Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2023

Ηρώ και Λέανδρος

ΜΙΑ ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΓΑΠΗΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

 
Ηρώ και Λέανδρος

Από τον Ευάγγελο Μπαλντούνη, φιλόλογο

Η Ηρώ και ο Λέανδρος αποτελούν το δίδυμο τού ομώνυμου δράματος της Μυθολογίας. Είναι τα πρόσωπα μιας τραγικής εξέλιξης ενός παθιασμένου έρωτα. Η Ηρώ ήταν μία πανέμορφη ιέρεια τής Αφροδίτης στη Σηστό, στην ευρωπαϊκή ακτή του Ελλησπόντου. Κατοικούσε σε έναν πύργο

πάνω σε απόκρημνο βράχο. Ζούσε απομονωμένη μία ζωή παρθενική, όπως απαιτούσε το λειτούργημά της, μακριά από τους γονείς της. Η μόνη που είχε κοντά της ήταν η πιστή της υπηρέτρια. Κάθε άνοιξη τελείτο στον ναό, όπου η Ηρώ ήταν ιέρεια, η γιορτή της Αφροδίτης, που συγκέντρωνε πάντα πλήθος πιστών.
* Η ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΤΩΝ ΔΥΟ ΝΕΩΝ: Πήγε ως προσκυνητής και ένας ωραίος νεαρός, ο Λέανδρος, από την Άβυδο στην απέναντι ασιατική όχθη. Διασταυρώνονται τα βλέμματα των δύο νέων και αμέσως η φωτιά του έρωτα πυρπολεί τις καρδιές τους. Είναι τόσο σφοδρός και ακατανίκητος, ώστε υπερπηδούν κάθε ανθρώπινο και ιερό φραγμό: Η Ηρώ την ιεροσύνη της, ο Λέανδρος την αγιότητα και ευσέβεια της παρθένου. Έτσι, άρχισε ένας παράφορος δεσμός, αγνοώντας με τον απόκοτο αυθορμητισμό της νιότης τους την Ύβρη που διέπρατταν.
Ο ΑΠΟΡΡΗΤΟΣ ΓΑΜΟΣ: Ο Λέανδρος κάθε βράδυ περνούσε κολυμπώντας τον Ελλήσποντο, για να είναι μαζί της. Η Ηρώ, με βοηθό την αφοσιωμένη τροφό της, άναβε μια λάμπα κάθε δειλινό στην κορυφή του πύργου της για να τον οδηγεί. Τον υποδεχόταν στην ακτή και οι δύο νέοι περνούσαν τη νύχτα μέσα στο ερωτικό πάθος. Η Ηρώ «κοράσι ήταν ολημερίς κι ολονυχτίς γυναίκα...». Πριν ξημερώσει ο Λέανδρος επέστρεφε στην Άβυδο. Συμφώνησαν να παντρευτούν, αλλά κράτησαν απόκρυφο τον γάμο τους, γιατί η Ηρώ ως ιέρεια απαγορευόταν να νυμφευθεί. Μυστικά έγινε ο γάμος τους και «κρυφός έπρεπε να μείνει, καθώς αυτή παρθένα έπρεπε να είναι...».
* ΤΟ ΟΛΕΘΡΙΟ ΛΑΘΟΣ: Ήρθε η χειμωνιά και οι δύο οι εραστές αναγκάστηκαν να υποστούν τον προσωρινό, αλλά σκληρό χωρισμό. Έδωσαν, όμως, την υπόσχεση να ξαναβρεθούν στις αρχές της άνοιξης. Παρά ταύτα, το επόμενο σούρουπο το λυχνάρι θεάθηκε πάλι αναμμένο, είτε γιατί η γριά τροφός παρασύρθηκε από τη συνήθεια, είτε επειδή η Ηρώ ήθελε τον Λέανδρο κοντά της. Ο Λέανδρος το εξέλαβε ως ερωτική πρόσκληση. Για να συναντηθεί με την ποθητή του Ηρώ, έπεσε στην παγωμένη και ανεμοδαρμένη θάλασσα. Βρέθηκε έτσι αντιμέτωπος με τη Νέμεση, που έρχεται με τη μορφή του Ποσειδώνος. Ενώ πάλευε με τα κύματα, ο άνεμος έσβησε το λυχνάρι, έχασε τον προσανατολισμό του και παρασυρμένος από τη θαλασσοταραχή πνίγεται....
* ΤΟ ΠΝΙΞΙΜΟ ΤΗΣ ΗΡΟΥΣ: Το πρωί το πτώμα του ξεβράστηκε στην ακτή. Η Ηρώ αντίκρισε το άψυχο σώμα να ταλαντεύεται στον αιγιαλό. Ένιωσε αμέσως τι συνέβη. Αλλόφρων και οδυρόμενη για τον χαμό τού αγαπημένου της, κρίνει πως δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αυτόν. Ρίχτηκε στη θάλασσα αγκαλιάζοντας το νεκρό ταίρι της και χωρίς να κολυμπά βυθίζεται και πνίγεται: «Κι απάνω απέθαν’ η Ηρώ στον άψυχό της άντρα, κι απόμειναν αγκαλιαστά τα δυα τα λείψανά τους...». Οι κάτοικοι αναζητώντας την ιέρεια, βρήκαν δύο πτώματα στα βράχια. Έθαψαν μετά και τους δύο στον ίδιο τάφο.
* Η «ΥΒΡΙΣ» και Η ΘΕΙΑ ΔΙΚΗ: Η ιστορία της Ηρούς και του Λεάνδρου είναι αιτιολογική, καθόσον αναφέρεται στα αίτια μιας κατάστασης και πολλών ανάρμοστων πράξεων. Ο θάνατος των δύο ερωτευμένων εμφανίζεται ως δίκαιη τιμωρία για ασέβεια. Η Ηρώ ως ιέρεια όφειλε να μην έχει σεξουαλικές σχέσεις. Υπάρχει και βλασφημία, έλλειψη ευσέβειας προς την Ήρα, την προστάτιδα του γάμου, αφού ο απόκρυφος γάμος τους τελέστηκε χωρίς τις καθιερωμένες διαδικασίες. Ο μύθος αυτός ήταν εξαιρετικά δημοφιλής στην αρχαιότητα, γιατί υπάρχουν πολυάριθμες παραστάσεις σε νομίσματα και ζωγραφιές. Το συμβάν αυτό το εξύμνησαν και κορυφαίοι ποιητές.
* Ο ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΣ ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ: Η ιδιαίτερη αυτή αφήγηση φαίνεται ότι οφείλεται στη ρομαντική διάθεση του ελληνιστικού κόσμου. Αρεσκόταν να πλάθει διηγήσεις για ιδανικά ζευγάρια που ρίχνονταν σε τρομακτικές περιπέτειες ώσπου να ευοδωθεί η αγάπη τους ή σε άλλες περιπτώσεις που κατέληγε σε αποτυχία. Στη σύγχρονη δε εποχή έχουν επηρεαστεί πολλοί καλλιτέχνες, ζωγράφοι, λογοτέχνες, ποιητές... Ύμνο στον έρωτα αποτελεί η ιστορία της Ηρούς και του Λεάνδρου. Όμως, ο έρωτας είναι από τη φύση του αντινομικός: Κορυφαία χαρά και υπέρτατη λύπη μαζί...

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2023

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Θεοφάνεια του 1905


Η πομπή των Θεοφανείων του 1905 στην αυλή του ναού του Αγ. Αχιλλίου, έτοιμη  να κατεβεί τα σκαλοπάτια και να κατευθυνθεί στη γέφυρα του Πηνειού. Λεπτομέρεια  φωτογραφίας του Γεωργίου Λαμπάκη. Αρχείο του Ιωάννη Ρούσκα.Η πομπή των Θεοφανείων του 1905 στην αυλή του ναού του Αγ. Αχιλλίου, έτοιμη να κατεβεί τα σκαλοπάτια και να κατευθυνθεί στη γέφυρα του Πηνειού. Λεπτομέρεια φωτογραφίας του Γεωργίου Λαμπάκη. Αρχείο του Ιωάννη Ρούσκα.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Πριν δύο ημέρες ολόκληρος ο χριστιανικός κόσμος εόρτασε τα Θεοφάνεια με ιδιαίτερη λαμπρότητα. Στη Λάρισα κλήρος, άρχοντες και πιστοί μέσα σε μια ανοιξιάτικη λιακάδα, βρέθηκαν στην τελετή της κατάδυσης του τιμίου Σταυρού, που έγινε με ιδιαίτερη λαμπρότητα από το μέσον της γέφυρας του Πηνειού.


Η φωτογραφία η οποία συνοδεύει το σημερινό κείμενο είναι λεπτομέρεια μιας μεγαλύτερης εικόνας, όπου αποτυπώνεται ολόκληρη η δυτική πλευρά του ναού του Αγ. Αχιλλίου. Είναι επίκαιρη και απεικονίζει τη θρησκευτική πομπή την ώρα που έχει εξέλθει από τον μητροπολιτικό ναό και είναι έτοιμη να κατεβεί τα σκαλοπάτια και να κατευθυνθεί προς τη γέφυρα του Πηνειού, όπου θα πραγματοποιηθεί η ανάλογη θρησκευτική τελετή. Η σπάνια αυτή φωτογραφία προέρχεται από το φωτογραφικό αρχείο του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου των Αθηνών. Φωτογράφος της είναι ο Γεώργιος Λαμπάκης [1] και χρονολογείται στις αρχές του 20ού αιώνα, περί το 1905. Λόγω της εορταστικής επικαιρότητας, αλλά και της σπανιότητας της εικόνας, είναι νομίζω ενδιαφέρον για ιστορικούς λόγους να τη μελετήσουμε προσεκτικά.
Όσον αφορά τη χρονολόγηση της φωτογραφίας θα αναφερθούν τα εξής. Ο προπολεμικός ναός του Αγίου Αχιλλίου είναι γνωστό ότι εγκαινιάσθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου 1907 [2], ο δε ιεράρχης Αμβρόσιος Κασσάρας που διακρίνεται στη φωτογραφία, μετατέθηκε το 1900 από την επισκοπή Πλαταμώνος στη Μητρόπολη Λαρίσης και καθαιρέθηκε από την Ιερά Σύνοδο στις 27 Ιανουαρίου 1910. Επειδή από τη φωτογραφία ο ναός δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί (ο τρούλος δεν έχει κατασκευασθεί), επομένως η λήψη έγινε προ των εγκαινίων. Άρα η φωτογραφία χρονολογείται πριν το 1907, με πιθανότερη χρονολογία το 1905.
Η φωτογραφία καταγράφει μέρος της δυτικής πλευράς του ναού, η οποία χαρακτηρίζεται αρχιτεκτονικά από ένα σύμπλεγμα αψιδωτού πρόπυλου νεοκλασικού ρυθμού. Ολόκληρη η πρόσοψη είναι δομημένη με πέτρες, έτσι ώστε να αποτελεί ένα εντυπωσιακό σύνολο. Δυστυχώς τη δεκαετία του 1920 οι εξωτερικοί τοίχοι του ναού επιχρίσθηκαν. Τα ανοίγματα των παραθύρων, μικρά και μεγάλα, καθώς και οι αψίδες του προστώου, περιβάλλονται με κεραμοπλαστικό διάκοσμο και τα διάκενα των παραθύρων καλύπτονται με ωραίους συνδυασμούς υαλοπινάκων σε διάφορα χρώματα και σε ρομβοειδείς σχηματισμούς. Δεξιά διακρίνεται και μέρος της νότιας πλευράς του ναού.
Στο κάτω μέρος της φωτογραφίας απεικονίζεται η θρησκευτική πομπή. Το πλήθος έχει κατακλύσει το δυτικό προαύλιο του ναού. Οι περισσότεροι είναι άνδρες με ρεπούμπλικες και στρατιωτικοί Οι γυναίκες είναι λίγες, έχουν τυλιγμένα τα μαλλιά τους με μαντήλες ή καπελίνες και δεν φαίνεται να ακολουθούν την πομπή. Στρατιωτικό άγημα με τα όπλα επ’ ώμου και την λόγχη γυμνή, συνοδεύει την πομπή. Όμως το πρόσωπο που κυριαρχεί στην φωτογραφία είναι ο μητροπολίτης Αμβρόσιος, με την χρυσοποίκιλτη αρχιερατική στολή, τη μίτρα στο κεφάλι και τη επισκοπική ράβδο στο δεξί του χέρι.
Ο Αμβρόσιος Κασσάρας (1844-1918) γεννήθηκε στην Κάλυμνο. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, απ’ όπου αποφοίτησε με άριστα. Το 1875 χειροτονήθηκε επίσκοπος Ιερισσού και Αγίου Όρους με έδρα την Αρναία της Χαλκιδικής και τον Μάρτιο του 1877 μετατέθηκε στην επισκοπή Πλαταμώνος, με έδρα αρχικά τη Ραψάνη και από το 1879 τα Αμπελάκια. Τον Ιανουάριο του 1900 κατέλαβε τον κενό θρόνο της μητροπόλεως Λαρίσης, Πλαταμώνος και Φαναριοφερσάλων. Η ποιμαντορία του στη Λάρισα διήρκησε δέκα έτη, μέχρι τον Ιανουάριο του 1910, οπότε καθαιρέθηκε από την Ιερά Σύνοδο. Μετά την καθαίρεσή του ο Αμβρόσιος υπάκουα εγκαταστάθηκε μόνιμα πλέον στο ιδιόκτητο κτήμα του στο Συκούριο μέχρι τον θάνατό του τον Απρίλιο του 1918. Αναμφίβολα ο Αμβρόσιος Κασσάρας υπήρξε προσωπικότητα προικισμένη με πολλές αρετές, αλλά συγχρόνως ήταν εκρηκτικός χαρακτήρας και είχε βιωτή πολυσυζητημένη.
Στην πομπή, πίσω από τον Αμβρόσιο, διακρίνονται οι αρχές. Προηγούνται ο νομάρχης και ο δήμαρχος Αχιλλέας Αστεριάδης [3] οι οποίοι ξεχωρίζουν γιατί φορούν ημίψηλο καπέλο. Ακολουθούν οι δημοτικοί άρχοντες, οι στρατιωτικοί με τις επίσημες στολές και τα λοφία και οι λοιποί επίσημοι και πιο πίσω οι πιστοί. Τον ιεράρχη περιστοιχίζουν δύο διάκονοι κρατώντας τα δικεροτρίκερα, ενώ μπροστά τους, με την άσπρη γενειάδα, διακρίνεται ο υπέργηρος πρωτοσύγκελος της μητροπόλεως αρχιμανδρίτης Βρυάντιος και οι υπόλοιποι ιερείς της Λάρισας.
Η φωτογραφία αυτή έρχεται να μας υπενθυμίσει ότι τα Θεοφάνεια εορτάζονταν πάντοτε, ακόμα και κατά την Τουρκοκρατία με ιδιαίτερη λαμπρότητα στην πόλη μας.

 

[1]. Ο Γεώργιος Λαμπάκης (1854-1914) ήταν θεολόγος και αρχαιολόγος. Από το 1902 το Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως τον έστελνε σε περιοδείες. Φωτογράφιζε ναούς, μοναστήρια, θρησκευτικές εικόνες και σκηνές καθημερινής ζωής, με σκοπό τη διάσωση αρχαίων και βυζαντινών μνημείων. Οι φωτογραφίες του ανήκουν σήμερα στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών και αποτελούν ιστορικά τεκμήρια για τη ζωή των αρχών του εικοστού αιώνα στις περιοχές που επισκέφτηκε.
[2]. εφ. Μικρά, Λάρισα, φύλλο της 23ης Σεπτεμβρίου 1907.
[3]. Ο Αχιλλεύς Αστεριάδης ήταν ανεψιός του εμπειρικού ιατρού και φαρμακοποιού Αναστασίου Αστεριάδη και αδελφός του φαρμακοποιού Κωνσταντίνου Αστεριάδη. Γεννήθηκε στη Λάρισα το 1855, πήρε το πτυχίο της ιατρικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ειδικεύθηκε στη χειρουργική στο Παρίσι. Διετέλεσε δήμαρχος Λαρίσης τις περιόδους από το 1891 μέχρι το 1895 και από το 1903 μέχρι το 1913, οπότε κηρύχθηκε έκπτωτος του αξιώματος έπειτα από δικαστική απόφαση. Το σπίτι του, ένα εξαιρετικό αρχοντικό, βρισκόταν στη βορειοδυτική γωνία των σημερινών οδών Κούμα και Παναγούλη και καταστράφηκε από τον σεισμό του 1941.

 ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΕΣ

Στέργιος Μπασδέκης

Εργα κατασκευής στον ναό της Ζωοδόχου Πηγής (1896) (Α’ μέρος)


Ο προπολεμικός ναός της Παναγίας © Αρχείο Φωτοθήκης ΛάρισαςΟ προπολεμικός ναός της Παναγίας © Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας

Από τον Αλέξανδρο Χ. Γρηγορίου

Για τον ναό της Ζωοδόχου Πηγής (Παναγίας) στα Ταμπάκικα (Αμπελόκηποι) έχει αναφερθεί στο παρελθόν ο Νικόλαος Παπαθεοδώρου.

Όταν βρέθηκε η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας ανεγέρθηκε το 1877 στο σημείο ένα μικρό παρεκκλήσι με την ονομασία «Παρεκκλήσιον Φανερωμένης» ή «ΠαρεκκλήσιονΤαμβάκικα», το οποίο αναφέρεται και στον κώδικα του ναού του Αγίου Αχιλλείου (1810-1881). Όπως σημειώνει ο Νικόλαος Παπαθεοδώρου, στη θέση του παρεκκλησίου, αναγέρθηκε την περίοδο 1880-1881 ο προπολεμικός ναός της Παναγίας [1].
Από ό,τι φαίνεται όμως, ο ναός του 1881 δεν πρέπει να είχε αποκτήσει την οριστική του μορφή, αυτήν δηλαδή που απεικονίζει η παρατιθέμενη προπολεμική φωτογραφία. Η έρευνα στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (Αρχεία Ν. Λάρισας), έφερε στο φως νεότερα στοιχεία για τον προπολεμικό ναό της Παναγίας. Ήδη από τις 10 Ιουλίου 1894, το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο του ναού της Ζωοδόχου Πηγής, είχε αναθέσει στον εργοδηγό Τριαντάφυλλο Παπαζήση την εκπόνηση μελέτης για την «κατασκευή νάρθηκος μετά κωδωνοστασίου» στον ναό, καθώς και τη σύνταξη των σχετικών κατόψεων και διαγραμμάτων. Η δαπάνη του έργου προϋπολογίστηκε στις 6.840 δρχ. και η σχετική μειοδοτική δημοπρασία διενεργήθηκε δύο χρόνια αργότερα (Μάρτιος 1896). Νικητής αναδείχθηκε ο εργολάβος Στέργιος Μπασδέκης σύμφωνα με την εγκριτική απόφαση της Νομαρχίας Λαρίσης (αριθ. 639 /12-3-1896). Ο τελευταίος για να συμμετάσχει στη δημοπρασία είχε καταθέσει ως εγγύηση στο Επαρχιακό Ταμείο της Λάρισας το ποσό των 350 δρχ. (γραμμάτιο αριθ. 82 / 16-1-1896).
Ο Μπασδέκης ήταν από τους πιο γνωστούς τότε εργολάβους δημοσίων και ιδιωτικών έργων στη Λάρισα και την ευρύτερη περιφέρειά της. Εκτός από τα δεκάδες έργα οδοποιίας σε όλη την περιφέρεια, αναφέρονται εργασίες στις ποινικές φυλακές και στο στρατιωτικό νοσοκομείο της Λάρισας, καθώς και στους στρατώνες του Τυρνάβου [2]. Το 1905 είχε αναλάβει και το έργο της διαπλάτυνσης του ναού του Αγίου Κωνσταντίνου της Λάρισας [3].
Στις 16 Μαρτίου 1896 ο Βασίλειος Σηλυβρίδης, πρώτος δημαρχιακός πάρεδρος του Δήμου Λαρίσης και εκτελών προσωρινά χρέη δημάρχου (μετά από τον θάνατο του Αχιλλέα Λογιωτάτου στις 4 Φεβρουαρίου 1896) [4], με την ιδιότητα του προέδρου του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του ναού της Ζωοδόχου Πηγής υπέγραψε με τον Στέργιο Μπασδέκη το εργολαβικό συμβόλαιο [5]. Οι κυριότεροι όροι που συμφωνήθηκαν ήταν οι παρακάτω: 1) Τα έργα θα άρχιζαν εντός των προσεχών οκτώ ημερών. 2) «το πετροκονίαμα θα συνίσταται εκ σκύρων διαστάσεων 0,06 μ. μετ’ αμμοκονίας εξ ενός μέρους ασβέστου, εξ ενός μέρους άμμου και εξ ενός μέρους θηραϊκής γης καλώς κατηργασμένης». 3) «η λιθοδομή θα είναι εκ λίθων λατομείου Χασάμπαλης και μετ’ αμμοκονίας εξ ενός μέρους ασβέστου και δύο μερών άμμου». 4) «οι αμείβοντες [6] της στέγης θα είναι εκ ξυλείας λαρζίνης [7], διαστάσεων 0,20 και 0,12 μ. και άνωθεν αυτών καδρόνια διαστάσεων 0,08 και 0,08 μ. και επ’ αυτών σανίδαι εντόπιαι. Εις την τιμήν του προϋπολογισμού συμπεριλαμβάνονται και τα απαιτούμενα σιδηρικά προς στερέωσιν της στέγης». 5) Κατά τη διάρκεια της κατασκευής του έργου την επίβλεψη θα είχε ο μηχανικός του Δήμου. 6) Σε περίπτωση που ο Στέργιος Μπασδέκης θα απουσίαζε για κάποιο λόγο, το έργο θα συνεχιζόταν υπό τις οδηγίες του εργολάβου Γεωργίου Ναθαναήλ. 7) Η εξόφληση της δαπάνης του έργου θα πραγματοποιούνταν από το εκκλησιαστικό ταμείο της Παναγίας μετά από την παραλαβή του και την πιστοποίηση από τον αρμόδιο μηχανικό του Δήμου. 8) Ο Στέργιος Μπασδέκης «ουδεμίαν αξίωσιν δύναται να εγείρη κατά του Ναού, καθ’ ήν περίπτωσιν δι’ ελλείψεως χρημάτων, ή άλλης οιασδήποτε αιτίας ήθελε διακοπή προώρως η εργασία ή παύσει η εργασία». Ως εγγυητής του έργου υπέγραψε ο εργολάβος Κωνσταντίνος Δ. Τσίρος.
(συνεχίζεται)


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1]. Νικόλαος Παπαθεοδώρου, «Ο ναός της Παναγίας στα Ταμπάκικα. Ιστορική διαδρομή», Ελευθερία (Λάρισα), 24 Ιουνίου 2015 και «Ο παλιός ναός της Παναγίας στα Ταμπάκικα», Ελευθερία (Λάρισα), 15 Αυγούστου 2021.
[2]. Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αρχεία Νομού Λάρισας (ΓΑΚ/ΑΝΛ), Συμβολαιογραφικό Αρχείο Ανδρέα Ροδόπουλου, φκ. 028, αρ. 7719 (29 Ιουλίου 1888), φκ. 030, αρ. 8496 (8 Δεκεμβρίου 1888) και αρ. 8532 (15 Δεκεμβρίου 1888).
[3]. ΓΑΚ/ΑΝΛ, Πρακτικά Δημοτικού Συμβουλίου Λαρίσης, φκ. 007, 7 Σεπτεμβρίου 1905.
[4]. Αλέξανδρος Χ. Γρηγορίου, «Βασίλειος Κ. Σηλυβρίδης: Επιχειρηματίας, δήμαρχος και βουλευτής της Λάρισας», Ελευθερία (Λάρισα), 11 & 18 Νοεμβρίου 2018.
[5]. Αρχείο Ροδόπουλου, φκ. 055, αρ. 17091 (16 Μαρτίου 1896).
[6]. Αμείβοντες ή ψαλίδια. Είναι οι δύο ράβδοι που σχηματίζουν τις κλίσεις του ζευκτού.
[7]. Λάρτζινο = Μαλακή ξυλεία πρώτης ποιότητας και ρωσικής προέλευσης. Το χρώμα του είναι ξανθό, και έχει αντιολισθητικές ραβδώσεις και στις δύο του πλευρές. Ξύλο με μεγάλη αντοχή στις εξωτερικές συνθήκες (Πηγή: Όμιλος Interwood-Ξυλεμπορία).

 

ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

Η παλιά ταβέρνα


Η παλιά ταβέρνα

Είναι στιγμές που ο νους ακούραστος ταξιδευτής, γυρίζει στα παλιά και ψάχνοντας στα συρτάρια της ζωής, ανασκαλεύει πίκρες κι αντάμα γλυκές θύμησες και ζητάει να τις ξαναζωντανέψει. Κι ακούραστη η καρδιά τον συντροφεύει έτοιμη ν’ ανεβάσει πικρό το δάκρυ στα μάτια μας, θρηνώντας έτσι τον θάνατο της νιότης μας.

ποσταμένο τ’ όνειρο, ζητάει ξεκούραση σ ένα ποτήρι κοκκινέλι, μπρούσκο ή ξανθιά ρετσίνα, χρυσή κεχριμπαρένια, σέρνει τα βήματά του και χώνεται μεσ’ την «υπόγεια την ταβέρνα». Ταβέρνα που την καταβρόχθισε το τσιμέντο μιας πολυκατοικίας.
Μόνιμη παρέα της ταβέρνας, λίγοι ζεστοί και γνωστοί άνθρωποι με καρδιές ολάνθιστοι μπαξέδες. Άνθρωποι που στα χείλη τους άνθιζε το γέλιο, το κέφι ξεχνώντας την κούραση της ολοήμερης δουλειάς - σαν σουρούπωνε άραζαν στην «Ταβέρνα». Μιλάμε για την «ταβέρνα» εκείνη, που άνοιγες την εξώπορτα με δέος σαν να έμπαινες σε ξωκλήσι, προσκυνούσες τα «άγια των αγίων» εδεσμάτων, μεταλάμβανες ιερές γεύσεις, προσευχόσουν και παρακαλούσες από την ικανοποίηση, να επιστρέψεις. Μιλάμε για την «ταβέρνα» ιερό εκκλησίας, για την «ταβέρνα» κλινική, που ο Θεός την έφτιαξε για κάθε αρρώστια, για την «ταβέρνα», που μόνο εκείνοι που τη γνώρισαν και τη λάτρεψαν, καταλαβαίνουν. Μιλάμε για την «ταβέρνα» που απλά σήμαινε βαρέλια, κρασί, τσούγκρισμα, μυρωδιά ρετσινιού, μεράκι, συντροφικότητα, τραγούδι. Για την «ταβέρνα» που μαζί με το τραγούδι άκουγες και την ψυχή».
Μέσα τα … γνωστά: Τραπεζάκια στρωμένα με λουλουδάτα νάιλον τραπεζομάντιλα, ψάθινες καρέκλες, στο βάθος (στην πλάτη της ταβέρνας) τα ξύλινα ράφια για τα είδη της μπακαλικής, από κάτω από τα ράφια οι ξύλινες προθήκες για τα όσπρια, το ρύζι και τη ζάχαρη, μπροστά ο πάγκος μ’ ένα άδειο μπουκάλι ούζου (SANS RIVAL, παρακαλώ), ένα ραδιόφωνο του ‘50 Sada, με την παλιά ημιαυτόματη ζυγαριά και μια παλιά λάμπα πετρελαίου για το απρόσμενο να κοπεί το ρεύμα… Δίπλα τους μια ξύλινη ντουλάπα πιατοθήκη και ψωμιέρα…
Στον τοίχο ένα παλιό χρωματιστό κάδρο (ποταμάκι… νερό καθάριο… ποταμόπετρες λευκές… λεύκες στις όχθες… ένα σπιτάκι… βουνά χιονισμένα…), άλλο ένα χρωματιστό καδράκι από κείνα που πουλάγανε στις γειτονιές οι πλασιέδες του καιρού (χωριάτικα σπίτια μέσα στα δέντρα και τις πρασινάδες… ένα μονοπάτι χωμάτινο με μια θυγατέρα που γυρίζει απ’ τις δουλειές… ποταμάκι με ξύλινη γεφυρούλα και στο βάθος ψηλά χιονισμένα βουνά…), η παλαιά άδεια λειτουργίας του μαγαζιού και δίπλα μια παλιά «εβδομαδιαία» μαυρόασπρη φωτογραφία (φαγωμένη από τα ζωύφια που τρώνε το χαρτί, μαζί και τις μνήμες), με τους προγόνους του ιδιοκτήτη (τους γονείς του και τη γιαγιά του), εκεί ψηλά-ψηλά, για ν’ αγναντεύουν από πού ήρθαν, πού έζησαν και πού πηγαίνουν και πάνω στο ταβάνι, ψηλά, ο σκονισμένος γλόμπος που φώτιζε τις ολονυχτίες των κρασοπατέρων του καιρού, που βρίσκανε εκεί αποκούμπι, γλυκαίνοντας με το κρασί και την παρέα, τους καημούς και τις αγωνίες της χαμοζωής τους. Η κουζίνα είχε το «βασίλειό της» πίσω, για να ’τοιμάζει μπακαλιάρο να τσιτσιρίζει στο τηγάνι τηγανητό και σκορδαλιά, ντολμαδάκια με φύλλα τρυφερά «πνιγμένα» στο αυγολέμονο, τηγανητά κεφτεδάκια που σε λιγοθυμάγανε με τη μυρουδιά τους, όταν τσιτσιρίζανε στο τηγάνι, ψητό στο φούρνο με μπόλικη φρέσκια ρίγανη και πατατούλες, φασολάδα, ρέγγα, γαρδούμπες, σουτζουκάκια σμυρναίικα σπέσιαλ, σπλήνα γεμιστή, λαχανίδες βραστές, μαριδάκι, γόπες, καλαμάρι γεμιστό, τας κεμπάπ, γιουβέτσι στον φούρνο, πατάτες ριγανάτες, παϊδάκια και απλά μαγειρευτά φαγητά. Όλα αυτά έφταναν για να πεις έξω φτώχεια, έξω φροντίδα της καθημερινής ζωής, έξω πίκρα, αλλά κι ένα κατοστάρι - ζούσε τότε η οκά, δυο ελιές κι ένα σκόρδο, λίγο ταραμάς και απαλό ψωμί απ’ τον γείτονα φούρναρη. Με το νεροχύτη, το πετρογκάζ, με τα ράφια από πάνω για τα ποτήρια, τα μπακίρια όμορφα γυαλισμένα και τα κατρούτσα, για να μεταφέρουν το κρασί απ’ τα βαένια και να κερνούν τα γυαλένια ποτήρια στα τραπέζια.
Στο υπόγειο τρία βαρέλια «χιλιάρια», με μούστο και μια επιγραφή που έλεγε «Πιες το όλο». Το καλό και αγνό κρασί, τράβαγε τους πελάτες του καιρού πιο δυνατά κι απ’ τον νοστιμότερο μεζέ. Οι παραδοσιακοί πελάτες τότε, δεν πήγαιναν στην ταβέρνα για να φάνε πολύ, αλλά για να γλεντήσουν και για να πιούνε καλό κρασί («Να ’ταν η θάλασσα κρασί και τα βουνά και τα βουνά μεζέδες/κι οι βάρκες κρασοπότηρα να πίνουν οι γλεντζέδες»). Αυτό ήταν και το σήμα κατατεθέν τους.
Μια παρέα αγαπημένη, μονιασμένη, αδέρφια όλοι μας. Έφτυνε ο ένας κι έγλυφε ο άλλος, όπως λέμε. Και την είχαμε βαφτίσει μόνοι μας «Καλή Καρδιά», γιατί δεν γκρινιάζαμε ποτέ μας. Μια ζωή χαράς μέσα στην ταβέρνα σαν άρχιζαν τα τραγούδια μας. Φωνές λαγαρές, αυτοδίδακτοι μουσικοί οι περισσότεροι, συνθέταμε μια κομπανία απλήρωτη, για το σεβντά μας και για το μεράκι μας.
Τα καλαμπούρια μας, τα πειράγματά μας τα ανέκδοτά μας και οι φάρσες μας μαζί με τη γλεντζέδικη διάθεσή μας, είχαν φέρει τη φήμη της σε όλη την πόλη. Δίπλα μας ο πενηντάρης ιδιοκτήτης μερακλής και ανοιχτόκαρδος, με τα άσπρα μουστάκια του κιτρινισμένα από τον καπνό. Πάντα με το χαμόγελο, καλομίλητος, καταδεχτικός, απλός, φίλος με όλους, πρόθυμος να ακούσει στο ποτήρι που έπινε μαζί μας τις χαρές μας και τις στεναχώριες μας, να πει την καλή του την κουβέντα: «Εβίβα κι όξω απ’ άδικο», ευχόταν, να κεράσει, να τραγουδήσει μαζί μας, να πει τα καλαμπούρια του με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο, να μετράει τα χρόνια του στη δουλειά με τους λεκέδες στην ποδιά του, να γράφει και να σβήνει και τέλος να λέει την τελευταία «καληνύχτα» μέσα απ’ την καρδιά του.
Τα χρόνια -ποτάμι αγύριστο- πέρασαν. Και το όνειρο της κάθε βραδιάς που έπλαθε η «ταβέρνα» με τις εκδηλώσεις της, διαλύθηκε. Η παλιά ταβέρνα, που ήταν σχολείο και καταφύγιο, αλλά και αποθετήριο πόνου και χαράς, εδώ και χρόνια έχει εξαφανιστεί. Εξαφανίστηκε μαζί μ’ έναν ολόκληρο κόσμο που η καθημερινότητά του δεν είχε ευκολίες, αλλά ήρεμο ρυθμό.
Και τι να πούμε εμείς τώρα για μια ταβέρνα φορτωμένη με θρύλους και ιστορίες; Απλώς υποκλινόμαστε!

Από τον Γιάννη Γούδα

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2023

 

ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

ΤΖΙΑΦΑΛΙΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ - Β’ Ο αρχαιολόγος που αποκάλυψε τα Αρχαία Θέατρα της Λάρισας


Ο Αθανάσιος Τζιαφάλιας με την υπουργό Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη στον χώρο του ανασκαμμένου Αρχαίου Θεάτρου. 1993.Ο Αθανάσιος Τζιαφάλιας με την υπουργό Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη στον χώρο του ανασκαμμένου Αρχαίου Θεάτρου. 1993.

Συνεχίζουμε σήμερα την αναφορά μας στη ζωή και το έργο του επίτιμου Εφόρου Αρχαιοτήτων Αθανασίου Τζιαφάλια και στα όσα μας περιέγραψε σε συνάντησή μας πριν μερικούς μήνες:
«Το Θέατρο το λεγόμενο σήμερα Α’ επί της Βενιζέλου πρέπει να καταστράφηκε περί το 60 π.Χ. Ο Οκταβιανός και ο διάδοχός του Τιβέριος αποφάσισαν να επισκευάσουν το λαμπρό αρχαίο θέατρο των Λαρισαίων.

Όμως το μετέτρεψαν σε αρένα, ώστε να γίνονται μονομαχίες! Έχω εντοπίσει μέσα στο θέατρο επιγραφές για λαμπρούς μονομάχους. Αυτοί ήταν ανεξάρτητοι, δεν ήταν δούλοι, όπως οι άλλοι μονομάχοι της αρχαιότητας. Οι μονομάχοι υπάγονταν σε κάποιον ιδιοκτήτη, όπως σήμερα οι ποδοσφαιρικές ομάδες. Υπήρχαν όμως και οι επώνυμοι, οι διάσημοι θα λέγαμε σήμερα μονομάχοι, οι οποίοι αγωνίζονταν σε μεγάλες πόλεις της Μικράς Ασίας και της Ελλάδας. Έχω βρει π. χ. επιγραφή με κάποιον μονομάχο Φοίβο, ο οποίος σκότωσε τον αντίπαλό του και μετά σκοτώθηκε και αυτός μέσα στο αρχαίο θέατρο. Ο συγγραφέας Απολλύιος από την Κόρινθο έγραψε τον 2ο μ.Χ. αιώνα το μυθιστόρημα «Μεταμορφώσεις» ή «Χρυσός Γάιδαρος». Αυτός βάζει τον πρωταγωνιστή να λέει «θα πάω στη Λάρισα να αγοράσω μερικά δυνατά άλογα, αλλά θα επισκεφθώ και το θέατρο να δώ και κάποιες ωραίες μονομαχικές παραστάσεις». Γίνεται λοιπόν αντιληπτό ότι μέχρι τον 2ο μ.Χ. αιώνα γίνονταν στο θέατρο μονομαχίες. Όμως μετά το τέλος του 2ου προς τις αρχές του 3ου μ.Χ. αιώνα, οι Ρωμαίοι αποφάσισαν να επεκτείνουν τα αγωνίσματα. Από τα διάσπαρτα μάρμαρα του ερειπιώνα του αρχαίου θεάτρου, έκτισαν τις δύο παρόδους. Η προσπέλαση των θεατών γινόταν από τις κλίμακες των δύο παρόδων και το μετέτρεψαν σε χώρο θηριομαχιών! Ξήλωσαν τις τρεις κάτω σειρές των εδωλίων και τις έβαλαν όρθιες. Στην πάνω πρώτη σειρά έβαλαν τόρνους (τρύπες) και τοποθέτησαν δίχτυα, ώστε να προστατεύονται οι θεατές από τα θηρία.
Ειρήσθω εν παρόδω ότι όλη αυτήν την περίοδο που γίνονταν μονομαχίες στο θέατρο της Βενιζέλου, το κλασικό θέατρο της ταγμ. Βελισσαρίου είναι εκεί. Πριν τους Ρωμαίους σ’ αυτό γίνονταν επαναλήψεις κλασικών έργων. Όμως παίζονταν και τα πρωτότυπα έργα της λεγόμενης Νέας Κωμωδίας (Μένανδρος) του 3ου π.Χ. αιώνα. Μετά το 197 π.Χ. που ανασυγκροτήθηκε το Κοινόν των Θεσσαλών, άρχισαν να γίνονται τα «Ελευθέρια» προς τιμήν του Ελευθερίου Διός. Ήταν σαν τους Ολυμπιακούς Αγώνες, πανελλήνιοι και γίνονταν κάθε τέσσερα χρόνια. Επιπλέον κάθε χρόνο γίνονταν και ετήσιοι αγώνες. Σύμφωνα με τις περιγραφές οι δραματικοί αγώνες γίνονταν στο θέατρο. Όμως παράλληλα με τους ιπποδρομιακούς αγώνες στον ιππόδρομο, ο οποίος βρισκόταν στον χώρο όπου σήμερα βρίσκεται το στάδιο Αλκαζάρ, γίνονταν και γυμνικοί αγώνες. Οι τελευταίοι γίνονταν στις παλαίστρες του Γυμνασίου, το οποίο βρισκόταν περίπου στην περιοχή του ναού του Αγ. Χαραλάμπους, σύμφωνα πάντα με τις επιγραφές.
Το δεύτερο Γυμνάσιο, αυτό στο οποίο οι νέοι μάθαιναν γράμματα, ήταν εκεί που είναι σήμερα το κτίριο του Δημοτικού Ωδείου. Παράλληλα στα «Ελευθέρια» γίνονταν και αγώνες πνευματικοί (ποίησης, μουσικής, ρητορείας, και άλλων). Οι Ρωμαίοι αποφάσισαν να επενδύσουν στο λεγόμενο Β’ Αρχαίο Θέατρο της οδού Ταγμ. Βελισσαρίου. Κατέβασαν από την κορυφή του υψώματος μάρμαρα ημικυκλικά από το άβατο της Δήμητρας-Περσεφόνης, τα λάξευσαν περισσότερο και τα τοποθέτησαν σε δύο σειρές στο κάτω μέρος του θεάτρου. Είναι αυτά που υπάρχουν και σήμερα. Σε ορισμένες περιπτώσεις είχαν κόψει και επιγραφές που ήταν πάνω σ’ αυτά, προκειμένου να πετύχουν καλύτερη λάξευση. Όμως σταμάτησαν εκεί. Όπως το βλέπουμε σήμερα αυτό το θέατρο, η δεξιά πάροδος ακουμπά στη λίθινη θεμελίωση των πλίνθινων τειχών της αρχαίας Λάρισας. Η αρχαία Λάρισα είχε λίθινη θεμελίωση, αλλά η ανωδομή των τειχών ήταν πλίνθινη.
Η λίθινη θεμελίωση του θεάτρου αυτού δεν τελείωσε ποτέ. Έμεινε ημιτελής. Γιατί; Επειδή την ίδια εποχή συμπληρώθηκε ταυτόχρονα και το Ωδείο της αρχαίας Λάρισας. Αυτό βρισκόταν στον χώρο όπου σήμερα στεγάζεται το Στρατιωτικό Πρατήριο, στη γωνία των οδών Παπακυριαζή και 28ης Οκτωβρίου. Βέβαια τότε καταλάμβανε όλο το τετράγωνο μέχρι την οδό Κούμα. Υπάρχουν πληροφορίες του αρχαιολόγου Αρβανιτόπουλου, οι οποίες αναφέρουν πως όταν γίνονταν τα έργα για τις ανάγκες του στρατού, από κάτω είχε εντοπίσει το αρχαίο Ωδείο. Το Β’ Αρχαίο Θέατρο ή το «Μικρό», όπως το ονομάζουν για αντιδιαστολή οι σημερινοί Λαρισαίοι, ήταν μεγαλύτερο από το Α’ Αρχαίο Θέατρο της οδού Βενιζέλου και αποδεικνύεται από το εξής:
Το Α’ έχει ορχήστρα διαμέτρου 25,5 μέτρων, ενώ το Β’ έχει 29,70 μέτρα. Το Α’ έχει 10 κλίμακες και 11 κερκίδες, ενώ το Β’ έχει 14 κλίμακες και 13 κερκίδες. Δηλαδή το θεωρούμενο «μικρό» ήταν μεγαλύτερο του Α’ Θεάτρου.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να διευκρινισθεί και το εξής. Το Β’ Θέατρο ανήκε στο ιερό, όπως και το θέατρο της Επιδαύρου. Δηλαδή πριν την επέμβαση των Ρωμαίων, ανήκε στο ιερό Δήμητρας-Περσεφόνης, που βρισκόταν στην κορυφή του υψώματος. Εκείνο της Επιδαύρου, ως γνωστόν, ανήκε στο ιερό του Ασκληπιού. Αυτό το ύψωμα βρισκόταν στην κορυφή των σημερινών πολυκατοικιών. Αργότερα στο ύψος του θεάτρου αυτού κτίσθηκε ο ναός της Αγίας Σοφίας και στη συνέχεια το τζαμί του Χασάν μπέη. Ταλαιπωρήθηκε πολύ και αυτό το θέατρο. Όταν κατεδαφίσθηκε το τζαμί του Χασάν μπέη, οι στρατιωτικοί το μεταμόρφωσαν σε αποθήκη υγειονομικού υλικού. Όταν καθαρίσθηκε ο χώρος βρέθηκαν απελευθερωτικές επιγραφές, οι οποίες θεωρούνται ως οι παλαιότερες της Θεσσαλίας γενικότερα. Είναι του 3ου π.Χ. αιώνα. Έχουμε απελευθερωτικές επιγραφές (εμείς τις λέμε καταλόγους) και μετά τα μέσα του 2ου π.Χ, αιώνα. Οι δούλοι πλήρωναν 15 στατήρες για να γίνουν ελεύθεροι πολίτες. Ήταν αρκετά χρήματα. Στη Ρωμαϊκή εποχή ήταν 22,5 δηνάρια.
Το Α’ Αρχαίο Θέατρο σταμάτησε να λειτουργεί και ως αρένα στο τέλος του 3ου με αρχές 4ου αι. μ.Χ., ενώ το Β’ στην Ταγμ. Βελισσαρίου δεν συνέχισε να λειτουργεί επειδή έγινε το Ωδείο, όπου ελάμβαναν χώρα οι πνευματικοί αγώνες. Γι’ αυτό και δεν ολοκληρώθηκε η μαρμάρινη επένδυσή του από τους Ρωμαίους. Επί Ρωμαιοκρατίας δεν γίνονταν παραστάσεις έργων, παρά μόνον μονομαχίες.
Το οριστικό μπάζωμα του Α’ Αρχαίου Θεάτρου και η ανέγερση κατοικιών άρχισε μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας το 1881. Πιο πριν είχε μπαζωθεί από τους Οθωμανούς, όταν κατασκεύαζαν το Μπεζεστένι τον 16ο αιώνα. Τα χώματα από την ισοπέδωση της κλειστής τουρκικής αγοράς, καθώς και τα κρημνίσματα της παλαιοχριστιανικής Βασιλικής, τα έριξαν στο βάθος του Θεάτρου. Ο Λάζαρος Δεριζιώτης που είχε ανασκάψει τη βασιλική, αναφέρει ότι παραδόξως δεν είχε βρει κρημνίσματά της. Όταν καθάρισα το θέατρο, για να φθάσω κάτω στην ορχήστρα, βρήκα πάρα πολλά βυζαντινά αρχιτεκτονικά μέλη (θωράκια, φουρούσια και άλλα). Μάλιστα σ’ αυτήν τη βασιλική πρέπει να είχαν χρησιμοποιηθεί και κιονίσκοι από τον πράσινο θεσσαλικό λίθο της Χασάμπαλης. Πιθανώς προέρχονταν από το τέμπλο του ναού. Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας έδωσαν οικόπεδα σε πρόσφυγες στην περιοχή αυτή και έκτισαν σπίτια και καταστήματα. Μετά το 1881 έγινε και ο ανηφορικός δρόμος, η οδός Ακροπόλεως.
Έχω ακόμα να σημειώσω και το εξής: Τον 3ο και τον 2ο π.Χ. αιώνα, κατά την παντοκρατορία του Κοινού των Θεσσαλών, οι Λαρισαίοι έφτιαξαν ένα δρόμο ο οποίος ξεκινούσε από τη δυτική πάροδο του θεάτρου, περνούσε από την οδό Βενιζέλου και κατευθυνόταν προς το Β’ Αρχαίο Θέατρο και απ’ εκεί προς το σημείο όπου σήμερα βρίσκεται το κτίριο του ΤΕΕ. Στην κοίτη του Πηνειού κάτω από το ΤΕΕ υπάρχει βραχώδης υποδομή με τρύπες. Είχα κατέβει και την είδα. Στις τρύπες αυτές στηρίζονταν οι στύλοι της ξύλινης γέφυρας του Πηνειού και από το σημείο αυτό ήταν το πέρασμα στην απέναντι όχθη. Στην περιοχή της σημερινής μεγάλης γέφυρας του Αλκαζάρ υπήρχε ένα βύθισμα του λόφου, το οποίο είχε γίνει από τους Οθωμανούς.
Οι τελευταίοι επεξέτειναν τη σημερινή οδό Βενιζέλου μέχρι το ποτάμι και κατασκεύασαν τη γέφυρα προς την απέναντι πλευρά. Κατά την κλασική αρχαιότητα λοιπόν, η έξοδος των Λαρισαίων γινόταν από το σημείο μπροστά στο ΤΕΕ, ενώ στο σημείο της σημερινής γέφυρας του Αλκαζάρ δεν υπήρχε τίποτε μέχρι την κατασκευή της πέτρινης γέφυρας από τους Οθωμανούς. Βέβαια ο δρόμος που αναφέρθηκε πιο πάνω είχε και τις διακλαδώσεις του. Έχουμε βρει σε διάφορα σημεία τμήματα δρόμων χαλικόστρωτων. Το αρχαίο πολεοδομικό σχέδιο της Λάρισας το έχω δημοσιεύσει. Ήταν εσωτερικό και εξωτερικό. Λ.χ. κατά μήκος της οδού Ρούσβελτ υπήρχε αρχαίος δρόμος. Ξεκινούσε από την πλατεία Ταχυδρομείου, η οποία ήταν ιερή περιοχή της αρχαίας Λάρισας, με τον περίφημο ναό του Κερδώου Απόλλωνος.
Ο ναός βρισκόταν κάτω από την πρώην κλινική Κατσίγρα και τις διπλανές οικοδομές και είχε καταστραφεί. Ήταν η κύρια λατρευόμενη θεότητα στη Λάρισα και γύρω από τον ναό του υπήρχε τέμενος. Στη γωνία των οδών Κύπρου και Ρούσβελτ βρέθηκε τμήμα της κύριας επίσημης οδού που ξεκινούσε από την πλατεία Ταχυδρομείου, ερχόταν προς την οδό Λαπήθων, διασταυρωνόταν με άλλη οδό που ερχόταν από την οδό Νίκης και κατευθυνόταν προς το Α’ Αρχαίο Θέατρο. Εδώ γινόταν η επίσημη υποδοχή των υψηλών προσώπων των Ρωμαίων που έρχονταν στη Λάρισα. Ατυχώς όλα αυτά έχουν χαθεί».
Πόσα πράγματα από την πολύχρονη ιστορία της πόλης που κατοικούμε δεν γνωρίζουμε!

Aπό τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου

(nikapap@hotmail.com)

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2023

 Ο μύθος της Αλκυόνης και οι Αλκυονίδες ημέρες


Στον πίνακα: Η Αλκυόνη θρηνεί.Στον πίνακα: Η Αλκυόνη θρηνεί.

Από τον Ευάγγελο Μπαλντούνη, φιλόλογο.


* ΕΡΩΤΑΣ και «ΥΒΡΙΣ»: Η Αλκυόνη ήταν μια όμορφη κοπέλα και κόρη του θεού των ανέμων Αιόλου. Παντρεύτηκε τον Κήυκα, τον βασιλιά της Τραχίδας, μιας Θεσσαλικής τότε πόλης στους πρόποδες της Οίτης. Ζούσαν ευτυχισμένα και τόση ήταν η αγάπη τους, που σιγά - σιγά άρχισαν να νιώθουν σαν θεοί. Ο Κήυκας ένιωθε σαν τον βασιλιά των θεών Δία και η Αλκυόνη σαν τη θεά Ήρα. Δεν άργησαν να αποκαλούνται χαϊδευτικά με αυτά ακριβώς τα ονόματα: Δίας ο Κήυκας, Ήρα η Αλκυόνη. Ζητούσαν και από τους υπηκόους τους να τους αποκαλούν έτσι. Όταν το έμαθε ο Δίας, εξαγριώθηκε και αποφάσισε να τους εκδικηθεί για την ασέβεια και την αλαζονεία τους. Περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να τιμωρήσει αυτούς που τόλμησαν να συγκριθούν με τους θεούς.
* ΤΟ ΜΟΙΡΑΙΟ ΤΑΞΙΔΙ: Διάφορα θλιβερά γεγονότα συνέβησαν τότε. Πρώτα αυτοκτόνησε ο αδελφός του Κήυκα, ο Δαιδαλίων. Μετά ένας τεράστιος λύκος έκανε σφοδρές επιθέσεις στα κοπάδια και τα κατασπάρασσε. Αφού τον εξουδετέρωσαν, ακολούθησε και επόμενη συμφορά. Εμφανίστηκαν ακρίδες που κατέστρεφαν τα χωράφια, με επακόλουθα τον υποσιτισμό και την ανέχεια. Απελπισμένος ο Κήυκας αποφάσισε να πάει στο Μαντείο των Δελφών για να ρωτήσει τι έπρεπε να κάνει για να σωθεί η χώρα του. Προτίμησε να πάει από τη θάλασσα, γιατί ο δρόμος από την ξηρά ήταν γεμάτος από ληστές. Καθώς έπλεε προς τους Δελφούς, ξέσπασε φοβερή τρικυμία, το πλοίο καταποντίστηκε και ο ίδιος πνίγηκε. Το νεκρό σώμα τού βασιλιά ξεβράστηκε στις ακτές της Τραχίδας. Όταν το είδε η Αλκυόνη από τη θλίψη της και χωρίς να μπορεί να αντέξει την απώλεια, πήδηξε από έναν βράχο και σκοτώθηκε.
* ΤΟ ΟΛΕΘΡΙΟ ΨΑΡΕΜΑ: Σε άλλη εκδοχή της ιστορίας, ο Κήυκας ξανοίχτηκε με τη βάρκα του για να ψαρέψει. Εκδηλώθηκε τότε καταιγίδα απότομα και με βιαιότητα. Ο Δίας την προκάλεσε ρίχνοντας και κεραυνό. Η βάρκα διαλύθηκε κι αυτός πνίγηκε. Μόλις η Αλκυόνη έμαθε τον χαμό του, έσκισε τα μάγουλα και τα ρούχα της, ξερίζωσε τα μαλλιά της και έτρεξε στην ακρογιαλιά. Τρελαμένη κινούνταν γρήγορα από δω και από κει, για να τον εντοπίσει. Κάποια στιγμή είδε στη θάλασσα σπασμένα σανίδια, κουρέλια και το άψυχο σώμα του αγαπημένου της. Χωρίς δισταγμό έδωσε κι αυτή τέλος στη ζωή της. Οι θεοί εντυπωσιασμένοι από την αληθινή και αγνή αγάπη της, μεταμόρφωσαν και τους δύο σε πουλιά.
* ΟΙ ΣΥΝΤΟΜΕΣ ΗΛΙΟΛΟΥΣΤΕΣ ΜΕΡΕΣ: Η Αλκυόνη γεννούσε και κλωσούσε από τότε τα αυγά της στον αιγιαλό, στις σχισμές των βράχων, εκεί που είδε το νεκρό σώμα τού συντρόφου της μια άγρια ημέρα του χειμώνα. Τα δυνατά κύματα, όμως, παρέσερναν τους νεοσσούς μακριά και πνίγονταν, κάνοντάς την να κλαίει σπαραχτικά. Ο ίδιος ο Δίας τη λυπήθηκε ξανά και την εποχή που εκείνη έφερνε τα μικρά της στον κόσμο, έστελνε μία σύντομη περίοδο ηλιοφάνειας και καλοκαιρίας, για να μπορέσει να γεννήσει και να προστατέψει τα μικρά της. Οι ευήλιες αυτές ημέρες τού χειμώνα ονομάστηκαν «Αλκυονίδες Ημέρες»... Πολλά έχουν γραφτεί και για τη συζυγική αφοσίωση των Αλκυόνων. Όταν το αρσενικό γεράσει και δεν μπορεί να πετάξει πια, τότε η θηλυκιά το παίρνει στους ώμους της και το μεταφέρει πάντοτε μαζί της, το ταΐζει και το περιποιείται ως τον θάνατο....
* ΠΩΣ ΕΞΗΓΟΥΝΤΑΙ ΟΙ «ΑΛΚΥΟΝΙΔΕΣ ΜΕΡΕΣ»: Ο μύθος προσπαθεί να ερμηνεύσει ένα γνωστό μετεωρολογικό φαινόμενο. Η επιστημονική του εξήγηση είναι πως παρατηρείται η ίδια βαρομετρική πίεση (εξισορρόπηση πιέσεων) μεταξύ της Β. Ευρώπης και της ΝΑ Ευρώπης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα μία κατάσταση με άπνοια, καλοκαιρία και ηλιοφάνεια. Παγιδεύονται θερμές μάζες της ατμόσφαιρας στο ίδιο σημείο για πολλές ημέρες, δεν προκύπτουν άνεμοι και ο καιρός είναι καλός, λόγω του αντικυκλώνα που δημιουργείται.
* Η ΑΛΛΗΓΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΦΗΓΗΣΗΣ: Ο μύθος της Αλκυόνης είναι από τις πιο θαυμαστές ιστορίες. Είναι γνωστό ότι οι αρχαίοι Έλληνες έπλαθαν υπέροχους, ευφάνταστους μύθους, προσπαθώντας να ερμηνεύσουν τα φυσικά και όχι μόνο φαινόμενα. Μια τέτοια περίπτωση συνιστά αυτή η ιστορία. Οι «Αλκυονίδες Μέρες», αν τις δούμε συμβολικά, μεταφέρουν ένα πολύ αισιόδοξο μήνυμα: Όσο δύσκολα κι αν είναι τα πράγματα, όση «βαρυχειμωνιά» κι αν υφίσταται, θα υπάρχουν συνθήκες που θα μας δίνουν δύναμη και θάρρος. Η φύση μάς δείχνει πως όλα είναι μία εναλλαγή καταστάσεων καλών και κακών: Από την κακοκαιρία περνάμε σε καλοκαιρία, από τον χειμώνα στο θέρος, από τη βροχή στον ήλιο.
* Το ίδιο συμβαίνει και στην πραγματική ζωή: Από την αποτυχία διαβαίνουμε στην επιτυχία, από τη λύπη στη χαρά. Ξεπερνάμε τις δύσκολες στιγμές και πάντα περιμένουμε με αισιοδοξία το καλύτερο. «Και στης ζωής τους πιο βαρείς χειμώνες, Αλκυονίδες μέρες καρτερούν» (Γ. Δροσίνης).

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2023

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Τα Ανάκτορα της Λάρισας και ο Διάδοχος Κωνσταντίνος


Ο διάδοχος Κωνσταντίνος έφιππος έξω από τα βασιλικά ανάκτορα της Λάρισας. 1897. Από το φωτογραφικό αρχείο του Λαογραφικού Ιστορικού Μουσείου Λάρισας. Ο διάδοχος Κωνσταντίνος έφιππος έξω από τα βασιλικά ανάκτορα της Λάρισας. 1897. Από το φωτογραφικό αρχείο του Λαογραφικού Ιστορικού Μουσείου Λάρισας.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Η εικόνα που συνοδεύει το σημερινό κείμενο είναι ιστορική. Παρουσιάζει τον διάδοχο του θρόνου πρίγκιπα Κωνσταντίνο έφιππο έξω από τα βασιλικά ανάκτορα της Λάρισας. Αριστερά μόλις διακρίνεται ο φρουρός να παρουσιάζει όπλα έξω από την κεντρική πύλη των ανακτόρων, ενώ δεξιά ο υπασπιστής του τον παρακολουθεί πεζός. Τα βασιλικά ανάκτορα της Λάρισας [1] βρίσκονταν στην πλατεία του Αγίου Βησσαρίωνος, ακριβώς στο σημείο όπου σήμερα υψώνεται το συγκρότημα του Δημοτικού Ωδείου. Ήταν οι ημέρες πριν από την έναρξη του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 και οι πρώτες αψιμαχίες ήδη είχαν αρχίσει να εκδηλώνονται στα σύνορα. Ο Κωνσταντίνος είχε ορισθεί αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων και με το επιτελείο του είχε ορίσει ως έδρα των στρατηγικών του συσκέψεων τα ανάκτορα. Εν τω μεταξύ ο αναμενόμενος πόλεμος είχε προσελκύσει παγκόσμιο ενδιαφέρον και στη Λάρισα είχαν συγκεντρωθεί εκατοντάδες δημοσιογράφοι, απεσταλμένοι των μεγαλυτέρων μέσων ενημέρωσης της εποχής απ’ όλο τον κόσμο [2], με σκοπό να καλύψουν τις πολεμικές επιχειρήσεις.


Ο διάδοχος Κωνσταντίνος έφθασε στη Λάρισα στις 17 Μαρτίου (με το παλαιό ημερολόγιο) 1897, συνοδευόμενος από τον αδελφό του πρίγκιπα Νικόλαο, για να αναλάβει την αρχηγία του στρατού στη διαγραφόμενη ελληνοτουρκική σύρραξη. Λίγες ημέρες μετά, στις 25 Μαρτίου 1897, γιορτάστηκε η εθνική επέτειος, την οποία η Αμαλία Παπασταύρου περιγράφει στο βιβλίο της ως εξής: «Η ημέρα αυτή επανηγυρίσθη ως συνήθως, και μάλιστα επιδεικτικώτερον, χάρις εις την παρουσίαν των βασιλικών Πριγγίπων. Δεν έλειψαν ούτε κανονιοβολισμοί, ούτε η πρωϊνή μουσική ανά τας οδούς της πόλεως ανακρούουσα το εωθινόν, ούτε αι παρατάξεις και δοξολογίαι και επί πλέον επίσημον εν τοις ανακτόροις γεύμα, εις ό παρεκάθησαν και Οθωμανοί! Και η πλατεία των Δικαστηρίων εφωταγωγήθη και πυροτεχνήματα εκάησαν και μουσική επαιάνισε μέχρι βαθείας νυκτός…». Και πιο κάτω κατακεραυνώνει τους πρίγκιπες και τους επιτελείς τους: «Πολλήν θυμηδίαν επροξένησεν εις τους εκπλήκτους Λαρισαίους η είδησις εξ Αθηνών ότι ο διάδοχος επί κεφαλής του στρατού ανήλθε και κατέλαβε την Μελούνα, ενώ κάλλιστα εγνώριζον ενταύθα όλοι ότι ο Κωνσταντίνος έμενεν εις τα ανάκτορα και όταν δεν έπαιζε με τας Αγγλίδας νοσοκόμους, ανεγίνωσκε τα νεώτερα μυθιστορήματα, τα οποία απεστέλλοντο εξ Αθηνών [3].
Για το κτίριο των ανακτόρων έχουμε μια ωραία περιγραφή του παλαιού δημάρχου Μιχαήλ Σάπκα, ο οποίος πρόλαβε και το επισκέφθηκε. Γράφει στις χειρόγραφες ανέκδοτες «Αναμνήσεις» του. «Ο διάδοχος μετά της ακολουθίας του εγκατεστάθη εις το μέγαρον του Χαϊρή βέη [4], το κεντρικώτερον και μεγαλοπρεπέστερον κονάκι της Λαρίσης, όπερ έκτοτε εχαρακτηρίσθη ως Ανάκτορον του ελευθερωτού Βασιλέως Γεωργίου του Α’. Ευρίσκετο τούτο εις κεντρικωτάτην θέσιν της πόλεως, ευρυχωρότατον, με δύο ορόφους, με αιθούσας ευρυτάτας, δωμάτια, θαλάμους και προθαλάμους πολλούς. Επιπλωμένον, με πλουσιωτάτους περσικούς τάπητας, μεταξωτά παραπετάσματα και επιτραπέζια σκεύη αργυρά και επίχρυσα. Το πράγματι Βασιλικόν τούτο Μέγαρον ηγείρετο εν μέσω κήπου ωραιοτάτου με άπειρον πρασινάδα, με συστάδας αειθαλών δένδρων και ανθώνας με όλως εξαιρετικά άνθη και με άφθονα ρέοντα ύδατα άτινα προωθούντο εκ του Πηνειού ποταμού δι’ ανυψωτικής αντλίας, τοποθετημένης εις τον παρά τον Πηνειόν ποταμόν ατμόμυλον των Χρ. Γεωργιάδου [5] και Ιωάννου. Δια την συντήρησιν του θαυμαστού αυτού κήπου ήσαν εις την υπηρεσίαν του Μεγάρου κηπουροί και ειδικοί ανθοκόμοι. Δια την άρδευσιν και το πότισμα υπήρχε ειδική δεξαμενή εις τον κήπον».
Η τύχη του ανακτόρου αυτού είναι γνωστή. Μετά τη δολοφονία του βασιλιά Γεωργίου Α΄ στη Θεσσαλονίκη το 1913, περιήλθε κληρονομικά στην ιδιοκτησία του πρίγκιπα Νικολάου. Το 1915 οι υπασπιστές του ήλθαν σε επαφή με τον δήμαρχο Λαρίσης, που τότε ήταν ο Μιχαήλ Σάπκας και τελικά διευθετήθηκε η πώληση όχι μόνον του κτιρίου, αλλά και του περιβάλλοντος χώρου, ο οποίος περιλάμβανε και τη σημερινή πλατεία Λαού (δημάρχου Αγαμ. Μπλάνα). Στην έκθεση “Larissa mea dulcissima” [Γλυκυτάτη μου Λάρισα] της Δημοτικής Πινακοθήκης εκτίθεται το αυθεντικό συμβόλαιο της αγοράς των ανακτόρων και ολόκληρη η αλληλογραφία της πώλησης των ανακτόρων μετά του περιβάλλοντος χώρου στον Δήμο Λαρίσης.————————————————
[1]. Είναι γνωστό και από άλλα δημοσιεύματα ότι ο βασιλιάς Γεώργιος Α’ έναν μήνα μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο Ελληνικό Βασίλειο (αρχές Οκτωβρίου 1881) επισκέφθηκε τη Λάρισα. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην πόλη μας αγόρασε το κονάκι όπου φιλοξενήθηκε και το οποίο ανήκε σε δύο Οθωμανούς μπέηδες, τον Χουσνή μπέη και τον αδελφό του Χαϊρή μπέη. Κάθε φθινόπωρο, όταν γινόταν τα μεγάλα γυμνάσια του Ελληνικού Στρατού ερχόταν πότε ο ίδιος και πότε ο διάδοχος Κωνσταντίνος για 1-2 μήνες με σκοπό να τα παρακολουθούν. Η Λάρισα την περίοδο εκείνη ήταν ακριτική περιοχή και διέθετε στρατώνες μεγάλης χωρητικότητας (περίπου 10.000 ατόμων).
[2]. Βόγιας Χαράλαμπος, «Ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897. Κινηματογραφικές, Υγειονομικές και άλλες πρωτοτυπίες. Ευρεία Γενική Βιβλιογραφία», Λάρισα, 2017, όπου υπάρχει εκτεταμένη βιβλιογραφία του πολέμου.
[3]. Αμαλία Κ. Παπασταύρου, Ημερολόγιον του πολέμου, ανευρεθέν εν Λαρίσση από 1-14 Απριλίου 1897, Αλεξάνδρεια, 1897.
[4]. Ο Χαϊρή μπέης ήταν συνιδιοκτήτης του αρχοντικού αυτού με τον αδελφό του Χουσνή μπέη, ο οποίος όμως είχε φροντίσει να μετακομίσει στην Κωνσταντινούπολη πριν γίνει η ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα.
[5]. Ο Χρήστος Γεωργιάδης ήταν επιτυχημένος επιχειρηματίας και εν συνεχεία υπήρξε ο πρώτος εκλεγμένος δήμαρχος της Λάρισας για το χρονικό διάστημα (1883-1887). Από τον Σάπκα γίνεται εδώ για πρώτη φορά μνεία της τροφοδοσίας του κτιρίου των ανακτόρων με νερό του Πηνειού, μέσω ειδικής αντλίας.