Τρίτη 11 Απριλίου 2017

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

Το τέμπλο του ναού του Αγ. Αχιλλίου (1888)

Ο μητροπολιτικός ναός του Αγ. Αχιλλίου (βασιλική του Καλλιάρχη), με το παρακείμενο Επισκοπείο. Λεπτομέρεια φωτογραφίας από επιστολικό δελτάριο του Στέφ. Στουρνάρα αριθ. 9. Τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα.Ο μητροπολιτικός ναός του Αγ. Αχιλλίου (βασιλική του Καλλιάρχη), με το παρακείμενο Επισκοπείο. Λεπτομέρεια φωτογραφίας από επιστολικό δελτάριο του Στέφ. Στουρνάρα αριθ. 9. Τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα.
Μία αξιόπιστη πηγή πληροφοριών για την παλιά Λάρισα από την περίοδο της προσάρτησης και εντεύθεν αποτελούν οι πρώτες συμβολαιογραφικές πράξεις, οι οποίες ευτυχώς έχουν διασωθεί, και σήμερα βρίσκονται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους του νομού μας και μάλιστα αρκετές ψηφιοποιημένες.
Η αξία τους αποκτά μεγαλύτερη σημασία και από το γεγονός ότι δεν έχει διασωθεί για διάφορους λόγους η πλήρης σειρά όλων των εφημερίδων οι οποίες εκδόθηκαν στην πόλη μας από το 1881 μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Υπάρχουν ιστορικοί ερευνητές οι οποίοι αξιοποιούν καταλλήλως τον άγνωστο αυτό πλούτο. Παλαιότερα οι Σταύρος Γουλούλης, Θεόδωρος Παλιούγκας και Κώστας Θεοδωρόπουλος και τώρα τελευταία ο Αλέξανδρος Γρηγορίου έχουν εντοπίσει άγνωστες και ενδιαφέρουσες πληροφορίες, πολλές από τις οποίες διορθώνουν τα όσα μέχρι σήμερα γνωρίζαμε. Σ’ αυτό βοηθούσαν οι εκάστοτε διευθυντές των Γενικών Αρχείων,μεταξύ των οποίων και η Φανή Καραγιάννη η οποία προΐσταται σήμερα της Υπηρεσίας.
Στο σημερινό σημείωμα θα αναδιφήσουμε ένα συμφωνητικό του 1888, τα οποίον αφορά την κατασκευή του τέμπλου του μητροπολιτικού ναού του Αγ. Αχιλλίου, από αντίγραφο που προσέφερε ο φίλος καθηγητής Κώστας Θεοδωρόπουλος. Το συμφωνητικό αριθ.8626 του συμβολαιογράφου Παναγιώτη Σκαμβούγερα συντάχθηκε στις 4 Απριλίου 1888. Συμβαλλόμενοι ήταν αφ’ ενός τα μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Ι. Ν. του Αγίου Αχιλλίου, όλοι ενορίτες του Τρανού Μαχαλά, αφ’ ετέρου ο ξυλογλύπτης Κωνσταντίνος Αναστασίου Ταλιαδόρος, κάτοικος Τουρνόβου Κονίτσης και ως εγγυητής ο εργολάβος Κωνσταντίνος Αθανασίου Οικονόμου, κάτοικος Αμπελώνα (Καζακλάρ). Στη συνέχεια θα παρατεθεί τμήμα του συμφωνητικού και θα σχολιασθεί καταλλήλως:
 «Εν Λαρίση και εν τω γραφείω μου κειμένω κάτωθι της οικίας του Μπεκιάρ Βέη Χατζη Χουσεΐν Πασσά, συνοικία Καζγανή[1], σήμερον την Tετάρτην του μηνός Απριλίου του χιλιοστού οκτακοσιοστού ογδοηκοστού ογδόου, ημέραν Δευτέραν Μ. Μ., ενώπιον εμού του Συμβολαιογράφου Λαρίσης Παναγιώτου Σκαμβούγερα, εδρεύοντος και κατοικούντος ενταύθα και των μαρτύρων Κωνσταντίνου Γεωργούση δικαστικού κλητήρος και Αθανασίου Παζάρα εμποροϋπαλλήλου κατοίκων Λαρίσης γνωστών μοι και μη εξαιρετέων, ενεφανίσθησαν οι γνωστοί μοι και μη εξαιρετέοι επίσης, αφ’ ενός Ιωάννης Ζήλος, κτηματίας, Γεώργιος Μακρής[2], βιβλιοπώλης, Γεώργιος Χατζή Μιχαήλ, έμπορος, Αστέριος Πάππα Ιωάννου, κτηματίας[3], Δημήτριος Γεωργίου, ράπτης[4]. και Κωνσταντίνος Αστεριάδης, κτηματίας[5], άπαντες κάτοικοι Λαρίσης, αποτελούντες το Εκκλησιαστικόν Συμβούλιον του ενταύθα Ιερού Ναού Άγιος Αχίλλειος, αφ’ ετέρου Κωνσταντίνος Αναστασίου Ταλιαδόρος, σκαλιστής[6] κάτοικος Τουρνόβου της επαρχίας Κονίτσης της Ηπείρου, υπήκοος Οθωμανός διαμένων ενταύθα και εκ τρίτου Κωνσταντίνος Αθανασίου Οικονόμου, εργολάβος, κάτοικος Καζακλάρ του Δήμου Τυρνάβου[7] και συνωμολόγησαν τα εξής. Οι μεν έξ πρώτοι των Συμβαλλομένων υπό την εκτεθείσαν ιδιότητά των, ότι χορηγούν εργολαβικώς προς τον δεύτερον την κατασκευήν του Τέμπλου του ενταύθα Ιερού Ναού Άγιος Αχίλλειος αντί δραχμών πέντε χιλιάδων (5.000) πληρωτέων εκ του εκκλησιαστικού Ταμείου του ειρημένου Ναού υπό τους εξής όρους.
 1). Ο εργολάβος θέλει κατεδαφίσει το ήδη υπάρχον Τέμπλον[8] και επ’ αυτού θέλει κατασκευάσει νέον συμφώνως με το σχέδιον αυτού του εργολάβου, υπογεγραμμένον παρά πάντων των Συμβαλλομένων, και το οποίον θα απαρτίζεται από δέκα εικονοστάσια πλάτους ογδοήκοντα πόντων εκάστου, δεκαπέντε κολώνας τριάκοντα πόντων εκάστη, η μεσαία θύρα θα είναι πλάτους ενός μέτρου και είκοσι εκατοστών, αι δε δύο θύραι αι ένθεν και ένθεν εις τα άκρα του Τέμπλου κατασκευασθησόμεναι, θα είναι εννενήκοντα πόντων εκάστη. Ύψος Τέμπλου. δέκα πέντε πόντους βάσεις τετραγώνους δέκα πέντε πόντων εκάστη, δέκα πέντε βάσεις στρογγύλους δώδεκα πόντων εκάστη, κολώνας στρογγύλους ύψους μέτρων δύο και είκοσιν εννέα εκατοστών, κιονόκρανα ύψους είκοσι πέντε εκατοστών, άμπελος μετά της κορνίζας πόντων τεσσαράκοντα πέντε ύψους καθ’ όλην την έκτασιν του Τέμπλου κατά πλάτος, δέκα πέντε βάσεις των εορτών το ύψος εκάστης πόντων δέκα, κολώνας των εορτών μέχρι γρυπίδος ενός μέτρου και είκοσι πέντε εκατοστών, η δε γρυπίς μετά των κορωνίδων τριάκοντα πέντε πόντων και εν γένει ως ερρέθη συμφώνως με το ειρημένον σχέδιον.
 2). Ο εργολάβος ποιήσεται έναρξιν της εργασίας άμα η παρούσα συμφωνία εγκριθή παρά του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Λαρίσης, της Βασιλικής Νομαρχίας Λαρίσης και θέλει περατώσει ταύτην εντός οκτώ μηνών από της ενάρξεως.
 3). Η εργασία γενήσεται σκαλιστή και υπό την επίβλεψιν ειδήμονος διορισθησομένου εκ μέρους της Εκκλησιαστικής Επιτροπής.
 4). Άπαν το υλικόν όπερ θα είναι από ξύλον φλαμούρι και λοιπά, έσεται εις βάρος του εργολάβου.
 5). Η Επιτροπή οφείλει να παραχωρήση προς τον εργολάβον έν δωμάτιον πλησίον της εκκλησίας ίνα κατοικήση δωρεάν μέχρι του πέρατος της εργασίας.
 6). Εάν η εργασία δεν γίνη συμφώνως με το σχέδιον και εντός της ταχθείσης προθεσμίας ο εργολάβος υπόκειται εις ποινικήν ρήτραν δραχ. δύο χιλιάδων (2.000).
 7). Η πληρωμή του τιμήματος της εργασίας γενήσεται ως εξής. Δραχμάςχιλίας θα λάβη ο εργολάβος μετά την έγκρισιν του παρόντος υπό τε του Συμβουλίου και της Νομαρχίας, δραχ. πεντακοσίας κατά τα τέλη Μαΐου ενεστώτος έτους και το υπόλοιπον εκ διαλειμμάτων κατά τριμηνίαν μέχρι του πέρατος της εργασίας αναλόγως, εις τρόπον ώστε μετά την εντελή κατασκευήν και παράδοσιν του Τέμπλου να μένη υπόλοιπον δραχμαί χίλιαι έως χίλιαι πεντακόσιαι, άς θέλει πληρωθή ο εργολάβος μετά τρεις μήνας από της περατώσεως και παραδόσεως της εργασίας, και…».
Σύμφωνα με τις διαστάσεις που αναφέρονται στο συμφωνητικό, το τέμπλο είχε πλάτος 16,25 μέτρα, προφανώς όσο και η κατά πλάτος έκταση της Βασιλικής του Καλλιάρχη, το δε ύψος του ανερχόταν σε 4,96 μέτρα, χωρίς να γίνεται μνεία για την κατασκευή σταυρού και λυπηρών. Ο Γιώργος Γουργιώτης γράφει για το τέμπλο αυτό: «Το τέμπλο του ναού, ξυλόγλυπτο παραδοσιακής τεχνοτροπίας, ήταν σκαλισμένο από αρίστους τουρνοβίτες ταλιαδόρους … Η τύχη του τέμπλου αυτού υπήρξε απαράδεκτα οικτρή. Κατά την ανέγερσιν στις αρχές του αιώνα μας του βυζαντινίζοντος ναού ο οποίος αντικατέστησε την βασιλική του Καλλιάρχου, νέες αισθητικές αντιλήψεις επικράτησαν στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική … Το τέμπλο της τουρκοκρατίας[9] θεωρήθηκε απαράδεκτο σύμφωνα με τα νέα αισθητικά ιδεώδη και «πετάχθηκε» σαν κάτι το μηδαμινό και άχρηστο. Έτσι ένας ανεκτίμητος θησαυρός απωλέσθη»[10].
-----------------------------------------------
 [1]. Η συνοικία αυτή δεν είναι σήμερα σαφώς οριοθετημένη. Πάντως βρισκόταν στο δυτικό τμήμα της Λάρισας, κοντά στον Παράσχου μαχαλά, την σημερινή συνοικία Αγ. Νικολάου.
 [2]. Ήταν ο πατέρας του δημοσιογράφου και διευθυντού της εφημερίδας «Μικρά» Θρασύβουλου Μακρή.
 [3]. Αναφέρεται και στον Κώδικα αρ. 15 του Αγ. Αχιλλίου κατά τις χρονολογίες 1864-1870 και 1880.
 [4].Αναφέρεται και στον Κώδικα αρ. 15 του Αγ. Αχιλλίου κατά τις χρονολογίες 1845 και 1869-1870.
 [5]. Αναφέρεται και στον Κώδικα αρ. 15 του Αγ. Αχιλλίου κατά τις χρονολογίες 1845-1858. Ήταν επίτροπος του ναού και το 1858. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Αργυρός δίσκος του 1858 στο ναό του Αγίου Αχιλλίου, εφ. «Ελευθερία» φύλλο της 7ης Μαΐου 2014.
 [6]. Ο Κωνσταντίνος Αναστασίου Ταλιαδόρος, ήταν ξυλογλύπτης και κατά τη λόγια γλώσσα της εποχής σκαλιστής. Αλλά και το επίθετό του Ταλιαδόρος σημαίνει στη γλώσσα των μαστόρων ξυλογλύπτης. Τα επώνυμο λοιπόν προέρχεται από την επαγγελματική του ιδιότητα, όπως ήταν πολύ συνηθισμένο τότε.
 [7]. Ένας από τα τρία αδέλφια Οικονόμου από τον Αμπελώνα, οι οποίοι ήταν και οι τρεις εμπειρικοί εργολάβοι, και κατασκευαστές και ιδιοκτήτες του αρχοντικού Οικονόμου–Φαληρέα, το οποίο διατηρείται μέχρι σήμερα στην οδό Μανωλάκη 11.Βλέπε: Γουργιώτη Λένα, Οικία Οικονόμου-Φαληρέα, ένα διατηρητέο νεοκλασικό στη Λάρισα, Πρακτικά επιστημονικής συνάντησης «Ο Νεοκλασικισμός στη Θεσσαλία», Λάρισα (2005), σελ. 90.
 [8]. Η λέξη «κατεδαφίσει» προφανώς υπονοεί ότι το προϋπάρχον τέμπλο ήταν κτιστό, πιθανόν από την κατασκευή του το 1794.
 [9]. Το τέμπλο δεν ήταν από την εποχή της τουρκοκρατίας, αλλά από το 1888, δηλαδή όταν ξηλώθηκε ήταν σχετικά νέο, αφού είναι γνωστό ότι τα εγκαίνια του νέου αναγεννησιακού ρυθμού ναού του Αγ. Αχιλλίου έγιναν στις 25 Σεπτεμβρίου του 1907.
 [10]. Βλέπε: Γουργιώτης Γεώργιος, Σχεδίασμα Μεταβυζαντινής–Νεοελληνικής ιστορίας του Ναού Αγίου Αχιλλίου Λαρίσης. Ιστορική διαδρομή, Λάρισα (1986) σελ. 7-8.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Δευτέρα 13 Μαρτίου 2017

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

Η νέα αγορά

Η Νέα (Δημοτική) Αγορά από ψηλά. Διακρίνεται η προσαρμογή της στέγης να δεχθεί το κτίριο και δεύτερο όροφο, ο οποίος τελικά δεν κατασκευάσθηκε.
Η Νέα (Δημοτική) Αγορά από ψηλά. Διακρίνεται η προσαρμογή της στέγης να δεχθεί το κτίριο και δεύτερο όροφο, ο οποίος τελικά δεν κατασκευάσθηκε.
Έχουμε αναφερθεί και άλλη φορά στη Δημοτική ή Νέα Αγορά[1]όπως πολλοί την ονόμαζαν. Δημοτική γιατί ήταν έργο αποκλειστικά δημοτικό, δηλαδή χωρίς καμιά δημόσια οικονομική υποστήριξη και Νέα γιατί οι διάσπαρτες αγορές τροφίμων σε διάφορα σημεία της πόλεως, κυρίως στην οδό Πανός, συνενώθηκαν σε μία κεντρική.
Η κατασκευή της, έργο βασικό για την πόλη κατά τον δήμαρχο Μιχαήλ Σάπκα, συνάντησε μεγάλες δυσκολίες. Θα αναφέρουμε τις βασικές.
--Ολόκληρος ο χώρος της πλατείας ανακτόρων όπου είχε αποφασισθεί να οικοδομηθεί η Νέα Αγορά, είχε καταληφθεί από Μικρασιάτες πρόσφυγες. Καθώς είχαν φθάσει στην Ελλάδα μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών γυμνοί από περιουσιακά στοιχεία, βρήκαν την ευκαιρία και έστησαν στο χώρο της πλατείας πρόχειρα και ευτελή παραπήγματα για να στεγάσουν τα μικροκαταστήματά τους. Η αποπομπή τους από τον χώρο θεωρείτο δύσκολη.
--Η μετακίνηση καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος (οπωροπωλεία, ιχθυοπωλεία, κρεοπωλεία, παντοπωλεία, κλπ) σε έναν χώρο δεν εύρισκε σύμφωνους τους επαγγελματίες. Η πλειοψηφία όμως του Δημοτικού Συμβουλίου ήθελε να εξαλείψει «πάση θυσία» το αίσχος της οδού Πανός. Στην περιοχή αυτή ήταν συγκεντρωμένα τα περισσότερα απ’ αυτά και καθώς η δυσοσμία κυριαρχούσε λόγω ελλείψεως των στοιχειωδών κανόνων υγιεινής, ο δρόμος είχε καταστεί «άβατον» για τους Λαρισαίους και αποτελούσε εικόνα ντροπής για το κεντρικότερο σημείο μια ανερχόμενης πληθυσμιακά και οικονομικά πόλεως.
--Η προεργασία κατασκευής της συνάντησε διάφορα γραφειοκρατικά εμπόδια. Επανειλημμένες δημοπρασίες και προσφυγές στη δικαιοσύνη, διαμαρτυρίες συντεχνιακών κλάδων και πολιτικές αντιθέσεις, καθυστερούσαν την έναρξη της κατασκευής. Τελικά υπερίσχυσε η επιμονή του δημάρχου και το 1933 ολοκληρώθηκε η πρώτη φάση της, το ισόγειο κτίσμα.
Στο σημείο αυτό θα παρατεθούν αποσπάσματα από τις χειρόγραφες «Αναμνήσεις» του δημάρχου Μιχαήλ Σάπκα γύρω από τις συνθήκες κατασκευής της Νέας Αγοράς. Γράφει:
«Η Δημοτική Αγορά δεν έχει αποπερατωθεί, είναι ημιτελής. Η μελέτη και το σχέδιόν της προβλέπει την συμπλήρωσίν της και με τον άνω όροφον. Λόγοι οικονομικοί επέβαλον να περιορισθή η οικοδομή μόνον εις τον κάτω όροφον περιλαμβάνοντα τα καταστήματα της εσωτερικής και εξωτερικής πλευράς, ανερχόμενα εις 56, την κεντρικήν αυτής πλατείαν και τας τέσσαρας μεγαλοπρεπείς εισόδους της. Αλλά και μόνος ο κάτω όροφος εκπληροί τον σκοπόν δια τον οποίον ανηγέρθη και εξυπηρετεί τούτον.
Εις την ανέγερσιν της Αγοράς, προέβημεν δια δύο σοβαράς επιδιώξεις. Πρώτον προς συγκέντρωσιν εις αυτήν όλων των κρεοπωλείων, ιχθυοπωλείων, λαχανοπωλείων και άλλων πρατηρίων της πόλεως ίνα εξασκείται αυστηρά η αστυνομική και αγορανομική επίβλεψις εις αυτά χάριν της υγείας της πόλεως και της ακριβούς τηρήσεως των αγορανομικών διατάξεων και η αναγκαία καθαριότης υπό της Δημοτικής Αρχής. Και δεύτερον δια την επαγγελματικήν μόνιμον εγκατάστασιν των παραγκούχων προσφύγων της πλατείας Παλ. Ανακτόρων, όπως καταστώσι και ούτοι οικονομικώς αυτάρκεις δια την επιβίωσίν των και συνάμα σωθή η πλατεία της μελετηθείσης απαλλοτριώσεως και διανομής εις τους παραγκούχους προς εγκατάστασιν μονίμου προσφυγικού συνοικισμού εις την κεντρικωτέραν πλατείαν, με όλας τας αναποφεύκτους συνεπείας δια την πόλιν από υγιεινής, αισθητικής και απόψεως καθαριότητος.
Ταύτα δια της ανεγέρσεως και της λειτουργίας της Αγοράς επετεύχθησαν ήδη. Η άφθονος ύδρευσις ταύτης ήτις επιτρέπει την άνευ φειδούς χρησιμοποίησιν του νερού προς πλύσιν και καθαριότητα αυτής, η πλήρης και τελεία εγκατάστασις συστήματος αποχετεύσεως δι’ υπονόμου μετά ευρεώς σωληνωτού αγωγού παροχετεύοντος τα νερά ταύτης με αρκετήν κλίσιν έξω της πόλεως προς τον Πηνειόν, εξασφαλίζουσι την καθαριότητα και απολύμανσιν ταύτης.
Η Δημοτική Αγορά με τα μεγάλα υπόστεγά της πλάτους τεσσάρων μέτρων καθ’ όλην την έκτασίν της, επιτρέπει εις την πελατείαν της την άνετον και ελευθέραν κυκλοφορίαν υπό τα υπόστεγα των καταστημάτων και κατά τας βροχεράς ημέρας.
Πάντα τα καταστήματα έχουσι υπόγεια ευρύχωρα με οπλισμόν δια μπετόν αρμέ δάπεδα και χωρίσματα. Η σημερινή εκ μπετόν αρμέ στέγη του κάτω ορόφου, αποτελεί το δάπεδον του δευτέρου ορόφου, ο δε σκελετός αυτού θα είναι απλή συνέχεια του σκελετού του κάτω. Ταύτα αποτελούν μεγάλην οικονομίαν. Συμπληρουμένη αύτη δια του δευτέρου ορόφου κατά το υπάρχον σχέδιον θα έχη την εμφάνισιν μεγαλοπρεπούς κτιρίου. Η Δημοτική Αγορά θα είναι η αφετηρία όλων των μεγάλων εθνικών και επαρχιακών οδών. Θα υπάρχουσιν εις τον όροφον τούτον αίθουσαι ευρείαι και πολλά δωμάτια δια γραφεία, ευάερα και ευήλια, δυνάμενα να εξυπηρετήσωσι πολλάς ανάγκας της πόλεως.
Με την προοπτικήν ότι δύναται να αυξήση η κίνησις και ο πληθυσμός της πόλεως, ετοποθετήθησαν εις την αγοράν τριπλαί σειραί πεζοδρομίων, δια των οποίων δύνανται να διευρυνθώσι αι περί την αγοράν οδοί αν παραστή ανάγκη».
Η ζωή της Νέας Αγοράς υπήρξε μικρή, μόλις 45 χρόνια. Το καλοκαίρι του 1978, επί δημαρχίας Αγαμέμνονα Μπλάνα έκλεισε τον κύκλο της και κατεδαφίσθηκε. Η ιδέα της κατεδάφισης είχε ήδη τεθεί από το 1971, περίοδο της επταετίας, αλλά το προεδρικό διάταγμα δημοσιεύθηκε το 1977 και τον Αύγουστο του 1978 υλοποιήθηκε.
Η σημερινή εικόνα αποτυπώνει την Νέα Αγορά από μια διαφορετική οπτική γωνία απ’ ότι την έχουμε συνηθίσει. Η λήψη της έγινε από ψηλά, απεικονίζει την βορειοδυτική γωνία της και χρονολογικά τοποθετείται περί το 1970 περίπου.
 [1]. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Η Δημοτική Αγορά, εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 16ης Δεκεμβρίου 2015.
Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2017


Φιλόξενη και πανέμορφη, η Σκύρος ανήκει στις Σποράδες αν και η απόσταση που τη χωρίζει από τα υπόλοιπα νησιά του συμπλέγματος είναι μεγαλύτερη από αυτή που τη χωρίζει από την Εύβοια.
Το νησί χαρακτηρίζεται από τις φυσικές του αντιθέσεις και μοιάζει να έχει δύο εντελώς διαφορετικά «πρόσωπα» στο βόρειο και το νότιο τμήμα του: τον πευκόφυτο βορρά, τη Μερόη, και τον βραχώδη και τραχύ νότο, το Βουνό, όπως το αποκαλούν οι ντόπιοι. Στον βορρά δεσπόζει η κορυφή Όλυμπος και οι περιοχές γύρω του είναι κατάφυτες ενώ στον νότο κυριαρχεί ο ορεινός όγκος του Κόχυλα και τα χέρσα βραχώδη τοπία γύρω του. Μοιάζει σαν το μισό κομμάτι του νησιού να παραπέμπει στις υπόλοιπες Σποράδες και τη βόρειο Εύβοια και το άλλο μισό να θυμίζει τη νότια Εύβοια ή και τις Κυκλάδες.
Η Χώρα της Σκύρου βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του νησιού, κάτω από το βουνό Όλυμπος, χτισμένη αμφιθεατρικά πάνω σε έναν ψηλό βράχο. Το επίνειό της είναι η Λιναριά, σε απόσταση περίπου δέκα χιλιομέτρων, όπου βρίσκεται και το βασικό λιμάνι του νησιού- το οποίο διαθέτει και αεροδρόμιο.
Στην πόλη βρίσκεται το Αρχαιολογικό Μουσείο του νησιού, με σημαντικά εκθέματα από τις ανασκαφές στο Παλαμάρι που χρονολογούνται από τα 2500-3000 π.Χ. Στα βόρεια του οικισμού, στην πλατεία Ελευθερίας ή Μπρουκ, δεσπόζει το άγαλμα που έχει στη βάση του τη μορφή του Βρετανού ποιητή Ρόμπερτ Μπρουκ, ο οποίος πέθανε στη Σκύρο κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η θέα από την πλατεία είναι απολαυστική, τόσο προς το νησί, με τα χαρακτηριστικά σπίτια του όσο και προς το απέραντο Αιγαίο. Στενά φιδογυριστά δρομάκια και σκαλιά προσκαλούν τον επισκέπτη να τα εξερευνήσει.
Το νησί αναφέρεται στην ελληνική μυθολογία σε διαφορετικές εκδοχές. Εκεί λέγεται πως πέθανε ο βασιλιάς Θησέας ενώ ένας μύθος θέλει τη Θέτιδα να έκρυψε εκεί τον γιο της τον Αχιλλέα για να μην πάει εκείνος να πολεμήσει στην Τροία. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή ο Αχιλλέας ισοπέδωσε τη Σκύρο για να εκδικηθεί τη δολοφονία του Θησέα.
Η Σκύρος είναι πολύ γνωστή για τα περίφημα σκυριανά αλογάκια, τη σπάνια ράτσα μικρόσωμων αλόγων μοναδικής φυλής στον κόσμο, αλλά και για την τέχνη κατασκευής επίπλων όπως το σκυριανό σκαμνάκι που μοιάζει με μικρογραφία.
Οι πανέμορφες παραλίες της Σκύρου την αναδεικνύουν σε ιδανικό καλοκαιρινό προορισμό αλλά πολλοί επιλέγουν το νησί και για εκδρομή τις Απόκριες. Το έθιμο του «Γέρου και της Κορέλας» μαζί με την Τράτα προσκαλούν τους επισκέπτες σε εκδηλώσεις διονυσιακής έκστασης.






Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2017

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

Διαδήλωση νεροβαρελάδων στη Λάρισα


Οι βαρελάδες στις όχθες του Πηνειού γεμίζουν με νερό τα δοχεία τους. Φωτογραφία από επιστολικό δελτάριο του Στέφανου Στουρνάρα. Περίπου 1910.Οι βαρελάδες στις όχθες του Πηνειού γεμίζουν με νερό τα δοχεία τους. Φωτογραφία από επιστολικό δελτάριο του Στέφανου Στουρνάρα. Περίπου 1910.
 Η Λάρισα προσέγγιζε να κλείσει μισόν αιώνα ελεύθερου βίου και δεν είχε ακόμα λύσει το πρόβλημα μιας σύγχρονης και υγιεινής ύδρευσης.
Στην αρχή ζώα με δύο δερμάτινους ασκούς στην πλάτη, τους λεγόμενους σακάδες, οδηγούνταν στην κοίτη του ποταμού από υδροφόρους, άτομα τα οποία ο κόσμος τα ονόμαζε σακατζήδες[1]. Εκεί με μεγάλα μεταλλικά δοχεία γέμιζαν τους ασκούς, οι οποίοι είχαν χωρητικότητα περίπου πενήντα λίτρων νερού, γυρνούσαν στις γειτονιές της πόλεως και το πωλούσαν στις νοικοκυρές. Προσπαθούσαν όσο γίνεται το νερό να το αντλούν από το κεντρικό ρεύμα του ποταμού, το οποίο λόγω της ταχύτερης ροής ήταν πιο καθαρό. Κατόπιν οι δερμάτινοι ασκοί αντικαταστάθηκαν από βαρέλια τα οποία τα τοποθετούσαν σε δίτροχα οχήματα (σούστες) που τα έσερναν άλογα. Αργότερα η άντληση του νερού άρχισε να γίνεται μηχανικά. Χρησιμοποιούσαν πετρελαιοκίνητες αντλίες οι οποίες ήταν τοποθετημένες και στις δύο όχθες του Πηνειού. Οι αντλίες το μετέφεραν σε σιδερένιες δεξαμενές μεγάλης χωρητικότητας που βρίσκονταν και αυτές στις όχθες του ποταμού και από τις δεξαμενές, με ειδικούς κρουνούς (βρύσες) γέμιζαν τα βαρέλια και μετέφεραν το νερό στην πόλη.
 Όλα αυτά όμως γίνονταν μέχρι το 1930, λίγο πριν ολοκληρωθεί το δίκτυο της πόλεως και υψωθεί ο Υδατόπυργος. Όταν στις 7 Δεκεμβρίου 1930 ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος με το άνοιγμα της κεντρικής στρόφιγγας των εγκαταστάσεων έκανε τα εγκαίνια των έργων ύδρευσης της πόλεως, υγιεινό και καθαρό νερό από τον Πηνειό άρχισε να τρέχει από τις βρύσες των σπιτιών της Λάρισας. Οι εργασίες όμως για την κατασκευή του Υδατόπυργου όπου θα συγκεντρωνόταν το νερό του Πηνειού και θα καθαριζόταν και η κατασκευή του δικτύου μέσα στην πόλη είχε ξεκινήσει από πιο νωρίς, από το 1927 επί δημαρχίας Μιχαήλ Σάπκα.
 Το γεγονός αυτό αποτελούσε μια πρόοδο, κάτι που η πόλη το είχε μεγάλη ανάγκη από χρόνια και προσδοκούσε την ημέρα που η χρήση του οικιακού νερού θα γινόταν με την απλή περιστροφή μιας στρόφιγγας. Όμως υπήρχε και μια κατηγορία επαγγελματιών που ανησυχούσε καθώς έβλεπε τον γρήγορο ρυθμό της κατασκευής των έργων ύδρευσης. Ήταν οι νεροβαρελάδες. Διαισθάνονταν ότι κάποια στιγμή, με την επέκταση των έργων σε ολόκληρη την πόλη, η δουλειά τους θα έσβηνε απότομα. Η Λάρισα είχε τότε 25-30 χιλιάδες κατοίκους και οι βαρελάδες ήταν μια δυναμική σε αριθμό επαγγελματική τάξη. Την άνοιξη του 1928, έπειτα από μια θυελλώδη σύσκεψη αποφάσισαν να διαμαρτυρηθούν δυναμικά στον δήμαρχο. Όλοι οι νεροβαρελάδες συγκεντρώθηκαν με τα τροχοφόρα, τα βυτία και τα ζώα τους στην περιοχή του Αλκαζάρ και από εκεί σχημάτισαν φάλαγγα με προορισμό το Δημαρχείο. Κάποιο πρωί λοιπόν οι Λαρισαίοι έκπληκτοι αντίκρισαν μια παράξενη πομπή στους δρόμους της πόλεως, η οποία αφού πέρασε τη γέφυρα, διέσχισε κατά σειρά τους δρόμους Μακεδονίας (Βενιζέλου σήμερα), Ακροπόλεως (Παπαναστασίου), Αλεξάνδρας (Κύπρου), Μ. Αλεξάνδρου και σταμάτησαν στη διασταύρωση με την Πατρόκλου. Εκεί που σήμερα βρίσκεται το Δικηγορικό Μέγαρο ήταν από τα τέλη του 19ο αιώνα η κατοικία του παλιού δημάρχου Διονυσίου Γαλάτη (1887-1891), η οποία την περίοδο εκείνη στέγαζε το Δημαρχιακό κατάστημα. Ο ήχος τόσων δίτροχων στους χωμάτινους δρόμους της πόλεως και η φασαρία των ιδιοκτητών των δίτροχων, έβγαλε τους καταστηματάρχες και τους κατοίκους στα πεζοδρόμια.
 Όταν οι νερουλάδες έφθασαν έξω από το Δημαρχείο άρχισαν να διαμαρτύρονται έντονα, να φωνάζουν συνθήματα και να διαδηλώνουν. Πίστευαν, και με το δίκιο τους, ότι με τα έργα ύδρευσης που γίνονταν θα έχαναν τη δουλειά τους, γι’ αυτό και ζητούσαν από τον Δήμο να αναλάβει κάποια φροντίδα ώστε να προστατευθούν επαγγελματικά. Ο Σάπκας που βρισκόταν εκείνη τη στιγμή στο γραφείο του και άκουγε τη φασαρία, ζήτησε να μάθει τι ακριβώς συμβαίνει. Όταν ενημερώθηκε για την παρουσία των νεροβαρελάδων, ζήτησε να συναντηθεί με μια επιτροπή από τους διαδηλωτές. Όταν η αντιπροσωπεία τους ανέβηκε στο γραφείο του δημάρχου, απαιτούσε έντονα από τον Σάπκα ούτε λίγο ούτε πολύ να σταματήσουν τα έργα ύδρευσης της πόλεως, με το αιτιολογικό ότι θα καταστρέφονταν όλοι τους επαγγελματικά. Ο δήμαρχος τους τόνισε το παράλογο του αιτήματός τους και το απέρριψε χωρίς δεύτερη συζήτηση. Τους τόνισε ότι δεν ήταν δυνατόν, για να ικανοποιηθεί μια μικρή επαγγελματική ομάδα, να εναντιωθεί στην πρόοδο και στην απόφαση που είχε λάβει το Δημοτικό Συμβούλιο να προσφέρει στους Λαρισαίους όχι μόνον καθαρό και υγιεινό νερό, αλλά να φθάνει και μέσα στα σπίτια τους. Όμως κατανόησε το πρόβλημά τους και τους υποσχέθηκε ότι θα αποζημιωθούν με κάποιο ποσό από την Εταιρεία Υδρεύσεως Λαρίσης. Μάλιστα τους συνέστησε με τα χρήματα αυτά να μετατρέψουν τα τροχοφόρα τους κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εκτελούν εσωτερικές μεταφορές.
 Οι νερουλάδες βέβαια οι οποίοι, όπως διαδιδόταν στην πόλη, ήταν βαλτοί από τους ιδιοκτήτες των πετρελαιοκίνητων αντλιών που ανήκαν σε ορισμένα επίλεκτα μέλη της λαρισαϊκής κοινωνίας[2], δεν ικανοποιήθηκαν πλήρως από τις απαντήσεις του Σάπκα. Αλλά καθώς ο σκοπός της διαδήλωσης έγινε γρήγορα γνωστός στην πόλη, κατέφθασαν στη Δημαρχία εκπρόσωποι διαφόρων επαγγελματικών σωματείων και οργανώσεων και όλοι σχεδόν οι δημοτικοί σύμβουλοι, όχι μόνον του συνδυασμού του Μιχαήλ Σάπκα, αλλά και του αντιπολιτευόμενου Ενιαίου Μετώπου[3].Όλοι τους συμπαραστάθηκαν ενεργά στην απόφαση του Δημάρχου και έτσι οι διαδηλωτές μπροστά στην καθολική αντίσταση όλων των Λαρισαίων, επέστρεψαν με τα οχήματά τους και με σκυμμένο κεφάλι στο Αλκαζάρ, στο σημείο απ’ όπου είχαν ξεκινήσει.
 Μπορεί λοιπόν κανείς να φανταστεί μια φάλαγγα από τροχοφόρα με νεροβάρελα να κινείται ομαδικά στους δρόμους της Λάρισας, να σταματάει μπροστά στο κτίριο της Δημαρχίας, και οι νερουλάδες να φωνάζουν διάφορα συνθήματα που είχαν ως στόχο να σταματήσει η εκτέλεση του υπόγειου δικτύου σωληνώσεων διανομής του νερού. Δεν πιστεύω ότι θα μπορούσε να βρεθεί κάποιος να τους συμπαρασταθεί στο ξεπερασμένο αυτό αίτημά τους.
 ----------------------------------------------------------
 [1]. Οι «σακατζήδες» ήταν μια επαγγελματική τάξη η οποία διακινούσε νερό από του ποτάμι στους δρόμους της πόλεως. Χρησιμοποιούσαν μεγάλους δερμάτινους ασκούς, τους σακάδες, που είχαν χωρητικότητα 50 κιλών περίπου, τους φόρτωναν στις πλάτες ζώων και γυρνούσαν στις γειτονιές διαλαλώντας …το εμπόρευμα. Οι σακάδες είχαν στο κάτω μέρος προσαρμοσμένο έναν ευρύ σωλήνα από καλάμι, από τον οποίο διοχετεύονταν το νερό στα διάφορα οικιακά σκεύη που είχαν οι νοικοκυρές για αποθήκευση. Αργότερα εμφανίσθηκαν οι «βαρελάδες», οι οποίοι ήταν μια εξελιγμένη μορφή των σακατζήδων, οι οποίοι έκαναν την ίδια δουλειά..
[2]. Οι αντλίες με τις αντίστοιχες δεξαμενές ήταν την περίοδο εκείνη τρεις. Οι δύο ήταν στη δεξιά όχθη του Πηνειού, κάτω από την εκκλησία του Αγίου Αχιλλίου και η τρίτη ήταν στην αριστερή όχθη, ανάμεσα από το μνημείο των πεσόντων στρατιωτικών του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 και του κέντρου Αλκαζάρ. Ανήκαν δε στους μεγαλοεπιχειρηματίες της Λάρισας αδελφούς Οικονομίδη και τον Αθανάσιο Κατσαούνη.
[3]. Ο συνδυασμός του Ενιαίου Μετώπου συγκροτήθηκε στις δημοτικές εκλογές του Οκτωβρίου του 1925 από στελέχη του Κομμουνιστικού κόμματος και των Συνδέσμων των παλαιών πολεμιστών της Λάρισας, που είχαν αριστερές ιδέες. Επικεφαλής του συνδυασμού αυτού είχε τοποθετηθεί ο Νίκος Βαλιανάτος (1870-1938) από την Κεφαλονιά. Το 1909 σε ηλικία 40 χρονών περίπου εγκαταστάθηκε στον Αμπελώνα (Καζακλάρ τότε) και καλλιεργούσε χωράφια που νοίκιαζε. Στις δημοτικές εκλογές έχασε από τον συνδυασμό του Σάπκα με διαφορά 40 ψήφων. Το 1932 εγκατέλειψε τη Λάρισα και μετακόμισε στην Αθήνα. Τον Αύγουστο του 1938 επί δικτατορίας Μεταξά, συνελήφθη και οδηγήθηκε στην Ασφάλεια και το πρωί της 9ης Αυγούστου βρέθηκε το πτώμα του στον δρόμο. Η αστυνομία απέδωσε τη δολοφονία του Βαλιανάτου σε αυτοκτονία.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2017

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

Η οδός Αλεξάνδρας το 1935

Η οδός Αλεξάνδρας (Κύπρου) του φωτογράφου Παντελή Γκίνη. 1935


Η οδός Αλεξάνδρας το 1935
Η οδός Αλεξάνδρας (Κύπρου) έχει αναφερθεί πολλές φορές στα σημειώματά μας. Και είναι φυσικό, γιατί ανέκαθεν ήταν μία από τις κεντρικότερες οδικές αρτηρίες της Λάρισας, διέθετε αξιόλογα κτίρια, γι’ αυτό και είναι πολυφωτογραφημένη.
Η σημερινή φωτογραφία είναι του Λαρισαίου Παντελή Γκίνη. Γεννήθηκε στη πόλη Δάρδα της Β. Ηπείρου, αλλά σε ηλικία 15 τον βρίσκουμε στο Άγιον Όρος όπου εργαζόταν ο πατέρας του. Στην Αθωνική πολιτεία μαθήτευσε σε σπουδαίους αγιογράφους μοναχούς. Όταν το 1908 υποχρεώθηκε από τις τουρκικές αρχές να καταταγεί στον στρατό, εγκατέλειψε σιωπηρά το Άγιον Όρος, το οποίο την περίοδο εκείνη ανήκε στην τουρκική επικράτεια και αναγκάσθηκε να καταφύγει στην Ελλάδα.
Το 1911 βρήκε καταφύγιο στη Λάρισα όπου συνάντησε κάποιον γνωστό του, ο οποίος λόγω επαγγέλματος είχε εμπορικές δοσοληψίες (εικόνες, άμφια και λοιπά λειτουργικά είδη) με το Άγιον Όρος και εγκαταστάθηκε μόνιμα. Εργάσθηκε ως αγιογράφος, αρχικά σε συνεργασία με τον Ιωάννη Παντοστόπουλο και στη συνέχεια είχε μακροχρόνια και εποικοδομητική συνεργασία με τον ζωγράφο-αγιογράφο Χρυσόστομο Παπαμερκουρίου, ενώ παράλληλα παρέδιδε και μαθήματα ζωγραφικής σε νέους που αγαπούσαν την τέχνη αυτή. Από το 1925 άρχισε να ασχολείται και με την φωτογραφία[1]. Δεν ήταν φωτογράφος studio, αλλά αποτύπωνε με τον φακό του τοπία της Λάρισας και της περιοχής. Ένα από τα τοπία της Λάρισας του Παντελή Γκίνη θα περιγράψουμε σήμερα.
Ο φωτογράφος ανέβηκε στο υπερώο του νεοκλασικού κτιρίου του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας και έστρεψε τον φακό του ανατολικά. Στη φωτογραφία ξεχωρίζει η ευθεία της οδού Αλεξάνδρας η οποία εκτείνεται από την διασταύρωσή της με την οδό Ακροπόλεως (Κύπρου) και φθάνει μέχρι την οδό Βόλου (23ης Οκτωβρίου). Με την λήψη αυτή το τοπίο που αποτυπώνεται χωρίζεται σε δύο τμήματα, αριστερό και δεξιό.
Το αριστερό τμήμα ξεκινάει από το ισόγειο κτίσμα που στέγαζε το φαρμακείο του Νικολάου Ζησιάδου και Σία, του οποίου μέρος της επιγραφής μόλις διακρίνεται. Ακολουθεί το ξενοδοχείο «Στέμμα». Είχε κτισθεί το 1887 επί δημαρχίας Διονυσίου Γαλάτη και στη φωτογραφία διακρίνεται μόνον ο όροφος που φιλοξενούσε το ξενοδοχείο. Φαίνεται καθαρά ότι διατηρούσε ακόμη την κομψή του εμφάνιση, ενώ το ισόγειο δεν είναι ορατό καθώς καλύπτεται από τα δένδρα του πεζοδρομίου. Απουσιάζει η επιγραφή «Μέγα Ξενοδοχείον το Στέμμα» που ήταν γραμμένη στα ελληνικά και τα γαλλικά από την περίοδο της κατασκευής του και βρισκόταν κάτω από τη στέγη της πρόσοψης.
Στη συνέχεια μόλις αποτυπώνεται το ισόγειο όπου λειτουργούσε για πολλά χρόνια η Λαϊκή Τράπεζα. Παρεμβάλλεται η αρχή της οδού Φιλελλήνων και το επόμενο κτίριο ήταν το ομορφότερο της Πλατείας Θέμιδος (Κεντρική Πλατεία), ίσως και της Λάρισας. Η ιδιότυπη κατασκευή της γωνίας, με κορύφωση τον ψηλό τρούλο, καθιστούσε το κτίσμα μοναδικό για την πόλη [2]. Έμεινε στην ιστορία της Λάρισας σαν Λέσχη Ασλάνη, από το όνομα του επιχειρηματία που το ενοικίαζε, ενώ ήταν ιδιοκτησία του μουσουλμάνου Χατζημέτου, ενός πάμπλουτου Τούρκου που είχε παραμείνει στη Λάρισα και μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας.
Μεταπολεμικά στον χώρο αυτόν έχει οικοδομηθεί το κτίριο της Λέσχης Αξιωματικών Φρουράς Λαρίσης, το ωραιότερο σήμερα κτίριο της Πλατείας Μιχαήλ Σάπκα. Ο αρχιτέκτονας είχε την ευφυΐα να διαμορφώσει την γωνία του κτιρίου της Λέσχης στα πρότυπα του προπολεμικού κτιρίου, χωρίς φυσικά τον τρούλο. Σε απόσταση εικονίζονται τα υπόλοιπα καταστήματα της αριστερής πλευράς του δρόμου, αλλά η μακρινή απόσταση δεν προσφέρει λεπτομέρειες. Μόνον ο μιναρές του Γενή τζαμί εξέχει ακέραιος πάνω από τις στέγες των καταστημάτων.
Το δεξιό τμήμα της φωτογραφίας απεικονίζει την βόρεια πλευρά της Κεντρικής Πλατείας. Στην άκρη του δρόμου προς την πλατεία είναι σταθμευμένες ορισμένες άμαξες, οι οποίες αποτελούσαν τα αγοραία της εποχής. Αμέσως μετά την πλατεία ξεχωρίζει ένα διώροφο κτίριο με την επιγραφή «Ξενοδοχείον Ύπνου[3] Κεντρικόν». Το 1938 το ξενοδοχείο αυτό μαζί με ορισμένα διπλανά καταστήματα, όλα ιδιοκτησίας Κουτσίνα, κατεδαφίσθηκαν και στη θέσης τους κατασκευάσθηκε το τριώροφο ξενοδοχείο «Ολύμπιον». Ήταν το πολυτελέστερο ξενοδοχείο της εποχής εκείνης και φιλοξένησε πολλές προσωπικότητες της πολιτικής, των γραμμάτων και των τεχνών.
Η πιο επεισοδιακή ήταν η παραμονή το 1939 του έκπτωτου βασιλιά της Αλβανίας Ζώγου με την σύζυγό του και το νεογέννητο βρέφος τους. Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια από τον εξώστη του τελευταίου ορόφου μιλούσαν όλοι οι αρχηγοί των μεγάλων κομμάτων κατά τις προεκλογικές συγκεντρώσεις. Εδώ και μερικά χρόνια οι δύο όροφοι άλλαξαν χρήση, ενώ το ισόγειο ανέκαθεν φιλοξενούσε καταστήματα παντός είδους. Απ’ αυτά ιστορικό έμεινε το ζαχαροπλαστείο Γκουνταρούλη, από τους χώρους του οποίου περνούσε όλη η «καλή» Λάρισα. Στο βάθος, πίσω από το ξενοδοχείο «Κεντρικόν» διακρίνονται τα καταστήματα της δεξιάς πλευράς της οδού Αλεξάνδρας.
Η χρονολογία λήψεως της φωτογραφίας δεν είναι ακριβής. Αποδίδεται στα μέσα της δεκαετίας του 1930, με μεγάλη πιθανότητα να είναι του 1935, όπως και οι υπόλοιπες φωτογραφίες του με τοπία της Λάρισας, αλλά και από την παρουσία λεπτομερειών από τα απεικονιζόμενα κτίρια.
[1]. Βλέπε: Γεώργιος Γ. Γουργιώτης. Μικρά Μελετηματα, εκδ. Λαογραφικού Ιστορικού Μουσείου, Λάρισα (2000), σελ. 134.
[2]. Παρόμοια κτίσματα στη Θεσσαλία με τρούλο υπήρχαν προπολεμικά στην Καρδίτσα το ξενοδοχείο «Άρνη» και στον Βόλο το κτίριο Παπαστράτου στην παραλία, στο οποίο σήμερα βρίσκονται οι κεντρικές υπηρεσίες του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Από τα τρία αυτά κτίσματα επέζησε μέχρι σήμερα μόνον του Βόλου.
[3]. Γίνεται η διάκριση «Ξενοδοχείον Ύπνου», γιατί υπήρχαν και «Ξενοδοχεία Φαγητού». Η τελευταία ονομασία προσδιόριζε τα εστιατόρια.
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΘ. ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ
nikapap@hotmail.com

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2017

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

Το παλαιό κτίριο της Εθνικής Τράπεζας


Το παλαιό κτίριο του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας στην Κεντρική πλατεία. Δεκαετία 1910-1920.Το παλαιό κτίριο του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας στην Κεντρική πλατεία. Δεκαετία 1910-1920.
Ένα από τα ομορφότερα κτίρια που υπήρχαν στην προπολεμική Λάρισα ήταν και το Υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας.
Ένα πραγματικό στολίδι για την πόλη. Η Εθνική ήταν από τις πρώτες, αν όχι η πρώτη Τράπεζα, που ίδρυσε υποκατάστημα στη Λάρισα. Η Κεντρική Διοίκησή της στην Αθήνα λίγους μήνες μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας από τους Τούρκους το 1881 αποφάσισε να ιδρύσει υποκατάστημα στη θεσσαλική πρωτεύουσα. Κτίρια κατάλληλα για να στεγασθούν μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα δεν υπήρχαν στην πόλη μας την εποχή εκείνη. Αρχικά ενοικιάσθηκε η κατοικία του Αχιλλέα Λογιωτάτου[1] για να στεγασθεί. Βρισκόταν στην οδό Μ. Αλεξάνδρου, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το εγκαταλειμμένο ξενοδοχείο «Άνεσις». Στο ισόγειο της κατοικίας αναπτύχθηκαν τα γραφεία της Τράπεζας, ενώ στον όροφο έμενε η οικογένεια του διευθυντού του υποκαταστήματος. Επειδή το οίκημα Λογιωτάτου δεν παρείχε μεγάλη ασφάλεια για τα ταμεία της Τράπεζας, λέγεται ότι τα βράδια κατέβαζαν τις τεράστιες μπάρες πίσω από την πόρτα του ισογείου, ενώ ένας ένοπλος νυκτοφύλακας μισθωμένος από την Τράπεζα περιπολούσε τον χώρο. Μετά την αποχώρηση των Τούρκων την άνοιξη του 1898 από την προσωρινή κατοχή της Λάρισας διευθυντής του υποκαταστήματος διορίσθηκε ο Γεώργιος Δεσύπρης[2], ο οποίος έμεινε στη Λάρισα μέχρι το θάνατό του το 1912.Στο οίκημα Λογιωτάτου το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας παρέμεινε μέχρι το 1907.
Όμως από τις αρχές του 20ου αιώνα η Τράπεζα αποφάσισε την κατασκευή ιδιόκτητου υποκαταστήματος στη Λάρισα. Για τον λόγο αυτό αγόρασε από τους δερβίσηδες τον τεκέ του Κουρά Εφέντη[3], ο οποίος βρισκόταν στη γωνία των οδών Αλεξάνδρας (Κύπρου) και Ακροπόλεως (Παπαναστασίου), καθώς και τα γύρω κτίσματα τα οποία κατεδάφισε όλα για να ανεγείρει στη θέση αυτή το νέο της κτίριο. Η εφημερίδα ΜΙΚΡΑ της Λάρισας της 23ης Οκτωβρίου 1905 αναφέρει ότι τη μελέτη του έργου κατασκευής του κτιρίου της Εθνικής Τράπεζας εκπόνησε ο Αθηναίος μηχανικός Μπαλάνος, ενώ η ίδια εφημερίδα δύο περίπου χρόνια αργότερα, στις 17 Ιουνίου 1907, γράφει ότι το κτίριο εγκαινιάσθηκε τον Ιούνιο του 1907 και συμπληρώνει: «Από της παρελθούσης εβδομάδος το ενταύθα Υποκατάστημα της Εθνικής Τραπέζης εγκατεστάθη εις το όπισθεν των πυρποληθέντων Δικαστηρίων[4]λαμπρόν μέγαρον, το οποίον ιδίαις δαπάναις η Τράπεζα ωκοδόμησεν».
Όπως φαίνεται και από τη φωτογραφία, η λήψη της οποίας προσδιορίζεται στη δεκαετία 1910-1920, ολόκληρο το οικοδόμημα ήταν μια τριώροφη οικοδομή με υπόγειο. Το ισόγειο φιλοξενούσε τα γραφεία και τις διάφορες υπηρεσίες της Τράπεζας, ενώ στον επάνω όροφο βρισκόταν η κατοικία του διευθυντού. Στους χώρους αυτούς έζησε και ο Μ. Καραγάτσης, όταν διευθυντής της Τράπεζας ήταν ο πατέρας του Γεώργιος Ροδόπουλος. Πολλές φορές στα διαμερίσματα αυτά φιλοξενήθηκαν και υψηλά πρόσωπα (μέλη βασιλικής οικογένειας, πολιτικοί, αξιωματούχοι, κλπ). Ο τρίτος όροφος αποτελείτο από επίμηκες υπερώο, με τριγωνική αετωματική πρόσοψη.
Όλη όμως η ομορφιά του κτίσματος επικεντρωνόταν στο νεοκλασικό προστώο του ισογείου το οποίο έβλεπε προς την πλευρά της πλατείας. Δύο ορθογώνιοι κίονες στο κέντρο διαμόρφωναν στην κεντρική είσοδο τοξοστοιχία μέσω της οποίας, με τη βοήθεια μικρής μαρμάρινης σκάλας, εισέρχονταν οι πολίτες στα ενδότερα του κτιρίου. Πάνω απ’ αυτήν υπήρχε ο μακρόστενος εξώστης του πρώτου ορόφου, τον οποίο συγκρατούσαν τέσσερα μαρμάρινα φουρούσια. Στα μαρμάρινα κιγκλιδώματα του εξώστη αυτού υπήρχε η επιγραφή ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ. Τα ανοίγματα του ισογείου (παράθυρα και πόρτες) ενισχύονταν με πυκνές και ισχυρές σιδεριές, ενώ των άλλων ορόφων ήταν ελεύθερα. Ολόκληρο το κτίριο αντανακλούσε αισθητική ομορφιά και κομψότητα, ιδιαίτερα στην πρόσοψη.
Ο σεισμός του 1941 επέφερε στο κτίσμα αρκετές ζημιές, οι σοβαρότερες των οποίων εμφανίσθηκαν στο υπερώο του τρίτου ορόφου, το οποίο τελικά κατεδαφίσθηκε. Από τα χρόνια της κατοχής αντίκριζε κανείς από την πλατεία πάνω στην ταράτσα του κτιρίου της Τράπεζας την σειρήνα η οποία ειδοποιούσε τους Λαρισαίους για τυχόν επικείμενες εχθρικές αεροπορικές επιδρομές και όχι μόνον. Μ’ αυτή τη μορφή λειτούργησε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960, οπότε ή διοίκηση της Τράπεζας προχώρησε την κατεδάφιση ολόκληρου του κτιρίου. Στη θέση του οικοδομήθηκε το σημερινό τσιμεντένιο κτίριο, επενδυμένο με μαρμάρινες πλάκες, ένας τεράστιος κύβος αισθητικά αδιάφορος. Θα ήθελα να σας συστήσω να συγκρίνετε το σημερινό κτίριο της Τράπεζας με το προπολεμικό νεοκλασικό τη φωτογραφίας και να βγάλετε μόνοι τα συμπεράσματά σας…
[1]. Ο Αχιλλεύς Λογιωτάτου (1847-1896) σπούδασε ιατρική στο πανεπιστήμιο Αθηνών και ήταν εγγονός του λόγιου Ιωάννη Οικονόμου-Λογιωτάτου. Διετέλεσε δήμαρχος Λαρίσης από τον Σεπτέμβριο του 1895 μέχρι τον θάνατό του και το 1888 για ένα μικρό διάστημα βουλευτής.
[2]. Ήταν μια πολυσχιδής προσωπικότητα και συγχρωτίσθηκε στενά με την τοπική κοινωνία σε πολλούς τομείς. Μία από τις κόρες του, η Μαρία Δεσύπρη (Αθήνα 1892-Αθήνα 1976) τελείωσε το 1909 το Αρσάκειο της Λάρισας και το 1923 παντρεύτηκε τον Αλέξανδρο Σβώλο, καθηγητή πανεπιστημίου και πολιτικό. Η ίδια εξελέγη μεταπολεμικά βουλευτής με την ΕΔΑτο 1958 και το 1961. Από τον καιρό που ήταν ακόμη νέα και ζούσε στη Λάρισα, πρωτοστατούσε στο φεμινιστικό κίνημα.
[3]. Παπαγιαννόπουλος Ιωάννης, Επαρχία Λαρίσης, Θεσσαλικά Χρονικά, έκτακτος έκδοσις επ’ ευκαιρία της πεντηκονταετηρίδος (1881-1931) από της απελευθερώσεως της Θεσσαλίας. Πανηγυρικός τόμος της Ιστορικής Λαογραφικής Εταιρείας Θεσσαλών, Αθήναι (1935) σ. 282 και Στεργιόπουλος Δημ., Μνημεία Μουσουλμανικής Ιστορίας και Τέχνης στο νομό Λάρισας, εφ. Λαρισαϊκή Ηχώ της 11ης Μαρτίου 1985.
[4]. Στη ΒΔ γωνία επί της Πλατείας Θέμιδος, βρισκόταν το θαυμάσιο νεοκλασικό κτίριο των Δικαστηρίων (Θέμιδος Μέλαθρον), κτίσμα της τουρκοκρατίας (1874), το οποίο αποτεφρώθηκε από πυρκαγιά στις 14 Ιανουαρίου 1905. Κατεδαφίσθηκε τον Οκτώβριο του 1907 και έτσι διαμορφώθηκε ο τεράστιος σημερινός χώρος ο οποίος αποτελεί την μεγάλη Κεντρική Πλατεία της Λάρισας.
Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2017

ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΘΗΣΕΑ – ΠΕΙΡΙΘΟΥ:
 Για τη γνωριμία του ήρωα της Αττικής Θησέα και του Πειρίθου μας ιστορεί ο Πλούταρχος. Σύμφωνα μ' αυτόν τον ιστορικό, ο βασιλιάς της Λάρισας Πειρίθους, εγγονός του Φλεγύα και γιος του Ιξίωνα, ακούγοντας πολλά για τη γενναιότητα του ήρωα της Αθήνας, αποφάσισε να τον γνω-
ρίσει για να εξακριβώσει αν αληθεύει αυτή η
φήμη. Με ποιον όμως τρόπο; Πήγε κι έκλεψε
απ’ τον κάμπο του Μαραθώνα ένα κοπάδι βόδια του Θησέα, βασιλιά τότε της Αθήνας. Μόλις ειδοποίησαν οι υποτακτικοί του τον Θησέα,αυτός, χωρίς χρονοτριβή, έτρεξε να τον προφτάσει, μα ο Πειρίθους, όταν τον αντιλήφθηκε, δεν προσπάθησε να ξεφύγει αλλά επέστρεψε θαρραλέα για να τον συναντήσει. Όταν το βλέμμα του ενός έπεσε σ’ αυτό του άλλου,τόσο εντυπωσιάστηκαν απ’ την όψη τους και την αποφασιστικότητά τους, ώστε εγκατέλειψαν την πρόθεσή τους να κτυπηθούν. Ο βασιλιάς της Λάρισας έδωσε πρώτος το χέρι του στον Θησέα και υποσχέθηκε αποζημίωση,όμως ο Θησέας δεν δέχτηκε την αποζημίωση,παρά μόνο ζήτησε τη φιλία του. Στο τέλος η γνωριμία τους επισφραγίστηκε απ’ την αμοιβαία υπόσχεση για αιώνια αδελφική φιλία.Στα χρόνια που ακολούθησαν οι δυο καλοί φίλοι πάντα βοηθούσαν ο ένας τον άλλον στις περιπέτειές τους.
Η ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ: Αξίζει να αναφέρουμε ότι ο Πειρίθους βοήθησε τον Θησέα στην αρπαγή της Ελένης, της πασίγνωστης ωραίας Ελένης, που ήταν κόρη του Δία και της Λήδας,μέσα από τον ναό της Ορθίας Αρτέμιδος στη Σπάρτη1. Αυτό οδήγησε σε πόλεμο την Αθήνα
με τους Διόσκουρους αδελφούς της Ελένης,Κάστορα και Πολυδεύκη, με τελικό αποτέλεσμα την ήττα των Αθηναίων, την επιστροφή της μοιραίας γυναίκας στην πατρίδα της και την αιχμαλωσία της Κλυμένης, αδελφής του Πειρίθου, η οποία έγινε προσωπική δούλα της
Ελένης, ως αντίποινο για τη συνέργεια του Θεσσαλού στην αρπαγή.
ΠΕΙΡΙΘΟΥΣ ΚΑΙ ΘΗΣΕΑΣ ΣΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΑΔΗ: Όταν αργότερα πέθανε η σύζυγος
του Πειρίθου, Ιπποδάμεια, εκείνος τόλμησε να επιχειρήσει την απαγωγή της κόρης της θεάς Δήμητρας, Περσεφόνης, συζύγου ήδη του Πλούτωνα, που ήταν θεός του Κάτω Κόσμου.
Για τον σκοπό αυτό πήγαν μαζί με τον  Θησέα στον Άδη, όπου αρχικά δέχτηκαν την
ευγενική φιλοξενία του Πλούτωνα, που αγνοούσε τον σκοπό τους. Όταν όμως στην πορεία
ο Πλούτων αντιλήφθηκε τον στόχο της επίσκεψής τους, τους πρόσφερε με πονηριά θρόνους για να καθίσουν (τους θρόνους της Λήθης), όπου και κολλήθηκαν χωρίς να μπορούν να αντιδράσουν, ενώ στη συνέχεια τυλίχθηκαν ασφυκτικά από φίδια, τιμωρούμενοι κατ’ αυτόν
τον τρόπο για την «ύβρι» τους. Πολύ αργότερα ο Ηρακλής κατέβηκε στον Κάτω Κόσμο
και ελευθέρωσε τον Θησέα (που ήταν απλός συνεργός στην προσπάθεια απαγωγής), ενώ,
όταν κατευθύνθηκε να κάνει το ίδιο και για τον Λαρισαίο βασιλιά, η γη άρχισε να τρέμει,
αναγκάζοντας τον Ηρακλή να παραιτηθεί από την προσπάθειά του2. Μετά από αυτή τη δυ-
ναμική εκδήλωση της αποφασιστικότητας των θεών, ο Ηρακλής εγκατέλειψε τον ήρωα Λα-
πίθη δεμένο με αλυσίδες ως κυρίως ένοχο για την προσπάθεια προσβολής και ατίμωσης
του θεού Πλούτωνα.
Αξίζει συμπληρωματικά να αναφερθεί ότι ο Πειρίθους έλαβε μέρος σε πανελλήνιες εκστρατείες όπως: το κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου, την Αργοναυτική εκστρατεία, τον
Τρωικό πόλεμο καθώς και στην αρπαγή της βασίλισσας των Αμαζόνων Αντιόπης από τον
Θησέα.
1 «ότι Θησεύς, Πειρίθω συνθέμενος Διός θυγατέρας γαμήσαι, εαυτώ μεν εκ Σπάρτης
μετ' εκείνου ήρπασεν Ελένην δωδεκαέτη ούσαν» (Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, 150).
2. Πειρίθω δε μνηστευόμενος τον Περσεφόνης γάμον εις Αίδου κάτεισι και Διόσκουροι
μεν μετά Λακεδαιμονίων και Αρκάδων είλον Αθήνας και απάγουσιν Ελένην και μετά ταύτης
Αίθραν την Πιτθέως αιχμάλωτον􀀀(...) Θησεύς δε μετά Πειρίθου παραγενόμενος εις Άιδου
εξαπατάται, και «ος» ως ξενίων μεταληψομένους πρώτον εν τω της Λήθης είπε καθεσθήναι θρόνω, ω προσφυέντες σπείραις δρακόντων κατείχοντο. Πειρίθους μεν ουν εις αίδιον δεθείς έμεινε, Θησέα δε Ηρακλής αναγαγών έπεμψεν εις Αθήνας.” (Απολλόδωρος,Βιβλιοθήκη,154).
 * Ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου
είναι δάσκαλος του 32ου Δημ. Σχ.
- συγγραφέας