Τετάρτη 27 Ιουνίου 2018














Επειδή όλο και περισσότεροι άνθρωποι στιγματίζουν δέρματα με χρωστικές
 ουσίες, με διατρήσεις στα πρόσωπά των, και μυοπλάθουν δυσανάλογους
 μύες σε γυμναστήρια θέλοντας να μοιάσουν με αμφίβολα τηλεοπτικά 
πρότυπα τερατισμού, θα ήθελα να σας αποκαλύψω το μυστικό της ομορφιάς
 που η τερατολάγνα μας εποχή έχει κλειδώσει στα μουσεία. Το ελληνικό άγαλμα.
To 2014, to Βρετανικό Μουσείο διοργάνωσε μία έκθεση γύρω από τα 
Ελληνικά αγάλματα με τίτλο, «The Body Beautiful» 
(«Οι εν Σώματι Ωραίοι», δηλαδή). Τέτοιο ενδιαφέρον προκάλεσε το γεγονός, 
ώστε το BBC προώθησε το συμβάν και τηλεοπτικώς με την παρουσιάστρια 
να εγκωμιάζει την επίδραση των Ελλήνων στον τρόπο που όλος ο κόσμος 
ακόμη και σήμερον αξιολογεί το καλλίγραμμο κορμί.Κατά την 
μαγνητοσκόπηση, η παρουσιάστρια περιφέρεται γύρω από τα αγάλματα 
του Δισκοβόλου του Μύρωνος, του Ηρακλέους, της Αφροδίτης και πλείστων
 άλλων, εκθειάζοντας το σφρίγος και το κάλλος που εμπνέουν οι μορφές
 αυτών. Αλλά κάτι λείπει: Εστιασμένη στο σώμα, ουδόλως αναφέρεται 
στα πρόσωπα. Και το τραγικότερο; Δεν μπορεί να πει την λέξη «Άγαλμα».
Η ιστορικός τέχνης, παρουσιάστρια καταφεύγει στο απλοϊκό Statue, από το 
Λατινικό Statua, που σημαίνει «Στατικό/ακίνητο», προφανώς και αυτό λήμμα
 Ελληνικής προελεύσεως. Ούτε διαθέτει το λεξιλόγιο ώστε να μπορεί να κάνει
 λεκτική διάκριση μεταξύ ενός μαρμάρινου ομοιώματος ενός φιλοσόφου ή ενός
 ιστορικού προσώπου, φερ' ειπείν, και μίας εξιδανικευμένης μορφής ενός 
αθλητού, ή θεού. Δηλαδή την διάκριση μεταξύ ενός «ανδριάντα» και 
ενός «αγάλματος». Και πως, εξ άλλου, εφόσον η αγγλική, όπως και κάθε άλλη
 γλώσσα, ουδέποτε βίωσε τον πολιτισμό που ανέδειξε το απαράμιλλο κάλλος της ανθρωπίνης μορφής;
Ωστόσο, για την Ελληνική αντίληψη των πραγμάτων Statua (ακινησία) 
δεν υπάρχει στο «άγαλμα». Όπως το σωστό μουσικό άκουσμα κινεί την 
ευγένεια της ψυχής, έτσι και η οπτική τέχνη της Ελληνικής γλυπτικής οδηγεί 
τον άνθρωπο είτε προς τα πάνω, είτε προς τα κάτω. Και εάν η Ελληνική γλώσσα
 εξευγένισε και εκπολίτισε όλες τη βάρβαρες λαλιές με Ελληνικά λήμματα, όπως
 αυτό της «μουσικής,» ουδέποτε κατάφερε να τις εξελληνίσει σε σημείο που θα 
υιοθετούσαν και την έννοια του «αγάλματος». Κάτι τέτοιο προϋποθέτει την
 αυτούσια ανάπτυξη ενός υψηλού, φιλοσοφοκεντρικού πολιτισμού που αγάπησε
 τον άνθρωπο και την φύση μακρυά από δογματικές αντιλήψεις εμποτισμένες
 με την αν-εικονικότητα νομαδικών λαών της «ερήμου», και των ιδεολογιών 
που εξισώνουν την ασχήμια με την ομορφιά....
Επειδή, λοιπόν, μόνο η ελληνική γλώσσα και κοσμοθεώρηση μπορεί να 
ανυψώσει τον άνθρωπο στο μέτρον του αρίστου, ας εστιάσουμε στην διδαχή
 και ψυχαγωγία του μοναδικού ανά την υφήλιο θεσμού που απαντάται στο 
Ελληνικόν άγαλμα.Εξ άλλου, επισκεπτόμενοι το έτυμον (αλήθεια) της λέξεως,
 καταλαβαίνουμε ότι σκοπός του αγάλματος είναι να προκαλέσει «αγαλλίαση» 
(υπερβολική χαρά) στον θεατή οδηγώντας την ψυχή στον ιδεατό κόσμο του
 ωραίου και του αληθινού, εκεί που δεν υπάρχει ατέλεια. Δια της αφαιρέσεως 
κάθε ατέλειας, σε αντίθεση με τους ανδριάντες ιστορικών ανδρών, το άγαλμα 
υπερβαίνει την πραγματικότητα του φυσικού κόσμου και καθοδηγεί. 
Η ρίζα των λέξεων «άγαλμα» και «αγαλλίασις» είναι το ρήμα «άγω», που 
σημαίνει «οδηγώ», «καθοδηγώ», και, ως εκ τούτου, στοχεύει στην «αγωγή» 
και «διαγωγή» του ανθρώπου και την θέση του στον φυσικό κόσμο.Η ατάραχη 
όψη στα τέλεια πρόσωπα των Ελληνικών αγαλμάτων σε συνδυασμό με το 
καλλίγραμμο σφρίγος του κορμιού δηλώνει την πνευματική νηφαλιότητα σε 
συνάρτηση με την άσκηση και εγκράτεια που θα πρέπει να ασκεί ο άνθρωπος 
με στόχο την δική του «αγαλματοποίηση». 
Η πνευματική νηφαλιότητα επιβάλλεται στον φυσικό κόσμο, εφόσον το
 πρόσωπο αψηφά την κόπωση της όποιας δυναμικής και μαχητικής στάσης του 
σώματος, όπως είναι έκδηλο στον Δισκοβόλο του Μύρωνος, ενώ ακόμη και το 
ανδρικό μόριον παρουσιάζεται δυσαναλόγως μικρό, ον δηλοί ό,τι τα κατώτερα 
πάθη πρέπει να ελέγχονται ώστε να μην αποβούν εις βάρος της πνευματικότητος
 επί τω του βίου έργω.
Ουσιαστικώς δηλώνει αυτό που πρέπει να είναι ο άνθρωπος, ένας αρμός μεταξύ
 του υλικού κόσμου και του πνευματικού κόσμου. Το σώμα είναι ο αισθητήρας 
του πρώτου ενώ το πνεύμα του δεύτερου. Ο εγκέφαλος λειτουργεί ως αγωγός 
πληροφοριών μεταξύ των δύο και συνεπώς είναι ο αρμός που ενώνει ύλη και 
πνεύμα. Η διανοητική διαύγεια τινός εξαρτάται από αυτήν την ισορροπία.
 Και ο ισορροπημένος ανήρ είναι ο πραγματικός «ταλαντούχος», εφόσον η λέξις
 «ταλέντο» δεν αναφέρεται σε κάποιον που έχει ένα συγκεκριμένο χάρισμα 
εν απουσία πολλών άλλων ιδιοτήτων, αλλά αυτός που στην ταλάντωση 
«ισορροπεί» μεταξύ αντιθέσεων.Αυτή η ισορροπία μεταξύ αντίθετων δυνάμεων 
έλξης και ώθησης προσδίδει και την απόλυτη αρμονία και χάρη στα Ελληνικά 
αγάλματα. 
Γλύπτες, όπως ο Πολύκλειτος και ο Μύρων, εφήρμοσαν την επιστήμη 
των μαθηματικών και της γεωμετρίας στον Δορυφόρο αθλητή του πρώτου 
και τον Δισκοβόλο του δεύτερου κατά τέτοιο τρόπο, ώστε εξ αυτών να 
απορρέει η έως και των ημερών μας ανυπέρβλητη αρμονία και κάλλος. 
Και ο Πολύκλειτος, μάλιστα, διαίρεσε το σώμα ενός αθλητού σε στάση
 με τέτοια μαθηματική ακρίβεια, ώστε το άγαλμα του δορυφόρου του(δηλαδή,
 του «δόρυ φέροντος») να ονομασθεί «Ο Κανών.»
Μελετώντας τον Δισκοβόλο του Μύρωνος, ο οξύνους θεατής θα αναγνώσει  
την χιαστή κατανομή κινήσεων έντασης/χαλάρωσης, πίεσης/ελάφρυνσης
 κάτω από την τοξοειδή καμπύλη των εκτεταμένων χεριών - δυνάμεις και 
αντιθέσεις που συγκροτούν τον κόσμο μας και προσδιορίζουν την θέση του 
ανθρώπου στο σύμπαν, ενώ το ατάραχο πρόσωπο συμβολίζει την ευπρεπή 
στάση του πνεύματός του απέναντι στις περιρρέουσες δυνάμεις.
Άρα, ο θεσμός της αγαλματοποιίας ξεκαθαρίζει ότι μισός άνθρωπος είναι αυτός
 που παραμελεί το σώμα για να ασχοληθεί κυρίως με το πνεύμα 
(π.χ. ένας θρησκόληπτος, η ένας ταγός κάποιας πολιτικής ιδεολογίας), 
όπως μισός είναι και αυτός που γίνεται έρμαιο στις γήινες δυνάμεις και ορέξεις 
της υλικής του υποστάσεως, αδιαφορώντας για τη πνευματική του άσκηση
 και γαλούχηση.
Και ως εκ τούτων, τα αγάλματα αείποτε θα υπαγορεύουν το μέτρον της
 ανθρώπινης αξιοπρέπειας προς το οποίον οφείλουμε να οδεύουμε. Αείποτε 
θα καταφρονούν τις εξέχουσες κοιλίες ως ένδειξη ασωτίας και αποχαλίνωσης. 
Πάντοτε θα αποστρέφονται τις παραμορφώσεις στο κορμί και θα καταδεικνύουν
 ότι δερματοστιξίες, διατρήσεις και κοσμήματα είναι ιδιώματα βαρβάρων
 και ατόμων ελλιπούς πνευματικής ανάπτυξης. Εν ολίγοις, θα μας θυμίζουν 
όλα τα ελαττώματά μας. 
Ίσως και γι αυτό κάποτε τα κατέστρεψε η ασχήμια που ήταν ευκολότερη 
από την κόπωση που απαιτεί η επίτευξις του κάλλους. Και όταν κάποτε τα
 βρήκαμε θαμμένα και διαμελισμένα, τα κλείσαμε μέσα σε Μουσεία....
 Αυτό που δεν μπορούσαμε να κλείσουμε στα μουσεία, όμως, ήταν το ατάραχό 
τους πρόσωπο, το υπερβατικό βλέμμα που αψηφά τα γήινα τεκτενόμενα, 
το οποίον ακόμη το διακρίνει κανείς στα πρόσωπα της Θεομήτορος, 
του Χριστού και πολλών Αγίων. Οι μονοδιάστατες Βυζαντινές εικόνες, όμως,
 για πάντα θα ζουν κάτω από την σκιά του απόλυτου κάλλους, που θέλει
 τον άνθρωπο σφριγηλό, μάχιμο και πνευματώδη και όχι αποστεωμένη, 
σκουλικόμορφη καρικατούρα.
Πέραν της ατομικής μας καθοδήγησης, το Ελληνικόν άγαλμα δύναται να 
καθοδηγήσει τόσο την πολιτική όσο και την κοινωνική ζωή του κάθε τόπου 
στον πλανήτη.
Ο ίδιος ο Πλάτων παρομοίασε την οργάνωση μίας πολιτείας με την υγιή 
μορφή του ανθρωπίνου σώματος, όπως απεικονίζεται στο άγαλμα. 
Παραλλήλισε την κεφαλή με την ηγεσία, το στήθος με τα εκτελεστικά όργανα 
(δηλαδή, την αστυνομία, τον στρατό και κρατικούς λειτουργούς) 
και το στομάχι με το εργατικό δυναμικό (τον λαό). Όταν αυτά τα μέλη 
λειτουργούν αρμονικά, το αποτέλεσμα είναι η υγεία, η σωστή ανάπτυξη 
και η ευημερία.
Τέτοια αρμονία επιτυγχάνεται μόνον όταν αποκτήσει το κάθε μέλος 
τις αρετές που του αναλογούν. Το κεφάλι πρέπει να επιδιώκει την ΣΟΦΙΑ, 
όπως εκδηλώνεται στην ατάραχη πνευματικότητα του προσώπου, το στήθος 
το θάρρος και την ΠΕΙΘΑΡΧΙΑ, όπως διαφαίνεται καλοσχηματισμένο 
σαν θώραξ πανοπλίας, και η κοιλιακή χώρα την ΕΓΚΡΑΤΕΙΑ,
όπως δηλώνουν και οι ορατοί κοιλιακοί μύες εν απουσία λίπους. 
Αντιστοίχως λοιπόν, οι ηγέτες οφείλουν να είναι σοφοί και δίκαιοι, ο στρατός, 
η αστυνομία και οι κρατικοί λειτουργοί να είναι παραδείγματα γενναιότητος 
και να πειθαρχούν στις αποφάσεις και τα μέτρα της ηγεσίας, ενώ ο λαός
 θα πρέπει να πείθεται στα μέτρα που έχουν τεθεί από τα ανώτερα μέλη,
παραδειγματιζόμενος από τις αρετές της ηγεσίας και των εκτελεστικών
 οργάνων. Με την σειρά του, μέσω της ποιοτικής παιδείας που παρέχει 
το κράτος, ο ενάρετος, εγκρατής λαός αποτελεί την πηγή συστατικών 
που αργότερα θα στελεχώνουν την ηγεσία του, όπως η κοιλιά στέλνει 
μέσω επεξεργασίας συστατικά που τρέφουν τον εγκέφαλο.
Συχνά, όμως, ένα από τα μέλη ξεφεύγει από το ενάρετο μέτρο. 
Η συνέπεια αυτού είναι η υπερτροφία αυτού του μέλους εις βάρος των άλλων. 
Εάν, επί παραδείγματι, αδρανήσει η κεφαλή, ή κυβέρνηση, τα άλλα μέλη,
 ακυβέρνητα πλέον, θα αφεθούν στις ορέξεις των. Εάν επικρατήσει το στήθος,
 η επιθετικότητα και ο αυταρχισμός θα είναι τα επακόλουθα. 
Εάν αφεθεί έρμαια στις ορέξεις της η κοιλιά, ο λαός, θα επιδοθεί σε τέτοια 
καταναλωτική κραιπάλη που στο τέλος θα επέλθει η σήψη στο υπόλοιπο
 σώμα ή πολιτεία αντίστοιχα, όπως ακριβώς συνέβη στην χώρα μας κατά τις
 δεκαετίες των '80 και '90 κατόπιν της εντολής των πλέον γαστροκεντρικών 
ηγετών που βόλεψαν τις αχαλίνωτες ορέξεις της γαστέρας
 με ευρωπαϊκά δάνεια και πακέτα...
Ως Έλληνες έχουμε βιώσει όλες τις νοσηρές καταστάσεις, αλλά με κεφαλή 
χωρίς μνήμη είμαστε καταδικασμένοι όχι μόνο να τις ξαναβιώσουμε, 
αλλά και να αφανιστούμε.
Kαιρός, λοιπόν, είναι να επιζητήσουμε την αρμονία ατενίζοντας το μέλλον 
παραδειγματιζόμενοι από την εικόνα του Ελληνικού αγάλματος. 
Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνον εάν η κεφαλή, δηλαδή η ηγεσία, στελεχωθεί 
από καλλιεργημένα άτομα που όχι μόνο έχουν ιστορική μνήμη, αλλά και
 την ικανότητα να κάνουν αναγωγές στα διδάγματά της.
Είθε μας καθοδηγήσει το απόσπασμα από τους «Βάτραχους» του Αριστοφάνους:
«Κι απ' τους πολίτες, όσους ξέρουμε πως ευγενείς και άντρες φρόνιμοι 
είναι και καλοί και τίμιοι και δίκαιοι στην παλαίστρα αναθρεμμένοι, 
στους χορούς, στη μουσική, περιγελούμε εμείς: Όμως... χρησιμοποιούμε 
αυτούς, που στα παλιά χρόνια ούτε καν για καθάρματα 
η πόλη δεν τους δεχόταν έτσι στην τύχη, δίχως ρώτημα.»
-Παναγιώτης Τερπάνδρου Ζαχαρίου-

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2018

ΕΠΕΙΔΗ πολλοί συνάδελφοι φαίνεται ότι αγνοούν ή ξεχνούν την καταγωγή της ΦΑΜΕΛΙΑΣ μας, με αποτέλεσμα να τελματώνουν σε "αδέξιους" ή "άκαπνους" διαλόγους επί του θέματος της ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, θεωρώ υποχρέωσή μου να ΕΝΗΜΕΡΩΣΩ ΑΠΑΝΤΕΣ για τα εξής ΙΣΤΟΡΙΚΑ και μη αμφισβητήσιμα ΔΕΔΟΜΕΝΑ.
1. ΗΣΙΟΔΟΣ
Ο Δευκαλίων με τη σύζυγό του την Πύρρα (θυγατέρα του Τιτάνα Επιμηθέα και της Πανδώρας) απέκτησε έξη παιδιά, τον ΕΛΛΗΝΑ, τον Αμφικτύωνα (το γνωστό βασιλιά των Αθηνών), την Πρωτογένεια, την Μελανθώ, την Θυία και την ΠΑΝΔΩΡΑ. (πήρε το όνομα της γιαγιάς της).
Η ΠΑΝΔΩΡΑ, κόρη λοιπόν του Δευκαλίωνα, απέκτησε με τον Δία (πατέρα των Ολύμπιων θεών) τρία παιδιά, τον ΓΡΑΙΚΟ (που βασίλευσε την Πύρρα-την περιοχή της που έφερε το όνομα της γιαγιάς του της Πύρρας-δηλαδή της ευρύτερης περιοχής της Θεσσαλίας), και τους δίδυμους ΜΑΓΝΗΤΑ (που βασίλευσε ευρύτερης περιοχής της Μαγνησίας που πήρε και το όνομά του) και ΜΑΚΕΝΔΟΝ ή ΜΑΚΗΔΟΝ (που βασίλευσε της ευρύτερης περιοχής που κείται βορείως του Ολύμπου, δηλαδή της Μακεδονίας, από όπου πήρε και το όνομά της).
ΕΛΛΗΝ, ΑΜΦΙΚΤΥΩΝ, ΠΡΩΤΟΓΕΝΕΙΑ, ΜΕΛΑΝΘΩ, ΘΥΙΑ, ΠΑΝΔΩΡΑ, ΓΡΑΙΚΟΣ, ΜΑΓΝΗΣ και ΜΑΚΗΔΟΝ ή ΜΑΚΕΝΔΟΝ ήταν παιδιά και εγγόνια της ίδιας ΦΑΜΙΛΙΑΣ. (Παππούς-Γιαγιά, Πατέρας-Μητέρα, παιδιά-εγγόνια).
Πολλά χρόνια αργότερα, όμως μετά την επικράτηση του εγγονού Έλλην, σαν ισχυρότερου όλων, μετονομάσθησαν σε ΕΛΛΗΝΕΣ.
2. ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΣ
Ο Απολλόδωρος, αφού εξιστορεί ΑΚΡΙΒΩΣ την ίδια ΓΕΝΕΣΗ (πρόσωπα με ΑΚΡΙΒΩΣ την ίδια σειρά και ονόματα) μας πληροφορεί με ακόμη περισσότερες λεπτομέρειες, όπου μεταξύ άλλων αναφέρει ΣΑΦΩΣ και τα εξής:
Ο Μακεδόν παντρεύτηκε αυτόχθονα γυναίκα της Θράκης.
Αυτή η γυναίκα “μετονομάσθηκε” σύμφωνα με το έθιμο της εποχής, σε «Μακεδονία»
(Το έθιμο αυτό να παίρνει η σύζυγος το όνομα του άντρα της διατηρείται και ΣΗΜΕΡΑ στα χωριά της ΒΔ Ελλάδας, πχ Μηνάς ο άνδρας, “Μηνέσα” η σύζυγος του, Παύλος ο άνδρας, "Παύλοβα" η σύζυγός του, Θανάσης ο άνδρας, "Θανάσαινα" η σύζυγός του κοκ ανεξάρτητα από το βαφτιστικό της που κανείς δεν το αναφέρει πλέον…)
Ο Μακεδόν με την σύζυγό του τη Μακεδονία, απέκτησαν δύο γιους, τον ΠΙΕΡΟ και τον ΗΜΑΘΟ ή ΑΜΑΘΟ.
Ο ΠΙΕΡΟΣ βασίλευσε στην περιοχή που ονομάσθηκε ΠΙΕΡΙΑ
και ο ΉΜΑΘΟΣ βασίλευσε στην περιοχή που ονομάσθηκε ΗΜΑΘΙΑ.
Αμφότερες...ανήκουν στην ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ μέρη της γης που Βασίλευε ο πατέρας τους ο Μακεδόν.
(Το αντίστοιχο ΕΘΙΜΟ της “διανομής κληρονομιάς” του πατέρα πρός τα τέκνα, διατηρείται και ΣΗΜΕΡΑ).
Δεν θα συνεχίσω την απαρίθμηση των ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ...γιατί η εν συντομία εξιστόρηση θα γίνει μακροσκελέστατη….
Θα κλείσω με μια σημαντικοτατη ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ που συνήθως περνά απαρατήρητη:
Το φαινόμενο της ονοματοδοσίας των τέκνων, να φέρουν δηλαδή ονόματα των γιαγιάδων τους ή των παπούδων τους, δεν είναι "νεωτερίστικο" ή "χριστιανικό" ή νεοελληνικό έθιμο... Προσέξτε, πάλι τα ονόματα,
ΠΑΝΔΩΡΑ.
Η μάνα της Πύρρας λεγόταν ΠΑΝΔΩΡΑ, έτσι ονομάτισε και την κόρη της, ΠΑΝΔΩΡΑ!
Αδελφή του ΕΛΛΗΝΑ λοιπόν η ΠΑΝΔΩΡΑ (η κόρη της Πύρρας).
Οι δύο δίδυμοι γιοί της ΠΑΝΔΩΡΑΣ όπως είπαμε, ήταν και οι ΜΑΓΝΗΤΑΣ και ΜΑΚΕΔΟΝ.
Ο Μάγνητας και ο Μακεδόν, είχαν θείο τους τον ΕΛΛΗΝΑ.
Ενα από τα παιδιά του ΕΛΛΗΝΑ, ήταν και ο ΑΙΟΛΟΣ.
Ο Αίολος λοιπόν, είχε θεία του την ΠΑΝΔΩΡΑ.
ΑΡΑ:
ΑΙΟΛΟΣ, και οι ΜΑΓΝΗΤΑΣ/ΜΑΚΕΔΟΝ (δίδυμα αδέλφια)) ήταν πρώτα ξαδέρφια!
Ένα από τα παιδιά του ο ΑΙΟΛΟΣ το ονόμασε ΜΑΓΝΗΤΑ.
Έδωσε δηλαδή στο παιδί του, το Όνομα του Πρωτοξαδέρφου του!
Αλλά...ας πάμε και πολύ πιό πίσω, πριν Δευκαλίωνος Εποχής ή ακριβέστερα, πρίν του Κατακλυσμού του Δευκαλίωνος (αφού την Εποχή που Βασίλευε ο Δευκαλίων έγινε ο Κατακλυσμός που τον συνέδεσε με τον υπόψη "τίτλο").
Το πρώτο από τα τρία αρσενικά παιδιά που έφερε στον κόσμο η ΠΑΝΔΩΡΑ (η κόρη του Δευκαλίωνα) τπυ έδωσε το όνομα ΓΡΑΙΚΟΣ.
Τυχαίο;;;
ΟΧΙ.
Του έδωσε το όνομα προγόνου (προπάππου) του, του ΓΡΑΙΚΟΥ, ενός προκατακλυσμιαίου ήρωα και γιού του ΘΕΤΤΑΛΟΥ (και δισέγγονου του ΠΕΛΑΣΓΟΥ-του 3ου γιού του ΤΡΙΟΠΑ...!. Κλπ κλπ κλπ
Αυτά μας ΔΗΛΩΝΟΥΝ την ΕΝΟΤΗΤΑ της ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ.
Κάτι που συναντάται σπανίως σε άλλους λαούς, αλλά είναι ΚΥΡΙΑΡΧΑ ΕΘΙΜΑ από ΥΠΑΡΞΕΩΣ των ΕΛΛΗΝΩΝ έως και ΣΗΜΕΡΑ!
Συμπεράσματα:
1. ΠΕΛΑΣΓΟΙ, ΓΡΑΙΚΟΙ, ΕΛΛΗΝΕΣ, ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ, ΑΙΟΛΕΙΣ, ΑΧΑΙΟΙ, ΔΩΡΙΕΙΣ, ΙΩΝΕΣ, ΛΟΚΡΟΙ κλπ κλπ κλπ ή Ίωνες, Αιολείς ή Αχαιοί, Δωριείς ή Λοκροί κλπ κλπ κλπ,
είναι ΟΛΟΙ τους από την αυτήν ΦΑΜΙΛΙΑ, με ΙΔΙΟΝ γνώρισμα το ΗΘΟΣ, το ΕΘΟΣ, την ΚΟΙΝΗ ΓΛΩΣΣΑ και την ΙΔΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ!
Δηλαδή
ΙΔΙΟΣ ΛΑΟΣ,
ΙΔΙΟ ΕΘΝΟΣ,
ΙΔΙΑ ΓΛΩΣΣΑ
από εμφανίσεως της ΦΑΜΕΛΙΑΣ
στο ΙΔΙΟ ΧΩΡΟ και ΤΟΠΟ (ΠΑΤΡΙΔΑ)!
2. Πουθενά μα πουθενά δεν έχω βρεί το παραμικρό στοιχείο, που να συνδέει έστω και με κάποια μακρινή συγγένεια τους ΣΛΑΒΟΥΣ με το "Δέντρο του Ελληνισμού"!
3. ΚΑΘΕ ΑΝΑΦΟΡΑ λοιπόν σε "Σλαβομακεδόνες", είναι όχι μόνον ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΗ, ΨΕΥΔΗΣ και ΑΝΙΣΤΟΡΗΤΗ, αλλά ΙΣΟΔΥΝΑΜΕΙ με ΕΣΚΕΜΕΝΗ ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΣΗ της ΙΣΤΟΡΙΑΣ!
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ.
ΣΗΜ. 1. Ο ΔΕΥΚΑΛΙΩΝ ήταν γιός του ΠΡΟΜΗΘΕΑ και της ΚΛΥΜΕΝΗΣ (κόρης του ΩΚΕΑΝΟΥ).
ΣΗΜ. 2. Ο ΕΛΛΗΝΑΣ με την σύζυγό του ΟΡΣΗΙΔΑ, η οποία ήταν ΝΥΜΦΗ, απέκτησαν τρεις γιους: τον ΔΩΡΟ (Επώνυμος της Δωρίδος, γενάρχης των Δωριέων), τον ΞΟΥΘΟ (ο οποίος με την κόρη του ΕΡΕΧΘΕΑ, ΚΡΕΟΥΣΑ, γέννησε τον ΑΧΑΙΟ και τον ΙΩΝΑ, γενάρχες όλοι των αντίστοιχων ελληνικών φύλων) και τον ΑΙΟΛΟ (βασιλέα της Θεσσαλίας και γενάρχη των Αιολέων).
ΣΗΜ. 3. Οι Αιολείς, μαζί με τους Ίωνες, τους Αχαιούς και τους Δωριείς, θεωρούνται οι τέσσερεις προγονικές φυλές που συναποτέλεσαν τον κύριο κορμό του λαού των Ελλήνων.
ΣΗΜ. 4. Ο Αμφικτύωνας που ηγήθηκε των Αθηνών ήταν και ο πατέρας του Λοκρού, που ίδρυσε την Λοκρίδα και ο γενάρχης των Λοκρών.
ΣΗΜ. 5. Πριν την επικράτηση του ΕΛΛΗΝΑ και πριν Κατακλυσμού του Δευκαλίωνα, οι Έλληνες ονομάζονταν ΓΡΑΙΚΟΙ. Πηγές: Πάριο Χρονικό, «πρώτον μεν Γραικοί νυν δε Έλληνες», Απολλόδωρος, Αριστοτέλης...
ΠΡΟΣΟΧΗ:
Ανωτέρω ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ αφορούν την ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ!
ΜΕΛΕΤΗΣΤΕ ΤΟΝ 1ο ΧΑΡΤΗ που παραθέτω κατωτέρω, να βρείτε ακόμη και ΤΟΤΕ αν τα Σκόπια ανήκαν στην ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ!
Ο 2ος χάρτης, αφορά την Ρωμαική Επαρχία της Μακεδονίας.

Σάββατο 19 Μαΐου 2018

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ

Το παλιό νεοκλασικό κτίριο


Το προπολεμικό κτίριο του τοπικού υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας. Επιστολικό δελτάριο άγνωστου εκδότη. Δεκαετία του 1920. Αρχείο Αχιλλέα ΚαλτσάΤο προπολεμικό κτίριο του τοπικού υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας. Επιστολικό δελτάριο άγνωστου εκδότη. Δεκαετία του 1920. Αρχείο Αχιλλέα Καλτσά
Προπολεμικά το ομορφότερο σημείο της Λάρισας ήταν η περιοχή της Κεντρικής πλατείας (Θέμιδος ονομαζόταν τότε). Οι φωτογραφίες και τα επιστολικά δελτάρια που έχουν διασωθεί το επιβεβαιώνουν.
Περιβαλλόταν από εντυπωσιακά κτήρια με σπουδαία αρχιτεκτονική, η οποία στα περισσότερα ήταν επηρεασμένη από το νεοκλασικό ρεύμα που είχε αναπτυχθεί στην ελληνική πρωτεύουσα από το 1850, με κύριο εκφραστή της τον Ernst Ziller[1]. Ένα από τα ομορφότερα κτίσματα αυτής της περιοχής ήταν και το Υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας. Ένα πραγματικό αρχιτεκτονικό στολίδι για την πόλη.
Η Εθνική ήταν η πρώτη από τις μεγάλες Τράπεζες που ίδρυσε υποκατάστημα στη Λάρισα. Λίγους μήνες μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας από τους Τούρκους το 1881 η Διοίκησή της στην Αθήνα αποφάσισε να ιδρύσει υποκατάστημα στη Θεσσαλική πρωτεύουσα. Την εποχή εκείνη κατάλληλα κτίσματα στην πόλη μας για να στεγασθούν μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα δεν υπήρχαν. Για το λόγο αυτό ενοικιάσθηκε αρχικά η κατοικία του Αχιλλέα Λογιωτάτου[2]. Βρισκόταν στην οδό Μ. Αλεξάνδρου, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το εγκαταλειμμένο ξενοδοχείο «Άνεσις» και ήταν κατασκευή των τελευταίων χρόνων της τουρκοκρατίας. Ήταν μεγάλο και είχε δύο ορόφους με πολλά δωμάτια. Επειδή το οίκημα δεν παρείχε μεγάλη ασφάλεια για τα ταμεία της Τράπεζας, λέγεται ότι τα βράδια κατέβαζαν τις τεράστιες μπάρες πίσω από την πόρτα του ισογείου, ενώ ένας ένοπλος νυκτοφύλακας της Τράπεζας περιπολούσε στον χώρο. Μετά την αποχώρηση των Τούρκων από τη Θεσσαλία την άνοιξη του 1898 διευθυντής του υποκαταστήματος τοποθετήθηκε ο Γεώργιος Δεσύπρης[3]. Στο οίκημα Λογιωτάτου το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας παρέμεινε μέχρι το 1907, δηλαδή επί 25 περίπου χρόνια
Ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα και με πρωτοβουλία του Γεωργίου Δεσύπρη, ευαισθητοποιήθηκε η Διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας για την κατασκευή στη Λάρισα ιδιόκτητου κτιρίου για να στεγάσει το τοπικό της υποκατάστημα. Προς τούτο αγοράσθηκε από τους δερβίσηδες ο τεκές του Κουρά Εφέντη[4] και τα γύρω κτίσματα, τα οποία βρίσκονταν στη γωνία των οδών Αλεξάνδρας (Κύπρου) και Ακροπόλεως (Παπαναστασίου). Η Τράπεζα τα κατεδάφισε όλα για να ανεγείρει στη θέση αυτή το νέο της κτίριο. Η εφημερίδα "Μικρά" της Λάρισας σε δημοσίευμά της στις 23 Οκτωβρίου 1905 αναφέρει ότι ο μηχανικός των Αθηνών Μπαλάνος εκπόνησε τη μελέτη του έργου κατασκευής του νέου κτηρίου της Εθνικής Τράπεζας στη Λάρισα. Η ίδια εφημερίδα δύο περίπου χρόνια αργότερα (17 Ιουνίου 1907) γράφει ότι το κτίριο εγκαινιάσθηκε τον Ιούνιο του 1907 και συμπληρώνει: «Από της παρελθούσης εβδομάδος το ενταύθα Υποκατάστημα της Εθνικής Τραπέζης εγκατεστάθη εις το όπισθεν των πυρποληθέντων Δικαστηρίων[3] λαμπρόν μέγαρον, το οποίον ιδίαις δαπάναις η Τράπεζα ωκοδόμησεν».
Όπως φαίνεται και από τη φωτογραφία, η οποία χρονολογείται στη δεκαετία του 1920, ολόκληρο το οικοδόμημα ήταν μια τριώροφη οικοδομή με υπόγειο. Το ισόγειο φιλοξενούσε τα γραφεία και τις διάφορες υπηρεσίες της Τράπεζας, ενώ στον επάνω όροφο βρισκόταν η κατοικία του εκάστοτε διευθυντού. Κατά τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της Τράπεζας στα διαμερίσματα του ορόφου κατοίκησε η οικογένεια του επί σειρά ετών διευθυντού του τοπικού υποκαταστήματος της Τράπεζας Γεωργίου Δεσύπρη. Επίσης στους ίδιους χώρους έζησε αργότερα και ο Μ. Καραγάτσης, όταν διευθυντής ήταν ο πατέρας του Γεώργιος Ροδόπουλος. Για μικρά διαστήματα διέμεναν μέλη της βασιλικής οικογένειας και διάφοροι πολιτικοί όταν επισκέπτονταν τη Λάρισα. Ο τρίτος όροφος αποτελούνταν από επίμηκες υπερώο, με τριγωνική αετωματική πρόσοψη προς την πλευρά της πλατείας..
Όλη όμως η ομορφιά του κτίσματος επικεντρωνόταν στο νεοκλασικό προστώο που υπήρχε στην πρόσοψη του ισογείου και έβλεπε προς την πλατεία. Στην κεντρική είσοδο της Τράπεζας δύο ορθογώνιοι κίονες στο κέντρο διαμόρφωναν τριπλή τοξοστοιχία δια μέσου της οποίας, με τη βοήθεια χαμηλής μαρμάρινης σκάλας, εισέρχονταν οι συναλλασσόμενοι πολίτες στα ενδότερα του κτηρίου. Πάνω απ’ αυτήν υπήρχε o μακρόστενος εξώστης του πρώτου ορόφου, τον οποίο συγκρατούσαν τέσσερα μαρμάρινα φουρούσια. Στα μεταλλικά κιγκλιδώματα του εξώστη αυτού υπήρχε η επιγραφή ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ. Τα ανοίγματα του ισογείου (παράθυρα και πόρτες) ενισχύονταν με πυκνές και ισχυρές σιδεριές, ενώ των άλλων ορόφων ήταν ελεύθερα. Η προσπέλαση στον επάνω όροφο όπου βρισκόταν η κατοικία του διευθυντού γινόταν από ιδιαίτερη είσοδο η οποία βρισκόταν νότια του κυρίως κτηρίου και σε εσοχή. Ολόκληρο το κτίριο αντανακλούσε αισθητική ομορφιά και κομψότητα, ιδιαίτερα στην πρόσοψη. Νοτιότερα υπήρχε δενδροφυτευμένος χώρος, ο οποίος μέχρι το 1932 ανήκε στην Τράπεζα Λαρίσης, αλλά μετά την χρεωκοπία της περιήλθε στην ιδιοκτησία της Εθνικής. Σ' αυτό τον χώρο αργότερα διαμορφώθηκε ο θερινός κινηματογράφος "Τιτάνια" του Μιχαήλ Τζεζαϊρλίδη, ο οποίος άφησε τόσο ευχάριστες αναμνήσεις στους παλιούς Λαρισαίους.
Ο σεισμός του 1941 επέφερε στο κτίσμα αρκετές ζημιές, οι σοβαρότερες των οποίων εμφανίσθηκαν στο υπερώο του τρίτου ορόφου, το οποίο και κατεδαφίσθηκε. Γι' αυτό και οι κατοχικές δυνάμεις δεν το χρησιμοποίησαν, όπως το διπλανό κτήριο της Τράπεζας Ελλάδος. Από τα χρόνια της κατοχής και μέχρι την κατεδάφισή του αντίκριζε κανείς από την πλατεία πάνω στην ταράτσα τη σειρήνα η οποία ειδοποιούσε τους Λαρισαίους για τυχόν επικείμενες εχθρικές αεροπορικές επιδρομές και όχι μόνον. Μ’ αυτή τη μορφή λειτούργησε το υποκατάστημα μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960 οπότε ή διοίκηση της Τράπεζας υποχρεώθηκε να το κατεδαφίσει ολόκληρο. Στη θέση ενός απολεσθέντος κομψοτεχνήματος οικοδομήθηκε ο αισθητικά αδιάφορος τεράστιος τσιμεντένιος κύβος που βλέπουμε σήμερα, επενδυμένος με μάρμαρα.
[1]. Ernst Ziller (1837-1923). Διάσημος Γερμανός αρχιτέκτονας, ο οποίος βρέθηκε στην Ελλάδα από το 1868, επί βασιλείας Γεωργίου Α΄. Σχεδίασε πάνω από 900 κτίρια. Στην κοινωνία της παλιάς Λάρισας ήταν πολύ διαδεδομένη η φήμη ότι το αρχοντικό του μεγαλοκτηματία Κωνσταντίνου Σκαλιώρα, το οποίο βρισκόταν στη γωνία των οδών Ρούζβελτ και Πατρόκλου, εκεί όπου μέχρι πρόσφατα υπήρχε το Στρατολογικό Γραφείο, είχε κτισθεί σε σχέδια του Ziller ή των μαθητών του.
[2]. Ο Αχιλλεύς Λογιωτάτου (1847-1896) σπούδασε ιατρική στο πανεπιστήμιο Αθηνών και ήταν εγγονός του λόγιου Ιωάννη Οικονόμου-Λογιωτάτου. Τον Σεπτέμβριο του 1895 εκλέχτηκε δήμαρχος Λαρίσης μέχρι τον θάνατό του το 1896 και για ένα μικρό διάστημα το 1888 διετέλεσε και βουλευτής. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Το αρχοντικό της οικογένειας Λογιωτάτου, εφ. Larissanet, φύλλο της 14ης Φεβρουαρίου 2014.
[3]. Ήταν μια πολυσχιδής προσωπικότητα που δραστηριοποιήθηκε σε πολλούς τομείς της κοινωνικής ζωής της Λάρισας (Πρόεδρος του αδελφάτου του Δημοτικού Νοσοκομείου, μέλος του Μουσικού Γυμναστικού Συλλόγου, μέλος οργανωτικής επιτροπής Ιππικών Αγώνων, κλπ). Έμεινε στη Λάρισα μέχρι τον θάνατό του το 1912. Μία από τις κόρες του, η Μαρία Δεσύπρη (Αθήνα 1892-Αθήνα 1976) τελείωσε το 1909 το Αρσάκειο της Λάρισας και το 1923 παντρεύτηκε τον Αλέξανδρο Σβώλο, καθηγητή πανεπιστημίου και πολιτικό. Η ίδια εξελέγη μεταπολεμικά δύο φορές βουλευτής με την ΕΔΑ, το 1958 και το 1961. Από τον καιρό που ήταν ακόμη νέα και ζούσε στη Λάρισα, πρωτοστατούσε στο τοπικό φεμινιστικό κίνημα μαζί με άλλες πρωτοπόρες γυναίκες (Παπασταύρου-Χρυσοχόου Αμαλία, Ελένη Τέτση-Καρακίτη (Rebelle), Κική Πιπινοπούλου-Δημητριάδη, Μαρία Πίπιζα-Καρακάση, και άλλες).
[4].Παπαγιαννόπουλος Ιωάννης, Επαρχία Λαρίσης, Θεσσαλικά Χρονικά, έκτακτος έκδοσις επ’ ευκαιρία της πεντηκονταετηρίδος (1881-1931) από της απελευθερώσεως της Θεσσαλίας. Πανηγυρικός τόμος της Ιστορικής Λαογραφικής Εταιρείας Θεσσαλών, Αθήναι (1935) σ. 282 και Στεργιόπουλος Δημ., Μνημεία Μουσουλμανικής Ιστορίας και Τέχνης στο νομό Λάρισας, εφ. Λαρισαϊκή Ηχώ της 11ης Μαρτίου 1985. Βλέπε και : Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Ο τεκές του Κουρά Εφέντη, εφ. "Ελευθερία", Λάρισα, φύλλο της 3ης Μαΐου 2015.
[5]. Στη ΒΔ γωνία επί της Πλατείας Θέμιδος, βρισκόταν από την περίοδο της τουρκοκρατίας το θαυμάσιο νεοκλασικό κτήριο του τουρκικού Διοικητηρίου, το οποίο μετά την απελευθέρωση στέγασε τις δικαστικές υπηρεσίες της Λάρισας (Θέμιδος Μέλαθρον). Το κτήριο αυτό αποτεφρώθηκε από πυρκαγιά στις 14 Ιανουαρίου 1905. Τον Οκτώβριο του 1907 κατεδαφίσθηκε και έτσι διαμορφώθηκε ο τεράστιος σημερινός χώρος της Κεντρικής πλατείας,

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Κυριακή 22 Απριλίου 2018

Η πλημμύρα του Πηνειού το 1903


Η πλημμύρα του 1901. Επιστολικό δελτάριο του Γεωργίου ΒελώνηΗ πλημμύρα του 1901. Επιστολικό δελτάριο του Γεωργίου Βελώνη
Το φετινό Μάρτιο είδαμε όλοι μας τις πλημμύρες του Πηνειού, λόγω της παρατεταμένης βροχόπτωσης, και τις ζημίες τις οποίες προκάλεσε. Με την ευκαιρία αυτή, η Φωτοθήκη του Ομίλου Φίλων της Θεσσαλικής Ιστορία και ο Δήμος Λαρισαίων διοργάνωσαν, την Πέμπτη 29 Μαρτίου, μία έκθεση φωτογραφιών με τις πλημμύρες του Πηνειού του έτους 1883.
Αναδιφώντας στην εφημερίδα «Όλυμπος» της Λάρισας, σε φύλλα των αρχών του 1904, είδα κάποιες αναφορές για πλημμύρες του τέλους του 1903, τις οποίες θεώρησα σκόπιμο να παραθέσω εδώ για μια πληρέστερη εικόνα των πλημμυρών του Πηνειού.
Στο τέλος του 1903, οι διαρκείς και ασταμάτητες βροχές μετέβαλλαν τις Θεσσαλικές πεδιάδες σε μια τεράστια λιμνοθάλασσα, με αρνητικά αποτελέσματα για τους κατοίκους των παραπήνειων περιοχών.
Τα θολά νερά των πολλών χειμάρρων της Πίνδου ενώθηκαν με τα νερά του Πηνειού, έτσι ώστε ο Πηνειός ποταμός να παραλληλίζεται με τον Δούναβη όλης της Θεσσαλίας. Οι πλημμύρες προξένησαν αρκετές ζημιές. Συγκεκριμένα, σε ολόκληρη την πεδιάδα των Τρικάλων και της Καρδίτσας διακόπηκε η επικοινωνία και η πρόσβαση με τα τριγύρω χωριά, τα οποία υπέστησαν πολλές και ολέθριες καταστροφές: κατεδαφίστηκαν πολλά σπίτια, καλύβες και ποιμνιοστάσια και υπέστη βλάβη η γραμμή του θεσσαλικού σιδηροδρόμου. Στις πεδιάδες της Λάρισας είχαν δημιουργηθεί εξίσου σοβαρές ζημιές, καθώς καταστράφηκαν πολλές καλλιέργειες, πνίγηκαν πολλά ζώα που δεν κατάφεραν να σωθούν από την πλημμύρα. Σε όλη την ευρύτερη περιοχή της Λάρισας οι καταστροφές ήταν σημαντικές.
Μερικοί λένε ότι δεν θα είχαν συμβεί τόσο μεγάλες καταστροφές αν ο Πηνειός δεν είχε φουσκώσει ξαφνικά, αμέσως σε 12 ώρες και με γρήγορο ρυθμό, οπότε κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει και να φροντίσει να αποφύγει αυτό το συμβάν.
Τις μεγαλύτερες και πιο οδυνηρές καταστροφές υπέστησαν οι συνοικίες οι οποίες
βρίσκονται κοντά στο ποτάμι, δηλαδή τα Ταμπάκικα, οι σημερινοί Αμπελόκηποι, και ο Πέρα Μαχαλάς, δηλαδή η συνοικία Ιπποκράτης. Εξαιτίας, αυτών των ζημιών οι Τσιγγάνοι της ευρύτερης περιοχής αντιμετώπισαν πολλές δυσκολίες. Στην πόλη επικρατούσε αναστάτωση και πανικός. Η αστυνομία παρενέβη και βοηθούσε τους πλημμυροπαθείς να μετακινήσουν τα έπιπλα των σπιτιών τους, όσα δεν είχαν παρασύρει τα ορμητικά νερά του Πηνειού.
Επίσης καταστράφηκαν ολοσχερώς, λόγω της πλημμύρας, πολλά δένδρα και ζώα τα οποία βρίσκονταν δίπλα ακριβώς από τον ποταμό. Επιπλέον, πνίγηκαν αρκετοί άνθρωποι, οι οποίοι δυστυχώς δεν κατάφεραν να φύγουν και να σωθούν. Οι Αρχές της πόλης δεν προσδιόρισαν τον ακριβή αριθμό των θυμάτων. Ο τότε νομάρχης ανέφερε λεπτομερώς στο Υπουργείο των Εσωτερικών τα γεγονότα, εκφράζοντας τη λύπη του για την απώλεια πολλών Λαρισαίων και για τις πολλές ζημίες
Ο συντάκτης της εφημερίδας «Όλυμπος» μας πληροφορεί ότι εξαιτίας της πλημμύρας γκρεμίστηκαν οι μικρές γέφυρες που υπήρχαν στην επαρχιακή οδό Λάρισας – Τυρνάβου και τα ξύλινα κάγκελά τους μεταφέρθηκαν στον Θερμαϊκό Κόλπο, στις εκβολές δηλαδή του Πηνειού. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα να διακοπεί η συγκοινωνία της Λάρισας με τον Τύρναβο. Οι γέφυρες αυτές, σχολιάζει δεικτικά ο συντάκτης της εφημερίδας, δεν θα γκρεμίζονταν εάν οι αρμόδιοι ενδιαφέρονταν νωρίτερα για για την επισκευή τους. Η ζημία ήταν μεγάλη και τα έξοδα του κράτους πολύ περισσότερα από τα έξοδα της επισκευής των γεφυρών.
Φαίνεται, λοιπόν, ότι οι πλημμύρες του Πηνειού, ο οποίος τον περισσότερο καιρό κυλάει ήρεμος στη θεσσαλική πεδιάδα, είναι ένα διαχρονικό φαινόμενο. Για την ιστορία και μόνο, αναφέρω τη μεγάλη πλημμύρα στις 3 Αυγούστου 1811. Τότε η βροχή έπεφτε «με το δερμάτι και κατέβασαν τα ποτάμια και τόσον πολύ νερό έφεραν όπου έπνιξαν την Λάρισα και έπεσαν έως χίλια σπίτια και παράνω και πνίγηκαν και πολύς κόσμος».
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1) Εφημεδίδα «Όλυμπος», αρ. φύλλου 321, Λάρισα 10 Iανουαρίου 1904 (εκδότης: Βασίλειος Χ. Ρουσόπουλος).
2) Κώστας Σπανός, Θεσσαλικές Ενθυμήσεις. Τόμος Β΄, 1800-1881, Λάρισα 2014.

Από τη Μαρία Βουβούση
* Η Μαρία Βουβούση είναι Φιλόλογος, Msc.: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Τουρισμού και Πολιτισμού, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Μsc.: Επιστήμες της Εκπαίδευσης και της Διά Βίου Μάθησης, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…

Ο σταθμός του "Διεθνούς" σιδηροδρόμου


Ο σταθμός του "Διεθνούς" σιδηροδρόμου
Λόγω γεωγραφικής θέσεως η Λάρισα από την περίοδο της απελευθέρωσης και μετά είχε αρχίσει βαθμιαία να εξελίσσεται στο σπουδαιότερο χερσαίο συγκοινωνιακό κέντρο της Θεσσαλίας και να αντικαθιστά το Βόλο, ο οποίος κατείχε για χρόνια την πρώτη θέση στις συγκοινωνίες, λόγω του λιμανιού του. Σ' αυτό βοήθησαν αρχικά οι εγκαταστάσεις σιδηροδρομικών γραμμών[1] και μεταπολεμικά οι μεγάλοι αυτοκινητόδρομοι.
Η πόλη μας ήταν η μοναδική επαρχιακή πόλη της χώρας η οποία διέθετε μέχρι το 1957 δύο μεγάλους σιδηροδρομικούς σταθμούς. Οι σταθμοί αυτοί διακρίνονταν από τα διαφορετικά ονόματά τους. Ο ένας λεγόταν "Θεσσαλικός" και ο άλλος "Διεθνής" ή "Λαρισαϊκός". Ο πρώτος συνέδεε τη Λάρισα με τον Βόλο και μέσω Βελεστίνου με τη Δυτική Θεσσαλία και λειτούργησε πολύ νωρίς, το 1884[2]. Ο δεύτερος εξακολουθεί να είναι και σήμερα ο σημαντικότερος ενδιάμεσος σταθμός στη διαδρομή Αθηνών-Θεσσαλονίκης- Συνόρων.
Με αφορμή τη δημοσίευση με το σημερινό κείμενο και μιας φωτογραφίας του 1935, η οποία απεικονίζει τον παλαιό σταθμό του διεθνούς σιδηροδρόμου, θα αναφερθούμε συνοπτικά στην ιστορία του κτιρίου αυτού και τις μεταβολές του από τις πρώτες στιγμές της κατασκευής του, μέχρι τις ημέρες μας.
Μια μεγάλη σιδηροδρομική αρτηρία από την Αθήνα προς τα σύνορα ήταν ένα από τα μεγάλα σχέδια του Χαρίλαου Τρικούπη που οραματίσθηκε, αλλά δεν πραγματοποιήθηκε. Υπήρξαν βέβαια οι τοπικές σιδηροδρομικές διαδρομές (προς Πειραιά, Χαλκίδα, Πελοπόννησο και άλλες), ο σχεδιασμός όμως μέχρι τα σύνορα δεν είχε προχωρήσει παρά μόνο μέχρι τη Λαμία και το 1906 μέχρι τον Παλαιοφάρσαλο (Δεμερλί), όπου συναντούσε τη θεσσαλική γραμμή Βελεστίνου -Καλαμπάκας. Tον Ιούνιο του 1906 υπογράφτηκε η σύμβαση για την κατασκευή της επέκτασης της γραμμής από Δεμερλί προς Λάρισα, μέχρι τα τότε σύνορα στο Παπαπούλι, λίγο πιο βόρεια από τον σιδηροδρομικό σταθμό της Ραψάνης. Το 1908 είχε ήδη λειτουργήσει η γραμμή ως τη Λάρισα και το 1909 ως το Παπαπούλι, όπου βρισκόταν μέχρι το 1912 ο συνοριακός σιδηροδρομικός σταθμός με την Οθωμανική αυτοκρατορία. Κατά τους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-13 η συνδρομή του σιδηροδρομικού δικτύου υπήρξε καθοριστική για την μεταφορά ανθρώπων και προμηθειών. Το δίκτυο της Βορείου Ελλάδος που είχε ήδη κατασκευασθεί από τους Τούρκους, ενσωματώθηκε με το δίκτυο της υπόλοιπης χώρας το 1916 και από το 1918 άρχισε η τακτική συγκοινωνία Αθηνών - Λαρίσης - Θεσσαλονίκης - Συνόρων.
Η σημερινή φωτογραφία, όπως αναφέρεται και στη λεζάντα, απεικονίζει το κτίριο του Διεθνούς Σιδηροδρομικού Σταθμού της πόλης μας. Ονομάσθηκε Διεθνής επειδή οι γραμμές του έφθαναν μέχρι την Ειδομένη, τον συνοριακό σταθμό με τον οποίο συνδεόταν η Ελλάδα με τα σιδηροδρομικά δίκτυα της Ευρώπης. Η φωτογραφία προέρχεται από επιστολικό δελτάριο του Λαρισαίου Ιωάννη Κουμουνδούρου. Ο τελευταίος λειτουργούσε κατάστημα με βιβλία, χαρτικά και τυπογραφείο. Βρισκόταν στη γωνία των οδών Αλεξάνδρας (Κύπρου) και Φιλελλήνων, με πρόσοψη προς τη Φιλελλήνων. Στο ίδιο ισόγειο κτίριο στεγαζόταν και το τοπικό υποκατάστημα της Λαϊκής Τραπέζης, αλλά η πρόσοψή του ήταν επί της οδού Αλεξάνδρας. Ο Ιω. Κουμουνδούρος κατά το διάστημα 1932-35 κυκλοφόρησε μια σειρά επιστολικών δελταρίων (καρτών) με απόψεις από διάφορα σημεία της Λάρισας. Δεν γνωρίζουμε τον φωτογράφο που τις τράβηξε (ίσως να ήταν ο ίδιος), οι φωτογραφίες δεν είναι τεχνικά και εκδοτικά άρτιες, όμως σήμερα αποτελούν σπουδαία ιστορικά τεκμήρια καταγραφής της Λάρισας μιας άλλης εποχής.
Το κυρίως κτίριο του Σιδηροδρομικού Σταθμού της Λάρισας είναι διώροφο. Σε δύο πλευρές του, την ανατολική και τη δυτική, υπάρχουν δύο εφαπτόμενα ισόγεια μικρότερα κτίσματα. Το όλο συγκρότημα κτίσθηκε το 1908. ΟΙ τοίχοι του στο ισόγειο αποτελούνταν από πελεκημένη πέτρα εντοιχισμένη εν είδει μωσαϊκού, όπως είχαν κατασκευασθεί και οι υπόλοιποι σταθμοί του δικτύου αυτού, μικροί και μεγάλοι, Η πρόσοψή του προς την πλατεία του σταθμού στολιζόταν στη στέγη του ορόφου με ένα μεγάλο ρολόι, επικαλυπτόμενο από τριγωνική αψίδα. Από την πλευρά των γραμμών υπήρχε ένα τεράστιο μεταλλικό στέγαστρο, το οποίο κάλυπτε ολόκληρη την πλατφόρμα του σταθμού. Ήταν ένα όμορφο σε εμφάνιση κτίριο, συμμετρικό, με αρκετά νεοκλασικά στοιχεία ειδικά στον όροφο. Μπροστά από την πρόσοψη ανοιγόταν ένας τεράστιος ακάλυπτος χώρος για την στάθμευση αμαξών και αυτοκινήτων. Αργότερα στη θέση αυτή δημιουργήθηκε μικρή πλατεία.
Το κτίσμα αυτό για πενήντα περίπου χρόνια εξυπηρέτησε κατά τον καλύτερο τρόπο τις ανάγκες του επιβατικού κοινού της περιοχήςμας. Όμως ο σεισμός του Μαρτίου του 1957 επέφερε σοβαρές καταστροφές και ο σταθμός υπολειτούργησε για κάποιο διάστημα και εν συνεχεία κατεδαφίσθηκε για να ανεγερθεί νέος σύγχρονος. Ο νέος σιδηροδρομικός σταθμός της Λάρισας εγκαινιάστηκε στις 26 Αυγούστου 1961 από τον τότε αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Παναγιώτη Κανελλόπουλο και έκτοτε εξυπηρετεί το επιβατικό κοινό επί 57 συνεχή χρόνια, χωρίς καμιά ουσιαστική κτιριακή μεταβολή του κεντρικού του κτηρίου.
 [1]. Οι Θεσσαλικοί Σιδηρόδρομοι οι οποίοι λειτούργησαν από το 1884 ευνόησαν ουσιαστικά τον Βόλο, καθώς οι θαλάσσιες συγκοινωνίες και μεταφορές που έφθαναν στη γειτονική πόλη, διαχέονταν μέσω του Θεσσαλικού δικτύου Σιδηροδρόμων σε ολόκληρη τη Θεσσαλία.
[2]. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Ο Θεσσαλικός Σιδηρόδρομος, εφ. "Ελευθερία", Λάρισα, φύλλο της 16ης Οκτωβρίου 2016,

ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις...


Ο τάφος του Χουρσίτ πασά στον Πέρα Μαχαλά της Λάρισας. Αναπαράσταση σε σχέδιο του Αγήνορα Αστεριάδη. Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Θεσσαλικά Γράμματα" το 1935. Από το αρχείο του Θανάση ΜπετχαβέΟ τάφος του Χουρσίτ πασά στον Πέρα Μαχαλά της Λάρισας. Αναπαράσταση σε σχέδιο του Αγήνορα Αστεριάδη. Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Θεσσαλικά Γράμματα" το 1935. Από το αρχείο του Θανάση Μπετχαβέ
Η σημερινή εικόνα είναι ένα από τα πολλά χαρακτικά του ζωγράφου της πόλης μας Αγήνορα Αστεριάδη, το οποίο σχεδίασε το 1935 ειδικά για να κοσμήσει άρθρο στο μηνιαίο περιοδικό της Λάρισας "Θεσσαλικά Γράμματα", αναφερόμενο στον τάφο του Χουρσίτ πασά.
Δημοσιεύθηκε στο 2ο τεύχος του περιοδικού, το οποίο κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 1935. Ήταν ένα σπουδαίο για την εποχή του περιοδικό, το οποίο εξέδιδε ο "Όμιλος Φιλοτέχνων και Διανοουμένων Λαρίσης". Τα μέλη του Ομίλου προέρχονταν από την αφρόκρεμα του καλλιτεχνικού και λογοτεχνικού δυναμικού της πόλης κατά την δεκαετία του 1930 και η εκτύπωσή του γινόταν στο καλλιτεχνικό τυπογραφείο του Κωνσταντίνου Τουφεξή, που είχε τις εγκαταστάσεις του επί της οδού των Έξ (Κύπρου), στο ύψος της σημερινής πλατείας Αγαμ. Μπλάνα. Για τον Όμιλο αυτό και την ολιγόχρονη δυστυχώς δράση του θα μας δοθεί η ευκαιρία να μιλήσουμε κάποια άλλη φορά.
Ο Αγην. Αστεριάδης προσπάθησε να αναπαραστήσει τον τάφο του Χουρσίτ πασά βασιζόμενος σε αρκετά στοιχεία που είχαν απομείνει στη θέση τους μέχρι το 1935.
Στον 2ο τόμο του βιβλίου του Θεόδωρου Παλιούγκα "Η Λάρισα κατά την Τουρκοκρατία. (1423-1881)", στη σελ. 584, υπάρχει μια παρόμοια με του Αστεριάδη, αλλά πιο λεπτομερής αναπαράσταση του ταφικού μνημείου του πασά, φιλοτεχνημένη από τον Αθανάσιο Τσουκνίδα.
Στο βιβλίο "Λάρισα" των Μιχ. Αβραμόπουλου και Βασ. Βουτσιλά, στη σελ. 53, δημοσιεύεται φωτογραφία μέρους του περιβόλου του μαυσωλείου του Χουρσίτ πασά όπως ήταν το 1962. Σήμερα έχουν όλα εξαφανισθεί και αντικαταστάθηκαν από σύγχρονες οικοδομές.
Οι παλαιότεροι Λαρισαίοι, ειδικά οι Περαμαχαλιώτες, θυμούνται ότι μέχρι το 1990 περίπου διατηρούνταν στη συνοικία τους υπολείμματα του τάφου του Χουρσίτ πασά. Το μνημείο αυτό βρισκόταν στην αριστερή όχθη του Πηνειού, επί της οδού αρχιεπισκόπου Δωροθέου, λίγα μέτρα μετά την έξοδο από τη γέφυρα. Επειδή ένα μεγάλο μέρος της δράσης του Οθωμανού αυτού, καθώς και το μυστηριώδες τέλος του είχαν άμεση σχέση με την πόλη μας, θα αναφερθούμε επιγραμματικά σε ορισμένα σημαντικά γεγονότα που έχουν σχέση με τον Χουρσίτ πασά, τα οποία συνέβησαν στην πόλη μας κατά το 1822 και είναι άγνωστα στο ευρύ κοινό.
Ο Χουρσίτ Μεχμέτ πασάς (; - 1822) γεννήθηκε στον Καύκασο από γονείς χριστιανούς Κιρκάσιους (Τσερκέζους), λέγεται μάλιστα ότι ο πατέρας του ήταν ιερέας. Σε νεαρή ηλικία εξισλαμίστηκε, κατατάχθηκε στο σώμα των Γενιτσάρων, αποδείχθηκε ικανός στρατιωτικός, με τον καιρό απέκτησε την εύνοια του σουλτάνου Μαχμούτ Β' και έφθασε σε ανώτατα αξιώματα.
Το 1820 διορίσθηκε από τον σουλτάνο σερασκέρης, δηλαδή αρχηγός της εκστρατείας κατά του αποστάτη Αλή Πασά των Ιωαννίνων. Τον Ιανουάριο του 1822 κατόρθωσε να συλλάβει τον Αλή Πασά και να στείλει το κεφάλι του ως δώρο στον σουλτάνο. Όμως οι εχθροί και αντίζηλοί του τον διέβαλαν στους αξιωματούχους του παλατιού ότι οικειοποιήθηκε μεγάλο μέρος της αμύθητης περιουσίας του Αλή Πασά και η Υψηλή Πύλη του ζήτησε λεπτομερή λογοδοσία. Ο υπερήφανος στρατάρχης φαίνεται ότι θίχτηκε από τη σουλτανική εντολή και δεν απάντησε στον σουλτάνο, με αποτέλεσμα να περιπέσει σε δυσμένεια. Παρέμεινε στη Λάρισα και φρόντιζε την τροφοδοσία του στρατού του Δράμαλη, ο οποίος κατά την εκστρατεία του στην Πελοπόννησο υπέστη στα Δερβενάκια τη γνωστή πανωλεθρία από τα ελληνικά επαναστατικά στρατεύματα.
Για τον τρόπο του θανάτου του κυκλοφόρησαν πολλές εκδοχές. Αυτοκτόνησε στις 30 Νοεμβρίου 1822 για να προλάβει το έργο θανάτωσής του από απεσταλμένους του σουλτάνου; Αποκεφαλίσθηκε στους στρατώνες της Λάρισας όπως αναφέρει ο Φαρμακίδης;[1] ή όπως κυκλοφορούσε ευρύτατα στη Λάρισα η φήμη ότι κατά την τελετή της κηδείας του ήταν ακόμα ζωντανός, την παρακολούθησε και μετά αυτοκτόνησε; Πάντως οι ιστορικές πηγές της Τουρκίας αναφέρουν ότι ο θάνατος του Χουρσίτ πασά οφειλόταν σε παθολογικά αίτια. Λίγες ημέρες μετά τον θάνατό του, την κηδεία και τον ενταφιασμό, απεσταλμένοι του σουλτάνου κατέφθασαν στη Λάρισα, ξέθαψαν το πτώμα, απέκοψαν το κεφάλι του, το τοποθέτησαν σε αργυρή λεκάνη και το μετέφεραν στα ανάκτορα του σουλτάνου στην Κωνσταντινούπολη[2].
Για ένα διάστημα καθώς τα χρόνια περνούσαν ο τάφος του είχε τελείως ξεχασθεί, ιδίως μετά την απελευθέρωση της Λάρισας, καθώς ο χώρος είχε περιέλθει σε Έλληνα ιδιώτη. Το 1891 ανακαλύφθηκε τυχαία στον Πέρα μαχαλά, από τον Κων. Λιβανό, επίσημο διερμηνέα της τουρκικής γλώσσας στα ελληνικά δικαστήρια. Σε άρθρο του σε τοπική εφημερίδα περιέγραψε το ιστορικό της ανεύρεσής του[3]. Έκτοτε στους περίοικους ήταν γνωστός ως «τάφος του πασά» και μέχρι το 1940 διατηρείτο σε σχετικά καλή κατάσταση. Μεταπολεμικά από αδιαφορία και σύληση του οικοδομικού του υλικού, άρχισε σιγά-σιγά να καταστρέφεται. Πάντως μέχρι το 1962 μπορούσε κανείς να διακρίνει καθαρά ορισμένα τμήματα του τάφου του.
 [1]. Φαρμακίδης Επαμεινώνδας, Η Λάρισα, από των Μυθολογικών χρόνων μέχρι της προσαρτήσεως αυτής με τη Ελλάδα (1881), Βόλος (1926) σελ. 225-226.
[2]. Αβραμόπουλος Μιχαήλ – Βουτσιλάς Βασίλειος, Λάρισα, Αύγουστος 1962, σελ.53.
[3] «Τον τάφον του Χουρσίδ, ένθα το ακέφαλον σώμα του αναπαύεται, και τον οποίον τυχέως εύρον ημέραν τινα περιπατών επί των οχθών του Πηνειού, κείται επί της αριστεράς όχθης του ποταμού τούτου, ολίγα βήματα αριστερά της γεφύρας, εντός επίτηδες περιτοιχισμένου ασφαλώς περιβόλου με παράθυρα, δια σιδηρών κιγκλίδων… Τελευταίον ήρχισε να καταστρέφηται ο τάφος, όστις κατ’ εμέ έχει πολλήν την αξίαν δια τον περιηγητήν και εν γένει τον φιλίστορα, θα καταστή δε μεγαλειτέρα η αξία του δια της παρελεύσεως του χρόνου», εφ. «Σάλπιγξ», Λάρισα, φύλλο της 14ης Φεβρουαρίου 1891

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Μια ακόμα διαδρομή


Μια ακόμα διαδρομή
Τα σημαντικά στη ζωή δεν είναι αυτά που συμβαίνουν,
αλλά εκείνα που θυμάσαι-και πώς τα θυμάσαι.
(Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες)

Τώρα που τελειώνει αυτή η μικρή σειρά των άρθρων με τις θύμησες των παιδικών και εφηβικών μας χρόνων από μια στρατοκρατούμενη Λάρισα (έδρα του Β’ Σώματος Στρατού), η οποία ακόμα μετρούσε τις βαθιές πληγές ενός καταστροφικού πολέμου, του ισχυρού σεισμού του 1941 και ενός αιματηρότατου εμφυλίου, θα γυρίσουμε λίγο πίσω, στο πρώτο απ’ αυτά (Τα αντίδωρα της διαδρομής, ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, 23-1-2018), όπου, εκεί, λέγαμε για τα «σημεία», που συναντούμε στις διαδρομές μας.
Με το συμμάζεμα λοιπόν, αυτών των σημείων-αντίδωρων, ως «φορέων» επενδυμένων συναισθημάτων, φαίνεται τώρα καθαρότερα, πως οι μικρές αυτές ψηφίδες του πολύχρωμου ψηφιδωτού μας, τα σκόρπια αυτά σημεία και τόσα άλλα που δεν αναφέρθηκαν εδώ, «χτίζουν», όντως, την περιπετειώδη ιστορία της ύπαρξής μας και καθορίζουν την πορεία και την ποιότητα της συναισθηματικής ζωής μας.
Μιας κι αναφερθήκαμε όμως στον εμφύλιο, πιστεύουμε, πως θα ήταν χρήσιμο να πούμε, ότι την περίοδο 1946-1949, στο λόφο του Μεζούρλου (σήμερα αύλειος χώρος με τα πεύκα του Διαχρονικού Μουσείου της πόλης), έπεσαν νεκροί από τις σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος του ελληνικού στρατού, εκατοντάδες νέοι ανθρωποι-συμπολίτες μας, επειδή πίστεψαν σ’ έναν άλλο κόσμο, καλύτερο, κατά τη γνώμη τους. Ας μην τα σκαλίζουμε τώρα αυτά, δεν είναι της στιγμής… Ο μεγαλύτερος αδελφός μου, ο Μίνως, μου’ λεγε, πως ο πατέρας μας, όταν ακούγονταν αυτοί οι πυροβολισμοί, στο Μεζούρλο, τον έβγαζε έξω απ’ το σπίτι μας, στην οδό Καραθάνου, για ν’ ακούσει κι αυτός, ενώ εγώ, νήπιο τότε, δεν καταλάβαινα τίποτα.
Θα πάρουμε πάλι την οδό Ελευθ. Βενιζέλου (πρώην Μακεδονίας), ή αλλιώς, την οδό των Παντοπωλείων, όπως εμείς την ονομάσαμε, λόγω της συγκέντρωσης πολλών τέτοιων καταστημάτων «αποικιακών ειδών» ή εδωδίμων (φαγώσιμων), θα φτάσουμε μπροστά στο Α’ Αρχαίο Θέατρο, θα στρίψουμε αριστερά, στην οδό Αλεξ. Παπαναστασίου ή όπως την ονομάζουμε εμείς, ΑρχαίουΘεάτρου, (το τμήμα μέχρι την οδό Κύπρου), θα συναντήσουμε την οδό Κ. Κούμα, την οδό των μπουτίκ και κάπου στο μέσο της, θα τερματίσουμε, τη σύντομη, αυτή τη φορά, διαδρομή μας.
Θα προσπεράσουμε τα δέκα παντοπωλεία (Χατζηευθυμίου, Ζαφειρόπουλου, Θεμελή, Σούκου, Αρσενίδη-Παπουλιάκου, Αφών Αγραφιώτη, Καραμήτσου, Τσακαβίτη, Αφών Μητσιού), που ήταν σκορπισμένα σε όλο σχεδόν το μήκος του δρόμου και απ’ τις δυο πλευρές, τα εμπορικά καταστήματα κι εκείνα του χονδρικού εμπορίου (Φάϊς, Λεβή, Ιωαννίδη, Κούβαρου, Αλεξάνδρου, Παπαγιάννη (υπόγειο), κ.α), θα σταθούμε μπροστά στο Α’ Αρχαίο Θέατρο και θα κοιτάξουμε γύρω μας. Από τη γωνία των παιδικών , «η Μέλισσα», τότε κατάστημα υποδημάτων του Κουτσοχερίτη, αρχίζει η οδός Ηφαίστου, με όλα τα είδη του… εμπορίου σε όλο το μήκος της-αφού αργά, τις νύχτες, όταν έκλεινε η αγορά και έσβηναν τα φώτα, ο ανδρικός πληθυσμός, επισκέπτονταν, ανεβαίνοντας δυο-δυο τα σκαλοπάτια, τα «σπίτια» της εφήμερης και… επείγουσας διασκέδασης.
Ο πλανόδιος έμπορος-αργυροχρυσοχόος, ο Πάρδος, στημένος πίσω απ’ το αυτοσχέδιο βιτρινάκι, με μια ζυγαριά ακριβείας πάνω του, πουλούσε και αγόραζε χρυσό κι ασήμι ή τα αντάλλαζε, ενώ εμείς, που περνούσαμε από’ κει, κοιτάζαμε με απορία.
Μπαίνοντας στην Αλεξ. Παπαναστασίου, θυμηθήκαμε, ότι στη θέση του σημερινού ξενοδοχείου, Divani Pallace, στον πρώτο όροφο του διώροφου κτηρίου, εκείνη την δύσκολη περίοδο της Αποστασίας και των Ιουλιανών του 1965, ανεβαίναμε στα γραφεία της «Ένωσης Κέντρου», για να πληροφορηθούμε, από πρώτο χέρι, τα καθέκαστα.
Απέναντι ακριβώς, στο ζαχαροπλαστείο του Βρετόπουλου, βλέπαμε, ενώ πηγαίναμε βόλτα στο «Αλκαζάρ» ή στο φρούριο, τα μαρμάρινα τραπέζια, να είναι γεμάτα από κόσμο της «καλής» κοινωνίας, που απολάμβανε το γλυκό ή τον καφέ του χαζεύοντας τους περαστικούς.
Στη διασταύρωση με την οδό Κύπρου, ο τροχονόμος που ρύθμιζε την κυκλοφορία, χαμένος μέσα στα κουτιά με τα δώρα, κυρίως τις ημέρες των εορτών, σήκωνε τα χέρια και το κεφάλι του για να τον βλέπουν οι οδηγοί…
Πίσω, στη θέση του σημερινού «Σπιτιού του Στρατηγού», θυμόμαστε, το γήπεδο του μπάσκετ, όπου κάπου-κάπου συναντιόμασταν οι φίλοι, για να παίξουμε και να συμμετέχουμε στις δραστηριότητες του Σώματος των Ελλήνων Προσκόπων. Δίπλα απ’ το κτήριο της Εθνικής Τράπεζας, ο θερινός κινηματογράφος, «Τιτάνια», με τις ποιοτικές ταινίες που πρόβαλε, ήταν γεμάτος από κόσμο, κάθε βράδυ, ενώ απέναντι, οι καλογυαλισμένες άμαξες, με τα όμορφα άλογα, περίμεναν τους πελάτες, οι οποίοι, τελευταία, προτιμούσαν τις λιμουζίνες των ταξί, που πρόσφεραν μεγαλύτερη άνεση και πολυτέλεια. Στην αρχή της οδού Κούμα, το ζαχαροπλαστείο του Μέγα, δίπλα το καφενείο «Πανελλήνιον», όπου παρακολουθούσαμε γνωστούς παίχτες του μπιλιάρδου και δεινούς σκακιστές (Καρδομωτές, Πηλέας Μακρής κ.α.), το «Μικρό Ολύμπιο», στέκι τότε της φοιτητικής νεολαίας και το Ανθοπωλείο του Πετρίδη με την παιδική χαρά και το Καρουζέλ, πίσω (Δικαστικό Μέγαρο σήμερα), κάλυπταν την νότια πλευρά της Κεντρικής Πλατείας. Θυμάμαι, στα χαμηλά κτήρια αυτού του οικοπέδου, την έκθεση σκιτσογραφίας του πολυβραβευμένου Φωκίωνα Δημητριάδη, ο οποίος μας «ξεναγούσε» στα απλωμένα σε μεγάλες επιφάνειες σκίτσα, του με θέματα από την τότε πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα.
Ακριβώς πίσω, γωνία Μ. Αλεξάνδρου-Παπακυριαζή, ήταν το φαρμακείο του Επιτρόπου, απ’ όπου αγόραζα το μουρουνέλαιο (ψαρόλαδο) για μένα και τα’ αδέλφια μου. Τι μαρτύριο κι αυτό… Όταν μας το έδινε η μητέρα μας, πάντα με το ζόρι, πιάναμε τη μύτη μας…
Στη γωνία Κούμα-Μ. Αλεξάνδρου (σήμερα κατάστημα προϊόντων ζαχαροπλαστικής-Αρτοποιίας), ήταν το κινηματοθέατρο, «Ορφεύς», που έπαιζε τις καλύτερες ταινίες και φιλοξενούσε τους καλύτερους θιάσους της Αθήνας, ενώ απέναντι, στην άλλη γωνία, στο εστιατόριο «Ερμής», έτρωγαν οι ντόπιοι λεφτάδες και οι ματσωμένοι επισκέπτες της πόλης…
«Έδωσα ένα πολύ προσωπικό, λιγάκι αυτοβιογραφικό τόνο στις γραμμές αυτές. Αν είναι ελάττωμα, παρακαλώ τους αναγνώστες, να με συγχωρήσουν. Αλλά, γιατί να είναι ελάττωμα; Η προσωπική μνήμη μπορεί κι αυτή να στήσει μνημεία. Και τα μνημεία αυτά, είναι, ίσως καμιά φορά πιο αληθινά από όσα στήνονται-προπάντων, από όσα στήνονται κατά παραγγελίαν-στις δημόσιες πλατείες (…) Ας ακούγεται πότε-πότε η καρδιά στους καιρούς μας, καιρούς που έγιναν πολύ αφηρημένοι, ίσως εξωπροσωπικοί, ίσως εξωανθρώπινοι». (Παναγιώτη Κανελλόπουλου. Μάρκος Αυγέρης, ο φίλος μου).
Φιλολογική Πρωτοχρονιά, 1977, σελ. 13
*Η φωτογραφία του κειμένου είναι από το βιβλίο, ΛΑΡΙΣΑ, των Μ. Αβραμόπουλου-Β. Βουτσιλά, 1962
* Του Τάσου Πουλτσάκη