Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2018

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

Ο ΣΤΑΘΜΟΣ ΤΟΥ ΘΕΣΣΑΛΙΚΟΥ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΟΥ

Ο Σταθμός του Θεσσαλικού Σιδηροδρόμου στη Λάρισα. Επιστολικό δελτάριο του Νικολάου Κουρτίδη (Νicourt ATHENES) αρ. 341. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας
Ο Σταθμός του Θεσσαλικού Σιδηροδρόμου στη Λάρισα. Επιστολικό δελτάριο του Νικολάου Κουρτίδη (Νicourt ATHENES) αρ. 341. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας
Η σημερινή εικόνα προέρχεται από φωτογραφία που υπάρχει σε ένα από τα επιστολικά δελτάρια (κάρτες) της Λάρισας του Αθηναίου φωτογράφου Νικολάου Κουρτίδη, τα οποία κυκλοφόρησαν κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου.
Γενικά οι εικονογραφημένες ταχυδρομικές κάρτες άρχισαν να κυκλοφορούν στα ευρωπαϊκά ταχυδρομεία από πολύ νωρίς, στα τέλη του 1869. Η κυκλοφοριακή επιτυχία με την οποία συνοδεύθηκε η πρωτοβουλία αυτή οδήγησε τους εκδότες να τυπώσουν αμέσως εκατοντάδες θέματα με τοπία από πόλεις, χωριά, κτίρια, εκκλησίες, με θρησκευτικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις, επαγγελματικές δραστηριότητες και πολλά άλλα. Λόγω της ελκυστικής εικονογράφησης που είχαν και του φθηνού κόστους αγοράς και ταχυδρόμησής τους, η παρουσία τους επεκτάθηκε σε ολόκληρο τον κόσμο. Εκατομμύρια άνθρωποι άρχισαν να αλληλογραφούν τακτικά και να επικοινωνούν μεταξύ τους, στέλνοντας κάρτες στους δικούς τους. Από πολύ νωρίς κάποιοι άλλοι ξεκίνησαν να τις μαζεύουν και να τις κατατάσσουν σε ενότητες, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν οι πρώτες θεματικές συλλογές. Χρυσή εποχή των επιστολικών δελταρίων θεωρείται η περίοδος 1900-1920. Στην Ελλάδα οι πρώτες κάρτες εμφανίσθηκαν το 1895. Έλληνες αλλά και ξένοι εκδότες ξεκίνησαν στην Αθήνα τη νέα κερδοφόρα εμπορική δραστηριότητα της παραγωγής τους με επιτυχία. Πολύ σύντομα ακολούθησαν πολλοί νέοι εκδότες και σε άλλες μεγάλες πόλεις της Ελλάδας, όπως Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Βόλο, Κέρκυρα, Ηράκλειο και Ερμουπόλη στη Σύρο. Στην πόλη μας πρώτος εκδότης επιστολικών δελταρίων απ' όσο γνωρίζω ήταν ο χαρτοπώλης-τυπογράφος Γεώργιος Βελώνης περί το 1920. Μέχρι τη χρονολογία αυτή κυριαρχούσαν κατά την αλληλογραφία στη Λάρισα οι κάρτες κυρίως του Βολιώτη Στέφανου Στουρνάρα και μερικών Αθηναίων εκδοτών (Πάλλης-Κοτζιάς, Ελευθερουδάκης, Ελληνική Ταχυδρομική Υπηρεσία).
Ο Νικόλαος Κουρτίδης, εκδότης της δημοσιευόμενης σήμερα φωτογραφίας, υπέγραφε στο κάτω μέρος της άλλοτε δεξιά και άλλοτε αριστερά, ως "Nicourt ATHENES". Στο πίσω μέρος της κάρτας ήταν εκτυπωμένος ο λογότυπός του “Edition Ν. Kourtides, Athens Reproduction Interdite”. Ο Κουρτίδης ίσως είναι ο εκδότης με τα περισσότερα επιστολικά δελτάρια που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα. Τα θέματά του είναι κυρίως απόψεις που προέρχονται από ωραία φωτογραφικά τοπία αποκλειστικά της ελληνικής περιφέρειας. Κατά παράδοξο τρόπο, αν και Αθηναίος δεν τύπωσε κάρτες με τοπία των Αθηνών, ίσως γιατί είχαν προηγηθεί από νωρίς άλλοι με πολύ όμορφες εκδόσεις. Όλες του οι κάρτες κυκλοφόρησαν σε μία περίοδο που η ασπρόμαυρη φωτογραφία είχε φτάσει σε υψηλά τεχνικά επίπεδα (δεκαετία 1930-1940). Τα πρώτα καρτ ποστάλ του Κουρτίδη έκαναν την εμφάνισή τους το 1936 και η έκδοσή τους ολοκληρώθηκε λίγο πριν τον πόλεμο του 1940. Λόγω του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του Εμφυλίου που ακολούθησε, πολλές από τις κάρτες του καταστράφηκαν. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που κάνουν τη συλλεκτική τους αξία σημαντικότερη. Οι εκτυπώσεις του είναι πολύ καθαρές, τεχνικά άρτιες και προέρχονται από ωραίες επαγγελματικές φωτογραφικές απόψεις.
Εν αντιθέσει με άλλους Αθηναίους εκδότες καρτών, για τον Νικόλαο Κουρτίδη δεν γνωρίζουμε πολλά βιογραφικά στοιχεία και για τις εκδόσεις του δεν έχει ακόμα συμπληρωθεί ένας πλήρης κατάλογος. Οι κακεντρεχείς λένε ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι δεν κυκλοφόρησε κάρτες με τοπία των Αθηνών. Δραστηριοποιήθηκε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1930 (1935-1940) και έχει τυπώσει περίπου 1.100 κάρτες, όλες αριθμημένες. Η συγκεκριμένη κάρτα που δημοσιεύεται έχει τον αριθμό 341 και τιτλοφορείται "Λάρισσα. Σιδ. Σταθμός Βόλου".
Παρουσιάζει ένα αρχιτεκτονικό στολίδι που κοσμούσε τη Λάρισα από το 1883-84 μέχρι το 1957. Ήταν ο «Σταθμός του Θεσσαλικού» όπως τον έλεγαν οι παλιοί Λαρισαίοι, σε αντιδιαστολή με τον άλλον της γραμμής Αθηνών – Λαρίσης – Θεσσαλονίκης που τον ονόμαζαν «Σταθμό Διεθνούς». Μπροστά από την είσοδο του Σταθμού βρισκόταν πλατεία, στο κέντρο της οποίας υπήρχε ευρύς στρόγγυλος δενδρόφυτος χώρος, τον οποίο οι άμαξες περιέτρεχαν κυκλικά. Ο Σταθμός αυτός βρισκόταν νότια του Σταθμού του Διεθνούς, πίσω από το σημερινό Τελωνείο και απέναντι από το κτίριο του Λαογραφικού Μουσείου, από το οποίο χωρίζεται με υψηλό μαντρότοιχο.
Η διαδικασία κατασκευής του Σταθμού του Θεσσαλικού άρχισε λίγους μήνες μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1881, υπογράφτηκε η σύμβαση για την κατασκευή σιδηροδρομικής γραμμής μεταξύ Λαρίσης-Βόλου ανάμεσα στο κράτος και τον χρηματοδότη Θεόδωρο Μαυρομιχάλη, πλούσιο Έλληνα τραπεζίτη της Κωνσταντινούπολης. Η σιδηροδρομική γραμμή άρχισε να στρώνεται κατά τα τέλη του 1882 ξεκινώντας από τον Βόλο και ολοκληρώθηκε στη Λάρισα τον Ιούλιο του 1883. Το πλάτος μεταξύ των σιδηροτροχιών ήταν ένα μέτρο. Τα εγκαίνια της γραμμής έγιναν λίγο καθυστερημένα, στις 22 Απριλίου 1884, γιατί η μεγάλη πλημμύρα της Λάρισας τον Οκτώβριο του 1883 κατέστρεψε ένα μέρος των γραμμών, τα οποία χρειάσθηκε να κατασκευασθούν εκ νέου.
Η κατασκευή των κτιριακών εγκαταστάσεων των σταθμών άρχισε τον Μάρτιο του 1883, υπό την επίβλεψη του εργολάβου Θ. Πετρόχειλου. Το κτίριο του Σταθμού στη Λάρισα ήταν πανομοιότυπο με το αντίστοιχο του Βόλου. Επειδή το τελευταίο διασώζεται και μάλιστα άριστα συντηρημένο, αντιλαμβάνεται κανείς την ομορφιά του Σταθμού του Θεσσαλικού της Λάρισας. Αν και δεν ήταν πολύ μεγάλο σε μέγεθος, ήταν όμως εντυπωσιακό σαν κτίριο χάρη στην ιδιότυπη αρχιτεκτονική του, όπως διακρίνεται και στο δημοσιευόμενο χαρακτικό. Ήταν επίμηκες και στο μεγαλύτερο μέρος μονώροφο και μόνον το μεσαίο τμήμα του εμφάνιζε δεύτερο όροφο, ο οποίος στη στέγη κατέληγε σε τριγωνική μετώπη.
Ο σταθμός αυτός εξυπηρέτησε για πολλά χρόνια τη συγκοινωνία και τις μεταφορές μεταξύ Λάρισας και Βόλου. Από τον σεισμό του 1941 οι φθορές του υπήρξαν ασήμαντες και επιδιορθώθηκαν άμεσα. Το 1955 οι Θεσσαλικοί Σιδηρόδρομοι συγχωνεύθηκαν με το ΣΕΚ (τον πρόδρομο του σημερινού ΟΣΕ). Ο σεισμός του 1957 κατέστρεψε τον επάνω όροφο του Σταθμού, ο οποίος γκρεμίσθηκε και το όλο κτίσμα έγινε εξ ολοκλήρου ισόγειο και καλύφθηκε με νέα στέγη. Το 1960 οι ΣΕΚ διαπλάτυναν την στενή γραμμή, την εναρμόνισαν με τα διεθνή πρότυπα και την συνέδεσαν με την γραμμή Αθηνών Λαρίσης. Έτσι ο Σταθμός του Θεσσαλικού εγκαταλείφθηκε. Σήμερα διατηρείται το ισόγειο κτίσμα, τα ανοίγματα του οποίου έχουν αποφραχθεί με τσιμεντόλιθους.
Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2018

H πρόχειρη μεταπολεμική γέφυρα


Η πρόχειρη αποκατάσταση της ανατιναγμένης δύο φορές γέφυρας του Πηνειού κατά τη διάρκεια της κατοχής.  Επιστολικό δελτάριο του φωτογράφου Νικολάου Μούσιου. 1948. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας.Η πρόχειρη αποκατάσταση της ανατιναγμένης δύο φορές γέφυρας του Πηνειού κατά τη διάρκεια της κατοχής. Επιστολικό δελτάριο του φωτογράφου Νικολάου Μούσιου. 1948. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας.
Οσοι διασχίζουν σήμερα την άνετη γέφυρα του Πηνειού με προορισμό τον Πέρα Μαχαλά (συνοικισμός Ιπποκράτης) ή το άλσος Αλκαζάρ, δεν μπορούν να φανταστούν τις μετατροπές που έχει υποστεί αυτή σε μια διάρκεια εξήντα περίπου χρόνων (1941-2001).
Οι πολύ μεγάλοι σε ηλικία Λαρισαίοι θυμούνται τη διάσημη για την ομορφιά και την αρχιτεκτονική της προπολεμική λίθινη γέφυρα που είχε κτισθεί σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις πριν από 5 αιώνες περίπου από τον Χασάν μπέη, εγγονό του κατακτητή της Θεσσαλίας Τουρχάν μπέη. Τον Απρίλιο του 1941 φίλια στρατεύματα (Άγγλοι-Νεοζηλανδοί) ανατίναξαν ένα μέρος της για να καθυστερήσουν την προώθηση προς την Αθήνα του γερμανικού στρατού. 3,5 χρόνια μετά, τον Οκτώβριο του 1944, ισχυρότατη έκρηξη κατέστρεψε και άλλο μεγάλο τμήμα της γέφυρας κατά την οπισθοχώρηση των Γερμανών.
Η γέφυρα αυτή ήταν η μοναδική η οποία συνέδεε τη Λάρισα με την απέναντι συνοικία, το Αλκαζάρ, τη Γιάννουλη και όλες τις πόλεις τού προς βορά οδικού άξονα της χώρας. Μέχρι την κατασκευή μόνιμης, επιλέχθηκε η λύση της πρόχειρης με ξύλινους δοκούς, με τέτοιον τρόπο ώστε άνθρωποι και οχήματα να διαπεραιώνονται με ευκολία. Βέβαια σε δύσκολες στιγμές επιστρατεύονταν και ποταμόβαρκες, οι οποίες μετέφεραν ανθρώπους και εμπορεύματα από τη μιαν όχθη στην άλλη.
Η σημερινή εικόνα μάς δείχνει πώς ήταν η γέφυρα τέσσερα περίπου χρόνια μετά το τέλος της γερμανικής κατοχής στην πόλη μας. Επάνω στα βάθρα των ανατιναγμένων τόξων της και στα ενδιάμεσα διαστήματα, στηρίζονταν επιμήκη ισχυρά δοκάρια τα οποία συγκρατούσαν το ξύλινο δάπεδο του οδοστρώματος και τα πεζοδρόμια. Η φωτογραφία αποτελεί μάρτυρα της μεγάλης καταστροφής που είχε υποστεί το μεγαλύτερο τμήμα της γέφυρας και μόνον δύο από τα εννέα της τόξα, αυτά προς την πόλη, είχαν μείνει άθικτα. Φωτογράφος είναι ο Νικόλαος Μούσιος. Ανήκε στη μεγάλη οικογένεια των φωτογράφων, η οποία είχε ως γενάρχη της τον Ιωάννη Παντοστόπουλο (1863-1928). Η αδελφή του Στυλιανή παντρεύτηκε τον Δημήτριο Δαφνόπουλο, με τον οποίο απέκτησαν ένα αγόρι, τον Γεράσιμο Δαφνόπουλο (1874-1935), φωτογράφο της Βασιλικής Αυλής και τρία κορίτσια, την Ελένη η οποία αρχικά συνεργάσθηκε μαζί με τον αδελφό της, τη Χάιδω η οποία παντρεύτηκε τον Αστέριο Βαλσάμη, πατέρα του ξακουστού φωτογράφου της Λάρισας Γεωργίου Βαλσάμη (1911-1998) και την Ευαγγελία. Η Ευαγγελία Δαφνοπούλου από τον πρώτο της γάμο απέκτησε τον Δημήτριο Αρετόπουλο (1902-1968) φωτογράφο και από τον δεύτερο γάμο της με τον Γεώργιο Μούσιο που έμενε στον Βόλο απέκτησε το 1911 τον άλλο γιο της τον Νικόλαο (1911-1951). Όμως το 1915 έμεινε χήρα, καθώς ο σύζυγός της πέθανε σε νεαρή ηλικία. Εκ των πραγμάτων υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τον Βόλο και να εγκατασταθεί οικογενειακώς στη Λάρισα, κοντά στον αδελφό της Γεράσιμο Δαφνόπουλο. 
Ο Νικόλαος Μούσιος σε ηλικία 18 ετών ταξίδεψε στην Κωνστάντζα της Ρουμανίας όπου ζούσε η αδελφή της μητέρας του φωτογράφος Ελένη Δαφνοπούλου[1] με τον άνδρα της Νικόλαο Ιωαννίδη, οι οποίοι διατηρούσαν εκεί σύγχρονο φωτογραφείο. Ο Νικ. Μούσιος έμεινε στην Κωνστάντζα 2,5 περίπου χρόνια και εκεί τελειοποίησε τις γνώσεις του γύρω από τη φωτογραφία που είχε αποκτήσει ήδη στο εργαστήριο του θείου του Γεράσιμου. Μαζί με τον ετεροθαλή αδελφό του Δημήτριο Αρετόπουλο ανέλαβαν το φωτογραφείο μετά τον θάνατο το 1935 του Γεράσιμου Δαφνόπουλου. Το 1951 ο Νικόλαος Μούσιος πέθανε όπως και ο πατέρας του σε νεαρή ηλικία. 
Με την όσο γινόταν σύντομη παράθεση της δυναστείας αυτής των φωτογράφων πιστεύω ότι έχετε… ζαλιστεί. Είναι τόσοι πολλοί. Οι φωτογραφίες τους καλύπτουν πάνω από το 80% όσων κυκλοφόρησαν το πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Πρέπει μόνο να τονισθεί ότι όλοι τους ήταν φωτογράφοι-studio, δηλαδή φωτογράφιζαν μέσα στο εργαστήριό τους. Μόνον ο Νικόλαος Μούσιος ήταν ως επί το πλείστον φωτογράφος τοπίου και κάπως ο Γεώργιος Βαλσάμης, ο οποίος έκανε συγχρόνως και εξωτερικές φωτογραφίσεις σημαντικών πολιτικών, κοινωνικών και ιδιωτικών εκδηλώσεων.
Ο Νικόλαος Μούσιος κυκλοφόρησε και μια σειρά επιστολικών δελταρίων με διάφορα τοπία της Λάρισας, τα οποία διακρίνονται κυρίως για την καθαρότητα της εικόνας και την κατάλληλη επιλογή του σημείου λήψης, όπως μπορεί εύκολα κανείς να αντιληφθεί και από την σημερινή φωτογραφία. Σ’ αυτήν ο φωτογράφος στάθηκε στο κέντρο «Καλλιθέα» στην περιοχή «Πευκάκια» του Θεόδωρου Κόιτου[2]. Το Κέντρο βρισκόταν στη θέση όπου μέχρι το 1908 κατείχε το επιβλητικότερο τζαμί της Λάρισας, του Χασάν μπέη. Προπολεμικά ήταν ένα από τα πιο πολυσύχναστα Κέντρα, για την περίφημη θέα που αντίκριζε ο θαμώνας του προς τον θεσσαλικό κάμπο μέχρι και τα στενά της Μελούνας. Μεταπολεμικά η «Καλλιθέα» είχε χάσει την αίγλη της, γιατί τα πρωτεία είχε κερδίσει ο Μήτσος Βρεττόπουλος με το Κέντρο «Αλκαζάρ», που άρχισε να λειτουργεί τον Σεπτέμβριο του 1947. Μπροστά στη φωτογραφία διακρίνονται τα τραπεζάκια από το Κέντρο μαζί με τις πεζούλες της περίφραξης, στο μέσον διαγράφεται η κατάντια της άλλοτε επιβλητικής γέφυρας με το μόλις διακρινόμενο στρατιωτικό φυλάκιο στην άκρη της προς τον Πέρα Μαχαλά[3]. Πίσω μπορούμε να εντοπίσουμε το άλσος Αλκαζάρ, με το μνημείο των πεσόντων αξιωματικών κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, το νεότευκτο Κέντρο Αλκαζάρ και στο βάθος την περιοχή Κιόσκι. Χρονολογικά η φωτογραφία τοποθετείται περί το 1948.
Νίκος Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Η Ελένη Δαφνοπούλου-Ιωαννίδου, αδελφή του Γεράσιμου «Φωτογράφος της Βασιλικής Αυλής», θεωρείται ότι είναι μία από τις πρώτες, αν όχι η πρώτη, γυναίκα φωτογράφος στην Ελλάδα.
[2]. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Το Κέντρο «Καλλιθέα» στην περιοχή «Πευκάκια», εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 3ης Μαΐου 2017.
[3]. Την περίοδο εκείνη, εποχή του εμφυλίου, η γέφυρα φυλασσόταν με στρατιωτικά φυλάκια, τοποθετημένα και στις δύο άκρες της.

ΛΑΡΙΣΑ. ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ…

Το ξενοδοχείο "Το Στέμμα"


Η άμαξα των ξένων με τους συνοδούς, έξω από το ξενοδοχείο της Λάρισας «Το Στέμμα». 1896Η άμαξα των ξένων με τους συνοδούς, έξω από το ξενοδοχείο της Λάρισας «Το Στέμμα». 1896
Η σημερινή εικόνα έχει αντιγραφεί από τον τρίτο τόμο ενός πολύτομου έργου με τίτλο: "The BURTON HOLMES Lectures" και τον υπότιτλο : "With Illustrations from Photographs By the Author". Complete in Ten Volumes.
Κυκλοφόρησε στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1903 και περιέχει εντυπώσεις από ταξίδια που έκανε ο Αμερικανός καθηγητής Burton Holmes σε διάφορες χώρες του πλανήτη. Ο τρίτος τόμος αναφέρεται στην Ελλάδα, την οποία επισκέφθηκε ο συγγραφέας μαζί με τη γυναίκα του και ένα άλλο φιλικό τους ζευγάρι, με την ευκαιρία των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας του 1896. Κατά την παραμονή τους στη χώρα μας δεν αρκέσθηκαν μόνο να παρακολουθήσουν τους αγώνες, αλλά επιδόθηκαν και σε ταξίδια στην ελληνική ενδοχώρα, η οποία έφθανε τότε μέχρι τη Μελούνα. Το τρίτο κεφάλαιο του τόμου αυτού έχει τον τίτλο The Wonders of Thessaly και είναι αφιερωμένο στο ταξίδι τους στη Θεσσαλία. Η περιγραφή αρχίζει από τον Βόλο, συνεχίζεται προς τη Λάρισα, παρακάμπτεται προς τα Τέμπη και καταλήγει στα Μετέωρα.
Περιέχει πληθώρα φωτογραφιών, οι οποίες παρουσιάζουν ενδιαφέρον, γιατί γνωρίζουμε ότι η φωτογραφική τέχνη την εποχή εκείνη βρισκόταν ακόμα στα νηπιακά της βήματα και φωτογραφικές απόψεις της Θεσσαλίας από τα τέλη του 19ου αιώνα υπάρχουν σήμερα ελάχιστες.
Στη Θεσσαλία βρέθηκαν τον Απρίλιο του 1896, αμέσως μετά τη λήξη των Ολυμπιακών Αγώνων, οι οποίοι ως γνωστόν είχαν αρχίσει στις 25 Μαρτίου με το παλιό ημερολόγιο. Στη Λάρισα έφθασαν με τον Θεσσαλικό σιδηρόδρομο[1]. Για την πόλη μας ο Burton Holmes έγραψε στο βιβλίο του:
« Έναν-έναν φθάναμε στους καταθλιπτικούς σταθμούς του τρένου, κοντοστεκόμασταν για λίγο και μετά τους αφήναμε πίσω μας. Έτσι αβίαστα φθάσαμε στον προορισμό μας, τη Λάρισα, η οποία απέχει από τον Βόλο 37 μίλια. Ο πρώτος μας περίπατος στη Λάρισα μας έδωσε να καταλάβουμε ότι σπάνια βλέπανε ξένους στην πρωτεύουσα της Θεσσαλίας. Παντού όπου πηγαίναμε μας ακολουθούσε ένα πλήθος ανθρώπων με το στόμα ανοικτό. Όταν για λίγο κοντοστεκόμασταν μπροστά σε καταστήματα ή καθόμασταν σε κάποιο καφενείο, η κυκλοφορία διακοπτόταν. Όλοι σταματούσαν για να μας ρίξουν μια ματιά, να σχολιάσουν την εμφάνισή μας και να συζητήσουν για την πιθανή αιτία της επίσκεψής μας στην πόλη. Ειλικρινά πιστεύω ότι κατά τη διάρκεια της σύντομης παραμονής μας στη Λάρισα, καθένας από τους δεκατέσσερις χιλιάδες κατοίκους της, μας έριξε μια παρατεταμένη και επίμονη ματιά. Οι κυρίες της παρέας μας υπήρξαν τα κύρια πρόσωπα της δημόσιας περιέργειας, επειδή στη Λάρισα σπάνια έβλεπες τις γυναίκες της πόλης να κυκλοφορούν ελεύθερα στους δρόμους της. Μέχρι το 1881 η Λάρισα ήταν τουρκική πόλη, γι’ αυτό και η ζωή των Ελλήνων κατοίκων της είναι ακόμα επηρεασμένη από τις μουσουλμανικές συνήθειες και παραδόσεις.
Αν και η Λάρισα είναι η πρωτεύουσα της Θεσσαλίας, μοιάζει πάρα πολύ σαν επαρχιακή πόλη. Μια λαοθάλασσα από ηλίθια και καθόλου διακριτικά πρόσωπα που χαιρετούν τους ξένους συνεχώς. Οι ρακένδυτοι, απερίγραπτοι, άπλυτοι και ακάθαρτοι πολίτες, δεν είναι καν γραφικοί. Είναι αποκρουστικά άθλιοι, αδαείς και βρώμικοι. Ο ταξιδιώτης δεν μπορεί καν να διανοηθεί την ύπαρξη ανώτερης κοινωνικής τάξης στην πόλη αυτή. Η ευημερία χάθηκε την ημέρα που η Θεσσαλία πέρασε στα χέρια των Ελλήνων, κατά το 1881, με τη συνθήκη του Βερολίνου. Οι εύποροι Τούρκοι έφυγαν, με όλες τις αποσκευές και τα υπάρχοντά τους, από αυτούς τους δρόμους. Από τα είκοσι επτά τζαμιά της Λάρισας, αν εξαιρέσει κανείς τέσσερα, τα υπόλοιπα βρίσκονται υπό κατάρρευση. Είκοσι τρεις εγκαταλειμμένοι μιναρέδες υψώνουν τις λεπτές, χαριτωμένες φιγούρες τους, πάνω από τα είκοσι τρία ερημωμένα τζαμιά.
Η κατάληψη της Θεσσαλίας από τις χριστιανικές δυνάμεις, αποτέλεσε την αρχή για την μεγάλη έξοδο των μωαμεθανών. Αυτό αποδεκάτισε σχεδόν την περιοχή και για ένα χρονικό διάστημα κάθε πρόοδος σταμάτησε, αφού οι Έλληνες αργούσαν να έλθουν να πάρουν τα μέρη που είχαν μείνει κενά φεύγοντας οι Τούρκοι. Η κυβέρνηση κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για να πείσει τους σοβαρούς και μόνιμους Τούρκους χωρικούς να παραμείνουν. Απαλλαγή από τη στρατιωτική θητεία και πολλά άλλα προνόμια τους προσφέρθηκαν, αλλά μάταια. Οι μουσουλμάνοι δεν μπορούσαν να παραμείνουν σε έναν τόπο από τον οποίο είχε εκδιωχθεί ο σουλτάνος τους. Πούλησαν μεγάλο μέρος των περιουσιακών τους στοιχείων και πιστοί στο πνεύμα των νομάδων προγόνων τους, μάζεψαν, τρόπος ειπείν, τις σκηνές τους και σιωπηλά μετακόμισαν».
Οι κύριες εντυπώσεις του συγγραφέα δεν απέχουν και πολύ από την πραγματικότητα, σε πολλά όμως σημεία φαίνεται ότι δεν είναι σωστά ενημερωμένος. Είναι γνωστό πώς μήνες πριν από την ενσωμάτωση, πολλοί επαγγελματίες και επιστήμονες από τον ελληνικό χώρο και ιδίως από την Πελοπόννησο, ήλθαν να σταδιοδρομήσουν στη Λάρισα. Εκείνο όμως που σοκάρει πραγματικά είναι όταν περιγράφει τους κατοίκους της πόλης μας. Χαρακτηρισμοί όπως ηλίθιοι, αδιάκριτοι, ρακένδυτοι, απερίγραπτοι, άπλυτοι, ακάθαρτοι, άθλιοι, αδαείς, βρώμικοι, είναι πολύ βαρείς. Όμως οι άνθρωποι του δρόμου, αυτούς που συνάντησε και περιέγραψε η παρέα των Αμερικανών ήταν οι αργόσχολοι, οι περίεργοι, οι περιθωριακοί, οι χωρικοί που βρέθηκαν ευκαιριακά στην πόλη. Δεν ήταν οι υπάλληλοι, οι εκπαιδευτικοί, οι μαθητές των γυμνασίων, οι στρατιωτικοί που υπηρετούσαν στη Λάρισα. Αυτούς φαίνεται δεν τους συνάντησαν. Και αυτό φαίνεται καθαρά από την φωτογραφία μιας ομάδας ατόμων που αποθανάτισε ο συγγραφέας. Πρόσωπα αδρά, άξεστα, ηλιοκαμένα και πληγωμένα από τις κακουχίες, παιδιά με σκληρά βλέμματα. Για τους περισσότερους ήταν πρωτόγνωρη η εικόνα που αντίκριζαν. Τα κομψά κουστούμια των ανδρών, τα φανταχτερά φορέματα και οι καπελίνες των γυναικών, η ελεύθερη κίνησή τους στην αγορά σε ανάμειξη με τους άνδρες, τους εντυπωσίαζε
Η δημοσιευόμενη φωτογραφία απεικονίζει ένα μέρος του δημοτικού τότε ξενοδοχείου «Το Στέμμα», το οποίο βρισκόταν στη βόρεια πλευρά της πλατείας, την άμαξα των ξένων με τους συνοδούς τους και μια μεγάλη ομάδα περίεργων Λαρισαίων.
[1]. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Θεσσαλικοί Σιδηρόδρομοι. Τα επίσημα βαγόνια των πρώτων συρμών, εφ. "Ελευθερία", Λάρισα, φύλλο της 14ης Σεπτεμβρίου 2017
Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Τετάρτη 27 Ιουνίου 2018














Επειδή όλο και περισσότεροι άνθρωποι στιγματίζουν δέρματα με χρωστικές
 ουσίες, με διατρήσεις στα πρόσωπά των, και μυοπλάθουν δυσανάλογους
 μύες σε γυμναστήρια θέλοντας να μοιάσουν με αμφίβολα τηλεοπτικά 
πρότυπα τερατισμού, θα ήθελα να σας αποκαλύψω το μυστικό της ομορφιάς
 που η τερατολάγνα μας εποχή έχει κλειδώσει στα μουσεία. Το ελληνικό άγαλμα.
To 2014, to Βρετανικό Μουσείο διοργάνωσε μία έκθεση γύρω από τα 
Ελληνικά αγάλματα με τίτλο, «The Body Beautiful» 
(«Οι εν Σώματι Ωραίοι», δηλαδή). Τέτοιο ενδιαφέρον προκάλεσε το γεγονός, 
ώστε το BBC προώθησε το συμβάν και τηλεοπτικώς με την παρουσιάστρια 
να εγκωμιάζει την επίδραση των Ελλήνων στον τρόπο που όλος ο κόσμος 
ακόμη και σήμερον αξιολογεί το καλλίγραμμο κορμί.Κατά την 
μαγνητοσκόπηση, η παρουσιάστρια περιφέρεται γύρω από τα αγάλματα 
του Δισκοβόλου του Μύρωνος, του Ηρακλέους, της Αφροδίτης και πλείστων
 άλλων, εκθειάζοντας το σφρίγος και το κάλλος που εμπνέουν οι μορφές
 αυτών. Αλλά κάτι λείπει: Εστιασμένη στο σώμα, ουδόλως αναφέρεται 
στα πρόσωπα. Και το τραγικότερο; Δεν μπορεί να πει την λέξη «Άγαλμα».
Η ιστορικός τέχνης, παρουσιάστρια καταφεύγει στο απλοϊκό Statue, από το 
Λατινικό Statua, που σημαίνει «Στατικό/ακίνητο», προφανώς και αυτό λήμμα
 Ελληνικής προελεύσεως. Ούτε διαθέτει το λεξιλόγιο ώστε να μπορεί να κάνει
 λεκτική διάκριση μεταξύ ενός μαρμάρινου ομοιώματος ενός φιλοσόφου ή ενός
 ιστορικού προσώπου, φερ' ειπείν, και μίας εξιδανικευμένης μορφής ενός 
αθλητού, ή θεού. Δηλαδή την διάκριση μεταξύ ενός «ανδριάντα» και 
ενός «αγάλματος». Και πως, εξ άλλου, εφόσον η αγγλική, όπως και κάθε άλλη
 γλώσσα, ουδέποτε βίωσε τον πολιτισμό που ανέδειξε το απαράμιλλο κάλλος της ανθρωπίνης μορφής;
Ωστόσο, για την Ελληνική αντίληψη των πραγμάτων Statua (ακινησία) 
δεν υπάρχει στο «άγαλμα». Όπως το σωστό μουσικό άκουσμα κινεί την 
ευγένεια της ψυχής, έτσι και η οπτική τέχνη της Ελληνικής γλυπτικής οδηγεί 
τον άνθρωπο είτε προς τα πάνω, είτε προς τα κάτω. Και εάν η Ελληνική γλώσσα
 εξευγένισε και εκπολίτισε όλες τη βάρβαρες λαλιές με Ελληνικά λήμματα, όπως
 αυτό της «μουσικής,» ουδέποτε κατάφερε να τις εξελληνίσει σε σημείο που θα 
υιοθετούσαν και την έννοια του «αγάλματος». Κάτι τέτοιο προϋποθέτει την
 αυτούσια ανάπτυξη ενός υψηλού, φιλοσοφοκεντρικού πολιτισμού που αγάπησε
 τον άνθρωπο και την φύση μακρυά από δογματικές αντιλήψεις εμποτισμένες
 με την αν-εικονικότητα νομαδικών λαών της «ερήμου», και των ιδεολογιών 
που εξισώνουν την ασχήμια με την ομορφιά....
Επειδή, λοιπόν, μόνο η ελληνική γλώσσα και κοσμοθεώρηση μπορεί να 
ανυψώσει τον άνθρωπο στο μέτρον του αρίστου, ας εστιάσουμε στην διδαχή
 και ψυχαγωγία του μοναδικού ανά την υφήλιο θεσμού που απαντάται στο 
Ελληνικόν άγαλμα.Εξ άλλου, επισκεπτόμενοι το έτυμον (αλήθεια) της λέξεως,
 καταλαβαίνουμε ότι σκοπός του αγάλματος είναι να προκαλέσει «αγαλλίαση» 
(υπερβολική χαρά) στον θεατή οδηγώντας την ψυχή στον ιδεατό κόσμο του
 ωραίου και του αληθινού, εκεί που δεν υπάρχει ατέλεια. Δια της αφαιρέσεως 
κάθε ατέλειας, σε αντίθεση με τους ανδριάντες ιστορικών ανδρών, το άγαλμα 
υπερβαίνει την πραγματικότητα του φυσικού κόσμου και καθοδηγεί. 
Η ρίζα των λέξεων «άγαλμα» και «αγαλλίασις» είναι το ρήμα «άγω», που 
σημαίνει «οδηγώ», «καθοδηγώ», και, ως εκ τούτου, στοχεύει στην «αγωγή» 
και «διαγωγή» του ανθρώπου και την θέση του στον φυσικό κόσμο.Η ατάραχη 
όψη στα τέλεια πρόσωπα των Ελληνικών αγαλμάτων σε συνδυασμό με το 
καλλίγραμμο σφρίγος του κορμιού δηλώνει την πνευματική νηφαλιότητα σε 
συνάρτηση με την άσκηση και εγκράτεια που θα πρέπει να ασκεί ο άνθρωπος 
με στόχο την δική του «αγαλματοποίηση». 
Η πνευματική νηφαλιότητα επιβάλλεται στον φυσικό κόσμο, εφόσον το
 πρόσωπο αψηφά την κόπωση της όποιας δυναμικής και μαχητικής στάσης του 
σώματος, όπως είναι έκδηλο στον Δισκοβόλο του Μύρωνος, ενώ ακόμη και το 
ανδρικό μόριον παρουσιάζεται δυσαναλόγως μικρό, ον δηλοί ό,τι τα κατώτερα 
πάθη πρέπει να ελέγχονται ώστε να μην αποβούν εις βάρος της πνευματικότητος
 επί τω του βίου έργω.
Ουσιαστικώς δηλώνει αυτό που πρέπει να είναι ο άνθρωπος, ένας αρμός μεταξύ
 του υλικού κόσμου και του πνευματικού κόσμου. Το σώμα είναι ο αισθητήρας 
του πρώτου ενώ το πνεύμα του δεύτερου. Ο εγκέφαλος λειτουργεί ως αγωγός 
πληροφοριών μεταξύ των δύο και συνεπώς είναι ο αρμός που ενώνει ύλη και 
πνεύμα. Η διανοητική διαύγεια τινός εξαρτάται από αυτήν την ισορροπία.
 Και ο ισορροπημένος ανήρ είναι ο πραγματικός «ταλαντούχος», εφόσον η λέξις
 «ταλέντο» δεν αναφέρεται σε κάποιον που έχει ένα συγκεκριμένο χάρισμα 
εν απουσία πολλών άλλων ιδιοτήτων, αλλά αυτός που στην ταλάντωση 
«ισορροπεί» μεταξύ αντιθέσεων.Αυτή η ισορροπία μεταξύ αντίθετων δυνάμεων 
έλξης και ώθησης προσδίδει και την απόλυτη αρμονία και χάρη στα Ελληνικά 
αγάλματα. 
Γλύπτες, όπως ο Πολύκλειτος και ο Μύρων, εφήρμοσαν την επιστήμη 
των μαθηματικών και της γεωμετρίας στον Δορυφόρο αθλητή του πρώτου 
και τον Δισκοβόλο του δεύτερου κατά τέτοιο τρόπο, ώστε εξ αυτών να 
απορρέει η έως και των ημερών μας ανυπέρβλητη αρμονία και κάλλος. 
Και ο Πολύκλειτος, μάλιστα, διαίρεσε το σώμα ενός αθλητού σε στάση
 με τέτοια μαθηματική ακρίβεια, ώστε το άγαλμα του δορυφόρου του(δηλαδή,
 του «δόρυ φέροντος») να ονομασθεί «Ο Κανών.»
Μελετώντας τον Δισκοβόλο του Μύρωνος, ο οξύνους θεατής θα αναγνώσει  
την χιαστή κατανομή κινήσεων έντασης/χαλάρωσης, πίεσης/ελάφρυνσης
 κάτω από την τοξοειδή καμπύλη των εκτεταμένων χεριών - δυνάμεις και 
αντιθέσεις που συγκροτούν τον κόσμο μας και προσδιορίζουν την θέση του 
ανθρώπου στο σύμπαν, ενώ το ατάραχο πρόσωπο συμβολίζει την ευπρεπή 
στάση του πνεύματός του απέναντι στις περιρρέουσες δυνάμεις.
Άρα, ο θεσμός της αγαλματοποιίας ξεκαθαρίζει ότι μισός άνθρωπος είναι αυτός
 που παραμελεί το σώμα για να ασχοληθεί κυρίως με το πνεύμα 
(π.χ. ένας θρησκόληπτος, η ένας ταγός κάποιας πολιτικής ιδεολογίας), 
όπως μισός είναι και αυτός που γίνεται έρμαιο στις γήινες δυνάμεις και ορέξεις 
της υλικής του υποστάσεως, αδιαφορώντας για τη πνευματική του άσκηση
 και γαλούχηση.
Και ως εκ τούτων, τα αγάλματα αείποτε θα υπαγορεύουν το μέτρον της
 ανθρώπινης αξιοπρέπειας προς το οποίον οφείλουμε να οδεύουμε. Αείποτε 
θα καταφρονούν τις εξέχουσες κοιλίες ως ένδειξη ασωτίας και αποχαλίνωσης. 
Πάντοτε θα αποστρέφονται τις παραμορφώσεις στο κορμί και θα καταδεικνύουν
 ότι δερματοστιξίες, διατρήσεις και κοσμήματα είναι ιδιώματα βαρβάρων
 και ατόμων ελλιπούς πνευματικής ανάπτυξης. Εν ολίγοις, θα μας θυμίζουν 
όλα τα ελαττώματά μας. 
Ίσως και γι αυτό κάποτε τα κατέστρεψε η ασχήμια που ήταν ευκολότερη 
από την κόπωση που απαιτεί η επίτευξις του κάλλους. Και όταν κάποτε τα
 βρήκαμε θαμμένα και διαμελισμένα, τα κλείσαμε μέσα σε Μουσεία....
 Αυτό που δεν μπορούσαμε να κλείσουμε στα μουσεία, όμως, ήταν το ατάραχό 
τους πρόσωπο, το υπερβατικό βλέμμα που αψηφά τα γήινα τεκτενόμενα, 
το οποίον ακόμη το διακρίνει κανείς στα πρόσωπα της Θεομήτορος, 
του Χριστού και πολλών Αγίων. Οι μονοδιάστατες Βυζαντινές εικόνες, όμως,
 για πάντα θα ζουν κάτω από την σκιά του απόλυτου κάλλους, που θέλει
 τον άνθρωπο σφριγηλό, μάχιμο και πνευματώδη και όχι αποστεωμένη, 
σκουλικόμορφη καρικατούρα.
Πέραν της ατομικής μας καθοδήγησης, το Ελληνικόν άγαλμα δύναται να 
καθοδηγήσει τόσο την πολιτική όσο και την κοινωνική ζωή του κάθε τόπου 
στον πλανήτη.
Ο ίδιος ο Πλάτων παρομοίασε την οργάνωση μίας πολιτείας με την υγιή 
μορφή του ανθρωπίνου σώματος, όπως απεικονίζεται στο άγαλμα. 
Παραλλήλισε την κεφαλή με την ηγεσία, το στήθος με τα εκτελεστικά όργανα 
(δηλαδή, την αστυνομία, τον στρατό και κρατικούς λειτουργούς) 
και το στομάχι με το εργατικό δυναμικό (τον λαό). Όταν αυτά τα μέλη 
λειτουργούν αρμονικά, το αποτέλεσμα είναι η υγεία, η σωστή ανάπτυξη 
και η ευημερία.
Τέτοια αρμονία επιτυγχάνεται μόνον όταν αποκτήσει το κάθε μέλος 
τις αρετές που του αναλογούν. Το κεφάλι πρέπει να επιδιώκει την ΣΟΦΙΑ, 
όπως εκδηλώνεται στην ατάραχη πνευματικότητα του προσώπου, το στήθος 
το θάρρος και την ΠΕΙΘΑΡΧΙΑ, όπως διαφαίνεται καλοσχηματισμένο 
σαν θώραξ πανοπλίας, και η κοιλιακή χώρα την ΕΓΚΡΑΤΕΙΑ,
όπως δηλώνουν και οι ορατοί κοιλιακοί μύες εν απουσία λίπους. 
Αντιστοίχως λοιπόν, οι ηγέτες οφείλουν να είναι σοφοί και δίκαιοι, ο στρατός, 
η αστυνομία και οι κρατικοί λειτουργοί να είναι παραδείγματα γενναιότητος 
και να πειθαρχούν στις αποφάσεις και τα μέτρα της ηγεσίας, ενώ ο λαός
 θα πρέπει να πείθεται στα μέτρα που έχουν τεθεί από τα ανώτερα μέλη,
παραδειγματιζόμενος από τις αρετές της ηγεσίας και των εκτελεστικών
 οργάνων. Με την σειρά του, μέσω της ποιοτικής παιδείας που παρέχει 
το κράτος, ο ενάρετος, εγκρατής λαός αποτελεί την πηγή συστατικών 
που αργότερα θα στελεχώνουν την ηγεσία του, όπως η κοιλιά στέλνει 
μέσω επεξεργασίας συστατικά που τρέφουν τον εγκέφαλο.
Συχνά, όμως, ένα από τα μέλη ξεφεύγει από το ενάρετο μέτρο. 
Η συνέπεια αυτού είναι η υπερτροφία αυτού του μέλους εις βάρος των άλλων. 
Εάν, επί παραδείγματι, αδρανήσει η κεφαλή, ή κυβέρνηση, τα άλλα μέλη,
 ακυβέρνητα πλέον, θα αφεθούν στις ορέξεις των. Εάν επικρατήσει το στήθος,
 η επιθετικότητα και ο αυταρχισμός θα είναι τα επακόλουθα. 
Εάν αφεθεί έρμαια στις ορέξεις της η κοιλιά, ο λαός, θα επιδοθεί σε τέτοια 
καταναλωτική κραιπάλη που στο τέλος θα επέλθει η σήψη στο υπόλοιπο
 σώμα ή πολιτεία αντίστοιχα, όπως ακριβώς συνέβη στην χώρα μας κατά τις
 δεκαετίες των '80 και '90 κατόπιν της εντολής των πλέον γαστροκεντρικών 
ηγετών που βόλεψαν τις αχαλίνωτες ορέξεις της γαστέρας
 με ευρωπαϊκά δάνεια και πακέτα...
Ως Έλληνες έχουμε βιώσει όλες τις νοσηρές καταστάσεις, αλλά με κεφαλή 
χωρίς μνήμη είμαστε καταδικασμένοι όχι μόνο να τις ξαναβιώσουμε, 
αλλά και να αφανιστούμε.
Kαιρός, λοιπόν, είναι να επιζητήσουμε την αρμονία ατενίζοντας το μέλλον 
παραδειγματιζόμενοι από την εικόνα του Ελληνικού αγάλματος. 
Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνον εάν η κεφαλή, δηλαδή η ηγεσία, στελεχωθεί 
από καλλιεργημένα άτομα που όχι μόνο έχουν ιστορική μνήμη, αλλά και
 την ικανότητα να κάνουν αναγωγές στα διδάγματά της.
Είθε μας καθοδηγήσει το απόσπασμα από τους «Βάτραχους» του Αριστοφάνους:
«Κι απ' τους πολίτες, όσους ξέρουμε πως ευγενείς και άντρες φρόνιμοι 
είναι και καλοί και τίμιοι και δίκαιοι στην παλαίστρα αναθρεμμένοι, 
στους χορούς, στη μουσική, περιγελούμε εμείς: Όμως... χρησιμοποιούμε 
αυτούς, που στα παλιά χρόνια ούτε καν για καθάρματα 
η πόλη δεν τους δεχόταν έτσι στην τύχη, δίχως ρώτημα.»
-Παναγιώτης Τερπάνδρου Ζαχαρίου-

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2018

ΕΠΕΙΔΗ πολλοί συνάδελφοι φαίνεται ότι αγνοούν ή ξεχνούν την καταγωγή της ΦΑΜΕΛΙΑΣ μας, με αποτέλεσμα να τελματώνουν σε "αδέξιους" ή "άκαπνους" διαλόγους επί του θέματος της ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, θεωρώ υποχρέωσή μου να ΕΝΗΜΕΡΩΣΩ ΑΠΑΝΤΕΣ για τα εξής ΙΣΤΟΡΙΚΑ και μη αμφισβητήσιμα ΔΕΔΟΜΕΝΑ.
1. ΗΣΙΟΔΟΣ
Ο Δευκαλίων με τη σύζυγό του την Πύρρα (θυγατέρα του Τιτάνα Επιμηθέα και της Πανδώρας) απέκτησε έξη παιδιά, τον ΕΛΛΗΝΑ, τον Αμφικτύωνα (το γνωστό βασιλιά των Αθηνών), την Πρωτογένεια, την Μελανθώ, την Θυία και την ΠΑΝΔΩΡΑ. (πήρε το όνομα της γιαγιάς της).
Η ΠΑΝΔΩΡΑ, κόρη λοιπόν του Δευκαλίωνα, απέκτησε με τον Δία (πατέρα των Ολύμπιων θεών) τρία παιδιά, τον ΓΡΑΙΚΟ (που βασίλευσε την Πύρρα-την περιοχή της που έφερε το όνομα της γιαγιάς του της Πύρρας-δηλαδή της ευρύτερης περιοχής της Θεσσαλίας), και τους δίδυμους ΜΑΓΝΗΤΑ (που βασίλευσε ευρύτερης περιοχής της Μαγνησίας που πήρε και το όνομά του) και ΜΑΚΕΝΔΟΝ ή ΜΑΚΗΔΟΝ (που βασίλευσε της ευρύτερης περιοχής που κείται βορείως του Ολύμπου, δηλαδή της Μακεδονίας, από όπου πήρε και το όνομά της).
ΕΛΛΗΝ, ΑΜΦΙΚΤΥΩΝ, ΠΡΩΤΟΓΕΝΕΙΑ, ΜΕΛΑΝΘΩ, ΘΥΙΑ, ΠΑΝΔΩΡΑ, ΓΡΑΙΚΟΣ, ΜΑΓΝΗΣ και ΜΑΚΗΔΟΝ ή ΜΑΚΕΝΔΟΝ ήταν παιδιά και εγγόνια της ίδιας ΦΑΜΙΛΙΑΣ. (Παππούς-Γιαγιά, Πατέρας-Μητέρα, παιδιά-εγγόνια).
Πολλά χρόνια αργότερα, όμως μετά την επικράτηση του εγγονού Έλλην, σαν ισχυρότερου όλων, μετονομάσθησαν σε ΕΛΛΗΝΕΣ.
2. ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΣ
Ο Απολλόδωρος, αφού εξιστορεί ΑΚΡΙΒΩΣ την ίδια ΓΕΝΕΣΗ (πρόσωπα με ΑΚΡΙΒΩΣ την ίδια σειρά και ονόματα) μας πληροφορεί με ακόμη περισσότερες λεπτομέρειες, όπου μεταξύ άλλων αναφέρει ΣΑΦΩΣ και τα εξής:
Ο Μακεδόν παντρεύτηκε αυτόχθονα γυναίκα της Θράκης.
Αυτή η γυναίκα “μετονομάσθηκε” σύμφωνα με το έθιμο της εποχής, σε «Μακεδονία»
(Το έθιμο αυτό να παίρνει η σύζυγος το όνομα του άντρα της διατηρείται και ΣΗΜΕΡΑ στα χωριά της ΒΔ Ελλάδας, πχ Μηνάς ο άνδρας, “Μηνέσα” η σύζυγος του, Παύλος ο άνδρας, "Παύλοβα" η σύζυγός του, Θανάσης ο άνδρας, "Θανάσαινα" η σύζυγός του κοκ ανεξάρτητα από το βαφτιστικό της που κανείς δεν το αναφέρει πλέον…)
Ο Μακεδόν με την σύζυγό του τη Μακεδονία, απέκτησαν δύο γιους, τον ΠΙΕΡΟ και τον ΗΜΑΘΟ ή ΑΜΑΘΟ.
Ο ΠΙΕΡΟΣ βασίλευσε στην περιοχή που ονομάσθηκε ΠΙΕΡΙΑ
και ο ΉΜΑΘΟΣ βασίλευσε στην περιοχή που ονομάσθηκε ΗΜΑΘΙΑ.
Αμφότερες...ανήκουν στην ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ μέρη της γης που Βασίλευε ο πατέρας τους ο Μακεδόν.
(Το αντίστοιχο ΕΘΙΜΟ της “διανομής κληρονομιάς” του πατέρα πρός τα τέκνα, διατηρείται και ΣΗΜΕΡΑ).
Δεν θα συνεχίσω την απαρίθμηση των ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ...γιατί η εν συντομία εξιστόρηση θα γίνει μακροσκελέστατη….
Θα κλείσω με μια σημαντικοτατη ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ που συνήθως περνά απαρατήρητη:
Το φαινόμενο της ονοματοδοσίας των τέκνων, να φέρουν δηλαδή ονόματα των γιαγιάδων τους ή των παπούδων τους, δεν είναι "νεωτερίστικο" ή "χριστιανικό" ή νεοελληνικό έθιμο... Προσέξτε, πάλι τα ονόματα,
ΠΑΝΔΩΡΑ.
Η μάνα της Πύρρας λεγόταν ΠΑΝΔΩΡΑ, έτσι ονομάτισε και την κόρη της, ΠΑΝΔΩΡΑ!
Αδελφή του ΕΛΛΗΝΑ λοιπόν η ΠΑΝΔΩΡΑ (η κόρη της Πύρρας).
Οι δύο δίδυμοι γιοί της ΠΑΝΔΩΡΑΣ όπως είπαμε, ήταν και οι ΜΑΓΝΗΤΑΣ και ΜΑΚΕΔΟΝ.
Ο Μάγνητας και ο Μακεδόν, είχαν θείο τους τον ΕΛΛΗΝΑ.
Ενα από τα παιδιά του ΕΛΛΗΝΑ, ήταν και ο ΑΙΟΛΟΣ.
Ο Αίολος λοιπόν, είχε θεία του την ΠΑΝΔΩΡΑ.
ΑΡΑ:
ΑΙΟΛΟΣ, και οι ΜΑΓΝΗΤΑΣ/ΜΑΚΕΔΟΝ (δίδυμα αδέλφια)) ήταν πρώτα ξαδέρφια!
Ένα από τα παιδιά του ο ΑΙΟΛΟΣ το ονόμασε ΜΑΓΝΗΤΑ.
Έδωσε δηλαδή στο παιδί του, το Όνομα του Πρωτοξαδέρφου του!
Αλλά...ας πάμε και πολύ πιό πίσω, πριν Δευκαλίωνος Εποχής ή ακριβέστερα, πρίν του Κατακλυσμού του Δευκαλίωνος (αφού την Εποχή που Βασίλευε ο Δευκαλίων έγινε ο Κατακλυσμός που τον συνέδεσε με τον υπόψη "τίτλο").
Το πρώτο από τα τρία αρσενικά παιδιά που έφερε στον κόσμο η ΠΑΝΔΩΡΑ (η κόρη του Δευκαλίωνα) τπυ έδωσε το όνομα ΓΡΑΙΚΟΣ.
Τυχαίο;;;
ΟΧΙ.
Του έδωσε το όνομα προγόνου (προπάππου) του, του ΓΡΑΙΚΟΥ, ενός προκατακλυσμιαίου ήρωα και γιού του ΘΕΤΤΑΛΟΥ (και δισέγγονου του ΠΕΛΑΣΓΟΥ-του 3ου γιού του ΤΡΙΟΠΑ...!. Κλπ κλπ κλπ
Αυτά μας ΔΗΛΩΝΟΥΝ την ΕΝΟΤΗΤΑ της ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ.
Κάτι που συναντάται σπανίως σε άλλους λαούς, αλλά είναι ΚΥΡΙΑΡΧΑ ΕΘΙΜΑ από ΥΠΑΡΞΕΩΣ των ΕΛΛΗΝΩΝ έως και ΣΗΜΕΡΑ!
Συμπεράσματα:
1. ΠΕΛΑΣΓΟΙ, ΓΡΑΙΚΟΙ, ΕΛΛΗΝΕΣ, ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ, ΑΙΟΛΕΙΣ, ΑΧΑΙΟΙ, ΔΩΡΙΕΙΣ, ΙΩΝΕΣ, ΛΟΚΡΟΙ κλπ κλπ κλπ ή Ίωνες, Αιολείς ή Αχαιοί, Δωριείς ή Λοκροί κλπ κλπ κλπ,
είναι ΟΛΟΙ τους από την αυτήν ΦΑΜΙΛΙΑ, με ΙΔΙΟΝ γνώρισμα το ΗΘΟΣ, το ΕΘΟΣ, την ΚΟΙΝΗ ΓΛΩΣΣΑ και την ΙΔΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ!
Δηλαδή
ΙΔΙΟΣ ΛΑΟΣ,
ΙΔΙΟ ΕΘΝΟΣ,
ΙΔΙΑ ΓΛΩΣΣΑ
από εμφανίσεως της ΦΑΜΕΛΙΑΣ
στο ΙΔΙΟ ΧΩΡΟ και ΤΟΠΟ (ΠΑΤΡΙΔΑ)!
2. Πουθενά μα πουθενά δεν έχω βρεί το παραμικρό στοιχείο, που να συνδέει έστω και με κάποια μακρινή συγγένεια τους ΣΛΑΒΟΥΣ με το "Δέντρο του Ελληνισμού"!
3. ΚΑΘΕ ΑΝΑΦΟΡΑ λοιπόν σε "Σλαβομακεδόνες", είναι όχι μόνον ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΗ, ΨΕΥΔΗΣ και ΑΝΙΣΤΟΡΗΤΗ, αλλά ΙΣΟΔΥΝΑΜΕΙ με ΕΣΚΕΜΕΝΗ ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΣΗ της ΙΣΤΟΡΙΑΣ!
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ.
ΣΗΜ. 1. Ο ΔΕΥΚΑΛΙΩΝ ήταν γιός του ΠΡΟΜΗΘΕΑ και της ΚΛΥΜΕΝΗΣ (κόρης του ΩΚΕΑΝΟΥ).
ΣΗΜ. 2. Ο ΕΛΛΗΝΑΣ με την σύζυγό του ΟΡΣΗΙΔΑ, η οποία ήταν ΝΥΜΦΗ, απέκτησαν τρεις γιους: τον ΔΩΡΟ (Επώνυμος της Δωρίδος, γενάρχης των Δωριέων), τον ΞΟΥΘΟ (ο οποίος με την κόρη του ΕΡΕΧΘΕΑ, ΚΡΕΟΥΣΑ, γέννησε τον ΑΧΑΙΟ και τον ΙΩΝΑ, γενάρχες όλοι των αντίστοιχων ελληνικών φύλων) και τον ΑΙΟΛΟ (βασιλέα της Θεσσαλίας και γενάρχη των Αιολέων).
ΣΗΜ. 3. Οι Αιολείς, μαζί με τους Ίωνες, τους Αχαιούς και τους Δωριείς, θεωρούνται οι τέσσερεις προγονικές φυλές που συναποτέλεσαν τον κύριο κορμό του λαού των Ελλήνων.
ΣΗΜ. 4. Ο Αμφικτύωνας που ηγήθηκε των Αθηνών ήταν και ο πατέρας του Λοκρού, που ίδρυσε την Λοκρίδα και ο γενάρχης των Λοκρών.
ΣΗΜ. 5. Πριν την επικράτηση του ΕΛΛΗΝΑ και πριν Κατακλυσμού του Δευκαλίωνα, οι Έλληνες ονομάζονταν ΓΡΑΙΚΟΙ. Πηγές: Πάριο Χρονικό, «πρώτον μεν Γραικοί νυν δε Έλληνες», Απολλόδωρος, Αριστοτέλης...
ΠΡΟΣΟΧΗ:
Ανωτέρω ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ αφορούν την ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ!
ΜΕΛΕΤΗΣΤΕ ΤΟΝ 1ο ΧΑΡΤΗ που παραθέτω κατωτέρω, να βρείτε ακόμη και ΤΟΤΕ αν τα Σκόπια ανήκαν στην ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ!
Ο 2ος χάρτης, αφορά την Ρωμαική Επαρχία της Μακεδονίας.

Σάββατο 19 Μαΐου 2018

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ

Το παλιό νεοκλασικό κτίριο


Το προπολεμικό κτίριο του τοπικού υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας. Επιστολικό δελτάριο άγνωστου εκδότη. Δεκαετία του 1920. Αρχείο Αχιλλέα ΚαλτσάΤο προπολεμικό κτίριο του τοπικού υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας. Επιστολικό δελτάριο άγνωστου εκδότη. Δεκαετία του 1920. Αρχείο Αχιλλέα Καλτσά
Προπολεμικά το ομορφότερο σημείο της Λάρισας ήταν η περιοχή της Κεντρικής πλατείας (Θέμιδος ονομαζόταν τότε). Οι φωτογραφίες και τα επιστολικά δελτάρια που έχουν διασωθεί το επιβεβαιώνουν.
Περιβαλλόταν από εντυπωσιακά κτήρια με σπουδαία αρχιτεκτονική, η οποία στα περισσότερα ήταν επηρεασμένη από το νεοκλασικό ρεύμα που είχε αναπτυχθεί στην ελληνική πρωτεύουσα από το 1850, με κύριο εκφραστή της τον Ernst Ziller[1]. Ένα από τα ομορφότερα κτίσματα αυτής της περιοχής ήταν και το Υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας. Ένα πραγματικό αρχιτεκτονικό στολίδι για την πόλη.
Η Εθνική ήταν η πρώτη από τις μεγάλες Τράπεζες που ίδρυσε υποκατάστημα στη Λάρισα. Λίγους μήνες μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας από τους Τούρκους το 1881 η Διοίκησή της στην Αθήνα αποφάσισε να ιδρύσει υποκατάστημα στη Θεσσαλική πρωτεύουσα. Την εποχή εκείνη κατάλληλα κτίσματα στην πόλη μας για να στεγασθούν μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα δεν υπήρχαν. Για το λόγο αυτό ενοικιάσθηκε αρχικά η κατοικία του Αχιλλέα Λογιωτάτου[2]. Βρισκόταν στην οδό Μ. Αλεξάνδρου, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το εγκαταλειμμένο ξενοδοχείο «Άνεσις» και ήταν κατασκευή των τελευταίων χρόνων της τουρκοκρατίας. Ήταν μεγάλο και είχε δύο ορόφους με πολλά δωμάτια. Επειδή το οίκημα δεν παρείχε μεγάλη ασφάλεια για τα ταμεία της Τράπεζας, λέγεται ότι τα βράδια κατέβαζαν τις τεράστιες μπάρες πίσω από την πόρτα του ισογείου, ενώ ένας ένοπλος νυκτοφύλακας της Τράπεζας περιπολούσε στον χώρο. Μετά την αποχώρηση των Τούρκων από τη Θεσσαλία την άνοιξη του 1898 διευθυντής του υποκαταστήματος τοποθετήθηκε ο Γεώργιος Δεσύπρης[3]. Στο οίκημα Λογιωτάτου το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας παρέμεινε μέχρι το 1907, δηλαδή επί 25 περίπου χρόνια
Ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα και με πρωτοβουλία του Γεωργίου Δεσύπρη, ευαισθητοποιήθηκε η Διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας για την κατασκευή στη Λάρισα ιδιόκτητου κτιρίου για να στεγάσει το τοπικό της υποκατάστημα. Προς τούτο αγοράσθηκε από τους δερβίσηδες ο τεκές του Κουρά Εφέντη[4] και τα γύρω κτίσματα, τα οποία βρίσκονταν στη γωνία των οδών Αλεξάνδρας (Κύπρου) και Ακροπόλεως (Παπαναστασίου). Η Τράπεζα τα κατεδάφισε όλα για να ανεγείρει στη θέση αυτή το νέο της κτίριο. Η εφημερίδα "Μικρά" της Λάρισας σε δημοσίευμά της στις 23 Οκτωβρίου 1905 αναφέρει ότι ο μηχανικός των Αθηνών Μπαλάνος εκπόνησε τη μελέτη του έργου κατασκευής του νέου κτηρίου της Εθνικής Τράπεζας στη Λάρισα. Η ίδια εφημερίδα δύο περίπου χρόνια αργότερα (17 Ιουνίου 1907) γράφει ότι το κτίριο εγκαινιάσθηκε τον Ιούνιο του 1907 και συμπληρώνει: «Από της παρελθούσης εβδομάδος το ενταύθα Υποκατάστημα της Εθνικής Τραπέζης εγκατεστάθη εις το όπισθεν των πυρποληθέντων Δικαστηρίων[3] λαμπρόν μέγαρον, το οποίον ιδίαις δαπάναις η Τράπεζα ωκοδόμησεν».
Όπως φαίνεται και από τη φωτογραφία, η οποία χρονολογείται στη δεκαετία του 1920, ολόκληρο το οικοδόμημα ήταν μια τριώροφη οικοδομή με υπόγειο. Το ισόγειο φιλοξενούσε τα γραφεία και τις διάφορες υπηρεσίες της Τράπεζας, ενώ στον επάνω όροφο βρισκόταν η κατοικία του εκάστοτε διευθυντού. Κατά τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της Τράπεζας στα διαμερίσματα του ορόφου κατοίκησε η οικογένεια του επί σειρά ετών διευθυντού του τοπικού υποκαταστήματος της Τράπεζας Γεωργίου Δεσύπρη. Επίσης στους ίδιους χώρους έζησε αργότερα και ο Μ. Καραγάτσης, όταν διευθυντής ήταν ο πατέρας του Γεώργιος Ροδόπουλος. Για μικρά διαστήματα διέμεναν μέλη της βασιλικής οικογένειας και διάφοροι πολιτικοί όταν επισκέπτονταν τη Λάρισα. Ο τρίτος όροφος αποτελούνταν από επίμηκες υπερώο, με τριγωνική αετωματική πρόσοψη προς την πλευρά της πλατείας..
Όλη όμως η ομορφιά του κτίσματος επικεντρωνόταν στο νεοκλασικό προστώο που υπήρχε στην πρόσοψη του ισογείου και έβλεπε προς την πλατεία. Στην κεντρική είσοδο της Τράπεζας δύο ορθογώνιοι κίονες στο κέντρο διαμόρφωναν τριπλή τοξοστοιχία δια μέσου της οποίας, με τη βοήθεια χαμηλής μαρμάρινης σκάλας, εισέρχονταν οι συναλλασσόμενοι πολίτες στα ενδότερα του κτηρίου. Πάνω απ’ αυτήν υπήρχε o μακρόστενος εξώστης του πρώτου ορόφου, τον οποίο συγκρατούσαν τέσσερα μαρμάρινα φουρούσια. Στα μεταλλικά κιγκλιδώματα του εξώστη αυτού υπήρχε η επιγραφή ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ. Τα ανοίγματα του ισογείου (παράθυρα και πόρτες) ενισχύονταν με πυκνές και ισχυρές σιδεριές, ενώ των άλλων ορόφων ήταν ελεύθερα. Η προσπέλαση στον επάνω όροφο όπου βρισκόταν η κατοικία του διευθυντού γινόταν από ιδιαίτερη είσοδο η οποία βρισκόταν νότια του κυρίως κτηρίου και σε εσοχή. Ολόκληρο το κτίριο αντανακλούσε αισθητική ομορφιά και κομψότητα, ιδιαίτερα στην πρόσοψη. Νοτιότερα υπήρχε δενδροφυτευμένος χώρος, ο οποίος μέχρι το 1932 ανήκε στην Τράπεζα Λαρίσης, αλλά μετά την χρεωκοπία της περιήλθε στην ιδιοκτησία της Εθνικής. Σ' αυτό τον χώρο αργότερα διαμορφώθηκε ο θερινός κινηματογράφος "Τιτάνια" του Μιχαήλ Τζεζαϊρλίδη, ο οποίος άφησε τόσο ευχάριστες αναμνήσεις στους παλιούς Λαρισαίους.
Ο σεισμός του 1941 επέφερε στο κτίσμα αρκετές ζημιές, οι σοβαρότερες των οποίων εμφανίσθηκαν στο υπερώο του τρίτου ορόφου, το οποίο και κατεδαφίσθηκε. Γι' αυτό και οι κατοχικές δυνάμεις δεν το χρησιμοποίησαν, όπως το διπλανό κτήριο της Τράπεζας Ελλάδος. Από τα χρόνια της κατοχής και μέχρι την κατεδάφισή του αντίκριζε κανείς από την πλατεία πάνω στην ταράτσα τη σειρήνα η οποία ειδοποιούσε τους Λαρισαίους για τυχόν επικείμενες εχθρικές αεροπορικές επιδρομές και όχι μόνον. Μ’ αυτή τη μορφή λειτούργησε το υποκατάστημα μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960 οπότε ή διοίκηση της Τράπεζας υποχρεώθηκε να το κατεδαφίσει ολόκληρο. Στη θέση ενός απολεσθέντος κομψοτεχνήματος οικοδομήθηκε ο αισθητικά αδιάφορος τεράστιος τσιμεντένιος κύβος που βλέπουμε σήμερα, επενδυμένος με μάρμαρα.
[1]. Ernst Ziller (1837-1923). Διάσημος Γερμανός αρχιτέκτονας, ο οποίος βρέθηκε στην Ελλάδα από το 1868, επί βασιλείας Γεωργίου Α΄. Σχεδίασε πάνω από 900 κτίρια. Στην κοινωνία της παλιάς Λάρισας ήταν πολύ διαδεδομένη η φήμη ότι το αρχοντικό του μεγαλοκτηματία Κωνσταντίνου Σκαλιώρα, το οποίο βρισκόταν στη γωνία των οδών Ρούζβελτ και Πατρόκλου, εκεί όπου μέχρι πρόσφατα υπήρχε το Στρατολογικό Γραφείο, είχε κτισθεί σε σχέδια του Ziller ή των μαθητών του.
[2]. Ο Αχιλλεύς Λογιωτάτου (1847-1896) σπούδασε ιατρική στο πανεπιστήμιο Αθηνών και ήταν εγγονός του λόγιου Ιωάννη Οικονόμου-Λογιωτάτου. Τον Σεπτέμβριο του 1895 εκλέχτηκε δήμαρχος Λαρίσης μέχρι τον θάνατό του το 1896 και για ένα μικρό διάστημα το 1888 διετέλεσε και βουλευτής. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Το αρχοντικό της οικογένειας Λογιωτάτου, εφ. Larissanet, φύλλο της 14ης Φεβρουαρίου 2014.
[3]. Ήταν μια πολυσχιδής προσωπικότητα που δραστηριοποιήθηκε σε πολλούς τομείς της κοινωνικής ζωής της Λάρισας (Πρόεδρος του αδελφάτου του Δημοτικού Νοσοκομείου, μέλος του Μουσικού Γυμναστικού Συλλόγου, μέλος οργανωτικής επιτροπής Ιππικών Αγώνων, κλπ). Έμεινε στη Λάρισα μέχρι τον θάνατό του το 1912. Μία από τις κόρες του, η Μαρία Δεσύπρη (Αθήνα 1892-Αθήνα 1976) τελείωσε το 1909 το Αρσάκειο της Λάρισας και το 1923 παντρεύτηκε τον Αλέξανδρο Σβώλο, καθηγητή πανεπιστημίου και πολιτικό. Η ίδια εξελέγη μεταπολεμικά δύο φορές βουλευτής με την ΕΔΑ, το 1958 και το 1961. Από τον καιρό που ήταν ακόμη νέα και ζούσε στη Λάρισα, πρωτοστατούσε στο τοπικό φεμινιστικό κίνημα μαζί με άλλες πρωτοπόρες γυναίκες (Παπασταύρου-Χρυσοχόου Αμαλία, Ελένη Τέτση-Καρακίτη (Rebelle), Κική Πιπινοπούλου-Δημητριάδη, Μαρία Πίπιζα-Καρακάση, και άλλες).
[4].Παπαγιαννόπουλος Ιωάννης, Επαρχία Λαρίσης, Θεσσαλικά Χρονικά, έκτακτος έκδοσις επ’ ευκαιρία της πεντηκονταετηρίδος (1881-1931) από της απελευθερώσεως της Θεσσαλίας. Πανηγυρικός τόμος της Ιστορικής Λαογραφικής Εταιρείας Θεσσαλών, Αθήναι (1935) σ. 282 και Στεργιόπουλος Δημ., Μνημεία Μουσουλμανικής Ιστορίας και Τέχνης στο νομό Λάρισας, εφ. Λαρισαϊκή Ηχώ της 11ης Μαρτίου 1985. Βλέπε και : Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Ο τεκές του Κουρά Εφέντη, εφ. "Ελευθερία", Λάρισα, φύλλο της 3ης Μαΐου 2015.
[5]. Στη ΒΔ γωνία επί της Πλατείας Θέμιδος, βρισκόταν από την περίοδο της τουρκοκρατίας το θαυμάσιο νεοκλασικό κτήριο του τουρκικού Διοικητηρίου, το οποίο μετά την απελευθέρωση στέγασε τις δικαστικές υπηρεσίες της Λάρισας (Θέμιδος Μέλαθρον). Το κτήριο αυτό αποτεφρώθηκε από πυρκαγιά στις 14 Ιανουαρίου 1905. Τον Οκτώβριο του 1907 κατεδαφίσθηκε και έτσι διαμορφώθηκε ο τεράστιος σημερινός χώρος της Κεντρικής πλατείας,

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com