Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2023

 Ο μύθος της Αλκυόνης και οι Αλκυονίδες ημέρες


Στον πίνακα: Η Αλκυόνη θρηνεί.Στον πίνακα: Η Αλκυόνη θρηνεί.

Από τον Ευάγγελο Μπαλντούνη, φιλόλογο.


* ΕΡΩΤΑΣ και «ΥΒΡΙΣ»: Η Αλκυόνη ήταν μια όμορφη κοπέλα και κόρη του θεού των ανέμων Αιόλου. Παντρεύτηκε τον Κήυκα, τον βασιλιά της Τραχίδας, μιας Θεσσαλικής τότε πόλης στους πρόποδες της Οίτης. Ζούσαν ευτυχισμένα και τόση ήταν η αγάπη τους, που σιγά - σιγά άρχισαν να νιώθουν σαν θεοί. Ο Κήυκας ένιωθε σαν τον βασιλιά των θεών Δία και η Αλκυόνη σαν τη θεά Ήρα. Δεν άργησαν να αποκαλούνται χαϊδευτικά με αυτά ακριβώς τα ονόματα: Δίας ο Κήυκας, Ήρα η Αλκυόνη. Ζητούσαν και από τους υπηκόους τους να τους αποκαλούν έτσι. Όταν το έμαθε ο Δίας, εξαγριώθηκε και αποφάσισε να τους εκδικηθεί για την ασέβεια και την αλαζονεία τους. Περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να τιμωρήσει αυτούς που τόλμησαν να συγκριθούν με τους θεούς.
* ΤΟ ΜΟΙΡΑΙΟ ΤΑΞΙΔΙ: Διάφορα θλιβερά γεγονότα συνέβησαν τότε. Πρώτα αυτοκτόνησε ο αδελφός του Κήυκα, ο Δαιδαλίων. Μετά ένας τεράστιος λύκος έκανε σφοδρές επιθέσεις στα κοπάδια και τα κατασπάρασσε. Αφού τον εξουδετέρωσαν, ακολούθησε και επόμενη συμφορά. Εμφανίστηκαν ακρίδες που κατέστρεφαν τα χωράφια, με επακόλουθα τον υποσιτισμό και την ανέχεια. Απελπισμένος ο Κήυκας αποφάσισε να πάει στο Μαντείο των Δελφών για να ρωτήσει τι έπρεπε να κάνει για να σωθεί η χώρα του. Προτίμησε να πάει από τη θάλασσα, γιατί ο δρόμος από την ξηρά ήταν γεμάτος από ληστές. Καθώς έπλεε προς τους Δελφούς, ξέσπασε φοβερή τρικυμία, το πλοίο καταποντίστηκε και ο ίδιος πνίγηκε. Το νεκρό σώμα τού βασιλιά ξεβράστηκε στις ακτές της Τραχίδας. Όταν το είδε η Αλκυόνη από τη θλίψη της και χωρίς να μπορεί να αντέξει την απώλεια, πήδηξε από έναν βράχο και σκοτώθηκε.
* ΤΟ ΟΛΕΘΡΙΟ ΨΑΡΕΜΑ: Σε άλλη εκδοχή της ιστορίας, ο Κήυκας ξανοίχτηκε με τη βάρκα του για να ψαρέψει. Εκδηλώθηκε τότε καταιγίδα απότομα και με βιαιότητα. Ο Δίας την προκάλεσε ρίχνοντας και κεραυνό. Η βάρκα διαλύθηκε κι αυτός πνίγηκε. Μόλις η Αλκυόνη έμαθε τον χαμό του, έσκισε τα μάγουλα και τα ρούχα της, ξερίζωσε τα μαλλιά της και έτρεξε στην ακρογιαλιά. Τρελαμένη κινούνταν γρήγορα από δω και από κει, για να τον εντοπίσει. Κάποια στιγμή είδε στη θάλασσα σπασμένα σανίδια, κουρέλια και το άψυχο σώμα του αγαπημένου της. Χωρίς δισταγμό έδωσε κι αυτή τέλος στη ζωή της. Οι θεοί εντυπωσιασμένοι από την αληθινή και αγνή αγάπη της, μεταμόρφωσαν και τους δύο σε πουλιά.
* ΟΙ ΣΥΝΤΟΜΕΣ ΗΛΙΟΛΟΥΣΤΕΣ ΜΕΡΕΣ: Η Αλκυόνη γεννούσε και κλωσούσε από τότε τα αυγά της στον αιγιαλό, στις σχισμές των βράχων, εκεί που είδε το νεκρό σώμα τού συντρόφου της μια άγρια ημέρα του χειμώνα. Τα δυνατά κύματα, όμως, παρέσερναν τους νεοσσούς μακριά και πνίγονταν, κάνοντάς την να κλαίει σπαραχτικά. Ο ίδιος ο Δίας τη λυπήθηκε ξανά και την εποχή που εκείνη έφερνε τα μικρά της στον κόσμο, έστελνε μία σύντομη περίοδο ηλιοφάνειας και καλοκαιρίας, για να μπορέσει να γεννήσει και να προστατέψει τα μικρά της. Οι ευήλιες αυτές ημέρες τού χειμώνα ονομάστηκαν «Αλκυονίδες Ημέρες»... Πολλά έχουν γραφτεί και για τη συζυγική αφοσίωση των Αλκυόνων. Όταν το αρσενικό γεράσει και δεν μπορεί να πετάξει πια, τότε η θηλυκιά το παίρνει στους ώμους της και το μεταφέρει πάντοτε μαζί της, το ταΐζει και το περιποιείται ως τον θάνατο....
* ΠΩΣ ΕΞΗΓΟΥΝΤΑΙ ΟΙ «ΑΛΚΥΟΝΙΔΕΣ ΜΕΡΕΣ»: Ο μύθος προσπαθεί να ερμηνεύσει ένα γνωστό μετεωρολογικό φαινόμενο. Η επιστημονική του εξήγηση είναι πως παρατηρείται η ίδια βαρομετρική πίεση (εξισορρόπηση πιέσεων) μεταξύ της Β. Ευρώπης και της ΝΑ Ευρώπης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα μία κατάσταση με άπνοια, καλοκαιρία και ηλιοφάνεια. Παγιδεύονται θερμές μάζες της ατμόσφαιρας στο ίδιο σημείο για πολλές ημέρες, δεν προκύπτουν άνεμοι και ο καιρός είναι καλός, λόγω του αντικυκλώνα που δημιουργείται.
* Η ΑΛΛΗΓΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΦΗΓΗΣΗΣ: Ο μύθος της Αλκυόνης είναι από τις πιο θαυμαστές ιστορίες. Είναι γνωστό ότι οι αρχαίοι Έλληνες έπλαθαν υπέροχους, ευφάνταστους μύθους, προσπαθώντας να ερμηνεύσουν τα φυσικά και όχι μόνο φαινόμενα. Μια τέτοια περίπτωση συνιστά αυτή η ιστορία. Οι «Αλκυονίδες Μέρες», αν τις δούμε συμβολικά, μεταφέρουν ένα πολύ αισιόδοξο μήνυμα: Όσο δύσκολα κι αν είναι τα πράγματα, όση «βαρυχειμωνιά» κι αν υφίσταται, θα υπάρχουν συνθήκες που θα μας δίνουν δύναμη και θάρρος. Η φύση μάς δείχνει πως όλα είναι μία εναλλαγή καταστάσεων καλών και κακών: Από την κακοκαιρία περνάμε σε καλοκαιρία, από τον χειμώνα στο θέρος, από τη βροχή στον ήλιο.
* Το ίδιο συμβαίνει και στην πραγματική ζωή: Από την αποτυχία διαβαίνουμε στην επιτυχία, από τη λύπη στη χαρά. Ξεπερνάμε τις δύσκολες στιγμές και πάντα περιμένουμε με αισιοδοξία το καλύτερο. «Και στης ζωής τους πιο βαρείς χειμώνες, Αλκυονίδες μέρες καρτερούν» (Γ. Δροσίνης).

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2023

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Τα Ανάκτορα της Λάρισας και ο Διάδοχος Κωνσταντίνος


Ο διάδοχος Κωνσταντίνος έφιππος έξω από τα βασιλικά ανάκτορα της Λάρισας. 1897. Από το φωτογραφικό αρχείο του Λαογραφικού Ιστορικού Μουσείου Λάρισας. Ο διάδοχος Κωνσταντίνος έφιππος έξω από τα βασιλικά ανάκτορα της Λάρισας. 1897. Από το φωτογραφικό αρχείο του Λαογραφικού Ιστορικού Μουσείου Λάρισας.

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Η εικόνα που συνοδεύει το σημερινό κείμενο είναι ιστορική. Παρουσιάζει τον διάδοχο του θρόνου πρίγκιπα Κωνσταντίνο έφιππο έξω από τα βασιλικά ανάκτορα της Λάρισας. Αριστερά μόλις διακρίνεται ο φρουρός να παρουσιάζει όπλα έξω από την κεντρική πύλη των ανακτόρων, ενώ δεξιά ο υπασπιστής του τον παρακολουθεί πεζός. Τα βασιλικά ανάκτορα της Λάρισας [1] βρίσκονταν στην πλατεία του Αγίου Βησσαρίωνος, ακριβώς στο σημείο όπου σήμερα υψώνεται το συγκρότημα του Δημοτικού Ωδείου. Ήταν οι ημέρες πριν από την έναρξη του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 και οι πρώτες αψιμαχίες ήδη είχαν αρχίσει να εκδηλώνονται στα σύνορα. Ο Κωνσταντίνος είχε ορισθεί αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων και με το επιτελείο του είχε ορίσει ως έδρα των στρατηγικών του συσκέψεων τα ανάκτορα. Εν τω μεταξύ ο αναμενόμενος πόλεμος είχε προσελκύσει παγκόσμιο ενδιαφέρον και στη Λάρισα είχαν συγκεντρωθεί εκατοντάδες δημοσιογράφοι, απεσταλμένοι των μεγαλυτέρων μέσων ενημέρωσης της εποχής απ’ όλο τον κόσμο [2], με σκοπό να καλύψουν τις πολεμικές επιχειρήσεις.


Ο διάδοχος Κωνσταντίνος έφθασε στη Λάρισα στις 17 Μαρτίου (με το παλαιό ημερολόγιο) 1897, συνοδευόμενος από τον αδελφό του πρίγκιπα Νικόλαο, για να αναλάβει την αρχηγία του στρατού στη διαγραφόμενη ελληνοτουρκική σύρραξη. Λίγες ημέρες μετά, στις 25 Μαρτίου 1897, γιορτάστηκε η εθνική επέτειος, την οποία η Αμαλία Παπασταύρου περιγράφει στο βιβλίο της ως εξής: «Η ημέρα αυτή επανηγυρίσθη ως συνήθως, και μάλιστα επιδεικτικώτερον, χάρις εις την παρουσίαν των βασιλικών Πριγγίπων. Δεν έλειψαν ούτε κανονιοβολισμοί, ούτε η πρωϊνή μουσική ανά τας οδούς της πόλεως ανακρούουσα το εωθινόν, ούτε αι παρατάξεις και δοξολογίαι και επί πλέον επίσημον εν τοις ανακτόροις γεύμα, εις ό παρεκάθησαν και Οθωμανοί! Και η πλατεία των Δικαστηρίων εφωταγωγήθη και πυροτεχνήματα εκάησαν και μουσική επαιάνισε μέχρι βαθείας νυκτός…». Και πιο κάτω κατακεραυνώνει τους πρίγκιπες και τους επιτελείς τους: «Πολλήν θυμηδίαν επροξένησεν εις τους εκπλήκτους Λαρισαίους η είδησις εξ Αθηνών ότι ο διάδοχος επί κεφαλής του στρατού ανήλθε και κατέλαβε την Μελούνα, ενώ κάλλιστα εγνώριζον ενταύθα όλοι ότι ο Κωνσταντίνος έμενεν εις τα ανάκτορα και όταν δεν έπαιζε με τας Αγγλίδας νοσοκόμους, ανεγίνωσκε τα νεώτερα μυθιστορήματα, τα οποία απεστέλλοντο εξ Αθηνών [3].
Για το κτίριο των ανακτόρων έχουμε μια ωραία περιγραφή του παλαιού δημάρχου Μιχαήλ Σάπκα, ο οποίος πρόλαβε και το επισκέφθηκε. Γράφει στις χειρόγραφες ανέκδοτες «Αναμνήσεις» του. «Ο διάδοχος μετά της ακολουθίας του εγκατεστάθη εις το μέγαρον του Χαϊρή βέη [4], το κεντρικώτερον και μεγαλοπρεπέστερον κονάκι της Λαρίσης, όπερ έκτοτε εχαρακτηρίσθη ως Ανάκτορον του ελευθερωτού Βασιλέως Γεωργίου του Α’. Ευρίσκετο τούτο εις κεντρικωτάτην θέσιν της πόλεως, ευρυχωρότατον, με δύο ορόφους, με αιθούσας ευρυτάτας, δωμάτια, θαλάμους και προθαλάμους πολλούς. Επιπλωμένον, με πλουσιωτάτους περσικούς τάπητας, μεταξωτά παραπετάσματα και επιτραπέζια σκεύη αργυρά και επίχρυσα. Το πράγματι Βασιλικόν τούτο Μέγαρον ηγείρετο εν μέσω κήπου ωραιοτάτου με άπειρον πρασινάδα, με συστάδας αειθαλών δένδρων και ανθώνας με όλως εξαιρετικά άνθη και με άφθονα ρέοντα ύδατα άτινα προωθούντο εκ του Πηνειού ποταμού δι’ ανυψωτικής αντλίας, τοποθετημένης εις τον παρά τον Πηνειόν ποταμόν ατμόμυλον των Χρ. Γεωργιάδου [5] και Ιωάννου. Δια την συντήρησιν του θαυμαστού αυτού κήπου ήσαν εις την υπηρεσίαν του Μεγάρου κηπουροί και ειδικοί ανθοκόμοι. Δια την άρδευσιν και το πότισμα υπήρχε ειδική δεξαμενή εις τον κήπον».
Η τύχη του ανακτόρου αυτού είναι γνωστή. Μετά τη δολοφονία του βασιλιά Γεωργίου Α΄ στη Θεσσαλονίκη το 1913, περιήλθε κληρονομικά στην ιδιοκτησία του πρίγκιπα Νικολάου. Το 1915 οι υπασπιστές του ήλθαν σε επαφή με τον δήμαρχο Λαρίσης, που τότε ήταν ο Μιχαήλ Σάπκας και τελικά διευθετήθηκε η πώληση όχι μόνον του κτιρίου, αλλά και του περιβάλλοντος χώρου, ο οποίος περιλάμβανε και τη σημερινή πλατεία Λαού (δημάρχου Αγαμ. Μπλάνα). Στην έκθεση “Larissa mea dulcissima” [Γλυκυτάτη μου Λάρισα] της Δημοτικής Πινακοθήκης εκτίθεται το αυθεντικό συμβόλαιο της αγοράς των ανακτόρων και ολόκληρη η αλληλογραφία της πώλησης των ανακτόρων μετά του περιβάλλοντος χώρου στον Δήμο Λαρίσης.————————————————
[1]. Είναι γνωστό και από άλλα δημοσιεύματα ότι ο βασιλιάς Γεώργιος Α’ έναν μήνα μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο Ελληνικό Βασίλειο (αρχές Οκτωβρίου 1881) επισκέφθηκε τη Λάρισα. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην πόλη μας αγόρασε το κονάκι όπου φιλοξενήθηκε και το οποίο ανήκε σε δύο Οθωμανούς μπέηδες, τον Χουσνή μπέη και τον αδελφό του Χαϊρή μπέη. Κάθε φθινόπωρο, όταν γινόταν τα μεγάλα γυμνάσια του Ελληνικού Στρατού ερχόταν πότε ο ίδιος και πότε ο διάδοχος Κωνσταντίνος για 1-2 μήνες με σκοπό να τα παρακολουθούν. Η Λάρισα την περίοδο εκείνη ήταν ακριτική περιοχή και διέθετε στρατώνες μεγάλης χωρητικότητας (περίπου 10.000 ατόμων).
[2]. Βόγιας Χαράλαμπος, «Ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897. Κινηματογραφικές, Υγειονομικές και άλλες πρωτοτυπίες. Ευρεία Γενική Βιβλιογραφία», Λάρισα, 2017, όπου υπάρχει εκτεταμένη βιβλιογραφία του πολέμου.
[3]. Αμαλία Κ. Παπασταύρου, Ημερολόγιον του πολέμου, ανευρεθέν εν Λαρίσση από 1-14 Απριλίου 1897, Αλεξάνδρεια, 1897.
[4]. Ο Χαϊρή μπέης ήταν συνιδιοκτήτης του αρχοντικού αυτού με τον αδελφό του Χουσνή μπέη, ο οποίος όμως είχε φροντίσει να μετακομίσει στην Κωνσταντινούπολη πριν γίνει η ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα.
[5]. Ο Χρήστος Γεωργιάδης ήταν επιτυχημένος επιχειρηματίας και εν συνεχεία υπήρξε ο πρώτος εκλεγμένος δήμαρχος της Λάρισας για το χρονικό διάστημα (1883-1887). Από τον Σάπκα γίνεται εδώ για πρώτη φορά μνεία της τροφοδοσίας του κτιρίου των ανακτόρων με νερό του Πηνειού, μέσω ειδικής αντλίας.

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2022

 

ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

ΤΖΙΑΦΑΛΙΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ: Ο αρχαιολόγος που αποκάλυψε τα Αρχαία Θέατρα της Λάρισας


Ο Αθανάσιος Τζιαφάλιας σε ανασκαφή  στο αρχαίο νεκροταφείο του Αγ. Γεωργίου Λαρίσης  (Μπουχλάρ). Φωτογραφία του 1976.Ο Αθανάσιος Τζιαφάλιας σε ανασκαφή στο αρχαίο νεκροταφείο του Αγ. Γεωργίου Λαρίσης (Μπουχλάρ). Φωτογραφία του 1976.

Αυτές τις ημέρες διαβάσαμε με μεγάλη χαρά στις τοπικές εφημερίδες ότι ο Δήμος Λαρισαίων θα αναλάβει την έκδοση του από πολλών ετών αναμενόμενου βιβλίου των Αθανασίου Τζιαφάλια, επίτιμου Εφόρου Αρχαιοτήτων Λάρισας και Δημητρίου Καραγκούνη, αρχιτέκτονα μηχανικού, που φέρει το τίτλο «Τα μάρμαρα μιλούν».

Είναι γνωστό ότι οι αναφερόμενοι συγγραφείς έχουν αφιερώσει ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής τους στην αποκάλυψη και την ανάδειξη του Α’ Αρχαίου Θεάτρου της Λάρισας και είναι οι πλέον κατάλληλοι να καταγράψουν την ιστορία του από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα.
Μήνες πριν, συγκεκριμένα στις 10 Μαΐου 2022, με τον Αθανάσιο Τζιαφάλια είχαμε συναντηθεί στα γραφεία της Φωτοθήκης Λάρισας του Ομίλου Φίλων της Θεσσαλικής Ιστορίας και παρουσία του μέλους της Φωτοθήκης Ευάγγελου Ρηγόπουλου ο οποίος μαγνητοφωνούσε τη συζήτηση, μιλήσαμε για την ιστορική διαδρομή του ως αρχαιολόγου σε διαδοχικές διοικητικές βαθμίδες στη ΙΕ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων Λάρισας. Στο σημερινό μας σημείωμα θα αναφερθούμε στη ζωή και το έργο του, όπως μας τα διηγήθηκε ο άνθρωπος του οποίου το όνομα συνδέθηκε πλέον ιστορικά με τις διαδικασίες αποκάλυψης των δύο Αρχαίων Θεάτρων της Λάρισας.

Βιογραφικό
Θα ξεκινήσουμε με ένα βιογραφικό σημείωμα του Θανάση (όπως αποκαλείται απ’ όλους) Τζιαφάλια. Γεννήθηκε στον Πρόδρομο Καρδίτσας. Είναι πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, στο τμήμα Ιστορικό-Αρχαιολογικό. Από το 1971 μέχρι το τέλος του 1973 εργάσθηκε ως βοηθός στο Σπουδαστήριο Ιστορίας της Τέχνης της Φιλοσοφικής Σχολής του εν λόγω Πανεπιστημίου. Το 1974 διορίσθηκε στο Υπουργείο Πολιτισμού ως Επιμελητής Αρχαιοτήτων και τοποθετήθηκε για ένα έτος στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης. Το 1975 μετατέθηκε στην τότε ΙΕ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων της Λάρισας ως Επιμελητής Αρχαιοτήτων και από το 1995 Προϊστάμενος της ίδιας Εφορείας, μέχρι τις αρχές του 2007, όταν και συνταξιοδοτήθηκε.
Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στη Λάρισα συμμετείχε ως τακτικό μέλος σε διάφορα Συμβούλια και Επιτροπές. Κύριες όμως δραστηριότητές του υπήρξαν οι εξής:
Α) Συμμετείχε ως Έφορος Αρχαιοτήτων στην επιτροπή εκτέλεσης έργων Μουσείων του Υπουργείου Πολιτισμού για την κατασκευή του Διαχρονικού Μουσείου της Λάρισας, το οποίο θεμελιώθηκε τον Μάιο του 1996 και ολοκληρώθηκε τον Δεκέμβριο του 2006.
Β) Παράλληλα ασχολήθηκε συστηματικά με τις διάφορες αναγκαίες διαδικασίες αποκάλυψης του Αρχαίου Θεάτρου της Λάρισας.
Επίσης κατά τη διάρκεια της θητείας του στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Λάρισας διενήργησε ανασκαφές επί δέκα χρόνια στο Ασκληπιείο Τρίκκης, στο Πελινναίο Τρικάλων, στους Γόμφους, τον Άτραγα, στην επαρχία Αγιάς (Μελίβοια, Νερόμυλοι, Γυρτώνη, Γεντίκι), σε οικόπεδα μέσα στην πόλη της Λάρισας, Κραννώνα, Άγ. Γεώργιο, Γόννους, Φάρσαλα και στην Περραιβική Τρίπολη (Πύθιο, Δολίχη, Άζωρος).
Το 1985 ανέσκαψε το Β’ Αρχαίο Θέατρο της Λάρισας, αποκατέστησε στη θέση τους τα μάρμαρα που είχαν εξαχθεί κατά την εκσκαφή θεμελίων για την ανέγερση οικοδομικού συγκροτήματος και του έδωσε την οριστική μορφή που έχει σήμερα. Η αποκάλυψη του Α’ Αρχαίου Θεάτρου της Λάρισας είχε χαρακτηρισθεί με υπουργική απόφαση ως συστηματική ανασκαφή, της οποίας υπήρξε διευθυντής καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας του. Για την ανασκαφή και την ανάδειξή του εργάσθηκε συστηματικά μέχρι τη συνταξιοδότησή του το 2007. Στο διάστημα 2007-2015 συνέχισε, συνταξιούχος πλέον, να εργάζεται στο Αρχαίο Θέατρο εθελοντικά, ως Πρόεδρος αρμόδιας Επιστημονικής Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων, με στόχο τη συντήρηση και στερέωση αρκετών τμημάτων του πολύπαθου μνημείου. Στο διάστημα 2016-2018 εργαζόταν σχεδόν καθημερινά στο Θέατρο, καθώς είχε ορισθεί από το σωματείο «Διάζωμα» ως επιστημονικός σύμβουλος της ομάδας σύνταξης της μελέτης συνολικής αποκατάστασης του μνημείου.
Όσον αφορά το επιστημονικό του έργο, είναι πλούσιο σε ανακοινώσεις συνεδρίων, διαλέξεις σε διάφορες πόλεις, εκατοντάδες δημοσιεύσεις σε έγκυρα αρχαιολογικά περιοδικά και τη συγγραφή τεσσάρων αυτοτελών βιβλίων αρχαιολογικού περιεχομένου. Μαζί με τον Bruno Helly και άλλους Γάλλους επιγραφικούς, δημοσίευσε το 2017 το corpus επιγραφών του Άτραγα, το οποίο βραβεύθηκε από τη Γαλλική Ακαδημία Επιστημών και Επιγραφικών στο Παρίσι. Μαζί με την ίδια ομάδα των Γάλλων επιγραφικών ολοκληρώνεται σύντομα και το corpus των επιγραφών της Περραιβικής Τρίπολης.
Παράλληλα, με τον επί δεκαετίες επιβλέποντα μηχανικό του Αρχαίου Θεάτρου Δημήτριο Καραγκούνη θα κυκλοφορήσουν σύντομα τρία βιβλία, την έκδοση των οποίων αποφάσισε, όπως αναφέρθηκε στην αρχή, να χρηματοδοτήσει η Δημοτική μας αρχή.
- Το πρώτο θα έχει τον τίτλο «Από το Καστρί Αγιάς και την Περαχώρα Τυρνάβου, στο Αρχαίο Θέατρο της Λάρισας» και αφορά την προέλευση του υλικού του μνημείου.
- Το δεύτερο θα τιτλοφορείται «Διαδικασίες αποκάλυψης του Αρχαίου Θεάτρου της Λάρισας», σε συνδυασμό με ηλεκτρονική πληροφόρηση για το σύνολο του έργου.
- Και το τρίτο «Αρχαιολογικές έρευνες και ανασκαφές στην Περραιβική Τρίπολη (Άζωρος, Δολίχη και Πύθιο Ελασσόνας)».
Ειδικότερα για το Αρχαίο Θέατρο της Λάρισας ετοιμάζει επιπλέον άλλα δύο βιβλία. Το πρώτο μαζί με τον Bruno Helly και την ομάδα Γάλλων επιγραφικών, το οποίο θα περιλαμβάνει ένα μεγάλο corpus 1.200 περίπου επιγραφών του Θεάτρου. Το δεύτερο αφορά αποκλειστικά και μόνο την αρχιτεκτονική του μνημείου στο σύνολό του. Η συζήτηση
Όπως θα διαπιστώσατε από την ανάγνωση του βιογραφικού του Θανάση Τζιαφάλια, πρόκειται για επιστήμονα με μεστή αρχαιολογική και ανασκαφική εργασία. Ειδικά σε ό,τι αφορά τα δύο αρχαία θέατρα της πόλης μας η συμβολή του υπήρξε καθοριστική και το όνομά του έχει ήδη ταυτισθεί με την αποκάλυψή τους. Στη συνέχεια του σημειώματός μας καταγράφεται αυτολεξεί η συζήτηση που είχαμε τον Μάιο του 2022, όπως απομαγνητοφωνήθηκε από τον Ευάγγελο Ρηγόπουλο που ήταν παρών και έχει ως εξής: «Ο J. L. Ussing[1] γνώριζε τη περιοχή του Αρχαίου Θεάτρου της Λάρισας. Μάλιστα ένα εδώλιο με την επιγραφή «τεχνίτες», το οποίο βρισκόταν στη βάση του τουρκικού ρολογιού της Λάρισας, το είχε περιγράψει. Αυτή την επιγραφή την βρήκα. Το 1985, μετά από ένα τοπικό συνέδριο, έγραψα για το θέατρο και το ονόμασα Α’ Αρχαίο Θέατρο[2]. Μάλιστα είχα γράψει και κάποια άρθρα στο Αρχαιολογικό Δελτίο με την ίδια ονομασία του θεάτρου. Μόλις επισημάνθηκε το λεγόμενο Β’ Αρχαίο Θέατρο στην οδό Ταγμ. Βελισσαρίου, χωρίς να το έχω ανασκάψει, ονόμασα αυτό στη Βενιζέλου Α’ Αρχαίο Θέατρο. Το λεγόμενο Β’ Θέατρο επισημάνθηκε το 1978 και το ανέσκαψα το 1984-85, όταν ήδη στο Α’ είχε κατεδαφισθεί η οικοδομή Γκαράνη, η οποία είχε κτισθεί το 1968. Επίσης είχα ήδη ανασκάψει ένα τμήμα του κήπου των στρατιωτικών αρτοποιείων και είχε διαμορφωθεί κάπως ο χώρος.
Μελετώντας λοιπόν, διαπίστωσα το μεγάλο λάθος που είχα κάνει, ονομάζοντας το θέατρο της οδού Βενιζέλου ως Α’. Το Α’ Αρχαίο Θέατρο ήταν ουσιαστικά και με τη χρονολογική έννοια του όρου, το άλλο της οδού Ταγμ. Βελισσαρίου. Αυτό ήταν το κλασσικό αρχαίο θέατρο της Λάρισας, στο οποίο παίχθηκαν για πρώτη φορά τα μεγάλα έργα των αρχαίων συγγραφέων. Σ’ αυτό π.χ. πρωτοπαίχθηκαν το έργο του Σοφοκλή «Λαρισαίοι», το οποίο δεν βρέθηκε ποτέ παρά μόνον 2-3 στίχοι, καθώς και η «Μήδεια» του Ευριπίδη. Ούτε φυσικά είναι «μικρό» θέατρο, όπως συνηθίζεται σήμερα να λέγεται από μερικούς. Ήταν μεγάλο θέατρο, μεγαλύτερο από αυτό της Βενιζέλου. Είχε ξύλινα έδρανα, τα ίκρια[3]. Πάνω στην κορυφή του λοφίσκου υπήρχε το ιερό της Δήμητρας-Περσεφόνης και του Δεσπότη, δηλ. του Πλούτωνα, με ένα στρογγυλό κτίσμα, το άβατο. Στο ιερό αυτό υπήρχαν επιγραφές προ του τέλους του 3ου π.Χ. αιώνα, δηλ. πριν κατασκευασθεί το θέατρο, το οποίο κτίσθηκε στα χρόνια της Μακεδονικής κυριαρχίας.
Αργότερα οι Ρωμαίοι δεν είχαν στρατεύματα εδώ στη Λάρισα, παρά μόνο τους σιτάλικους ή σιταλιώτες (φοροεισπράκτορες του σίτου). Ο Οκταβιανός Αύγουστος έδειχνε μεγάλο ενδιαφέρον για τη Θεσσαλία λόγω του γεγονότος ότι ήταν σιτοβολώνας. Την περιοχή γύρω από τη Λάρισα τη θεωρούσε σιτοπαραγωγική περιοχή και μετέφερε το σιτάρι από τη Λάρισα στη Ρώμη. Αυτός είναι και ο λόγος που ονόμασε τη Λάρισα Augusta (Αυγούστα), δηλ. σεβαστή πόλη. Και για να ικανοποιήσει τους Λαρισαίους επισκεύασε το ήδη κατεστραμμένο Α’ Αρχαίο Θέατρο, το οποίο είχε καταστραφεί περίπου το 60 π.Χ. Ο Οκταβιανός που ανέλαβε την αυτοκρατορία το 27 π.Χ. μέχρι το 14 μ.Χ., αλλά και ο διάδοχός του Τιβέριος αποφάσισαν να επισκευάσουν το λαμπρό αρχαίο θέατρο των Λαρισαίων, ώστε να ικανοποιήσουν το λαϊκό αίσθημα».
(Συνεχίζεται)

 
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1]. Ο Johan Louis Ussing (1820-1905) ήταν Δανός φιλόλογος και αρχαιολόγος, γνωστός για τις μελέτες του για τον ρωμαϊκό και ιδιαίτερα τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και τις ανασκαφές του. Τα σημαντικότερα και καλύτερα αρχαιολογικά έργα του βασίζονται στις επιγραφικές μελέτες του μεγάλου ταξιδιού στην Ελλάδα και ιδιαίτερα στη Θεσσαλία κατά το 1846-47 και τις περιέγραψε στο βιβλίο του « Inscriptiones Graecae ineditae (1847)».
[2]. Πρόκειται για το Α’ Ιστορικό-Αρχαιολογικό Συμπόσιο ΛΑΡΙΣΑ: Παρελθόν και Μέλλον, 26-28 Απριλίου 1985. Η εργασία του είναι δημοσιευμένη στα Πρακτικά του Συνεδρίου στις σελίδες 162-185 με τίτλο: «Το Αρχαίο Θέατρο της Λάρισας».
[3]. Ίκρια, εξ ού και ικρίωμα, δηλ. σκαλωσιά.
Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2022

 

ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

Τα αλησμόνητα παιχνίδια μας (ΙΙ)


Τα αλησμόνητα παιχνίδια μας (ΙΙ)

Από τον Γιάννη Γούδα

ΤΣΙΛΙΚΙ: Όσο περισσότερα παιδιά έπαιζαν, τόσο καλύτερο γινόταν το παιχνίδι. Για να παιχτεί, χρειάζονταν δύο ξύλινες βέργες, μία μακριά 60-70 εκ. περίπου (η τσιλίκα) και μία μικρή 10-20 εκ. (το τσιλίκι), που ήταν ξυσμένο, όπως το μολύβι μας, στις δύο άκρες, αλλά αντίθετα το ένα ξύσιμο από το άλλο, για να κάνει πάντα την καμάρα.  
Οι παίχτες διάλεγαν ένα μέρος ανοιχτό και ομαλό. Ήταν ήδη φτιαγμένη στο έδαφος μια γούρνα, ώστε επάνω της να κάθεται το τσιλίκι και με την τσιλίκα προσπαθούσε ο καθένας ή η καθεμία να ρίξει το τσιλίκι, προς την αντίπαλη ομάδα, η οποία καθόταν σε απόσταση (υπολόγιζαν μόνοι τους πού περίπου, ώστε να μπορούν να το πιάσουν στον αέρα για να κερδίσουν). Προσπαθούσε να το ρίξει όσο πιο μακριά μπορούσε, είτε σέρνοντάς το, είτε στον αέρα, για δύο λόγους: Πρώτον, γιατί ήταν υποχρεωμένοι οι αντίπαλοι να επιστρέψουν το τσιλίκι, χτυπώντας (αν μπορούσαν, γιατί ήταν δύσκολο λόγω της μεγάλης απόστασης) την τσιλίκα στη γούρνα, οπότε και κέρδιζαν και έχανε τη σειρά του ο παίχτης που εκείνη τη στιγμή έπαιζε και δεύτερον, γιατί ο παίχτης που έπαιζε συνέχιζε να παίζει και να απομακρύνει με τρία χτυπήματα από τη γούρνα το τσιλίκι από το σημείο εκείνο στο οποίο αυτό είχε φτάσει.
Σκοπός του ήταν να μην μπορεί κάποιος/-α από την αντίπαλη ομάδα με τρία πηδήματα (ξεκινώντας από τη γούρνα), να φτάσει το τσιλίκι, γιατί τότε έχανε τη σειρά του. Αν το πετύχαινε, τότε ξεκινούσε και μετρούσε φωναχτά με τα βήματα την απόσταση αυτής από τη γούρνα και τα κρατούσε στο μυαλό του. Αν ήταν τυχερός/-ή και μπορούσε με ένα χτύπημα να χτυπήσει το τσιλίκι και πριν πέσει αυτό στο έδαφος δύο φορές, μετρούσε τα βήματα διπλά, και αν τα κατάφερνε να το χτυπήσει τρεις φορές πριν πέσει στο έδαφος, μετρούσε τα βήματα τριπλά κ.ο.κ. Είχε το δικαίωμα και ανάλογα με τα βήματα (όσο πιο πολλά, τόσο πιο καλά), είτε να επαναφέρει τον εαυτό του (αν έχανε), είτε κάποιον/-α από την ομάδα του, που επίσης είχε ήδη χάσει. Η ομάδα αυτή έχανε και έπαιζε η άλλη την τσιλίκα από τη γούρνα, όταν έχαναν όλοι οι παίχτες της.
ΣΚΛΑΒΑΚΙΑ Ή ΑΜΠΑΡΙΖΑ: Χωρίζονταν τα παιδιά σε δύο ομάδες, αφού πρώτα κάποιος από κάθε ομάδα κανόνιζε ποιους θα πάρει στην ομάδα του και πάντα προσπαθούσε να πάρει τους γρηγορότερους και τους δυνατότερους. Κάθε ομάδα συνήθως είχε πάνω από πέντε παιδιά και παρατάσσονταν η μια ομάδα απέναντι από την άλλη. Έβγαινε ένα παιδί από τη μια ομάδα προκλητικά προς το ενδιάμεσο μέρος ή όπου αυτό νόμιζε ότι είναι ασφαλές και δεν θα το πιάσουν και με μορφασμούς και άλλες προκλητικές κινήσεις προκαλούσε και ερέθιζε τους αντιπάλους του. Έβγαινε τότε ένα παιδί από την αντίπαλη ομάδα και προσπαθούσε με τρόπο να πιάσει (να το αγγίξει δηλαδή) το πρώτο παιδί. Το δεύτερο παιδί «είχε» το πρώτο, δηλαδή είχε πλεονέκτημα, επειδή έβγαινε μετά την έξοδο του πρώτου παιδιού. Αν μπορούσε να το αγγίξει, το έπαιρνε «σκλάβο» (εξ ου και η ονομασία «σκλαβάκια»), ενώ το πρώτο παιδί δεν είχε δικαίωμα να αγγίξει το δεύτερο, αλλά και να το άγγιζε, δεν είχε καμιά επίπτωση στο παιχνίδι και στο παιδί. Με τη σειρά τώρα έβγαινε τρίτο παιδί, που αυτό «είχε» το δεύτερο. Κάθε παιδί που έβγαινε έπειτα από ένα ή περισσότερα παιδιά, «είχε», δηλαδή αποκτούσε πλεονέκτημα από όλα τα παιδιά που είχαν βγει πιο μπροστά απ’ αυτό και μπορούσε να τα πιάσει και να τα πάρει σκλάβους. Εκεί έπρεπε να παρακολουθείς και ποιο παιδί βγήκε πιο μπροστά ή πιο πίσω από σένα, για να κανονίσεις ποιο θα πιάσεις, διότι έπρεπε να πιάσεις «σκλάβο» το παιδί που βγήκε πιο μπροστά και όχι αυτό που βγήκε αργότερα από εσένα (στο σημείο αυτό, βέβαια, πάντα θα υπήρχαν και διαφωνίες, αλλά λύνονταν αμέσως). Όταν καταλάβαιναν πως κινδυνεύουν να πιαστούν, επέστρεφαν στη βάση τους. Τα παιδιά που πιάνονταν σκλάβοι, παίρνονταν προς το μέρος της αντίπαλης ομάδας και τοποθετούνταν σ’ ένα σημείο κοντά στη βάση τους με το χέρι τεντωμένο προς τη δική τους ομάδα, περιμένοντας να ξελευτερωθούν (έτσι το λέγαμε και εννοούσαμε να τους αγγίξουν και να ελευθερωθούν). Τα παιδιά της ομάδας τους προσπαθούσαν να τους ξελευτερώσουν (ελευθερώσουν) και συγχρόνως αν μπορέσουν να πιάσουν άλλους σκλάβους. Για να ξελευτερωθούν οι σκλάβοι, έπρεπε κάποιο παιδί να φτάσει ως το μέρος τους, χωρίς να το πιάσουν, και να αγγίξει οποιονδήποτε σκλάβο ήθελε (συνήθως ξελευτέρωνε τον/την πιο καλό/-ή) ή μπορούσε εκείνη τη στιγμή. Ο σκλάβος αμέσως γινόταν ελεύθερος και επέστρεφαν στη βάση τους και στην ομάδα τους και οι δύο απείραχτοι. Το ξελευτέρωμα των σκλάβων, επίσης, γινόταν (κατόπιν συμφωνίας), όταν όλα τα παιδιά-σκλάβοι σχημάτιζαν αλυσίδα, ήταν δηλαδή πιασμένα τα παιδιά το ένα με το άλλο και ελευθερωνόταν ο πρώτος στη σειρά. Τότε μεταδιδόταν ή ελευθερία από το ένα παιδί στο άλλο. Κέρδιζε όποια ομάδα έκανε «σκλάβους» ή «σκλαβάκια» όλα τα παιδιά της άλλης ομάδας.
Το παιχνίδι ήταν και είναι η δουλειά του παιδιού. Αποτελούσε μέρος της ζωής μας, γιατί πέρα από τη διασκέδαση και την ψυχαγωγία, ήταν και το ζωντανό μέσο της φιλίας, της χαράς, της ξεγνοιασιάς, της συντροφικότητας και της συνεργασίας με ήπιο, ωραίο και διδακτικό τρόπο, της ομαδικότητας, της φαντασίας και της δημιουργικότητας και τέλος, της άμεσης ωραίας και παλιάς επικοινωνίας μεταξύ μας.
Σήμερα, οι γειτονιές μας, οι δρόμοι μας και οι πλατείες μας δεν έχουν φωνές, παιχνίδια και χαρές. Δεν έχουν καν παιδιά, γιατί δεν τα βλέπω να παίζουν ποτέ. Και όλα αυτά, γιατί στη σημερινή εποχή ο ρόλος του παιχνιδιού τείνει να υποβαθμιστεί. Οι πολλές δραστηριότητες των παιδιών έχουν ως αποτέλεσμα την ύπαρξη ελάχιστου ή και καθόλου ελεύθερου χρόνου. Ακόμη και σε αυτόν τον ελάχιστο χρόνο, τα παιδιά προτιμούν να τον περάσουν μπροστά από μια… φωτεινή οθόνη, είτε είναι τηλεόραση, είτε υπολογιστής, είτε τάμπλετ, είτε κινητό τηλέφωνο. Επιπλέον, σήμερα το παιχνίδι έχει πάρει άλλη μορφή. Δεν αποτελείται από πολλά άτομα σε μια γειτονιά, αλλά από ένα ή δύο παιδιά μπροστά από ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι.
Είμαστε πολύ τυχεροί που παίξαμε τα παιδικά παιχνίδια μας τόσο όμορφα, να το ξέρετε, οπότε θα συμφωνήσετε μαζί μου πως με κανένα τάμπλετ, με κανέναν υπολογιστή, με κανένα video game και με κανένα κινητό δεν θα αλλάζαμε όλα αυτά τα παιχνίδια, καθώς και τους ανεκτίμητους φίλους που μας συντρόφευαν στα αλησμόνητα παιχνίδια των αθώων παιδικών μας χρόνων.
Γι’ αυτό τα παραδοσιακά εκείνα παιχνίδια αποτελούν ένα μεγάλο κομμάτι της παράδοσής μας που μας συνδέει με το τότε και δεν πρέπει να τα ξεχνάμε. Για τον λόγο αυτόν, αποφάσισα να δημοσιεύσω σήμερα μερικά από αυτά και να υπενθυμίσω στους γονείς, αλλά και στους εκπαιδευτικούς, τα παιχνίδια αυτά και με τη σειρά τους να τα μεταδώσουν στα σημερινά παιδιά, να τα μάθουν, να τα παίξουν, να χαρούν και να ενθουσιαστούν.

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2022

 

IXNHΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

Η Λάρισα του Μεσοπολέμου


Η Κεντρική πλατεία (Θέμιδος).  Επιστολικό δελτάριο του Στ. Στουρνάρα. 1910 περίπου.Η Κεντρική πλατεία (Θέμιδος). Επιστολικό δελτάριο του Στ. Στουρνάρα. 1910 περίπου.

Ως Μεσοπόλεμος χαρακτηρίζεται η χρονική περίοδος μεταξύ των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, του Πρώτου και του Δευτέρου. Χρονολογικά εκτείνεται σε μια περίοδο 21 ετών, από τα τέλη του 1918 έως τα τέλη του 1939.


Την περίοδο αυτή συγκλόνισαν τον κόσμο, και ιδιαιτέρως τη χώρα μας, σπουδαία γεγονότα. Στο σημερινό μας σημείωμα θα αναφερθούμε σε γενικές γραμμές στη Λάρισα του μεσοπολέμου.
Το 1918 είχαν συμπληρωθεί 37 χρόνια από την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στο Ελληνικό Βασίλειο και την απελευθέρωση της Λάρισας, έπειτα από διάστημα 4,5 περίπου αιώνων δουλείας. Χρονικό διάστημα αρκετό για να δοθεί η δυνατότητα στην πόλη να αποτινάξει την οθωμανική φυσιογνωμία της και να αποκτήσει την όψη μιας σύγχρονης πολιτείας.
Όμως διάφορα γεγονότα όλο αυτό το διάστημα αναχαίτιζαν κάθε προσπάθειά της. Η καταστρεπτική πλημμύρα του 1883, η κυβερνητική αστάθεια στην κεντρική πολιτική σκηνή στα τέλη του 19ου αι., η 15μηνη κατάληψη της πόλης από τους Τούρκους το 1897, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι του 1912-13, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος.
Ακολούθησαν μετά ο καταραμένος εθνικός διχασμός, η Μικρασιατική Καταστροφή, η ανταλλαγή πληθυσμών, τα συνεχή στρατιωτικά κινήματα, και άλλα γεγονότα, τα οποία δεν άφηναν περιθώρια οικονομικής και πολιτικής ευστάθειας. Όλο αυτό το διάστημα η Λάρισα ήταν μια πόλη απωθητική. Η διαμονή σ’ αυτήν ήταν δύσκολη και προβληματική. Παχύ στρώμα λάσπης τον χειμώνα και άφθονη σκόνη το καλοκαίρι κάλυπταν τους δρόμους, οι οποίοι δεν διέθεταν ακόμη κράσπεδα, και η κυκλοφορία ήταν πολύ δύσκολη [1]. Έπειτα η πόλη στερείτο και δύο βασικών αγαθών, το φως και το νερό.
Ο δημοτικός φωτισμός ήταν απαρχαιωμένος. Κάλυπτε ουσιαστικά την κεντρική περιοχή με ένα δίκτυο περιορισμένης ισχύος και αμφιβόλου συνέπειας, ενώ οι συνοικίες φωτίζονταν από γκαζοφάναρα. Το ίδιο ίσχυε και για τις κατοικίες.
Όσο για το νερό, ενώ στις αυλές κάθε σπίτι διέθετε πηγάδι, όμως το νερό του δεν ήταν πόσιμο και το χρησιμοποιούσαν μόνον για πότισμα των κήπων και για τη λάτρα του σπιτιού. Το πόσιμο νερό το προμηθεύονταν από τους νερουλάδες οι οποίοι γέμιζαν βαρέλια με νερό του Πηνειού, γυρνούσαν στην πόλη και το πωλούσαν έναντι μικρής αμοιβής.
Οι νοικοκυρές το αποθήκευαν σε πιθάρια (κιούπια) και ρίχνοντας λίγη στύψη, το νερό καθάριζε από τις φερτές ύλες (όχι βέβαια και από τα μικρόβια) και μετά από λίγες ημέρες ήταν έτοιμο για πόση. Όλη αυτή η κατάσταση δεν ήταν ευχάριστη για τους προσωρινούς κατοίκους της Λάρισας (στρατιωτικούς, δημόσιους υπαλλήλους, κ.λπ.), οι οποίοι προσπαθούσαν με κάθε δυνατό τρόπο να μετατεθούν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν.
Όλα αυτά μέχρι το 1925. Τον Οκτώβριο αυτού του έτους προκηρύχθηκαν δημοτικές εκλογές, οι πρώτες μετά το 1914 [2]. Οι συνδυασμοί που ανταγωνίσθηκαν ήταν τέσσερες, αλλά οι δύο ήταν οι πιο ισχυροί, του Μιχαήλ Σάπκα και το «Ενιαίο Μέτωπο» του Νικ. Βαλιανάτου. Ο τελευταίος εκπροσωπούσε τη Σοσιαλιστική κίνηση, τα δε στελέχη του προέρχονταν από το κομμουνιστικό κόμμα. Ο Νικ. Βαλιανάτος έκανε έναν τιτάνιο αγώνα, αλλά έχασε τη δημαρχία με διαφορά ολίγων ψήφων από τον συνδυασμό του Μιχ. Σάπκα.
Αμέσως μετά την εκλογή του το Δημοτικό Συμβούλιο καταπιάστηκε δυναμικά με το θέμα του ηλεκτροφωτισμού, της ύδρευσης και της οδοποιίας της Λάρισας [3].
Ήταν ακόμη η εποχή της δικτατορίας του Θεόδωρου Πάγκαλου και η υπομονή των Λαρισαίων είχε εξαντληθεί, έπειτα από τόσα χρόνια στασιμότητας των εταιρειών οι οποίες είχαν αναλάβει το φλέγον αυτό θέμα [4].
Δύο συλλαλητήρια με μεγάλη συμμετοχή κόσμου στην Κεντρική πλατεία Θέμιδος, δημιούργησαν στη συνέχεια ταραχές γύρω από τις εγκαταστάσεις της «Όμνιουμ». Το γεγονός αυτό ευαισθητοποίησε το νέο Δημοτικό Συμβούλιο, το οποίο πήρε την απόφαση να κηρύξει έκπτωτη την ανάδοχη εταιρεία και να αναλάβει προσπάθεια η ίδια η πόλη να λύσει το χρονίζον πρόβλημα. Ιδρύθηκε έτσι η Εταιρεία Υδρεύσεως Ηλεκτρισμού Λαρίσης (ΕΥΗΛ) [5].
Με την εγγύηση του Δήμου συνάφθηκε μεγάλο δάνειο και με τις προσωπικές μετοχές εύπορων ατόμων της πόλης (Νικ. Φίλιος, Φώτης Παππάς, Ηλίας Κολέσκας, Μιχαήλ Μπούρας, και πολλοί άλλοι) τα έργα ύδρευσης και ηλεκτροφωτισμού προχώρησαν με ταχύ ρυθμό. Και ενώ στις κολόνες τοποθετούνταν τα ηλεκτροφόρα καλώδια και στους δρόμους ανοίγονταν χαντάκια για να τοποθετηθούν οι σωληνώσεις που θα έφερναν στα σπίτια των Λαρισαίων καθαρό και υγιεινό νερό, την άνοιξη του 1928 μια ιδιότυπη διαδήλωση εκδηλώθηκε στο κέντρο της Λάρισας. Οι νεροβαρελάδες με τα αμάξια τους έφθασαν έξω από το δημαρχείο, διαμαρτυρόμενοι στον δήμαρχο Μιχαήλ Σάπκα ότι με την αναμενόμενη ύδρευση της Λάρισας μέσω της ΕΥΗΛ θα έχαναν τη δουλειά τους. Ο δήμαρχος τους άκουσε προσεκτικά και τους υποσχέθηκε ότι θα είναι από τους πρώτους που θα προσληφθούν στην Εταιρεία [6].
Τα έργα συνεχίστηκαν και έφθασε η 7η Δεκεμβρίου 1930 όταν ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος εγκαινίασε τον Υδατόπυργο και στο κτίριο της ΕΥΗΛ που κτίστηκε στη θέση της παράγκας της Όμνιουμ, άνοιξε τη στρόφιγγα και έφθασε σε κάθε σπίτι της πόλης αποστειρωμένο τρεχούμενο νερό.
Αυτή ήταν η αρχή. Ακολούθησε η κατασκευή σύγχρονης οδοποιίας. Προηγήθηκαν τα πεζοδρόμια με τα κράσπεδα και τα ρείθρα και η ασφαλτόστρωση των κεντρικών οδών της πόλης.
Οι δρόμοι που ασφαλτοστρώθηκαν πρώτοι ήταν οι Ακροπόλεως (Παπαναστασίου), Αλεξάνδρας (Κύπρου). Μ. Αλεξάνδρου, Κούμα, Ερμού, Φαρσάλων (Ρούσβελτ), Ασκληπιού, Παπακυριαζή. Συνεχίσθηκαν και σε άλλους δρόμους της πόλης και αργότερα και σε συνοικιακούς.
Το 1927 επεκτάθηκε το σχέδιο πόλεως και κατασκευάσθηκαν πολλά έργα σπουδαίας σημασίας, όπως η ασφαλτόστρωση της Κεντρικής πλατείας Θέμιδος και άλλων μικρότερων πλατειών.
Η δενδροφύτευση και ο καλλωπισμός πλατειών και πάρκων έγινε βάσει σχεδίου το οποίο εκπονήθηκε από επιτροπή αποτελούμενη από τον Διευθυντή της Αβερωφείου Γεωργικής Σχολής Φιλοπ. Τζουλιάδη και άλλους γεωπόνους μηχανικούς.
Επίσης φυτεύτηκαν κατά μήκος των κεντρικών οδών δενδροστοιχίες με κατάλληλα σκιερά δένδρα, οι δε πλατείες εμπλουτίστηκαν με πράσινο, άνθη και άλλα θαμνώδη δενδρύλλια. Οι δημοτικοί κήποι συμπληρώθηκαν από τον δενδροκόμο του Δήμου Ιωάννη Κατσίγρα με καλαισθησία.
Στα Παλαιά Ανάκτορα, την πλατεία Φρουρίου, την πλατεία Ταχυδρομείου και σε άλλες μικρότερες πλατείες οι κήποι έτυχαν ιδιαίτερης επιμέλειας από τον ίδιο.
Το άλσος Αλκαζάρ είχε γίνει εφάμιλλο με τα ευρωπαϊκά πάρκα. Οι όχθες του Πηνειού κοσμήθηκαν επίσης με δενδροφυτεύσεις. Η Λάρισα παρουσίαζε τότε όψη πράσινης πόλης και πολλοί ξένοι περιηγητές ή διερχόμενοι επισκέπτες την παρομοίαζαν με μικρή Ελβετική ή Γερμανική πόλη. Η εμφάνισή της ήταν τότε, το 1930-34, εξαιρετική [7]. Για την κατασκευή πολλών διδακτηρίων κατά το διάστημα 1930-34 έχουμε ήδη προ πολλού αναφερθεί.
Πήραμε μια μικρή ιδέα για τα έργα ουσίας τα οποία δρομολογήθηκαν κατά την εννεαετή (1925-1934) παρουσία του Μιχαήλ Σάπκα στον δημαρχιακό θώκο της πόλης. Δίκαια λοιπόν του αποδόθηκε ο τίτλος του αναμορφωτή δημάρχου της Λάρισας.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1]. Τα καταστήματα που εμπορεύονταν γαλότσες διέθεταν για άνδρες και γυναίκες μεγάλη ποικιλία και όλα τα σπίτια είχαν στην εξώπορτα τις ξέστρες (ποδόμακτρα) για να καθαρίζουν τις σόλες των παπουτσιών. Τις γαλότσες τις αφαιρούσαν πριν μπουν στο σπίτι. Η κατάσταση αυτή με τη λάσπη ευνοούσε τους υπαίθριους λούστρους, συνήθως νεαρά αγόρια, τα οποία ήταν παρατεταγμένα στη σειρά στην βόρεια πλευρά τις πλατείας.
[2]. Η έκρυθμη κατάσταση που αναφέρθηκε δεν επέτρεψε όλο αυτό το διάστημα των 11 ετών να προκηρυχθούν εκλογές.
[3]. Από το 1881, δεν υπάρχει δήμαρχος ο οποίος να μην ενδιαφέρθηκε για την ύδρευση, τον φωτισμό και την κατασκευή Δημοτικού Θεάτρου. Και για μεν τα δύο πρώτα ο Μιχαήλ Σάπκας μέχρι το 1930 τα κατάφερε πολύ καλά, για το Θέατρο όμως ακόμα και σήμερα η κατασκευή του καρκινοβατεί.
[4]. Το 1909 επί δημαρχίας Αχιλλέα Αστεριάδη μια τριάδα επιχειρηματιών από την Κέρκυρα ανέλαβε την εκτέλεση των έργων ύδρευσης και ηλεκτρισμού της Λάρισας, η οποία υποσχέθηκε ότι θα τα εκτελούσε σε 3,5 χρόνια. Όμως το 1910 οι ανωτέρω μεταβίβασαν την εκτέλεση των έργων στην Ανώνυμη Εταιρεία «Πηνειός». Ο χρόνος περνούσε και η εταιρεία, λόγω έλλειψης κεφαλαίων κωλυσιεργούσε στο θέμα του φωτισμού, ενώ δεν είχε καταπιαστεί καθόλου με το θέμα της ύδρευσης. Το 1912 ο «Πηνειός» μεταβίβασε τις υποχρεώσεις σε μια άλλη εταιρεία την «Ελληνικόν Όμνιουμ Ηλεκτρισμού». Αυτή εγκατέστησε μια πρόχειρη παράγκα με λαμαρίνες στον χώρο όπου σήμερα βρίσκεται το υπό κατασκευήν Δημοτικό Θέατρο και εγκατέστησε μια μεταχειρισμένη ηλεκτροπαραγωγό μηχανή, η οποία δεν ήταν ικανή να καλύψει τις ανάγκες όλης της πόλης. Συχνές βλάβες και συχνές διακοπές ρεύματος ήταν καθημερινό φαινόμενο το οποίο εξόργιζε τους Λαρισαίους μέχρι το 1925.
[5]. Είναι η πρόδρομος εταιρεία του ΟΥΗΛ και της σημερινής ΔΕΥΑΛ, η τελευταία μόνον στον τομέα ύδρευσης.
[6]. Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Διαδήλωση νεροβαρελάδων στη Λάρισα, εφ. «Ελευθερία, Λάρισα, φύλλο της 22ας Φεβρουαρίου 2017.
[7]. Σάπκας Μιχαήλ, Αναμνήσεις εκ της εκτελέσεως έργων οδοποιίας εν Λαρίση. Από το ανέκδοτο χειρόγραφο του δημάρχου Μιχαήλ Σάπκα «Αναμνήσεις».

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου

(nikapap@hotmail.com)

Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2022

 

ΛΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΧΙΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ...

Το Μπουρμαλί Tζαμί


Το Μπουρμαλί Τζαμί. Φωτογραφία του Τάκη Τλούπα. 1940. Το Μπουρμαλί Τζαμί. Φωτογραφία του Τάκη Τλούπα. 1940.

Κατά τη διάρκεια της Tουρκοκρατίας η Λάρισα ήταν πληθυσμιακά μία από τις μεγαλύτερες πόλεις του ελληνικού χώρου. Το τουρκικό στοιχείο επικρατούσε στην πόλη σε μεγάλο βαθμό. Γι’ αυτό άλλωστε και ο Σουλτάνος Μωάμεθ ο Δ΄ εγκαταστάθηκε εδώ το 1668 με την αυλή του για δύο τουλάχιστον χρόνια, κατά τη διάρκεια του τουρκοβενετικού πολέμου στην Κρήτη [1]. Περιηγητές αυτής της περιόδου ανεβάζουν τον αριθμό των τζαμιών, ανάλογα με τον συγγραφέα, από 22-27, ενώ ο Θεόδωρος Παλιούγκας που έχει ασχοληθεί ιστορικά με την περίοδο αυτή, αναφέρει ότι ο συνολικός αριθμός τους καθ’ όλη τη διάρκεια των 4,5 αιώνων τουρκικής κατάκτησης ανέρχεται περίπου σε 73 τεμένη.


Στο σημερινό μας σημείωμα θα αναλύσουμε μία φωτογραφία της παλιάς Λάρισας, η οποία απεικονίζει τμήμα από το κτίριο του Μπουρμαλί Τζαμί και τον περίτεχνο μιναρέ του. Το τζαμί αυτό ήταν σε ένα από τα κεντρικότερα σημεία της Γενί Σεχίρ (Νέα Πόλη), όπως ονόμαζαν επίσημα τη Λάρισα οι Οθωμανοί. Βρισκόταν ακριβώς στην περιοχή όπου σήμερα έχει καταλάβει ο κινηματογράφος «Βικτώρια». Η φωτογραφία έχει δημοσιευθεί στο βιβλίο «Λάρισα. Εικόνες του χθές» [2] και χρονολογείται στα 1940.
Την ονομασία Μπουρμαλί Τζαμί την οφείλει στην ανάγλυφη σπειροειδή κεραμοπλαστική μορφή με την οποία είχε διακοσμηθεί ο βασικός κορμός του μιναρέ. Ο ιδρυτής του, όπως και η χρονολογία κατασκευής του δεν μας έχουν διασωθεί. Πάντως το 1668 που πέρασε από τη Λάρισα ο Οθωμανός περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπί το περιέγραψε [3]. Βρισκόταν στον Καραγάτς Μαχαλά (σημερινή συνοικία Αγίου Κωνσταντίνου), μια περιοχή η οποία επί Τουρκοκρατίας κατοικείτο ως επί το πλείστον από Οθωμανούς. Μετά την απελευθέρωση της Λάρισας και μέχρι την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1924 το χρησιμοποιούσαν κατ’ εξοχήν οι άρρενες μουσουλμάνοι της Λάρισας, εν αντιθέσει με το Γενί Τζαμί της πλατείας Ανακτόρων, το οποίο χρησιμοποιούσαν συνήθως οι γυναίκες.
Εκτός από τη δημοσιευόμενη φωτογραφία, έχουμε και άλλες δύο απεικονίσεις του ίδιου τεμένους. Η μία προέρχεται από ένα σχέδιο που φιλοτέχνησε ο Αγήνορας Αστεριάδης το 1940 [4] και η άλλη είναι χρωμολιθόγραφη φωτογραφία αποτυπωμένη σε επιστολικό δελτάριο του βιβλιοχαρτοπώλη και τυπογράφου Γεωργίου Βελώνη [5].
Από τις απεικονίσεις αυτές, αλλά και από μαρτυρίες ανθρώπων που το γνώρισαν πριν την καταστροφή του, συμπεραίνεται ότι κατασκευαστικά ήταν ένα απλό τζαμί, όπως τα περισσότερα της Λάρισας. Επρόκειτο για μια αίθουσα τετράγωνη, καλυμμένη με στέγη από κεραμίδια. Η τοιχοποιία του ήταν ισχυρή και σε πολλά σημεία είχαν χρησιμοποιηθεί αρχαία αρχιτεκτονικά μέλη, τα οποία αποκαλύφθηκαν κατά την κατεδάφιση του τζαμιού το 1960. Εκείνο «όμως» που του πρόσθετε ιδιαίτερη αίγλη ήταν ο όμορφος μιναρές του. Εδραζόταν σε μια ψηλή και ογκώδη βάση και ήταν διακοσμημένος με πλίνθους σε μορφή ψαροκόκαλου. Η διάταξη αυτή των πλίνθων δημιουργούσε στον κορμό του μιναρέ την εντύπωση περιστροφικής (ελικοειδούς) κίνησης. Με μια προσεκτική παρατήρηση της δημοσιευόμενης εικόνας θα διαπιστώσετε τη μορφή της διάταξης αυτής. Ψηλότερα βρισκόταν ένας καλαίσθητος εξώστης και ο μιναρές κατέληγε σε μια ιδιόμορφη βαθμιδωτή ημισφαιρική απόληξη. Το τέμενος μαζί με τον αύλειο χώρο του περιβάλλονταν από ψηλό τοιχίο.
Μετά την αποχώρηση των Τούρκων των 1924 το τζαμί περιήλθε, όπως ήταν φυσικό, σε θρησκευτική αχρηστία. Ο γνωστός Λαρισαίος γαιοκτήμονας Βασίλειος Αρσενίδης (1875-1944) [6] βρήκε την ευκαιρία και χρησιμοποίησε τους χώρους του ως αποθήκη σιτηρών, αλλά ο μεγάλος σεισμός της 1ης Μαρτίου του 1941 κατακρήμνισε τον μιναρέ και προξένησε σοβαρές ρηγματώσεις στους τοίχους του τεμένους. Το κτίσμα χαρακτηρίστηκε από τους ειδικούς ως ετοιμόρροπο και το 1960 κατεδαφίστηκε. Αργότερα το οικόπεδο περιήλθε στην ιδιοκτησία του Μιχάλη Τζεζαϊρλίδη, ο οποίος στη θέση αυτή κατασκεύασε, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, τον κινηματογράφο «Βικτώρια».

.......................................................
[1]. Τον Σεπτέμβριο του 1669 έφθασε στη Λάρισα ο Αγγλος περιηγητής Edward Brown (1642 – 1708) και όπως γράφει στο οδοιπορικό του που έχει τον τίτλο «A brief Account of some Travels in Hungaria, Serbia, Bulgaria, Macedonia, Thessaly... Λονδίνο (1673)» : «... μου δόθηκε η ευκαιρία να επισκεφθώ την οθωμανική αυλή, που τότε και από πολύ καιρό πριν, βρισκόταν στη Λάρισα, μια φημισμένη παλαιά πόλη της Θεσσαλίας».
[2]. Λάρισα. Εικόνες του χθες. Φωτογραφίες Τάκη Τλούπα, κείμενο Νίκος Νάκος. Λάρισα, Γ΄ έκδοση (2003), σελ. 77.
[3]. Παλιούγκας Θεόδωρος, Η Λάρισα κατά την Τουρκοκρατία (1423-1881), τόμ. Α΄, Λάρισα (1996), σελ. 285-288.
[4]. Αστεριάδης Αγήνωρ, Λάρισα. Τέσσερες ακουαρέλλες και τριάντα τρία σχέδια. Εισαγωγή του Κίτσου Α. Μακρή, επιμέλεια του Α. Τάσσου, Αθήνα (1978), αριθ. σχεδίου 11.
[5]. Το τυπογραφείο του Γεωργίου Βελώνη βρισκόταν στη γωνία των σημερινών οδών Κύπρου και Ασκληπιού, απέναντι από το φαρμακείο του Δημητρίου Κυλικά. Στις αρχές της δεκαετίας του 1920 κυκλοφόρησε μια σειρά 25 αριθμημένων χρωμολιθόγραφων καρτών εξαιρετικής τέχνης, η εκτύπωση των οποίων είχε γίνει στο εξωτερικό. Οι φωτογραφίες ήταν χρονικά διαφόρων εποχών και απεικόνιζαν τοπία της Λάρισας, των Τεμπών, των Τρικάλων και των Μετεώρων. Το συγκεκριμένο επιστολικό δελτάριο φέρει τον αριθμό 24.
[6]. Ήταν γιος του κοσμηματοπώλη και γαιοκτήμονα Νικολάου Αρσενίδη (1840-1883) και της Φανής Σκαλιώρα. Εκτός από τη διαχείριση της μεγάλης κτηματικής του περιουσίας, ασχολήθηκε και με τα κοινά. Υπήρξε για πολλά χρόνια δημοτικός σύμβουλος και τον Ιανουάριο του 1924 διορίστηκε δήμαρχος Λαρίσης. Βλέπε: Γρηγορίου Αλέξανδρος, Βασίλειος Αρσενίδης (1875-1944). Ο οραματιστής δήμαρχος Λάρισας του μεσοπολέμου, εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 1ης Νοεμβρίου 2015.

 

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2022