Δευτέρα 12 Απριλίου 2021

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Ενα άγνωστο χαρακτικό της παλιάς Λάρισας


Απεικόνιση της Λάρισας στην περιοχή της γέφυρας και του Λόφου της Ακρόπολης.  Χαρακτικό των μέσων του 19ου αιώνα Απεικόνιση της Λάρισας στην περιοχή της γέφυρας και του Λόφου της Ακρόπολης. Χαρακτικό των μέσων του 19ου αιώνα

Η Λάρισα λόγω της κεντρικής της θέσεως στον ελλαδικό χώρο, κατά την τουρκοκρατία ήταν ένα από τα μεγαλύτερα αστικά κέντρα ολόκληρης της περιοχής, με πολύ μεγάλο αριθμό κατοίκων και ακόμα μεγαλύτερο αριθμό στρατευμάτων.

Η πόλη ήταν πολυφυλετική. Βέβαια οι περισσότεροι των κατοίκων της ήταν μουσουλμάνοι, αλλά υπήρχαν και αρκετοί χριστιανοί, εβραίοι, αθίγγανοι και νέγροι. Όλοι αυτοί αποτελούσαν το δυναμικό της πόλης, και κάθε φυλή εκτός από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ζωής της, είχε και τις δικές της επαγγελματικές ικανότητες. Η Λάρισα ως πόλη δεν είχε να επιδείξει τίποτα το ιδιαίτερο. Μπορεί από μακριά να είχε όψη τερπνή, επειδή είχε σαν φόντο το βουνό των Θεών, τον Όλυμπο, τον γειτονικό της Κίσσαβο με την κωνική κορυφή του και τους άφθονους υψηλόκορμους μιναρέδες των τουρκικών τζαμιών, αλλά όταν έμπαινε κάποιος μέσα στην πόλη δεν έβλεπε παρά μόνο μια σειρά από μικρές καλύβες και ανάμεσά τους μπορεί να πρόβαλλε και κάποια μεγάλη κατοικία, ένα τούρκικο κονάκι. Η απορία όλων των ταξιδιωτών ξένων και Ελλήνων όταν αντίκριζαν τη Λάρισα ήταν μία και μόνη, ότι δεν είχε μεγάλα και πολυώροφα κτίσματα, όπως άλλες πόλεις του δικού της δυναμικού που συναντούσαν σε άλλες χώρες. Η απορία τους λυνόταν όταν μάθαιναν ότι η περιοχή είναι σεισμογενής. Κάτι μάθανε τώρα τελευταία οι πολύ νεότεροι στην ηλικία για την προαιώνια μοίρα της περιοχής, με τα ρήγματα, τις πλάκες και τις δονήσεις…
Ψήγματα ομορφιάς μπορούσε να αντικρύσει κανείς μόνο στην περιοχή της γέφυρας με τον μυθικό Πηνειό να ρέει ακατάπαυστα, τον Λόφο με την πυκνή δόμηση και τα μεγάλα μουσουλμανικά ιδρύματα της περιοχής. Αυτός είναι και ο λόγος που ενώ πέρασαν από την πόλη μας εκατοντάδες περιηγητές που συνοδεύονταν από ισάριθμους σχεδόν καλλιτέχνες οι οποίοι την απεικόνισαν, δεν έχουμε απόψεις από το εσωτερικό της Λάρισας. Όλες σχεδόν έχουν την ίδια άποψη και μόνο ορισμένες απεικονίζουν πάλι τον Πηνειό, αλλά στην περιοχή όπου αργότερα κτίστηκε το Δημοτικό Νοσοκομείο της πόλης.
Η σημερινή εικόνα είναι μία από τα ίδια που έχουμε δημοσιεύσει και άλλες φορές. Την καταγράφουμε γιατί ήταν μέχρι τώρα άγνωστη και είναι παλιά. Τονίζει κάποια ενδιαφέροντα σημεία του τοπίου, αλλά επιβεβαιώνονται και ορισμένες αυθαιρεσίες καταγραφής που μόνο στη φαντασία του χαράκτη μπορούν να αποδοθούν. Ο χαράκτης στάθηκε στη δεξιά όχθη του Πηνειού, περίπου στη θέση όπου υπάρχει σήμερα η δεύτερη νέα οδική γέφυρα και κοίταξε το δυτικό τμήμα της Λάρισας. Αλλά ας μελετήσουμε την εικόνα με τη σειρά.
-Στο αριστερό άκρο της υπάρχει μια ομάδα επιβλητικών σε αρχιτεκτονική κτιρίων, τα οποία βρίσκονται πάνω στην αριστερή όχθη του Πηνειού, αμέσως μετά την έξοδο από τη γέφυρα. Ανήκουν στον Μεβλεβιχανέ, ο οποίος ήταν τεκές των Μεβλεβήδων. Αν θα θέλαμε δηλαδή να τον παραλληλίσουμε με τον χριστιανισμό, ήταν μια μονή του μουσουλμανικού τάγματος των στροβιλιζόμενων δερβίσηδων, οι οποίοι είχαν πάρει την ονομασία αυτήν από μια ειδική τελετουργία, η οποία τους χαρακτήριζε [1]. Εκεί κοντά ήταν και ο τάφος του Χουρσίτ πασά. Από τα μέσα του 19ου αιώνα ο τεκές των Μεβλεβήδων άρχισε οικοδομικά να φθίνει και τελευταία ελάχιστα υπολείμματά του ανιχνεύονται στη δεκαετία του 1880.
-Για τη γέφυρα έχουμε να προσθέσουμε ότι κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας το κατάστρωμά της δεν ήταν επίπεδο, αλλά στο κέντρο περίπου της διαδρομής του, δηλαδή στο ύψος του πέμπτου τόξου, το οποίο ήταν το μεγαλύτερο και ψηλότερο όλων, εμφάνιζε μια κορύφωση, η οποία στο σημερινό χαρακτικό είναι εμφανής. Είναι κάτι ανάλογο με τα άλλα ηπειρώτικα μονότοξα γεφύρια που έχουν διασωθεί και τα οποία έχουμε κατά καιρούς επισκεφθεί, με τη διαφορά ότι σ’ αυτά η κορύφωση είναι πιο έντονη λόγω του μεγάλου εύρους και ύψους του τόξου. Το 1886 στο πλαίσιο συντήρησης της γέφυρας ένα τάγμα μηχανικού του ελληνικού στρατού ανέλαβε να απομακρύνει τα ογκώδη πέτρινα στηθαία, να εξομαλύνει την ελαφρή καμπυλότητα της γέφυρας, να προσθέσει νέο οδόστρωμα και να αυξήσει σημαντικά το εύρος της [2].
-Πίσω από τη γέφυρα στο βάθος, ο ζωγράφος απεικόνισε τον Κίσσαβο, την Όσσα των αρχαίων. Είναι χαρακτηριστικό ότι κανείς από τους ζωγράφους που απεικόνισαν την πόλη από το σημείο αυτό δεν λησμόνησε να καταγράψει τη χαρακτηριστική κωνοειδή μορφή του.
—Στη συνέχεια διαγράφεται ο Λόφος της Ακρόπολης. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι μια μεγάλη ομάδα κτιρίων καταλαμβάνει ολόκληρο το ύψωμα. Μικρά και μεγάλα, διώροφα και τριώροφα έχουν καταλάβει τα πρανή του Λόφου, τα οποία λόγω της ιδιομορφίας του εδάφους η πλευρά που βλέπει στο ποτάμι είναι πολυώροφη. Όλα αυτά αποτελούν τον Τρανό μαχαλά, ο οποίος ήταν ως επί το πλείστον χριστιανική συνοικία και είναι τόσο στενή η επαφή των σπιτιών με τα διπλανά, ώστε να μη διακρίνεται καμιά ρυμοτομία και μόνο αόρατα, στενά και λοξά λιθόστρωτα σοκάκια να διασχίζουν την περιοχή. Ο χαράκτης δεν ζωγράφισε τον μητροπολιτικό ναό του Αγ. Αχιλλίου, γιατί ήταν μια απλή ξυλόστεγη χαμηλή βασιλική και καθώς ήταν κτισμένη 3-4 σκαλοπάτια κάτω από το επίπεδο του εδάφους, κατά παραγγελία των Οθωμανών ώστε να μη διακρίνεται από μακριά, χάνεται ανάμεσα στα υπόλοιπα κτίσματα. Μετά την απελευθέρωση, διά νόμου κατεδαφίστηκαν όσα κτίσματα κάλυπταν τον ναό και στα πρανή κτίστηκαν αναλληματικοί τοίχοι και ισοπεδώθηκε ο χώρος πάνω στον λόφο.
-Τελευταίο δεξιά κτίσμα είναι το τζαμί του Χασάν μπέη με τον ψηλό μιναρέ του. Εδώ ο ζωγράφος αυθαιρετεί και δεν ζωγραφίζει αυτό που βλέπει, καθώς απεικονίζει μπροστά από το τζαμί προκτίσματα σε μορφή αρχαιοελληνικού δωρικού ναού. Βέβαια η παράδοση αναφέρει ότι στους αρχαίους χρόνους στον τεχνητό αυτόν γήλοφο ήταν κτισμένος ναός της Δήμητρας, ο οποίος κατά τους βυζαντινούς χρόνους μετατράπηκε σε χριστιανικό ναό αφιερωμένο στη Σοφία του Θεού και οι Οθωμανοί τον μετέτρεψαν σε μουσουλμανικό τέμενος. Επίσης εντυπωσιάζει το ύψος του μιναρέ, δυσανάλογα μεγάλο και ψηλό, που δεν συνάδει με την προοπτική του σχεδίου. Μέσα στον χώρο αυτόν υπάρχει μια μεγάλη συστοιχία δένδρων (κυπαρίσσια), τα οποία δεν υπάρχουν σε άλλα σχέδια του τεμένους του Χασάν μπέη της ίδιας εποχής. Βέβαια μετά την κατεδάφιση του τεμένους το 1908 στο σημείο αυτό δημιουργήθηκε εξοχικό κέντρο με το όνομα «Καλλιθέα», το οποίο ήταν πλημμυρισμένο από πεύκα. Σήμερα δεν υπάρχουν τίποτε απ’ όλα όσα αναφέραμε, πλην του Κισσάβου βεβαίως, βεβαίως…


[1]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Η Μονή των Μεβλεβήδων. «Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα - Α’- 2014», Λάρισα (2016), σελ. 181-194.
[2]. Του ιδίου. Η Γέφυρα του Αλκαζάρ. εφ. «Ελευθερία», φύλλο της Κυριακής 19 Ιουλίου 2015.

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

 

Σάββατο 10 Απριλίου 2021

Μορφές της παλιάς Λάρισας: Φιλιππάκος ο λούστρος, Αλέκος ο κουλουράς, Μάχος ή Φον Τελεμάκ

Στη μεταπολεμική Λάρισα και μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ΄70, τότε που ο πληθυσμός της ήταν πιο μικρός και όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους, έδρασαν στο κέντρο της πόλης κάποιοι μικροπωλητές, πλανόδιοι και μη, και κάποιοι «γραφικοί» οι οποίοι υπήρξαν τεράστιες μορφές της τοπικής κοινωνίας και οι παλιότεροι θα τους θυμόνται ακόμη.

Αυτές οι μορφές της παλιάς Λάρισας σκιαγραφούν την ανθρωπογεωγραφία μιας πόλης και μιας Ελλάδας που δεν υπάρχει πια… και που για τους νεότερους φαντάζει σαν σκηνές από ασπρόμαυρη ελληνική ταινία… σαν σκηνές από το «Λίζα και η Άλλη» με την Αλίκη Βουγιουκλάκη να φωνάζει για την πραμάτεια της «τσατσάρες, τσιμπιδάκια φιλέ για τα μαλλιά»…

Αποτελούσαν μέλη μιας συγκεκριμένης κοινωνικής κάστας, της φτωχολογιάς, που έκανε επαγγέλματα που πλέον έχουν εξαφανιστεί, τον λούστρο, τον κουλουρά, τον παγωτατζή… οι οποίοι αναμειγνύονταν με τη μεσαία και την αστική τάξη καθημερινά.

Μερικοί από αυτούς υπήρξαν ιδιαίτερες περσόνες, οι γραφικοί της πόλης, που οι Λαρισαίοι τους γνώριζαν με τα μικρά τους ονόματα, τους έκαναν πλάκα με καλή διάθεση γιατί ταυτόχρονα με κάποιο τρόπο τους αγαπούσαν να τους θεωρούσαν μέρος της ζωντάνιας της παλιάς Λάρισας.

«Η πόλη που δεν έχει «τρελούς» ή τύπους έχει χάσει την ψυχή της» έγραψε ο ψυχίατρος και συγγραφέας Μάκης Λαχανάς στο βιβλίου «Η πόλις» που αποτελεί μια μυθιστορηματική ανθρωπογεωγραφία της Λάρισας.

Για κάποιες από αυτές τις προσωπικότητες έγραψε εκτός από τον Μάκη Λαχανά και ο Τάσος Πουλτσάκης σε άρθρα του στην «Ελευθερία».

Ο φωτογράφος Μίμης Γκουσγκούνης έκανε τα πορτραίτα δέκα εξ αυτών, τα οποία για πολλά χρόνια κοσμούσαν τους τοίχους στο τσιπουράδικο του Σπανού στην Πλατεία Λάου. Τα αρχείο του ανήκει πλέον στον εγγονό του και επίσης φωτογράφο Δημήτρη Γκουσγκούνη, ο οποίος παραχώρησε στο onlarissa.gr τρεις φωτογραφίες… του Φιλιππάκου του λούστρου, του Αλέκου του κουλουρά και του γνωστού Μάχου ή Φον Τελεμάκ.

Φιλιππάκος ο λούστρος

Ο Φιλιππάκος ήταν λούστρος που τον έβρισκες πάντα στην κεντρική Πλατεία.

Βερνίκωνε και γυάλιζε τα παπούτσια των περαστικών με το κασελάκι του, που μέσα έχει τα βερνίκια και βούρτσες για το γυάλισμα των παπουτσιών. Ο πελάτης άπλωνε το πόδι του στη βάση απ’ το κασέλι και όλα τα άλλα τα αναλάμβανε ο λούστρος. Δίπλωνε το μπατζάκι μη λερωθεί και έχωνε χαρτόνια από τσιγαρόκουτα στα πλάγια για να προστατέψει την κάλτσα. Ξεσκόνιζε με βούρτσα το παπούτσι, έβαζε λίγη αλοιφή από το μπουκαλάκι με το κατάλληλο χρώμα, και την άπλωνε παντού με την βούρτσα. Με ελαφρύ κτύπημα της βούρτσας στο παπούτσι έδινε το σύνθημα στον πελάτη να αλλάξει πόδι. Επαναλάμβανε την διαδικασία και επέστρεφε στο πρώτο για να του δώσει το τελικό γυάλισμα με πανί και με ειδική αλοιφή, το «ευρωπαϊκό» όπως το έλεγαν…

«Στην κεντρική πλατεία, εκεί που σήμερα βρίσκονται τα στέγαστρα της αφετηρίας-στάσης των αστικών λεωφορείων, ήταν παρατεταγμένοι οι λούστροι με τα καλαίσθητα κασελάκια τους, οι οποίοι, χτυπώντας τα με τις βούρτσες τους, καλούσαν τους περαστικούς για ένα περιποιημένο βάψιμο-γυάλισμα των σκονισμένων παπουτσιών τους. Θυμάμαι μερικούς τύπους απ’ αυτούς, όπως τον Φιλιππάκο, τον Α…τα…τα και τον… οικότροφο της Λέσχης των Αξιωματικών, τον Ταξίαρχο, με την μακριά στρατιωτική Χλαίνη, χειμώνα-καλοκαίρι, να διαπληκτίζεται με τους λούστρους» γράφει σχετικά ο Τάσος Πουλτσάκης σε άρθρο του στην «Ελευθερία».

Αλέκος ο κουλουράς

Ο Αλέκος ο κουλουράς ήταν πλανόδιος πωλητής κουλουριών τότε που στη Λάρισα δεν υπήρχαν street café και πολυτελείς φούρνοι…

Κυκλοφορούσε στους εμπορικούς δρόμους της πόλης με μια τάβλα για κουλούρια, η οποία ισορροπούσε στο κεφάλι του πάνω σε ένα χοντρό υφασμάτινο στεφάνι. Είχε μια τεράστια, άσχημη φαλάκρα…. Όταν κάποιος περαστικός ζητούσε κουλούρι, σήκωνε το χέρι του και το έπιανε δεξιοτεχνικά από την τάβλα στο κεφάλι του χωρίς να χάσει την ισορροπία του.

Τους κουλουράδες ή κουλουρτζήδες τους αποκαλούσαν εκείνη την εποχή και σιμιτζήδες από την τούρκικη λέξη «σιμίτ». Το κύριο εμπόρευμά τους ήταν το κουλούρι Θεσσαλονίκης, με δακτυλιοειδές σχήμα και πολύ σουσάμι.

Μάχος ή Φον Τελεμάκ

Ο Μάχος υπήρξε η πλέον γραφική φυσιογνωμία της πόλης. Ο ψυχίατρος και συγγραφέας Μάκης Λαχανάς τον συμπεριέλαβε στον κεφάλαιο «Ο Αγάλου» στο βιβλίο του «Η πόλις».

Παραθέτουμε αυτούσια κάποια αποσπάσματα, καθώς περιγράφουν με λεπτομέρειες τον Μάχο  ή τον Φον Τελεμάκ για τους Λαρισαίους, Τηλέμαχο για τον Λαχανά που τον γνώριζε από την παιδική του ηλικία, καθώς η οικογένειά του Τηλέμαχου, ο πατέρας του ήταν γιατρός μαιευτήρας, μετακόμισε σε ένα τρίπατο σπίτι στην οδό Ισχομάχου, στη γειτονιά που μεγάλωσε ο Μάκης Λαχανάς.

«Και τα τρία παιδιά ήταν προικισμένα. Βέβαια ο Τηλέμαχος ήταν λιγάκι παραπροικισμένος. Ήταν διαρκώς αντιρρησίας και θα έλεγα και καβγατζής. Θύμωνε εύκολα, αποσύρονταν από τα παιχνίδια και απομονώνονταν. Ανέβαινε πάνω στο τρίτο πάτωμα, που ήταν χωρίς έπιπλα, κι εκεί είχε εγκαταστήσει το βασίλειο των φαντασιώσεών του. Μάθαινε με ευκολία γλώσσες, χωρίς βέβαια σύστημα, κι είχε και ένα βιολί. Πολλές φορές έμενε πάνω στο τρίτο πάτωμα σχεδόν ολόκληρη τη μέρα γρατζουνώντας φρικτά το βιολί του (…) Έπειτα για να μας εντυπωσιάσει, ντυνόταν κάπως παράξενα. Κρεμούσε διάφορα πράγματα από τα ρούχα του και μας μιλούσε ατελείωτα με τα δικά του γερμανικά. Κυριαρχούσε η λέξη «φαφλούχτεν», μπορεί και να μην ήξερε την έννοιά της, του άρεσε όμως ο σκληρός ήχος της λέξης.

Αργότερα αυτές οι εμφανίσεις γινόταν και στο Γυμνάσιο. Τότε άρχισε να γίνεται δραματική η κατάσταση.  Οι μαθητές τον προγκάριζαν, τον ερέθιζαν, του έκανα διάφορες πλάκες, του έπαιρναν τα μετάλλια που είχε κρεμασμένα, – που τα βρισκε τόσα μετάλλια; Στην τάξη διαμαρτύρονταν στον καθηγητή, αυτός βρισκόταν σε δύσκολη θέση να απαντήσει στις παράξενες ερωτήσεις του, τελείωνε το μάθημα και άντε πάλι απ΄ την αρχή με τον Τηλέμαχο. Ήταν αυτός και κανείς άλλος, που είπε ότι ονομάζεται «Φον Τελεμάκ», είχε προφανώς ανακαλύψει ότι το «Φον» ήταν τίτλος ευγενείας στη Γερμανία. Κι έκτοτε έμεινε· «Φον Τελεμάκ».

Αργότερα άρχισε να μην μπαίνει στην τάξη. Καθόταν στο προαύλιο ή μονολογούσε ή έκανε κουβέντα με τους περαστικούς, συζητούσε καλά, είχε μυαλό ξυράφι. Κι όσα μαθαίναμε εμείς στο σχολείο έπειτα τα διάβαζε σπίτι του κι ήταν έτοιμος να μας τα πει, να μας κάνει ερωτήσεις, να συμπληρώσει. Όταν ήρθαν οι Γερμανοί, προσπάθησε να κολλήσει σε αυτούς, γιατί το πάθος του ήταν τα γερμανικά. Αυτοί στην αρχή τον πήραν στα σοβαρά, έπειτα όμως τον απόδιωξαν. Επέστρεψε στο προαύλιο του Γυμνασίου, δεν έμπαινε στην τάξη.

Ντυνόταν με πολύχρωμα ρούχα, φορούσε μετάλλια και γενικά η προσωπικότητά του άρχισε να «αποδομείται». Στο σπίτι δεν του έδινα σημασία. (…) Ο «Φον Τελεμάκ» όδευε προς την ψύχωση, χωρίς όμως ίχνος επιθετικότητας. Αμύνονταν μονάχα, όταν τα παιδιά, και οι μεγάλοι ακόμα, του ρίχνονταν. Όταν πέρασαν τα χρόνια, παγιώθηκε η κατάστασή του, ήταν ο «Φον Τελεμάκ», έγινε αποδεκτός στις παρέες, τον κερνούσαν κρασί, ποτά, έλεγε έξυπνες αρλούμπες, οι άλλοι γελούσαν, έσπαζαν πλάκα. Του ΄δωσαν κι άλλα επίθετα και ο Τηλέμαχος πάχυνε, ασχήμυνε, φορούσε χοντρά, μυωπικά γυαλιά, ήταν κοντός, και γυρόφερνε μόνος του προς γενική τέρψη των λογικών.

Καθιερώθηκε πλέον σαν τύπος της πόλης. Το πιστεύω ακράδαντα. Η πόλη που δεν έχει «τρελούς» ή τύπους έχει χάσει την ψυχή της. Ο Τηλέμαχος ήταν ένα κομμάτι της ψυχής της πόλης. Τώρα η πόλη δεν έχει τρελούς ούτε τύπος να περιφέρονται στην αγορά. Η πόλη έχει χάσει την ψυχή της. Η πόλη έχει τέσσερις ψυχιατρικές κλινικές. Αρκετές για να φιμώσουν την ψυχή της πόλης. Πότε πέθανε ο Τηλέμαχος; Ήταν συνομήλικός μου. Πάντως έφυγε, Ησύχασε. Κι ο κόσμος ησύχασε».

Εύη Μποτσαροπούλου

 

Τρίτη 6 Απριλίου 2021

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Παρέλαση στη Λάρισα το 1938


Οκτώβριος 1938. Παρέλαση τμημάτων της ΕΟΝ κατή τη διάρκεια της δικτατορίας  του Ιωάννη Μεταξά ενώπιον γλυπτού πορτραίτου του βασιλιά Κωνσταντίνου.  Η πορεία βρίσκεται έξω από το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας. Συλλογή Θανάση Μπετχαβέ. Οκτώβριος 1938. Παρέλαση τμημάτων της ΕΟΝ κατή τη διάρκεια της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά ενώπιον γλυπτού πορτραίτου του βασιλιά Κωνσταντίνου. Η πορεία βρίσκεται έξω από το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας. Συλλογή Θανάση Μπετχαβέ.

Η σημερινή εικόνα αποτυπώνει τις λεπτομέρειες παρέλασης η οποία πραγματοποιήθηκε στις 9 Οκτωβρίου του 1938[1] στη Λάρισα με την ευκαιρία της αποκάλυψης του μεγάλου ανδριάντα του βασιλιά Κωνσταντίνου Α’, νικητή των Βαλκανικών Πολέμων, στο πεδίον του Άρεως στη Αθήνα. Την ίδια μέρα σε όλες τις μεγάλες πόλεις της χώρας πραγματοποιήθηκαν ανάλογες εκδηλώσεις, για να τιμήσουν τον βασιλιά, η σορός του οποίου είχε μεταφερθεί στην Ελλάδα το 1936 και ενταφιάστηκε στο Τατόι[2].


Οι παρελαύνουσες βρίσκονται στο ύψος του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας στην Κεντρική πλατεία και αποδίδουν τιμές σε λευκό γλυπτό πορτραίτο του βασιλιά Κωνσταντίνου, τοποθετημένο σε ψηλή βάση, στο κάτω μέρος της οποίας διακρίνονται τα στεφάνια τα οποία κατατέθηκαν πιο πριν από τους επισήμους. Η προτομή είναι στημένη επί τετράγωνης λευκής εξέδρας και παραστάτες της είναι δύο εύζωνοι. Στη φωτογραφία απεικονίζεται ένα γυναικείο τμήμα της ΕΟΝ (Εθνική Οργάνωση Νεολαίας)[3], που είχε ιδρύσει ο δικτάτορας Ιωάννης Μεταξάς στο πρότυπα των ναζιστικών νεολαιών. Είναι οι λεγόμενες φαλαγγίτισσες.
Οι επίσημοι στέκονται όρθιοι στο πεζοδρόμιο έξω από την Τράπεζα και ο φακός συνέλαβε στην άκρη αριστερά μόνον δύο εξ αυτών, τον μητροπολίτη Λαρίσης Δωρόθεο[4] και δίπλα του ένα άλλο επίσημο άτομο με βελάδα και ημίψηλο καπέλο, το οποίο εκπροσωπούσε την κυβέρνηση, προφανώς τον Νομάρχη. Δήμαρχος Λαρίσης την περίοδο εκείνη ήταν ο Στυλιανός Αστεριάδης, ο οποίος μαζί με τους υπόλοιπους επισήμους είναι εκτός φωτογραφικού πλάνου. Κοντά στον φακό διακρίνεται και ένα άλλος εύζωνας, ο οποίος παριστάνει τον δείκτη για τους παρελαύνοντες.
Η ημέρα είναι ηλιόλουστη, ο κόσμος έχει κατακλύσει πεζοδρόμια παράθυρα και πόρτες και η επισημότητα εμφανής. Με την ευκαιρία αυτή έχουμε τη δυνατότητα να παρατηρήσουμε τη φωτογραφία και να μελετήσουμε λεπτομέρειες από το υπέροχο προπολεμικό κτίριο της Εθνικής Τράπεζας. Μόλις διακρίνεται το προστώο της εισόδου στο ισόγειο με τα τρία συμμετρικά ανοίγματα, καθώς και τα υπόλοιπα νεοκλασικά στοιχεία με τα οποία ήταν κοσμημένη. Τη μελέτη του έργου κατασκευής του κτιρίου είχε εκπονήσει ο περίφημος πολιτικός μηχανικός των Αθηνών Νικόλαος Μπαλάνος, ενώ τα εγκαίνια είχαν γίνει τον Ιούνιο του 1907 και όπως αναφέρει ο τοπικός τύπος το οίκημα αποτελούσε «λαμπρόν μέγαρον, το οποίον ιδίαις δαπάναις η Τράπεζα ωκοδόμησεν». Ολόκληρο το οικοδόμημα ήταν μια τριώροφη οικοδομή με υπόγειο. Το ισόγειο φιλοξενούσε τα γραφεία και τις διάφορες υπηρεσίες της Τράπεζας, στον επάνω όροφο βρισκόταν η κατοικία του διευθυντού, ενώ ο τρίτος όροφος αποτελούνταν από επίμηκες υπερώο, με τριγωνική αετωματική πρόσοψη, το οποίο κάλυπτε μέρος του όλου εμβαδού. Όλη όμως η ομορφιά του κτίσματος επικεντρωνόταν στο νεοκλασικό προστώο του το οποίο έβλεπε προς την πλευρά της πλατείας. Μετά τον σεισμό του 1941 το υπερώο καταστραφέν, κατεδαφίστηκε και τη δεκαετία του 1960 κατεδαφίστηκε και το υπόλοιπο κτίριο, αληθινό κόσμημα, για τα τότε δεδομένα της Λάρισας, για να κατασκευαστεί ο σημερινός άγευστος αισθητικά τεράστιος τσιμεντένιος κύβος, επενδεδυμένος με μάρμαρα, που αντικρίζουμε.
Περισσότερα στοιχεία μπορεί να μας δώσει η φωτογραφία για το άλλο, το διπλανό κτίριο. Πρόκειται για γωνιαίο κτίριο που βασίζεται στο προνόμιο να έχει πρόσοψη σε τρεις δρόμους, Ακροπόλεως (Παπαναστασίου), Αλεξάνδρας (Κύπρου) και Απόλλωνος. Είναι διώροφο. Στο ισόγειο λειτούργησε ένα από τα μεγαλύτερα και μακροβιότερα καταστήματα τροφίμων και αποικιακών ειδών της Λάρισας από τις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι το 1941. Ιδρύθηκε από τον Κωνσταντίνο Μακρυγιάννη και λόγω της καταγωγής του από την Κρήτη ήταν γνωστός και ως «Κρητικός».
Πριν εγκατασταθεί σ’ αυτό το κατάστημα, ο Κώστας Μακρυγιάννης διατηρούσε ακριβώς απέναντι μεγάλη αποθήκη κρασιών, με τα οποία εφοδίαζε πολλά ξενοδοχεία φαγητού (εστιατόρια) και ταβέρνες της Λάρισας. Όταν όμως ανεγέρθηκε η διώροφη οικοδομή στη γωνία των οδών Ακροπόλεως, Αλεξάνδρας και Απόλλωνος, εγκατέλειψε την κρασαποθήκη και άνοιξε το κατάστημα αποικιακών, το οποίο είχε πρόσοψη και από τις τρεις πλευρές, με είσοδο από την οδό Απόλλωνος. Το μαγαζί αυτό συνέχισε τη λειτουργία με τους γιους του ιδρυτή του, Δημήτριο, Ιωάννη και Ρηγίνο Μακρυγιάννη. Στο ισόγειο, εκτός από το κατάστημα του Μακρυγιάννη, υπήρχαν βορειότερα και άλλα καταστήματα, τα οποία κατά καιρούς άλλαζαν χρήση και ενοικιαστή.
Στον επάνω όροφο του ίδιου κτιρίου στεγάσθηκε το Ξενοδοχείο «Όλυμπος» του Χαράλαμπου Βουζίκα. Αρχιτεκτονικά στο εξωτερικό του το κτίριο ακολουθούσε τον ρυθμό της εποχής, τον νεοκλασικό. Διέθετε κομψούς εξώστες με σιδερένια κιγκλιδώματα, στηριγμένους σε γλυπτά μαρμάρινα φουρούσια, παραστάδες γύρω από τα ανοίγματα, και άλλα ήπια αρχιτεκτονικά στοιχεία, όπως σχεδόν όλα τα κτίρια της Πλατείας Θέμιδος (Κεντρική πλατεία), κατά την προπολεμική περίοδο. Η κεντρική είσοδος του ξενοδοχείου βρισκόταν επί της οδού Ακροπόλεως. Το τμήμα του κτιρίου αυτού που διακρίνεται στη φωτογραφία είχε άσχημο τέλος. Κατά τον ιταλικό βομβαρδισμό της 21ης Δεκεμβρίου 1940 μια εχθρική βόμβα έπεσε επάνω στη στέγη του, η οποία το μετέτρεψε σε ερείπια.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

 

[1]. Η χρονολόγηση της εικόνας συνάγεται και από την παρουσία του αποσπάσματος της Ε.Ο.Ν., της οποίας το πρώτο παράρτημα στην Ελλάδα ως γνωστόν ιδρύθηκε τον Νοέμβριο του 1937 στην Πάτρα. Βλέπε: Γρηγορίου Δαφνή. Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων (1923-1940). Αθήναι (1955), Β’ τόμ., σελ. 470.
[2]. Είναι γνωστό ότι τον Ιανουάριο του 1923 απεβίωσε σε ξενοδοχείο στο Παλέρμο της Σικελίας ο εξόριστος βασιλιάς Κωνσταντίνος και ενταφιάστηκε με ενέργειες της Ρωσίδας μητέρας του βασίλισσας Όλγας στην κρύπτη της ρωσικής εκκλησίας της Φλωρεντίας. Όταν τον Νοέμβριο του 1935 αποκαταστάθηκε η βασιλευόμενη δημοκρατία με βασιλιά τον Γεώργιο Β’, τέθηκε θέμα επιστροφής της σορού του Κωνσταντίνου στην Ελλάδα. Προς τούτο η κυβέρνηση απέστειλε το θωρηκτό «Αβέρωφ» στο Μπρίντιζι για να παραλάβει τα οστά του Κωνσταντίνου, της μητέρας του, βασίλισσας Όλγας, και της συζύγου του βασίλισσας Σοφίας, οι οποίες είχαν πεθάνει επίσης εκτός Ελλάδας. Το πλοίο κατέπλευσε στον Πειραιά στις 17 Νοεμβρίου 1936. Με επίσημη πομπή οι σοροί μεταφέρθηκαν στη Μητρόπολη Αθηνών για λαϊκό προσκύνημα διάρκειας έξι ημερών και ακολούθως, ενταφιάστηκαν στο βασιλικό κοιμητήριο στο Τατόι.
[3]. Μέσα από την Εθνική Οργάνωση Νεολαίας γινόταν συστηματική προσπάθεια διαπαιδαγώγησης και προπαγάνδας υπέρ του καθεστώτος.
[4]. Δωροθεος Κοτταράς (1888-1956). Σπούδασε Θεολογία και εν συνεχεία Νομική στην Αθήνα και τη Λειψία. Ειδικεύθηκε στο εκκλησιαστικό δίκαιο. Στις 18 Δεκεμβρίου 1922 προχειρίστηκε πρεσβύτερος και μετά δύο ημέρες χειροτονήθηκε μητροπολίτης Κυθήρων και Αντικυθήρων. Στις 15 Ιανουαρίου 1935 μετατέθηκε στη Μητρόπολη Λαρίσης και Πλαταμώνος στη θέση του αποθανόντος Αρσενίου, όπου έμεινε μέχρι στις 29 Μαρτίου 1956, όταν εκλέχθηκε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Απεβίωσε σε νοσοκομείο της Στοκχόλμης στις 26 Ιουλίου 1957 από όγκο του εγκεφάλου. Υπήρξε ικανότατος ομιλητής και η γνώμη του ήταν πάντα βαρύνουσα κυρίως επί θεμάτων εκκλησιαστικού δικαίου.

 

Πέμπτη 1 Απριλίου 2021

Ο μοναδικός χαρτογράφος μας και η πρώτη απεικόνιση της Θεσσαλίας -Α’


Χάρτης της προς την Ήπειρον και Μακεδονίαν οροθετικής γραμμής της Ελλάδος, του Μιχ. Χρυσοχόου. 1878. Χάρτης της προς την Ήπειρον και Μακεδονίαν οροθετικής γραμμής της Ελλάδος, του Μιχ. Χρυσοχόου. 1878.

Χαρτογραφία είναι η επιστήμη η οποία περιλαμβάνει εργασίες που αφορούν απεικονίσεις σε σμίκρυνση μέρους ή όλης της επιφάνειας της γης, για τη σχεδίαση χαρτών. Η χαρτογραφία είναι από τις αρχαιότερες δραστηριότητες του ανθρώπου. Από τα

πετρογραφικά τοπογραφήματα της προϊστορικής περιόδου μέχρι τη σημερινή τεχνολογική κοσμογονία, η χαρτογραφία πέρασε από διάφορες φάσεις. Η εξέλιξή της όμως κορυφώνεται από την εποχή του Πτολεμαίου μέχρι τη διάσημη Ολλανδική Σχολή του 16ου και 17ου αι. (Mercator, Ortelius) και άλλες ευρωπαϊκές σχολές (Laurenberg, Coronelli και άλλοι). Στην Ελλάδα και στον τομέα αυτόν υστερήσαμε πολύ. Ο πρώτος και μοναδικός χαρτογράφος της του 19ου αι. ήταν ο Μιχαήλ Χρυσοχόου.
Για τον Χρυσοχόου γράψαμε και άλλη φορά, για να τονίσουμε τις συγγενικές σχέσεις του με τη Λάρισα και την αποτυχημένη Θεσσαλική επανάσταση του 1878. Σήμερα και την επόμενη Τετάρτη θα ασχοληθούμε με τον πολυκύμαντο βίο του, τη σπουδαία και ιδιότυπη δράση του μοναχικού αυτού επιστήμονα και τα έργα του που έχουν σχέση με τη Θεσσαλία[1]. Οδηγός μας θα είναι άρθρο της εφημερίδας των Αθηνών «Ακρόπολις» της 5ης Απριλίου 1897, λίγες ημέρες πριν την είσοδο των Τούρκων στη Λάρισα στις 13 Απριλίου του ίδιου έτους, που συνέπεσε να είναι Κυριακή του Πάσχα, μετά την οπισθοχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων. Την εντόπισε ηλεκτρονικά ο καλός φίλος και μέλος της Φωτοθήκης Αχιλλέας Καλτσάς, μού παραχώρησε αντίγραφό του και τον ευχαριστώ πολύ. Θεωρούμε την αφήγηση πολύ λεπτομερή και κατατοπιστική [2] και για τον λόγο αυτό την αναπαράγουμε. Μη ξεχνάμε ότι η πόλη τίμησε τον Χρυσοχόου με την ομώνυμη οδό που βρίσκεται στη συνοικία του Αγ. Κωνσταντίνου, πίσω από το κτίριο του Ε’ Δημοτικού Σχολείου. Σε πολλά σημεία του κειμένου θα περιέχονται διάφορες διευκρινιστικές αναφορές, καθώς και εκτενή και άγνωστα σχόλια για ενδιαφέροντα σημεία του βίου του. Η γλώσσα του είναι απλή και κατανοητή καθαρεύουσα ώστε να μη χρειάζεται βήθεια. Ο τίτλος του δημοσιεύματος είναι «Ο μοναδικός χαρτογράφος μας» και έχει ως εξής:
«Η εν Ελλάδι Χαρτογραφία είναι βέβαιον ότι επετέλεσε τας ολιγωτέρας προόδους, αν υπάρχει δε άνθρωπος ο οποίος δύναται δικαίως να καυχηθή ότι κατόρθωσε να γίνεται λόγος εις την Ευρώπην ότι η Ελλάς έχει χάρτας υπό Ελλήνων εκπονηθέντας, είναι ο κ. Μ. Χρυσοχόου, ένας τύπος αγαθώτατος, σώμα ευμελές[3], μορφή συμπαθής η οποία στεφανώνεται από κατάλευκον κώμην και γενειάδα.
Ο κ. Μ. Χρυσοχόος εγεννήθη εις την Ζίτσαν της Ηπείρου[4] και κατά τα πρώτα, τα παιδικά του έτη, εχρημάτισεν ως υπηρέτης καφενείου, παντοπωλείου και Χανίου. Όταν έγινε δεκαπενταετής απεφάσισε να μάθη γράμματα με όλα τα γλίσχρα μέσα που διέθετε, διότι τότε ο πατήρ του διέμενεν εις την Βλαχίαν. Ετελείωσε τα σχολεία της πατρίδος του και μετέβη εις τα Ιωάννινα όπου ετελείωσε το Γυμνάσιον.
Κατ' εκείνην την εποχήν εστέλλοντο υπότροφοι εις Αθήνας των μονών της Βίτσης Προφήτου Ηλιού και Πατέρων προς ευρυτέραν εκπαίδευσιν και εστάλη και αυτός, προωρισμένος δια την Νομικήν. Αλλά μετά έν και ήμισυ έτος υποτροφίας, τα μεν κτήματα τη Μονής κατέλαβεν η Ρουμανική Κυβέρνησις, η δε παροχή της υποτροφίας διεκόπη.
Υπουργός των Οικονομικών τότε ήτο ο Ευστ. Σίμος, τον οποίον είχε γνωρίσει και ο οποίος τον διώρισεν εξηκοντάδραχμον υπάλληλον[5]. Εκ της θέσεως όμως ταύτης ταχέως προήχθη, αλλ' η επελθούσα εν τω μεταξύ έξωσις του Όθωνος και η αντικατάστασις τού Σίμου δια τού Βάλβη επέφεραν την απόλυσίν του.
Δεν είχε πλέον τι να κάμη εις τας Αθήνας και μετέβη εις το Βουκουρέστι, όπου ακουσίως του, έγινε φωτογράφος και ιδού πώς. Μίαν ημέραν ευρίσκετο εις έν βιβλιοπωλείον, όπου τυχαίως είδεν έν βιβλίον περί φωτογραφίας, το ηγόρασε και έκτοτε ησθάνθη την ανάγκην να γίνη φωτογράφος. Από την πατρικήν περιουσίαν του κάτι ολίγα πράγματα τώ έμειναν, επήρε μέρος αυτής, ηγόρασε τα αναγκαία εργαλεία και ήλθεν εις τας Αθήνας. Εδώ όμως εντρέπετο να εξασκήσει την τέχνην του και μετέβη εις το Αϊβαλί με τον πόθον να περιηγηθή όλην την Ανατολήν. Αλλά και εκείθεν ένεκα της χολέρας ηναγκάσθη να φύγη και μετέβη εις την Θεσσαλονίκην, όπου εκ της φωτογραφικής του εκέρδισεν αρκετά.
Εκεί ετεκταίνετο τότε η επανάστασις της Μακεδονίας τώ 1864. Ο Λέων Βούλγαρης εβγήκεν εις την Συκιάν της Χαλκιδικής με 80 επαναστάτας. Ο κ. Χρυσοχόου κατ' εκείνην την εποχήν είχε γίνει το κέντρον πάσης ενεργείας, εις αυτόν δε εστέλλοντο αι προκηρύξεις δια να σκορπισθούν εις την Μακεδονίαν. Αι αρχικώς όμως συνταχθείσαι προκηρύξεις είχαν μεταβληθή εις τας Αθήνας μέσω ενεργειών ενός Ρώσσου στρατηγού, όστις και όπλα και χρήματα πολλά είχε φέρει εκ Ρωσσίας προς υποκίνησιν Μακεδονικής επαναστάσεως . Αύτη η προκήρυξις έφερεν εις την αρχήν: «Εν ονόματι του Αυτοκράτορος Αλεξάνδρου πασών των Ρωσσιών, προς τους υποδούλους λαούς της Τουρκίας». Ολόκληρος δε ήτο συντεταγμένη υπό πνεύμα Ρωσσικόν. Μαζί με την προκήρυξιν ταύτην εστάλησαν και πλείσται ιεραί εικόνες εκ Ρωσσίας, προς διανομήν. Ο Χρυσοχόου εννοήσας ότι η Ρωσσία υποκινούσα την επανάστασιν επεδίωκεν ίδια συμφέροντα, τας μεν προκηρύξεις εξέσχισε, τας δε εικόνας κατέκαυσε.
Κατά την εποχήν εκείνην ήλθεν μετημφιεσμένος και είς επαναστάτης να τον ειδοποιήση ότι οι σύντροφοί του εβγήκαν εις την Συκιάν αλλά τον ηννόησαν, φαίνεται, και περιεκύκλωσαν οι νιζάμηδες[6] την οικίαν του κ. Χρυσοχόου. Εις τον λιμένα κάτω ήτο ετοίμη προς απόπλουν η «Καρτερία», δεν αργεί, εξέρχεται δι' οπισθίας θύρας, κατεβαίνει εις τον λιμένα, επιβαίνει του ατμοπλοίου και μετά τινας ημέρας ήτο εις Αθήνας.
Εδώ ήτο η Κρητική επανάστασις εις την ακμήν της. Έν από τα δραστηριώτερα μέλη τα εργαζόμενα υπέρ της Κρήτης ήτο ο εκ Βοστώνης κ. Χάους με τον οποίον εγνωρίσθη και τώ ανετέθησαν τρεις αποστολαί, των οποίων η διανομή είχεν εμπιστευθεί εις το ίδιον. Την τρίτην όμως φοράν έμεινεν εις την Κρήτην μετά των επαναστατών επί 5 μήνας, περιερχόμενος τας επαρχίας Σφακίων και Αγ. Βασιλείου. Επέστρεψε δε μόνον δια να υποβάλη αρμοδίως σχέδιον προς χρήσιν τορπιλλών, τας οποίας είχε μεταφέρει ο Αμερικανός κ. Δίξον, μετά του κ. Ροδοκανάκη. Αλλά τα Κρητικά τότε είχαν τελειώσει και μετέβη εις την Θεσσαλονίκην, όπου παρέλαβεν όσα πράγματα είχεν αφήσει και ήλθεν εις τον Βώλον και εκείθεν εις Λάρισσαν ως φωτογράφος το 1868».
(Συνεχίζεται)


[1]. Μ. Χρυσοχόου Ζιτσαίου. Ιστορική έκθεση των έργων του, εκ σελίδων 80, ημιτελής συνεπεία του θανάτου του επισυμβάντος τη 11 Μαρτίου 1921. Εν Αθήναις (1921) σελ. κα’ + 80
[2]. Προσωπικά έχω την υπόνοια ότι το κείμενο αυτό είναι γραμμένο από την αδελφή του Αμαλία Παπασταύρου-Χρυσοχόου, χωρίς να έχω κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Ήταν δασκάλα του ελληνικού σχολείου της Λάρισας κατά την τουρκοκρατία, λογία και συγγραφέας, η οποία αρθρογραφούσε συχνά σε περιοδικά και εφημερίδες των Αθηνών και της Λάρισας και είχε παντρευτεί τον συμπατριώτη της (από τη Ζίτσα της Ηπείρου και οι δύο) φαρμακοποιό Κωνσταντίνο Παπασταύρου.
[3]. Σώμα του οποίου τα μέλη είναι εύμορφα, σύμμετρα. Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης τρίτομον του Ανθίμου Γαζή, Β’ έκδοση, Βιέννη, (1835) Α’ τόμος, σελ. 784. Ο αρθρογράφος τον αναφέρει συνεχώς ως κ. Μιχ. Χρυσοχόου, διότι το 1897 που δημοσιεύτηκε το κείμενο στη εφημερίδα βρισκόταν εν ζωή.
[4]. Γεννήθηκε το 1834 και πέθανε το 1921 σε μεγάλη ηλικία.
[5]. Έκφραση υποτιμητική για την αμοιβή του υπαλλήλου.
[6]. Νιζάμης είναι στρατιώτης του τακτικού στρατού της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)

 

Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Η περιοχή των σιδηροδρομικών σταθμών 80 χρόνια πριν (1941)


Η σημερινή φωτογραφία είναι παλιά και κυρίως ιστορική. Απεικονίζει από αέρος την περιοχή των δύο σιδηροδρομικών σταθμών της Λάρισας, του Θεσσαλικού ο οποίος συνέδεε και συνδέει τη Λάρισα με την υπόλοιπη Θεσσαλία και του Διεθνούς ή Λαρισαϊκού ο οποίος συνδέει την Αθήνα με τη Βόρειο Ελλάδα.

Η λήψη έγινε από αναγνωριστικό αεροπλάνο της ιταλικής πολεμικής αεροπορίας, για ευνόητους λόγους. Οι σταθμοί αυτοί ήταν τα κέντρα εφοδιασμού και προώθησης πολεμικού υλικού και ένοπλων δυνάμεων προς το μέτωπο. Δεν έπρεπε να υπάρχουν… Μάλιστα υπάρχει και μια άλλη φωτογραφία από το ίδιο ύψος, η οποία απεικονίζει τους στόχους των ιταλικών βομβών που έπληξαν την περιοχή και τους πυκνούς καπνούς που αναδύθηκαν από τα βομβαρδισμένα σημεία. Επειδή η φωτογραφία είναι από μεγάλη σχετικά απόσταση, η τοπογραφία είναι μεν διακριτή και τα μεγάλα σε όγκο και χαρακτηριστικά κτίρια διακρίνονται με λίγη προσοχή, οι αριθμοί όμως και η αναγραφή οδών που προστέθηκαν διευκολύνουν τον προσανατολισμό. Καταβλήθηκε προσπάθεια η φωτογραφία να δημοσιευθεί σε μεγάλη ανάλυση, ώστε με τη βοήθεια μεγεθυντικού φακού να φανούν όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες. Στο κάτω μέρος της φωτογραφίας απεικονίζεται το νότιο τμήμα της Λάρισας μέχρι και την περιοχή του Θεσσαλικού Σταθμού, ενώ στο άνω μέρος η άποψη της πόλης φθάνει μέχρι το ύψος της οδού Ιουστινιανού. Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν διακρίνονται ζημιές στα κτίρια ούτε από τον βομβαρδισμό, ούτε από τον σεισμό, γεγονός που σημαίνει ότι η λήψη της φωτογραφίας πρέπει να έγινε Νοέμβριο με Δεκέμβριο του 1940. Μέσα στον χώρο αυτόν μπορούμε να εντοπίσουμε με τη σειρά τα εξής κτίσματα:
Στον αριθ. 1 στο κάτω μέρος της εικόνας διακρίνεται από ψηλά το κεντρικό κτίσμα του Θεσσαλικού σιδηροδρόμου. Η κατασκευή του σταθμού αυτού προηγήθηκε 20 και πλέον χρόνια του Σταθμού του Διεθνούς. Πολύ νωρίς μετά την απελευθέρωση της Λάρισας, στις 11 Σεπτεμβρίου 1881, υπογράφηκε η σύμβαση για την κατασκευή σιδηροδρομικής γραμμής Λαρίσης-Βόλου με εργολήπτη τον Evaristo de Chirico[1]. Χρηματοδότης ήταν ένας πλούσιος Έλληνας τραπεζίτης της Κωνσταντινούπολης, ο Θεόδωρος Μαυρομιχάλης. Στις 28 Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου (1881) πραγματοποιήθηκε στη Λάρισα η επίσημη έναρξη των έργων. Η τελετή έγινε σε χώρο «πέραν της πύλης της Φαρσάλου». Ο αγιασμός τελέσθηκε από τον μητροπολίτη Λαρίσης Νεόφυτο μέσα σε εορταστική ατμόσφαιρα. Ευχές για την ευοίωνη πορεία των έργων απηύθυναν μεταξύ των άλλων και οι επικεφαλής των δύο θρησκευτικών μειονοτήτων της Λάρισας, ο Μουφτής Μεχμέτ Εμίν Εφέντης και ο Ραβίνος Σιμών Πεσά. Η σιδηροδρομική γραμμή άρχισε να στρώνεται κατά τα τέλη του 1882, αρχίζοντας από τον Βόλο και ολοκληρώθηκε στη Λάρισα τον Ιούλιο του 1883. Είχε πλάτος μεταξύ των σιδηροτροχιών ένα μέτρο. Τα εγκαίνια της γραμμής άργησαν να γίνουν (22 Απριλίου 1884), καθώς από τη μεγάλη πλημμύρα της Λάρισας του Οκτωβρίου 1883 οι γραμμές κοντά στην πόλη είχαν υποστεί σοβαρές καταστροφές. Η κατασκευή των κτιριακών εγκαταστάσεων των σταθμών άρχισε τον Μάρτιο του 1883 και το κτίριο του σταθμού ήταν πανομοιότυπο με το αντίστοιχο του Βόλου. Επειδή το τελευταίο διασώζεται και μάλιστα άριστα συντηρημένο, αντιλαμβάνεται κανείς την ομορφιά του σταθμού του Θεσσαλικού της Λάρισας. Δεν ήταν πολύ μεγάλο σε μέγεθος, ήταν όμως εντυπωσιακό σαν κτίριο χάρη στην ιδιότυπη αρχιτεκτονική του. Ήταν ένα επίμηκες ισόγειο κτίσμα και μόνον το μεσαίο τμήμα του εμφάνιζε δεύτερο όροφο, ο οποίος στη στέγη κατέληγε σε τριγωνική μετώπη. Το τμήμα αυτό με λίγη προσοχή διακρίνεται στη φωτογραφία.
Στον αριθ. 2 στην άκρη αριστερά διακρίνεται το κεντρικό κτίριο του Διεθνούς Σταθμού. Tον Ιούνιο του 1906 υπογράφηκε η σύμβαση για την κατασκευή της επέκτασης της γραμμής από Δεμερλί προς Λάρισα και μέχρι τα τότε σύνορα στο Παπαπούλι. Το 1908 είχε ήδη λειτουργήσει η γραμμή ως τη Λάρισα και το 1909 ως το Παπαπούλι, όπου βρισκόταν μέχρι το 1912 ο συνοριακός σιδηροδρομικός σταθμός με την Οθωμανική αυτοκρατορία. Το κυρίως κτίριο του Σιδηροδρομικού Σταθμού της Λάρισας ήταν διώροφο και ολοκληρώθηκε το 1908. Η πρόσοψή του προς την πλατεία του σταθμού στολιζόταν στη στέγη του ορόφου με ένα μεγάλο ρολόι, ενώ από την πλευρά των γραμμών υπήρχε ένα τεράστιο μεταλλικό στέγαστρο, το οποίο κάλυπτε ολόκληρη την πλατφόρμα του σταθμού. Ήταν ένα όμορφο σε εμφάνιση κτίριο, με ορισμένα νεοκλασικά στοιχεία ειδικά στον όροφο. Μπροστά από την πρόσοψη ανοιγόταν ένας τεράστιος ακάλυπτος χώρος για τη στάθμευση αμαξών και αυτοκινήτων. Αργότερα στη θέση αυτή δημιουργήθηκε η μικρή πλατεία του Σταθμού.
Στον αριθ. 3 διακρίνονται οι αποθήκες, οι οποίες υπάρχουν μέχρι και σήμερα και σε άλλα σημεία του σταθμού, καθώς και άλλα βοηθητικά κτίσματα. Μετά τους σταθμούς Αθηνών και Θεσσαλονίκης, ο σταθμός της Λάρισας ήταν ο μεγαλύτερος επαρχιακός σιδηροδρομικός σταθμός της χώρας σε γραμμές, έκταση και εγκαταστάσεις[2].
Στον αριθ. 4 στη φωτογραφία μόλις αποτυπώνεται το παλιό ξενοδοχείο ύπνου της Λάρισας «Διεθνές», το οποίο υπάρχει μέχρι και σήμερα, και η μία όψη της βρίσκεται επί της οδού Παλαιολόγου, ενώ η άλλη πλευρά της, η πρόσοψη, έχει μέτωπο προς την πλατεία του Σταθμού. Την περίοδο εκείνη ήταν τριώροφο και ιδιοκτησιακά ανήκε στους αδελφούς Παπαευθυμίου. Όμορφο αρχιτεκτονικά κτίριο, με απαλές γραμμές και πολλά νεοκλασικά στοιχεία. Τις παλαιότερες εποχές, όταν η Λάρισα δεν ήταν τόσο πυκνοκατοικημένη, το προτιμούσαν οι επισκέπτες των νυκτερινών αφίξεων των τρένων, λόγω της γειτνίασης με τον σταθμό.
Πάνω αριστερά στη φωτογραφία, ο αριθ. 5 υποδηλώνει το κτίριο του 3ου Δημοτικού Σχολείου, ένα από τα παλαιότερα σχολικά συγκροτήματα της Λάρισας, το οποίο όπως διάβασα, τελευταία πλήγηκε σοβαρά από τον σεισμό. Στο επάνω μέρος της φωτογραφίας μπορεί κανείς να διακρίνει το συγκρότημα των Φυλακών της Λάρισας. Είχαν μόλις στεγαστεί στην παλαιά Πυριτιδαποθήκη και είναι εμφανής η τετράγωνη υψηλή περιχαράκωση του όλου χώρου για ευνόητους λόγους[3]. Σήμερα στεγάζει το Μουσείο της Εθνικής Αντίστασης.
Χαρείτε την αυτήν τη φωτογραφία. Είναι από τις τελευταίες, αν όχι η τελευταία, που αποτυπώνει την προπολεμική Λάρισα.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

 

[1]. Ο μηχανικός Evaristo de Chirico ήταν ο πατέρας του μεγάλου Ιταλού ζωγράφου Giorgio de Chirico, ο οποίος ως γνωστόν γεννήθηκε στον Βόλο το 1888.
[2]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Ο Σταθμός του «Διεθνούς» Σιδηροδρόμου, εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 7ης Απριλίου 2018.
[3]. Ο ίδιος. Οι Ποινικές φυλακές της Λάρισας. Σε ποια κτίρια στεγάσθηκαν από την τουρκοκρατία μέχρι σήμερα, εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 8ης Νοεμβρίου 2017.

 

Σάββατο 27 Μαρτίου 2021

Η ΔΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΝΟΤΙΑ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΟΥ - Γ΄


ΤΟΥ ΝΙΚ. ΑΘ. ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ
nikapap@hotmail.com

Κατά την περιγραφή των κτιρίων της δυτικής πλευράς της πλατείας Ταχυδρομείου, είχαμε σταματήσει την προηγούμενη Τετάρτη στην ισόγεια κατοικία της οικογένειας Τσαγιάννη που βρισκόταν στη γωνία των οδών Παπακυριαζή και Ρούσβελτ. Συνεχίζουμε

σήμερα με τα υπόλοιπα κτίρια της ίδιας πλευράς.
Δυτικά από το σπίτι του Τσαγιάννη και αφού μεσολαβούσε ένας κενός χώρος στον οποίο υπήρχε αυλόπορτα, βρισκόταν ένα διώροφο κτίριο που ήταν ιδιοκτησία του Λαρισαίου εμπόρου Μιχαήλ Σωτηρίου. Όταν αυτός απεβίωσε και οι κόρες του παντρεύτηκαν, το σπίτι περιήλθε στην ιδιοκτησία του Θεόδωρου Καραναστάση. Αργότερα το διώροφο κατεδαφίστηκε και στη θέση του ο αδελφός του Θεόδωρου, Δημήτριος Καραναστάσης έκτισε πολυώροφη οικοδομή.
Τα παλαιότερα χρόνια σε επαφή με το σπίτι του Σωτηρίου, και στο βάθος μιας μεγάλης αυλής με πολλά δένδρα και όμορφα λουλούδια ήταν χτισμένη μια ισόγεια κατοικία. Στο ύφος του δρόμου υπήρχαν όμορφα σιδερένια κιγκλιδώματα και το όλο σύνολο του σπιτιού φάνταζε πολύ ωραίο. Για χρόνια πολλά έμενε σ’ αυτό ο οδοντίατρος Μπρέλης. Περί το 1933 το σπίτι αυτό κατεδαφίσθηκε και στη θέση του οικοπέδου οικοδομήθηκε ένα κομψό διώροφο κτίριο, το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως γραφείο των επιβατικών λεωφορείων της περιοχής Λάρισας (πρόδρομος του σημερινού Κ.Τ.Ε.Λ.) και πρακτορείο αυτοκινήτων των γραμμών Φαρσάλων, Αγιάς, Τρικάλων, και άλλων περιοχών. Όταν στην κατοχή δεν υπήρχαν πια λεωφορεία, επειδή οι κατακτητές απαγόρευαν τις εσωτερικές μετακινήσεις, το κτίριο χρησιμοποιήθηκε ως ξενοδοχείο με την επωνυμία «Παρθενών». Το ξενοδοχείο αυτό συνήθως αποτελούσε το μόνιμο κατάλυμα των μαυραγοριτών, όταν έρχονταν από την Αθήνα και από άλλα μέρη της Ελλάδος για να ασκήσουν το αναίσχυντο εμπόριό τους. Μεταπολεμικά χρησιμοποιήθηκε ως κατοικία και γύρω στα 1970 γκρεμίσθηκε και τη θέση του πήρε, ως συνήθως, μια πολυώροφη πολυκατοικία.
Μεταξύ του προηγούμενου παλιού σπιτιού του Μπρέλη που αναφέραμε και μιας μεγάλης αποθήκης που υπήρχε δίπλα της, μεσολαβούσε ένας διάδρομος. Η εν λόγω αποθήκη ήταν ιδιοκτησία των αδελφών Παπαγεωργίου και περί το 1933 νοικιάσθηκε από τον Μήτσο Βρεττόπουλο[1] και διασκευάσθηκε σε ζαχαροπλαστείο με την ονομασία «Αίγλη». Στο πίσω μέρος του καταστήματος υπήρχε ευρύτατος χώρος ο οποίος χρησίμευε για εργοστάσιο Ζαχαροπλαστικής. Τα προϊόντα του εργοστασίου αυτού κυκλοφορούσαν με τη φίρμα «Βρεττό» και ήταν εξαίρετα. Για το κατάστημα αυτό γράφει σχετικά ο Κώστας Περραιβός: «Πρώτος τότε ο Βρεττόπουλος παρήγαγε στη Λάρισα παγωτά του χεριού, που τα πωλούσαν στους δρόμους οι παγωτατζήδες ... Η «Αίγλη» πέρασε στην τοπική ιστορία σαν ένα από τα κοσμικά εντευκτήρια των παλιών Λαρισινών. Παρέες νεαρών έκαμαν το καλοκαίρι γλέντια τρικούβερτα κάτω από τα βαθύσκια δένδρα της Πλατείας Ταχυδρομείου, όπου ο Βρεττόπουλος άπλωνε τραπέζια και καρέκλες … σημειώνουμε ότι ο Μήτσος Βρεττόπουλος δεν ήταν μόνον άριστος ζαχαροπλάστης, αλλά και ένας αριστοτέχνης παρασκευαστής πικάντικων μεζέδων και γκιουβετσιών … Τη μεγαλύτερη όμως νοστιμιά την αποτελούσε η παρουσία του αξέχαστου Μήτσου που ήταν άφθαστος κοζέρ[2] και σκορπούσε κέφι και γέλια με τα ατέλειωτα ανέκδοτα που αφηγούταν στους φίλους γκιουβετσοφάγους[3]. Τον χειμώνα τα γκιουβέτσια τρωγόντουσαν σε ένα ιδιαίτερο καμαράκι το οποίο βρισκόταν μεταξύ ζαχαροπλαστείου και εργοστασίου ζαχαροπλαστικής. Από τα γλέντια αυτά βγήκαν πολλά νόστιμα ανέκδοτα»[4].
Στην «Αίγλη» του Μήτσου Βρεττόπουλου πέρασαν ευτυχισμένες βραδιές πολλοί παλιοί συμπολίτες. Ήταν ανεξάντλητος σε ανέκδοτα και είχε έναν ιδιότυπο χιουμοριστικό τρόπο να τα αφηγείται, ώστε σκορπούσε αυθόρμητα το γέλιο. Εκτός από τα γκιουβέτσια, σπεσιαλιτέ του θεωρούσε τους κεφτέδες. Μάλιστα η νοστιμιά τους ήταν θαυμάσια και όταν κάποτε τους γεύτηκε μεταπολεμικά στο κέντρο «Αλκαζάρ» η τότε βασίλισσα Φρειδερίκη, ζήτησε τη συνταγή από τον Βρεττόπουλο. Μία από τις μόνιμες παρέες της «Αίγλης» κατά την προπολεμική περίοδο την αποτελούσαν ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Τάκης Ιατρού, ο δικηγόρος Στέλιος Κολοκοτρώνης που εγκαταστάθηκε αργότερα στη Αθήνα, ο γραμματέας του Εφετείου Γιάννης Παπαστεφάνου, ο Τάκης Κοκκινάκης υπάλληλος των τριών ΤΤΤ. Μάλιστα ο τελευταίος ήταν βέρος Αθηναίος από την Πλάκα και όταν τον μετέθεσαν στη Λάρισα ερχόταν στενοχωρημένος γιατί θα στερούνταν το Πλακιώτικο περιβάλλον. Όμως τα πράγματα ήλθαν διαφορετικά, ώστε στο τέλος αγάπησε την πόλη και δεν ήθελε να φύγει. Ο Γιάννης Παπαστεφάνου έπαιζε ωραία κιθάρα και τα καλοκαίρια κάθε βράδυ στην πλατεία, κάτω από τα πεύκα και με όλη τη συντροφιά τραγουδούσε παλιές καντάδες. Μερικές φορές έρχονταν και άλλες παρέες, παιδιά του Μουσικού Συλλόγου που είχαν ωραίες καλλιεργημένες φωνές και το γλέντι τραβούσε ιδίως τα Σαββατοκύριακα, μέχρι τα ξημερώματα.
Το 1939 στην παρέα προστέθηκε και ένα ακόμη μέλος. Ήταν ο Μέγας Αυλάρχης του εξόριστου βασιλιά τη Αλβανίας Αχμέτ Ζώγου, που είχε φθάσει το βράδυ της Μ. Πέμπτης στη Λάρισα σιδηροδρομικώς, μαζί με την οικογένειά του, τους αυλικούς και μέλη του υπουργικού συμβουλίου[5]. Ο διευθυντής τότε της Νομαρχίας Στέφανος Βαφείδης που ερχόταν σε επαφή με τον Αυλάρχη, ο οποίος σημειωτέον μιλούσε άπταιστα τα ελληνικά, τού γνώρισε και πολλούς φίλους του, όπως τον γιατρό Νίκο Ράπτη, τον Θανάση Φασούλα, τον Φώτη Παπά, φυσικά τον Μήτσο Βρεττόπουλο και την «Αίγλη», όπου τακτικά έτρωγε τους μεζέδες και πίνανε μαζί τα τσιπουράκια τους.
***
Αφήνουμε τώρα τη δυτική πλευρά της πλατείας και πάμε στη νότια. Στη γωνία των οδών Πρωτοπαπαδάκη[6] και Ρούσβελτ υπήρχαν μερικά χαμηλά κτίσματα που χρησίμευαν για κατοικίες και ανήκαν στον Δημήτριο Βουρνάζο. Στη θέση τους ο ιδιοκτήτης ανήγειρε ισόγειο κατάστημα, όπου για πολλά χρόνια λειτούργησε καφεουζοπωλείο, σαν επιχείρηση του ίδιου του Βουρνάζου. Εξυπηρετούσε με καφέδες και αναψυκτικά το προσωπικό του Πρακτορείου Αυτοκινήτων που βρισκόταν, όπως αναφέραμε, εκεί κοντά, αλλά και τους ταξιδιώτες. Επίσης συγκέντρωνε και παρέες από μερακλήδες του καλού μεζέ και του τσίπουρου. Δύο από τους πιο τακτικούς θαμώνες του καφενείου αυτού ήταν ο δικηγόρος Τάκης Χατζημπύρος και ο Νίκος Στασινόπουλος διευθυντής του τοπικού Υποκαταστήματος της Αγροτικής Τραπέζης. Μεταπολεμικά το ίδιο κατάστημα χρησίμευσε και ως Πρακτορείο Αυτοκινήτων, πριν ανασυγκροτηθούν οι συγκοινωνίες και δημιουργηθούν τα ΚΤΕΛ. Αργότερα στο σημείο αυτό στεγάστηκε το κατάστημα μηχανημάτων του Σπύρου Συρίγου και μέχρι πριν λίγα χρόνια ένα από τα υποκαταστήματα της Αγροτικής Τράπεζας.
Δίπλα από το καφενείο του Βουρνάζου λειτουργούσε μέχρι τον πόλεμο του 1940 το Βαφείο και Καθαριστήριο του Μακρή. Τέσσερα ήταν όλα κι’ όλα τα καθαριστήρια στην προπολεμική Λάρισα. Του Μακρή, του Βέργου, του Τσόλκα και του Βλάχου. Το οίκημα αυτό του Μακρή κατεδαφίσθηκε και στον ίδιο χώρο τώρα υψώνεται το ξενοδοχείο «Αστόρια» του Χρ. Κακάτσιου που εδώ και μερικά χρόνια σταμάτησε να λειτουργεί.
Πλάι από το Βαφείο του Μακρή υπήρχε ένα σπίτι που αφού κατεδαφίσθηκε, στη θέση του υψώθηκε πολυκατοικία.
Πιο πάνω, στη γωνία με τη οδό Ασκληπιού βρισκόταν το Ξενοδοχείο «Αι Αθήναι» του Βασίλη Βουρνάζου. Ήταν ένα διώροφο κτίσμα και η πελατεία του αποτελούνταν από άγαμους δημόσιους υπαλλήλους και στρατιωτικούς. Στο πίσω μέρος είχε αυλή και γύρω στην αυλή υπήρχαν μερικά ισόγεια δωμάτια τα οποία νοικιάζονταν σε φθηνότερες τιμές. Ήταν ήσυχο και καθαρό και γι’ αυτό και το προτιμούσαν πολλοί.
Στην απέναντι γωνία άλλοτε υπήρχε ένα σπιτάκι με αυλή μπροστά και δίπλα δύο ισόγεια καταστήματα, στα οποία είχε εγκατεστημένα τα εργαστήριά του ο φαρμακοποιός Βασίλειος Κυλικάς του Χρήστου. Το φαρμακείο του βρισκόταν στη γωνία των σημερινών οδών Κύπρου και 28ης Οκτωβρίου και από τον σεισμό του 1941 έπαθε σοβαρές καταστροφές. Μεταπολεμικά ο Κυλικάς εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου δημιούργησε μια ακμάζουσα φαρμακοβιομηχανία την Kylifarm και στη θέση των εργαστηρίων του στεγάστηκε το αρτοζαχαροπλαστείο του Τάκη. Σήμερα έχει κατασκευαστεί πολυώροφη οικοδομή.
Στη γωνία Πρωτοπαπαδάκη και Παναγούλη υπήρχε το Καπνοπωλείο του Θωμά Οικονόμου και στον επάνω όροφο στεγαζόταν κάποιο ξενοδοχείο (βλέπε και φωτογραφία).
Με τις πληροφορίες αυτές ολοκληρώσαμε την περιγραφή των οικημάτων γύρω από την πλατεία Ταχυδρομείου, η ο οποία όπως είδαμε, μεταπολεμικά άλλαξε τελείως όψη.

 

[1]. Είναι γνωστός από παλαιότερα ως ιδιοκτήτης του ζαχαροπλαστείου «Κυβέλεια», το οποίο βρισκόταν επί της οδού Ακροπόλεως (Παπαναστασίου), απέναντι από το ξενοδοχείο Divani Palace και του καφεζαχαροπλαστείου «Πανελλήνιον» στη νότια πλευρά της Κεντρικής πλατείας. Μεταπολεμικά ήταν ο ιδρυτής και διαχειριστής του εξοχικού κέντρου «Αλκαζάρ» για πολλά χρόνια.
[2]. Κοζέρ σημαίνει ένα άτομο που έχει το χάρισμα να είναι γοητευτικός συνομιλητής.
[3]. Πρόκειται για νεολογισμό του Περραιβού. Εννοεί τον λάτρη των φαγητών τα οποία παρασκευάζονται σε γκιουβέτσια. Γιουβέτσι είναι το πήλινο σκεύος που έδωσε το όνομά του σε ένα απ’ τα νοστιμότερα φαγητά της ελληνικής κουζίνας με μοσχάρι και κριθαράκι στο φούρνο.
[4]. Ολύμπιος (Κώστας Περραιβός). Η Λάρισα που χάθηκε, εφ. «Λάρισα», φύλλο της 18ης Δεκεμβρίου 1972.
[5]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Ένας βασιλιάς διαμένει το 1939 στη Λάρισα, «Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα-Β’ -2015». Λάρισα (2018) σελ. 179-182.
[6]. Η παλαιότερη ονομασία της οδού Πρωτοπαπαδάκη ήταν Ηρακλείου.

 

Τρίτη 23 Μαρτίου 2021

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Η οδός Κούμα το 1960


Η οδός Κούμα, από τη διασταύρωσή της με τη Μ. Αλεξάνδρου.  Φωτογραφία του 1960. Από το αρχείο του Θανάση Μπετχαβέ. Η οδός Κούμα, από τη διασταύρωσή της με τη Μ. Αλεξάνδρου. Φωτογραφία του 1960. Από το αρχείο του Θανάση Μπετχαβέ.

Την Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2015 δημοσιεύτηκε στη στήλη αυτή φωτογραφία της οδού Κούμα, από το αρχείο του Θανάση Μπετχαβέ, η οποία απεικόνιζε την κεντρική αυτήν οδό όπως ήταν περί το 1932 περίπου, δηλαδή την περίοδο προ του πολέμου.

Η σημερινή φωτογραφία απεικονίζει τον ίδιο δρόμο, από το ίδιο σημείο και μάλιστα προερχόμενη και από τον ίδιο συλλέκτη, τον Θανάση Μπετχαβέ, αλλά σε άλλη χρονική περίοδο, τη μεταπολεμική, γύρω στο 1960. Η παραβολή αυτών των δύο φωτογραφιών μπορεί να δώσει τη δυνατότητα αποκόμισης συγκριτικών στοιχείων της οικοδομικής εξέλιξης της Λάρισας και της μεγάλης αλλοίωσης που υπέστη από τον σεισμό του 1941 και τους βομβαρδισμούς.
Ο ανώνυμος φωτογράφος[1] στάθηκε στο κέντρο της διασταύρωσης των οδών Κούμα και Μεγ. Αλεξάνδρου και εστίασε τον φακό του προς ανατολάς, αποτυπώνοντας όλο το μήκος της οδού Κούμα μέχρι το βάθος. Αποτυπώνονται καθαρά τα κτίρια τα οποία βρίσκονται στο αρχικό τμήμα της, κυρίως μέχρι την οδό Ρούσβελτ. Αριστερά διακρίνεται μέρος του κινηματοθεάτρου «Ορφεύς». Στη θέση του προπολεμικά βρισκόταν το μεγάλο καφενείο «Παράδεισος», ιδιοκτησία της οικογένειας του φαρμακοποιού Μανεσιώτη. Ήταν ένα από τα σπουδαιότερα καφενεία της Λάρισας, το οποίο συγχρόνως διέθετε και ευρύχωρη σκηνή στην οποία εμφανίσθηκαν κατά διαστήματα σπουδαίοι θίασοι και διάσημα μουσικά συγκροτήματα. Η Κοτοπούλη, η Κυβέλη και πολλοί άλλοι μουσικοί καλλιτέχνες τίμησαν το παλκοσένικο του «Παραδείσου» για αρκετά χρόνια. Ας μην ξεχνάμε ότι τα παλιά χρόνια η Λάρισα διέθετε αρκετά καφενεία τα οποία μετατρέπονταν εύκολα σε θεατρικές σκηνές. Το καφενείο αυτό από τον σεισμό του 1941 υπέστη σοβαρές ζημιές, σχεδόν ισοπεδώθηκε[2]. Κατεδαφίστηκε σύντομα και από το καλοκαίρι του 1948 άρχισε να κτίζεται το μεγάλο συγκρότημα του «Ορφέα» με τα συνεχόμενα καταστήματα προς την πλευρά της οδού Μ. Αλεξάνδρου. Άρχισε να λειτουργεί ως κινηματογράφος το 1950. Τα πρώτα χρόνια επιχειρηματίας του ήταν ο Δροσόπουλος, αλλά έπειτα από μικρό διάστημα τον αγόρασε ο Μιχάλης Τζεζαϊρλίδης. Στη φωτογραφία διακρίνονται οι αναρτημένες φωτογραφίες του έργου που πρόβαλλε, το εκδοτήριο εισιτηρίων, η είσοδος στην κυρίως αίθουσα και πιο πάνω εξωτερικά ο τίτλος της ταινίας. Ήταν το «Χιροσίμα αγάπη μου», η αφίσα της οποίας διακρίνεται κατά το ήμισυ. Από τη λεπτομέρεια αυτήν μπορούμε να προσδιορίσουμε τη χρονολογία λήψης της φωτογραφίας, αφού η συγκεκριμένη ταινία γυρίστηκε ως γνωστόν το 1959 και στη Λάρισα παίχτηκε το 1960. Σήμερα βέβαια δεν υπάρχει ο «Ορφεύς», αφού εδώ και χρόνια κατεδαφίστηκε και στη θέση του έχει κατασκευαστεί πολυώροφη οικοδομή με καταστήματα και γραφεία.
Στην ίδια πλευρά και δίπλα από τον κινηματογράφο υπάρχουν και μερικά ισόγεια καταστήματα, τα οποία όμως καλύπτονται από τα δέντρα του σύστοιχου πεζοδρομίου. Οι σημερινές πολυκατοικίες δεν είχαν ακόμη κατασκευαστεί.
Από τη δεξιά πλευρά στη γωνία υπάρχει το «Εστιατόριον Ερμής». Η ιστορία του κτιρίου είναι παλαιότερη. Πότε ακριβώς κτίσθηκε δεν γνωρίζουμε, αλλά από την αρχιτεκτονική του και την ιστορική διαδρομή συμπεραίνεται ότι πρέπει να είναι κτίσμα της δεκαετίας 1910-20. Είναι ισόγειο και καταλαμβάνει τη γωνία των οδών Μ. Αλεξάνδρου και Κούμα. Επί της Κούμα διακρίνονται τρία ανοίγματα (πορτοπαράθυρα). Στα πρώτα χρόνια το κτίριο αυτό στέγαζε το Φαρμακείο των Φώτη Παπαζήση και Δημητρίου Επιτρόπου. Αργότερα ο Παπαζήσης αποχώρησε και ο Επιτρόπου έμεινε μοναδικός ιδιοκτήτης του Φαρμακείου. Στα μέσα της δεκαετίας του 1930 ο Επιτρόπου μετακόμισε το φαρμακείο του στη γωνία των οδών Παπακυριαζή και Μ. Αλεξάνδρου, όπου σήμερα βρίσκεται άλλο φαρμακείο. Τότε το κτίσμα αυτό, μαζί με το διπλανό προς την Κούμα, που παλαιότερα ήταν πρατήριο καυσίμων και τη συνεχόμενη αυλή, τα ενοικίασε ο Σπύρος Σιμιτσής, δημιούργησε δύο μεγάλες σάλες και σ’ αυτές λειτούργησε το εστιατόριο «Ερμής», το οποίο για την εποχή του θεωρείτο το καλύτερο και ο συναγωνισμός με άλλα ξακουστά εστιατόρια της Λάρισας ήταν έντονος. Συγκέντρωνε τις προτιμήσεις μεγάλης μερίδας Λαρισαίων αστών, καθώς και πολλούς επισκέπτες. Στις αίθουσες και στον κήπο του δόθηκαν πολλά επίσημα γεύματα προς τιμήν φιλοξενούμενων πολιτικών ή άλλων προσωπικοτήτων. Τα καλοκαίρια άπλωνε τραπέζια στον δροσόλουστο κήπο που διατηρούσε προς την πλευρά της οδού Κούμα, καθώς και στα απέναντι πεζοδρόμια των παλαιών δικαστηρίων. Η επιχείρηση του «Ερμή» όλα αυτά τα χρόνια λειτουργίας του άλλαξε πολλούς επιχειρηματίες. Επούλωσε εύκολα τις καταστροφές της κατοχής και λειτούργησε και μεταπολεμικά μέχρι το 1970, οπότε έκλεισε οριστικά. Το κτίριο του «Ερμή» κατεδαφίσθηκε και στη θέση του αναγέρθηκε το γαλακτοζαχαροπλαστείο «Σερραϊκόν». Σήμερα στη θέση του ορθώνεται πολυώροφη οικοδομή[3].
Σε επαφή με την αυλή του εστιατορίου «Ερμής» διακρίνεται στη φωτογραφία ένα τετραώροφο κτίριο με δώμα. Άρχισε να κτίζεται το 1958 (ημερομηνία έκδοσης αδείας 10 Δεκεμβρίου 1958) από τους αδελφούς Ιωάννη και Κωνσταντίνο Αγραφιώτη, οι οποίοι διατηρούσαν μεγάλο κατάστημα αποικιακών επί της οδού Βενιζέλου. Το κτίριο ολοκληρώθηκε το 1960 και κατασκευαστές υπήρξαν οι αδελφοί Μπλάνα, πολιτικοί μηχανικοί. Ο Αγαμέμνων (Μέμος) ο μετέπειτα δήμαρχος και ο Σπυρίδων (Σπύρος). Ήταν το πρώτο πολυώροφο κτίριο της Λάρισας το οποίο απέκτησε ανελκυστήρα (ασανσέρ). Στο ισόγειο διέθετε δύο καταστήματα. Το μεγαλύτερο στέγαζε το εστιατόριο «Χαβάη», το οποίο συναγωνιζόταν σε ποιότητα και πολυτέλεια τον διπλανό «Ερμή». Ήταν το εστιατόριο της αριστοκρατίας της πόλης και προσιτό μόνο σε πλούσια βαλάντια. Ο διευθυντής του Παπαμήλιος φρόντιζε να ικανοποιεί όλα τα γούστα των πελατών. Το άλλο ισόγειο κατάστημα φιλοξενούσε κατά διαστήματα διάφορες επιχειρήσεις με ηλεκτρικά είδη. Στους τρεις επάνω ορόφους, μετά την κατασκευή του κτιρίου στεγάστηκε η Χειρουργική Κλινική του Κλέωνα Κατσίγρα. Ο τελευταίος έμεινε στο κτίριο αυτό μέχρι το 1965-66, οπότε μετακόμισε στην ιδιόκτητη κλινική του που βρισκόταν επί της οδού Παπακυριαζή, δίπλα από το παλιό Ταχυδρομείο. Μετά τη μετακόμιση της κλινικής οι όροφοι στέγασαν το ξενοδοχείο «Σέσιλ». Πρώτος επιχειρηματίας του ξενοδοχείου ήταν ο Ντίνος Τσουκανέρης, παλιός ποδοσφαιριστής της ομάδας του Λαρισαϊκού και αργότερα ακολούθησαν και άλλοι, μεταξύ αυτών και οι Φουρκιώτης, Καραδήμος. Το 1984 το ξενοδοχείο «Σέσιλ» σταμάτησε τη λειτουργία του και μέχρι σήμερα οι όροφοί του χρησιμοποιούνται για διάφορα γραφεία και επιχειρήσεις[4].
Αμέσως μετά το κτίριο των αδελφών Αγραφιώτη μόλις διακρίνεται το νεοκλασικό κτίριο του Δημοσθένη Καρανίκα, το οποίο καταλαμβάνει τη γωνία των οδών Κούμα και Ρούσβελτ. Στο βάθος διακρίνεται ένα άλλο τετραώροφο κτίριο. Πρόκειται για το ξενοδοχείο «Ξενίας Μέλαθρον» των αδελφών Μπλιάτσου, το οποίο έχει σταματήσει προ πολλού τη λειτουργία του.


[1]. Η φωτογραφία αυτή δημοσιεύτηκε και στο βιβλίο των Μιχαήλ Αβραμόπουλου και Βασιλείου Βουτσιλά «Λάρισα», έκδοση Αύγουστος 1962, χ. σ.
[2]. Μια ιδέα από την καταστροφή του κτιρίου μπορούμε να πάρουμε από τις γερμανικές φωτογραφίες της εποχής. Βλέπε ιδιαίτερα: «Η Μνήμη της πόλης. Λάρισα. Κατοχή-Απελευθέρωση. 1941-1944». Φωτογραφίες του Βύρωνα Μήτου και άλλων συλλεκτών. Έκδοση του Δήμου Λαρισαίων. Λάρισα (2018) σελ. 68, 69 και 71.
[3]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Το «Εστιατόριον Ερμής», Λάρισα, εφ. «Ελευθερία», φύλλο της 10ης Ιουνίου 2018.
[4]. Εκφράζω ευχαριστίες προς το ζεύγος Γρηγορίου Γώγου και Ουρα(Νίας) Γώγου-Αγραφιώτου, για τις πολύτιμες πληροφορίες τους.

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com