Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2019

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

Το μεγάλο τουρκικό λουτρό (Χαμάμ)


Το Μεγάλο Χαμάμ από το ύψος διπλανού ξενοδοχείου. Φωτογραφία του 2001. Από το βιβλίο του Θεόδωρου Παλιούγκα, «Η Λάρισα κατά την Τουρκοκρατία (1423-1881)», τόμ. Β΄, σελ. 503.Το Μεγάλο Χαμάμ από το ύψος διπλανού ξενοδοχείου. Φωτογραφία του 2001. Από το βιβλίο του Θεόδωρου Παλιούγκα, «Η Λάρισα κατά την Τουρκοκρατία (1423-1881)», τόμ. Β΄, σελ. 503.Το Μεγάλο Λουτρό της Λάρισας. Ο τρούλος του ζεστού χώρου. Από το βιβλίο του Θεόδωρου Παλιούγκα, «Η Λάρισα κατά την Τουρκοκρατία (1423-1881)», τόμ. Β΄, σελ. 506.
Οι περισσότεροι Λαρισαίοι καθώς διασχίζουν την οδό Βενιζέλου αντικρίζουν τον τρούλο ενός κτίσματος, που παλαιότερα το προσδιόριζαν σαν “Rooms” και σήμερα σαν “Hamam”, από το μπαρ για τους νέους που λειτουργεί στους χώρους του.
Όμως το κτίσμα αυτό που χάνεται ανάμεσα στις πολυτελείς βιτρίνες των καταστημάτων του πιο εμπορικού δρόμου της Λάρισας, είναι ένα από τα ελάχιστα σωζόμενα μέχρι σήμερα κτίρια της εποχής της τουρκοκρατίας, για το οποίο μάλιστα η Αρχαιολογική Υπηρεσία, αντιλαμβανόμενη την ιστορική αξία του, το ανέδειξε έπειτα από μια σωστική αποκατάσταση των χώρων του, ενώ οι επιχειρηματίες οι οποίοι το λειτουργούν, φαίνεται ότι το σέβονται και το προστατεύουν.
Τα λουτρά (χαμάμ) ήταν για τους μουσουλμάνους χώροι υγιεινής και εξαγνισμού[1]. Γι’ αυτό και στη Λάρισα πιστεύεται ότι λουτρά οικοδομήθηκαν από την πρώτη στιγμή της κατάληψής της το 1423 από τους Οθωμανούς, παρά τις δυσκολίες που θα πρέπει να αντιμετώπιζαν στο θέμα της ύδρευσης, παρ’ όλο που ο Πηνειός ήταν λίγα μέτρα κοντά τους και βρισκόταν στις παρυφές της πόλεως. Δεν έχουμε άμεσες μαρτυρίες από Ευρωπαίους περιηγητές για την παρουσία λουτρών στην πόλη. Μόνον οι μουσουλμάνοι Χατζή Κάλφα και Εβλιγιά Τσελεμπή κατά τον 17ο αιώνα, αναφέρουν την ύπαρξη δημοσίων λουτρών στη Λάρισα. Ο τελευταίος μάλιστα αναφέρει ότι στη Λάρισα εκτός από δημόσια, υπήρχαν και πολλά μικρά ιδιωτικά λουτρά, τα οποία αποτελούσαν ειδικά παραρτήματα μέσα στα αχανή κονάκια των πλούσιων Οθωμανών μπέηδων (γαιοκτημόνων).
Το Μεγάλο Λουτρό που διασώθηκε μέχρι τις ημέρες μας, βρίσκεται ακριβώς πίσω από τις λαμπερές βιτρίνες των καταστημάτων της οδού Βενιζέλου, από τους αριθμούς 81 έως 93, κοντά στην συμβολή της με την οδό Φιλελλήνων. Δεν μας είναι γνωστή η χρονολογία κατασκευής το . Οι περισσότεροι ερευνητές δέχονται ότι είναι κτίσμα του 17ου ή 18ου αιώνα, ενώ υπάρχουν και άλλοι οι οποίοι τοποθετούν την αρχική φάση του κτίσματος στον 15ο αιώνα, αμέσως μετά την κατάληψη της Λάρισας από τους Οθωμανούς και την έλευση του Τουρχάν μπέη και των διαδόχων του Ομέρ μπέη και Χασάν μπέη.
Αρχιτεκτονικά το Μεγάλο Χαμάμ της Λάρισας ακολουθεί τη βασική μορφή που είχαν τα δημόσια Οθωμανικά λουτρά επί τουρκοκρατίας, με τους τέσσερες κατά σειράν βασικούς χώρους, την αίθουσα αποδυτηρίων, τον μεταβατικό χώρο που χρησιμεύει για ανάπαυση και προετοιμασία του σώματος, τον κυρίως ζεστό χώρο ο οποίος καλύπτεται με τρούλο και το θερμαντικό κέντρο. Εδώ στο χαμάμ της Λάρισας ο πρώτος χώρος των αποδυτηρίων είναι μία μεγάλη τετράγωνη αίθουσα η οποία καλύπτεται από τρούλο διαμέτρου 13 περίπου μέτρων. Ο τρούλος αυτός είναι και το εξωτερικό σημείο αναφοράς του Μεγάλου Λουτρού, ανάμεσα στα χαμηλά κτίσματα που κυριαρχούν στην οδό Βενιζέλου και για διάφορους λόγους δεν έχουν επεκταθεί καθ’ ύψος, όπως σε άλλες περιοχές της πόλεως.
Ακολουθεί το μεταβατικό τμήμα του λουτρού με την χλιαρή θερμοκρασία. Είναι ο χώρος προσαρμογής πριν ο λουόμενος κατευθυνθεί στον επόμενο ζεστό χώρο που έχει θερμοκρασία 38 – 40 βαθμούς. Η αίθουσα αυτή καλύπτεται με ημισφαιρικό τρούλο ο οποίος φέρει στο τοίχωμά του πολλές οπές για τον επαρκή φωτισμό του χώρου. Δυτικότερα ακολουθούσε το θερμαντικό κέντρο, το οποίο δεν διακρίνεται μέσα στην αναδιάταξη των χώρων και την αλλαγή χρήσης με το πέρασμα του χρόνου. Το δάπεδο όλων αυτών των χώρων βρίσκεται 2,5 περίπου μέτρα χαμηλότερα από την επιφάνεια του πεζοδρόμου της Βενιζέλου[2].
Απ’ όλες τις ενδείξεις συμπεραίνεται ότι το Μεγάλο Χαμάμ ήταν εν λειτουργία καθ’ όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας. Μετά την απελευθέρωση του 1881 το σύμπλεγμα των χώρων του λουτρού διαμοιράσθηκε σε μικρά καταστήματα και εργαστήρια[3]. Το γεγονός αυτό είχε σαν συνέπεια το κτίσμα να δεχθεί πολλές προσθήκες και αυθαίρετες επεμβάσεις. Το 1986 κηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο και λίγα χρόνια αργότερα η αρχαιολογική υπηρεσία το συντήρησε, ανέδειξε την τοιχοποιία και σήμερα ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει τους χώρους του, οι οποίοι αποτελούν κάτι εντελώς διαφορετικό από τα άλλα οθωμανικά μνημεία, καθώς λειτουργεί ως μπαρ.
Ελπίζεται πως με την σταδιακή αποκατάσταση του γειτονικού Α’ Αρχαίου Θεάτρου και την απελευθέρωση του οικοδομικού τετραγώνου που περικλείεται μεταξύ των οδών Βενιζέλου-Απόλλωνος -Ύδρας και Παπαναστασίου από τα κτίσματα, θα αρχίσει σιγά-σιγά και όσο οι οικονομικές συνθήκες της χώρας το επιτρέπουν, να διαμορφώνεται σαν σκέψητο Λουτρό αυτό να απαλλαγεί από τα επιπρόσθετα κτίσματα που το καλύπτουν και από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντος και να αποδοθεί στην πόλη σαν ένας χώρος ο οποίος θα διατηρήσει την διαχρονική ιστορική αλληλουχία της Λάρισας, εφ’ όσον το κτίσμα αυτό, όπως αναφέρθηκε, είναι ένα από τα ελάχιστα Οθωμανικά κτίσματα που διατηρείται μέχρι σήμερα στη Λάρισα[4].
[1]. Όσοι επισκεφθήκαμε κατά καιρούς διάφορα μεγάλα οθωμανικά τεμένη, έχουμε παρακολουθήσει την αυστηρή μουσουλμανική συνήθεια καθαρισμού του προσώπου και των άκρων (χέρια, πόδια) των πιστών του Κορανίου πριν προχωρήσουν στο εσωτερικό να προσευχηθούν. Εξ άλλου σύμφωνα με το Κοράνι ο πιστός μουσουλμάνος υποχρεώνεται να καθαρίζει το σώματου δύο τουλάχιστον φορές την εβδομάδα και μάλιστα με νερό τρεχούμενο.
[2]. Το σημερινό κείμενο βασίσθηκε ως επί το πλείστον στο βιβλίο του συμπολίτη μας Θεόδωρου Παλιούγκα, με τίτλο Η Λάρισα κατά την Τουρκοκρατία (1423-1881), τόμ. Β΄, σελ. 497-508, όπου ο αναγνώστης θα βρει πολλά και λεπτομερή στοιχεία για τα λουτρά της τουρκοκρατούμενης Λάρισας, με σχέδια και φωτογραφίες.
[3]. Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα και μέχρι την ίδρυση εργοστασίων παγοποιίας στη Λάρισα, τα καλοκαίρια κάτοικοι από την Σπηλιά και άλλα ορεινά χωριά της περιοχής, κατέβαζαν με τα ζώα χιόνι, συσκευασμένο κατάλληλα με φτέρες και προστατευμένο από τη ζέστη με ειδικά περιτυλίγματα και το αποθήκευαν στους χώρους του Μεγάλου Χαμάμ που ήδη είχε σταματήσει τη λειτουργία του. Προτιμούσαν τις αίθουσές του γιατί είχαν χαμηλή θερμοκρασία και το χιόνι μπορούσε να διατηρηθεί περισσότερο χρόνο. Απ’ εκεί το πουλούσαν στους Τούρκους μπέηδες και σε αστούς της πόλεως, για να δροσίζουν το πόσιμο νερό και τα τρόφιμα, αλλά και σε ασθενείς με ψηλό πυρετό.
[4]. Από το Μπεζεστένι, την κλειστή τουρκική αγορά, έχει μείνει μόνον το κέλυφος, ενώ η προβλεπόμενη αποκατάστασή του θα ακολουθήσει σύγχρονες κατασκευαστικές δομές. Το Γενί τζαμί κτίσθηκε ως γνωστόν το 1891, μετά την απελευθέρωση της Λάρισας.
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΘ. ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ
nikapap@hotmail.com

ΜΙΑ ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΕΜΠΟΡΟΠΑΝΗΓΥΡΗ ΤΗΣ ΛΑΡΙΣΑΣ

Η ρόδα των παζαριών έχει ιστορία...
  
Δέος, τρέμουλο, η αδρεναλίνη στα ύψη και η εικόνα της περιοχής από ψηλά. Αυτά και άλλα, προσφέρει στους επισκέπτες του κάθε παζαριού, η ρόδα. Γίνεται παζάρι και δη της Λάρισας, χωρίς τη ρόδα; Κλασικό σημείο του παζαριού, ακόμα και για ραντεβού, επειδή φαίνεται από μακριά. Η οποία έχει τη δική της ιστορία, αλλά και εφευρέτη, τον George Ferris...
Έμεινε στην ιστορία, για το σχεδιασμό και την κατασκευή της πρώτης ρόδας για μια έκθεση στο Σικάγο, το 1893. Σύμφωνα με στοιχεία από το διαδίκτυο: «Ο George Ferris γεννήθηκε στις 14 Φεβρουαρίου 1859 στο Ιλλινόις. Οι διευθυντές της παγκόσμιας έκθεσης ήθελαν ένα έκθεμα, που θα μπορούσε να ανταγωνιστεί ή ακόμα και ξεπεράσει τον Πύργο του Άιφελ, ο οποίος είχε κατασκευαστεί στο Παρίσι το 1889, και για το λόγο αυτό επιλέχθηκε η ρόδα του λούνα παρκ. Οι ρόδες, βελτιώθηκαν, μεγάλωσαν, η κάθε θέση των δύο ατόμων, έγινε ολόκληρο δωμάτιο, που χωρά καθένα πολύ κόσμο. Έγινε μέσο ανταγωνισμού μεγάλων πόλεων. Η Flyer στη Σιγκαπούρη, το «Μάτι» του Λονδίνου και η New York Wheel είναι από τις μεγαλύτερες του κόσμου. Εντυπωσιακή και αυτή στο Παρίσι, έξω από τους κήπους του Κεραμικού, που χαρίζει θέα στη γαλλική πρωτεύουσα.
Οι ρόδες, όπως και οι ουρανοξύστες, τείνουν να καταστούν αναπόσπαστο τμήμα των σύγχρονων μεγαλουπόλεων. Η ρόδα London Eye, που κατασκευάσθηκε για τον εορτασμό της Χιλιετίας, επρόκειτο να είναι προσωρινή, παρότι είχε κοστίσει 142 εκατ. στερλίνες. Η γιγάντια ρόδα στις όχθες του Τάμεση αποδείχθηκε, όμως, τόσο δημοφιλής, που η αποσυναρμολόγησή της αναβλήθηκε επ' αόριστον. Μέχρι σήμερα, περισσότεροι από 32 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν «ταξιδέψει» στις γόνδολες της ρόδας London Eye.
Σήμερα, κάθε μεγαλούπολη, που σέβεται τον εαυτό της, από το Πεκίνο μέχρι και τη Βαγδάτη, επιθυμεί ή έχει ήδη αποκτήσει μία. Όταν η πόλη του Μπέρμιγχαμ στην Αγγλία φιλοξένησε τη Διεθνή Τουριστική Έκθεση του 2003, ο Δήμος νοίκιασε μεγάλη ρόδα από το Παρίσι. Καθώς οι επισκέπτες βρίσκονταν στον αέρα, ατενίζοντας τα εγκαταλελειμμένα εργοστάσια της πόλης και τα πάντα καλαίσθητα κανάλια της, η ηχογραφημένη ξενάγηση που ακουγόταν από τα μεγάφωνα περιέγραφε τα αρχιτεκτονικά μνημεία του Παρισιού...
Το Μπέρμιγχαμ, όπως και δεκάδες άλλες πόλεις του κόσμου, έπρεπε να αποκτήσει τη ρόδα του, αν και αυτή -όπως και εκείνες του Πλίμουθ, του Νιούκαστλ και του Γιορκ- ήταν προσωρινή. Ο Τζέι Πέντερ, υπεύθυνος πωλήσεων της εταιρείας Great City Attractions, ιδιοκτήτριας της ρόδας του Μπέρμιγχαμ, λέει: «Η οικονομική κρίση δεν έχει πλήξει τον τομέα μας. Ομολογώ ότι δεν μπορώ να καταλάβω από πού προέρχεται όλη αυτή η ζήτηση για ρόδες. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η ζήτηση αυτή υπάρχει και είναι ζωηρή. Φέτος, ανοίγουμε τρεις νέες ρόδες στην Αυστραλία, με ύψος που θα ξεπερνά τα 200 μέτρα».
Εκπρόσωπος του Βρετανικού Οργανισμού Τουρισμού εξηγεί: «Οι ρόδες έχουν εικονικό χαρακτήρα και προσδίδουν στις πόλεις τους ψευδαίσθηση υψομέτρου, τεχνολογικής υπεροχής και προοπτικής. Σε πόλεις όπως το Γιορκ, μία απαστράπτουσα ολοκαίνουργια ρόδα μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά στα ιστορικά μνημεία και τη ρωμαϊκή αρχιτεκτονική».
Πώς δεν το είδαν από μια παρόμοια σκοπιά και στην Ελλάδα ή τη Λάρισα, για κάτι πιο μόνιμο και συμβολικό;
Επιμέλεια: Ε. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ

Η ιστορική εξέλιξη του παζαριού Λάρισας


Η ιστορική εξέλιξη του παζαριού Λάρισας

 Του Αποστόλου Ποντίκα, Δασκάλου, Θεολόγου, Φιλολόγου,  πτυχ Πολιτικών Επιστημών, επιτ Σχολικού Συμβούλου

 Mε την ευκαιρία της έναρξης του παζαριού ή της Εμποροπανήγυρης Λάρισας, προβαίνουμε σε μια ιστορική και οικονομική περιγραφή του θεσμού αυτού, που έχει τις ρίζες του στις Βυζαντινές συντεχνίες και περισσότερο στις συντεχνίες της Τουρκοκρατίας. Παζάρι, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας ήταν δημόσια αγορά με κτίρια, όπου γινόταν συναντήσεις και διαπραγματεύσεις, με σκοπό τις αγοραπωλησίες. Από το είδος των εμπορευμάτων, οι αγορές έπαιρναν και άλλες ονομασίες, όπως, μπαλούκ- παζάρ, δηλαδή, ιχθυαγορά.
Η έννοια του παζαριού είναι ταυτόσημη προς το τσαρσί, με τη διαφορά ότι αυτό διαθέτει δικά του εμπορικά κτίρια. και εμπορική οργάνωση. Τα παζάρια πήραν και τη μορφή της πανήγυρης ή εμποροπανήγυρης. Προέρχεται η λέξη πανήγυρη από το πας και άγυρις, αγορά. Βέβαια, στην αρχαιότητα πανήγυρη, λεγόταν η θρησκευτική συνάθροιση του λαού , όπου τελούνταν γυμνικοί, μουσικοί και φιλολογικοί αγώνες, ενώ οργανώνονταν χοροί, θυσίες και για την εξυπηρέτηση των πανηγυριστών διενεργούνταν μια έντονη εμπορική κίνηση, με αποτέλεσμα να προκύψουν εμπορικές αγορές. Τέτοιες πανηγύρεις ήταν στην Αθήνα, τα Παναθήναια, τα Ελευσίνια, τα Λήμναια, κ.λπ.
Στη Σπάρτη τελούνταν τα Κάρνεια και Υακίνθεια. Στις αγορές αυτές άρχισαν να γίνονται διάφορες αγοραπωλησίες γεωργικών, κτηνοτροφικών και άλλων προϊόντων. Ένα παράδειγμα, θρησκευτικής πανήγυρης που συνδυάστηκε με οικονομικές δοσοληψίες ήταν τα Δημήτρια στη Θεσσαλονίκη στη γιορτή του πολιούχου της πόλης Αγίου Δημητρίου, όπου συνέρεαν προσκυνητές και έμποροι και από άλλες χώρες.
Είναι γνωστό ότι στην Τουρκοκρατία οι συντεχνίες έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην οικονομία της κάθε περιοχής. Έτσι, τα Παζάρια, ή αγορά ή εμποροπανηγύρεις, υπήρξαν χώροι διάθεσης και διακίνησης συντεχνιακών προϊόντων . Με τον τρόπο αυτό δημιουργήθηκε ο θεσμός του Παζαριού, ο οποίος υπάρχει στα κατοπινά χρόνια και παρουσιάζει έντονο κοινωνικό και οικονομικό ενδιαφέρον.
Η αγορά ήταν το σημαντικότερο μέρος του Βαροσιού, όπου η κίνηση αποκλειστικά γινόταν από χριστιανούς εμπόρους, τεχνίτες και επαγγελματίες. Άλλωστε, έχουν μείνει και σήμερα σε ορισμένες πόλεις ονομασίες, Βαρούσι, όπως, για παράδειγμα στην Ελασσόνα και στα Φάρσαλα. Η εμπορική αγορά απλωνόταν σε στενούς δρόμους και σοκάκια , όπου ήταν τοποθετημένα συντεχνιακά εργαστήρια. Τα εργαστήρια αυτά ήταν ξύλινα και λιθόκτιστα. Τα ξύλινα εργαστήρια μοιράζονταν το ανοικτό μέρος της αγοράς και λεγόταν Τσαρσί ή Μεϊντάν, ενώ τα λιθόκτιστα ήταν κλειστά, θολογύριστα και λέγονταν Μπιζεστένι. Kάθε συντεχνία είχε το δικό της σοκάκι, ανάλογα με το επάγγελμα, όπου διέθετε το δικό της εμπόρευμα, με αποτέλεσμα ο χώρος αυτός να παίρνει την αντίστοιχη ονομασία, σε σχέση με το είδος του εμπορεύματος, όπως, ταμπάκικα, παπουτσάδικα, καλαντζίδικα, γιδοπάζαρο, γελαδοπάζαρο, κ.λπ.
Άλλωστε, ακόμα και σήμερα οι παλαιότεροι αναφέρουν αυτές τις ονομασίες, όπως συμβαίνει και σε ορισμένα σημεία της Λάρισας. Για τη σωστή και εύρυθμη λειτουργία της αγοράς, την αποφυγή παραβάσεων από τους πωλητές, υπήρχε ο επιστάτης, ο οποίος φρόντιζε για την αγορά και έλεγχε τους πωλητές, ενώ οι συντεχνίες καθόριζαν τις ανώτερες τιμές πώλησης των προϊόντων. Ο θεσμός αυτός των παζαριών ή εμποροπανηγύρεων, σήμερα εμπλουτίστηκε και με σύγχρονα βιομηχανικά προϊόντα, ενώ τα παραδοσιακά κτηνοτροφικά και γεωργικά έχουν σχεδόν εκλείψει.
Στο παζάρι της Λάρισας, της Ελασσόνας και των Φαρσάλων, μέχρι τη δεκαετία του 1960, γινόταν αγοροπωλησίες ζώων, όπως, αγελάδων, αλόγων και αιγοπροβάτων. Αλλά, όμως και σε άλλες γεωργοκτηνοτροφικές περιοχές γινόταν ζωοπανηγύρεις, όπως, στα Σέρβια Κοζάνης, στα Τρίκαλα, στην περιοχή της Ηπείρου, Μακεδονίας και Θράκης. Επίσης σήμερα τις μεγάλες αγορές των παλαιοτέρων χρόνων αντικατέστησαν οι Εκθέσεις, οι οποίες οργανώνονται με τη μέριμνα της πολιτείας και διαφόρων οικονομικών παραγόντων. Σήμερα τα εβδομαδιαία παζάρια είναι κατάλοιπα και απομίμηση των συντεχνιακών παζαριών.
Εξάλλου, μεγαλύτερος χώρος διάθεσης βιομηχανικών, βιοτεχνικών, αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων ήταν τα εμπορικά πανηγύρια. Ανάμεσα στο παζάρι και πανηγύρι πρέπει να δια κρίνουμε μερικές διαφορές. Το εμπορικό πανηγύρι είχε υπεροχή έναντι του παζαριού, γιατί αυτό παρουσίαζε μεγαλύτερη ποικιλία σε εμπορεύματα. Άλλωστε, ο πωλητής είχε τη δυνατότητα να γίνει αμέσως και αγοραστής, με το όρο να έβρισκε κατάλληλα εμπορεύματα και ιδιαίτερα πρώτες ύλες για τη συντεχνία. Στην περίπτωση αυτή τον βοηθούσε και το σύστημα ανταλλαγής προϊόντων που επικρατούσε στα πανηγύρια.
Εξάλλου, οι αντιπρόσωποι των συντεχνιών αποκτούσαν νέο αγοραστικό κοινό, που για διάφορες αιτίες δύσκολα θα μπορούσαν να προσεγγίσουν και να προσεταιριστούν κάτω από άλλες συνθήκες. Οι γνωριμίες αυτές είχαν ως αποτέλεσμα να γίνονται περισσότερες παραγγελίες και να αυξάνεται η παραγωγική διαδικασία της συντεχνίες. Βέβαια, η εμποροπανήγυρη είχε ένα μειονέκτημα, αφού ήταν μικρή χρονική διάρκεια και κρατούσε 20 ημέρες, ενώ το παζάρι διαρκούσε όλο το χρόνο. Οι εμποροπανήγυρεις άρχιζαν την Άνοιξη και τελείωναν τον Νοέμβριο μήνα. Έτσι και σήμερα τα παζάρια επικράτησε να αρχίζουν από την άνοιξη και να τελειώνουν το φθινόπωρο, αφού είναι κατάλληλη περίοδος για τη διακίνηση των εμπορευμάτων, αλλά γιατί βοηθούν και οι καιρικές συνθήκες. Στον Τύρναβο γίνεται τη άνοιξη, όπως και στους Γόννους, στα Φάρσαλα 15 Αυγούστου, στην Ελασσόνα αρχές Σεπτεμβρίου και στη Λάρισα 24 Σεπτεμβρίου.
Οι συντεχνίες για να λάβουν μέρος στα πανηγύρια αυτά, ακολουθούσαν κάποια διαδικασία. Όσοι συντεχνίτες ήθελαν να πάρουν μέρος με την ιδιότητα του πωλητή, μάζευαν τα εμπορεύματά τους λίγες μέρες νωρίτερα πριν ανοίξει το πανηγύρι και άρχιζαν να μεταφέρουν τα εμπορεύματά τους. Η μεταφορά των εμπορευμάτων γινόταν με τα ζώα, που σχημάτιζαν ένα είδος καραβανιού. Όλες οι οικονομικές και κοινωνικές δραστηριότητες, γνωριμίες, φιλίες και συναναστροφές γινόταν μέσα στο χώρο αυτό. Με τη λήξη της εμποροπανήγυρης, συνέχιζαν το δρόμο για άλλες πανηγύρεις, όπως, γίνεται και σήμερα.. Υπήρχαν περιπτώσεις, όπου οι συντεχνίες εξουσιοδοτούσαν πεπειραμένο και έμπιστο πρόσωπο να προμηθευτεί από τους πραματευτάδες άλλων περιοχών μεγάλες ποσότητες εμπορευμάτων .
Για το ξεκίνημα και το στήσιμο μιας νέας συντροφιάς, απαιτείτο σχετική άδεια και κάποιο συμφωνητικό, το οποίο υπέγραφε ο προμηθευτής και χρηματοδότης. Για να είναι έγκυρο το συμφωνητικό υπέγραφε και ο γραμματέας της συντεχνίας. Χαρακτηριστικό είναι ότι τα εμποροπανηγύρια αποτελούσαν σταθμό επαγγελματικής σταδιοδρομίας στον εμπορικό και επιχειρηματικό τομέα. για ορισμένα μέλη της συντεχνίας. Το παζάρι της Λάρισας παλαιότερα ήταν σημείο αναφοράς, όχι μόνο για τους κατοίκους της πόλης, αλλά και για ολόκληρο το νομό, αφού έφεραν τα κτηνοτροφικά και γεωργικά προϊόντα στο χώρο του παζαριού, όπου γινόταν οι αγοραπωλησίες. Δεν ήταν μόνο που επισκέπτονταν το παζάρι οι ντόπιοι, αλλά ερχόταν πραματευτάδες από όλη την Ελλάδα, αφού ήταν μεγάλο και ξακουστό. Σήμερα το παζάρι έχασε την παραδοσιακή μορφή και τα εκθέματα είναι κυρίως βιομηχανικά και λιγότερα βιοτεχνικά ή κτηνοτροφικά, όπως ήταν παλαιότερα, αλλά διατηρεί την αίγλη και το ενδιαφέρον των επισκεπτών.

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2019

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

Τα Ψαράδικα της Δημοτικής Αγοράς

 
Τα Ψαράδικα της Δημοτικής Αγοράς
Η σημερινή φωτογραφία αποτυπώνει μια εικόνα, η οποία ήταν πολύ προσφιλής στους παλιούς Λαρισαίους. Παρουσιάζει δύο ψαράδικα στη σειρά με τις ψαροκασέλες γεμάτες λαχταριστά ψάρια να βρίσκονται έξω από αυτά, εκτεθειμένες στους υποψήφιους αγοραστές.
Τα ιχθυοπωλεία αυτά στεγάζονταν από το 1933 μέχρι το 1978 στο εσωτερικό της Δημοτικής ή Νέας Αγοράς[1] περιμετρικά και, όπως καταλαβαίνει κανείς, ο συναγωνισμός μεταξύ τους ήταν έντονος, καθώς ο κάθε καταστηματάρχης προσπαθούσε να προσφέρει τα καλύτερα και τα πιο φρέσκα ψάρια.
Η συγκέντρωση όλων των ιχθυοπωλείων της παλιάς Λάρισας σε ένα σημείο ήταν ένα δύσκολο και επίμοχθο έργο του δημάρχου Μιχαήλ Σάπκα από την αρχή της δημαρχιακής του θητείας. Πιο πριν τα περισσότερα ήταν διασπαρμένα στην οδό Πανός και σε άλλα κεντρικά σημεία της πόλης, ανακατωμένα με άλλα καταστήματα (κρεοπωλεία, μανάβικα, καφενεία, ταβέρνες κ.λπ.), στα οποία η έλλειψη στοιχειωδών κανόνων υγιεινής ήταν εμφανής και η δυσοσμία αφόρητη.
Η σκέψη για την ανέγερση Δημοτικής Αγοράς ήταν στα σχέδια του Σάπκα από την εκλογή του το 1925. Ως χώρος ανέγερσης είχε προκριθεί η Πλατεία Ανακτόρων[2], η οποία όμως την περίοδο εκείνη ήταν κατειλημμένη από παραπήγματα που είχαν κατασκευάσει οι πρόσφυγες όταν έφθασαν στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, για να εγκαταστήσουν τις επαγγελματικές τους εστίες. Η πρόχειρη κατασκευή τους και η άναρχη χωροθέτηση είχαν δημιουργήσει μια ανθυγιεινή εστία μέσα στο κέντρο της πόλης, η οποία έπρεπε να εξαλειφθεί και η κατασκευή της Δημοτικής Αγοράς στο σημείο αυτό ήταν μια θαυμάσια ευκαιρία. Όμως η πρόταση αυτή συνάντησε τη σφοδρή αντίδραση των προσφύγων και των υποστηρικτών τους. Τελικά έπειτα από αρκετό διάστημα η άρνησή τους κάμφθηκε, χάρη στις προσπάθειες του δημάρχου και των δημοτικών συμβούλων που υποστήριζαν την άποψή του[3].
Η Αγορά άρχισε τελικά να κτίζεται κατά τα τελευταία έτη της δεύτερης δημαρχιακής θητείας του Σάπκα (1929-1934) και εργολάβος ήταν ο μηχανικός Κωνσταντίνος Μιχαλέας από την Αθήνα. Οι διαστάσεις του κτιρίου ήταν 49,50 Χ 42,50 μέτρα και το περίγραμμα ακολούθησε το σχήμα της πλατείας. Το αρχικό σχέδιο προέβλεπε το κτίσμα να έχει δύο ορόφους, τα καταστήματα να είναι περιφερειακά, εξωτερικά και εσωτερικά και στο κέντρο να υπάρχει αίθριο, το οποίο θα καλυπτόταν από υαλόφρακτη στέγη. Η μεγάλη όμως δαπάνη που απαιτούσε η κατασκευή του, υποχρέωσε τον Δήμο να οικοδομήσει αρχικά μόνο το ισόγειο. Το έργο κατασκευάσθηκε με σιδηροπαγές σκυρόδεμα (μπετόν αρμέ) και τα εγκαίνια έγιναν τον Δεκέμβριο του 1933.
Η Δημοτική αγορά κατασκευαστικά ήταν ένα οικοδόμημα μεγάλων διαστάσεων. Τόσο στην εξωτερική όσο και στην εσωτερική πλευρά του κατασκευάσθηκαν συνολικά 56 ευρύχωρα καταστήματα με ύψος 7 μέτρα περίπου. Τα γωνιακά ήταν προνομιακά, καθώς ήταν πιο ευρύχωρα και η εξωτερική τους γωνία είχε καμπύλη μορφή. Στο κέντρο του κτιρίου υπήρχε κενός χώρος μεγάλων διαστάσεων σαν ένα είδος ακάλυπτου αίθριου. Η πρόσβαση στο εσωτερικό του γινόταν από τέσσερις μεγάλες εισόδους, μία στο κέντρο κάθε πλευράς. Μεγάλα υπόστεγα, πλάτους τεσσάρων μέτρων κάλυπταν περιμετρικά όλα τα καταστήματα εσωτερικά και εξωτερικά, ώστε να είναι δυνατή η διακίνηση του κόσμου και με δυσμενείς καιρικές συνθήκες[4]. Στα καταστήματα στεγάσθηκαν κατά προτεραιότητα οι πρόσφυγες που είχαν αναπτύξει την επαγγελματική τους δραστηριότητα στα παραπήγματα της πλατείας Ανακτόρων και στη συνέχεια, με κάποια δυσπιστία όσον αφορά στην επαγγελματική επιτυχία της μετακόμισης, τα κρεοπωλεία, ιχθυοπωλεία, οπωροπωλεία και τα άλλα καταστήματα τροφίμων που βρίσκονταν διάσπαρτα στην πόλη και κυρίως στη ρυπαρή τότε οδό Πανός.
Τα εσωτερικά καταστήματα της Δημοτικής Αγοράς ήταν λόγω κατασκευής λιγότερα απ' ό,τι τα εξωτερικά και στέγαζαν αποκλειστικά ιχθυοπωλεία. Η σύνδεση του κτιρίου με το δίκτυο ύδρευσης της ΕΥΗΛ (Εταιρεία Υδρεύσεως, Ηλεκτρισμού Λαρίσης)[5] διατηρούσε τους χώρους καθαρούς και το κεντρικό άνοιγμα του αίθριου εξουδετέρωνε τη δυσοσμία. Οι μεταβολές αυτές έδρασαν καταλυτικότερα για τα ψαράδικα, η κατανάλωση των οποίων αυξήθηκε και ο χώρος ήταν ευχάριστα προσπελάσιμος, ιδιαίτερα μετά την επικάλυψη των εσωτερικών τοίχων με ζωγραφικές απεικονίσεις. Οι τοιχογραφίες αυτές είχαν γίνει από τον λαϊκό ζωγράφο Μιχάλη Παντόλφη[6] και είχαν θέματα θαλασσινά.
Το καλοκαίρι του 1978, επί δημαρχίας Αγαμέμνονα Μπλάνα, το κτίριο της Δημοτικής Αγοράς άρχισε να κατεδαφίζεται. Το αιτιολογικό της κατεδάφισης ήταν να αποκτήσει η πόλη έναν επί πλέον πνεύμονα πρασίνου. Με τη μεσολάβηση του ζεύγους Γιώργου και Λένας Γουργιώτη και του ζωγράφου Ποσειδώνα Μιχάλογλου, πριν την ισοπέδωση έγινε αποτοίχιση των έργων του Παντόλφη, όσα διατηρούνταν σε ικανοποιητική κατάσταση, κυρίως στα ψαράδικα των αδελφών Μυλωνά και των Μέρχα και Γκανά. Μετά την κατεδάφιση δημιουργήθηκε στη θέση του η πλατεία Λαού και σήμερα κάτω από την επιφάνειά της έχει κατασκευασθεί υπόγειος χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων.
Εικόνες σαν την δημοσιευόμενη σήμερα έχουν εκλείψει πλέον από τη Λάρισα και πολλοί συμπολίτες μας διερωτώνται ακόμη, σαράντα χρόνια μετά την κατεδάφισή του, με ποιον επιδέξιο τρόπο θα μπορούσε να είχε αξιοποιηθεί το κτίριο της Δημοτικής Αγοράς αν παρέμενε, και τι ομορφιά θα πρόσθετε σε ένα ευαίσθητο σημείο της Λάρισας.
--------------------------------------------
[1]. Η ονομασία Νέα Αγορά είχε επικρατήσει μεταξύ των Λαρισαίων προπολεμικά μετά την κατασκευή της, γιατί η δημοτική αρχή είχε κατορθώσει να πείσει, με κάποια δυσκολία είναι η αλήθεια, τους μαγαζάτορες της οδού Πανός (κρεοπώλες, ιχθυοπώλες, οπωροπώλες κ.λπ.) να μετακομίσουν το 1933 στο ειδικά προς τούτο νέο κτίριο.
[2]. Πλατεία Ανακτόρων ονομαζόταν ολόκληρος ο χώρος ο οποίος σήμερα έχει μετονομασθεί σε πλατεία Δημάρχου Μπλάνα, επειδή την εποχή εκείνη βρισκόταν απέναντι από το κτίριο των Ανακτόρων.
[3]. Πολλές λεπτομέρειες για την κατασκευή της Δημοτικής Αγοράς και τα προηγηθέντα αυτής, υπάρχουν στις ανέκδοτες μέχρι σήμερα χειρόγραφες «Αναμνήσεις» του δημάρχου Μιχαήλ Σάπκα.
[4]. Βλέπε: Γουργιώτης Γεώργιος, Μικρά μελετήματα. Η μικρή ιστορία της Δημοτικής μας Αγοράς, έκδοση του Λαογραφικού Ιστορικού Μουσείου Λάρισας, Αθήνα (2000), σελ. 97-100.
[5]. Πρόκειται για τον γνωστό οργανισμού ΟΥΗΛ, και τη σημερινή εξελιγμένη μορφή της ΔΕΥΑΛ.
[6]. Ο Μιχάλης Παντόλφης (1886-1968), όπως δείχνει και το όνομά του, ήταν ιταλικής καταγωγής (Pantolfi), και ήταν μέλος οικογένειας γνήσιων λαϊκών καλλιτεχνών οι οποίοι περιέτρεχαν τις ελληνικές παροικίες της Μ. Ασίας και της Αιγύπτου. Το 1922 εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Λάρισα και από το 1935 άρχισε να ζωγραφίζει τους τοίχους σε σπίτια και καταστήματα με μηδαμινές απολαβές. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Ο λαϊκός ζωγράφος Μιχάλης Παντόλφης, Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα-Β΄, Λάρισα (2018) σελ. 149-152
Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2019

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

ΤΣΟΥΓΚΑΡΙ. Η βόρεια πύλη της Λάρισας - Β΄

 
Ο "Μεγάλος Καφενές" στην είσοδο της γέφυρας. Επιστολικό δελτάριο του Ελευθερουδάκη. Φωτογραφία προ του 1908. Φωτογραφία Φωτοθήκης Λάρισας.Ο "Μεγάλος Καφενές" στην είσοδο της γέφυρας. Επιστολικό δελτάριο του Ελευθερουδάκη. Φωτογραφία προ του 1908. Φωτογραφία Φωτοθήκης Λάρισας.
Στο σημείωμά μας της προηγούμενης Τετάρτης περιγράψαμε τα κτίρια του Κάτω Τσούγκαρι, όσα βρίσκονται αριστερά στον εισερχόμενο στην πόλη μέσω της οδού Μακεδονίας (Βενιζέλου). Σήμερα θα γράψουμε για τα πλέον αξιόλογα κτίσματα που συναντάμε στη δεξιά πλευρά του Τσούγκαρι.
Το πρώτο κτίριο που συναντάμε στη γωνία Κενταύρων-Βενιζέλου έχει μια μεγάλη ιστορία. Κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας υπήρχε ένα λουτρό (χαμάμ). Σ' αυτό κατέφευγαν οι μουσουλμάνοι για να πλυθούν, πριν πάνε στο τζαμί του Χασάν μπέη που βρισκόταν εκεί κοντά για να προσευχηθούν. Κοντά σε κάθε τζαμί υπήρχε πάντα τρεχούμενο νερό και μόλις άκουγαν τη φωνή του μουεζίνη, ο οποίος τους προσκαλούσε για προσευχή, έπλεναν το πρόσωπο και τα χέρια, άφηναν τα παπούτσια έξω από το τέμενος και στη συνέχεια έμπαιναν μέσα για να απευθύνουν στον Αλλάχ τις προσευχές τους. Το τζαμί του Χασάν μπέη ήταν το μεγαλύτερο και επισημότερο της Λάρισας, είχε κτισθεί από τον Χασάν μπέη, εγγονό του κατακτητή της Λάρισας Τουρχάν μπέη στις αρχές του 16ου αι. πάνω σε γήλοφο στη δεξιά όχθη του Πηνειού, κοντά στη γέφυρα. Σύμφωνα με την παράδοση στη θέση αυτή υπήρχε κατά τη βυζαντινή περίοδο ναός αφιερωμένος στη Σοφία του Θεού και κατά τους κλασικούς χρόνους αρχαίο ιερό προς τιμήν της Δήμητρας, θεάς της γεωργίας. Το 1908 το τζαμί κατεδαφίσθηκε και στη θέση του δημιουργήθηκε το κέντρο «Πευκάκια». Πριν από μερικές δεκαετίες ο γήλοφος ισοπεδώθηκε και στη θέση του σήμερα έχει ανεγερθεί πολυώροφη οικοδομή.
Μετά την απελευθέρωση του 1881 πολλοί Τούρκοι εγκατέλειψαν τη Λάρισα και οι πιο εύποροι εγκαταστάθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, στην Προύσα, στη Σμύρνη, ενώ άλλοι πιο κοντά, στην Ελασσόνα, στα Σέρβια, στη Θεσσαλονίκη. Αυτοί που έφυγαν ήταν οι πιο φανατισμένοι, οι οποίοι δεν μπορούσαν να ανεχθούν το γεγονός ότι θα έπρεπε να ζήσουν υπό ελληνική κυριαρχία. Οι περισσότεροι όμως έμειναν στη Θεσσαλία, γιατί η Συνθήκη του Βερολίνου του 1878 τους επέτρεπε να διατηρήσουν άθικτες τις απέραντες γαιοκτησίες και τα αστικά κτίσματα που είχαν στην κατοχή τους.
Με τη φυγή των Τούρκων το τζαμί του Χασάν μπέη, το οποίο εξυπηρετούσε τους μουσουλμάνους της περιοχής του Τσούγκαρι, σταμάτησε να λειτουργεί και κοντά σ’ αυτό έκλεισε και το λουτρό. Ένα ευκατάστατο άτομο της παλιάς Λάρισας, ο Βασίλης Σηλυβρίδης, αγόρασε το παλιό τουρκικό λουτρό και στη θέση του ίδρυσε τον «Μεγάλο Καφενέ», ένα μεγάλο καφενείο (αρ. 1), που ήταν το πολυτελέστερο της περιοχής. Το καφενείο δεν πρόσφερε μόνο καφέδες, λουκούμια, τράπουλες και τάβλι, αλλά και θεάματα. Οι ταραντέλες με τις "ξένες αρτίστες" που διασκέδαζαν τους Λαρισαίους στα υπαίθρια παραπήνεια κέντρα, όταν ερχόταν το φθινόπωρο μεταφέρονταν σε κλειστές αίθουσες. Μία απ' αυτές ήταν και ο "Μεγάλος Καφενές". Έστηνε ένα παλκοσένικο και από εκεί έκαναν επίδειξη των μουσικών τους ικανοτήτων "καλλιτέχνιδες", οι οποίες προέρχονταν κυρίως από την Ιταλία και ξεσήκωναν τον ανδρικό πληθυσμό. Όμως πιο δημοφιλέστερη ψυχαγωγία ήταν ο Καραγκιόζης, του οποίου τις παραστάσεις μπορούσαν να παρακολουθούν γυναίκες και μικρά παιδιά[1].
Στις αρχές της δεκαετίας του 1920 το καφενείο το λειτούργησε για ένα διάστημα ο Θεόδωρος Γκόγκας και αργότερα ο Αθανάσιος Ματσαγγιάς το μετέτρεψε σε παντοπωλείο. Λίγο πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το παντοπωλείο μεταφέρθηκε στην απέναντι πλευρά της οδού Μακεδονίας, σε κατάστημα ιδιοκτησίας του δικηγόρου Δημ. Γαλανίδη. Τότε το παλιό τουρκικό λουτρό ξανάγινε καφενείο και μάλιστα με καλύτερες από πρώτα προδιαγραφές. Ο νέος ενοικιαστής του, ο Μίμης Δαδαλιάρης, το ανακαίνισε, το επίπλωσε και το έκανε εντευκτήριο θεριακλήδων που ήθελαν να γευτούν έναν καλό καφέ και να δώσουν μονομαχίες στο τάβλι και την πρέφα[2]. Οι δουλειές για τον Μίμη Δαδαλιάρη πήγαιναν καλά, αλλά δεν στάθηκε τυχερός, γιατί σε λίγο κηρύχθηκε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος, άρχισαν οι άγριοι ιταλικοί βομβαρδισμοί της Λάρισας, ήλθε ο μεγάλος σεισμός του 1941 και πριν την είσοδο των Γερμανών στην πόλη τμήμα του Εκστρατευτικού Σώματος των Νεοζηλανδών ανατίναξε τη γέφυρα του Αλκαζάρ[3]. Τα περισσότερα κτίσματα της Λάρισας έπαθαν σοβαρές καταστροφές, οι κάτοικοι σκόρπισαν στα γύρω χωριά και το καφενείο του Δαδαλιάρη υπέστη σοβαρές ζημιές. Το λαβωμένο κτίριο άλλαξε ιδιοκτήτη και όλα τα μεταπολεμικά χρόνια έστεκε θλιβερή ανάμνηση των γεγονότων της κατοχής, μέχρι το 2007. Το χρονολογία αυτή η Συνεταιριστική Τράπεζα Θεσσαλίας το ενοικίασε και έπειτα από επιμελημένες οικοδομικές παρεμβάσεις το μετέτρεψε σε Υποκατάστημά της στη Λάρισα.
Θα περιγράψουμε στη συνέχεια ένα άλλο κτίριο της περιοχή του Τσούγκαρι, το οποίο βρισκόταν επί της οδού Μακεδονίας, απέναντι από το ξενοδοχείο "Η Θράκη", που περιγράψαμε στο σημείωμα της περασμένης Τετάρτης. Ήταν το πανδοχείο «Η Κοζάνη» (αριθ. 2). Ήταν μια απλή διώροφη οικοδομή. Στο ισόγειο υπήρχε το «ξενοδοχείο φαγητού» όπως ονομάζονταν τότε τα εστιατόρια, για να γίνεται η διάκριση από τα «ξενοδοχεία ύπνου». Στον επάνω όροφο υπήρχαν τα υπνοδωμάτια. Η είσοδος για το εστιατόριο ήταν από την οδό Μακεδονίας, ενώ η προσπέλαση του πανδοχείου γινόταν από μια αδιέξοδη πάροδο της οδού Μανωλάκη. Εκεί υπήρχε αυλή, η οποία δεξιά και αριστερά είχε στάβλους για τα ζώα, ενώ στο βάθος της αυλής μια ξύλινη σκάλα οδηγούσε σε μικρό χωλ, το οποίο είχε γύρω του πέντε δωμάτια. Τα κρεβάτια ήταν όλα ξύλινα, σκληρά, τα στρώματα αχυρένια και τα κλινοσκεπάσματα τα έφερνε μαζί του ο ταξιδιώτης. Τον χειμώνα τα πράγματα ήταν δύσκολα, καθώς ο πελάτης έπρεπε να έχει μαζί του και βαρύτερα σκεπάσματα. Ο συνωστισμός ήταν μεγάλος, γιατί σε κάθε δωμάτιο μπορούσε να κοιμηθεί απροσδιόριστος αριθμός επισκεπτών, αναλόγως την εποχή. Όπως καταλαβαίνει κανείς, ο συγχρωτισμός τόσων ατόμων είχε και τις παρενέργειές του.
Ο φωτισμός τα βράδια γινόταν με ένα καντηλέρι τοποθετημένο σε ένα τραπέζι του χωλ. Οι χώροι υγιεινής βρίσκονταν στην αυλή, κοντά στους στάβλους. Ένα τενεκεδένιο δοχείο με βρύση βοηθούσε στην καθαριότητα του προσώπου, ενώ η τουαλέτα, μία και μοναδική, ουσιαστικά ήταν ένας βόθρος. Το πανδοχείο «Η Κοζάνη» αποτελούσε κυρίως εντευκτήριο των Δυτικομακεδόνων. Στους νέους η περιγραφή αυτή των χώρων όπου κατέλυαν οι ταξιδιώτες μπορεί να φαντάζει εξωπραγματική, αλλά δυστυχώς έτσι ήταν η ζωή στη Λάρισα τα δύσκολα εκείνα χρόνια.
Όταν το πανδοχείο "Η Κοζάνη" έκλεισε, το ισόγειο το ενοικίασε ο Μήτσος Μπαρμπούτης και το έκανε πατσατζίδικο και λαϊκό εστιατόριο. Το βάρος της δουλειάς το είχε ρίξει κυρίως στον «πατσά Βορονώφ». Ήταν η εποχή που ο βιολόγος Βορονώφ είχε αναπτύξει τη μέθοδο ανανέωσης των γερασμένων κυττάρων του οργανισμού. Από τη φήμη αυτή επωφελήθηκε ο Μπαρμπούτης και διατυμπάνιζε ότι ο πατσάς του …ανανέωνε τους ανθρώπινους οργανισμούς. Όταν ο Μπαρμπούτης μετακόμισε σε άλλο σημείο, το κτίριο αγοράσθηκε από τον Μήτσο Παπαδημητρίου και τον Τάσο Γκίνο που το μετέτρεψαν σε παντοπωλείο. Κατά τον σεισμό ο επάνω όροφος καταστράφηκε. Σήμερα στη θέση του υψώνεται σύγχρονη οικοδομή.
Στην αρχή της οδού Κενταύρων, απέναντι από τη σημερινή πλατεία Τάκη Γαργαλιάνου, υπήρχε το μεγάλο χάνι του Δανιήλ (αριθ. 3), που έμοιαζε με το χάνι των αδελφών Σαχίνη. Το προτιμούσαν γιατί διέθετε μεγάλους χώρους σταυλισμού των ζώων. Διατηρήθηκε και όταν επικράτησαν τα μηχανοκίνητα μεταφορικά μέσα, γιατί ήταν φθηνό. Στη θέση που βρισκόταν το χάνι του Δανιήλ υψώθηκε πριν από χρόνια πολυώροφη οικοδομή η οποία σήμερα στεγάζει το θαυμάσιο ξενοδοχείο «Αχίλλειον».
-------------------------------------------------------
[1]. Βλέπε: Ολύμπιος (Κώστας Περραιβός), Ο Καραγκιόζης στην παλιά Λάρισα, εφ. "Λάρισα", φύλλο της 10ης Μαΐου 1976.
[2]. Σε φωτογραφία που ανήκει στη Συλλογή της Φωτοθήκης και αποτυπώνει φάλαγγα γερμανικών αυτοκινήτων να διασχίζουν την οδό Μακεδονίας στο ύψος της εισόδου της γέφυρας, στο πεζοδρόμιο του καφενείου διακρίνονται τα τραπεζοκαθίσματα να είναι όλα κατειλημμένα από πλήθος κόσμου.

Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2019

ΛΑΡΙΣΑ: Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

Ο Θεόφιλος ζωγραφίζει τη Λάρισα (1930)


«Η Πρωτεύουσα της Θεσσαλίας Λάρισσα και ο Πηνειός Ποταμός. Έργον Θεοφίλου Γ. Χ. Μιχαήλ 1930». Έτσι επιγράφει ιδιοχείρως ο Θεόφιλος το έργο του αυτό. Συλλογή Εμπορικής Τράπεζας«Η Πρωτεύουσα της Θεσσαλίας Λάρισσα και ο Πηνειός Ποταμός. Έργον Θεοφίλου Γ. Χ. Μιχαήλ 1930». Έτσι επιγράφει ιδιοχείρως ο Θεόφιλος το έργο του αυτό. Συλλογή Εμπορικής Τράπεζας
Ο Θεόφιλος (1868; - 1934) είναι ο πιο γνωστός Έλληνας λαϊκός ζωγράφος. Τα έργα του είναι πλημμυρισμένα από φως και χρώματα, κυρίαρχα στοιχεία της ελληνικής λαϊκής παράδοσης και ιστορίας.
Το οικογενειακό του όνομα ήταν Θεόφιλος Κεφαλάς του Γαβριήλ και το Χατζημιχαήλ, με το οποίο είναι περισσότερο γνωστός, τα συναντάμε στα έργα του μετά το 1911. Από το 1897 μέχρι το 1926 έζησε σε διάφορες περιοχές του Πηλίου. Εδώ δημιούργησε ένα μεγάλο μέρος των έργων του, κυρίως εικόνες και τοιχογραφίες με ιστορικά θέματα και τοπία. Στο χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1915-1918 υπάρχει κάποιο κενό στην εικαστική δραστηριότητα του Θεόφιλου και δεν ανιχνεύονται χρονολογημένα έργα του[1]. Πολλοί ερευνητές (Εμμανουήλ Παπαζαχαρίου, Θανάσης Ζέρβας, Κώστας Κουμπάς και μερικοί άλλοι) πιστεύουν ότι κατά το διάστημα αυτό έκανε ταξίδια σε διάφορες περιοχές της Ελλάδος (Λάρισα, Τρίκαλα, Μετέωρα, Άρτα και σε άλλες πόλεις). Όμως η άποψη αυτή και των τριών δεν στηρίζεται σε ισχυρά ερείσματα. Συγκεκριμένα, ο Παπαζαχαρίου είναι σχεδόν βέβαιος για την επίσκεψή του στη Λάρισα και βασίζεται στην έμπνευση του Θεόφιλου να ζωγραφίσει τέσσερα έργα, τα οποία σχετίζονται με την πόλη μας. Αγιογράφησε τον πολιούχο μας Αγιο Αχίλλιο στην εκκλησία του Αγίου Αθανασίου της Άλλης Μεριάς στον Βόλο. Φιλοτέχνησε δύο απόψεις της Λάρισας βασισμένες σε δύο επιστολικά δελτάρια της εποχής και ζωγράφισε το εσωτερικό ενός φούρνου, του οποίου ο ιδιοκτήτης είναι από την πρωτεύουσα της Θεσσαλίας. Θα γράψουμε λίγες γραμμές για τα τέσσερα αυτά έργα του Θεόφιλου.
- Για την τοιχογραφία, η οποία παριστάνει τον Άγ. Αχίλλιο στον ναό του Αγίου Αθανασίου στην Άλλη Μεριά του Βόλου, τώρα τελευταία κάποιοι ερευνητές, κυρίως από τη Μυτιλήνη, αμφισβητούν ότι είναι έργο του Θεόφιλου, με τον ισχυρισμό ότι η τεχνική απόδοσή της δεν ταιριάζει με την τεχνοτροπία των άλλων έργων του καλλιτέχνη.
- Το έργο «Η Γέφυρα της Λαρίσσης» ανήκε στον χρυσοχόο του Βόλου Μαστροκώστα, αγοράσθηκε από κάποιον συλλέκτη της Θεσσαλονίκης και σήμερα δεν γνωρίζουμε πού βρίσκεται. Όμως μας είναι γνωστό από τη δημοσίευσή του σε ασπρόμαυρη απόδοση, σε βιβλίο του Κίτσου Μακρή[2]. Από πολλούς μελετητές του Θεόφιλου το έργο αυτό χρονολογικά προσδιορίζεται περίπου στα 1920, δηλαδή πιστεύεται ότι είναι της περιόδου του Πηλίου. Είναι ανυπόγραφο και αχρονολόγητο από τον Θεόφιλο και η θεματογραφία του βασίζεται σε ακριβέστατη αντιγραφή απεικόνισης της γέφυρας και του Λόφου της αρχαίας Ακρόπολης της Λάρισας, από χρωμολιθόγραφο επιστολικό δελτάριο του Βολιώτη βιβλιοπώλη και εκδότη Κ. Παρασκευόπουλου και μάλιστα με την ίδια επιγραφή. Η φωτογραφία της κάρτας χρονολογείται περί το 1910-1915.
- Το ίδιο ισχύει και για το άλλο έργο του που υπάρχει σήμερα στη Συλλογή της Εμπορικής Τράπεζας με τον τίτλο «Η Πρωτεύουσα της Θεσσαλίας Λάρισσα και ο Πηνειός Ποταμός. Έργον Θεοφίλου Γ. Χ# Μιχαήλ 1930», το οποίο είναι αντιγραφή του επιστολικού δελταρίου αρ. 234 του Στέφανου Στουρνάρα, με ορισμένες παρερμηνείες, τις οποίες θα αναλύσουμε στη συνέχεια.
-Τέλος, το έργο του με τίτλο «Μέγα Αρτοποιείον Γεωργίου Παναγιώτου Κόντου φούρναρη. Εκ Θεσσαλίας της Πρωτευούσης Λαρίσσης. Έργον Θεόφιλου Γ. Χ# Μιχαήλ [1933] το οποίο ανήκει σήμερα στη Συλλογή του Δήμου Μυτιλήνης, έχουμε την αίσθηση ότι δεν αποτυπώνει όπως πιστεύεται, κάποιον φούρνο της Λάρισας. Η χρονολογία εκτέλεσης του έργου απέχει πολύ από την πιθανή επίσκεψή του στη Λάρισα. Έπειτα συντακτικά η επιγραφή υποδηλώνει ότι πρόκειται για τον φούρνο του Γεωργίου Κόντου, ο ιδιοκτήτης του οποίου έχει καταγωγή από τη Λάρισα. Βέβαια είναι γνωστό ότι οι επιγραφές του Θεόφιλου δεν διακρίνονται για την επιμέλειά τους στην ορθογραφία και τη σύνταξη. Γι’ αυτό ας είμαστε λίγο επιφυλακτικοί για την ορθότητα του συλλογισμού αυτού.
Από αυτά τα τέσσερα έργα του Θεόφιλου, τα οποία έχουν σχέση με τη Λάρισα, θα σταθούμε λίγο περισσότερο στο τρίτο, το οποίο και δημοσιεύεται μαζί με το σημερινό κείμενο. Απεικονίζει τον Πηνειό στην περιοχή των παλιών Σφαγείων και βασίζεται -όπως προαναφέρθηκε- σε κάρτα του Στεφ. Στουρνάρα του 1910 περίπου. Στο πρώτο επίπεδο της εικόνας διακρίνεται η Σκάλα του ποταμού, ένα κτιστό πέτρινο πλάτωμα, πιθανώς από αρχιτεκτονικά μέλη του Αρχαίου Θεάτρου της Λάρισας. Πάνω τους βρίσκονται πέντε άτομα με μια μικρούλα, ενώ κοντά τους βόσκουν ένα κοπάδι πρόβατα και δύο αγελάδες. Η σκάλα αυτή εξυπηρετούσε την περαταριά (πορθμείο) που υπήρχε σ' εκείνο το σημείο και συνέδεε τις δύο όχθες του ποταμού. Στην απέναντι όχθη βρισκόταν το θερινό κέντρο Λούνα Πάρκ και σε μικρή απόσταση το εκκλησάκι της Αγίας Μαρίνας και ο οικισμός Καλύβια. Στο μέσον της εικόνας απεικονίζεται το νταϊλιάνι, η ιχθυοπαγίδα για τους ποταμίσιους ψαράδες. Στο βάθος, ανάμεσα σε πολλά κτίσματα μπορεί κανείς να διακρίνει τον ναό του Αγίου Αχιλλίου και τους μύλους του Παππά και του Τσιμπούκη. Ο Θεόφιλος κατά την αντιγραφή[3] εξέλαβε τις καμινάδες των ατμόμυλων της παραπήνειας περιοχής σαν μιναρέδες, ενώ στην κάρτα του Στουρνάρα φαίνονται καθαρά οι καμινάδες, εξ ού και οι παρερμηνείες που αναφέρθηκαν. Τα χαμηλά σπίτια δεξιά ανήκουν στη συνοικία Ταμπάκικα.
Οι φωτογράφοι των δύο αυτών καρτών που αντέγραψε ο Θεόφιλος είναι από τον Βόλο και είναι φυσικό, καθώς κυκλοφόρησαν στην πόλη τους, να έφθασαν και στα χέρια του Θεόφιλου, τις έβαλε στο κασελάκι του και κάποια στιγμή τις αντέγραψε. Επομένως είναι σίγουρο ότι οι απόψεις αυτές δεν έγιναν εκ του φυσικού στη Λάρισα. Εξ’ άλλου είναι γνωστό ότι ο Θεόφιλος ποτέ δεν έστηνε καβαλέτο μπροστά σ’ ένα τοπίο για να το ζωγραφίσει όπως το έβλεπε.
Τελικά, και σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα γνωστά γεγονότα του βίου του, πιστεύεται ότι ο Θεόφιλος δεν απομακρύνθηκε από το Πήλιο όλα αυτά τα χρόνια, παρά μόνον για να επισκεφθεί τη Σμύρνη και τη Μυτιλήνη και ίσως ευκαιριακά να επισκέφθηκε κάποια στιγμή και τη Λάρισα. Όμως μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι ποτέ δεν δραστηριοποιήθηκε καλλιτεχνικά στην πρωτεύουσα της Θεσσαλίας.
[1]. Ο Θεόφιλος είχε τη συνήθεια όχι μόνον να τιτλοφορεί, αλλά να υπογράφει και να χρονολογεί όλα σχεδόν τα φορητά έργα του, οπότε είναι εύκολο να οριοθετήσουμε όχι μόνον την καλλιτεχνική του πορεία, αλλά και την φυσική του παρουσία σε διάφορους χώρους.
[2]. Μακρής Κίτσος, Ο ζωγράφος Θεόφιλος στο Πήλιο, Βόλος (1939). Η φωτογραφία είναι δημοσιευμένη στην τελευταία σελίδα του βιβλίου.
[3]. Πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι ενώ η κάρτα είναι έκδοση του 1910 περίπου, η εκτέλεση του έργου έγινε το 1930, όπως την χρονολογεί ο ίδιος ο Θεόφιλος, περίοδος κατά την οποία βρισκόταν στη Βαρειά της Μυτιλήνης.

Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2019

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

ΤΣΟΥΓΚΑΡΙ. Η βόρεια πύλη της Λάρισας - Α'


Η περιοχή του Κάτω Τσούγκαρι, όπως ήταν το 1929. Στα σπουδαιότερα κτίσματα έχουν προστεθεί αριθμοί για την ευχερέστερη εντόπισή τους. Αρχείο Φωτοθήκης ΛάρισαςΗ περιοχή του Κάτω Τσούγκαρι, όπως ήταν το 1929. Στα σπουδαιότερα κτίσματα έχουν προστεθεί αριθμοί για την ευχερέστερη εντόπισή τους. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας
Έχουμε αναφερθεί παλαιότερα σε γενικές γραμμές στην περιοχή Τσούγκαρι[1] και την έχουμε χωροταξικά οριοθετήσει.
Στο σημερινό σημείωμα θα περιορισθούμε στο Κάτω Τσούγκαρι, το οποίο οριζόταν από την αρχή της οδού Κενταύρων, τη Μανωλάκη, την Πολυκάρπου και τη Βενιζέλου και τα γύρω απ' αυτούς τους δρόμους κτίρια. Η περιοχή αυτή κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, αλλά και μετά την απελευθέρωση θεωρείτο η βόρεια πύλη της Λάρισας, καθώς ήταν σταθμός υποδοχής των ξένων οι οποίοι έρχονταν από τον Βορρά με χερσαία μέσα μεταφοράς.
Όσοι επισκέπτες προέρχονταν από τον Νότο, έφθαναν ατμοπλοϊκά αρχικά στο λιμάνι του Αλμυρού και από κει διαχέονταν προς το εσωτερικό της Θεσσαλίας με βραδυκίνητους αραμπάδες και άλλα ιππήλατα τροχοφόρα οχήματα. Τις κυρίως μεταφορές όμως τις έκαναν τα μεγάλα καραβάνια των κυρατζήδων. Και στη Θεσσαλία υπήρχαν πολλά τέτοια καραβάνια, τα οποία έκαναν μεταφορές επιβατών και εμπορευμάτων παντού όπου δεν μπορούσαν να φθάσουν τροχοφόρα. Μετά το 1884, χρονολογία που άρχισε να λειτουργεί ο Θεσσαλικός Σιδηρόδρομος, οι μεταφορές γίνονταν από το λιμάνι του Βόλου και σιδηροδρομικά έφθαναν στις περισσότερες πόλεις και χωριά της θεσσαλικής ενδοχώρας. Από το 1908 η σιδηροδρομική γραμμή Αθηνών-Λαρίσης μονοπώλησε πλέον την επικοινωνία με τον Νότο και την ελληνική πρωτεύουσα.
Η περιοχή του Τσούγκαρι εκείνη την περίοδο παρουσίαζε τη μεγαλύτερη κίνηση στην πόλη, ίσως μεγαλύτερη και από αυτήν της Κεντρικής πλατείας, καθώς επί πλέον αποτελούσε μεταβατικό σταθμό για ταξιδευτές και εμπορεύματα που διακινούνταν προς όλες τις κατευθύνσεις του ελληνικού χώρου. Γι' αυτό και είχε καταστήματα με κάθε είδους εμπορεύματα, ξενοδοχεία, χάνια και πολλά καταστήματα εστίασης, όπου κυριαρχούσαν κυρίως τα πατσατζίδικα. Ο πατσάς του Τσούγκαρι είχε γίνει ξακουστός πανελλήνια και είναι σε όλους γνωστή η ιστορία του βασιλιά Γεωργίου Α΄ με τον μάγειρο των ανακτόρων της Λάρισας που δεν μπορούσε να επιτύχει τόσο νόστιμο πατσά, όσο είχε δοκιμάσει κάποια ημέρα στο Τσούγκαρι όταν επέστρεφε από τον πρωινό περίπατό του.
Στη συνέχεια, με οδηγό την δημοσιευόμενη φωτογραφία, θα περιγράψουμε τα κυριότερα κτίρια στην περιοχή του Κάτω Τσούγκαρι όπως ήταν πριν 90 χρόνια, συγκεκριμένα το 1929. Καθώς άφηνε πίσω του κάποιος το οδόστρωμα της μεγάλης πέτρινης γέφυρας του Πηνειού και έμπαινε στην πόλη, συναντούσε αριστερά του το διώροφο κτίριο που έκτισε περί το 1920 ο Νικόλαος Σακελλαρίδης από τον Αμπελώνα (κτίσμα αριθ. 3). Είχε στην κάτοψη σχήμα Γ κεφαλαίο και η είσοδος στον όροφο γινόταν από εξωτερική σκάλα, τοποθετημένη στο πίσω μέρος του κτιρίου. Στο ισόγειο στεγάζονταν διάφορα καταστήματα, ενώ στον όροφο κατοικούσαν οικογένειες.
Μεσολαβούσε ένα στενό, λιθόστρωτο, ανηφορικό και σκολιό μονοπάτι, το οποίο οδηγούσε στην αυλή που βρισκόταν μπροστά από την εκκλησία του Αγ. Αχιλλίου (αριθ. 1) και αμέσως μετά υψωνόταν το Χάνι των αδελφών Σαχίνη[2]. Περί το 1905 το τεράστιο σε όγκο και ύψος χάνι διαμορφώθηκε κατάλληλα για να στεγάσει τις ποινικές Φυλακές της πόλης (αριθ. 4), σε μια περιοχή εντελώς ακατάλληλη, ουσιαστικώς στη βιτρίνα της Λάρισας. Μάλιστα η αθυροστομία των φυλακισμένων οι οποίοι αγκιστρώνονταν από τα μικρά καγκελόφρακτα παράθυρα δημιουργούσε προβλήματα στους διερχόμενους Λαρισαίους, κυρίως στις γυναίκες, όταν κατευθύνονταν για βόλτα προς το Αλκαζάρ τις ηλιόλουστες γιορτινές ημέρες. Στη βόρεια πλευρά του κτιρίου υπήρχε περιφραγμένη αυλή, στην οποία οι φυλακισμένοι έβγαιναν ορισμένες ώρες της ημέρας από τα κελιά τους.
Ανάμεσα από το κτίριο των Φυλακών και τον Ναό του Αγ. Αχιλλίου βρισκόταν το τριώροφο αρχοντικό του Ιωάννη Βελλίδη (αριθ. 2). Ο ιδιοκτήτης του αρχοντικού αυτού, ένας πλούσιος γαιοκτήμονας, δυστυχώς δεν έζησε σ’ αυτό για μεγάλο χρονικό διάστημα, γιατί λίγο μετά την ολοκλήρωση της οικοδομής είχε τραγικό τέλος. Συγκεκριμένα τον Απρίλιο του 1890 για προσωπικούς λόγους έπεσε στα νερά του διπλανού Πηνειού και αυτοκτόνησε. Τρεις ημέρες μετά την κηδεία του η σύζυγός του Ελένη, μέσα στο βαθύ πένθος που βρέθηκε, τον ακολούθησε και εκείνη στον τάφο, δίπλα του.
Μπροστά από τις Φυλακές και στην αρχή της οδού Μακεδονίας[3] από την αριστερή πλευρά, κτίσθηκε μετά το 1930 ξενοδοχείο με την ονομασία «Ακρόπολις» (αριθ. 5), ονομασία η οποία εναρμονιζόταν με τη θέση όπου βρισκόταν, στις παρυφές του Λόφου της αρχαίας Ακρόπολης της Λάρισας. Και ενώ ξεκίνησε ως ξενοδοχείο, τελικά κατέληξε να είναι ένα κακόφημο "σπίτι". Ο σεισμός της 1ης Μαρτίου 1941 και η ανατίναξη της γέφυρας από τους συμμάχους τον Απρίλιο του ίδιου έτους, για να καθυστερήσουν την προέλαση των γερμανικών στρατευμάτων, είχαν σαν αποτέλεσμα το ξενοδοχείο «Ακρόπολις» κυριολεκτικά να ισοπεδωθεί, όπως διακρίνεται και στις γερμανικές φωτογραφίες της Συλλογής Μήτου[4]. Μεταπολεμικά στη θέση του κτίσθηκε μια διώροφη οικοδομή η οποία στεγάζει μια σειρά από καταστήματα.
Στην ίδια σειρά και λίγο πιο κάτω, ανάμεσα στα ισόγεια μικροκαταστήματα που υπήρχαν στο Τσούγκαρι, ξεχώριζε ένα τριώροφο κτίριο το οποίο για την εποχή του θεωρούνταν οικοδομικό μεγαθήριο. Ήταν το ξενοδοχείο «Η Θράκη» (αριθ. 6), το οποίο βρισκόταν στον χώρο που καλύπτει σήμερα το ξενοδοχείο «Ακροπόλ». Ιδιοκτήτες του ήταν οι αδελφοί Αγγελακόπουλοι, αλλά την επιχείρηση την είχε αναλάβει για πολλά χρόνια ο Κώστας Κικίμης. Ο τελευταίος ήταν ένας πανέξυπνος χωρικός από την Καρυά Ολύμπου, ο οποίος ήλθε στη Λάρισα οπλισμένος με όρεξη και διάθεση για δουλειά. Στο ξενοδοχείο του κατέλυαν όλοι σχεδόν οι ταξιδιώτες οι οποίοι προέρχονταν από την επαρχία Ελασσόνος. Το προτιμούσαν γιατί βρισκόταν στο κέντρο των συγκοινωνιών με τα βόρεια διαμερίσματα της Θεσσαλίας και τη Μακεδονία και γιατί ο ξενοδόχος ήταν συμπατριώτης τους. Με τον τρόπο αυτό, εκτός από τη στέγη που τους πρόσφερε, τους εξυπηρετούσε με τις γνωριμίες του και τους πρόσφερε κάθε είδους άλλες εκδουλεύσεις. Επί πλέον ήταν και το σημείο άφιξης και αφετηρίας των ταχυδρομικών αμαξών οι οποίες εκτελούσαν την διαδρομή Λάρισας-Ελασσόνας-Σερβίων-Κοζάνης, οι οποίες εκτός από τους ταχυδρομικούς σάκους, μετέφεραν με κόμιστρο και επιβάτες. Το ίδιο συνέχισε να γίνεται και όταν αργότερα οι άμαξες αντικαταστάθηκαν από αυτοκίνητα. Ας σημειωθεί ότι άμαξα ή αυτοκίνητο δεν ξεκινούσε τη διαδρομή αν δεν συμπληρωνόταν ο αριθμός των θέσεων που διέθεταν, και πλέον τούτων.
Το ξενοδοχείο «Η Θράκη» δεν διέθετε πολλά δωμάτια. Σε κάθε όροφο υπήρχαν τέσσερα μεγάλα. Ο τρίτος όροφος ουσιαστικά ήταν μόνον η σοφίτα, η οποία θεωρείτο δωμάτιο πολυτελείας, γιατί διέθετε διπλό κρεβάτι και ορισμένα απαραίτητα έπιπλα. Συνήθως αυτό προσφερόταν σε ζεύγη νεονύμφων τα οποία επισκέπτονταν τη Λάρισα για τον «μήνα του μέλιτος». Τα άλλα δωμάτια ήταν τετράκλινα και εξάκλινα, σε ορισμένες περιστάσεις όμως φιλοξενούσαν και περισσότερους, έστω και χωρίς κρεβάτι. Ιδιαίτερα στο Παζάρι του Σεπτεμβρίου και κατά τη διάρκεια στράτευσης κληρωτών, γέμιζαν και οι διάδρομοι. Για χώρους υγιεινής και ανέσεις ατομικής καθαριότητας ας μην γίνεται λόγος γι' αυτά τα ξενοδοχεία. Από όσα αναφέρθηκαν γίνεται κατανοητό ότι "Η Θράκη" προοριζόταν για άτομα χαμηλής οικονομικής επιφάνειας. Οι ευκατάστατοι προτιμούσαν τις ανέσεις των ξενοδοχείων της Κεντρικής πλατείας (Στέμμα, Μ. Βρετανία, Πανελλήνιον, κ.λπ.). Και το ξενοδοχείο αυτό από τον σεισμό και τους βομβαρδισμούς είχε την ίδια τύχη, όπως και το "Ακρόπολις". Υπέστη ανεπανόρθωτες καταστροφές και κρίθηκε μη κατοικήσιμο[5].
(Συνέχεια)

--------------------------------------------------------------
[1]. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Η περιοχή Τσούγκαρι, εφ. "Ελευθερία" Λάρισα, φύλλο της 24ης Φεβρουαρίου 2016.
[2]. Του ιδίου: Το χάνι Σαχίνη μετατρέπεται σε φυλακή, εφ. "Ελευθερία", Λάρισα, φύλλο της 14ης Δεκεμβρίου 2015.
[3]. Η οδός Μακεδονίας, (η σημερινή οδός Βενιζέλου), την περίοδο εκείνη από τη γέφυρα μέχρι τη διασταύρωσή της με την οδό Ηφαίστου, όπου και σήμερα ελαφρώς κάμπτεται, ονομαζόταν Ιης Μεραρχίας και το υπόλοιπο τμήμα της μέχρι το Γενί τζαμί ήταν η οδός Μακεδονίας.
[4]. Βλέπε: Η Μνήμη της Πόλης. Λάρισα. Κατοχή-Απελευθέρωση (1941-1944). Αρχείο φωτογραφιών Βύρωνα Μήτου και άλλων συλλεκτών. Επιμέλεια Φωτοθήκης Λάρισας του Ομίλου Φίλων της Θεσσαλικής Ιστορίας, Λάρισα (2018) σελ. 90-93.
[5]. Θέλω να εκφράσω θερμές ευχαριστίες στον Γιώργο Γραβάνη, μέλος της Φωτοθήκης Λάρισας, για την επιμέλεια της φωτογραφίας.

Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com