχνολογία της κινούμενης εικόνας. Το 1938 οι αδελφοί Ρεμπάπη μεταβίβασαν τη διαχείριση σε άλλον επιχειρηματία, ο οποίος συνέχισε να λειτουργεί το κατάστημα ως καφεζαχαροπλαστείο με το όνομα «Βιεννέζικον». Ο νέος επιχειρηματίας ήταν ο Σωτήριος Σκαπέρδας, τον οποίο διαδέχθηκαν τα παιδιά του και ιδίως ο Κώστας Σκαπέρδας. Η λειτουργία του καταστήματος αυτού διήρκησε μέχρι το 1980 όταν ο τελευταίος συνταξιοδοτήθηκε.
Σε έναν άλλο χώρο στο ισόγειο του κτιρίου δίπλα από το «Βασιλικόν», λειτούργησε για πολλά χρόνια το κατάστημα του περίφημου για την εποχή του κουρέα Νίκου Πάτσιου.
Ο σεισμός του 1941 κατέστησε το οικοδόμημα ετοιμόρροπο, γι’ αυτό και οι ένοικοι του ορόφου αναγκάσθηκαν να το εγκαταλείψουν, ενώ στο ισόγειο με ορισμένες επιδιορθώσεις λειτούργησαν τα υπάρχοντα καταστήματα. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 η κληρονόμος Θάλεια Καρανίκα-Δημητράτου κατεδάφισε το υπέροχο αυτό κτίσμα και στη θέση του υψώθηκε το πολυώροφο μέγαρο που υπάρχει μέχρι και σήμερα. Μετά τη μεταπολίτευση στέγαζε οικονομικές υπηρεσίες του Δημοσίου, ενώ σήμερα έχουν αναπτυχθεί στους χώρους του δημοτικές υπηρεσίες.
Το ζαχαροπλαστείο «Βιεννέζικον» μεταπολεμικά είχε συνδεθεί με μια ενδιαφέρουσα πολιτική ιστορία, η οποία κάποια στιγμή πήρε και πανελλήνιες διαστάσεις. Ήταν το 1953, ένα χρόνο μετά την εκλογική νίκη του «Ελληνικού Συναγερμού» με πρωθυπουργό τον Αλέξανδρο Παπάγο. Την περίοδο εκείνη από τους τοπικούς πολιτικούς παράγοντες, εκείνος ο οποίος ξεχώριζε και ουσιαστικά «δέσποζε» ήταν ο Κωνσταντίνος (Τάκης) Ροδόπουλος (1896-1971). Έχουνε γράψει πολλές φορές για το γενεαλογικό δένδρο των Ροδοπουλαίων. Ο πατέρας του Γεώργιός εκλέχτηκε δύο φορές βουλευτής. Ο γιός του Τάκης ψηφίστηκε βουλευτής για πρώτη φορά το 1932 και το 1933 τοποθετήθηκε υφυπουργός Στρατιωτικών , με υπουργό τον Γεώργιο Κονδύλη. Η πολιτική του σταδιοδρομία διακόπηκε από τη δικτατορία του Μεταξά και συνεχίσθηκε μεταπολεμικά, καταλαμβάνοντας διάφορες θέσεις, η κυριότερη των οποίων ήταν η προεδρία της Βουλής για δέκα περίπου χρόνια (1953-1962). Όλο αυτό το διάστημα, αφού είχε αποκτήσει εν τω μεταξύ την ευμένεια του Αλ. Παπάγου με τη μεσολάβηση του δικηγόρου της πόλης μας Βάσου Καραμπίλια [3], απέκτησε πολιτική ισχύ. Από το ύψος των αξιωμάτων του δέσποζε όχι μόνο στα στενά όρια της εκλογικής του περιφέρειας, αλλά και όλης της Θεσσαλίας, εξ ού και ονομαζόταν «Θεσσαλάρχης». Στην εκλογική περιφέρεια της Λάρισας τίποτε δεν γινόταν χωρίς τη δική του συγκατάθεση.
Όμως το γεγονός αυτό δυσαρεστούσε έντονα τους ομόφρονες πολιτικά παράγοντες της πόλης μας, οι οποίοι ζητούσαν την ευκαιρία να αντιδράσουν στην παντοκρατορία του. Έτσι όλοι αυτοί ένα βράδυ συγκεντρώθηκαν στο ζαχαροπλαστείο «Βιεννέζικον» και πήραν την απόφαση να υποχρεώσουν τον Ροδόπουλο να μην προβαίνει σε καμιά ενέργεια, αν προηγουμένως δεν ελάμβανε γνώση η τοπική Νομαρχιακή Επιτροπή του «Ελληνικού Συναγερμού», πρόεδρος της οποίας ήταν ο απόστρατος στρατηγός Σωτήριος Παπαθανασίου. Η κίνηση αυτή βαπτίστηκε από τον τοπικό τύπο ως «Κίνημα Βιεννέζων», από το ζαχαροπλαστείο στο οποίο συνήθως συνεδρίαζαν οι τοπικοί πολιτικοί παράγοντες, οι αντιτιθέμενοι στον Ροδόπουλο. Η διάσταση αυτή έφθασε μέχρι και την Αθήνα, έγινε θέμα στις αθηναϊκές εφημερίδες και ψιθυρίστηκε και στα αυτιά του Παπάγου. Ο τελευταίος, για να αποσοβήσει μια ενδεχόμενη διάσπαση στην εκλογική περιφέρεια της Λάρισας, σε ένα ταξίδι του προς τη Θεσσαλονίκη, σταμάτησε για ένα βράδυ στη Λάρισα, ήλθε σε επαφή με τους διαμαρτυρόμενους «Βιεννέζους» και προσπάθησε να τους εξευμενίσει, χωρίς όμως να το κατορθώσει εντελώς. Για κάποια στιγμή ο Ροδόπουλος φοβήθηκε ότι οι τοπικοί του αντίπαλοι θα κατόρθωναν να τον παραμερίσουν, αλλά ο πολυμήχανος πρόεδρος της Βουλής κατάφερε να βγει αλώβητος από την περιπέτεια αυτή, χάρη στις υψηλές γνωριμίες του με άτομα του «Ελληνικού Συναγερμού». Με τον τρόπο του ο Ροδόπουλος κατάφερε τελικά να συνεχίζει να έχει το πάνω χέρι σε όλα τα πολιτικά θέματα που αφορούσαν την περιοχή μας και δεν γινόταν τίποτε χωρίς την συγκατάθεση του ίδιου ή των βοηθών του σε Λάρισα και Αθήνα. Αυτός διαμόρφωνε τον κατάλογο των υποψηφίων βουλευτών του νομού στις εκλογές, από το γραφείο του περνούσαν όλοι όσοι ήθελαν κάποια χάρη και με τη βοήθειά του διορίζονταν εκατοντάδες άτομα της εκλογικής του περιφέρειας σε διάφορες δημόσιες, δημοτικές ή επαγγελματικές θέσεις.
Ο Τάκης Ροδόπουλος νυμφεύθηκε τη Δέσποινα Καραθεοδωρή, κόρη του σπουδαίου μαθηματικού Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή, αλλά δεν ευτύχησε να αποκτήσει τέκνα. Απεβίωσε στις 30 Ιουλίου 1971.

[1]. Ο Μουσών (Μωυσής) Αβραάμ ήταν ένας σοβαρός έμπορος, χρηματιστής και ιδιοκτήτης αρκετών ακινήτων στη Λάρισα. Θεωρείτο την εποχή του από τους πλουσιότερους Λαρισαίους. Τα κατάστημά του βρισκόταν από το 1906 στο ισόγειο του μεγάρου Χατζημέτο (γνωστού ως Λέσχη Ασλάνη), από την πλευρά της οδού Φιλελλήνων.
[2]. Ο Αριστείδης Δημητράτος (1902-1986) διετέλεσε υφυπουργός Εργασίας το διάστημα 1936-1941 επί δικτατορίας Ιωάννη Μεταξά και Κορυζή και το 1958-1961 υπουργός Εργασίας επί κυβερνήσεως Κων. Καραμανλή. Το 1933 νυμφεύθηκε την Ειρήνη Αθανασούλη, με την οποία απέκτησε δύο κόρες. Με τη Θάλεια Καρανίκα ήταν ο δεύτερος γάμος του.
[3]. Ο δικηγόρος Βάσος Καραμπίλιας είχε αποκτήσει γνωριμία και συνδεόταν στενά με τον στρατάρχη Αλέξ. Παπάγο, από την προπολεμική ακόμα περίοδο, όταν ο τελευταίος ήταν υψηλόβαθμος αξιωματικός για μεγάλο διάστημα στη Λάρισα ως Διοικητής Ταξιαρχίας Ιππικού. Η γνωριμία αυτή μεταξύ των δύο ανδρών διατηρήθηκε και μεταπολεμικά, όταν πλέον ο Παπάγος είχε αναλάβει πολιτική δράση.

Τετάρτη 1 Μαΐου 2024

 

ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

Η αγορά της «Τετάρτης»

 
Τμήμα της αγοράς της «Τετάρτης» με τα πρόχειρα και εφήμερα καταστήματα. Λεπτομέρεια από το επιστολικό  δελτάριο αρ. 15 του Γ. Δημητρακοπούλου. Τέλος δεκαετίας του 1930. Αρχείο Φωτοθήκης.Τμήμα της αγοράς της «Τετάρτης» με τα πρόχειρα και εφήμερα καταστήματα. Λεπτομέρεια από το επιστολικό δελτάριο αρ. 15 του Γ. Δημητρακοπούλου. Τέλος δεκαετίας του 1930. Αρχείο Φωτοθήκης.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)

Σήμερα στην πόλη μας κάθε μέρα, πλην Κυριακής φυσικά, σε κάποιο σημείο της θα υπάρχει και μια εβδομαδιαία αγορά, η οποία ονομάζεται «Λαϊκή αγορά» ή απλώς «Λαϊκή». Η τοποθεσία και η ημέρα λειτουργίας της είναι σταθερή και εξυπηρετεί κυρίως διάφορες συνοικίες της Λάρισας. Αυτό κρίθηκε αναγκαίο, καθώς η πόλη χωροταξικά και πληθυσμιακά μεγάλωσε αρκετά και η μία, η κεντρική αγορά που υπήρχε από τα παλιά χρόνια στον Λόφο, δεν επαρκούσε.

Στο σημερινό μας σημείωμα θα περιγράψουμε την ιστορία της αγοράς της «Τετάρτης», από πότε ξεκίνησε, γιατί σαν ημέρα λειτουργίας της καθιερώθηκε η Τετάρτη, πότε σταμάτησε τη λειτουργία της στον Λόφο και που μετακόμισε.
Όπως αναφέρει ο παλιός και έγκριτος δημοσιογράφος Κώστας Περραιβός σε άρθρο του σε τοπική εφημερίδα[1], κατά τα πρώτα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας στη χώρα μας, δεν υπήρχε συγκεκριμένος χώρος εβδομαδιαίας αγοράς στη Λάρισα. Από τους ξένους περιηγητές μαθαίνουμε ότι απλώς στον χώρο πριν από την είσοδο στη μεγάλη λίθινη γέφυρα του Πηνειού, ανάμεσα από τους δύο λόφους που υπήρχαν τότε, με τον Άγ. Αχίλλιο στον ψηλότερο λόφο και το τζαμί του Χασάν μπέη στον χαμηλότερο, εκεί όπου συμβάλλουν οι σημερινοί δρόμοι Κενταύρων, Μανωλάκη, Βενιζέλου και Γεωργιάδου, είχε δημιουργηθεί ένας ευρύς χώρος όπου οι χωρικοί έφερναν τα εμπορεύματά τους και τα πωλούσαν. Η αγορά αυτή ήταν απλή, χωρίς σπουδαία κίνηση, λειτουργούσε καθημερινά και ήταν υπαίθρια, χωρίς έστω και την στοιχειώδη προστασία από τις καιρικές συνθήκες.
Το 1856 οι πρόκριτοι της πόλης και οι επικεφαλής των συντεχνιών (ονομάζονταν και ισνάφια ή ρουφέτια), οι επικεφαλής των επαγγελματιών θα λέγαμε σήμερα, διαπίστωσαν την έλλειψη μιας μόνιμης εβδομαδιαίας αγοράς στη Λάρισα. Καθώς στην Οθωμανική αυτοκρατορία, ύστερα από πίεση των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης, είχαν ψηφισθεί φιλελεύθερα διατάγματα, τα λεγόμενα tanzimat, όλοι αυτοί οι αρχηγοί των συντεχνιών αποφάσισαν να καθιερώσουν μια ημέρα της εβδομάδος κατά την οποία σε κάποιο συγκεκριμένο χώρο θα γινόταν αγορά, αυτό που σήμερα ονομάζουμε «λαϊκή». Όμως έπρεπε προς τούτο να ζητήσουν την άδεια των τουρκικών αρχών. Αλλά προηγουμένως ήταν αναγκαίος ο προσδιορισμός της ημέρας τελέσεώς της. Οι Χριστιανοί κάτοικοι της Λάρισας πρότειναν το Σάββατο, για να έχουν την Κυριακή ελεύθερη για εκκλησιασμό, αλλά και για διευκόλυνση όσων πωλητών προέρχονταν από τα γύρω χωριά για να πωλήσουν τα εμπορεύματά τους. Η πρότασή τους όμως αυτή βρήκε σθεναρή την αντίδραση από τους Εβραίους, οι οποίοι την εποχή εκείνη όχι μόνον αποτελούσαν μια πολυάριθμη αποικία, αλλά και πολλοί απ’ αυτούς ήταν ενεργά στελέχη των διαφόρων συντεχνιών της πόλης. Η αντίδρασή τους οφειλόταν στο γεγονός ότι το Σάββατο ήταν γι’ αυτούς ημέρα προσευχής (όπως ακριβώς ήταν για τους χριστιανούς η Κυριακή). Αποφάσισαν λοιπόν από κοινού Χριστιανοί και Εβραίοι να προτείνουν την Παρασκευή ως ημέρα λειτουργίας της αγοράς. Όταν όμως πήγαν στις τουρκικές αρχές για να ζητήσουν την άδεια και ανέφεραν ότι ως ημέρα λειτουργίας της αγοράς όρισαν την Παρασκευή, η αντίδραση των Τούρκων υπήρξε άγρια. Τους είχε διαφύγει ότι η Παρασκευή ήταν ημέρα προσευχής για τους Μουσουλμάνους. Εκδιώχθηκαν κακήν κακώς από το Διοικητήριο και θα αντιμετώπιζαν μεγάλη τιμωρία αν δεν μεσολαβούσε πλουσιοπάροχη δωροδοκία (μπαχτσίς) στους Τούρκους άρχοντες της Λάρισας. Τελικά σε συνεννόηση μαζί τους, ορίσθηκε σαν ημέρα λειτουργίας της αγοράς η Τετάρτη, ημέρα για την οποία συμφώνησαν και οι τρεις θρησκευτικές παροικίες της Λάρισας.
Όσον αφορά τον χώρο τελέσεως της αγοράς δεν υπήρξαν διαφωνίες. Αποφασίσθηκε να γίνεται επάνω στο Λόφο, εκεί κοντά όπου από τα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας είχε κτιστεί το Μπεζεστένι[2], το οποίο εκτός από την κλειστή αγορά που είχε στο εσωτερικό του, διέθετε εξωτερικά περιμετρικά και αρκετά καταστήματα διαφόρων χρήσεων, τα οποία όμως από το 1799 είχαν περιέλθει σε αχρηστία.
Λόγω της ημέρας λειτουργίας της, στους Λαρισαίους η αγορά αυτή με τον χρόνο καθιερώθηκε προφορικά να ονομάζεται «Τετάρτη». Με ελάχιστες εξαιρέσεις (πόλεμοι, ανώμαλες πολιτικές καταστάσεις), η αγορά αυτή συνέχιζε τη λειτουργία της επί πολλά χρόνια. Καθιερώθηκε από τις συντεχνίες για να μπορούν οι παραγωγοί της περιοχής να εκθέτουν προς πώληση τα προϊόντα τους. Εκτός από δημητριακά, όσπρια, φρούτα και λαχανικά, προσκόμιζαν στην αγορά και είδη χειροτεχνίας, όπως χαλιά, βελέντζες, σεντόνια, κεντήματα, δουλεμένα σε αργαλειούς και από τα χέρια των γυναικών, οι οποίες τα χρόνια εκείνα δούλευαν ακατάπαυστα. Κάθε Τρίτη ξεκινούσαν οι σούστες φορτωμένες με τα προϊόντα τους από τα διπλανά χωριά (Τύρναβος, Αμπελώνας, Αγιά), τα έφερναν στο Λόφο και τα τοποθετούσαν σε καθορισμένο για κάθε είδος μέρος, για να είναι έτοιμοι την Τετάρτη το πρωί. Τα υφαντά έρχονταν κυρίως από τα ορεινά χωριά. Το παζάρι αυτό είχε μεγάλη κίνηση, γιατί δεν προσείλκυε μόνο τους Λαρισαίους, αλλά και κατοίκους από διπλανούς οικισμούς. Τα ιππήλατα αυτά οχήματα στάθμευαν συνήθως στο λεγόμενο «Αρνοπάζαρο»[3] και στις γύρω από τον Λόφο περιοχές.
Στην αρχή και για πολλά χρόνια η αγορά αυτή ήταν υπαίθρια, με την κατασκευή κατά τόπους πρόχειρων και εφήμερων παραπηγμάτων. Μεταπολεμικά κάποια στιγμή η δημοτική αρχή κατασκεύασε σκέπαστρα από ενισχυμένο σκυρόδεμα (μπετόν), αφού διαίρεσε όλη την επιφάνεια όπου σήμερα έχει αναπτυχθεί η πλατεία δημάρχου Λαμπρούλη σε τμήματα. Με τον τρόπο αυτό απομακρύνθηκαν οι πρόχειρες κατασκευές και διαρρυθμίστηκε κάπως ο χώρος της «Τετάρτης».
Το 1980, έπειτα από 124 ολόκληρα χρόνια, η λαϊκή αγορά του Λόφου μετακόμισε. Μεταφέρθηκε σε ανοικτό χώρο στη δεξιά όχθη του Πηνειού, στα όρια του Αρναούτ μαχαλά (συνοικία του Αγ. Αθανασίου) και του Σαρασλάρ (η συνοικία ανάμεσα στον Αρναούτ μαχαλά και τη γέφυρα). Με τα σημερινά δεδομένα η περιοχή οριοθετείται περίπου στο σημείο της δεύτερης οδικής γέφυρας του Πηνειού. Η περιοχή αυτή ονομαζόταν Σάλια[4], αναφέρεται δε και από τον ποιητή Σωτήρη Σκίπη, καθώς το πατρικό του σπίτι βρισκόταν στο σημείο όπου σήμερα έχει διανοιχθεί η οδός η οποία φέρει το όνομα του.
Πριν τη μετακόμιση της «Τετάρτης», η δημοτική αρχή φρόντισε να απελευθερώσει ολόκληρο αυτό τον χώρο που της ανήκε, από τα πρόχειρα παραπήγματα (παράγκες) που είχαν στηθεί μετά τον σεισμό του 1941, για να στεγάσουν προσωρινά τους σεισμόπληκτους.
Η περιοχή αυτή έχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία από πολύ παλιά. Από την περίοδο της τουρκοκρατίας ακόμη, στο σημείο αυτό είχε δημιουργηθεί μια πρωτόγονη αποβάθρα, στην οποία κατέληγαν φορτία οικοδομήσιμης ξυλείας από τις δυτικές περιοχές της Θεσσαλίας, τα οποία ταξίδευαν με τη ροή των υδάτων του Πηνειού ποταμού προς τη Λάρισα. Οι μεγάλοι κορμοί των δένδρων από τα δάση τεμαχίζονταν και μεταφέρονταν με τα ζώα μέχρι τις όχθες του Πηνειού, σε καθορισμένα σημεία. Εκεί δένονταν με τριχιές ή σιδερένια άγκιστρα και σχηματιζόταν μια σχεδία, πάνω στην οποία όχι μόνο τοποθετούσαν τα ξύλα αγκιστρωμένα, αλλά και επέβαιναν οι άνδρες που τα συνόδευαν. Με την ίδιο τρόπο δημιουργούσαν πολλές σχεδίες (οι λεγόμενες ντάνες) και όταν αποφασιζόταν η μεταφορά, έπλεαν όλες μαζί σε κάποια απόσταση η μία με την άλλη και δημιουργούνταν μια αληθινή νηοπομπή. Προπορευόταν η σχεδία στην οποία βρισκόταν ένας έμπειρος πλοηγός που καθοδηγούσε όλες τις άλλες, ο λεγόμενος «σαλτζής». Όταν έφθαναν στη Λάρισα, οι σχεδίες οδηγούνταν σε μια πρόχειρη αποβάθρα στη δεξιά όχθη του Πηνειού. Ουσιαστικά η αποβάθρα ήταν ένα μικρό λιμανάκι. Εκεί οι σαλτζήδες έσερναν τους κορμούς με άγκιστρα έξω από το νερό και τους αποθήκευαν σε μια παραπήνεια έκταση, όπου γινόταν η αρχική προεργασία της ξυλείας σε διάφορες μορφές, ανάλογα με τις παραγγελίες. Έπειτα με διπλόκαρρα μεταφέρονταν είτε στο Ξυλοπάζαρο[5] της Λάρισας είτε και σε μακρινότερες περιοχές.
Όπως είδαμε, μετά το 1980 ο χώρος αυτός στην περιοχή «Σάλια», άρχισε να φιλοξενεί μέχρι και σήμερα τη μεγαλύτερη σε κίνηση λαϊκή αγορά της Λάρισας, την αγορά της Τετάρτης. Ο χώρος του Λόφου είχε εν τω μεταξύ ερημωθεί. Αρχικά κατεδαφίσθηκαν τα μόνιμα από μπετόν στέγαστρα, εν συνεχεία η αρχαιολογική υπηρεσία αποκάλυψε σημαντικά ευρήματα, τα οποία τα διέσωσε και επί δημαρχίας Τζανακούλη διαμορφώθηκε σε πλατεία η οποία πήρε το όνομα ενός σπουδαίου δημάρχου και ονομάζεται πλέον «Πλατεία Αριστείδη Λαμπρούλη».

[1]. Ολύμπιος [Κώστας Περραιβός]. Πώς καθιερώθηκε η αγορά της «Τετάρτης», εφ. «Λάρισα», φύλλο της 19ης Μαΐου 1980.
[2]. Ως γνωστόν το Μπεζεστένι κτίστηκε στα τέλη του 15ου με αρχές του 16ου αι. (περίπου 1490 με 1510) και καταστράφηκε από πυρκαγιά το 1799.
[3]. Αρνοπάζαρο ήταν η περιοχή κάτω από την βόρεια πλευρά του Λόφου, στα Ταμπάκικα, στη σημερινή περιοχή της οδού Γεωργιάδου. Ονομαζόταν δε «Αρνοπάζαρο» γιατί τις ημέρες της Μ. Εβδομάδος στο σημείο αυτό συγκεντρώνονταν οι κτηνοτρόφοι και γινόταν η αγοραπωλησία των πασχαλιάτικων αμνών (αρνιών).
[4]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Η περιοχή «Σάλια» της Λάρισας, εφ. «Ελευθερία», φύλλο της 4ης Απριλίου 2018.
[5]. Το Ξυλοπάζαρο ήταν μια κεντρική περιοχή της Λάρισας η οποία μπορεί να οριοθετεί κατά προσέγγιση μεταξύ των σημερινών οδών Παπαναστασίου-Βενιζέλου-Απόλλωνος-Κύπρου. Σ’ αυτό υπήρχαν τα καταστήματα στα οποία γινόταν η επεξεργασία και η εμπορία του ξύλου.

Δευτέρα 29 Απριλίου 2024

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Ο χώρος που ενέπνεε τον Μ. Καραγάτση

Ο ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΑΓ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΡΑΨΑΝΗΣ


Η νότια στοά του ναού του Αγ. Αθανασίου Ραψάνης με το καμπαναριό και τον προαύλειο χώρο, όπου περνούσε τις δημιουργικές του ώρες στοχαζόμενος και εργαζόμενος ο Μ. Καραγάτσης. Φωτογραφία του Ξεφτέρη. Αρχείο Αντωνίου Γαλερίδη.Η νότια στοά του ναού του Αγ. Αθανασίου Ραψάνης με το καμπαναριό και τον προαύλειο χώρο, όπου περνούσε τις δημιουργικές του ώρες στοχαζόμενος και εργαζόμενος ο Μ. Καραγάτσης. Φωτογραφία του Ξεφτέρη. Αρχείο Αντωνίου Γαλερίδη.

Η Ραψάνη είναι από τους παλαιότερους και ιστορικότερους οικισμούς της ευρύτερης περιοχής της Λάρισας. Στο σημερινό μας σημείωμα αξίζει να ασχοληθούμε μαζί της και να προβάλουμε ένα από τα θρησκευτικά της μνημεία, την εκκλησία του Αγίου Αθανασίου και τον συγγραφέα Μ. Καραγάτση, απόγονο μιας οικογένειας, η οποία με την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας ήλθε στη Λάρισα και τα μέλη της δραστηριοποιήθηκαν ενεργά σε πολλούς τομείς. Αφορμή για αυτήν την καταγραφή μάς έδωσε η δημοσιευόμενη φωτογραφία του φωτογράφου Ξεφτέρη, από το αρχείο του αείμνηστου Αντώνη Γαλερίδη.


Η Ραψάνη είναι ένα οικισμός ο οποίος για πολλούς δημιουργήθηκε πριν από τον 10ο αιώνα, γραπτά, όμως, στοιχεία για την ύπαρξή της έχουμε από τον 15ο αιώνα. Γνώρισε περίοδο πνευματικής και εμπορικής ακμής τον 18ο αιώνα. Η φήμη της για τα γράμματα ήταν μεγάλη και φθάνει στο ύψιστο σημείο, στην κορύφωσή της, με την ίδρυση το 1767 της περίφημης Σχολής της. Γενέτειρα του επισκόπου Πλαταμώνος και Λυκοστομίου Διονυσίου Μιχαήλ, υπήρξε για κάποιο διάστημα η έδρα τής εν λόγω επισκοπής. Στην οικογένειά του επισκόπου (ανεψιός από αδελφή) ανήκε και ο λόγιος Δημήτριος Γοβδελάς (1780-1831). Στον εμπορικό τομέα αναδείχθηκε χάρη στη βιοτεχνία της κόκκινης βαφής (όπως και τα γειτονικά Αμπελάκια) στην υφαντουργία και κυρίως την αμπελουργία.
Ο ναός του Αγίου Αθανασίου υπήρχε ανέκαθεν ο ενοριακός ναός της επάνω συνοικίας της Ραψάνης. Σύμφωνα με τις σωζόμενες επιγραφές, κτίσθηκε το 1831, δεκαπέντε χρόνια μετά από πυρκαγιά του προηγούμενου ναού και ανακαινίσθηκε το 1864 [1]. Στον ναό αυτόν βρέθηκε και το φορολογικό κατάστιχο (1778-1899), το οποίο παρέχει σημαντικά στοιχεία για την ιστορία και οικονομία του οικισμού [2]. Πρόκειται για μια μεγάλη τρίκλιτη βασιλική, θολοσκεπή, με διώροφο νάρθηκα, η οποία στον γυναικωνίτη, σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο έχει δημιουργηθεί Μουσείο εκκλησιαστικών εκθεμάτων (εικόνες 18ου-19ου αιώνα, εκκλησιαστικά σκεύη, άμφια κ.λπ.)
Στη Ραψάνη παραθέριζε οικογενειακώς σε νεαρή ηλικία ο σπουδαίος πεζογράφος Μ. Καραγάτσης (Δημήτριος Ροδόπουλος 1908-1960). Το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο Καραγάτσης οφείλεται σε ένα καραγάτσι (φτελιά), δέντρο που βρισκόταν στην αυλή του ναού του Αγ. Αθανασίου, στον ίσκιο του οποίου συνήθιζε να κάθεται και να διαβάζει. Σήμερα προτομή του στολίζει τον προαύλειο χώρο του ναού του Αγ. Αθανασίου στο σημείο όπου καθόταν διαλογιζόμενος και έχοντας απέραντη θέα, που έφθανε μέχρι τη θάλασσα. Το «Μ.» του ψευδωνύμου πιστεύεται ότι προήλθε από το αρχικό του ονόματος Μίτια (ρωσική εκδοχή του Δημήτρης), με το οποίο τον αποκαλούσαν οι φίλοι του, λόγω της μεγάλης αγάπης που έτρεφε για τον Ντοστογιέφσκι. Το γεγονός ότι υπέγραφε τα έργα του ως «Μ. Καραγάτσης» προκάλεσε σύγχυση σε αρκετούς φιλολόγους, που συχνά ερμήνευαν το «Μ» και ως Μιχάλης, λόγω των συνώνυμων ηρώων στα διάφορα συγγραφικά έργα του. Ως πεζογράφος πρωτοεμφανίστηκε το 1927 με το διήγημα «Η κυρία Νίτσα», το οποίο υποβλήθηκε σε διαγωνισμό του περιοδικού «Νέα Εστία» και πήρε τον τρίτο έπαινο. Ήταν ένα αυτοβιογραφικό διήγημα, εμπνευσμένο από τον παιδικό του έρωτα για μια εικοσάχρονη δασκάλα στο Δημοτικό Σχολείο του Αρσάκειου της Λάρισας. Μάλιστα, για τη φοίτησή του στο Αρσάκειο αυτοσαρκάζεται ως εξής: «Διδάχτηκα τα πρώτα γράμματα στο Αρσάκειο της Λάρισας (όταν συλλογιέμαι πως υπήρξα και Αρσακειάδα!) και αντί να ερωτευτώ τις συμμαθήτριές μου, αγάπησα παράφορα τη δασκάλα μου».
Ο παππούς του Ανδρέας Ροδόπουλος με καταγωγή από την Πάτρα εξασκούσε το επάγγελμα του συμβολαιογράφου και ήταν νυμφευμένος με την Καλλιόπη Μαυροπούλου. Μετά το 1881 εγκαταστάθηκε στη Λάρισα, γιατί η φυγή των Τούρκων μπέηδων τους υποχρέωνε να πωλούν τα απέραντα τσιφλίκια τους σε εύπορους Έλληνες και επομένως, η παρουσία συμβολαιογράφων ήταν επιβεβλημένη και κυρίως κερδοφόρα. Ο εγγονός του Μ. Καραγάτσης μάς παρουσιάζει το πορτραίτο του παππού του με πολύ ρεαλιστικό τρόπο στο βιβλίο του «Ο Μεγάλος Ύπνος». Ο πατέρας του Γεώργιος Ροδόπουλος νυμφευμένος με την κόρη του προύχοντα Σταμουλάκη Μουλούλη από τον Τύρναβο απέκτησε πέντε τέκνα, δύο κόρες και τρεις γιους. Η πρώτη κόρη η Ροδόπη παντρεύτηκε τον διευθυντή της Αβερωφείου Γεωργικής Σχολής Φιλοποίμενα Τζουλιάδη (είναι η κυρία διευθυντού στο βιβλίο του Καραγάτση «Συνταγματάρχης Λιάπκιν») και η δεύτερη, η Φωφώ, τον νομικό Γρηγόριο Κασιμάτη. Από τα αγόρια πρώτος ήταν ο Νίκος Ροδόπουλος, ο οποίος ήταν επιχειρηματίας και διατηρούσε γραφείο εισαγωγών. Δεύτερος ήταν ο Κωνσταντίνος (Τάκης) Ροδόπουλος (1896-1971), ο οποίος μας είναι γνωστός ως πρόεδρος της Βουλής επί σειρά ετών. Ο τρίτος και νεότερος σε ηλικία γιος ήταν ο Δημήτριος Ροδόπουλος, γνωστός ως Μ. Καραγάτσης. Πέρασε την παιδική του ηλικία σε διάφορες πόλεις της Ελλάδος, εκεί όπου μετακόμιζε η οικογένειά του λόγω της θέσεως του πατέρα του ως διευθυντής σε διάφορα υποκαταστήματα της Εθνικής Τράπεζας ανά την Ελλάδα. Το 1935 νυμφεύθηκε με τη ζωγράφο Νίκη Καρυστινάκη. Ήταν ένας θαυμάσιος πεζογράφος και πολλά από τα έργα του διαδραματίζονται στην πόλη όπου πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Ο Καραγάτσης πέθανε από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου το 1960, σε ηλικία μόλις 52 ετών. Απέκτησε το 1936 μία κόρη, τη Μαρίνα, η οποία κράτησε σαν επίθετο το ψευδώνυμο του πατέρα της Καραγάτση.

—————————
[1]. Σδρόλια Σταυρούλα. Οι εκκλησίες της Ραψάνης και η Μονή των Αγίων Θεοδώρων, Θεσσαλικό Ημερολόγιο, τόμ. 69 (2016), σελ. 113 κ.ε.
[2]. Σπανός Κώστας. Το κατάστιχο του Αγίου Αθανασίου της Ραψάνης (1778-1889), Θεσσαλικό Ημερολόγιο, τόμ. 2 (1981), σελ. 65-108, και τόμ. 3 (1982), σελ. 131 κ.ε.

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Πέμπτη 25 Απριλίου 2024

 ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

Οι παλιοί γαλακτοπώλες της Λάρισας ήταν Σέρβοι


Σε ένα από τα ισόγεια καταστήματα του ξενοδοχείου «Ολύμπιον» είχε το γαλακτοπωλείο του ο Σέρβος Κυριάκος Κρέσκοβιτς.  Είναι το τρίτο κατάστημα από δεξιά. Φωτογραφία του Γεωργίου Βαλσάμη από το αρχείο της Φανής ΣακελλάριουΣε ένα από τα ισόγεια καταστήματα του ξενοδοχείου «Ολύμπιον» είχε το γαλακτοπωλείο του ο Σέρβος Κυριάκος Κρέσκοβιτς. Είναι το τρίτο κατάστημα από δεξιά. Φωτογραφία του Γεωργίου Βαλσάμη από το αρχείο της Φανής Σακελλάριου

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)

Αναδιφώντας την παλιά, την προπολεμική ιστορία της Λάρισας, μπορεί να συναντήσει κάποιος γεγονότα που θα τον εντυπωσιάσουν όχι μόνο από την πολιτική, αλλά και από την επαγγελματική ζωή της πόλης. Και εξηγούμαι. Είναι περίεργο, αλλά μέχρι το 1940 όλα τα γαλατάδικα της κεντρικής αγοράς της Λάρισας τα διαχειρίζονταν οι λεγόμενοι τότε Γκέγκηδες, άτομα αλβανικής φυλής, τα οποία ήταν εγκατεστημένα στα βόρεια της Αλβανίας κοντά στα σύνορα με τη Σερβία [1], γι’ αυτό, όπως θα δούμε, τα ονόματά τους είναι αμιγώς σερβικά και ήταν πολιτογραφημένοι σαν Σέρβοι. Το ίδιο συνέβαινε και σε άλλες πόλεις της Μακεδονίας και κυρίως στη Θεσσαλονίκη.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η έρευνα να αναζητηθεί η αιτία που τα άτομα αυτής της φυλής βρέθηκαν στην πόλη μας και στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας, αλλά και το γεγονός ότι όλοι τους μετέρχονταν το επάγγελμα του γαλακτοπώλη. Η ιστορία ξεκινάει από πολύ παλιά, όταν όλη σχεδόν η βαλκανική χερσόνησος ήταν τμήμα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και μεταξύ των κατά τόπους περιοχών της (Βιλαέτια-πασαλίκια) [2] δεν υπήρχαν σύνορα. Επειδή όλοι αυτοί οι Σέρβοι ήταν νομάδες κτηνοτρόφοι, τα καλοκαίρια τα περνούσαν στην ευρύτερη περιοχή της νότιας Σερβίας, δηλαδή στην περιοχή των Σκοπίων, στο Μοναστήρι (Μπιτώλια) και στα γύρω μέρη. Μόλις έφθανε ο Οκτώβριος, ξεκινούσαν το μεγάλο ταξίδι και κατέβαζαν τα κοπάδια στα χειμαδιά της Θεσσαλίας για να ξεχειμωνιάσουν. Το ίδιο πράγμα, βέβαια, έκαναν και οι δικές μας νομαδικές πληθυσμιακές ομάδες των Σαρακατσαναίων και των βλαχόφωνων Ελλήνων των νότιων περιοχών της Βαλκανικής. Μετά την εορτή του Αγ. Δημητρίου (26 Οκτωβρίου) κατέβαιναν στη Θεσσαλία με τα πολυάριθμα κοπάδια τους και μετά του Αγ. Γεωργίου ανέβαιναν στις πατρίδες τους. Σαν παράδειγμα αναφέραμε παλαιότερα [3] την οικογένεια του Πέτρου Γέμτου από τη Νιζόπολη, μια βλαχόφωνη ελληνική κοινότητα κοντά στο Μοναστήρι. Ήταν φυσικό κατά το διάστημα της παρουσίας τους εδώ να προωθούν στην τοπική αγορά τα κτηνοτροφικά προϊόντα των κοπαδιών τους και μάλιστα, νοίκιαζαν και καταστήματα στην κεντρική περιοχή της πόλης για την ευκολότερη διακίνησή τους. Το εντυπωσιακό στην περίπτωση αυτήν ήταν ότι και οι υπάλληλοι των καταστημάτων αυτών ήταν Σέρβοι.
Το 1881, μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα, στην περιοχή της Μελούνας δημιουργήθηκαν τα σύνορα με την Οθωμανική αυτοκρατορία και το πέρασμα των Σέρβων με τα κοπάδια τους στη Θεσσαλία ήταν αρκετά δύσκολο έως αδύνατο. Το γεγονός αυτό οδήγησε μερικούς Σέρβους να γίνουν μαζί με τις οικογένειές τους μόνιμοι κάτοικοι Θεσσαλίας και να συνεχίσουν εδώ την εργασία τους. Εκτός από τη διανομή του γάλακτος, κατασκεύαζαν και γιαούρτι, το οποίο με ειδικούς υπαλλήλους το διαλαλούσαν και το διέθεταν και στις γειτονιές. Επιπλέον, κατασκεύαζαν και διάφορες ποικιλίες τυριών και μερικές φορές έφθαναν μέχρι και την Αθήνα.
Οι οικογένειες των Γκέγκηδων που εγκαταστάθηκαν μόνιμα στη Λάρισα δεν διέκοψαν τους δεσμούς με τη χώρα τους. Τα καλοκαίρια πήγαιναν στα πατρικά τους μέρη και περνούσαν ένα μικρό διάστημα στη γενέθλια γη τους. Τα σύνορα και η ελληνικότητα που είχε αναπτυχθεί στην παιδεία, τη θρησκεία και το εμπόριο στους βλαχόφωνους Έλληνες και στους Σαρακατσαναίους της περιοχής των Σκοπίων και του Μοναστηρίου ανάγκασαν πολλούς απ’ αυτούς να παραμείνουν στη γενέθλια γη τους.
Στη συνέχεια θα προσπαθήσουμε να περιγράψουμε μερικούς από τους Σέρβους γαλακτοπώλες της Λάρισας που έχουμε εντοπίσει κατά την έρευνά μας. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονίσουμε ότι η παρουσία τους στην πόλη μας κράτησε μέχρι το 1940. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, με την κάθοδο των Γερμανών στα Βαλκάνια, όλοι τους σχεδόν επέστρεψαν στις πατρίδες τους για να βοηθήσουν τη χώρα τους στον αγώνα κατά των εισβολέων.
Στο Τσούγκαρι [4] υπήρχε ένα από τα πολλά γαλακτοπωλεία που διαχειρίζονταν οι Σέρβοι. Ιδιοκτήτης του ήταν ο Δήμος Λάκεβιτς, ο οποίος εργαζόταν από χρόνια στη Λάρισα. Το κατάστημά του βρισκόταν απέναντι από το ξενοδοχείο «Θράκη», ένα μεγάλο για την εποχή του οίκημα, το οποίο βρισκόταν στον χώρο που καλύπτει σήμερα το ξενοδοχείο «Ακροπόλ». Ιδιοκτήτες του ήταν οι αδελφοί Αγγελακόπουλοι, αλλά την επιχείρηση την είχε αναλάβει για πολλά χρόνια ο Κώστας Κικίμης. Ο Λάκεβιτς εκτός από τη θαυμάσια γιαούρτη του, παρασκεύαζε στην αρχή και τραγανιστούς λουκουμάδες. Αργότερα το κατάστημά του πήρε τη μορφή ζαχαροπλαστείου και έφτιαχνε ρυζόγαλο, καϊμάκι και σιροπιαστά γλυκά, όπως μπαμπάδες, φοινίκια, κουρκουμπίνια, μπακλαβάδες, ρεβανί.
Όσοι ζουν ή σπουδάζουν στη Θεσσαλονίκη, γεύονται και σήμερα την ποικιλία αυτών των γλυκών. Στο κατάστημα αυτό μαθήτευσε για ένα διάστημα και ο Παντελής Καψιμάλης. Είχε έλθει από τη Δυτική Μακεδονία, έμαθε κοντά στον Λάκεβιτς τα μυστικά της τέχνης του και εν συνεχεία άνοιξε δικό του κατάστημα με την επωνυμία «Αστόρια», όπου και διέπρεψε.
Στο ισόγειο του ξενοδοχείου «Κεντρικόν», το οποίο βρισκόταν στη γωνία των οδών Αλεξάνδρας (Κύπρου) και Μ. Αλεξάνδρου, ακριβώς εκεί όπου το 1938 ο Ανδρέας Κουτσίνας έκτισε το ξενοδοχείο «Ολύμπιον», υπήρχε στην πλευρά της Κύπρου γαλακτοπωλείο το οποίο διαχειριζόταν ο Σάββας Πίτσεβιτς.
Στον ίδιο δρόμο και κοντά προς τη Δημοτική Αγορά βρισκόταν ένα άλλο γαλακτοπωλείο, του Μπράνκοβιτς, το οποίο λειτούργησε μέχρι το 1940 σε συνεργασία με τον Δημ. Κουτζαηλία, ο οποίος κατόπιν το δούλευε μόνος του.
Ένα άλλο γαλακτοπωλείο υπήρχε προπολεμικά στη βόρεια πλευρά της Κεντρικής πλατείας, ανάμεσα από το φαρμακείο του Νικ. Ζησιάδη, το γνωστό «Σαντράλ», και το ξενοδοχείον «Το Στέμμα». Ήταν του Κυριάκου Κρέσκοβιτς. Μετά την κατασκευή του ξενοδοχείου «Ολύμπιον» από τον Ανδρέα Κουτσίνα λίγο πριν από τον πόλεμο του 1940, ο Κρέσκοβιτς ενοικίασε ένα από τα καταστήματα που βρισκόταν στο ισόγειο της βόρειας πλευράς του ξενοδοχείου και μετέφερε σ’ αυτό την επιχείρησή του. Μάλιστα, το ονόμασε «Ολύμπιον». Σ’ αυτό το κατάστημα ο Κρέσκοβιτς... αλλαξοπίστησε. Όπως γράφει ο παλιός δημοσιογράφος Κώστας Περραιβός [5], το μετέτρεψε σε γαλακτοζαχαροπλαστείο και εκτός από τα κλασικά ανατολίτικα γλυκά, προσέφερε και ευρωπαϊκά [5]. Κοντά του μαθήτευσε ο Δήμος Γκονταρούλης και όταν ο Κρέσκοβιτς έπειτα από τρία χρόνια επέστρεψε στη Σερβία για να πολεμήσει εναντίον των Γερμανών, του παρέδωσε το κατάστημά του. Ο Γκονταρούλης συνέχισε τη λειτουργία του και κατά τη διάρκεια της κατοχής, με την ίδια ονομασία «Ολύμπιον». Μεταπολεμικά ο Γκονταρούλης το ανέδειξε σαν το καλύτερο και πολυτελέστερο ζαχαροπλαστείο της Λάρισας. Σήμερα πολλοί Λαρισαίοι κάποιας ηλικίας το θυμούνται ότι το επισκέπτονταν τακτικά, γιατί συνήθως ήταν τόπος συνάντησης νέων και νεανίδων. Τα τελευταία χρόνια της λειτουργίας του κλασικό γλυκό ήταν το «τούβλο», ένα παγωτό σοκολάτα, που ήταν η σπεσιαλιτέ του καταστήματος.
Είναι και άλλοι ακόμα, οι οποίοι δεν άφησαν έντονα τα ίχνη τους στον επαγγελματικό τομέα της Λάρισας. Θα τελειώσουμε, όμως, με έναν Σέρβο, ο οποίος ήταν ίσως ο μοναδικός που έμεινε στην πόλη μας και μετά τον πόλεμο και το κατάστημά του διατηρήθηκε για πολλά χρόνια, ώστε να τον θυμούνται πολλοί συμπολίτες μας. Πρόκειται για τον Χρήστο Τσάγκοβιτς. Βρισκόταν και αυτό επί της οδού Κύπρου, απέναντι από τα φαρμακείο του Κυλικά και από την ίδρυσή του το 1917 έμεινε στην ίδια θέση. Ιδρυτής του γαλακτοπωλείου ήταν ο Σωτήρης Τσάγκοβιτς, ο οποίος το ενοικίασε το 1917 από τους αδελφούς Ντίνα, οι οποίοι το χρησιμοποιούσαν και αυτοί ως Γαλακτοπωλείο από το 1912 έως το 1917. Η οικογένεια Τσάγκοβιτς καταγόταν από το χωριό των Σκοπίων Γαλισνίκ και το 1917 ήλθε οικογενειακώς στην Ελλάδα. Είχε τρία αγόρια, τον Χρήστο, τον Τάσο και τον Βαγγέλη. Ο πατέρας τους Σωτήρης Τσάγκοβιτς ονόμασε το γαλακτοπωλείο που πήρε από τους αδελφούς Ντίνα «Αθήναι». Μέχρι το 1940 η οικογένεια έζησε στη Λάρισα και πρόκοψε και σπάνια ταξίδευαν μέχρι την πατρίδα τους. Με την έναρξη του πολέμου επέστρεψαν ομαδικώς στα Σκόπια, το κατάστημα, όμως, έμεινε ανοιχτό, γιατί το διατήρησε εν λειτουργία ο μεγαλύτερος από τους γιους του, ο Χρήστος, ο οποίος έμεινε στην Ελλάδα. Έκανε οικογένεια, έγινε γνωστός και απέκτησε την εμπιστοσύνη του κοινού της πόλης για την ποιότητα των γλυκών που παρήγαγε, ιδίως των λουκουμάδων.
Όμως, καθώς η πόλη μεγάλωνε, το μαγαζί του, μαζί με άλλα γειτονικά, θυσιάστηκαν για να δημιουργηθεί στη θέση τους πολυώροφο κτίριο που στεγάζει εδώ και μερικές δεκαετίες τραπεζικό κατάστημα.

------------------------------------------------------------------------

[1] Σήμερα θα μιλούσαμε για την περιοχή του Κοσσυφοπεδίου.
[2] Τα Βιλαέτια θα μπορούσαμε να τα συγκρίνουμε με τις Νομαρχίες που είχαμε μέχρι πρόσφατα και τα πασαλίκια ήταν ευρύτερες διοικητικές περιφέρειες, οι οποίες ουσιαστικά αποτελούσαν τη συνέχεια των «Θεμάτων» της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.
[3] Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Η οικογένεια Γέμτου, εφ. «Ελευθερία», φύλλο της 1ης Φεβρουαρίου 2017.
[4] Του ιδίου. Η περιοχή «Τσούγκαρι», εφ. «Ελευθερία», φύλλο της 24ης Φεβρουαρίου 2016 και «Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα», τόμ. Β’ (2016), σελ. 49-52.
[5] Ολύμπιος [Περραιβός Κώστας]. Ο «τελευταίος των ...Μοϊκανών», εφ. «Λάρισα», φύλλο της 5ης Μαΐου 1980.

Δευτέρα 15 Απριλίου 2024

 ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Μέγαρο Αλεξάνδρου

Το τριώροφο κτίριο του Μεγάρου Αλεξάνδρου επί της οδού Μακεδονίας (Βενιζέλου), όπως ήταν το 1946. Δεξιά διακρίνεται μικρό τμήμα της Τράπεζας Λαρίσης.
Το τριώροφο κτίριο του Μεγάρου Αλεξάνδρου επί της οδού Μακεδονίας (Βενιζέλου), όπως ήταν το 1946. Δεξιά διακρίνεται μικρό τμήμα της Τράπεζας Λαρίσης.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Ένα από τα λίγα προπολεμικά κτίρια της Λάρισας, το οποίο κατόρθωσε να διασωθεί μέχρι σήμερα και μάλιστα σε πολύ καλή κατάσταση, χάρη στην ευαισθησία που έδειξαν οι μέχρι πρότινος ιδιοκτήτες του, είναι και το Μέγαρο Αλεξάνδρου.

Το κτίριο αυτό βρίσκεται στον πεζόδρομο της οδού Βενιζέλου, ακριβώς απέναντι από το κοίλο του Αρχαίου Θεάτρου.
Η οικογένεια Αλεξάνδρου δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά στη Λάρισα από τα τέλη του 19ου αιώνα (1879) και ήταν ίσως μία από τις παλαιότερες επιχειρήσεις της πόλης. Ο παππούς Δημήτριος Αλεξάνδρου με καταγωγή από τον Τύρναβο ήλθε σε νεαρή ηλικία στη Λάρισα και ενώ ακόμη η Θεσσαλία βρισκόταν υπό τουρκική κατοχή. Άνοιξε υαλοπωλείο στη γωνία των σημερινών οδών Βενιζέλου και Παπαναστασίου. Στις διαφημιστικές καταχωρήσεις των εφημερίδων της εποχής αναφέρεται ως «Μέγα Υελοπωλείον Δημητρ. Αλεξάνδρου». Στις 25 Φεβρουαρίου του 1906 τού απονεμήθηκε ο τίτλος του «Προμηθευτού της Α.Β.Υ. του πρίγκιπος Ανδρέου», ο οποίος την περίοδο εκείνη βρισκόταν με τη σύζυγό του Αλίκη στη Λάρισα ως διοικητής του Συντάγματος Ιππικού και διέμεναν στο αρχοντικό Σκαλιώρα. Όμως, την ίδια χρονιά (Ιούνιος 1906) ο Δημ. Αλεξάνδρου απεβίωσε στη νεαρή ηλικία των 44 χρόνων. Την επιχείρηση ανέλαβε ο γιος του Ιωάννης, που ήταν τότε μόλις 21 ετών και τη διατήρησε μέχρι τον θάνατό του το 1962. Τα 56 αυτά χρόνια που λειτούργησε το κατάστημα εξυπηρετούσε όχι μόνο του αγοραστές της Λάρισας, αλλά και της ευρύτερης περιοχής της Θεσσαλίας. Ονόμασε το κατάστημα «Μέγα Υελοπωλείον Λούβρ» και πολύ τακτικά ταξίδευε στην Κωνσταντινούπολη, τη Λειψία και τη Βιέννη, για να εμπλουτίζει το εμπόρευμα του καταστήματος με τα καλύτερα αντικείμενα της ευρωπαϊκής αγοράς. Χάρη στην ισχυρή προσωπικότητα που διέθετε, κατόρθωσε όχι μόνο να αναδείξει οικονομικά την επιχείρηση, αλλά και να αναδειχθεί κοινωνικά και να ασχοληθεί με τα κοινά της πόλης. Είναι γνωστό ότι για μία και μοναδική φορά έλαβε μέρος στις δημοτικές εκλογές του 1925 [1]. Ηγήθηκε του συνδυασμού των εμποροεπαγγελματιών, αλλά χωρίς επιτυχία. Επιπλέον, για χρόνια τον συναντάμε εκκλησιαστικό επίτροπο στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Αχιλλίου, όπου επιτέλεσε σπουδαίο έργο και πρόσφερε πολλές δωρεές στον ναό.
Κάποια στιγμή μετά το 1922 αγόρασε το διπλανό επί της Βενιζέλου οικόπεδο που ήταν ανταλλάξιμο και το 1930 οικοδόμησε σ’ αυτό το τριώροφο μέγαρο που υπάρχει μέχρι σήμερα, με προοπτική το ισόγειο να αποτελέσει τη μόνιμη επαγγελματική του στέγη και οι δύο όροφοι να χρησιμοποιηθούν σαν κατοικία της οικογένειας. Μετέτρεψε την επιχείρηση σε κατάστημα γενικού εμπορίου, όμως οι όροφοι ποτέ δεν κατοικήθηκαν από την οικογένειά του [2]. Προπολεμικά οι δύο όροφοι στέγασαν κλειστή ιδιωτική Λέσχη Λαρισαίων (Λαρισαϊκή Λέσχη), όπου έδιναν τα ραντεβού τους οι αστοί της πόλης. Κατά την περίοδο της κατοχής ολόκληρο το κτίριο επιτάχθηκε από τους Γερμανούς. Το ισόγειο από κατάστημα μετατράπηκε σε χώρο στάθμευσης των γερμανικών αυτοκινήτων, ενώ οι όροφοι φιλοξένησαν το διοικητήριο των γερμανικών στρατευμάτων. Η επιχείρηση αναγκαστικά διέκοψε τη λειτουργία της και η οικογένεια κατά τη διάρκεια της κατοχής μετακόμισε προσωρινά στην Αθήνα.
Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια ολόκληρο το κτίριο μετατράπηκε για λίγα χρόνια σε ξενοδοχείο με επιχειρηματία τον Τσούκαρη. Από το 1948-49 το ισόγειο στέγασε και πάλι την επαγγελματική δραστηριότητα του Ιωάννη Αλεξάνδρου, ενώ οι όροφοι χρησιμοποιήθηκαν αργότερα σαν κλινική. Αρχικά το 1950 υπήρξε η πρώτη χειρουργική κλινική του Γεωργίου Κατσίγρα, πριν οικοδομήσει μετά από δύο χρόνια τη δική του στην πλατεία Ταχυδρομείου. Εν συνεχεία το ενοικίασαν οι χειρουργοί αδελφοί Γκαράνη και αργότερα ο ΩΡΛ ιατρός Αντώνης Καφετζούλης. Τις δεκαετίες του 1970 και 1980 στους δύο επάνω ορόφους λειτούργησαν εστιατόρια και ψυχαγωγικές λέσχες κάθε είδους.
Το 1953 ο Ιωάννης Αλεξάνδρου παρέδωσε την επιχείρηση στον γιο του Δημήτριο, εγγονό και συνονόματο του ιδρυτή του καταστήματος. Το 1980 άλλαξε ο νέος ιδιοκτήτης για τρίτη φορά τη χρήση του και το λειτούργησε σαν κατάστημα παιχνιδιών μέχρι το 2004, όποτε συνταξιοδοτήθηκε και το κτίριο πωλήθηκε [3]. Έτσι έκλεισε ένας κύκλος 125 χρόνων επαγγελματικής δραστηριότητας, με τη μεσολάβηση τριών γενεών. Τρεις, επίσης, ήταν και οι χρήσεις του καταστήματος όλο αυτό το διάστημα. Ξεκίνησε από τον ιδρυτή του ως υαλοπωλείο, μετατράπηκε κάπου στα 1933 από τον Ιωάννη Αλεξάνδρου σε κατάστημα γενικού εμπορίου και το 1980 λειτούργησε από τον Δημήτριο Αλεξάνδρου μέχρι τη συνταξιοδότησή του το 2004, ως κατάστημα παιδικών παιχνιδιών. Σήμερα ιδιοκτήτης του μεγάρου είναι γνωστός επιστήμονας και επιχειρηματίας της πόλης μας.
Αρχιτεκτονικά το Μέγαρο Αλεξάνδρου είναι ένα τριώροφο κτίριο με όμορφη αισθητικά πρόσοψη. Οι υψηλές διαστάσεις του ισόγειου καταστήματος εναρμονίζονται συμμετρικά με τα τοξωτά ανοίγματα του πρώτου ορόφου. Η αρχοντιά του κτιρίου αυτού της εποχής του μεσοπολέμου δένει επιτυχημένα με την αναδυόμενη κλασική ομορφιά του Αρχαίου Θεάτρου.
———————————————
[1]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Μιχαήλ Σάπκας, ο ευπατρίδης πολιτικός (1873-1956), Λάρισα (2013), σελ. 112.
[2]. Η κατοικία της οικογένειας Αλεξάνδρου στα πρώτα χρόνια της παρουσίας της στη Λάρισα ήταν στη συνοικία Αρναούτ (Αγίου Αθανασίου), όπου κατοικούσε τότε το αρχοντολόι της Λάρισας. Αργότερα η οικογένεια του Ιωάννη Αλεξάνδρου μετακόμισε σε ενοικιαζόμενο οίκημα ιδιοκτησίας του γαιοκτήμονα Ζάνου, που βρισκόταν επί της οδού Παύλου Μελά. Το 1922 αγόρασε από τον υφασματέμπορο Αντωνιάδη που μετακόμισε στην Αθήνα, τη σημερινή κατοικία επί της οδού Παπακυριαζή, η οποία φιλοξενούσε μέχρι τον θάνατό του τον Δημήτριο Αλεξάνδρου.
[3]. Του ιδίου. Οικογένεια Αλεξάνδρου, εφ. «Ελευθερία», φύλλο της 21ης Σεπτεμβρίου 2016.

Πέμπτη 11 Απριλίου 2024

ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

Το Αρχαίο Θέατρο θαμμένο

Πώς ήταν η περιοχή του πριν αποκαλυφθεί

 
Η άναρχη οικοδόμηση στην περιοχή του κατηφορικού  τμήματος της οδού Παπαναστασίου στη νότια κλιτή  του Λόφου της Ακρόπολης, όπως ήταν μεταπολεμικά πριν  από την αποκατάσταση του Αρχαίου Θεάτρου. Φωτογραφία  του Τάκη Τλούπα προ του 1990, από το αρχείο Θανάση ΤζαφάλιαΗ άναρχη οικοδόμηση στην περιοχή του κατηφορικού τμήματος της οδού Παπαναστασίου στη νότια κλιτή του Λόφου της Ακρόπολης, όπως ήταν μεταπολεμικά πριν από την αποκατάσταση του Αρχαίου Θεάτρου. Φωτογραφία του Τάκη Τλούπα προ του 1990, από το αρχείο Θανάση Τζαφάλια

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)

Μεταπολεμικά η νηφαλιότητα η οποία επικρατούσε στο θέμα του Αρχαίου Θεάτρου της Λάρισας από τις εκάστοτε δημοτικές αρχές και την πολιτεία, ήταν παροιμιώδης. Όλοι βέβαια γνώριζαν ότι στη νότια πλευρά του Λόφου ήταν θαμμένο το καύχημα της αρχαίας Λάρισας.

Μέχρι τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας ο χώρος του θεάτρου ήταν μπαζωμένος από τη συσσώρευση φερτών υλικών, αλλά κτίσματα δεν υπήρχαν επάνω του. Μερικοί περιηγητές του 19ου αιώνα αναφέρουν την ύπαρξή του. Από το 1910 ο τότε έφορος Αρχαιοτήτων Θεσσαλίας Απ. Αρβανιτόπουλος είχε εντοπίσει και αποκαλύψει σε μικρή έκταση ίχνη του, τα οποία προς τιμήν του τα διατήρησε, ώστε να βρίσκονται σε κοινή θέα, αλλά όμως το σημείο αυτό στα χρόνια που ακολούθησαν είχε καταστεί ουσιαστικά εστία συλλογής απορριμμάτων. Επιπλέον οι δημοτικές αρχές, όλο αυτό το διάστημα από την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στο Ελληνικό Βασίλειο (1881), επέτρεπαν τη δόμηση στην περιοχή αυτή και μάλιστα τελευταία ακόμη και πολυώροφων οικοδομών. Βέβαια από τη δεκαετία του 1980 αναγνωρίστηκε η αξία που θα είχε για την πόλη η αποκάλυψη του Αρχαίου Θεάτρου και από τότε έγιναν θαύματα. Είπε πρόσφατα (16 Φεβρουαρίου) σε μια ομιλία του στην Ελληνοαμερικανική Ένωση στην Αθήνα ο δημοσιογράφος της εφημερίδας «Καθημερινή» και ένθερμος φίλος της Λάρισας Νίκος Βατόπουλος: «Το θυμάμαι όταν το είχα δει να «σκάει» σαν πουλάκι μέσα από το τσόφλι. Σκεφτείτε ένα θέατρο 10.000 θέσεων, να βρίσκεται όλο κάτω από μια σύγχρονη λεωφόρο με πολυκατοικίες και κτίρια γραφείων, περί αυτού πρόκειται. Αυτό που συνέβη στη Λάρισα τα τελευταία 35 χρόνια, είναι μοναδικό διεθνώς. Η πόλη αυτή τη στιγμή, έχει την ευκαιρία να μιλήσει στη διεθνή κοινότητα και να πει: «Ελάτε να δείτε τι κάναμε, εμείς στη Λάρισα. Απαλλοτριώσαμε ένα σημαντικό κομμάτι της πόλης και φέραμε στην επιφάνεια ένα αρχαίο θέατρο, το οποίο καλείται τώρα να συνδράμει και να σφυρηλατήσει τη σύγχρονη ταυτότητα της πόλης».
Στο σημερινό σημείωμα πρόθεσή μας είναι να καταγράψουμε για ιστορικούς λόγους, τα σημαντικότερα κτίσματα που υπήρχαν για εκατό περίπου χρόνια κατά μήκος του ανηφορικού τμήματος της οδού Ακροπόλεως (Παπαναστασίου), από την απελευθέρωση της Λάρισας το 1881 μέχρι την κατεδάφισή τους, για να αναδειχθεί το Αρχαίο Θέατρο της πόλης.
Όπως αναφέραμε, κατά την περίοδο της ύστερης τουρκοκρατίας, η περιοχή αυτή είχε τη μορφή μιας κοίλης χωμάτινης επιφάνειας, την οποία άλλοι ξένοι περιηγητές που επισκέφθηκαν τη Λάρισα, την περιγράφουν σαν αρχαίο αμφιθέατρο και άλλοι, οι πιο ενημερωμένοι ιστορικά, σαν τον χώρο του Αρχαίου Θεάτρου της πόλης. Μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας, με την εφαρμογή του Σχεδίου Πόλεως, δημιουργείται πάνω της η προέκταση της οδού Ακροπόλεως (Παπαναστασίου) και με την ανατολή του 20ού αι., στην ανηφορική αυτή διαδρομή βρίσκουμε ότι η περιοχή αυτή είναι γνωστή ως «λαδάδικα». Ήταν πρόχειρες κατασκευές, οι οποίες ανήκαν σχεδόν όλες σε παραγωγούς από το Πήλιο, οι οποίοι είχαν μετακομίσει στη Λάρισα για να εμπορευτούν τις ελιές και το ελαιόλαδο που εν αφθονία παρήγαγε ο τόπος τους. Αργότερα τα «λαδάδικα» άρχισαν να μετατοπίζονται προς την οδό Παπαφλέσσα και στη θέση τους άρχισαν να ξεφυτρώνουν διάφορα κτίσματα.
Στη δεξιά γωνία του ανηφορικού τμήματος της οδού Ακροπόλεως με τη Μακεδονίας (Βενιζέλου), προπολεμικά βρισκόταν για ένα διάστημα το φαρμακείο του Καραθάνου. Μεταπολεμικά στη θέση αυτή ήταν το γνωστό ζαχαροπλαστείο του Έξαρχου. Λίγο πιο πάνω από το φαρμακείο και για πολλά χρόνια λειτούργησε το πολυσύχναστο καφενείο του Χατζηγιάννη. Σ’ αυτό περνούσαν τις ελεύθερες ώρες τους πολλοί αργόσχολοι Λαρισαίοι, συζητώντας και παίζοντας διάφορα επιτραπέζια παιχνίδια.
Πιο πάνω θα σταματήσουμε στο κτίριο όπου στεγαζόταν μέχρι το 1980 το Επισκοπείο, πριν μεταφερθεί στη σημερινή του θέση, στη συνοικία της Φιλιππούπολης. Το κτίριο αυτό έχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Κτίσθηκε κατά τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα από τον Γεώργιο Τσάπανο[1]. Ήταν ένα από τα καλύτερα αρχοντικά της πόλης και αρχικά εγκαταστάθηκε σ’ αυτό η οικογένεια του ιδιοκτήτη. Ήταν διώροφο με υπερυψωμένο σε ένα σημείο υπόγειο, λόγω της ανωφέρειας του δρόμου. Αργότερα στεγάσθηκε σ’ αυτό για μεγάλο χρονικό διάστημα το Γραφείο του Νομομηχανικού Λαρίσης. Όταν αυτό μετακόμισε σε άλλο σημείο, το κτίριο αυτό το ενοικίασε ο Ηλίας Κύρκος[2] και το μετέτρεψε σε ξενοδοχείο με την επωνυμία «Αχίλλειον». Το 1935, όταν στη Μητρόπολη Λαρίσης και Πλαταμώνος τοποθετήθηκε ο από Κηθύρων Δωρόθεος (ο μετέπειτα αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος), το κτίριο αγοράσθηκε από τη Μητρόπολη, όπου εγκαταστάθηκαν τα γραφεία της και διέμενε ο εκάστοτε μητροπολίτης. Κατά τον σεισμό του 1941 έπαθε σοβαρές ζημιές, ειδικά ο δεύτερος όροφος. Όσο διαρκούσε ο πόλεμος και η κατοχή δεν έγινε καμιά εργασία επισκευής. Μετά την απελευθέρωση και ιδίως μετά τον σεισμό του 1957, ο δεύτερος όροφος γκρεμίστηκε και διατηρήθηκε μόνο το ισόγειο με το υπόγειο. Συγχρόνως οικοδομήθηκε στη νότια πλευρά του παλαιού οικήματος και σε άμεση επαφή και επικοινωνία μαζί του, μια διώροφη σύγχρονη κατασκευή για να στεγάσει τα ιδιαίτερα διαμερίσματα του ιεράρχη, την αίθουσα υποδοχής και τα γραφεία της Μητροπόλεως. Το 1980, επί μητροπολίτου Σεραφείμ, μεταφέρθηκαν όλες οι υπηρεσίες του Επισκοπείου στο σημερινό κτίριο, ενώ το παλαιό κατεδαφίσθηκε το 1992, όπως και όλα τα υπόλοιπα, μαζί με το ρολόι, για να αποκαλυφθεί το Αρχαίο Θέατρο.
Στη γωνία των οδών Ακροπόλεως και μητροπολίτου Αρσενίου υπήρχε ένα διώροφο εντυπωσιακό οίκημα, το οποίο ανήκε στον Ευαγγέλου, έναν από τους πολλούς καπνοβιομηχάνους μικρού βεληνεκούς που διέθετε τα παλιά χρόνια η πόλη μας. Ήταν κτισμένο σε νεοκλασικό ρυθμό και κατά καιρούς στέγασε αστικές οικογένειες της Λάρισας. Από τον Ευαγγέλου η οικία μεταπολεμικά περιήλθε στην κατοχή του Δημητρίου Λαγού, απόστρατου συνταγματάρχη, ο οποίος μάλιστα έλαβε μέρος στις δημοτικές εκλογές του 1951 με δικό του συνδυασμό, χωρίς όμως να κατορθώσει να επικρατήσει του Δημητρίου Καραθάνου.
Δίπλα από το προηγούμενο οίκημα, επί της σημερινής οδού μητροπολίτου Αρσενίου, ήταν κτισμένο από τις αρχές του 20ού αιώνα ένα όμορφο κτίριο το οποίο χρησιμοποιήθηκε για πολλά χρόνια ως γραφείο της Μητροπόλεως Λαρίσης και συγχρόνως ως κατοικία του μητροπολίτη Αρσενίου (1914-1934). Ο Αρσένιος, ως γνωστόν, έχει συνδεθεί στενά με το ανάθεμα του Βενιζέλου κατά την περίοδο του εθνικού διχασμού, ενέργεια η οποία του στοίχισε την απομάκρυνσή του από τη Λάρισα και την εξορία στη νήσο Αμοργό για τρία χρόνια.
Από την αριστερή πλευρά της ανόδου της οδού Ακροπόλεως υπήρχαν πολλά καταστήματα και κατοικίες, τα οποία κατά καιρούς άλλαζαν ιδιοκτήτες και ενοικιαστές. Στη γωνία με την οδό Μακεδονίας (Βενιζέλου) υπήρχε το καπνοπωλείο του Ευαγγέλου που ήταν ένα από τα παλαιότερα της Λάρισας. Ακολουθούσε ένας χώρος περιφραγμένος από το 1910, όταν ο αρχαιολόγος Αρβανιτόπουλος είχε εντοπίσει ένα μικρό τμήμα του Αρχαίου Θεάτρου της Λάρισας. Δίπλα του το κατάστημα αποικιακών ειδών του Μιχάλη Μανδραβέλη και εν συνεχεία το κατάστημα δερμάτων του Καϊμάκη. Το τελευταίο ήταν ένα από τα μεγαλύτερα της εποχής εκείνης, καθώς είναι γνωστό ότι στη Λάρισα από τα χρόνια της τουρκοκρατίας ακόμα, υπήρχαν πολλά βυρσοδεψεία, εγκατεστημένα στη συνοικία Ταμπάκικα. Ακολούθως δέσποζε μια τριώροφη οικοδομή, ιδιοκτησίας και αυτή του γαιοκτήμονα Γεωργίου Τσάπανου, η οποία στέγασε για πολλά χρόνια την ωτορινολαρυγγολογική κλινική του γαμπρού του Γεωργίου Τάρη. Μέχρι το τέλος της ανηφορικής οδού ακολουθούσαν δύο ακόμη απλές κατοικίες και στην κορυφή το ρολόι της πόλης.
Δεν αναφέρω τις μεταπολεμικές πολυώροφες οικοδομές στην ίδια περιοχή, γιατί είναι σχετικά πρόσφατες και γνωστές.

------------------------------------------------

[1]. Ο γαιοκτήμονας Γεώργιος Τσάπανος καταγόταν από τη Φλώρινα και ήλθε στη Λάρισα περί το 1910. Αγόρασε μεγάλες αγροτικές εκτάσεις σε Γιάννουλη και Φαλάνη. Ήταν ένας από τους πρωτοπόρους στην ιδέα να εγκαταλειφθεί η ασύμφορη μονοκαλλιέργεια του σίτου και να αντικατασταθεί από άλλες, οι οποίες απέφεραν υψηλότερα εισοδήματα.
[2]. Ο Ηλίας Κύρκος είχε για πολλά χρόνια και την εκμετάλλευση του ξενοδοχείου «Μέγας Αλέξανδρος», ιδιοκτησίας Ηλία Κολέσκα, το οποίο βρισκόταν στη γωνία των οδών Ίωνος Δραγούμη και Βασιλίσσης Φρειδερίκης (σήμερα Σκαρλάτου Σούτσου), απέναντι από το Ισραηλιτικό Σχολείο.