Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014


Θεσσαλία: Υστερη αρχαιότητα και μεσαίωνας
* Από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου

Οι Βλάχοι στη Θεσσαλία -υπερφορολόγηση και «μούλτος»

ΛΑΡΙΣΑ ΚΑΙ ΝΙΚΟΛΙΤΖΑΔΕΣ: Είχαμε αναφερθεί σε παλαιότερο άρθρο μας στην άλωση της Λάρισας από τους Βουλγάρους του Σαμουήλ στα τέλη του 10ου αιώνα(1). Στο χρονικό του Κεκαυμένου γίνεται αναφορά σε διάφορα πρόσωπα πρωταγωνιστών είτε μεταξύ των πολιορκητών, είτε μεταξύ των πολιορκούμενων. Η παρουσία μεταξύ των τελευταίων της
οικογένειας του Νικουλιτζά ή Νικολίτση, στην οποία επετράπη από τους Βουλγάρους η αποχώρηση από την πόλη, φανερώνει ότι στη θεσσαλική πρωτεύουσα και στη γειτονική ύπαιθρο χώρα κατοικούσαν οικογένειες Βλάχων οι οποίες τον επόμενο αιώνα (11ο) γίνονται πολυπληθέστερες, ειδικά μάλιστα μετά και την κάθοδο των ομοφύλων τους από τη Δυτική Μακεδονία και την Ήπειρο. 
Οι Βλάχοι ήταν δίγλωσσος λαός που ομιλούσε την ελληνική και τη βλάχικη γλώσσα. Προέρχονται από αρχαία ελληνικά φύλα της Μακεδονίας και της Ηπείρου που εργάζονταν ως οροφύλακες (φύλακες των βουνών) ή βιγλάτορες και ως φύλακες της Εγνατίας Οδού, στην
υπηρεσία του ρωμαϊκού κράτους αναγκαζόμενοι,αυτοί και οι οικογένειές τους, να ομιλούν τη λατι-
νική γλώσσα (από την οποία προήλθε και το βλάχικο ιδίωμα). Στη συνέχεια, στην εποχή που αναφερόμαστε, οι περισσότεροι απ’ αυτούς έγιναν κτηνοτρόφοι με διπλή κατοικία, ορεινή το καλοκαίρι και πεδινή (γύρω από τη Λάρισα ή τα Τρίκαλα) το χειμώνα. Οι ορεινές εστίες τους, ως επί το πλείστον,βρίσκονταν στην Πίνδο, ενώ μικρότερες ομάδες εξέτρεφαν τα κοπάδια τους στις πλαγιές του Ολύμπου, της Όσσας αλλά και στην Όθρυ. Ο προαναφερθείς Βλάχος Νικολίτσης, αργότερα συνεργάστηκε με τους Βουλγάρους και γι’ αυτό τον λόγο συνελήφθη από το Βασίλειο Β’ στα Σέρβια και φυλακίστηκε.
Αυτός κατόρθωσε να αποδράσει, αλλά ξαναπιάστηκε για να δραπετεύσει και δεύτερη φορά. Όταν αργότερα, μετανοημένος για τη συμπεριφορά του, ζήτησε να παρουσιαστεί στον Βουλγαροκτόνο, εκείνος δεν τον δέχτη κε. Γιος αυτού του Βλάχου ηγεμόνα ήταν ο Δελφινάς Νικολιτζάς που έδρασε στα χρόνια της βασιλείας του Κων/νου Δούκα και του Ρωμανού
του Διογένη. Όταν, μετά το θάνατο του Βουλγαροκτόνου επανήλθε ο βουλγαρικός κίνδυνος, ο Βούλγαρος στρατηγός Λυτοβόης Διαβολίτης πολιόρκησε και κατέλαβε την ευρισκόμενη σε παρακμή Δημητριάδα (1040).
 Εν τω μεταξύ, κατά τη διάρκεια του 11ου αιώνα μεγάλο πλήθος Βλάχων νομάδων προερχόμενων από περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας και της Βόρειας Πίνδου εισχώρησαν ειρηνικά στην αραιοκατοικημένη τότε Θεσσαλία και εγκαταστάθηκαν με τα κοπάδια τους στις πλαγιές των βουνών που κυκλώνουν τη θεσσαλική πεδιάδα. Στους επόμενους μάλιστα αιώνες, η περιοχή θα ονομάζεται Μεγάλη Βλαχία, ή Μεγαλοβλαχία λόγω της ισχυρής παρουσίας του βλάχικου στοιχείου. Σύμφωνα με τον Εβραίο περιηγητή Βενιαμίν από την Τουδέλη της Ισπανίας (πέθανε το 1173) οι Βλάχοι των ορεινών περιοχών, βορείως της Λαμίας, ήταν λαός άγριος και εθνικός στο θρήσκευμα (ειδωλολάτρες).Βέβαια οι οικογένειες των αστικοποιημένων Βλάχων, όπως του Νικουλιτζά, είχαν ήδη ασπαστεί την Ορθόδοξη πίστη.
Η ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΜΟΥΛΤΟΥ: Στα χρόνια του Κων/νου Ι’ Δούκα (1059-1067), σπουδαίο ρόλο στην κοινωνία της Λάρισας έπαιζε ο γιος του Νικολίτζη, ο πρωτοσπαθάριος» Νικολιτζάς ο ονομαζόμενος και Δελφινάς εκ Λαρίσης. Ήταν η εποχή που οι κάτοικοι της Θεσσαλίας διαμαρτύρονταν κατά της σκληρής φορολογικής πολιτικής του αυτοκράτορα. Μάλιστα, έφτασαν στο σημείο, μαζί με τους κατοίκους των Φαρσάλων και άλλων πόλεων, να κάνουν στάση, την επονομαζόμενη στάση του «Μούλτου(2)»στα 1066, έχοντας με το μέρος τους τον «πρωτοσπαθάριο», ο οποίος θέλοντας και μη, πρωτοστάτησε στις διαμαρτυρίες. Φαίνεται πως οι στασιαστές κέρδισαν τις εντυπώσεις και, παρά την καταστολή της
στάσης, μετά τον θάνατο του Δούκα, στα χρόνια της Ευδοκίας (1067) και του Ρωμανού Δ’ Διογένη, λίγο πριν τη μάχη στο Ματζικέρτ, η φορολογία έγινε λιγότερο σκληρή.
Οι βασικοί φόροι στη Θεσσαλία μετά τον 9ο μ.Χ.αιώνα: έγγειος φόρος [φόρος για την ιδιοκτησία γης],εννόμιος (για τα οικόσιτα ζώα), συνωνή (για τα αγροτικά προϊόντα), παρακολουθήματα (έκτακτοι φόροι),δικέρατο (για την επισκευή των τοιχών της Κων/λης),εξάφολλο (για κοινωνοφελείς σκοπούς), επήρειες (αμοιβές φοροεισπρακτόρων), αγγαρείες (για όσους
τις εξαγοράζαν), νόμιστρο, καπνολόγιον, ορρική, μελισσωνόμιον (μετά το 1314), πρεβέντα μετά οίνου δόσεως (στρατιωτικός φόρος), σιτάρκεια (για τη φρουρά του κάστρου σε είδος ή χρήμα), κομμέρκιος,πενταμίδεια, παρθενοφθορίας (προορισμένος για ειδικά εγκλήματα, κατέληξε σε προσφορά προς τον εκάστοτε άρχοντα όταν παντρευόταν κάποια από τις «υπηκόους» του!).

Στο επόμενο άρθρο μας, την επόμενη Κυριακή,θα ασχοληθούμε με τη Φραγκοκρατία στη Θεσσαλία.

Ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου είναι δάσκαλος στο 32ο Δ. Σχ. Λάρισας - συγγραφέας
www.scribd.com/oikonomoukon

(1) Κων/νος. Αθ. Οικονόμου, Η Λάρισα και η θεσσαλική Ιστορία, τ. Γ’, Λάρισα 2008.

(2) Στη λατινική γλώσσα η λέξη «μούλτος» σημαίνει πολύ. Άρα η στάση ήταν κατά της πολλής φορολόγησης.

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014


Ο ναός του Αγίου Αθανασίου
...του νικολάου παπαθεοδώρου

Κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας η Λάρισα διέθετε μόνον έναν ενοριακό ναό, αυτόν του Αγίου Αχιλλίου. Βρισκόταν στο βορειοδυτικό μέρος πάνω στο λόφο της ακρόπολης, του Φρουρίου όπως τον ονομάζουμε όλοι σήμερα.Ιστορικά είναι διαπιστωμένο ότι την ίδια περίοδο υπήρχαν κάποια παρεκκλήσια σε διάφορα σημεία της πόλης, αλλά αυτά ήταν μετόχια και δεν  εξυπηρετούσαν τις χριστιανικές συνοικίες ενοριακά. Άλλωστε ο αριθμός των χριστιανών μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα ήταν αρκετά μειωμένος, επειδή «Οι Λαρισαίοι Τούρκοι είναι μισόχριστοι εις άκρο και θηριώδεις, δεν υποφέρουν να ιδούν άλλη θρησκεία και μάλιστα τη δική μας», όπως αναφέρουν οι Δημητριείς(1) το 1791. Υπήρχαν περίοδοι που ο μοναδικός ναός της πόλης δεν λειτουργούσε, είτε επειδή είχε πυρποληθεί (Ορλωφικά 1769), είτε επειδή  χρησιμοποιήθηκε για ένα διάστημα σαν αποθήκη όπλων και πυρομαχικών (1822- 1827
κατά διαστήματα) και οι χριστιανοί κάτοικοί της εκκλησιάζονταν στην Αγία Μαρίνα ή σε ναούς των γύρω χωριών.
Ο ιστορικός της Λάρισας Επαμεινώνδας Φαρμακίδης στο βιβλίο του «Η Λάρισα» έχει
καταγράψει αποφάσεις των ιεραρχών της Λάρισας (1831 με 1839) για ιερείς οι οποίοι εξυπηρετούσαν τους χριστιανούς στις ενορίες Αρναούτ και Σαρασλάρ μαχαλά(2) «επί το ψάλλειν
εν αυταίς, ευλογείν τε και αγιάζειν τους έν αυτή Χριστιανούς»(3) χωρίς να υπάρχει ναός. Ο
εκκλησιασμός των χριστιανών κατοίκων των συνοικιών αυτών, όπως και όλων των άλλων
συνοικιών της πόλης, γίνονταν αποκλειστικά στον Άγιο Αχίλλιο.
Όμως από τα μέσα του 19ου αιώνα, με τα σουλτανικά μεταρρυθμιστικά διατάγματα (Τανζιμάτ, 1856) δόθηκαν στους χριστιανούς κάποιες θρησκευτικές ελευθερίες. Από τη χρονολογία αυτή παρατηρούμε ότι επιτρέπεται η κωδωνοκρουσία στο ναό του Αγίου Αχιλλίου,η ρίψη του Σταυρού κατά την εορτή των Θεοφανίων από τον μητροπολίτη από τη γέφυρα του Πηνειού και η ανέγερση νέων ναών.
 Προηγείται ο Άγιος Νικόλαος (1857) και ακολουθούν το 1862 ο ναός των Αγίων Τεσσαράκοντα
Μαρτύρων, ο ναός του Αγίου Αθανασίου το 1869 και οι υπόλοιποι.Για τον ναό του Αγίου Αθανασίου έχει διασωθεί το πληρεξούσιο που υπέγραψαν το 1855 οι κάτοικοι των συνοικιών Αρναούτ και Σαρασλάρ για την κατασκευή του ναού(4), το οποίο έχει ως εξής:
«Σήμερον την 26 Φευρουαρίου του έτους χιλίου οκτακοσίου πεντηκοστού πέμπτου συνελθόντες οικειοθελώς άπαντες οι κάτοικοι του Αρναούτ και Σαρασλάρ Μαχαλά και συσκεφθέντες συνενέσει του Σεβασμιωτάτου Αγίου Λαρίσσης Κυρίου Στεφάνου, απεφασίσαμεν να οι-
κοδωμήσωμεν την εν τω Μαχαλά μας εκκλησίαν του Αγίου Αθανασίου. Προς τούτο δε το
θεάρεστον έργον διορίζομεν τους κυρίους Διονύσιον, Δημήτριον Σμυρλή, Αναγνώστην Μακρήν, Μιχαλόν Χ/Μέμου, Ιωάννην Θεολόγου,Αποστόλην Εμμανουήλ, Δημήτριον Δραμάνην και Αθανάσιον Τριανταφύλλου (οίτινες θέλουσι διορίσει και άλλους εν καιρώ ανάγκης) απολύτους πληρεξουσίους να φροντίσωσιν τόσον εις την είσπραξιν των συνεισφορών όσον και λοιπάς (εννοεί δωρεάς) μέχρι της αποπερατώσεως της οικοδομής ταύτης. Διό και υπεγράφη το παρόν παρ’ όλων των Μαχαλιωτών και εδόθη εις χείρας των κυρίων πληρεξουσίων. Και υποφαινόμεθα.Την εικοστήν έκτην (26) Φευρουαρίου 1855. Αρναούτ Μαχαλά Λαρίσσης». Ακο-
λουθούν είκοσι μία (21) υπογραφές μαρτύρων.Προηγούνται οι ιερείς Παπαπόστολος και Κων-
σταντίνος του Αρναούτ Μαχαλά και έπονται οι υπόλοιποι, όλοι κάτοικοι των δύο ενοριών.
Θα σχολιάσουμε στην αρχή ορισμένα ονόματα που διαβάζουμε στο πληρεξούσιο:

-Μητροπολίτης Λαρίσης το 1855 ήταν ο Στέφανος Β’ (1853-1870) από το Αϊβαλί (Κυδωνιές
της Μ. Ασίας) αυστηρός τηρητής των εκκλησιαστικών τύπων. Μετά την εξόδιο ακολουθία το 1870, ενταφιάσθηκε πίσω από το ιερό της Βασιλικής του Αγίου Αχιλλίου.
- Ο αναφερόμενος ως Διονύσιος πιστεύεται ότι είναι ο μετέπειτα δήμαρχος Διονύσιος Γαλάτης (1887-1895) από την Ιθάκη. Εγκαταστάθηκε στη Λάρισα από πολύ νωρίς στη συνοικία
Αρναούτ και ασχολήθηκε με την εμπορία του σίτου. Το1877 ήταν προξενικός πράκτορας της
Γαλλίας.
-Από τα άλλα ονόματα γνωστά είναι των Μιχ. Χατζημέμου, Ιω. Σκεμπέ, Δημ. Φαρμακίδη.

Εδώ πρέπει να τονισθεί ότι πολλές οικογένειες της αστικής κοινωνίας της Λάρισας προτιμούσαν κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας να κατοικούν στη συνοικία Αρναούτ, μακριά από το κέντρο της πόλης, γιατί εκεί είχαν τα κονάκια τους οι Τούρκοι μπέηδες.
Τα εγκαίνια του ναού του Αγίου Αθανασίου έγιναν το 1869, αφού κατά τη διάρκεια της κατασκευής το «εκ θεμελίων» όπως αναφέρει ο Επαμ. Φαρμακίδης, οι εργάτες και οι επίτροποι
δέχονταν κατάρες, επιθέσεις και λιθοβολισμούς από τους Οθωμανούς της περιοχής, οι οποίοι
με τον τρόπο αυτό προσπαθούσαν να αποτρέψουν την ομαλή συνέχιση του έργου. Πρώτοι
επίτροποι του ναού αναφέρονται ότι ήταν οι Γεώργιος Φαρμακίδης, Κωνσταντίνος Σηλυβρίδης Αριστ. Χατζημέμος, Παναγιώτης Κουκουτάραςκαι Γεώργιος Κόμης(5).

Η αρχική αρχιτεκτονική του μορφή δεν μας είναι γνωστή. Την περίοδο εκείνη κτίσθηκαν μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, οι ναοί του Αγίου Νικολάου, του Αγίου Κωνσταντίνου, των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων και της Ζωοδόχου Πηγής, οι οποίοι είχαν τον ρυθμό τρίκλιτης βασιλικής, ενώ για τον Άγιο Χαράλαμπο δεν γνωρίζουμε την αρχική του μορφή, γιατί το 1897 πυρπολήθηκε από τους Τούρκους στον ελληνοτουρκικό πόλεμο και ανοικοδομήθηκε εκ νέου το 1901 από το κληροδότημα του Ανδρέα Συγγρού σε ρυθμό σταυροειδή με τρούλο. Για τον Άγ. Αθανάσιο απλώς γνωρίζουμε από δημοσιεύματα εφημερίδων της Λάρισας ότι κατά το τέλος του 19ου αι. βελτιώθηκε αισθητικά. Λογικά η αρχική μορφή του 1869 θα πρέπει να ήταν όπως και των άλλων ναών της εποχής εκείνης, δηλ. μικρή τρίκλιτη βασιλική. Το 1925, προφανώς επειδή ο ναός ήταν απλός και ανεπαρκής ώστε να εξυπηρετεί τις ανάγκες της ενορίας, ξανακτίσθηκε από
την αρχή(6). Εντοπίσθηκε μια φωτογραφία του ναού αυτού προπολεμική (1930-1935) από επι-
στολικό δελτάριο του Νικόλαου Κουρτίδη από την Αθήνα. Ο φωτογράφος ανέβηκε στον Υδα-
τόπυργο και από εκεί αποτύπωσε από μακριά το δυτικό τμήμα της Λάρισας. Ο ναός του Αγί-
ου Αθανασίου διακρίνεται καθαρά να ακολουθεί αρχιτεκτονικάτον ρυθμό σταυροειδούς βασιλικής με τρούλο και να έχει μόνο ένα κωδωνοστάσιο στη βορειοδυτική γωνία. Δεξιότερα
του ναού διακρίνεται και το κτίριο του 7ου Δημοτικού Σχολείου, το οποίο κτίσθηκε κατά τη τρίτη δημαρχιακή θητεία του Μιχ. Σάπκα (1929-1934)(7). Η ζωή του ναού αυτού ήταν σύντομη, μόνον 16 χρόνια. Καταστράφηκε ολοκληρωτικά από το σεισμό του 1941 και ο ναός προσωρινά στεγάσθηκε σε αίθουσες του διπλανού σχολείου κατάλληλα διαρρυθμισμένες.
Ο σημερινός μεγαλοπρεπής ναός του Αγίου Αθανασίου εγκαινιάσθηκε το 1987.

Σημειώσεις
(1). Δανιήλ Φιλιππίδης-Γρηγόριος Κωνσταντάς,Γεωγραφία Νεωτερική, Εν Βιέννη (1791), επανέκδοση του 1988, σ. 169.

(2). Αρναούτ μαχαλάς ήταν η σημερινή συνοικία του Αγίου Αθανασίου και Σαρασλάρ μαχαλάς
η περιοχή μεταξύ Αγίου Αθανασίου και της γέφυρας, κατά μήκος της δεξιάς όχθης του Πηνειού.

(3). Φαρμακίδης Επαμεινώνδας, Η Λάρισα, από των μυθολογικών χρόνων μέχρι της προσαρτή-
σεως αυτής εις την Ελλάδα (1881), Βόλος (1926)σ. 264-267.

(4). Γουργιώτης Γιώργος, Μικρά Μελετήματα.Κοινοτικά έργα στη Θεσσαλία τα τελευταία χρόνια πριν από την προσάρτηση,Αθήνα (2000) σ. 136-143.

(5).Φαρμακίδης Επαμεινώνδας, Η Λάρισα, από των μυθολογικών χρόνων μέχρι της προσαρτή-
σεως αυτής εις την Ελλάδα (1881), Βόλος (1926)σ. 19.

(6). Αβραμόπουλος Μιχ.- Βουτσιλάς Βασ., Λάρισα, Λάρισα (1962) σ. 54.

(7). Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Μιχαήλ Σάπκας, ο ευπατρίδης πολιτικός (1873-1956), Λάρισα
(2013) σ. 135.

(πηγή.ελευθερία λάρισας)

Το αλάτι: το «ψυγείο» της αρχαιότητας

Αναρτήθηκε από τον/την olympiada στο Ιανουαρίου 8, 2014
Η αρχαία ελληνική λέξη «ο άλς» ( γεν. του άλατος) δεν πρέπει να συγχέεται με το « η άλς», γεν. της αλός (: η θάλασσα), αν και αυτές οι δύο λέξεις ανήκουν στην ίδια οικογένεια. Από το θέμα αλ. παρήχθησαν οι λέξεις: θάλασσα, αλιεύς, Άλιμος, αλυκή, άλμη, αιγιαλός (> μεσ. : γιαλός), παραλία, Αγχίαλος, Αλόνησος και πολλές άλλες. Με την ίδια ρίζα πέρασε και στα λατ.: als, ιταλ. :sale, γαλλ. :sel, αγγλ.: salt, γερμ.:salz
Χωρίς το χλωριούχο νάτριο ο άνθρωπος δε θα μπορούσε να ζήσει. Το αλάτι μπορεί να είναι είτε ορυκτό, είτε
θαλασσινό. Το θαλασσινό αντλείται, με εξάτμιση, από τις αλυκές. Γνωστές στην αρχαιότητα ήταν οι αλυκές της Αναβύσου, της Βραυρώνας, των Μεγάρων. Σήμερα, λειτουργούν και στην Καλλονή, Πολυχνίτου (Λέσβος), Κίτρους ( Πιερίας), Μεσολόγγι, Λευκάδα, Μήλο. Oι Έλληνες και οι Ρωμαίοι προσέφεραν το αλάτι στις θυσίες προς τους θεούς. Ήταν σύμβολο λεπτότητας, χάριτος και ευθυμίας (απ΄εδώ, ίσως, η μεταγενέστερη φράση της Κ. Διαθήκης : «υμείς έστε το άλας της γης»). Στην αρχαιότητα ήταν γνωστή και η φράση το «Αττικό άλας» ( για να δηλώνει το λεπτό και ευφυές Αττικό Πνεύμα)

Τα αλίπαστα  (τα ταρίχη)
Το αλάτι, αν και δεν έχει αντισηπτικές ιδιότητες έχει, όμως, ασηπτικές και γι αυτό δεν επιτρέπει την ανάπτυξη μικροργανισμών. Έτσι, από την αρχαιότητα, το χρησιμοποιούσαν για τη συντήρηση των τροφίμων. Το αλάτι ήταν το «ψυγείο» της αρχαιότητας, τα αλίπαστα (ή τα ταρίχη) ήταν για τους αρχαίους τα «κατεψυγμένα» ψάρια της εποχής μας.
Οι Αρχαίοι Αθηναίοι υπερεκτιμούσαν τα αλίπαστα ψάρια, τα οποία εισήγαγαν από την Ισπανία, τη Σικελία, του Εύξεινου Ποντου. Ο Αιλιανός (XVIII, 32) περιγράφει τη μεταφορά των οξυρύγχων της Κασπίας: «με καμήλες μέχρι τον Εκβάντα ποταμό και απ΄ εκεί με πλοία μέχρι τα λιμάνια μας». Πάστωναν, κυρίως, τον τόννο, τον οξύρυγχο, την παλαμίδα, το σκόμβρο, τη ζύγαινα, τη σφυρίδα (κεστρεύς), τον κολιό κ.α.. Το να τρως αλίπαστα μεταξύ των εδεσμάτων ήταν δείγμα ευπορίας (τα ταρίχη καλής ποιότητας ήταν πανάκριβα, ο «τάριχος αντακαίος» ήταν κάτι αντίστοιχο με το σημερινό χαβιάρι (< ταριχαβγιάριον < ταριχος + αβγό) και προερχόταν  από την επεξεργασία του αντακαίου, από τον Δούναβη ή τον Δνείπερο. Η Πυθιονίκη έγινε τραγούδι (ζηλόφθονο), στην αρχαία Αθήνα, γιατί είχε εραστές τους γιούς ενός ταριχοπώλη και τις έφερναν άφθονα ταρίχη.
Αντίθετα, ήταν φτηνά τα παστά δεύτερης διαλογής: «ο ημίνηρος ή ημιτάριχος», για τον οποίο χρησιμοποιούσαν τη μισή ποσότητα αλατιού. Φτηνός, επίσης, ήταν και «ο ακρόπαστος», (δηλαδή, ο πολύ ελαφρά αλατισμένος τάριχος). Ο φτωχός λαός έτρωγε τα «ουραία ταρίχη», δηλαδή το παστό από την ουρά του ψαριού. Στον Ξενοκράτη διαβάζουμε ότι έτρωγαν τα ταρίχη ωμά (συνήθως), αφού τα βουτούσαν στο γλυκό νερό και τα συνόδευαν με ρίγανη. Τα πιο νόστιμα αλίπαστα ήταν αυτά που προέρχονταν από νεαρά, άπαχα ψάρια: «τα ωραία ταρίχη». Αυτά τα τελευταία τα τηγάνιζαν, τους έριχναν διάφορα καρυκεύματα και τα «έσβηναν» με άσπρο κρασί. Οι πολλές ποικιλίες των ταρίχων φανερώνουν την εκτίμηση που έτρεφαν σ’ αυτά οι Αρχαίοι Έλληνες : «ο λεπιδωτός τάριχος» ( με τα λέπια), «ο τιλτός τάριχος» (χωρίς λέπια),  «ο ωμοτάριχος» (το μέρος του ψαριού γύρω από τον ώμο, το κεφάλι), «το υπογάστριον».
Κυρίως, όμως, φέρνουν κοντά μας έναν λαό γεμάτο ζωή και δημιουργικότητα, την αστείρευτη δύναμη του ανθρώπου για επιβίωση και δημιουργία, μια Ελλάδα ανθρώπινη (που  γλεντάει και γεύεται όλα τα καλά του κόσμου και μάλιστα χωρίς   τις δικές μας τεχνολογικές ανέσεις), μια ζεστή ανάσα του παρελθόντος, διαφορετική από τον βαρύγδουπο Ακαδημαϊσμό των σχολείων μας, που οδήγησαν πολλές γενιές στα πιο βαθιά …χασμουρητά

Πρωτεύς – Άλιος Γέρων Ο Γέρος της Θάλασσας

Αναρτήθηκε από τον/την olympiada στο Ιανουαρίου 8, 2014
Τον Πρωτέα τον συναντάμε σε διάφορους αρχαίους Ελληνικούς μύθους. Ήταν θαλάσσιος δαίμονας, ήρωας, ακόμα και βασιλιάς. Το όνομα «Πρωτέας» είναι μια αρχαία λέξη… που σημαίνει «πρώτος», «πρωτόγονος» και «πρωτογέννητος». Αν αυτό συνδυαστεί με την ικανότητα του Πρωτέα να παίρνει όποια μορφή θέλει, φτάνουμε ίσως στη βαθύτερη κατανόηση του μύθου. Ο Πρωτέας είναι μια πρώτη μορφή ύλης που διαδοχικά μεταμορφώνεται και δημιουργεί όλες τις άλλες μορφές που αποτελούν τον κόσμο. Είναι η αρχική ουσία, που οι διαφορετικές εκδοχές της έφτιαξαν τα μέρη του σύμπαντος, ο «πρώτος» δαίμονας.
Μύθοι
Θεός της Θάλασσας 
Οι ναυτικοί τον αποκαλούσαν συχνά «Γέροντα της θάλασσας», όπως άλλωστε και τον Φόρκυ, τον Νηρέα, τον Τρίτωνα και τον θεωρούσαν προστάτη στα ταξίδια τους. Όπως μας λέει ο Όμηρος, ήταν υποτακτικός του Ποσειδώνα και γνώριζε όλα τα βάθη της θάλασσας και τα μυστικά τους. Επίσης, ήταν προικισμένος με μαντικές ικανότητες και μπορούσε να μεταμορφώνεται σε ό,τι ήθελε, σε ζώο, σε φυτό, σε πουλί, ακόμη και σε φωτιά ή σε νερό. Σύμφωνα με το μύθο, ο Πρωτέας είχε ανατολίτικη καταγωγή. `Αλλοι έλεγαν πως είχε έρθει από τη Φοινίκη μαζί με τον Κάδμο όταν ο Κάδμος αναζητούσε την αδερφή του, την Ευρώπη, που την είχε απαγάγει ο Δίας. Ο Πρωτέας έφτασε τελικά μέχρι την Παλλήνη της Χαλκιδικής. Γνωρίστηκε με το βασιλιά της Σιθωνίας Κλίτο, που τον βοήθησε να ιδρύσει δικό του βασίλειο, διώχνοντας από τη Βισαλτία, μια περιοχή της Θράκης, τους παλιούς άγριους κατοίκους της. Ο Κλίτος του έδωσε επίσης την κόρη του Χρυσονόη για γυναίκα.
Ο Πρωτέας έζησε ειρηνικά στο βασίλειό του, ώσπου ένα τραγικό συμβάν τον τάραξε. Όταν κάποτε ο Ηρακλής πέρασε από εκεί, μονομάχησε με τους δυο γιους του Πρωτέα, τον Πολύγονο (ή Τμώλο) και τον Τηλέγονο, τους οποίους και σκότωσε. Ο Πρωτέας δεν άντεξε και από τη λύπη του έπεσε στη θάλασσα. Οι θεοί τον σπλαχνίστηκαν και τον έκαναν αθάνατο θεό των νερών. Έλεγαν ότι ο Πρωτέας ήταν πάντα ανέκφραστος, ούτε μιλούσε, ούτε γελούσε ποτέ.
Ο Πρωτέας από την Αίγυπτο 
Από άλλο μύθο μαθαίνουμε ότι πατρίδα του μπορεί εξίσου να θεωρηθεί και η Αίγυπτος. Λέγεται πως από εκεί ήρθε ο Πρωτέας στη Θράκη, παντρεύτηκε μια νύμφη, την Κορώνη, κι απέκτησε μαζί της δυο γιους. Εκείνοι, όμως, έκαναν κατάχρηση της εξουσίας που είχαν στα χέρια τους και διέπρατταν αδικήματα. Ανάγκαζαν τους ταξιδιώτες να παλεύουν μαζί τους και στο τέλος τους σκότωναν. Ο Πρωτέας αηδιασμένος και νιώθοντας ντροπή για τη συμπεριφορά τους, ζήτησε από τον Ποσειδώνα να τον γυρίσει πίσω στην Αίγυπτο. Ο θεός άκουσε την παράκλησή του και αποφάσισε να τον βοηθήσει, φτιάχνοντάς του ένα δρόμο μέχρι την Αίγυπτο. Ο δρόμος αυτός περνούσε πάνω από τη θάλασσα κι έτσι ο Πρωτέας έφτασε μέχρι εκεί δίχως καν να βραχεί.
Ο Πρωτέας και ο Μενέλαος 
Στην Οδύσσεια ο Όμηρος αναφέρει ότι ο Πρωτέας κατοικούσε στο νησάκι Φάρος στις μεσογειακές ακτές της Αιγύπτου, στις εκβολές του Νείλου. Όταν ο Μενέλαος επέστρεφε από την Τροία, έχοντας μαζί του την Ωραία Ελένη, οι δυνατοί άνεμοι του Αιγαίου τους έφεραν στην Αίγυπτο. Εκεί ο Μενέλαος συνάντησε τυχαία τη σοφή και πρόθυμη κόρη του Πρωτέα, την Ειδοθέα, που του έδωσε οδηγίες για το πώς θα μπορούσε να αποσπάσει από τον πατέρα της χρήσιμες πληροφορίες για το ταξίδι της επιστροφής. Η Ειδοθέα του αποκάλυψε ακόμη ότι ο πατέρας της θα μπορούσε να του πει τι έχει συμβεί στο σπίτι του, ευχάριστο ή δυσάρεστο, όσο αυτός ήταν μακριά.
Ο Μενέλαος στη συνέχεια εφάρμοσε το εξής τέχνασμα, ακολουθώντας τις συμβουλές της: ο ίδιος και άλλοι τρεις σύντροφοί του ντύθηκαν με φρεσκογδαρμένα δέρματα φώκιας και ξάπλωσαν ανάμεσα στις φώκιες του Πρωτέα το καταμεσήμερο.
Αυτή ήταν η ώρα που, όπως όλα τα δαιμονικά της θάλασσας, ο «γέροντας» έβγαινε από το νερό. Συνήθιζε να ξαπλώνει κάτω από μια φαρδιά σπηλιά, ανάμεσα στο κοπάδι του, που κοιμόταν αναδίνοντας τη μυρωδιά του αλμυρού βυθού και της αβύσσου.
Όταν ο Πρωτέας βγήκε από το πέλαγος, μέτρησε τις φώκιες του, αλλά δεν υποψιάστηκε την παγίδα και χώθηκε ανάμεσά τους. Μόλις αποκοιμήθηκε, ο Μενέλαος τον άρπαξε μαζί με τους συντρόφους του και τον κράτησαν σφιχτά. Ο Πρωτέας προσπαθούσε να τους ξεφύγει και μεταμορφώθηκε σε λιοντάρι, σε δράκο, σε τίγρη, σε κάπρο, έπειτα σε δέντρο ακόμη και σε νερό. Εκείνοι, όμως, δεν πτοήθηκαν και δε σταμάτησαν να παλεύουν μαζί του, παρά μόνο αφού άρχισε να παίρνει πάλι τη μορφή που είχε πριν αποκοιμηθεί.
Τότε ο Πρωτέας εξαντλημένος, απάντησε στις ερωτήσεις του Μενέλαου, που έτσι έμαθε πως, για να του φανερώσουν οι θεοί το δρόμο της επιστροφής, έπρεπε να ανεβεί τον Νείλο και να τους προσφέρει εκατόμβη, δηλαδή θυσία εκατό βοδιών. Επίσης, ότι δεν του ήταν γραφτό να πεθάνει, γιατί ο Δίας τον θεωρούσε γαμπρό του, λόγω της Ελένης, και θα του φερόταν πολύ ευνοϊκά· θα τον οδηγήσει μετά θάνατο στα Ηλύσια πεδία.
Τέλος, ο Πρωτέας τον πληροφόρησε και για την τύχη του αδερφού του, του Αγαμέμνονα, που είχε δολοφονηθεί, καθώς και για τους συμπολεμιστές του στην Τροία, τον Οδυσσέα και τον Αίαντα το Λοκρό.
Ο Πρωτέας βασιλιάς της Αιγύπτου 
Ο Ηρόδοτος αναφέρει μια παράδοση που ο ίδιος άκουσε στην Αίγυπτο: ότι ο Πρωτέας δεν ήταν στοιχειό της θάλασσας, αλλά βασιλιάς της Αιγύπτου, την εποχή του Τρωικού πολέμου. Έδρα του ήταν η Μέμφιδα κι έργο του η προστασία των αδικημένων, ενώ δεν είχε μαντικές ικανότητες. Όταν οι άνθρωποί του του έφεραν υπόδικο τον Πάρη, μαζί με την Ελένη και τους θησαυρούς του Μενέλαου, ο Πρωτέας τον φιλοξένησε· επειδή δεν ήθελε να σκοτώνει τους ξένους που έρχονταν στη χώρα του, τον άφησε στο τέλος να πάει πίσω στην Τροία, κράτησε όμως στην Αίγυπτο την Ελένη και το θησαυρό.
Οι Έλληνες πήγαν στην Τροία για να διεκδικήσουν την κλεμμένη βασίλισσα, οι Τρώες απάντησαν πως δε βρισκόταν μαζί τους, όπως και ήταν η αλήθεια, οι Έλληνες αρνήθηκαν να τους πιστέψουν και ο πόλεμος άρχισε.
Μόνο μετά το τέλος του πολέμου και την πτώση της Τροίας οι Έλληνες διαπίστωσαν την απουσία της Ελένης και ο Μενέλαος πήγε στη χώρα του Πρωτέα, για να φέρει πίσω γυναίκα και βιος. Επέστρεψε, έτσι, πίσω στην πατρίδα του δικαιωμένος.
Ο Πρωτέας και ο Τρωϊκός πόλεμος 
Ο Ευριπίδης στην τραγωδία του «Ελένη» αναφέρει μια ακόμη εκδοχή του μύθου του Πρωτέα: πως η Ελένη δε βρέθηκε στην Αίγυπτο ούτε επειδή ο Πάρης την έφερε, ούτε επειδή ο Πρωτέας την κράτησε. Αυτό που συνέβη ήταν ότι οι ίδιοι οι θεοί τη μετέφεραν εδώ με τη βοήθεια του Ερμή και την εμπιστεύθηκαν στον Πρωτέα. Ο Πάρης, με ένα τέχνασμα των θεών, δε μετέφερε στην Τροία παρά ένα ομοίωμά της από σύννεφο. Κάποια στιγμή ο Πρωτέας πέθανε και στο θρόνο της Αιγύπτου τον διαδέχτηκε ο γιος του Θεοκλύμενος, που πίεζε όμως επίμονα την Ελένη να γίνει γυναίκα του. Εκείνη, απελπισμένη, κατέφυγε στον τάφο του Πρωτέα και εκεί τη βρήκε ο Μενέλαος, που είχε στο μεταξύ φτάσει καραβοτσακισμένος στην Αίγυπτο. Μετά από λίγο οι δυο σύζυγοι αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλο, ο κίνδυνος όμως που διατρέχουν είναι μεγάλος, γιατί ο Θεοκλύμενος δεν ήταν φιλόξενος κι ευσπλαχνικός, όπως ο πατέρας του: συνήθιζε να σκοτώνει όλους τους ξένους. Τότε και εδώ επεμβαίνει η Ειδοθέα, η επινοητική και καλόψυχη κόρη του Πρωτέα, που καταστρώνει σχέδιο διαφυγής για το ζευγάρι.
Το ορόσημο του κόσμου.
Βλέπουμε ότι το όνομα του Πρωτέα συνδέεται κυρίως με δυο περιοχές, τη Χαλκιδική και την Αίγυπτο. Ως προς την πρώτη δικαιολογημένα τον φαντάζονταν εκεί, επειδή από τα πολύ παλιά χρόνια ήδη η Χαλκιδική φημιζόταν για τις ακτές και το θαλάσσιο πλούτο της· ήταν πολύ ταιριαστή για έναν τέτοιο θαλάσσιο θεό. Όσο για την Αίγυπτο και το νησί Φάρος, βρίσκονταν στα αφρικανικά παράλια, που αποτελούσαν τα όρια του τότε γνωστού κόσμου προς την Ανατολή. Οι αρχαίοι, λοιπόν, τοποθετούσαν τον Πρωτέα ως ορόσημο στην άκρη του κόσμου, όπως τον Άτλαντα στη δύση, στο στενό του Γιβραλτάρ.

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014

Ιησούς προς Έλληνες : «ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθεί ο υιός τού ανθρωπου»

154 μ.Χ
«Ακάματος φύσις Θεού γεννήσεται ουκ έχουσα αρχήν. Εξ αυτού δε ο πανσθενής ουσιούται Λόγος», «Ακατάβλητος φύσις Θεού θα γεννηθεί που δεν έχει αρχήν. Από αυτόν λοιπόν αποκτά ουσία ο παντοδύναμος Λόγος».

Ο Αριστοτέλης θεωρείται το πολυμαθέστατο πνεύμα όλων των αιώνων. Στις γνώσεις του περικλείεται κάθε επιστήμη και ανθρώπινη σοφία. Φυσική, μετεωρολογία, αστρονομία, ανθρωπολογία, φιλοσοφία, λογική, μεταφυσική ήσαν περιοχές της επιστήμης με τις οποίες ασχολήθηκε ο Αριστοτέλης.

Μολονότι έζησε 400 χρόνια προτού να έρθει ο Χριστός στον κόσμο, εν τούτοις πίστευε στο θεό, κυβερνήτη και δημιουργό του κόσμου. Ιδού η σειρά των σκέψεών του: Στον κόσμο παρατηρούμε παντού την κίνηση και τη μεταβολή. Κάθε κίνηση έχει άλλη κίνηση ως αιτία. Προχωρώντας έτσι προς τα πίσω, φθάνουμε στην αρχική κίνηση. Αυτή όμως δεν μπορεί να υπόκειται σε κίνηση έξωθεν και σε μεταβολή. Άρα πρέπει να δεχθούμε μία αρχήν ακίνητον και αναλλοίωτον. Την αρχή αυτή την ονόμασε ο Αριστοτέλης «πρώτο κινούν». Και τούτο είναι το «κινούν ακίνητον», δηλαδή ο Θεός, ο οποίος είναι η αιώνια και αμετακίνητος αρχή.

Πρόδρομος τού Χριστιανισμού
Ο Αριστοτέλης και άλλοι φιλόσοφοι μίλησαν για έναν θεό, αιώνιο, δημιουργό και κυβερνήτη του Σύμπαντος κόσμου. Οι φιλόσοφοι αυτοί θεωρούνται και είναι οι πρόδρομοι και διδάσκαλοι τού χριστιανισμού.

Ο βασικός λόγος που η Ορθοδοξία και το Βυζάντιο τίμησαν τον Αριστοτέλη, τοποθετώντας εικόνες του στους πρόναους των ιερών ναών, ήταν η αναγωγή της σκέψης του φιλοσόφου προς ένα πρωταρχικό αίτιο κίνησης των σωμάτων του κόσμου, ενός σώματος ως πρώτου αιτίου. Του ενός Θεού.
Πρώτος που αναγνώρισε το βάθος, τον πλούτο και τη μεγάλη αξία και αποστολή που έχει για ολόκληρο τον κόσμο η φιλοσοφία και ο πλούτος της γλώσσας των προγόνων μας, υπήρξε ο Ιησούς Χριστός.

Όταν τον πληροφόρησαν οι μαθητές του ότι τον ζητούν Έλληνες αναφώνησε ευχαριστημένος «ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθεί ο υιός τού άνθρωπου» (Ιωάν.12, 20-23), εννοώντας βέβαια την αναγνώριση και την αξία που θα ’δινε στη διδασκαλία του η ελληνική φιλοσοφία και η πλούσια ελληνική γλώσσα. Αφού όταν αργότερα θ’ αποστείλει τους μαθητές του στα πέρατα της γης για να κηρύξουν και μαθητεύσουν «πάντα τα έθνη», είχε φροντίσει από πριν να ομιλείται η ελληνική γλώσσα σε ολόκληρο τον τότε γνωστό κόσμο με τον Έλληνα Μακεδόνα Μεγάλο Αλέξανδρο και ακόμη επέτρεψε να γραφεί η διδασκαλία του στην ιερή πλέον γλώσσα των ελλήνων, τη γλώσσα μας.


Εδώ να επισημάνουμε και την πληροφορία τού καθηγητή Ε. Πρόκου όταν το 1974, ως επίτιμος καθηγητής Πανεπιστημίου είχε μπεί στις βιβλιοθήκες του Βατικανού ιστοριοδιφώντας, ανακάλυψε Χειρόγραφο του Ευσέβιου του Παμφίλου (Επισκόπου Καισαρείας, 265 μ.Χ.), αναφερόμενο στο ανωτέρω εδάφιο του Ευαγγελιστού Ιωάννου, όπου στο γνωστό «ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθεί ο υιός τού ανθρώπου», υπήρχε και συνέχεια του κειμένου, η οποία ανεφέρετο στη δόξα της Ελλάδος ως εκλεκτής, θείας προελεύσεως χώρας και η οποία για λόγους ευνόητους έχει απαλειφθεί από τα Ευαγγέλια.

Παραθέτουμε το κείμενο όπως το μετέφερε ο καθηγητής Ε. Πρόκος: «Ησαν δέ τινές Ελληνες εκ τών αναβαινόντων ίνα προσκυνήσωσιν εν τή εορτή. Ούτοι ούν προσήλθον Φιλίππω τώ από Βηθσαϊδά τής Γαλιλαίας, καί ηρώτων αυτόν λέγοντες: Κύριε, θέλομεν τόν Ιησούν ιδείν. Ερχεται Φίλιππος καί λέγει τώ Ανδρέα, καί πάλιν Ανδρέας καί Φίλιππος λέγουσι τώ Ιησού. Ο δέ Ιησούς απεκρίνατο αυτοίς λέγων: «Ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο υιός τού ανθρώπου. Ελλάς γαρ μόνη ανθρωπογεννεί, φυτόν Ουράνιον καί βλάστημα Θείον ηκριβωμένον. Λογισμόν αποτίκτουσα οικειούμενον επιστήμην»



Ελήληθεν η ώρα ίνα δοξασθεί ο Υιός του Ανθρώπου = Ήρθε η ώρα να δοξαστεί ο Υιός του Ανθρώπου. Ελλάς γαρ μόνη αληθώς ανθρωπογεννεί = Η Ελλάς είναι η μόνη που πραγματικά γεννάει, δημιουργεί ανθρώπους. Φυτόν ουράνιον = Διότι είναι φυτό που ήρθε από τον ουρανό. και βλάστημα θείον ηκριβωμένον = και βλάστησε στη γη ως θεϊκό πανάκριβο δώρο. Λογισμόν αποτίκτουσα = η οποία εάν αποκτήσει τον (γήινο) συλλογισμό. Οικειούμενην επιστήμην = Τότε οικειοποιείται ολόκληρη την επιστήμη.

«Ελήλυθεν η ώρα, ίνα δοξασθεί ο υιός του ανθρώπου»: Η χαρά αυτή την οποία αισθάνθηκε και εξεδήλωσε ο Θεάνθρωπος, όταν οι Έλληνες τον επεσκέφθησαν είναι η μεγαλύτερη αναγνώριση του ελληνισμού για την ανύψωση της ανθρωπότητος και αποτελεί χαιρετισμό προς τους Έλληνες ως προδρόμους και συνεχιστές της χριστιανικής αληθείας. 

Το νόημα των λόγων του Κυρίου είναι ότι από την στιγμή κατά την οποία έγινε η πρώτη ελληνική επίσκεψη προς τον Ιησού Χριστό, αρχίζει η δόξα του Κυρίου στο κόσμο. Τα στοιχεία τα οποία το Ελληνικό έθνος εκαλείτο από τον Θεό, να προσφέρει στο Χριστιανισμό ήταν: η σοφία των αρχαίων Ελλήνων, η αξιοθαύμαστος ηθική των Ελλήνων φιλοσόφων και η γλώσσα μας.

Ο ελληνισμός, διαδοθείς ευρύτατα από τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου υπήρξε, ο παιδαγωγός της ανθρωπότητας, ο φωτοδότης του πολιτισμού στο κόσμο. Για όλα αυτά που προαναφέραμε δύναται το Ελληνικό Έθνος να χαρακτηρισθεί ως «έθνος άγιον, γένος εκλεκτόν».



(* Το παραπάνω κείμενο αποτελεί απόσπασμα της διάλεξης: «Περί Αριστοτέλη» - Εκφωνήθηκε και στις 11/12/2008 στις Αστυνομικές Ακαδημίες). 
ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΛΕΩΣ ΛΑΡΙΣΗΣ
ΤΑΜΠΑΚΙΚΑ


Μία από τις φτωχότερες γειτονιές της Λάρισας, δίπλα στον Πηνειό ποταμό, ήταν τα Ταμπάκικα, που κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας έμεναν εκεί λίγοι κάτοικοι, που το επάγγελμά τους ήταν η κατεργασία δερμάτων, οι ταμπάκηδες, όπως τους αποκαλούσαν τότε (ταμπάκ τουρκιστί σημαίνει δέρμα), δηλαδή οι βυρσοδέψοι, όπως επίσης έμεναν μερικές από τις φτωχότερες οικογένειες, αυτές που υπέμεναν καρτερικά την αφόρητη μυρωδιά, την απαίσια μπόχα που έβγαινε από το πλύσιμο, ήλιασμα κ.λπ. της κατεργασίας των δερμάτων.Είχε τόσες πολλές βιοτεχνίες τομαριών, που και από το δρόμο, σήμερα οδός Γεωργιάδου, απέφευγε κανείς να περάσει διότι η δυσοσμία ήταν αηδιαστική και εμετική, γι’ αυτό άλλωστε η συνοικία αυτή ήταν μικρή, αφού κανένας δεν ήθελε να πάει στον τόπο αυτό που βρωμοκοπούσε.

Το όνομα Ταμπάκικα διατήρησε μέχρι τονπόλεμο του 1940, αλλά και στα πρώτα χρόνια τα μεταπολεμικά, οπότε μετονομάστηκε σε Αμπελόκηπους, γιατί στο πίσω μέρος της συ νοικίας και δίπλα στο ποτάμι υπήρχαν λίγα αμπέλια. Στα στενά δρομάκια και αδιέξοδα της συ-νοικίας αυτής και μέσα σε χαμόσπιτα, παράγκες, χαλάσματα, σε άθλια κατάσταση, λειτουρ-γούσαν ναοί τής Αφροδίτης, που έθυαν αξιοθρήνητα πλάσματα που είχαν κατεβεί το τελευταίο σκαλοπάτι του ανθρώπινου ξεπεσμού και στους πανάθλιους αυτούς δρόμους τουςγεμάτους από μια σπιθαμή λάσπης το χειμώνα και σκόνη το καλοκαίρι, κυκλοφορούσαν όχιμόνο στο θεοσκόταδο που επικρατούσε τη νύχτα, αλλά και την ημέρα, άνθρωποι της κατώτατης υποστάθμης, χασικλήδες, χαμίνια, κακοποιοί, κλέφτες, στρατιώτες από κάθε καρυδιάς καρύδι, γιατί τότε υπήρχε πάντοτε στρατός και πάρα πολλούς από το 1925 που εγκαταστάθηκε στη Λάρισα το Β’ Σώμα Στρατού, και νταβατζήδες και σωματέμποροι, που γίνονταν με το ζόρι εραστές και που πολλές φορές αρματωμένοι με κουμπούρες και δίκοπα μαχαίρια, μπουκάριζαν στα δωμάτια των δύστυχων αυτών γυναικών - ιερειών και τις υποχρέωναν να δεχθούν προστασία, με αντάλλαγμα βέβαια τις εισπράξεις των. Πολλές από αυτές πλήρωσαν την ανυπακοή τους με τη ζωή τους. Και κάθε βράδυ δεν έλειπαν οι καβγάδες, σαματάδες, αιματηρά γεγονότα, ακόμα και φόνοι. Οι εφημερίδες της εποχής έγραφαν για τα Ταμπάκικα ήταν στίγμα του σύγχρονου πολιτισμού.

Για τη ζωή της συνοικίας αυτής μεταφέρω εδώ ένα κομμάτι από όσα γράφω στο βιβλίο
μου «Αναζητώντας τη χαμένη Λάρισα»:«Πράγματι, όπως θυμούνται όλοι, οι μεγάλης σήμερα ηλικίας, η κατάσταση, στη συνοικία αυτή ήταν τέτοια που ξευτελίζονταν κάθε ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Έβλεπε κανείς την ημέρα τις γυναίκες των σπιτιών αυτών αγουροξυπνημένες, κακοβαμμένες και πολλές μαστουρωμένες να είναι στημένες στις πόρτες για να ψωνίσουν κανένα πρωινό πελάτη και άλλες να κάθονται έξω από κάτι μικρομάγαζα-τεκέδες και περισσότερο τις ημέρες που είχε λιακάδα, επιδεικνύοντας προκλητικά στους περαστικούς τα μισόγυμνα στήθη τους και λίγο μπούτι πάνω από τα γόνατα, μεταξύ της μαύρης κάλτσας και της κατά προτίμηση κόκκινης καλτσοδέτας και του κοντού φουστανιού. Τη νύχτα δέχονταν τους πελάτες στα πανάθλια δωμάτιά τους, που μύριζαν μούχλα και περμαγκανάντ, ανάμικτα με φθηνό άρωμα κα ιστα τρίζοντα σανιδένια κρεβάτια με τα βρώμικα σεντόνια. Τον χειμώνα δε ήταν που να τις αηδιάζεις, όταν σε υποδέχονταν καθισμένες, ανασκουμπωμένες με ανοιχτά τα σκέλη τους στα μαγκάλια…».Και όμως δούλευαν τότε όλες πολύ καλά, γιατί ήταν φτηνές και οι νεολαίοι, που το χαρτζιλίκι τους τότε ήταν πενιχρό για τους περισσότερους, δεν έφθανε για τις αλλού ακριβότερες.

Η κατάσταση στην πανάθλια αυτή συνοικία συνεχίστηκε μέχρι το 1930, που ξεσηκώθηκαν πολλοί Λαρισαίοι και ταμπακιώτες κυρίως επαγγελματίες, που με το πέρασμα του χρόνου είχαν έλθει στη συνοικία αυτή και ασκούσαν διάφορα επαγγέλματα, εξυπηρετώντας τον πληθυσμό της πολυάνθρωπης πλέον συνοικίας, και ζήτησαν από την Πολιτεία να απαλλάξει τη συνοικία αυτή από τα κακόφημα σπίτια και τα κακοποιά στοιχεία, όπως και έγινε.  

Στη συνοικία τα παλιά εκείνα χρόνια πρόβαλαν το πρώτο παγοποιείο του Αθ. Κατσα-ούνη, ο πρώτος ατμόμυλος του Δερβίς - Βέη, που το 1884 μεταβιβάστηκε στον Ι. Τσιμπούκην, ο μύλος του Παππά και, βέβαια, πρόβαλε και φάνταζε η εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής, που κτίστηκε στην αρχή σε αρκετό βάθος από την επιφάνεια της γης, πλάι στο αναβλύζον τότε εκεί αγίασμα, κατόπιν της κατά το έτος 1877 ανευρέσεως της εικόνας της Παναγίας, ύστερα από όνειρο ευσεβούς γυναίκας.

Επίσης, στη συνοικία λειτουργούσε και το εξοχικό κέντρο «Ο Πλάτανος», δίπλα στο πο
τάμι, με τον περίφημο Καραγκιόζη που παρακολουθούσαν όχι μόνο Ταμπακιώτες, αλλά και από όλη την πόλη οι Καραγκιοζόφιλοι. Το κέντρο αυτό, αλλά και η συνοικία, συνδέονταν με περαταριά με την απέναντι περιοχή τότε Παπασταύρου, που υπήρχε μόνο το μικρό εξοχικό κεντράκι «Η Κιβωτός», στο σημείο δε αυτό οι Ταμπακιώτες κολυμπούσαν ή μάθαιναν κολύμπι, οι οποίοι επίσης ψάρευαν στον Πηνειό γουλιανούς και σαζάνια, ψάρια νοστιμότατα. Πολλοί, μάλιστα, Ταμπακιώτες είχαν και βάρκες ειδικές για το ποτάμι. Στα Ταμπάκικα υπήρχε και ένας πύργος της οικογένειας Ροδόπουλου, χωρίς όμως ν’ αναφέρεται πουθενά πώς κατεδαφίστηκε.

Η συνοικία αυτή, ακόμα και προ ολίγων δεκαετιών, υπέφερε πολύ από τις πλημμύρες
που προξενούσε ο Πηνειός, ο οποίος συχνά πλημμύριζε και της προξενούσε ζημιές.


Σήμερα, τα Ταμπάκικα - Αμπελόκηποι, με τις όμορφες πολυκατοικίες, πήρε όψη πολιτισμένη και σε λίγα χρόνια που θα διαμορφωθούν και όσοι δαιδαλώδεις δρόμοι υπάρχουν και σήμερα, τίποτα δεν θα θυμίζει από τα κακόφημα Ταμπάκικα της παλιάς εποχής, τίποτα από την παλιά φυσιογνωμία της συνοικίας αυτής.(Τα Ταμπάκικα οι Τούρκοι τα ονόμαζαν Ταμπάχανα ή Ταμπακχανέ Μαχάλεσι)
ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΘΑΙΝΟΥΜΕ


H απόσταση ανάμεσα στις δύο ράγες των σιδηροδρομικών γραμμών στις ΗΠΑ είναι 4 πόδια και 8,5 ίντσες (143,5 cm).
 Μάλλον παράξενος αριθμός.
Γιατί άραγε έχει επιλεγεί το συγκεκριμένο διάκενο;

Διότι ο σιδηρόδρομος στις ΗΠΑ  κατασκευάστηκε με τον τρόπο που είχε   κατασκευαστεί ο σιδηρόδρομος στην Αγγλία,  από Αγγλους μηχανικούς που   μετανάστευσαν, και οι οποίοι θεώρησαν ότι θα ήταν καλή σκέψη, επειδή   θα επέτρεπε να χρησιμοποιηθούν υπάρχουσες  ατμομηχανές από την Αγγλία.

Και τότε, γιατί οι Αγγλοι κατασκεύασαν τις ατμομηχανές τους έτσι;

Διότι οι πρώτες σιδηροδρομικές γραμμές κατασκευάστηκαν από τους ίδιους  μηχανικούς που κατασκεύαζαν τραμ, στο   οποίο χρησιμοποιούσαν ήδη το  συγκεκριμένο διάκενο.

Kαι γιατί αυτό το διάκενο στο τραμ;
 
Διότι οι
 κατασκευαστές του τραμ ήταν και κατασκευαστές αμαξών, που   χρησιμοποιούσαν τα ίδια εργαλεία και τις  ίδιες μεθόδους.

Και γιατί οι άμαξες έχουν αυτό το διάκενο;

Διότι, παντού στην Ευρώπη,  και στην Αγγλία, οι δρόμοι είχαν λούκια για τους τροχούς των αμαξών   και ένα διαφορετικό διάκενο θα προκαλούσε
διαρκώς βλάβες στους άξονες.

Και γιατί τα λούκια απέχουν τόσο μεταξύ τους;
 
Διότι οι πρώτες μεγάλες
 οδοί στην Ευρώπη είχαν κατασκευαστεί από τους Ρωμαίους, με σκοπό να   μετακινούνται εύκολα οι λεγεώνες τους. Οι  πρώτες άμαξες ήταν οι   πολεμικές άμαξες των Ρωμαίων. Οι άμαξες  αυτές ήταν ιππήλατες: τις   τραβούσαν δύο άλογα, τα οποία κάλπαζαν  δίπλα-δίπλα και έπρεπε να   απέχουν μεταξύ τους, ούτως ώστε το ένα  άλογο να μην ενοχλεί το άλλο   κατά τον καλπασμό. Προκειμένου να εξασφαλίζεται η σταθερότητα της   άμαξας, οι τροχοί δεν έπρεπε να είναι ευθυγραμμισμένοι με τα ίχνη των  αλόγων, ενώ δεν έπρεπε να είναι και πολύ   απομακρυσμένοι, έτσι ώστε να  αποτρέπονται τα ατυχήματα κατά την    διασταύρωση δύο αμαξών στην ίδια  οδό.

Ιδού λοιπόν η απάντηση στο αρχικό μας ερώτημα!
 
Το διάκενο στις ράγες   των Αμερικανικών σιδηροδρόμων εξηγείται,   αφού 2.000 χρόνια νωρίτερα,   σε μιαν άλλη ήπειρο, οι ρωμαϊκές άμαξες κατασκευάζονταν ανάλογα με το   φάρδος που έχουν τα καπούλια δύο αλόγων.

Και τώρα, το κερασάκι στην τούρτα: Υπάρχει
  και μια προέκταση αυτής της   ιστορίας με το διάκενο στις ράγες και τα καπούλια των αλόγων.  
Αν δει   κανείς το Αμερικανικό διαστημικό   λεωφορείο στην εξέδρα εκτόξευσής του, μπορεί να παρατηρήσει δύο πλευρικές   δεξαμενές καυσίμων που είναι   στηριγμένες εκατέρωθεν της κεντρικής δεξαμενής.

Η εταιρεία Thiokol κατασκευάζει αυτές τις   δεξαμενές στο εργοστάσιό της στην Γιούτα. Θα ήθελαν να τις κάνουν   μεγαλύτερες, αλλά οι δεξαμενές  αποστέλλονται σιδηροδρομικώς στο σημείο εκτόξευσης. Η σιδηροδρομική   γραμμή μεταξύ του εργοστασίου και του  Ακρωτηρίου Κανάβεραλ περνά από μια σήραγγα, κάτω από τα Βραχώδη Όρη. Αυτή η   σήραγγα περιορίζει το  μέγεθος των δεξαμενών στο πλάτος που έχουν τα καπούλια δύο αλόγων.

Έτσι, το πλέον εξελιγμένο μεταφορικό μέσον
 του κόσμου, το διαστημικό λεωφορείο, εξαρτάται από το φάρδος του   κώλου ενός αλόγου. Οι τεχνικές  προδιαγραφές και η γραφειοκρατία είναι αθάνατες! Επομένως, την επόμενη   φορά που θα βρεθείτε να κρατάτε στα χέρια σας παράξενες προδιαγραφές   και θα αναρωτιέστε ποιος κώλος τις επινόησε, θα έχετε θέσει το σωστό  ερώτημα.


Τώρα λοιπόν γνωρίζεις !!!