Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

 

Εκδρομή μαθητών του «Διδασκαλείου Λαρίσσης» με τον Θεσσαλικό Σιδηρόδρομο (βίντεο)



Η αγαπημένη στήλη «Λάρισα, μια εικόνα, χίλιες λέξεις…» υπήρξε για χρόνια ένα από τα πιο ζωντανά παράθυρα της εφημερίδας προς την παλιά Λάρισα. Με την υπογραφή του ιστορικού Νίκου Παπαθεοδώρου, κάθε δημοσίευμα ξετύλιγε ένα κομμάτι της τοπικής μνήμης μέσα από σπάνιες φωτογραφίες και καλοδουλεμένη έρευνα.

Σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη δημοσίευση του κειμένου της Κυριακής 9 Ιανουαρίου 2022, επιστρέφουμε σε αυτή τη στήλη με σεβασμό στο έργο του δημιουργού της και με στόχο να ξανασυστήσουμε στο αναγνωστικό κοινό τις ιστορίες της πόλης μας.

Αναδημοσιεύουμε λοιπόν τα παλαιότερα άρθρα, συνοδευμένα από ψηφιακά ανανεωμένες φωτογραφίες, ώστε οι νεότεροι να τις γνωρίσουν και οι παλαιότεροι να τις θυμηθούν όπως δεν τις είδαν ποτέ. Η μνήμη της Λάρισας παραμένει ζωντανή όσο τη φροντίζουμε.

 Μια σπάνια στιγμή της παλιάς Λάρισας ζωντανεύει: οι μαθητές του Διδασκαλείου, με τις χαρακτηριστικές στολές και τα λευκά πηλήκια τους, ετοιμάζονται για την εκδρομή τους με τον Θεσσαλικό Σιδηρόδρομο προς τα Λεχώνια. Το επιστολικό δελτάριο των Πάλλη και Κοτζιά, χρονολογίας 1902, μετατρέπεται σε κινούμενη εικόνα, αποκαλύπτοντας την καθημερινότητα και τον ενθουσιασμό μιας ολόκληρης εποχής.

Εκδρομή μαθητών του «Διδασκαλείου Λαρίσσης» με τον Θεσσαλικό Σιδηρόδρομο

Στις 10 Οκτωβρίου 1882 έγινε με επισημότητα η έναρξη της λειτουργίας του Διδασκαλείου Αρρένων της Λάρισας. Το Διδασκαλείο ήταν ένα δημόσιο εκπαιδευτικό ίδρυμα, το οποίο προετοίμαζε τους απόφοιτους του Γυμνασίου επί τρία χρόνια να πάρουν την επίσημη πιστοποίηση ώστε να διορισθούν δάσκαλοι στη Θεσσαλία που μόλις είχε απελευθερωθεί, αλλά και σε διάφορα σχολεία των χριστιανικών κοινοτήτων της Μακεδονίας, η οποία ήταν ακόμη υπό τουρκική κατοχή. Το Διδασκαλείο θα λέγαμε ότι ήταν ο πρόδρομος των μετέπειτα Παιδαγωγικών Ακαδημιών. Με απόφαση της Νομαρχίας στεγάσθηκε στο ημιτελές κτίριο που είχε αρχίσει να κατασκευάζει το 1873 επί τουρκοκρατίας η χριστιανική κοινότητα της Λάρισας για να λειτουργήσει ως Γυμνάσιο, αλλά για οικονομικούς λόγους δεν είχε ολοκληρωθεί. Με την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα το 1881 το κτίριο ολοκληρώθηκε άμεσα από το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων και αποδόθηκε προς χρήση από το υπό ίδρυση Διδασκαλείο.

Κατά τα εγκαίνια λειτουργίας των μαθημάτων του εκπαιδευτηρίου αυτού, μίλησε ο διευθυντής του Παναγιώτης Π. Οικονόμου (1851-1931), εμπνευσμένος καθηγητής, με πλούσιο βιογραφικό και σπουδές στο εξωτερικό. Κατά στο διάστημα 1878-1882 υπηρετούσε ως διευθυντής του Προτύπου Δημοτικού Σχολείου Αθηνών, αλλά το 1882 η κυβέρνηση Χαρίλαου Τρικούπη τον διόρισε διευθυντή του νεοσύστατου Διδασκαλείου στη Λάρισα.

Οι μεταπτυχιακές σπουδές, η προηγηθείσα πείρα και η αναμφισβήτητη ικανότητα του Οικονόμου τον βοήθησαν να οργανώσει το νέο Διδασκαλείο σε υγιείς βάσεις, αλλά έπειτα από τρία χρόνια ευδόκιμης πορείας, το 1885 σταμάτησε προσωρινά τη λειτουργία του. Οι λόγοι της διακοπής είναι ασαφείς. Ίσως η μικρή προσέλευση σπουδαστών, μπορεί και ο αυστηρός χαρακτήρας του διευθυντού του. Ο Παναγιώτης Οικονόμου μετατέθηκε ως τμηματάρχης στο Υπουργείο Παιδείας και στη συνέχεια πέρασε από πολλά σχολεία της χώρας, αλλά η παραμονή του σε όλα ήταν συνήθως ολιγόχρονη.

Το 1891 το Διδασκαλείο άρχισε και πάλι να λειτουργεί, μέχρι και τον Απρίλιο του 1897. Η ελληνοτουρκική σύρραξη, η οπισθοχώρηση του στρατού μας και η φυγή προς νότον της πλειοψηφίας των κατοίκων της Λάρισας, οδήγησε στη διακοπή των μαθημάτων της. Επαναλειτούργησε τον Φεβρουάριο του 1899. Η νέα πορεία του Διδασκαλείου υπήρξε για κάποιο διάστημα ανοδική. Ο αριθμός των σπουδαστών αυξήθηκε, η επιστημονική πληρότητα των καθηγητών ήταν σπουδαία, οι εξωσχολικές δραστηριότητες των μαθητών της εντυπωσίαζαν τους Λαρισαίους και η πόλη απολάμβανε τα ευεργετικά αποτελέσματα της λειτουργίας ενός ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος. Όμως το 1907 το «Διδασκαλείον Λαρίσσης» σταματά να υπάρχει οριστικά.

Συμπερασματικά η διάρκεια ζωής του Διδασκαλείου διατηρήθηκε επί 25 χρόνια (1882-1907), με δύο ενδιάμεσες διακοπές οι οποίες κράτησαν οκτώ χρόνια. Ουσιαστικά όλο αυτό το διάστημα λειτούργησε συνολικά 17 σχολικές περιόδους. Όμως, παρά τη μικρή διάρκεια λειτουργίας του, η προσφορά σε έμψυχο υλικό εγκυκλοπαιδικά μορφωμένων και με εθνική συνείδηση δασκάλων ήταν πολύ μεγάλη. Στις αίθουσές του σφυρηλατήθηκαν νέοι οι οποίοι πέρα από τις σπουδές τους, εγκολπώθηκαν και την αγάπη προς τον ελληνισμό της Μακεδονίας. Και η παρουσία του αυτή δεν αποκλείεται να συνέτεινε στην προετοιμασία της μεγάλης νίκης των Ελλήνων κατά το 1912-13.

Η φωτογραφία η οποία συνοδεύει το σημερινό κείμενο είναι παλιά και σπάνια, με ελαφρό χρωματισμό. Εκδότης της είναι ένα από τα πρώτα βιβλιοχαρτοπωλεία των Αθηνών, των συνεταίρων Πάλλη – Κοτζιά, το οποίο γύρω στο 1900 άρχισε να κυκλοφορεί επιστολικά δελτάρια από διάφορες περιοχές της χώρας μας, μεταξύ των οποίων και της Λάρισας. Η συγκεκριμένη απεικονίζει αμαξοστοιχία εν στάσει, μπροστά στο κτίριο του σιδηροδρομικού σταθμού των Θεσσαλικών Σιδηροδρόμων. Καθώς ο φωτογράφος στοχεύει προς τα βαγόνια, από τα παράθυρα των οχημάτων προβάλλει μεγάλος αριθμός σπουδαστών με τις ομοιόμορφες στολές και τα άσπρα πηλήκια τους, καθώς και μερικοί από τους καθηγητές τους. Αναμένουν την αναχώρησή τους για μια ημερήσια εκδρομική εξόρμηση στα παράλια του Παγασητικού και συγκεκριμένα στα Λεχώνια. Κατευθύνονται στον Βόλο, όπου θα αλλάξουν σιδηροδρομικό συρμό και θα επιβιβαστούν στο τρενάκι του Πηλίου για να τους πάει στον προορισμό τους.

Η σιδηροδρομική γραμμή, όπως και η λειτουργία του Διδασκαλείου, ήταν από τα πρώτα έργα της ελληνικής κυβέρνησης στη νεοπροσαρτηθείσα περιοχή της Θεσσαλίας. Άρχισε να στρώνεται κατά τα τέλη του 1882 από τον Βόλο και ολοκληρώθηκε στη Λάρισα τον Ιούλιο του 1883. Το πλάτος μεταξύ των σιδηροτροχιών ήταν ένα μέτρο. Τα εγκαίνια της γραμμής καθυστέρησαν κάπως, επειδή η μεγάλη πλημμύρα του Πηνειού τον Οκτώβριο του 1883 προκάλεσε ζημιές στις σιδηροδρομικές γραμμές κοντά στη Λάρισα. Έγιναν τελικά στις 22 Απριλίου 1884. Ξεκίνησε η τελετή από τον σταθμό του Βόλου, παρουσία του Βασιλιά Γεωργίου Α’, μελών της βασιλικής οικογένειας, πολλών επισήμων, τραπεζιτών, δημοσιογράφων και επίλεκτων μελών της αθηναϊκής κοινωνίας, προσκεκλημένων του Θ. Μαυροκορδάτου, αφού η κατασκευή του δεν ήταν δημόσια αλλά ιδιωτική. Μετά την τελετή όλοι οι προσκεκλημένοι επιβιβάσθηκαν στην αμαξοστοιχία και σε 2 ώρες και 20 λεπτά έφθασαν στη Λάρισα, όπου τους υποδέχθηκαν στον σταθμό οι τοπικές αρχές και πλήθος κόσμου ενώ η στρατιωτική μπάντα παιάνιζε διάφορα εμβατήρια. Στη διαδρομή από τον σιδηροδρομικό σταθμό μέχρι και τα βασιλικά ανάκτορα, που βρίσκονταν ως γνωστόν στην περιοχή του σημερινού Δημοτικού Ωδείου, είχε παραταχθεί στρατός που απέδιδε τιμές. Αργά το μεσημέρι οι πολυάριθμοι προσκεκλημένοι παρακάθισαν σε γεύμα που παρέθεσε ο Θεόδ. Μαυροκορδάτος. Κατά τη διάρκεια του γεύματος εκφράσθηκαν ευχές για την ομαλή πορεία του έργου.

Η κατασκευή των κτιριακών εγκαταστάσεων των σταθμών άρχισε τον Μάρτιο του 1883, υπό την επίβλεψη του εργολάβου Θ. Πετρόχειλου. Το κτίριο του σταθμού στη Λάρισα ήταν πανομοιότυπο με το αντίστοιχο του Βόλου. Επειδή το τελευταίο διασώζεται και μάλιστα άριστα συντηρημένο, αντιλαμβάνεται κανείς την ομορφιά του κτιρίου του Θεσσαλικού σταθμού της Λάρισας. Αν και δεν ήταν πολύ μεγάλο σε μέγεθος, ήταν όμως εντυπωσιακό σαν κτίριο, χάρη στην ιδιότυπη αρχιτεκτονική του. Ήταν επίμηκες και στο μεγαλύτερο μέρος μονώροφο και μόνον το μεσαίο τμήμα του εμφάνιζε δεύτερο όροφο, ο οποίος στη στέγη κατέληγε σε τριγωνική μετώπη.

Ο σταθμός αυτός εξυπηρέτησε για πολλά χρόνια τη συγκοινωνία και τις μεταφορές μεταξύ Λάρισας και Βόλου. Από τον σεισμό του 1941 οι φθορές του δεν ήταν σοβαρές και επιδιορθώθηκαν άμεσα. Το 1955 οι Θεσσαλικοί Σιδηρόδρομοι κρατικοποιήθηκαν και συγχωνεύθηκαν με τους ΣΕΚ. Ο σεισμός του 1957 κατέστρεψε τον επάνω όροφο, ο οποίος γκρεμίστηκε και το όλο κτίσμα έγινε εξ ολοκλήρου ισόγειο και καλύφθηκε με νέα στέγη. Το 1960 οι ΣΕΚ διαπλάτυναν τη στενή γραμμή, την εναρμόνισαν με τα διεθνή πρότυπα και τη συνέδεσαν με τη γραμμή Αθηνών – Λαρίσης. Έτσι ο Σταθμός του Θεσσαλικού εγκαταλείφθηκε. Σήμερα διατηρείται το ισόγειο κτίσμα, τα ανοίγματα του οποίου έχουν αποφραχθεί με τσιμεντόλιθους. Αν επισκεφθεί κανείς την περιοχή θα αντικρίσει θαμμένα στη βλάστηση και στα χώματα απομεινάρια της παλιάς γραμμής και διάσπαρτα ερείπια από το κτίριο, μια εικόνα προκλητικής εγκατάλειψης.

 




Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

 

Λάρισα: Τότε και τώρα… Η βορειοανατολική γωνία της Ασκληπιού με την Παπακυριαζή




Τις δύο φωτογραφίες τις χωρίζουν 48 χρόνια.

Στην 1η φωτογραφία βλέπουμε την οικία Κατσίγρα. Πρόκειται για την παλιά κατοικία Πουλιάδη, απέναντι από την κλινική Κατσίγρα (νυν Ιατρική Σχολή) λίγο πριν δοθεί αντιπαροχή.
Όπως αναφέρει ο κ. Παπαθεοδώρου, σε δημοσίευμα του στην ΕΛΕΥΘΕΡΊΑ στις 24/12/2017: “Αρχιτεκτονικά το σπίτι διέθετε πολλά νεοκλασικά στοιχεία. Πάνω από την είσοδο βρισκόταν ένας περίτεχνος εξώστης με μαρμάρινα λεπτοδουλεμένα φουρούσια και μεταλλικό κιγκλίδωμα. Όμως εκείνο που χαρακτήριζε το αρχοντικό του Πουλιάδη ήταν μια κατακόρυφη τρίπλευρη προεξοχή του σπιτιού στο μέσον της ανατολικής όψης, σε ολόκληρο το ύψος της, η οποία ψηλά κατέληγε σε μια πυργοειδή κατασκευή. Ήταν ένα αρχιτεκτονικό στοιχείο που το προσδιόριζε και δεν το έχουμε συναντήσει σε κανένα άλλο αρχοντικό της Λάρισας. Στην όψη που έβλεπε προς την πλατεία υπήρχε και μια σιδερένια εξώπορτα η οποία μετά από ένα μικρό άνοιγμα οδηγούσε σε μια δεύτερη, βοηθητική είσοδο, η οποία βρισκόταν στην πυργοειδή προεξοχή. Ως χρονολογία κατασκευής αναφέρεται το έτος 1910.
Μετά τον θάνατο του Δημητρίου Πουλιάδη το αρχοντικό περιήλθε στην κυριότητα του ανεψιού του Αθανασίου Γουνιτσιώτη, ο οποίος διατηρούσε κατάστημα ψιλικών επί της οδού Ακροπόλεως (Παπαναστασίου σήμερα). Λόγω της στερεάς και επιμελημένης κατασκευής του ο σεισμός του 1941 δεν επέφερε στο κτίσμα σοβαρές ζημιές. Σύμφωνα με το συμβόλαιο αγοράς, ο ιατρός Γεώργιος Κατσίγρας έγινε κάτοχος του αρχοντικού αυτού στις 17 Σεπτεμβρίου 1952, με την προοπτική να το χρησιμοποιήσει σαν οικογενειακή του κατοικία και μάλιστα αφού το συντήρησε, προχώρησε εσωτερικά σε πολλές βελτιώσεις. Την περίοδο εκείνη (1952) η χειρουργική κλινική του Γεωργίου Κατσίγρα στεγαζόταν στο Μέγαρο Αλεξάνδρου επί της οδού Βενιζέλου. Το 1955 απέναντι από το σπίτι που είχε αγοράσει ο Κατσίγρας έκτισε την περίφημη ιδιωτική του κλινική. Το αρχοντικό του οποίου είχε αποκτήσει την ιδιοκτησία το χρησιμοποιούσε ως αναρρωτήριο, όταν η κλινική ήταν κορεσμένη από ασθενείς. Μετά τις χειρουργικές επεμβάσεις μετέφερε τους ασθενείς για ανάρρωση στο κτίριο του Πουλιάδη, ενώ στο ημιυπόγειο στέγαζε τα πλυντήρια και στεγνωτήρια. Όμως το κτίριο αυτό έπειτα από την σεισμική δόνηση του 1953, κτυπημένο προφανώς και από τους προηγούμενους σεισμούς, παρουσίασε μεγάλες ρωγμές και θεωρήθηκε επικίνδυνο.

Το οίκημα έμεινε για πολλά χρόνια ακατοίκητο και το 1975, όπως βλέπουμε και στην πρόσοψη του σπιτιού υπάρχει η ταμπέλα του μηχανικού – κατασκευαστή της υπό ανέγερση οικοδομής, του κου Απόστολου Σταθακόπουλου, δόθηκε για αντιπαροχή και στη θέση του υψώθηκε η εικονιζόμενη οικοδομή της 2ης φωτογραφίας.

Η σύγκριση αναπόφευκτη…

Θωμάς Ζ. Κυριάκος



Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

 Πηνειός ποταμός - Από τη θεϊκή του ύπαρξη στην πληγή του σήμερα και στην ελπίδα του αύριο.


Στην αρχή δεν ήταν ποτάμι. Ήταν θεός.

Ο Πηνειός γεννήθηκε από τον Ωκεανό και την Τηθύ, παιδί του πρώτου νερού και της αρχέγονης ροής. Στον λόγο του Ομήρου κυλούσε αργυροδίνης, με δίνες φωτεινές σαν ασήμι, και το όνομά του λεγόταν με σεβασμό, όπως λέγονται τα πράγματα που δεν ανήκουν στους ανθρώπους. Δεν ήταν απλώς νερό ήταν παρουσία. Ήταν πατέρας και γεννήτορας, μνήμη και μοίρα.
Από τα σπλάχνα της Πίνδου, εκεί όπου ο Λάκμος και τα Αντιχάσια ανοίγουν πληγές στην πέτρα, ο Πηνειός ξεκίνησε το μακρύ του ταξίδι. Δύο ρέματα, το Μαλακασιώτικο και το Μουργκάνι, ενώθηκαν σαν αδέρφια και του έδωσαν σώμα. Κι εκείνος άρχισε να κατεβαίνει. Διέσχισε τη Θεσσαλία από άκρη σε άκρη, 216 χιλιόμετρα ζωής, τρίτος σε μήκος στην Ελλάδα, πρώτος σε σημασία για τον κάμπο.
Πριν υπάρξει ο άνθρωπος όπως τον ξέρουμε, ο Πηνειός άνοιξε τον κόσμο. Όταν το ρήγμα των Τεμπών έσπασε το βουνό, τα νερά της αρχαίας θεσσαλικής λίμνης βρήκαν διέξοδο. Κι έτσι γεννήθηκε ο κάμπος. Η γη που θρέφει, ο τόπος που καρπίζει, ο χώρος όπου ο άνθρωπος έμαθε να σπέρνει και να περιμένει.
Στις όχθες του περπάτησαν μύθοι. Η Στίλβη, κόρη του Πηνειού, γέννησε τον Λάπιθο και τον Κένταυρο, δυο γενιές ανθρώπου και άγριου. Η Δάφνη, κυνηγημένη από τον Απόλλωνα, ζήτησε σωτηρία και ο πατέρας ποταμός τη μεταμόρφωσε σε δέντρο. Από τότε η δάφνη δεν είναι απλώς φυτό είναι μνήμη φυγής και προστασίας. Ο Υψέας βασίλεψε στους Λαπίθες, κι όλα έμοιαζαν να πηγάζουν από το ίδιο νερό.
Ο Πηνειός δεν ήταν ποτέ μόνος. Παραπόταμοι τον ακολούθησαν σαν συνοδοιπόροι ο Τιταρήσιος, ο Ενιπέας, ο Ληθαίος, ο Πορταϊκός, ο Παμίσος, ο Σοφαδίτης. Όλοι μαζί ύφαιναν ένα δίκτυο ζωής, μια λεκάνη που αγκάλιαζε σχεδόν δέκα χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα γης. Κάθε χρόνο, δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα νερού κυλούσαν σαν υπόσχεση.
Στις όχθες του φύτρωσαν πλατάνια και ιτιές, λεύκες και σκλήθρα, σφενδάμια που έσκυβαν στο νερό. Πουλιά βρήκαν καταφύγιο φιδαετοί και ξεφτέρια, μπούφοι και πελαργοί, σταχτοτσικνιάδες που στάθηκαν σαν σιωπηλοί φρουροί. Στο δέλτα, κοντά στο Στόμιο, η γη έγινε άμμος και θίνες, και το ποτάμι έμαθε να γίνεται θάλασσα.
Στους αιώνες άλλαξε όνομα. Στα βυζαντινά χρόνια τον είπαν Σαλαβριά. Ήταν δρόμος εμπορίου, πέρασμα ανθρώπων και ιδεών. Πάνω του χτίστηκαν γέφυρες, πλάι του υψώθηκαν εκκλησίες, όπως η Αγία Παρασκευή στις Τέμπες. Η κρεμαστή γέφυρα, έργο ανθρώπινης τόλμης, τον διέσχισε σαν λεπτή γραμμή ανάμεσα στις όχθες.
Και ύστερα ήρθε ο καιρός της πληγής.
Ο άνθρωπος, που κάποτε τον λάτρευε, άρχισε να τον ξεχνά. Λύματα πόλεων, απόβλητα κτηνοτροφίας, βιομηχανικά νερά, φάρμακα και ζιζανιοκτόνα κύλησαν μέσα του. Τα ψάρια άρχισαν να πεθαίνουν κατά χιλιάδες. Το νερό σκοτείνιασε. Το 2005, ο Πηνειός αναφέρθηκε ως ένας από τους πιο μολυσμένους ποταμούς της Ευρώπης. Ο θεός είχε γίνει αριθμοί και στατιστικά.
Ταυτόχρονα, το νερό του τραβήχτηκε βίαια από τα σωθικά του. Υπεραντλήσεις για να ποτιστούν δεκάδες χιλιάδες στρέμματα. Φράγματα και εγκιβωτισμοί. Η λίμνη Κάρλα χάθηκε και ξαναγεννήθηκε αλλοιωμένη. Το καλοκαίρι, η κοίτη του στένευε επικίνδυνα, σαν σώμα που αφυδατώνεται.
Κι όμως, ο Πηνειός δεν έπαψε να δίνει. Πότισε τον κάμπο, κράτησε ζωντανές καλλιέργειες, στήριξε μισό εκατομμύριο ανθρώπους. Μέχρι το 1986, έδινε και πόσιμο νερό στη Λάρισα. Έδινε, ακόμη κι όταν δεν του έμενε τίποτα.
Σήμερα, ο Πηνειός στέκει σε σταυροδρόμι. Δεν είναι πια θεός, μα δεν είναι και νεκρός. Είναι τραυματισμένος. Κι εκεί ακριβώς γεννιέται η ελπίδα. Η γνώση υπάρχει. Η ανάγκη είναι ξεκάθαρη. Ολοκληρωμένη διαχείριση, προστασία της λεκάνης του, έλεγχος της ρύπανσης, αποκατάσταση της φυσικής του ροής. Γεωργία που σέβεται το νερό. Τεχνολογία που παρακολουθεί, προειδοποιεί, προλαμβάνει.
Ο Πηνειός μπορεί να γίνει ξανά δάσκαλος. Να μάθει στα παιδιά τι σημαίνει ποτάμι. Να γίνει τόπος περιπάτου, παρατήρησης, μνήμης. Να ξανακουστούν στις όχθες του όχι μηχανές, αλλά πουλιά.
Γιατί οι θεοί δεν πεθαίνουν εύκολα. Υποχωρούν. Περιμένουν.
Κι αν ο άνθρωπος θυμηθεί ξανά ότι το νερό δεν του ανήκει, τότε ο Πηνειός δεν θα επιστρέψει απλώς ως ποτάμι. Θα επιστρέψει ως υπόσχεση.