Πέμπτη 21 Ιουλίου 2022

 

ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

Οι Δήμαρχοι της Περιόδου 1917-1925 – Β’


Ο πυργίσκος του νέου ρολογιού που αποφασίσθηκε να κτιστεί το 1923, επί δημαρχίας Δημητρίου Παπαγεωργίου.  Αρχείο ΦωτοθήκηςΟ πυργίσκος του νέου ρολογιού που αποφασίσθηκε να κτιστεί το 1923, επί δημαρχίας Δημητρίου Παπαγεωργίου. Αρχείο Φωτοθήκης

Κουτσούμπας Χρήστος (1921-1922)
Είχαμε αναφέρει στο προηγούμενο σημείωμά μας ότι στις εθνικές εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 η αποτυχία του κόμματος των Φιλελευθέρων υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο, υποχρέωσε τον Κωνσταντίνο Βλάχο να υποβάλει τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους την παραίτησή του από τη δημαρχία.

Όλοι οι δήμαρχοι που διορίστηκαν από τους βενιζελικούς υποχρεώθηκαν από την κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος με πρωθυπουργό τον Δημήτριο Ράλλη να παραιτηθούν και στη θέση τους να επανέλθουν οι εκτοπισθέντες το 1917. Στη Λάρισα έπρεπε να επιστρέψει ο Μιχαήλ Σάπκας. Όμως είχε εκλεγεί βουλευτής στις εθνικές εκλογές και προτίμησε να διατηρήσει τη βουλευτική έδρα. Βρισκόμαστε στις αρχές του 1921. Μετά την άρνηση του Σάπκα, η Νομαρχία Λαρίσης πρότεινε στη νέα κυβέρνηση ως δήμαρχο τον Χρήστο Κουτσούμπα, πρόταση η οποία εγκρίθηκε από το Υπουργείο Εσωτερικών. Ο νέος δήμαρχος στις δημοτικές εκλογές του 1914 είχε εκλεγεί δημοτικός σύμβουλος με το ψηφοδέλτιο του Μιχαήλ Σάπκα, με τον οποίο διατηρούσε φιλικές σχέσεις. Ήταν ελεύθερος επαγγελματίας και ως άνθρωπος ήταν μειλίχιος, αξιοπρεπής και διαλλακτικός. Διετέλεσε Δημαρχιακός Πάρεδρος κατά τη δημαρχία του Μιχ. Σάπκα, δηλαδή βοηθός ή αναπληρωτής του δημάρχου (περίπου όπως είναι ένας σημερινός αντιδήμαρχος). Το Δημοτικό Συμβούλιο απαρτιζόταν από μέλη του Δ.Σ. που εκλέχθηκε στις εκλογές του 1914. Θα αναφέρουμε μερικά γνωστά ονόματα: Νικόλαος Φίλιος ιατρός και τραπεζίτης, Νικόλαος Μανωλάκης δικηγόρος, Βασίλειος Αρσενίδης γαιοκτήμονας, Γεώργιος Πατσάλης υφαντουργός, Δημήτριος Πουλιάδης εργολάβος οικοδομών και άλλοι.
Από τις πρώτες ενέργειες της νεοδιορισμένης δημοτικής αρχής ήταν, έπειτα από εισήγηση του δημάρχου, να απολυθούν οι υπάλληλοι οι οποίοι είχαν διορισθεί από την προηγούμενη δημοτική αρχή, τη διορισμένη από την βενιζελική παράταξη το 1917 και εργάζονταν στις πύλες των διοδίων για να εισπράττουν τα λεγόμενα διαπύλια τέλη[1]. Την περίοδο εκείνη των αλλεπάλληλων πολιτικών αλλαγών τέτοιες ριζικές υπηρεσιακές μεταβολές αντιφρονούντων ήταν πολύ συχνές. Από τότε πέρασε πάνω από ένας αιώνας και νομίζω ότι συνεχίζονται μέχρι και σήμερα τέτοιες διοικητικές ανακατατάξεις, σε μικρότερο ίσως βαθμό.
Τον Μάιο του ίδιου έτους (1921) ο διευθυντής του Αρσακείου Λαρίσης διαμαρτυρήθηκε προς την δημοτική αρχή ότι καθυστερούσε τα επιδόματα και τις υπόλοιπες οικονομικές υποχρεώσεις που είχε αναλάβει προς το Διοικητικό Συμβούλιο της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας στην οποία υπάγονταν το τοπικό Αρσάκειο και μάλιστα άφηνε και αιχμές για την τύχη της Σχολής. Το Δημοτικό Συμβούλιο ενέκρινε άμεσα την καταβολή ενός σημαντικού ποσού περίπου 16.000 δραχμών για να συνεχίσει απρόσκοπτα τη λειτουργία του το εκπαιδευτικό αυτό ίδρυμα, το οποίο κοσμούσε τη Λάρισα.
Τον Σεπτέμβριο του 1922 το προσφυγικό κύμα από τη Μικρά Ασία προς την Ελλάδα είχε κορυφωθεί. Μεγάλος αριθμός προσφύγων είχε καταφύγει και προς την περιοχή της Λάρισας. Το Δημοτικό Συμβούλιο για να συμπαρασταθεί στην προσπάθειά τους να εγκατασταθούν προσωρινά σε διάφορα καταλύματα, ψήφισε την εκταμίευση ικανού χρηματικού ποσού για την κάλυψη των αναγκών τους. Η φετινή επέτειος της συμπλήρωσης εκατό χρόνων από τη μεγάλη συμφορά της μικρασιατικής καταστροφής, καθιστά το γεγονός της οικονομικής βοήθειας του Δήμου προς τους πρώτους πρόσφυγες επίκαιρο.
Την ίδια περίοδο (Σεπτέμβριος 1922) ο Χρήστος Κουσούμπας κλήθηκε από τον Νομάρχη Λαρίσης να υποβάλει παραίτηση από τον διορισμό του ως δήμαρχος. Η κεντρική εξουσία είχε αποφασίσει να επιλέξει τον νέο Δήμαρχο δια ψηφοφορίας των παλαιών αιρετών μελών του Δημοτικού Συμβουλίου. Στο σημείο αυτό λοιπόν τελείωσε και η δημαρχιακή θητεία του Χρήστου Κουτσούμπα, η οποία διήρκησε 19 μήνες (από τον Ιανουάριο του 1921 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1922).

 

Παπαγεωργίου Δημήτριος (1922-1923)
Όπως αναφέρθηκε, τον Σεπτέμβριο του 1922 το Υπουργείο Εσωτερικών κοινοποίησε στη Νομαρχία Λαρίσης διαταγή για την εκλογή δημάρχου δια ψηφοφορίας μεταξύ των δημοτικών συμβούλων. Η πράξη αυτή απείχε βέβαια της αντιδημοκρατικής διαδικασίας του διορισμού, περιείχε όμως κάποια στοιχεία δημοκρατικότητας, αφού το Δημοτικό Συμβούλιο ήταν αιρετό. Κατόπιν τούτου στις 5 Οκτωβρίου 1922 το Δημοτικό Συμβούλιο, μετά την αποχώρηση τριών δημοτικών συμβούλων οι οποίοι δεν συμφωνούσαν με τη διαδικασία αυτή, εξέλεξε δια μυστικής ψηφοφορίας με δέκα ψήφους θετικούς, έναντι μιας αρνητικής, ως δήμαρχο τον δημοτικό σύμβουλο Δημήτριο Παπαγεωργίου.
Ο Δημήτριος Παπαγεωργίου ήταν δευτερότοκος γιος του γνωστού σε Λάρισα και Βόλο επιχειρηματία Στυλιανού Παπαγεωργίου [2], μεγάλωσε στη Λάρισα, σπούδασε και υπήρξε ο κληρονόμος όλων των μεγάλων αγροτικών εκτάσεων της οικονομικά ανθηρής οικογένειας, συμπεριλαμβανομένης και της Μπάκραινας (Γυρτώνης). Στις δημοτικές εκλογές του 1914 είχε εκλεγεί μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου της Λάρισας.
Από τις πρώτες του ενέργειες μετά την εκλογή του ήταν να βρει τρόπους ώστε να ανακουφίσει του Μικρασιάτες πρόσφυγες, μέχρις ότου η κρατική μηχανή φροντίσει για την οριστική τους αποκατάσταση. Εκτός από την προσωρινή διαμονή τους σε δημόσια ή ιδιωτικά κτίρια (κενά τουρκικά κονάκια, σχολεία, μέχρι και τα κτίσματα του Αρσακείου επιτάχθηκαν για να στεγάσουν τους κυνηγημένους από τις αλησμόνητες πατρίδες τους Έλληνες), η δημοτική αρχή τους έδωσε τη δυνατότητα να ανοίξουν πρόχειρα καταστήματα στη μεγάλη σε έκταση πλατεία Ανακτόρων, (τη σημερινή πλατεία δημάρχου Μπλάνα). Σε μικρό χρονικό διάστημα ολόκληρος ο χώρος της πλατείας είχε γεμίσει από καταστηματάρχες παντός είδους, οι οποίοι προσπαθούσαν να αναστήσουν τις παλιές επαγγελματικές τους δραστηριότητες και στην Ελλάδα. Και καθώς η εγκατάσταση έγινε πρόχειρα και χωρίς προγραμματισμό, οι χώροι υγιεινής έλλειπαν, οι πηγές ύδρευσης ήταν ακόμα πρωτόγονες και οι διαδρομές μέσα στον χώρο της πλατείας δύσβατες ως αδιάβατες, ειδικά κατά τους χειμερινούς μήνες. Όμως όλοι τους είχαν βρει μια επικερδή απασχόληση.
Ανέλαβε πρωτοβουλία για την επιστροφή του εξορισμένου μητροπολίτη Λαρίσης Αρσενίου, ο οποίος δεν είχε ακόμη αποκατασταθεί στον θρόνο του. Η απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου απηχούσε την επιθυμία ολόκληρης της πόλης η οποία αποζητούσε από την επαναστατική Κυβέρνηση του Πλαστήρα και την Ιερά Σύνοδο να επαναφέρει σύντομα στη Λάρισα τον ιεράρχη της.
Στη συνεδρίαση της 27ης Ιανουαρίου 1923 το Δημοτικό Συμβούλιο αποφάσισε να «Εγκρίνει την δια πιστώσεως 45.000 δραχμών, κατασκευήν και ανύψωσιν του παλαιού Ωρολογίου της πόλεως». Μέχρι την περίοδο εκείνη το ρολόι της Λάρισας ανήγγειλε την ώρα με ειδική κωδωνοκρουσία. Με τη νέα κατασκευή ουσιαστικά ο κορμός του ρολογιού διατηρήθηκε ο εξαγωνικός όπως ήταν, άλλαξε όμως εντελώς ο πυργίσκος της κορυφής [3]. Κατασκευάσθηκε τετράγωνος με πολλά νεοκλασικά στοιχεία στην αρχιτεκτονική του. Τοποθετήθηκαν τέσσερα μεγάλα κυκλικά ρολόγια, ένα σε κάθε πλευρά, με ωροδείκτη, λεπτοδείκτη και αριθμούς με λατινικά στοιχεία. Ο πυργίσκος στο κάτω μέρος προστατευόταν περιμετρικά από μεταλλικό κιγκλίδωμα, το οποίο έδινε τη δυνατότητα προσπέλασης και παραμονής εργατών ή και επισκεπτών μέχρι το ύψος αυτό. Ο πυργίσκος ήταν στεγασμένος με έναν ιδιότυπο τρούλο, στη μέση του οποίου υπήρχε τετράπλευρη κατασκευή με ανοίγματα και πάνω του ήταν τοποθετημένο αλεξικέραυνο. Η όλη κατασκευή του πυργίσκου τελικά οδήγησε σε «ανύψωση», δηλαδή στην καθ’ ύψος αύξηση του ρολογιού, το οποίο λόγω και της θέσεώς του, δέσποζε απ’ όλες τις πλευρές της πόλης. Γνωρίζουμε ότι η ζωή του ρολογιού αυτού υπήρξε δυστυχώς σύντομη. Διήρκησε λιγότερο από μια εικοσαετία. Με τον σεισμό της 1ης Μαρτίου 1941 κατέπεσε εντελώς ο τετράπλευρος πυργίσκος που έφερε σε κάθε πλευρά του από ένα ρολόι, καθώς και μέρος από το επάνω τμήμα του κορμού. Μεταπολεμικά ο κορμός κατεδαφίσθηκε, όμως τα υπολείμματα της θεμελίωσής του παρέμειναν και τελικά εντοπίσθηκαν το 1992, όταν καθαρίσθηκαν όλες οι επιχωματώσεις οι οποίες κάλυπταν το αρχαίο θέατρο.

(Συνεχίζεται)

Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου

(nikapap@hotmail.com)

Δευτέρα 18 Ιουλίου 2022

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Η Παιδόπολις Λαρίσης «Απόστολος Παύλος»


Το αρχικό κτίριο της Παιδόπολης «Απόστολος Παύλος», όπως είχε κατασκευασθεί το 1933-34  για να στεγάσει το Νοσοκομείο Λοιμωδών Νοσημάτων (Φθισιατρείο). Αρχείο Βασιλείου Σάνδρη.Το αρχικό κτίριο της Παιδόπολης «Απόστολος Παύλος», όπως είχε κατασκευασθεί το 1933-34 για να στεγάσει το Νοσοκομείο Λοιμωδών Νοσημάτων (Φθισιατρείο). Αρχείο Βασιλείου Σάνδρη.

Το κτίριο της σημερινής φωτογραφίας απεικονίζει το κεντρικό οίκημα των εγκαταστάσεων της Παιδόπολης «Απόστολος Παύλος», η οποία λειτούργησε από το 1947 μέχρι και το 1985. Πριν καταγράψουμε την ιστορική διαδρομή του εν λόγω ιδρύματος, θα γίνει μια σύντομη αναφορά στην ιστορία του κτίσματος της δημοσιευόμενης φωτογραφίας.


Το 1925, με την έναρξη της δεύτερης δημαρχιακής θητείας του, ο Μιχαήλ Σάπκας έθεσε ως στόχο την κατασκευή Νοσοκομείου για ασθενείς με λοιμώδη νοσήματα, ώστε να αποσυμφορηθεί το Κουτλιμπάνειο. Την περίοδο εκείνη η φυματίωση βρισκόταν σε μεγάλη έξαρση και η θεραπεία της απαιτούσε μεταξύ των άλλων και ειδικούς χώρους και τρόπους νοσηλείας. Ο Σάπκας, σκέφθηκε να αξιοποιήσει τη δωρεά του Οθωμανού Χαφούζ Μεχμέτ Σερίφ Εφέντη, ο οποίος απεβίωσε από φυματίωση. Στη διαθήκη του που συνέταξε στις 16 Μαρτίου 1911, λίγες ημέρες προ του θανάτου του, είχε αφήσει το τεράστιο αγροτεμάχιο «Αλιακάς του Εμίν Αγά» που είχε στο Κιλελέρ, εκτάσεως 5.800 στρεμμάτων, από την εκμετάλλευση των οποίων θα μπορούσε να ωφελείται οικονομικά το Νοσοκομείο.
Η πρόταση του Σάπκα έγινε δεκτή από το Δημοτικό Συμβούλιο. Ως κατάλληλος χώρος κρίθηκε μια έκταση 8-10 στρεμμάτων σε ύψωμα βόρεια της Λάρισας, ιδιοκτησίας του Σπυρίδωνα Χαροκόπου [1]. Την κατασκευή ανέλαβε ο πρακτικός εργολάβος Βασίλειος Ιωάννου.
Το κτίριο, όπως φαίνεται και στη φωτογραφία, ήταν ισόγειο. Αποτελούνταν από δύο πτέρυγες, ανατολική και δυτική, κεντρική αίθουσα, δωμάτια απομόνωσης και από όλες τις άλλες απαραίτητες βοηθητικές εγκαταστάσεις ενός νοσηλευτικού ιδρύματος. Πλην των φυματιώντων στεγάζονταν σ’ αυτό και άποροι, ανίατοι και άστεγοι γέροντες. Στις εκλογές του 1934 δήμαρχος εκλέχθηκε ο Στυλιανός Αστεριάδης, ο οποίος όμως λίγους μήνες μετά την εκλογή του διέκοψε τη λειτουργία του Νοσοκομείου Λοιμωδών.
Ο λόγος; Εκτός του ότι η λειτουργία του κρίθηκε οικονομικά ασύμφορη, δεν μπορούσε να ανταποκριθεί κανονικά και στον προορισμό του, λόγω κακής επιλογής της τοποθεσίας. Μετά την κατάργησή του ο Δήμος όρισε για ένα μικρό διάστημα φύλακα. Όμως μετά την απομάκρυνσή του, το κτίριο λεηλατήθηκε και ερημώθηκε. Η κατάστασή του επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο με την επελθούσα κατοχή όπου στέγαζε ιταλικές και γερμανικές μονάδες και μεταπολεμικά είχαν απομείνει ουσιαστικά μόνον οι τοίχοι του.
Τον Οκτώβριο του 1944, μετά την αποχώρηση του γερμανικού στρατού, δυστυχώς η χώρα μας συνέχισε να βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση, αυτή τη φορά λόγω του Εμφυλίου Πολέμου, ο οποίος κράτησε από το 1946 έως το 1949. Και ενώ οι άλλες χώρες της Ευρώπης άρχιζαν σταδιακά να συνέρχονται από τις επιπτώσεις του πολέμου, στην Ελλάδα συνεχιζόταν κυρίως το οικονομικό πρόβλημα. Η πενία που αντιμετώπιζε μεγάλο μέρος του πληθυσμού λόγω έλλειψης σημαντικού παραγωγικού τμήματός του (επιστρατευμένοι και από τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές, φυλακίσεις, εξορίες, εκτελέσεις) και η αδυναμία του αγροτικού πληθυσμού να καλλιεργεί τα κτήματά του λόγω εμφυλίων εχθροπραξιών, έφερε τη χώρα σε έναν επιπλέον οικονομικό μαρασμό. Σ’ ολόκληρη τη χώρα και ειδικά στις εμπόλεμες περιοχές, υπήρχαν παιδιά που οι γονείς τους έλειπαν στον πόλεμο, στην εξορία ή στη φυλακή ή είχαν χάσει τη ζωή τους στο πεδίο της μάχης.
Το καλοκαίρι του 1947 και μέσα σε διάστημα ολίγων μηνών, 18.000 παιδιά στεγάσθηκαν σε ειδικά διαμορφωμένα ιδρύματα, τα οποία ονομάσθηκαν παιδοπόλεις.
Ο όρος «παιδόπολη» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο από το Βασιλικό Ίδρυμα Πρόνοιας για να χαρακτηρίσει τα ιδρύματα «φιλοξενίας και περίθαλψης απροστάτευτων και ορφανών παιδιών».
Αναφέρεται ότι με εντολή της βασίλισσας Φρειδερίκης συγκεντρώθηκαν πολλά αγόρια και κορίτσια, που έχασαν κατά τον εμφύλιο πόλεμο τον ένα ή και τους δύο γονείς τους ή ήταν πολύ φτωχοί και δεν μπορούσαν να αντεπεξέλθουν στις δύσκολες συνθήκες ζωής. Τα παιδιά αυτά στεγάσθηκαν σε 52 παιδοπόλεις.
Στη Λάρισα, έπειτα από πολλές αναζητήσεις, ειδική επιτροπή έκρινε κατάλληλο οίκημα για τη στέγαση της «Παιδοπόλεως Λαρίσης Απόστολος Παύλος» [2], το εγκαταλειμμένο Νοσοκομείο Λοιμωδών. Την ανακατασκευή του ανέλαβε ο Δήμος Λαρίσης και στις 25 Σεπτεμβρίου του 1947 έγιναν τα εγκαίνιά της. Την ίδια ακριβώς περίοδο ιδρύθηκε και η παιδόπολη του Βόλου, η οποία στεγάσθηκε στον δρόμο προς την Αγριά. Στην αρχή ήταν μικτές, δηλ. στέγαζαν παιδιά και των δύο φύλων. Το καλοκαίρι του 1950, μετά το τέλος του Εμφυλίου, τα 15.000 παιδιά επέστρεψαν στα σπίτια τους, οι περισσότερες παιδοπόλεις έκλεισαν και έμειναν μόνον 14 για να φιλοξενήσουν τα υπόλοιπα παιδιά [3].
Της Λάρισας παρέμεινε, απλώς μετατράπηκε σε παιδόπολη θηλέων, εν αντιθέσει με του Βόλου που έγινε αρρένων. Σήμερα οι παιδοπόλεις είναι ιδρύματα φιλοξενίας και περίθαλψης ορφανών και απροστάτευτων παιδιών. Το 1985 η παιδόπολη της Λάρισας έκλεισε. Το κτίριο για ένα διάστημα στέγασε Παιδικό Σταθμό της Γιάννουλης και από τον Νοέμβριο του 1989, συμπληρωμένο και με νέες πτέρυγες, στεγάζει τη Θεραπευτική Κοινότητα «Έξοδος».

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]. Ο Σπυρίδων Χαροκόπος ήταν ο νεότερος αδελφός του μεγάλου ευεργέτη Παναγή Χαροκόπου (1835-1911) και κληρονόμος του πύργου στη Γιάννουλη και μεγάλης έκτασης αγροτεμαχίων στην περιοχή.
[2]. Ονομάσθηκε «Απόστολος Παύλος» προς τιμήν του βασιλέα Παύλου.
[3]. Ευχαριστώ τον ιατρό Βασίλειο Σάνδρη για τις πληροφορίες που μου εμπιστεύθηκε.

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2022

 

ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

Οι Δήμαρχοι της περιόδου 1917-1925


Ο Ξενώνας των Ζαρκινών, αργότερα υφαντουργείο Γ. Πατσάλη,  κοντά στη δεξιά όχθη του Πηνειού, σε ερειπιώδη κατάσταση  μετά τον πυρκαγιά του 1925. Λεπτομέρεια από επιστολικό δελτάριο  του Νικ. Κουρτίδη (Nicourt). 1935 περίπουΟ Ξενώνας των Ζαρκινών, αργότερα υφαντουργείο Γ. Πατσάλη, κοντά στη δεξιά όχθη του Πηνειού, σε ερειπιώδη κατάσταση μετά τον πυρκαγιά του 1925. Λεπτομέρεια από επιστολικό δελτάριο του Νικ. Κουρτίδη (Nicourt). 1935 περίπου

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)


Οι πολιτικές ανωμαλίες, οι οποίες συντάραξαν την Ευρώπη και την Ελλάδα το διάστημα από τις δημοτικές εκλογές του 1914 και μετά (Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, διχασμός, Μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή, στρατιωτικά κινήματα, κ.λπ.), είχαν επίπτωση και στις τακτικές δημοκρατικές εκλογικές διαδικασίες στην τοπική αυτοδιοίκηση. Αποτέλεσμα; Οι επόμενες εκλογές να διεξαχθούν στις 25 Οκτωβρίου 1925, έντεκα χρόνια μετά τις προηγούμενες και ενώ τη χώρα εξουσίαζε τότε η δικτατορία του στρατηγού Θεόδωρου Πάγκαλου. Βέβαια λίγους μήνες αργότερα τον ανέτρεψε ένας άλλος στρατηγός, ο Γεώργιος Κονδύλης. Κατά το διάστημα αυτό των ένδεκα ετών κατέλαβαν τον τίτλο του πρώτου πολίτη της Λάρισας πέντε (5) δήμαρχοι. Για την προσωπικότητα και τη θητεία των άγνωστων αυτών στην πλειονότητά τους δημάρχων θα ασχοληθούμε στα επόμενα σημειώματά μας.
Κατά τις δημοτικές εκλογές της 14ης Φεβρουαρίου 1914 δήμαρχος εκλέχθηκε στην πόλη μας ο Μιχαήλ Σάπκας, με το έργο του οποίου ασχοληθήκαμε πολλές φορές. Περί τα τέλη Μαΐου του 1917 τα γαλλικά στρατεύματα της Αντάντ κατά την πορεία τους προς την Αθήνα, είχαν προσεγγίσει τη Λάρισα. Ο Σάπκας, γνωστός αντιβενιζελικός, φοβούμενος ακόμη και τη σωματική του ακεραιότητα, εγκατέλειψε μυστικά τη Λάρισα και κατευθύνθηκε στην Αθήνα [1]. Με την εγκατάσταση των Γάλλων στην πόλη, οι πολιτειακοί, πολιτικοί, δημαρχιακοί, ακόμη και θρησκευτικοί παράγοντες, ιδίως όσοι είχαν επιδείξει έντονη φιλοβασιλική συμπεριφορά, απομακρύνθηκαν. Καθαιρέθηκε ο νομάρχης Κρίτσας. Επίσης ανώτεροι στρατιωτικοί του Στρατηγείου της Λάρισας, ο αιρετός δήμαρχος Μιχαήλ Σάπκας, που εν τω μεταξύ είχε διαφύγει και ολόκληρο το Δημοτικό Συμβούλιο είχαν κηρυχθεί έκπτωτοι. Στη θέση τους διορίσθηκαν από την Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης και τη Γαλλική Στρατιωτική Διοίκηση, με την υπόδειξη βενιζελικών παραγόντων της Λάρισας, νέοι άρχοντες. Στη θέση του νομάρχη τοποθετήθηκε ο Αχιλλέας Καλεύρας, δήμαρχος ο ιατρός Κωνσταντίνος Βλάχος, πολιτικός αντίπαλος του Σάπκα στις προηγηθείσες εκλογές του 1914 και αδελφός του γερουσιαστή Γεωργίου Βλάχου, εν ενεργεία στελέχους του κόμματος του Βενιζέλου. Με την επικράτηση των Γάλλων στη Λάρισα, ο τελευταίος διετέλεσε πολιτικός σύμβουλος του στρατηγού Venel, ο οποίος είχε διορισθεί από την Αντάντ διοικητής των Γαλλικών δυνάμεων στη Θεσσαλία με έδρα τη Λάρισα [2]. Μάλιστα ο Γεώργιος Βλάχος μαζί με τον βουλευτή των Φιλελευθέρων Πελοπίδα Αγγελίδη και άλλους φίλα προσκείμενους προς τον Βενιζέλο, υποδέχθηκαν στις 30 Μαΐου (12 Ιουνίου με το Νέο Ημερολόγιο που χρησιμοποιούσαν οι Γάλλοι) τα γαλλικά στρατεύματα στην πύλη της γέφυρας του Αλκαζάρ. Φυσικά καθαιρέθηκε και το εκλεγμένο Δημοτικό Συμβούλιο και αντικαταστάθηκε από διορισμένη επταμελή Δημαρχιακή Επιτροπή από Λαρισαίους, μέλη του κόμματος των Φιλελευθέρων. Συνελήφθη και εξορίσθηκε ακόμη και ο Μητροπολίτης Λαρίσης και Πλαταμώνος Αρσένιος (1914-1935), επειδή ως συνοδικός συμμετείχε, και μάλιστα ενεργά, στο «ανάθεμα» του Βενιζέλου. Ως τοποτηρητής του τοποθετήθηκε ο Μητροπολίτης Δημητριάδος Γερμανός.
Από τη δράση του διορισμένου δημάρχου Κων. Βλάχου μπορούμε να αναφέρουμε τη συμβολή του στην πλακόστρωση της Κεντρικής πλατείας Θέμιδος, την κατασκευή και συντήρηση μεγάλου μέρους του οδικού δικτύου της πόλης, την αποξήρανση ενός μόνιμου και ανθυγιεινού έλους στη συνοικία Πέρα Μαχαλά, τη δενδροφύτευση στις όχθες του Πηνειού με δενδρύλλια από την Αβερώφειο Γεωργική Σχολή και το σιδηροδρομικό Αγροκήπιο του Βελεστίνο κ.ά. Ένα σημαντικό επίσης ζήτημα, το οποίο απασχόλησε τη Δημοτική Αρχή ήταν και ο ξενώνας των Ζαρκινών που είχε κατασκευάσει ο ευεργέτης της Λάρισας Ιωάννης Κουτλιμπανάς στα τέλη του 19ου αιώνα στον Αρναούτ Μαχαλά (συνοικία Αγ. Αθανασίου). Επειδή σαν ξενώνας δεν μπόρεσε να λειτουργήσει, το κτίριο δωρίθηκε στον Δήμο και αυτός με τη σειρά του το παραχώρησε με ενοίκιο στον βιομήχανο Γεώργιο Πατσάλη με την προοπτική να εγκαταστήσει σ’ αυτό εργοστάσιο υφαντουργίας [3]. Το ίδιο κτίριο είχε ζητήσει και μάλιστα με μεγαλύτερο ενοίκιο ο καπνέμπορας της Λάρισας Κ. Μπαλταδώρος για να το μετατρέψει σε καπναποθήκη, αλλά ο Νομάρχης προτίμησε την περίπτωση του εργοστασίου, λόγω της απασχολήσεως σε αυτό υπερεκατό υφαντριών απόρων οικογενειών της πόλης «…με την συμφωνίαν όπως ούτος εγκαταστήσει εις αυτό ειδικόν υφαντουργείον διά μηχανημάτων και ουχί διά αργαλειών» [4].
Το 1918 ιδρύθηκε από μια ομάδα προοδευτικών ανθρώπων η «Ένωση Λαρισαίων Διανοουμένων» που έφερε τη γαλλική ονομασία «Κλαρτέ». Είχε προηγηθεί η κατάληψη της Λάρισας από τα γαλλικά στρατεύματα της Αντάντ στα τέλη Μαΐου του 1917, τα οποία έμειναν για αρκετό διάστημα στην πόλη. Η συναναστροφή των γαλλομαθών Λαρισαίων μαζί τους καλλιέργησε την ιδέα της ίδρυσης του σωματείου κατά τα πρότυπα παρόμοιας πνευματικής οργάνωσης των Παρισίων και τα μέλη της ενστερνίσθηκαν τα σοσιαλδημοκρατικά ιδεώδη και τις ανθρωπιστικές ιδέες. Την πρώτη διοίκηση της Ένωσης Κλαρτέ αποτελούσαν κυρίως γαλλοαναθρεμμένοι Λαρισαίοι με επικεφαλής τον καθηγητή Γεώργιο Δούβλη και μέλη τούς Αλέξιο Σούρλα, Γρηγόριο Μελίδη, Αμαλία Παπασταύρου, Ελένη Τέτση-Καρακίτου (τη γνωστή με το ψευδώνυμο La Rebelle), Γ. Παπαδημητρίου δάσκαλο και Κική Πιπινοπούλου-Δημητριάδου. Στους κόλπους της περιλάμβανε όλες τις προοδευτικές δυνάμεις της Λάρισας που σκοπός τους ήταν να βελτιώσουν τη θέση των λαϊκών μαζών. Σύντομα ο πνευματικός και κοινωνικός κύκλος της «Κλαρτέ» διευρύνθηκε και με την υποστήριξη του δημάρχου Κωνσταντίνου Βλάχου, ο οποίος θεωρούσε την Ένωση των Διανοουμένων ένα σωματείο φιλελεύθερων αρχών, τη βοήθησε όσο μπορούσε, ώστε να εκπληρώσει τον προορισμό της. Της πρόσφερε δωρεάν στέγη στα κτίσματα του Κήπου των Ανακτόρων, όπου υπήρχαν παλιά τα βασιλικά ανάκτορα και στάθηκε βοηθός και οικονομικός συμπαραστάτης στις προσπάθειες ίδρυσης Νυκτερινής Σχολής για αγράμματους πτωχούς νέους, της δημιουργίας γυναικείου σχολείου εργατριών και άλλων πρωτοβουλιών.
Στις εθνικές εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 η αποτυχία του κόμματος των Φιλελευθέρων υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο υποχρέωσε τον Κωνσταντίνο Βλάχο να υποβάλει τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους την παραίτησή του από τη Δημαρχία. Όλοι οι διορισμένοι από τους βενιζελικούς δήμαρχοι προσκλήθηκαν από την Κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος με πρωθυπουργό τον Δημήτριο Ράλλη να παραιτηθούν και στη θέση τους να επανέλθουν οι εκτοπισθέντες το 1917. Στη Λάρισα όμως ο Μιχαήλ Σάπκας είχε εκλεγεί βουλευτής στις εθνικές εκλογές και προτίμησε τη βουλευτική έδρα από τη δημαρχιακή καθέδρα. Ο Κων. Βλάχος νυμφεύθηκε στις αρχές της πρώτης δεκαετίας του 20ού αι. την πανέμορφη κόρη του μεγαλογαιοκτήμονα της Λάρισας Ζουζούκη. Μαζί της απέκτησε τέσσερα τέκνα, έναν γιο και τρεις κόρες. Ο γιος του Δημήτριος (Μίμης) ακολούθησε την πορεία του πατέρα του και σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μετεκπαιδεύθηκε στο Παρίσι, αλλά το 1931 πέθανε σε νεαρή ηλικία. Η μεγαλύτερη κόρη του Μαρίκα πήρε την ομορφιά της μητέρας της, γι’ αυτό και στα καλλιστεία που διοργανώθηκαν κατά τη διάρκεια του χορού της Τοπικής Επιτροπής της Ενώσεως Συντακτών, ο οποίος έγινε το 1929, η Μαρίκα Βλάχου αναδείχθηκε «Μις Λάρισα». Γύρω στα 1930 ο Κων. Βλάχος μετακόμισε οικογενειακώς στην Αθήνα, όπου και απεβίωσε το 1936, ενώ ο αδελφός του Γεώργιος δεν είχε νυμφευθεί και παρέμεινε στη Λάρισα [5].
Το σπίτι των αδελφών Βλάχου βρισκόταν στην οδό Γεωργάκη Ολυμπίου (τη σημερινή Ίωνος Δραγούμη). Ανατολικά συνόρευε με το κτίριο του Γεωργίου Νικόδημου, το οποίο καταλάμβανε τη γωνία Ίωνος Δραγούμη με τη σημερινή οδό Παπαναστασίου, στέγαζε για χρόνια τις υπηρεσίες της Νομαρχίας Λαρίσης και κατόπιν δωρεάς του ιδιοκτήτη είχε περιέλθει στην ιδιοκτησία της Δημοτικής Αρχής. Μεταπολεμικά και επί δημαρχίας Δημητρίου Χατζηγιάννη, η οικία των αδελφών Βλάχου αγοράσθηκε από τον Δήμο. Στη θέση των δύο αυτών κτιρίων (Νικόδημου και Βλάχου) ανεγέρθηκε κατόπιν ενεργειών του δημάρχου Δημ. Χατζηγιάννη το σημερινό Δημαρχιακό Μέγαρο.
---------------
[1]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Μιχαήλ Σάπκας, ο ευπατρίδης πολιτικός (1873-1956), Λάρισα (2013), σελ. 107-110.
[2]. Το στρατηγείο του εγκατέστησε στον όροφο του μεγάρου Κατσαούνη στη νότια πλευρά της Κεντρικής πλατείας.
[3]. Ήδη από τον Νοέμβριο του 1888 ο Γ. Πατσάλης είχε ανοίξει «Μέγα Υφαντουργικόν Κατάστημα» στην οδό Ακροπόλεως (Παπαναστασίου), απέναντι περίπου από το σημερινό ξενοδοχείο «Διβάνη Παλλάς». Γρηγορίου Αλέξανδρος. Λαίδη Όλγα Έγερτον (1863-1947). Η προσφορά της στους Θεσσαλούς πρόσφυγες την περίοδο 1897-1898, εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 17ης Φεβρουαρίου 2019.
[4]. Καλογιάννης Βάσος. Η Χρυσή Βίβλος του Δήμου Λαρίσης. Από τη μακραίωνη ιστορία της Θεσσαλικής πρωτευούσης. Λάρισα (1963), σελ. 214.
[5]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Ο Δήμαρχος Κωνσταντίνος Βλάχος., εφ. «Ελευθερία», φύλλο της 31ης Δεκεμβρίου 2014. Του ιδίου: «Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα», Λάρισα (2016), σελ. 227-230.

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2022

 

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

Η εφημερίδα «ΚΗΡΥΞ»

Παλιές εφημερίδες της Λάρισας


Κώστας Περραιβός (1907-1983).  Αρχισυντάκτης προπολεμικά  της εφημερίδας «Κήρυξ».Κώστας Περραιβός (1907-1983). Αρχισυντάκτης προπολεμικά της εφημερίδας «Κήρυξ».

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)


Μπαίνοντας στη δεκαετία του 1920-30 στη Λάρισα κυκλοφορούσε μόνο μία εφημερίδα, η «Μικρά» του Θρασύβουλου Μακρή, η οποία είχε εγκαταλείψει το πολύ μικρό μέγεθος με το οποίο είχε ξεκινήσει το 1896 και είχε γίνει καθημερινή. Τον Οκτώβριο του 1922 ήλθε να προστεθεί η «Ελευθερία» [1], η οποία διατηρεί μέχρι και σήμερα το ίδιο μέγεθος και τον ίδιο λογότυπο του τίτλου της. Μία διαμάχη όμως μεταξύ του βιβλιοχαρτοπωλείου Α. Ζάγουρα που είχε την ευθύνη της διανομής του Τύπου στην πόλη και του διευθυντού της «Μικράς» Θρ. Μακρή είχε ως αποτέλεσμα να μειωθεί αισθητά η κυκλοφορία της «Μικράς» και το 1926 να σταματήσει οριστικά η έκδοσή της. Τον Μάρτιο του 1928 κυκλοφόρησε η εφημερίδα «Λαρισαϊκή» από τα τέσσερα αδέλφια της οικογένειας Ναού, η διάρκεια της οποίας όμως υπήρξε σύντομη [2]. Από τη στιγμή που την άνοιξη του 1929 διεκόπη η κυκλοφορία της εφημερίδας των αδελφών Ναού, η Λάρισα έμεινε με μία καθημερινή εφημερίδα, την «Ελευθερία». Όμως για τις 4 Αυγούστου 1929 είχαν προκηρυχθεί δημοτικές εκλογές, στις οποίες βρέθηκαν αντιμέτωποι δύο σπουδαίοι τοπικοί παράγοντες, ο ήδη από το 1925 εκλεγείς δήμαρχος Μιχαήλ Σάπκας και ο Στυλιανός Αστεριάδης-Πατόφλας, οι οποίοι προέρχονταν από την ίδια πολιτική παράταξη (αντιβενιζελικοί) και μάλιστα ο τελευταίος στις δημοτικές εκλογές του Οκτωβρίου του 1925 υπήρξε ο πλειοψηφίσας δημοτικός σύμβουλος του ψηφοδελτίου του Σάπκα. Οι βενιζελικοί (Φιλελεύθεροι) σ’ αυτές τις εκλογές δεν είχαν δικό τους υποψήφιο και οι περισσότεροι είχαν συνταχθεί με τον Σάπκα, γιατί αναγνώριζαν και εκτιμούσαν το έργο του. Επί πλέον την υποψηφιότητά του υποστήριζε και η εφημερίδα «Ελευθερία», παρ’ όλο που από το 1922 που είχε εκδοθεί υποστήριζε φανερά το κόμμα των Φιλελευθέρων. Είχε δημιουργηθεί δηλαδή το εξής παράδοξο. Υπήρχαν μόνον δύο υποψήφιοι δήμαρχοι, αμφότεροι αντιβενιζελικοί, εκ των οποίων ο ένας (Σάπκας) υποστηριζόταν φανερά από τους βενιζελικούς και από την εφημερίδα τους την «Ελευθερία», η οποία στην υπόλοιπη ειδησεογραφία της σε πολιτικό επίπεδο διατηρούσε τον Φιλελεύθερο (βενιζελικό) χαρακτήρα της. Το γεγονός αυτό οι ψηφοφόροι του Σάπκα δεν μπορούσαν να το ανεχθούν, γι’ αυτό και οι περισσότεροι απέφευγαν να την αγοράσουν.
Ο δικηγόρος Αδαμάντιος Νικολαΐδης, που από μικρός είχε ασχοληθεί με τη δημοσιογραφία [3] και ανήκε στο αντιβενιζελικό στρατόπεδο (Λαϊκό Κόμμα), σε συνεννόηση με τον Σάπκα αποφάσισε την έκδοση μιας αντιβενιζελικής εφημερίδας. Επειδή ο χρόνος δεν επαρκούσε για να προετοιμασθεί, ο Νικολαΐδης διαπραγματεύθηκε με τον Γεώργιο Δημητρακόπουλο της «Ελευθερίας» να τυπωθεί η εφημερίδα του στις εγκαταστάσεις της. Έτσι γεννήθηκε ο «Κήρυξ», με διευθυντή τον Αδαμάντιο Νικολαΐδη και αρχισυντάκτη τον Κώστα Ξιφαρά. Τα γραφεία της εφημερίδας εγκαταστάθηκαν στο δικηγορικό γραφείο του διευθυντού της, το οποίο βρισκόταν στην οδό Κούμα, δίπλα από την αυλή του εστιατορίου «Ερμής». Ήταν τετρασέλιδη, αλλά μόνον η πρώτη σελίδα περιείχε την ειδησεογραφία του «Κήρυκα», ενώ οι υπόλοιπες τρεις ήταν οι ίδιες με την «Ελευθερία». Έτσι προεκλογικά ο Σάπκας είχε και τις δύο εφημερίδες να τον υποστηρίζουν, ενώ ο Αστεριάδης καμία και ο προεκλογικός του αγώνας περιοριζόταν αποκλειστικά στην ευρεία διανομή φυλλαδίων και προκηρύξεων.
Οι εκλογές έγιναν και όπως ήταν επόμενο ο Μιχαήλ Σάπκας επανεκλέχθηκε δήμαρχος για την επόμενη τετραετία. Όμως ο «Κήρυκας» λίγους μήνες μετά τις εκλογές σταμάτησε την έκδοσή του, επειδή επήλθε διαφωνία με τον κύριο εκδότη της «Ελευθερίας», Γεώργιο Δημητρακόπουλο. Αιτία στάθηκε η ομοιομορφία της ύλης στις τρεις από τις τέσσερις σελίδες των δύο εφημερίδων, όπου δημοσιεύονταν και πολιτικές ειδήσεις που έφθαναν από την Αθήνα και είχαν χροιά βενιζελική, πράγμα που δεν το ανεχόταν ο Αδαμάντιος Νικολαΐδης. Ο τελευταίος αξίωσε από τον Δημητρακόπουλο να καταχωρούνται και αντιβενιζελικές ειδήσεις, γεγονός που δεν έγινε δεκτό και έτσι η τυπογραφική συνεργασία διεκόπη. Σύντομη η διάρκεια ζωής της και περιπετειώδης.
Για κάποιο διάστημα η Λάρισα έμεινε πάλι με μία εφημερίδα, την «Ελευθερία». Όμως ο Νικολαΐδης που είχε πολιτικές βλέψεις, διαισθανόταν ότι χωρίς δικό του δημοσιογραφικό όργανο δεν θα μπορούσε να διαβεί τις πύλες της Βουλής. Αποφάσισε λοιπόν να επανεκδώσει τον «Κήρυκα», αλλά αυτήν τη φορά αυτόνομα. Ήλθε σε επαφή με τον Αλκιβιάδη Μακρή [4], ο οποίος είχε μετακομίσει στον Βόλο, όπου διέθετε ένα σύγχρονο τυπογραφείο και συμφώνησαν ο τελευταίος να διαθέσει τα τυπογραφικά στοιχεία που απαιτούνταν για τη σύνθεση μιας εφημερίδας, ο δε Νικολαΐδης να διαθέσει το χρηματικό ποσό που απαιτούνταν για την αγορά πιεστηρίου και δημοσιογραφικού χαρτιού και την ενοικίαση γραφείων για τη στέγασή τους. Το πιεστήριο παραγγέλθηκε στη Γερμανία, ενώ τα γραφεία και το τυπογραφείο στεγάστηκαν στο υπόγειο του κτιρίου του Πέτρου Γέμτου, στη γωνία των οδών Ακροπόλεως (Παπαναστασίου) και Παπακυριαζή, όπου πριν από λίγους μήνες εκτυπωνόταν η εφημερίδα «Λαρισαϊκή» των αδελφών Ναού. Διευθυντής Συντάξεως ορίσθηκε ο Θρασύβουλος Μακρής και συντάκτες ο Φαίδων Μακρής, γιος του Αλκιβιάδη, ο Κώστας Περραιβός και επικουρικός ο Πέτρος Βαρθαλίτης που ήταν συγχρόνως και τυπογράφος. Η διαχείριση ανατέθηκε στον Μιχάλη Χαδέλλη. Επικεφαλής του τεχνικού προσωπικού τοποθετήθηκαν τα αδέλφια Αθανάσιος και Ιωάννης Παπαθανασίου, οι οποίοι ήταν έμπειροι τυπογράφοι και είχαν δικό τους τυπογραφείο στη Στοά Κουτσίνα, μαζί με μια ομάδα νεώτερων τυπογράφων.
Στις 30 Ιανουαρίου 1930 έφθασε το πιεστήριο από τη Γερμανία, στήθηκε, έγιναν τα εγκαίνια και άρχισε να εκδίδεται η εφημερίδα. Η κυκλοφορία της εφημερίδας ξεκίνησε με επιτυχία [5]. Σύντομα όμως επήλθε ρήξη ανάμεσα στον διευθυντή και τους συντάκτες του «Κήρυκα». Ο Νικολαΐδης ήταν υπέρμαχος της αρχαΐζουσας γλώσσας στη διατύπωση των άρθρων, εν αντιθέσει με τους δημοσιογράφους του Θρασύβουλο Μακρή και κυρίως τον γιο του συνεταίρου του Φαίδωνα Μακρή, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν την απλή καθαρεύουσα της εποχής. Οι αρχικές προστριβές κατέληξαν τελικά σε πλήρη διαφωνία, με αποτέλεσμα ο Φαίδων Μακρής να αποχωρήσει και να βρει δουλειά σε εφημερίδα του Βόλου και ο συνεταιρισμός με τον Αλκιβιάδη Μακρή να διαλυθεί. Μετά από λίγο ακολούθησε και ο Θρασύβουλος Μακρής. Ο τελευταίος, πάντα φανατικός βενιζελικός, δεν του άρεσε να εργάζεται σε εφημερίδα η οποία καθημερινά καθύβριζε τον Βενιζέλο. Έτσι με την ευκαιρία μιας διαφωνίας γύρω από το περιεχόμενο ενός σχολίου, βρήκε την ευκαιρία να υποβάλει την παραίτησή του.
Η αποχώρηση των δημοσιογράφων αυτών αναβάθμισε τον ρόλο του Περραιβού που έμεινε μόνος και βρήκε βοήθεια από τον Πέτρο Βαρθαλίτη [6] και τον Μιχαήλ Χαδέλλη. Έτσι κύλισε η κυκλοφορία της εφημερίδας μέχρι την περίοδο της κατοχής, όταν οι δύο εφημερίδες «Ελευθερία» και «Κήρυκας», υποκείμενες σε άγρια λογοκρισία από τους κατακτητές, εξέδωσαν από κοινού μία εφημερίδα με τίτλο «Λαρισαϊκός Τύπος». Μεταπολεμικά ο «Κήρυξ» κυκλοφόρησε σαν «Ημερήσιος Κήρυξ» με διευθυντή τον Μιχαήλ Χαδέλλη, ενώ ο Κώστας Περραιβός έγινε αρχισυντάκτης της «Ελευθερίας». Εδώ και μερικά χρόνια ο «Ημερήσιος Κήρυκας» σταμάτησε την έκδοσή του και μέχρι πρόσφατα η «Ελευθερία» ήταν και πάλι η μοναδική καθημερινή εφημερίδα της Λάρισας.
----------------
[1]. Τον Οκτώβριο που μας έρχεται η «Ελευθερία» συμπληρώνει εκατό χρόνια συνεχούς κυκλοφορίας, με μικρές ενδιάμεσες διακοπές κατά διαστήματα από το 1922 μέχρι το 1945, λόγω των ανώμαλων πολιτικών καταστάσεων αυτής της περιόδου.
[2]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Η εφημερίδα «Λαρισαϊκή», εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 18ης Ιανουαρίου 2017.
[3]. Κατά τη μαθητική του ηλικία έστελνε τακτικά ερασιτεχνικές ανταποκρίσεις στο εβδομαδιαίο περιοδικό των Αθηνών «Ελλάς», οι οποίες αναφέρονταν κυρίως στην κοσμική και καλλιτεχνική ζωή της Λάρισας.
[4]. Μετά την απελευθέρωση της Λάρισας από τους Τούρκους οι οικογένειες των Μακρήδων μετακόμισαν από τα Κανάλια Καρδίτσας και εγκαταστάθηκαν στη Λάρισα. Το 1894 ο Αλκιβιάδης μαζί με τον εξάδελφό του Θρασύβουλο Μακρή ίδρυσαν βιβλιοχαρτοπωλείο και τυπογραφείο. Το 1896 χώρισαν και ο μεν Θρασύβουλος κράτησε το τυπογραφείο με το οποίο άρχισε την έκδοση της εφημερίδας «Μικρά», ενώ ο Αλκιβιάδης συνέχισε με το βιβλιοχαρτοπωλείο, το οποίο βρισκόταν στην ανατολική πλευρά της Κεντρικής πλατείας, στην αρχή της οδού Μ. Αλεξάνδρου. Νυμφεύθηκε την Ευθαλία, κόρη της αρχοντικής οικογένειας του Κώστα Γενησεβδά, με την οποία απέκτησε τέσσερα τέκνα, αλλά το 1926 η οικογένεια εγκαταστάθηκε μόνιμα στον Βόλο.
[5]. Ο «Κήρυξ» άρχισε αμέσως με 800 φύλλα την ημέρα, από τα οποία τα 400 έφυγαν από την «Ελευθερία» και μέσα σε τρεις μήνες έφθασε τα 1.100 φύλλα, με αποτέλεσμα να την ξεπεράσει. Όμως η τριανδρία, η οποία αποτελούσε την εκδοτική εταιρεία της «Ελευθερίας» (οι βιβλιοχαρτοπώλες Γεώργιος Δημητρακόπουλος, Αντώνιος Παναγιωτακόπουλος και Παρασκευάς Παρασκευόπουλος) βρήκαν τον τρόπο να αντισταθούν στην απώλεια φύλλων και έτσι η κυκλοφορία των δύο εφημερίδων εξισορροπήθηκε. Ολύμπιος (Περραιβός Κώστας), Η δημοσιογραφία στην παλιότερη εποχή, εφ. «Λάρισα», φύλλο της 3ης Οκτωβρίου 1977.
[6]. Ο Πέτρος Βαρθαλίτης καταγόταν από την Ερμούπολη της Σύρου. Νεότατος βρέθηκε στον Βόλο, όπου για χρόνια εργάσθηκε σαν τυπογράφος σε διάφορες εφημερίδες. Στη Λάρισα ήλθε κατά τη διάρκεια του εθνικού διχασμού, όταν ο Κώστας Νταϊφάς εξέδωσε την καθημερινή εφημερίδα «Πρόοδος», η οποία ήταν όργανο των Επιστράτων, μιας οργάνωσης η οποία υποστήριζε την μοναρχία. Στον «Κήρυκα» εκτός από τυπογράφος απέκτησε και δημοσιογραφική πείρα, γι’ αυτό στη συνέχεια μεταπήδησε στη δημοσιογραφία, χωρίς όμως σπουδαία εξέλιξη.

Κυριακή 10 Ιουλίου 2022

 

ΥΒΡΙΔΙΑ ΚΑΙ ΤΕΡΑΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΜΥΘΟΥ

Ο Τιτυός


Από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου

 

Ο Τιτυός ήταν γίγαντας της Ελληνικής μυθολογίας, γιος του Δία και της Ελάρας , κόρης του Ορχομενού, βασιλέα της ομώνυμης πόλης και ένας από εκείνους που υπέστη αιώνια τιμωρία στον Τάρταρο, όπως και οι Σίσυφος και Τάνταλος, για τα εγκλήματά τους.

Ο Δίας συνευρέθηκε με την Ελάρα, αλλά προσπάθησε να κρατήσει την απιστία του κρυφή από την Ήρα και γι’ αυτό έκρυψε την Ελάρα κάτω από την επιφάνεια της γης.

 

Όντας όμως κρυμμένη στην γη το βρέφος απέκτησε τεράστιες διαστάσεις, με αποτέλεσμα να διαρραγεί η μήτρα και να πεθάνει η Ελάρα. Το αγέννητο μωρό σώθηκε – ανατράφηκε από τη Γαία και όταν έφτασε ο καιρός ο γιγαντιαίος πλέον Τιτυός βγήκε από τη γη σε ένα σπήλαιο στην Εύβοια, το οποίο ονομάσθηκε Ελάριον από την μητέρα του.

 

Το όνομα (Τιτυός) προέρχεται πιθανότατα από την Ελληνική λέξη τίσις και σημαίνει «αυτός που υπομένει την τιμωρία». Εναλλακτικά, θα μπορούσε να συνδεθεί με τους Τιτυρούς, τους Σατύρους της Βοιωτικής μυθολογίας, οι οποίοι έπαιζαν φλάουτο και ανήκαν στην συνοδεία του Διονύσου. Ο Τιτυός απέκτησε μια κόρη, την Ευρώπη – όχι τη γνωστή μας που υπήρξε ερωμένη του Δία – η οποία γέννησε τον Εύφημο, τον Βοιωτό ήρωα που έλαβε μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία.

Ο Απόλλων τρυπά με τα βέλη του τον Τιτυό, ο οποίος προσπάθησε να βιάσει τη μητέρα του Λητώ. Πλευρά Α από αττική ερυθρόμορφη πελίκη, 450-440 π.Χ. Louvre Museum

Ο Τιτυός έγινε γνωστός και αρνητικός πρωταγωνιστής στην ελληνική Μυθολογία διότι παρακινούμενος από την Ήρα, προσπάθησε να βιάσει την Λητώ, ενώ αυτή βρισκόταν στην πόλη Πανοπέα της Φωκίδας, ταξιδεύοντας προς τους Δελφούς. Καθώς λοιπόν επιτέθηκε στην Λητώ, η θεά κάλεσε για βοήθεια και αμέσως η Άρτεμις και ο Απόλων, τα παιδιά της Λητούς, έσπευσαν στο πλευρό της μητέρας τους, ρίχνοντας τα βέλη τους στον γίγαντα, πριν τον σκοτώσουν με ένα χρυσό ξίφος. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή ο Τιτυός σκοτώθηκε από τον Δία όταν του έριξε κεραυνό.

 

Ορισμένοι ισχυρίζονται πως ο τάφος του βρίσκεται στον Πανοπέα, αλλά λέγεται επίσης ότι ο Τιτυός μεταφέρθηκε από τον Απόλλωνα ή τον Δία στον Τάρταρο προκειμένου να υποστεί αιώνια τιμωρία για την απόπειρα να βιάσει την Λητώ.

 

Η τιμωρία του Τιτυού προέβλεπε την ακινησία του και καθημερινά δυο γύπες να κατατρώγουν το συκώτι του χωρίς αυτός να μπορεί να αντιδράσει. Κάθε βράδυ, όμως, το ήπαρ αναγεννιόταν για να επαναληφθεί η τιμωρία την επόμενη μέρα. Η τιμωρία του Τιτυού είναι σχεδόν ταυτόσημη με εκείνη του Προμηθέα, όπου ο αλυσοδεμένος τιτάνας έχανε το συκώτι του από τον αετό του Καυκάσου. Λέγεται ακόμη ότι ο Οδυσσέας υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας του Τιτυού και της τιμωρίας του όταν κατέβηκε στον Κάτω Κόσμοκαι σύμφωνα με τον Όμηρο διαπίστωσε το μέγεθος του γίγαντα, ο οποίος σύμφωνα με τον μύθο κάλυπτε 9 στρέμματα και είχε ύψος 300 μέτρα.

Μαρτύριο του Τιτυού_ελαιογραφία σε κανβά_Τζουζέπε ντε Ριβέρα_μουσείο Πράντο Μαδρίτη Jusepe de Ribera

ΠΑΡΑΘΕΜΑΤΑ:

 

«[Ο βασιλιάς Αλκίνοος των Φαιάκων λέγει:] Ότι [το νησί της Εύβοιας] είναι το πιο απομακρυσμένο σημείο – λένε όσοι από εμάς το είδαν όταν μετέφεραν τον ξανθό Ραδάμανθυ για να επισκεφθεί τον Τιτυό γιο της Γαίας». Όμηρος, Οδύσσεια 7. 324

 

«[Ο Οδυσσέας θυμάται τις σκιές των νεκρών που είδε στον κάτω κόσμο:] Είδα τον Τιτυό επίσης, γιο της ισχυρής θεάς Γαίας · βρισκόταν στο έδαφος, με το σώμα του απλωμένο σε εννέα πλέθρα. Δύο γύπες, καθισμένοι ένας σε κάθε πλευρό, συνέχιζαν να σκίζουν το συκώτι του, φτάνοντας μέχρι τα σπλάχνα και αυτός δεν μπορούσε να τους χτυπήσει με τα χέρια του. Αυτό συνέβαινε διότι είχε επιτεθεί κάποτε σε μια ερωμένη του ίδιου του Δία, την φημισμένη Λητώ, καθώς περπατούσε προς την Πυθία μέσα από τους υπέροχους τόπους του Πανοπέα».[Σημ.: Το Ελληνικό πλέθρον έχει μήκος περίπου 30 μέτρα ή 100 πόδια. Συνεπώς ο γίγαντας ήταν 270 μέτρα ή 900 πόδια ψηλός] Όμηρος, Οδύσσεια 11. 576

 

«Αυτός ο πρίγκιπας [Εύφημος ένας από τους Αργοναύτες], γιος του θεού Ποσειδώνα – τον οποίο γέννησε η Ευρώπη κόρη του Τιτυού, στις όχθες του Κηφισού». Πίνδαρος Πυθιόνικοι 4 επ. 2

«Ο Τιτυός, γιος του Δία και της κόρης του Ορχομενού Ελάρας. Αφού ο Δίας αποπλάνησε την Ελάρα, φοβούμενος την Ήρα την έκρυψε κάτω από τη γη, όπου γέννησε τον τεράστιο γιο τους Τιτυό και τον έβγαλε στο φως της ημέρας. Ο Τιτυός είδε την Λητώ όταν πήγαινε στην Πυθία και με πάθος προσπαθούσε να την αγκαλιάσει. Αλλά αυτή κάλεσε τα παιδιά της, που τον σκότωσαν με βέλη και τιμωρήθηκε μετά θάνατον, με τους γύπες να κατατρώγουν την καρδιά του στο βασίλειο του Άδη». Απολλόδωρος Βιβλιοθήκη 1. 22

Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Το παλιό Επισκοπείο της Ι. Μητροπόλεως Λαρίσης και Τυρνάβου


Το παλιό Επισκοπείο της Ι. Μητροπόλεως Λαρίσης και Τυρνάβου, κτισμένο πάνω από τις κερκίδες  του Αρχαίου Θεάτρου, έτοιμο προς κατεδάφιση. Φωτογραφία Αθανασίου Τζαφάλια. 1990 περίπου.Το παλιό Επισκοπείο της Ι. Μητροπόλεως Λαρίσης και Τυρνάβου, κτισμένο πάνω από τις κερκίδες του Αρχαίου Θεάτρου, έτοιμο προς κατεδάφιση. Φωτογραφία Αθανασίου Τζαφάλια. 1990 περίπου.

Στη δεξιά πλευρά του ανηφορικού τμήματος της μεγάλης και ευθείας οδού, η οποία ξεκινούσε από τον λόφο της Ακρόπολης και κατέληγε στην πύλη της Καρδίτσας, τη σημερινή Παπαναστασίου [1], και κοντά στον Λόφο, στεγάζονταν μέχρι το 1980 σε ιδιαίτερο κτίριο τα γραφεία της Ι. Μητροπόλεως Λαρίσης, πριν αυτά μεταφερθούν στη σημερινή τους θέση στη συνοικία της Φιλιππούπολης.

Το κτίριο αυτό έχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία, την οποία στη συνέχεια θα περιγράψουμε εν συντομία.
Κτίσθηκε κατά τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα από τον Γεώργιο Τσάπανο [2], θεωρούνταν ένα από τα καλύτερα αρχοντικά της πόλης και αρχικά ο ιδιοκτήτης εγκατέστησε σ’ αυτό την οικογένειά του. Ήταν διώροφο με υπερυψωμένο υπόγειο, λόγω κατωφέρειας της οδού. Αργότερα στεγάσθηκαν σ’ αυτό για μεγάλο χρονικό διάστημα τα γραφεία του Νομομηχανικής Υπηρεσίας. Όταν η τελευταία μετακόμισε σε άλλο σημείο της Λάρισας, το κτίριο το ενοικίασε ο επιχειρηματίας Ηλίας Κύρκος [3] και το μετέτρεψε σε ξενοδοχείο με την επωνυμία «Αχίλλειον». Το «Αχίλλειον» ήταν ένα από τα καλύτερα ξενοδοχεία της Λάρισας, το οποίο ο Ηλίας Κύρκος το διατηρούσε σε υψηλό επίπεδο καθαριότητας και περιποίησης. Το 1935, όταν στον μητροπολιτικό θρόνο της Λάρισας τοποθετήθηκε ο Δωρόθεος Κοτταράς (1935-1956), το κτίριο αγοράσθηκε από τη Μητρόπολη. Στο ισόγειο εγκαταστάθηκαν τα γραφεία της και στον όροφο ήταν η κατοικία όπου διέμενε ο εκάστοτε μητροπολίτης. Κατά τον μεγάλο σεισμό της 1ης Μαρτίου 1941 το κτίριο υπέστη σοβαρές ζημιές, σε σημείο ώστε να είναι επικίνδυνη η παραμονή ανθρώπων στον δεύτερο όροφο. Όσο διαρκούσε ο πόλεμος και η κατοχή δεν έγινε καμιά εργασία επισκευής. Την περίοδο αυτή το αρχείο της Μητροπόλεως φυλάχθηκε στο καταφύγιο το οποίο βρισκόταν απέναντι από το κτίριο της Επισκοπής και κάτω από το ρολόι της πόλης. Μετά την απελευθέρωση και ιδίως μετά τον σεισμό του 1957, ο δεύτερος όροφος του μητροπολιτικού μεγάρου γκρεμίστηκε και διατηρήθηκε μόνο το ισόγειο με το υπόγειο. Λίγα χρόνια αργότερα, επειδή ο χώρος δεν ήταν επαρκής για να στεγάσει τα γραφεία της Μητροπόλεως και τα ιδιαίτερα διαμερίσματα του μητροπολίτη, οικοδομήθηκε στη νότια πλευρά του παλαιού οικήματος και σε άμεση επαφή και επικοινωνία μαζί του, μια διώροφη σύγχρονη κατασκευή με εντελώς διαφορετικό αρχιτεκτονικό στυλ, για να στεγάσει την κατοικία του ιεράρχη, την αίθουσα υποδοχής και τα γραφεία της Μητροπόλεως. Στο κτίριο αυτό έμειναν και οι επόμενοι μητροπολίτες Δημήτριος Θεοδόσης (1956-1959), Ιάκωβος Σχίζας (1960-1968), Θεολόγος Πασχαλίδης (1968-1974) και Σεραφείμ Ορφανός (1974-1989). Το 1980, επί μητροπολίτου Σεραφείμ, όλες οι υπηρεσίες της Μητροπόλεως μεταφέρθηκαν στο νέο κτίριο στη συνοικία της Φιλιππούπολης, ενώ το παλαιό έπειτα από πολλές γραφειοκρατικές διαδικασίες το 1992 κατεδαφίσθηκε. Μαζί του κατεδαφίσθηκαν και όλα τα υπόλοιπα κτίρια στη νότια πλαγιά του Λόφου, για να αποκαλυφθεί το Αρχαίο Θέατρο.
Εκεί κοντά, επί της σημερινής οδού μητροπολίτου Αρσενίου, απέναντι από τα ερείπια του ναού του Αγ. Αχιλλίου της βυζαντινής περιόδου, υπήρχε προπολεμικά κτίσμα νεοκλασικής αρχιτεκτονικής, κτισμένο στις αρχές του 20ού αι., το οποίο χρησιμοποιήθηκε για πολλά χρόνια ως γραφείο της Μητροπόλεως Λαρίσης και συγχρόνως ως κατοικία του μητροπολίτη Αρσενίου (1914-1934). Ο Αρσένιος Αφεντούλης δεν ανήκε στην κατηγορία των ιδιαίτερα μορφωμένων κληρικών, ήταν όμως ιεράρχης με σύγχρονες για την εποχή του ιδέες. Τύπος απλός, προσέγγιζε το ποίμνιό του με αγάπη και εύρισκε για τον καθένα λόγους παρηγοριάς. Η θητεία του στη Μητρόπολη Λαρίσης έχει συνδεθεί στενά με το ανάθεμα του Βενιζέλου κατά την περίοδο του εθνικού διχασμού, ενέργεια η οποία του στοίχισε την απομάκρυνση από τη Λάρισα και την εξορία του για τρία χρόνια (1917-1920).


[1]. Ο δρόμος αυτός στην ολιγόχρονη ιστορία της ελεύθερης Λάρισας δεν είχε πολλές μετονομασίες όπως άλλες. Η πρώτη του και πλέον επιτυχημένη κατά τη γνώμη μου, ήταν Ακροπόλεως, το 1936 μετονομάσθηκε σε Βασιλίσσης Σοφίας και μετά τη μεταπολίτευση σε Παπαναστασίου.
[2]. Ο Γεώργιος Τσάπανος ήταν γαιοκτήμονας, καταγόταν από τη Φλώρινα και ήλθε στη Λάρισα περί το 1910. Αγόρασε μεγάλες αγροτικές εκτάσεις σε Γιάννουλη και Φαλάνη, οι οποίες όμως απαλλοτριώθηκαν με τον νόμο περί αποκαταστάσεως ακτημόνων καλλιεργητών και του έμεινε μόνον ένα μικρό μέρος, το οποίο καλλιεργούσε μόνος του. Ήταν ένας από τους πρωτοπόρους στην ιδέα να εγκαταλειφθεί η ασύμφορη μονοκαλλιέργεια του σίτου και να αντικατασταθεί από άλλες, οι οποίες απέφεραν υψηλότερα εισοδήματα. Στην οδό Ακροπόλεως και απέναντι περίπου από την κατοικία του, δέσποζε μια τριώροφη οικοδομή, και αυτή δικής του ιδιοκτησίας, η οποία στέγασε για πολλά χρόνια την Ωτορινολαρυγγολογική Κλινική του Γεωργίου Τάρη. Ο τελευταίος είχε νυμφευθεί την κόρη του Τσάπαλου και σε έναν όροφο της κλινικής του στέγαζε την οικογένειά του. Ο Τάρης έμεινε σ’ αυτή μέχρι τη συνταξιοδότησή του. Ο Γεώργιος Τσάπανος πέθανε στην Αθήνα μεταπολεμικά σε προχωρημένη ηλικία.
[3]. Ο Ηλίας Κύρκος είχε για πολλά χρόνια και την εκμετάλλευση του ξενοδοχείου «Μέγας Αλέξανδρος», ιδιοκτησίας Ηλία Κολέσκα, το οποίο βρισκόταν στη γωνία των οδών Ίωνος Δραγούμη και Βασιλίσσης Φρειδερίκης (σήμερα Σκαρλάτου Σούτσου), απέναντι από το Ισραηλιτικό Σχολείο.

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2022

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Η τοποθεσία «Σάλια»

 
Η περιοχή «Σάλια» της Λάρισας όπως ήταν περί το 1900. Διακρίνεται η αποθήκευση  κορμών ξύλων, τα οποία έφθαναν μέσω του Πηνειού από τα διάφορα γειτονικά δάση.  Λεπτομέρεια από επιστολικό δελτάριο του Στέφανου ΣτουρνάραΗ περιοχή «Σάλια» της Λάρισας όπως ήταν περί το 1900. Διακρίνεται η αποθήκευση κορμών ξύλων, τα οποία έφθαναν μέσω του Πηνειού από τα διάφορα γειτονικά δάση. Λεπτομέρεια από επιστολικό δελτάριο του Στέφανου Στουρνάρα

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Στο σημερινό μας σημείωμα δημοσιεύουμε φωτογραφία μιας τοποθεσίας της Λάρισας, τα λεγόμενα Σάλια, όχι και τόσο γνωστής σήμερα. Η περιοχή Σάλια βρισκόταν στη δεξιά όχθη του Πηνειού ποταμού, σε μια περιοχή η οποία προσδιοριζόταν στα τουρκικά ως Σαρασλάρ.


Ήταν ο χώρος μεταξύ του Αρναούτ μαχαλά (συνοικία Αγ. Αθανασίου) και γέφυρας. Με τη σημερινή οριοθέτηση της Λάρισας, τα Σάλια τοποθετούνται περίπου στην περιοχή μεταξύ του υπαίθριου parking που βρίσκεται στην οδό Καλλιθέας και του κτιρίου του Τεχνικού Επιμελητηρίου. Η ονομασία αυτή αναφέρεται και από τον ποιητή Σωτήρη Σκίπη, καθώς το πατρικό του σπίτι βρισκόταν λίγα μέτρα πιο κάτω, στο σημείο όπου σήμερα έχει διανοιχθεί η οδός η οποία φέρει το όνομα του ποιητή. Ήταν η αγαπημένη του περιοχή στις όχθες του Πηνειού και όταν ήταν μικρός τα παιχνίδια με τους φίλους του γίνονταν σ’ αυτό το σημείο, ενώ αργότερα κάθε φορά που επισκεπτόταν τη Λάρισα βάδιζε μόνος και αυτό του πρόσφερε έμπνευση.
Η ονομασία Σάλια ήταν γνωστή από την περίοδο της τουρκοκρατίας και έχει σχέση με τη μεταφορά ξυλείας από τις δυτικές περιοχές της Θεσσαλίας μέσω της ροής των υδάτων του Πηνειού ποταμού μέχρι την περιοχή της Λάρισας. Με απλό τρόπο και εκμεταλλευόμενοι την κίνηση του νερού, έμπειροι και δεξιοτέχνες υλοτόμοι οδηγούσαν τεράστιες ποσότητες (ντάνες) τεμαχισμένων κορμών από την περιοχή της Πίνδου.
Ο τρόπος του ταξιδιού αυτού της ξυλείας παρουσιάζει ενδιαφέρον γιατί γινόταν σε μια χρονική περίοδο όπου οι μεταφορές δεν ήταν εύκολες.
Η ροή του νερού στην κοίτη του Πηνειού, του μεγαλύτερου ποταμού της Θεσσαλίας, χρησιμοποιήθηκε σε ολόκληρη τη διαδρομή του μέχρι και τη Λάρισα. Οι μεγάλοι κορμοί των δένδρων από τα δάση που βρίσκονταν κατά μήκος του, τεμαχίζονταν και μεταφέρονταν με τα ζώα μέχρι τις όχθες του Πηνειού, σε καθορισμένα σημεία. Εκεί δένονταν με τριχιές ή σιδερένια άγκιστρα και σχηματιζόταν μια σχεδία. Πάνω της δεν τοποθετούσαν μόνο τα ξύλα αγκιστρωμένα, αλλά και επέβαιναν και άνδρες που τα συνόδευαν. Με τον ίδιο τρόπο δημιουργούσαν πολλές σχεδίες και όταν αποφασιζόταν η μεταφορά, έπλεαν όλες μαζί, έχοντας κάποια απόσταση η μία από την άλλη και δημιουργούνταν μια αληθινή νηοπομπή. Η μεταφορά γινόταν συνήθως άνοιξη και φθινόπωρο, γιατί η ροή του νερού ήταν τότε κάπως σταθερή και η στάθμη του ανεβασμένη. Βέβαια ο τρόπος αυτός ήταν αρκετά δύσκολος και επικίνδυνος.
Κατά την πορεία τους μέσα στο ποτάμι η ορμητικότητα του νερού σε ορισμένα σημεία και οι πολλές και μεγάλες καμπύλες που χαρακτηρίζουν την πορεία του Πηνειού στον θεσσαλικό κάμπο, οδηγούσαν τις σχεδίες σε συγκρούσεις και σε πολλές προσαράξεις στις όχθες. Γι’ αυτό οι άνθρωποι που υπήρχαν σε κάθε σχεδία ήταν νέοι και δυνατοί ξυλοκόποι, που κρατούσαν μακριά ξύλινα κοντάρια, τα οποία βύθιζαν στον πυθμένα της κοίτης του ποταμού για να δώσουν επιτάχυνση στη σχεδία ή τα ακουμπούσαν στις όχθες για να αποφεύγουν την πρόσκρουση. Οι σχεδίες που μετέφεραν τους κορμούς των δένδρων σε σωρούς σφιχτά στερεωμένους ονομάζονταν «σάλια», ενώ οι ξυλοκόποι που τα συνόδευαν ήταν γνωστοί σαν «σαλτζήδες» [1].
Οι σχεδίες που είχαν στοιβαγμένους τους κορμούς των δένδρων οδηγούνταν τελικά μετά από το μεγάλο ταξίδι, σε μια αποβάθρα η οποία ήταν πρόχειρα κατασκευασμένη στη δεξιά όχθη του Πηνειού, λίγο πριν τη μεγάλη πέτρινη γέφυρα της Λάρισας. Η μεγαλύτερη ποσότητα ξύλου έφθανε στην πόλη μας γιατί εδώ υπήρχε η εντονότερη ζήτηση, τόσο τοπικά όσο και στη γύρω περιοχή. Ουσιαστικά η αποβάθρα ήταν ένα μικρό λιμανάκι, μακριά από την κεντρική ροή του νερού, για να μπορούν να λιμνάζουν οι κορμοί των δένδρων και να μην παρασύρονται.
Εκεί οι σαλτζήδες έσερναν τους κορμούς με άγκιστρα έξω από το νερό και τους αποθήκευαν σε μια υπαίθρια παραπήνεια έκταση, όπως διακρίνεται και στη φωτογραφία, όπου γινόταν η αρχική προεργασία της ξυλείας σε διάφορες μορφές, ανάλογα με τις παραγγελίες.
Έπειτα με διπλόκαρρα μεταφερόταν η ξυλεία είτε στο Ξυλοπάζαρο [2] της Λάρισας είτε και σε μακρινότερες αποστάσεις. Από την παρουσία της αποβάθρας στην οποία κατέληγε το ταξίδι των υλοτόμων με τις σχεδίες (τα σάλια) και από το γεγονός ότι οι περισσότεροι υλοτόμοι (σαλτζήδες) κατοικούσαν σ’ αυτή την περιοχή, η τοποθεσία αυτή έμεινε γνωστή ως Σάλια μέχρι τα τελευταία χρόνια. Μάλιστα εξακολουθούν να υπάρχουν μέχρι και σήμερα στη Λάρισα οικογένειες με το όνομα Σαλτζής, οι οποίες κατοικούσαν στην περιοχή του Αρναούτ μαχαλά (συνοικία του Αγ. Αθανασίου).
Τη δεκαετία του 1930 άρχισαν να διαμορφώνονται αμαξιτοί δρόμοι στο εσωτερικό του θεσσαλικού χώρου και ο αρχέγονος αυτός τρόπος μεταφοράς της ξυλείας σταμάτησε οριστικά.

———————————————————
[1]. Ρούσκας Γιάννης, Ο αργυροδίνης Πηνειός, Αθήνα, σελ. 67-69.
[2]. Το Ξυλοπάζαρο ήταν κεντρική περιοχή της Λάρισας, της οποίας τα στενά όρια μπορεί να οριοθετηθούν κατά προσέγγιση μεταξύ των σημερινών οδών Παπαναστασίου-Βενιζέλου-Απόλλωνος-Κύπρου. Σ’ αυτό υπήρχαν τα καταστήματα στα οποία γινόταν η επεξεργασία και η εμπορία του ξύλου.