Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2014

Το Β’ Δημοτικό Σχολείο στο Φρούριο
(το σχολείο μου)





Ηκατάσταση των σχολικών διδακτηρίων της Λάρισας από την προσάρτηση της Θεσσαλίας το 1881, μέχρι το 1930 περίπου ήταν πολύ άσχημη έως απαράδεκτη. Τα σχολεία στεγάζονταν σε παλιές τούρκικες οικοδομές,
κατασκευασμένες από τσατμά (ξυλότυπους), με
ανεπαρκή θεμελίωση, άνιση κατανομή των χώρων, εφ’ όσον ήταν κατασκευασμένες να φιλοξενούν επί τουρκοκρατίας οικογένειες μπέηδων,ανήλια, υγρά και με ανεπαρκή αερισμό συνήθως στο ισόγειο. Η χωρητικότητα των αιθουσών ποτέ δεν ήταν ανάλογη με τον αριθμό των μαθητών που φοιτούσαν σε κάθε τμήμα και πολλές τάξεις Δημοτικών Σχολείων στοιβάζονταν σε
υπόγεια δωμάτια και προθαλάμους, τα οποία κατ’ ευφημισμόν ονομάζονταν  αίθουσες. Θέρμανση κατά τον χειμώνα δεν υπήρχε, ούτε και κάποια ανεκτή καθαριότητα ήταν εφικτή. Οι χώροι υγιεινής ήταν ανεπαρκείς και αποτελούσαν εστίες μόλυνσης. Δεν υπήρχε ο απαιτούμενος αριθμός θρανίων και το κυριότερο δεν υπήρχε επαρκής προαύλιος χώρος για τα διαλείμματα και το μάθημα της γυμναστικής. Με άλλα λόγια οι χώροι διδασκαλίας ήταν πρόχειροι, σε ακατάλληλα κτίρια και ανθυγιεινοί, ειδικά για άτομα αυτής της τρυφερής ηλικίας. Λόγω της παλαιότητας τα περισσότερα από τα κτίσματα αυτά όχι μόνον δεν μπορούσαν να δεχθούν έστω και στοιχειώδη επισκευή ή τροποποίηση, αλλά με την καθημερινή χρήση τους γίνονταν ετοιμόρροπα και ως εκ τούτου επικίνδυνα.
Με άλλα λόγια η κατάσταση των διδακτηρίων κατά τα πρώτα πενήντα χρόνια από την απελευθέρωση της Λάρισας ήταν απελπιστική. Επομένως η ανέγερση νέων σχολικών κτιρίων σύμφωνα με τις κατασκευαστικές
προδιαγραφές της εποχής ήταν επιβεβλημένη. Το πρόβλημα είχε εντοπίσει από πολύ νωρίς ο δήμαρχος Μιχαήλ Σάπκας και είναι αλήθεια ότι αποδύθηκε σε έναν τιτάνιο αγώνα για να επιλύσει το διδακτηριακό πρόβλημα της πόλεως. 
Περί το 1930 επί πρωθυπουργίας Ελευθερίου Βενιζέλου και υπουργού Παιδείας Γεωργίου Παπανδρέου, κα-
τάφερε με τη σύναψη δανείου και τη βοήθεια του υπουργείου Παιδείας να ανοικοδομήσει επτά Δημοτικά Σχολεία και ένα Γυμνάσιο, τα οποία υπήρχαν εν λειτουργία μέχρι πρόσφατα και μόνον ορισμένα, συγκεκριμένα τα Β’, Δ’, Ε’, ΣΤ’ Δημοτικά Σχολεία αντικαταστάθηκαν κατά τα τελευταία χρόνια με σύγχρονα κτίρια.
Στο σημερινό μας σημείωμα θα καταγράψουμε την ιστορική διαδρομή του Β’ Δημοτικού Σχολείου που οικοδομήθηκε στον λόφο του Φρουρίου.
Στην αναζήτηση οικοπέδων για την στέγαση των νέων διδακτηρίων, ο δήμαρχος και το Δημοτικό Συμβούλιο αναζητούσαν σε όλη την πόλη τους καλύτερους χώρους. Για το Β’ Δημοτικό Σχολείο κρίθηκε κατάλληλη η περιοχή δυτικά του σημερινού κέντρου «Φρούριο». Την περίοδο εκείνη,στην περιοχή που βρίσκεται σήμερα το Ηρώον υπήρχε το ψυχαγωγικό κέντρο «Καλλιθέα», που φιλοξενούσε το καλοκαίρι θεατρικές και καλλιτεχνικές παραστάσεις, με επιχειρηματία τον Δημήτριο Μπόκοτα. Δίπλα υπήρχε από παλιά μια στρατιωτική αποθήκη και πιο κάτω ένα διώροφο σπίτι[1], το οποίο ανήκε σε ιδιώτη και αγοράσθηκε από τον Δήμο με το ποσό των 300.000 δραχμών περίπου. Τα δύο τελευταία κτίρια κατεδαφίσθηκαν περί το 1928 και έτσι δημιουργήθηκε ευρύτατος
χώρος, ικανός για την ανέγερση διδακτηρίου. Εκπονήθηκε μελέτη, προκηρύχθηκε δημοπρασία και τελευταίος μειοδότης αναδείχθηκε ο μηχανικός Κωνσταντίνος Μιχαλέας από την Αθήνα, στον οποίο ανατέθηκε η εκτέλεση του έργου ανέγερσης του Β’ Δημοτικού Σχολείου.
Η εορτή θεμελίωσης του Σχολείου έγινε με πανηγυρικό τρόπο στις 10 Μαρτίου του 1929, παρουσία του υπουργού Παιδείας Γεωργίου Παπανδρέου και των τοπικών αρχών. Μετά τον αγιασμό που έγινε από τον μητροπολίτη Αρσένιο, ο δήμαρχος Μιχαήλ Σάπκας προσφώνησε τον παριστάμενο υπουργό ως εξής:
«Μέγα έργον συνετελέσθη σήμερον εις την πόλιν μας. Αθορύβως και με στερεάς βάσεις εθέσατε τον θεμέλιον λίθον του πρώτου ανεγειρομένου Σχολικού Διδακτηρίου μας. Εις εποχήν όπου τόση δίδεται σημασία εις την εμφάνισιν των Σχολικών Διδακτηρίων ώστε να δαπανώνται υπό των διαφόρων Κρατών κολοσσιαία ποσά δια την ανέγερσιν Σχολικών Διδακτηρίων, μεγαλοπρεπών, ανταποκρινομένων εις πάντας τους κανόνας της σχολικής υγιεινής και τας διδακτικάς ανάγκας των Σχολείων, καθιστώντα την διδασκαλίαν και την φοίτησιν των μαθητών ευχάριστον και άνετον,ημείς μόλις τώρα, τη αξιεπαίνω πρωτοβουλία Υμών ως υπουργού της Παιδείας, αρχίζομεν ενδιαφερόμενοι δια το τόσον σοβαρόν ζήτημα των Σχολείων.
Ίσως το Κράτος διατελών σχεδόν διαρκώς υπό οικονομικήν ανεπάρκειαν και απησχολημένον εις τους εθνικούς αγώνας και την περίθαλψιν και αποκατατάστασιν των προσφευγόντων εκάστοτε υποδούλων αδελφών εις την μητέρα Ελλάδα, δεν ηδυνήθη και δεν επήρκησε να ασχοληθή με το υψίστης αξίας Διδακτηριακόν ζήτημα.
Τα λειτουργούντα σήμερον Διδακτήρια ούτε όρους Σχολικής υγιεινής πληρούν, ούτε ανταποκρίνονται εις τας σημερινάς εκπαιδευτικάς ανάγκας των παιδιών. Και ταύτα δε οφείλονται κατά μέγα μέρος εις δωρεάς των εν τη ξένη ομογενών,οίτινες την φιλοπατρίαν και την προσήλωσιν εις τα εθνικά ιδεώδη εκδηλούσι δια των συχνών και
μεγάλων δωρεών των εις τα Σχολεία της υποδούλου πατρίδος των και κατά δεύτερον λόγον εις την πρωτοβουλίαν των Δήμων και Κοινοτήτων και τον ατομικόν έρανον των πολιτών.
Κύριε Υπουργέ η σημερινή θεμελίωσις του διδακτηρίου μας είναι η απαρχή στροφής της προσοχής του Κράτους και προς τα Σχολικά διδακτήρια, προς πλήρωσιν ενός μεγάλου κενού, της ελλείψεως διδακτηρίων συγχρονισμένων.
Κύριοι και Κυρίαι αι ωραίαι και ευχάρισται εντυπώσεις των μαθητών εκ των Σχολείων έχουσι μεγίστην επίδρασιν επί της μορφώσεως του χαρακτήρος και του ήθους των παιδιών μας. Τούτο ασφαλώς έχει διαγνώσει ο εν μέσω ημών παριστάμενος σήμερον δια την θεμελίωσιν των διδακτηρίων σοφός και πνευματώδης υπουργός της Παιδείας Κος Γεώρ. Παπανδρέου και έστρεψε το ενδιαφέρον του Κράτους και ειδικώτερον του υπουργείου του εις την χάραξιν πολιτικής εκπαιδευτικής, συνδυασμένης με την ανέγερσιν Διδακτηρίων. Και ούτω βλέπομεν σήμερον τον Κον υπουργόν της Παιδείας, επί κεφαλής των αρχιτεκτόνων του υπουργείου, θεμελιούντα το πρώτον υπό του Κράτους ανεγειρόμενον σύγχρονον Διδακτήριον.
Κύριε Υπουργέ, η Λάρισα, η θεσσαλική Μητρόπολις, της οποίας η ιστορία ανάγεται εις την αρχήν της ιστορίας των Ελλήνων από χιλιετηρίδων όλων,η αιωνία πόλις, είναι ευτυχής και υπερήφανος διότι πανηγυρίζει σήμερον μεθ’ Υμών την ημέραν ταύτην της θεμελιώσεως των διδακτηρίων της και την θεωρεί ως απαρχήν σωματικής και πνευμα-
τικής αναπλάσεως της νέας μας ελπιδοφόρου γενεάς.
Σας ευχαριστούμεν διότι εξελέξατε την πόλιν μας μεταξύ των πρώτων πόλεων του Κράτους,ίνα απ’ αυτής αρχίσητε την εφαρμογήν της Σχολικής σας πολιτικής.
Ευχαριστούμεν την αρχιτεκτονικήν και μηχανικήν υπηρεσίαν σας δια την σοβαράν εργασίαν της προς εκπόνησιν των αρίστων και μεγαλοπρεπών σχεδίων ώστε τα διδακτήριά μας να αποτελέσωσι αριστοτεχνικόν κόσμημα της Λαρίσης.
Τον θεμέλιον λίθον εθέσατε Κύριε Υπουργέ ακριβώς επί χώρων των Σχολείων της εποχής της μαύρης δουλείας του Γένους[2], εις ά εδίδαξαν μεγάλοι του Γένους διδάσκαλοι και εσφυρηλάτησαν την εθνικήν μας αναγέννησιν και την ελευθερίαν της πατρίδος μας.
Ζήτω ο Υπουργός Κος Γ. Παπανδρέου»[3].
Το 1932 αποπερατώθηκε η κατασκευή του διδακτηρίου και τελέσθηκαν τα εγκαίνια με την παρουσία και πάλι του υπουργού Γεωργίου Παπανδρέου. Στην πρόσοψη του Σχολείου εντοιχίσθηκε τιμητικά αναμνηστική μαρμάρινη πλάκα με τα ονόματα του τότε προέδρου της Κυβερνήσεως
Ελευθερίου Βενιζέλου και του υπουργού της Παιδείας Γεωργ. Παπανδρέου. Η πρόταση του εργολάβου Κωνσταντίνου Μιχαλέα να χαραχθεί πάνω στην πλάκα και το όνομα του Μιχαήλ Σάπκα δεν έγινε δεκτή από τον δήμαρχο.
Η ζωή του Σχολείου αυτού ήταν σχετικά σύντομη, μόλις 46 χρόνια. Το 1978, μέσα στο πλαίσιο εξωραϊσμού της περιοχής του λόφου του Φρουρίου, κατεδαφίσθηκε και στη θέση του βρίσκεται σήμερα πάρκο με προτομές και αναμνηστικές στήλες.Έτσι ένα σχολείο που μόρφωσε χιλιάδες παιδιά τόσα χρόνια έσβησε από τον λόφο το 1978. Σήμερα υπάρχουν πολλοί Λαρισαίοι οι οποίοι φοίτησαν, μορφώθηκαν και ανδρώθηκαν σ’ αυτό και το θυμούνται με νοσταλγία.  
 Σημειώσεις
[1]. Ολύμπιος (Περραιβός Κώστας), Το Φρούριο ανάμεσα στους αιώνες, εφ. Λάρισα, φύλλο της 26ης Ιουνίου 1978.
[2]. Είναι γνωστό ότι το Ελληνικό Σχολείο της Λάρισας κατά τον 19ο αι. βρισκόταν ανατολικά του ναού του Αγίου Αχιλλίου, εκεί περίπου που θεμελιώθηκε το Β’ Δημοτικό Σχολείο. Στο Σχολείο αυτό φοίτησαν και δίδαξαν επιφανείς λόγιοι της πόλεώς μας, με φωτεινότερο παράδειγμα τον Κωνσταντίνο Κούμα.
[3]. Από τις «Αναμνήσεις», ανέκδοτο χειρόγραφο έργο του Μιχαήλ Σάπκα.

Υ.Γ. να συμπληρώσω,και την ύπαρξη ,του μακαρίτη πλέον ,ΧΑΡΙΛΑΟΥ,πωλητη,κουλουριών και παγωτών,έξω από τα κάγκελα......μισό ξυλάκι,1 δραχμή.αξέχαστες στιγμές της παιδικής μου ηλικίας.....

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2014

ΛΑΡΙΣΑ - Μια εικόνα χίλιες λέξεις...

Η παλιά εβδομαδιαία αγορά

Η άποψη αυτή της Λάρισας είναι αποτυπωμένη σε επιστολικό δελτάριο του Στέφανου Στουρνάρα με τον αριθμ. 199. Είναι χρωμολιθόγραφη,στο πίσω μέρος φέρει ταχυδρομική σφραγίδα με χρονολογία 1910 και έχει αποσταλεί από την Λάρισα, με παραλήπτη κάποια οικογένεια των Αθηνών. Για να προσανατολίσουμε τον αναγνώστη αναφέρουμε ότι ο  φωτογράφος στάθηκε στο δεξιό άκρο της εξόδου της μεγάλης πέτρινης γέφυρας του Πηνειού με κατεύθυνση προς την πόλη και αποτύπωσε τη νότια πλευρά του λόφου του Φρουρίου, στην αρχή της οδού Βενιζέλου (Μακεδονίας τότε), εκεί που σήμερα είναι το άγαλμα με το άλογο και ο κυκλικός κόμβος κυκλοφορίας.
Στο εμπρός μέρος της φωτογραφίας υπάρχει ένας σχετικά ευρύς, ενιαίος, ελαφρά κατηφορικός
αδιαμόρφωτος χώρος, ο οποίος διασχίζεται από χωμάτινο δρόμο, που οδηγεί αριστερά στην είσοδο της γέφυρας και δεξιά προς το εσωτερικό της πόλης. Ολόκληρος ο χώρος ονομάζονταν «παζάρι» και στην φωτογραφία είναι κατειλημμένος από άμαξες, ζώα, ομάδες ανθρώπων που έχουν απλώσει την πραμάτεια τους και περιφερόμενα άτομα, τους αγοραστές. Εντύπωση προκαλεί η παρουσία αρκετών γυναικών και μερικών παιδιών, ασυνήθιστο για την εποχή φαινόμενο.Μια πολύ καλή περιγραφή της αγοράς αυτής μας έδωσε ο Σουηδός περιηγητής JuliusCenterwall, ο οποίος επισκέφθηκε τη Λάρισα το 1886[1].
Τα κτίρια στο πίσω μέρος της φωτογραφίας ανήκουν στη νότια πλευρά του λόφου και ξεκινώντας από αριστερά διακρίνουμε ένα ανηφορικό λιθόστρωτο δρομάκι (καλντερίμι) με οφιοειδή πορεία. Αυτός ο δρόμος ήταν μία από τις σπουδαιότερες προσπελάσεις στον λόφο του Φρουρίου για τους πεζούς και οδηγούσε στην αυλή του μητροπολιτικού ναού του Αγίου Αχιλλίου. Από αυτόν
περνούσε η θρησκευτική πομπή την ημέρα των Θεοφανείων, για να καταλήξει στο κέντρο της γέ-
φυρας, απ’ όπου ο μητροπολίτης έριχνε τον Σταυρό στον Πηνειό. Διατηρήθηκε εν χρήσει μέχρι
τη δεκαετία του 1920, γιατί εν τω μεταξύ κατασκευάσθηκε η μεγάλη κλίμακα με τα πέτρινα σκα-
λοπάτια στη δυτική πλευρά του λόφου, η οποία οδηγούσε από τη δεξιά όχθη του ποταμού, στην
αυλή του Αγ. Αχιλλίου[2].
Αμέσως μετά δεσπόζει ένα τεράστιο διώροφο κτίριο με ισχυρά ερείσματα στο έδαφος. Κτίσθηκε
στα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας και αρχικά χρησιμοποιήθηκε από τους αδελφούς Σαχίνη
ως πανδοχείο. Σ’ αυτό κατέλυαν συνήθως οι ταξιδιώτες οι οποίοι διευθύνονταν προς την Δυτική
Μακεδονία μέσω Μελούνας. Εκεί κατέλυσε και ο Μιχαήλ Σάπκας τον Δεκέμβριο του 1895, όταν με το πτυχίο της ιατρικής στα χέρια του, κατευθύνονταν προς το Μοναστήρι, όπου όμως δεν έφθασε ποτέ, γιατί διάφορα γεγονότα τον υποχρέωσαν να μείνει μόνιμα στη Λάρισα. Το 1905, μετά την πυρπόληση του Δικαστικού Μεγάρου στην κεντρική πλατεία και την καταστροφή των φυλακών που βρίσκονταν εκεί που σήμερα υψώνεται το κτίριο της Λέσχης Αξιωματικών Φρουράς Λαρίσης, οι φυλακισμένοι μεταφέρθηκαν στο κτίριο που στέγαζε το πανδοχείο των αδελφών Σαχίνη,αφού προηγουμένως έγιναν ορισμένες κατασκευαστικές μετατροπές για περισσότερη ασφάλεια. Κατά την περίοδο λήψης της φωτογραφίας το κτίριο στέγαζε τις φυλακές. Μάλιστα ο Θρασύβουλος Μακρής αναφέρει κάπου ότι κατά τη διάρκεια της θρησκευτικής πομπής των Θεοφανείων, οι φυλακισμένοι έβγαιναν στα παράθυρα και εκστόμιζαν διάφορες βωμολοχίες.
 Με τον σεισμό του 1941 και τους βομβαρδισμούς το κτίριο των φυλακών υπέστη σοβαρές ζημιές και μεταπολεμικά κατεδαφίσθηκε με πολύ δυσκολία, λόγω της ισχυρής κατασκευής του.
Πίσω από το κτίριο των φυλακών μόλις διακρίνεται μέρος από τον τελευταίο όροφο του
τριώροφου αρχοντικού του Ιωάννη Βελλίδη.
Τέλος το δεξιό άκρο της φωτογραφίας υπάρχει κάποιο διώροφο κτίριο, το οποίο στέγαζε το ξε-
νοδοχείο «Μακεδονία»και είχε πρόσοψη προς την οδό Μακεδονίας (Βενιζέλου).

[1]. Η λαϊκή αγορά {παζάρι) γινόταν από τότε ακόμα (1886) στην περιοχή που ξεκινούσε από την είσοδο της γέφυρας και έφθανε μέχρι λίγο πιο πάνω, στην περιοχή του Τσούγκαρι. Στον λόφο ανέβηκε αργότερα,δίπλα από την κλειστή τουρκική αγορά (μπεζεστένι). Ας δούμε όμως πως περιγράφει την αγορά αυτή ο Σουηδός περιηγητής.
«Για να αποκτήσει κάποιος μια πραγματική εικόνα πολιτισμού στη Λάρισα πρέπει να επισκεφθεί το «Παζάρι». Πρόκειται για τη συνοικία η οποία απλώνεται στη βάση του Φρουρίου, στο οποίο τοποθετείται η θέση της ακρόπολης της αρχαίας πόλης. Στο παζάρι, μέσα σε σανιδένιες 
πρόχειρες παράγκες ή ακόμα και έξω στο ύπαιθρο αναπτύσσεται η αγορά, στην οποία οι κάτοικοι πωλούν τα προϊόντα τους και αγοράζουν ξένα.Όμως πόση ζωντάνια και τι φωνές κυριαρχούν σ’ αυτή την αγορά! Το πλήθος που την κατακλύζει είναι τόσο μεγάλο ώστε μερικές φορές είναι αδύνατο να προχωρήσεις. Κρέας, χόρτα και ιδιαίτερα το κουνουπίδι και άλλα σαλατικά, φρούτα με λαμπερά μεσογειακά χρώματα, μεγάλα καρβέλια ψωμί, χαλβάς,
λουκούμια, ποικιλία από μοσχομυρισμένα τούρκικα γλυκά,λαχταριστά ψάρια, ασπρόψαρα με γυαλιστερά λέπια, από τον γειτονικό Σαλαμβριά, πρόβεια σφαχτά άπαχα, εντόσθια κάθε είδους με τα οποία μαγειρεύουν μια νόστιμη πηκτή, είναι μερικά από την ποικιλία των τροφίμων τα
οποία προσφέρονται στο πολύβουο αυτό παζάρι. Κόσμος πολύς με τις ανατολίτικες φορεσιές του συνωστίζεται ανάμεσα στις παράγκες και τους πρόχειρους πάγκους.
Επικρατεί χαρακτηριστικά η ελληνική φουστανέλα και η αρβανιτορωμαίικη κάπα των βοσκών. Στις πλαγιές του Φρουρίου κάθονται κάτω στο χώμα βλάχες από την Πίνδο,με κάποια διάχυτη μελαγχολία στο βλέμμα τους». Βλέπε: Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Στη Λάρισα συνάντησα την
ωραιότερη Ελληνίδα. Το ταξίδι του Σουηδού J. Centerwallστην Ελλάδα, εφ.Ελευθερία, ένθετο Πολιτισμός, φύλλο της 23ης Ιανουαρίου 2011.

[2]. Η Λίλα Ρίζου θυμάται ότι κατασκευαστής της σκάλας αυτής ήταν ο παππούς από την πλευρά του πατέρα της Αντώνιος Ρίζος.
nikapap@hotmail.com.

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014

Αναξιμένης ο Μιλήσιος «Αήρ και πολλαπλοί κόσμοι»

Posted by olympiada στο Νοεμβρίου 4, 2014

«Αρχή των πάντων ο αήρ» 
Αναξιμένης ο Μιλήσιος (585-525 π.κ.ε.)
Για τον μαθητή του Αναξίμανδρου, Αναξιμένη, ο αήρ ήταν η αχανής υλική μάζα -που βρισκόταν σε συνεχή κίνηση, όπως ακριβώς το άπειρο του Αναξίμανδρου- στην οποίαν αναγόταν γενετικά καθετί που υπήρχε.
«Ο Αναξιμένης ήταν Αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος, ο τρίτος στη διαδοχή Μιλήσιος φιλόσοφος, ήταν γιος του Ευρύστρατου και μαθητής του Αναξίμανδρου. Δραστηριοποιήθηκε στο δεύτερο μισό του 6ου π.κ.ε. αιώνα και πέθανε πιθανώς σε ηλικία 60 χρονών κατά την 63η Ολυμπιάδα (528-525 π.κ.ε.). Για τον βίο και τις δραστηριότητες του Αναξιμένoυς γνωρίζουμε ελάχιστα πράγματα. Οι περισσότερες πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του βασίζονται στον Θεόφραστο, που διασώζεται περιληπτικά από τον Σιμπλίκιο. Αποσπάσματα της φιλοσοφίας του βρίσκονται σε κείμενα του Αριστοτέλη, του Πλούταρχου, του Ιππόλυτου και του Αέτιου.
Ο Αναξιμένης αποδεχόταν κι αυτός, όπως όλοι οι άλλοι Ίωνες φιλόσοφοι, την βασική μονιστική αρχή της Ιωνικής Σχολής ότι τα πάντα πηγάζουν από μία αρχή και τελικά καταλήγουν σ’ αυτήν. Σύμφωνα με τις απόψεις του μεγάλου Έλληνα φιλοσόφου, αρχή των πάντων ήταν ο αέρας, που κατ’ αυτόν ήταν άπειρος, δηλαδή απροσδιόριστος και αιώνιος. Ο αήρ ήταν η αχανής υλική μάζα στην οποίαν αναγόταν γενετικά καθετί που υπήρχε. Αυτό ακριβώς επισημαίνει ο Ψευδο-Πλούταρχος: «Αναξιμένην δε φασι την των όλων αρχήν τον αέρα ειπείν και τούτον είναι τω μεν μεγέθει άπειρον, ταις δε περί αυτόν ποιότησιν ωρισμένον» {[Plut.] Strom. 3 (D 579)}.
«Αήρ και πολλαπλοί κόσμοι»
Ο Διογένης ο Λαέρτιος αναφέρει για τον Αναξιμένη ότι, εκτός από μαθητής του Αναξίμανδρου (610-540 π.κ.ε.), υπήρξε και μαθητής του Παρμενίδη (540-470 π.κ.ε.) – δεν αντιστοιχούν, όμως, σωστά οι ημερομηνίες–, ενώ επισημαίνει ότι θεωρούσε τον αέρα ως πρώτη αρχή:
«Αναξιμένης Ευρυστράτου, Μιλήσιος ήκουσεν Αναξιμάνδρου, ένιοι δε και Παρμενίδου φασίν ακούσαι αυτόν. ούτος αρχήν αέρα είπεν και το άπειρον. Κινείσθαι δε τα άστρα ουχ υπό γην, αλλά περί γην. κέχρηταί τε λέξει Ιάδι απλή και απερίττω» (Φιλοσόφων Βίοι ΙΙ, 3).
Ο Ήλιος, η Σελήνη και όλα τα άστρα δεν περνούν κάτω, αλλά γύρω από τη Γη. Αυτό σημαίνει ότι ο Αναξιμένης «σχεδίασε» μια εικόνα του Κόσμου όχι σφαιρική, όπως πρότεινε ο δάσκαλός του Αναξίμανδρος, αλλά μάλλον ημισφαιρική.
Ο αέρας του Αναξιμένη βρισκόταν σε συνεχή κίνηση, όπως ακριβώς το άπειρο του Αναξίμανδρου. Τελικά από αυτή την αέναη κίνηση του αέρα δημιουργήθηκε όλη η ποικιλία φαινομένων και πραγμάτων. Από τον αέρα μέσω της αραίωσης προερχόταν το πυρ, ενώ μέσω της συμπύκνωσης του αέρα δημιουργήθηκαν τα ύδατα και η γη.
Πράγματι, ο Αναξιμένης θεωρούσε ως καθοριστική υλική αρχή της Δημιουργίας τον αέρα:
«Τον τα πάντα περιλαμβάνοντα και συνέχοντα και δι  ἀραιώσεως και πυκνώσεως πάντα τα ορατά και αισθητά παράγοντα».
Γένεσις και φθορά κόσμων διαδέχονται ακατάπαυστα η μία την άλλη. Ο Αναξιμένης πρέσβευε, όπως και ο Αναξίμανδρος, ότι ο Κόσμος μας δεν ήταν ο μοναδικός που υπήρχε. Ταυτόχρονα υποστήριζε ότι η αχανής μάζα του αέρα περιείχε αναρίθμητους Κόσμους που συνεχώς γεννιούνταν και πέθαιναν, επιστρέφοντας στο αρχικό άπειρο (νεφέλωμα;).
Μολονότι ο Αναξιμένης, υιοθέτησε το «άπειρον» του Αναξίμανδρου για να προσδιορίσει μ’ αυτό την βασική αρχή του, τον αέρα, εντούτοις δεν ακολούθησε την άποψη του προκατόχου του ως προς τα παράγωγά του πρωταρχικού αυτού υλικού στοιχείου. Αυτό σημαίνει ότι, ενώ στον Αναξίμανδρο έχουμε διαδοχή κόσμων, η φιλοσοφική σκέψη του Αναξιμένη μας οδηγεί στην ταυτόχρονη πολλαπλότητα κόσμων. Φαίνεται πως ο Αναξιμένης υπερκέρασε την φιλοσοφική άποψη του διδασκάλου του και επέφερε αισθητή βελτίωση στο κοσμολογικό σύστημα του Αναξίμανδρου.
Η άποψή του αυτή αντικατοπτρίζει σύγχρονες απόψεις της Αστροφυσικής για άπειρους υπεραισθητούς κόσμους, που συνυπάρχουν με τον δικό μας, αλλά δεν γίνονται αισθητοί από εμάς. Επίσης, στην φιλοσοφία του παραλλήλισε τον Κόσμο και το άτομο, τον αέρα και την ψυχή, πράγμα που φαίνεται στην μόνη φράση που επιζεί από το έργο του:
«Οίον η ψυχή, φησίν, η ημετέρα αήρ ούσα συγκρατεί ημάς, και όλον τον κόσμον πνεύμα και αήρ περιέχει» [(Αέτ. I 3, 4 (D. 278)].
Αυτή η πρόταση περιέχει το σπέρμα της διδασκαλίας της Φυσικής για τον μακρόκοσμο και τον μικρόκοσμο, η οποία διαμορφώθηκε πολύ πολύ αργότερα.
Αυτό ακριβώς θέλουμε να δείξουμε επιμένοντας στην θέση μας ότι ο 17ος αιώνας και οι μετέπειτα δύο αιώνες δεν ήταν τίποτε άλλο από μία ρήξη, μια επικράτηση της Μηχανοκρατίας και, για λίγους αιώνες, του περιορισμένου μοντέλου της Νευτώνειας-Ευκλείδειας επιστήμης, ενώ ουσιαστικά η μη αισθητή γεωμετρία του Riemann είναι εκείνη η οποία περιγράφει αυτό ακριβώς που πίστευαν και πρέσβευαν οι περισσότεροι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι.

Η κίνηση: Το πυρ, όπως ήδη αναφέραμε, παράγεται από την μάνωση (αραίωση) του αέρα, ενώ το νερό και η γη από την συμπύκνωσή του. Αντίθετη διεργασία παρέχει και πάλι τον αέρα. Η κίνηση, κατά τον Αναξιμένη, είναι έμφυτη ιδιότητα της αεριώδους ύλης και με την επενέργειά της επιτυγχάνονται τόσο η αραίωση όσο και η πύκνωση. Δηλαδή ο Αναξιμένης πίστευε ότι από τον αέρα, μέσω μιας διαδικασίας πύκνωσης και αραίωσης, δημιουργήθηκαν το πυρ, το νερό και η γη.
Από τον αέρα διαχωρίστηκαν με πύκνωση τα βαριά σώματα που κατευθύνθηκαν προς τα κάτω και σχημάτισαν την Γη. Μια αντίθετη διαδικασία, μέσω της αραίωσης, σχημάτισε τα ελαφρά σώματα. Αυτά οδηγήθηκαν προς τα επάνω και δημιούργησαν τα άστρα και τον Ήλιο. Η κίνηση των σωμάτων προέκυπτε από την διαφορά στο βάρος και την θερμότητά τους. Τέλος, η συνοχή τους οφειλόταν στον πυκνό και ψυχρό αέρα, τον οποίο περιείχαν τα σώματα αυτά.
Πολύ πιθανόν, όπως διατείνονται πολλοί μελετητές του έργου του, η κίνηση που περιγράφει ο Αναξιμένης να αντικατοπτρίζει την περιστροφική κίνηση. Η περί άξονα, λοιπόν, κίνηση δίνει γένεση σε όλα τα σώματα, τα οποία αφού διανύσουν και τερματίσουν τον βίο τους, διαλύονται μέσω της διαδικασίας της αραιώσεως.
Γη και δημιουργία: Στην δημιουργία που βρισκόμαστε, πρώτη δημιουργήθηκε η Γη από συμπύκνωση του αεριώδους περιβλήματός της. Επειδή δε στον αέρα -καλύτερα απ’ όλα τα σώματα- συγκρατούνται εκείνα που έχουν μεγάλη επιφάνεια, γι’ αυτόν τον λόγο η Γη παρομοιάζεται με τεράστιο πλατύ δίσκο μεγάλης έκτασης. Η Γη ήταν «πλατεία επ  ἀέρος οχουμένη», δηλαδή είναι μία πεπλατυσμένη επιφάνεια, η οποία ακινητεί στο κέντρο του Σύμπαντος, στηριζόμενη στον αέρα.
Ο Αριστοτέλης (Περί Ουρανού Β, 294b, 13-17) ανέφερε ότι ο Αναξιμένης, όπως ο Αναξαγόρας και ο Δημόκριτος, θεωρούσαν πως αιτία της ακινησίας της Γης ήταν το πλατύ σχήμα της:
«Αναξιμένης δε και Αναξαγόρας και Δημόκριτος το πλάτος αίτιον είναί φασι του μένειν αυτήν. Ου γαρ τέμνειν, αλλ  ἐπιπωμάζειν τον αέρα τον κάτωθεν, όπερ φαίνεται τα πλάτος έχοντα των σωμάτων ποιείν ταύτα γαρ και προς τους ανέμους έχει δυσκινήτως δια την αντέρεισιν» (Αριστοτ. Περί Ουρανού Β,  294b, 13-17).
Ο Αναξιμένης, ο Αναξαγόρας και ο Δημόκριτος ισχυρίζονται πως αιτία της ακινησίας είναι το πλατύ σχήμα της (γης). Δεν κόβει, αλλά σκεπάζει σαν καπάκι τον αέρα από κάτω της, πράγμα που φαίνεται να κάνουν τα σώματα με το πλάτος. Αυτά δυσκολεύονται να τα κινήσουν ακόμα και οι άνεμοι, λόγω της αντίστασης.
Πράγματι, ο Αναξιμένης ο Μιλήσιος, θεωρούσε, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ότι η Γη ήταν πλατιά και πως ο Ήλιος, η Σελήνη, όπως και όλοι οι αστέρες, προήλθαν από τον πλανήτη μας:
«Πιλομένου δε του αέρος πρώτην γεγενήσθαι λέγει την γην πλατείαν μάλα· διο και κατά λόγον αυτήν εποχείσθαι τω αέρι· και τον ήλιον και την σελήνην και τα λοιπά άστρα την αρχήν της γενέσεως έχειν εκ γης. Αποφαίνεται γουν τον ήλιον γην, δια δε την οξείαν κίνησιν και μαλ  ἱκανῶς θερμήν ταύτην καύσιν λαβείν» {[Plut.] Strom. 3 (D 579) ‹ I, 6}.
Την ίδια πληροφορία βρίσκουμε και στον Ιππόλυτο, ο οποίος χαρακτηριστικά αναφέρει:
«Την δε γην πλατείαν είναι επ  ἀέρος οχουμένην, ομοίως δε και ήλιον και σελήνην και τα άλλα άστρα πάντα πύρινα όντα εποχείσθαι τω αέρι δια πλάτος. Γεγονέναι δε τα άστρα εκ της γης δια το την ικμάδα εκ ταύτης ανίστασθαι» [Hippol. Ref. I, 7, 4-5 (D. 560 W11)].
Όσον αφορά το σχήμα του πλανήτη μας, αναφέρεται ότι η Γη, που δημιουργήθηκε από την συμπύκνωση του αεριώδους περικαλύμματός της, ήταν επίπεδη και στηριζόταν στον αέρα (Πλούταρχ. «Στρωματείς» Ι, 6 και Ιππόλυτος, «Κατά πασών των αιρέσεων έλεγχος» Ι, 7).
Ο Αέτιος γράφει ότι ο Αναξιμένης υποστήριζε πως η Γη, χάρη στο επίπεδο σχήμα της, επέπλεε στον αέρα, ο οποίος πληρούσε όλο τον χώρο του Σύμπαντος. Στον τελευταίο κρυστάλλινο ουρανό, που αποτελεί την εξώτατη ως προς την Γη στιβάδα τροχιών, βρίσκονται οι αστέρες σαν καρφιά και περιφέρονται έτσι γύρω από την Γη:
«Αναξιμένης πυρίνην μεν την φύσιν των άστρων, περιέχειν δε τινα και γεώδη σώματα συμπεριφερόμενα τούτοις αόρατα» [Αέτ. II, 13, 10, (D. 342)].
«Αναξιμένης ήλων δίκην καταπεπηγέναι τα άστρα τω κρυσταλλοειδεί. Ένιοι [;] δε πέταλα είναι πύρινα ώσπερ ζωγραφήματα» [Αέτ. ΙΙ, 14, 3, (D. 344)], και
«Αναξιμένης ουχ υπό γην, αλλά περί αυτήν στρέφεσθαι τους αστέρες» [Αέτ. II, 16, 6, (D. 346)].
Η Γη, λοιπόν, σύμφωνα με τον Αναξιμένη, ήταν ένα επίπεδο σώμα που αιωρούνταν στον αέρα και στηριζόταν πάνω σ’ αυτόν.
Όσον αφορά τον Ήλιο, ο Αναξιμένης πίστευε πως προήλθε από την Γη, ήταν όμοιος μ’ αυτήν, «πλάτος ως πέταλον» [Αέτ. II, 23, 1, (D. 352)] και ότι απέκτησε μεγάλη θερμότητα, λόγω της γρήγορης κίνησής του [Πλούταρχ. «Στρωματείς» Ι, 6 και Στρωματείς I, 3 (D. 579)]. Πρώτη, λοιπόν, σχηματίστηκε η Γη και κατόπιν τα άστρα και οι πλανήτες, που αποτελούσαν το πεπερασμένο Σύμπαν, εντός του οποίου υπήρχε ένα πλήθος σκοτεινών σωμάτων.
Η φιλοσοφία του Αναξιμένη: Ουσιαστικά δύο ήταν οι βασικές έννοιες της φιλοσοφίας του Αναξιμένη, που καθόρισαν την συμβολή του στην επιστήμη.
Αφενός μεν η έννοια του αέρα σαν κάτι το αόρατο, αφετέρου δε η θέση του ότι όλα τα είδη έχουν μία κοινή καταγωγή. Πράγματι, στην καθαρή προκοσμική του κατάσταση ο αέρας ήταν αόρατος χωρίς εσωτερική διάρθρωση και χωρίς ποιοτικά χαρακτηριστικά, έτσι ώστε να κάνουν αισθητή την ύπαρξή του. Γίνεται αισθητός μόνο με την κοσμογονική και κοσμολογική του λειτουργία, όταν η θερμοκρασία και η υγρασία του υπόκεινται σε μεταβολές (ποιοτικός μετασχηματισμός).
Μ’ αυτές τις βασικές φιλοσοφικές έννοιες του Αναξιμένη, η Σχολή της Μιλήτου πρόσφερε στην επιστήμη συγκεκριμένη επιστημονική Κοσμολογία. Επίσης, ο καθαρός λόγος του Αναξιμένη και το ότι εισήγαγε το ποσοτικό κριτήριο για τις ποιοτικές διαφορές τον κάνουν πρόδρομο της «λογικής εξήγησης». Ο Αναξιμένης ήταν ο πρώτος φυσιοδίφης, ο οποίος σε κάθε υλική μεταβολή έβλεπε μία αληθινή αιτία. Πρώτος επίσης διέκρινε τους απλανείς αστέρες από τους πλανήτες και έδωσε την φυσική εξήγηση των ηλιακών και των σεληνιακών εκλείψεων.
Για τον Ήλιο ο Αναξιμένης αναφέρει, πως προήλθε από τη Γη, πως έχει σχήμα όμοιο με αυτήν αλλά πως απέκτησε μεγάλη θερμότητα λόγω της γρήγορης κίνησής του.
Ωστόσο, είναι γεγονός ότι ο Αναξιμένης, παρά την καθαρότητα της φιλοσοφικής σκέψης του, δεν χρησιμοποίησε το εργαλείο των μαθηματικών^ αυτό το βασικό βήμα προς τον ορθολογισμό, όπως θα δούμε στην συνέχεια, το κάνουν οι Πυθαγόρειοι.
Οι τρείς Μιλήσιοι φιλόσοφοι
Βιβλιογραφία
Θεοδοσίου Στράτος: Η εκθρόνιση της Γης – Η διαπάλη του γεωκεντρικού με το ηλιοκεντρικό σύστημα. Εκδόσεις Δίαυλος, Αθήνα, 2007.

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2014


Οι «σακατζήδες» της Λάρισας
• Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου



Η φωτογραφία αυτή προέρχεται από το επιστολικό δελτάριο αριθμ. 81 του φωτογράφου Στέφανου Στουρνάρα από τον Βόλο. Απεικονίζει τη δεξιά όχθη του Πηνειού, στο ύψος όπου σήμερα στεγάζεται το Τεχνικό Επιμελητήριο. Στο κέντρο ένα άλογο είναι φορτωμένο με ασκούς και από τις δύο πλευρές της ράχης του. Ο ιδιοκτήτης του ζώου κρατώντας ένα μεγάλο μεταλλικό δοχείο γεμίζει με νερό του ποταμού τους ασκούς (σακιά), για να μεταφέρει το περιεχόμε-
νό τους στην πόλη και να το πουλήσει.
Η Λάρισα, πόλη που διασχίζεται από ένα μεγάλο ποτάμι, τον Σαλαμπριά όπως τον ονόμαζαν
παλιότερα, είχε από την περίοδο των χρόνων της τουρκοκρατίας, μέχρι και το πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνα, σοβαρό πρόβλημα ύδρευσης.Οι κάτοικοί της, αν και τα περισσότερα σπίτια
είχαν πηγάδια στην αυλή τους, εφοδιάζονταν το πόσιμο νερό από τον Πηνειό. Η γειτνίαση όμως με τους οικιακούς βόθρους καθιστούσε το νερό των πηγαδιών ακατάλληλο ως πόσιμο και το χρησιμοποιούσαν αποκλειστικά για την καθαριότητα, την ατομική και την οικιακή. Το πόσιμο νερό το προμηθεύονταν από το ποτάμι,που δεν είχε πάψει ποτέ να κυλάει δίπλα στην πόλη. Αλλά όμως και αυτό δεν ήταν καθαρό, γάργαρο. Οι πηγές του ξεκινούσαν από την Πίνδο και στο μακρινό ταξίδι της διαδρομής μέχρι τη Λάρισα δέχονταν κάθε είδους ακάθαρτα υλικά,τα οποία αυξάνονταν καθώς συνέρρεαν καθ’ οδόν και άλλα από τους παραποτάμους του, οι οποίοι κάθε άλλο παρά καθαροί ήταν. 
Ο ιατρός Μιχαήλ Σάπκας, ο οποίος υπήρξε ένας από τους πλέον επιτυχημένους δημάρχους της Λάρισας κατά τον 20ο αιώνα και είναι αυτός που έλυσε το πρόβλημα της ύδρευσης με τον καλύτερο τρόπο,σε ένα βιβλίο που εκδόθηκε το 1955[1]περιγράφει με τον δικό του τρόπο και με τη διάλεκτο της εποχής, τη διαδικασία με την οποία υδρεύονταν οι κάτοικοι της πόλης μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1920: «Η πόλις κτισμένη επί της δεξιάς όχθης του Πηνειού, επί Τουρκοκρατίας εξ αυτού υδρεύετο. Το ύδωρ μετεφέρετο υπό υδροφόρων, των λεγομένων σακατζήδων, εις ασκούς δερματίνους, τους λεγομένους σακάδες, χωρητικότητος εκάστου 35-40 οκάδων[2], φερομένους ως πλήρες φορτίον επί ίππων ανά δύο. Το ύδωρ ηντλείτο εκ της κοίτης του Πηνειού και ιδίως κατεβάλλετο προσπάθεια να λαμβάνεται εκ του κεντρικού ρεύματος του ποταμού. Κατόπιν οι δερμάτινοι ασκοί αντεκατεστάθησαν δια βυτίων,φερομένων επί τροχοφόρου βάσεως, συρομένων δι’ ίππων. Η άντλησις του ύδατος αντεκατεστάθη υπό πετρελαιοκινήτων αντλιών, τοποθετημένων εις τας όχθας, εις δεξαμενάς σιδηράς,αρκετής χωρητικότητος, και εξ αυτών ελάμβανον δια κρουνών τα βυτία το ύδωρ». Οι φωτογραφίες της εποχής μας δίνουν μια ιδέα για τους σακάδες και τα φορτωμένα σε ζώα ή σε δίτροχα βυτία, που κατέβαιναν τη δεξιά όχθη του Πηνειού για να εφοδιασθούν με νερό.
Το νερό μεταφέρονταν στα σπίτια με κάποια μικρή οικονομική επιβάρυνση του νοικοκύρη και αποθηκεύονταν σε μεγάλα πήλινα δοχεία, τα κιούπια, τα οποία ήταν παραχωμένα βαθιά στο χώμα. Έριχναν μέσα στα γεμάτα δοχεία μικρή ποσότητα στύψης, η οποία σε λίγες ώρες είχε την ικανότητα να καθαρίζει το νερό από όλες τις φερτές ύλες, οι οποίες καθίζαναν στον πυθμένα του δοχείου και το νερό γινόταν διαυγές. Στη συνεχεία τα σκέπαζαν στεγανά, ώστε να διατηρείται απρόσβλητο το περιεχόμενο των δοχείων από σκόνες και διάφορα πετούμενα. Η κατανάλωση σαν πόσιμο γινόταν έπειτα από δύο περίπου ημέρες, ώστε να έχει ολοκληρωθεί η καθίζηση. Γι’ αυτό και κάθε κατοικία είχε περισσότερα από ένα κιούπια. Αυτή η διαδικασία μπορεί
να εξασφάλιζε στο νερό κάποια καθαρότητα,ουσιαστικά όμως αποστείρωση δεν γινόταν και η υγεία των κατοίκων ήταν επισφαλής. Ο κοιλιακός τύφος και άλλα εντερικά νοσήματα προσέβαλαν περισσότερο τους επισκέπτες και τους περαστικούς από την πόλη, ιδιαίτερα τους στρατιώτες, γιατί οι γηγενείς θα έλεγε κανείς ότι το είχαν συνηθίσει. Όμως δεν υπήρχε στη Λάρισα οικογένεια που να μην είχε δοκιμαστεί από την αρρώστια αυτή και πολλοί μάλιστα είχαν χάσει και τη ζωή τους[3].
Το πρόβλημα της ύδρευσης στη Λάρισα λύθηκε το 1930. Ήταν Κυριακή 6 Δεκεμβρίου, μια βροχερή μέρα πριν 84 χρόνια, επί δημαρχίας Μιχαήλ Σάπκα, όταν ο τότε πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος εγκαινίαζε τον Υδατόπυργο και τις κεντρικές εγκαταστάσεις ύδρευσης και ηλεκτροφωτισμού στο κτίριο του ΟΥΗΛ, το οποίο βρισκόταν εκεί όπου σήμερα υψώνεται το ημιτελές Δημοτικό Θέατρο. Έτσι η Λάρισα στον τομέα της ύδρευσης μέσα σε λίγα χρόνια έγινε παράδειγμα προς μίμηση.

[1]. Μιχαήλ Σάπκα. Ιστορικαί αναμνήσεις από την ανασυγκρότησιν και αναμόρφωσιν της Λαρίσης μετά την απελευθέρωσιν από την τουρκοκρατίαν. Τομ. Α’.
Ύδρευσις και Ηλεκτροφωτισμός, εν Λαρίση, (Ιούνιος 1955) σ. 23-24. Είναι το ένα από τα δύο βιβλία των πολλών χειρόγραφων αναμνήσεων που κατόρθωσε να εκδώσει. Το άλλο είναι τα Πεπραγμένα του τμήματος Λαρίσης του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, Λάρισα (1955).

[2]. Περίπου 50 κιλά νερό ο κάθε ασκός.

[3]. Κώστας Περραιβός. Σακατζήδες και Βαρελάδες μας πότιζαν, εφ. Ελευθερία, Λάρισα, φύλλο της 9ης Μαΐου 1982.

nikapap@hotmail.com

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014

ΛΑΡΙΣΑ - Μια εικόνα χίλιες λέξεις...
Η παλιά γέφυρα



Η σημερινή φωτογραφία ανήκει στον φωτογράφο από την Αδριανούπολη Δημήτριο Μιχαηλίδη[1]. Χρονολογείται περίπου στα 1884 και αποτυπώνει την πέτρινη γέφυρα του Πηνειού στη Λάρισα. Ο Μιχαηλίδης στάθηκε στο ύψωμα όπου βρισκόταν το τζαμί του Χασάν μπέη και έστρεψε τον φακό της μηχανής του προς τον βορρά.
Η γέφυρα αυτή ήταν, μέχρι την οριστική καταστροφή της το 1944, σημείο αναφοράς για την πόλη από ξένους και ντόπιους για την ομορφιά και τη χάρη της, στοιχεία τα οποία αναδεικνύουν την αρχιτεκτονική ικανότητα του τεχνίτη της.Το πότε οικοδομήθηκε, δεν είναι επαρκώς τεκμηριωμένο. Πιστεύεται ότι την είχε κτίσει ο Χασάν μπέης, εγγονός του κατακτητή της Θεσσαλίας
Τουραχάν μπέη, στις αρχές του 16ου αιώνα και θεωρείται ότι ήταν η πρώτη πέτρινη αμαξιτή γέφυρα που είναι γνωστή στον θεσσαλικό χώρο.
Ο συσχετισμός του τεμένους που ανεγέρθηκε προς τιμήν του δίπλα στη γέφυρα που έκτισε,είναι προφανής. Είχε μήκος 120 μέτρα και πλάτος 4,5 μέτρα, τα οποία μόλις που επέτρεπαν τη διασταύρωση δύο αμαξών επάνω της. Πεζοδρόμια δεν υπήρχαν και στα πλάγια ο δρόμος περιχαρακώνονταν σε χαμηλό ύψος (περίπου μέχρι το γόνατο ενός ενήλικα) με βαριά λίθινα στηθαία,κατασκευασμένα από μεγάλες, παχιές και μονοκόμματες πλάκες, τοποθετημένες πλάγια.
 Με την απελευθέρωση της Λάρισας, η γέφυρα παρουσίαζε σημαντικές φθορές. Ειδικά τα ογκώδη στηθαία, από την πρόσκρουση των αμαξών επάνω τους, είχαν χάσει τη σταθερότητα επειδή οι αρμοί τους είχαν χαλαρώσει. Η πρώτη επέμβαση λοιπόν που καταγράφεται στη γέφυρα μετά το 1881 είναι η ενίσχυση των αρμών μεταξύ των στηθαίων. Στη φωτογραφία που δημοσιεύεται φαίνεται καθαρά η ενίσχυση των στηθαίων με αρμούς σε λευκό χρώμα και μάλιστα σε περίοδο πλημμύρας.
Εκείνο όμως που κάνει εντύπωση είναι ότι στο οδόστρωμά της συνωστίζονται άνθρωποι εν στάσει, πάνω σε ζώα ή και πεζοί και με μέτωπο προς τον φωτογραφικό φακό. Ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο στη φωτογραφία είναι η ποικιλία στην ενδυμασία τους. Στρατιωτικές στολές, φουστανελοφόροι με φέσια, αγρότες, φραγκοφορεμένοι,μικρά αγόρια, αποτελούν το ζωντανό στοιχείο της πόλης, πέρα από τα άψυχα κτίσματα και την πλημμυρίδα του νερού.
Το 1886 τάγμα μηχανικού του ελληνικού στρατού[2] ανέλαβε να διαπλατύνει και να διορθώσει υψομετρικά τη γέφυρα και να απομακρύνει τα ογκώδη και αντιαισθητικά πέτρινα στηθαία, στη θέση των οποίων τοποθετήθηκαν ψηλότερα κιγκλιδώματα. Με τις βελτιώσεις αυτές δόθηκε η ευκαιρία να κατασκευασθούν εκατέρωθεν πεζοδρόμια και η κυκλοφορία πεζών και τροχοφόρων σε ολόκληρη τη διαδρομή της έγινε πιο άνετη και ασφαλής.
Στη φωτογραφία πίσω από τη γέφυρα διακρίνονται μόνον τα υψηλότερα σημεία από το νησάκι,λόγω της πλημμύρας. Το νησάκι αυτό ήταν μικρό, βρισκόταν στο μέσον της κοίτης του ποταμού, την οποία χώριζε στα δύο και ήταν προσβάσιμο με βάρκες. Στη δεξιά όχθη παρατηρούμε ότι υπάρχει μικρή στεγασμένη κατασκευή,ένα μέρος της οποίας στηρίζεται με ξύλα στον πυθμένα του ποταμού. Πρόκειται ασφαλώς για ένα από τα καφενεία που υπήρχαν στην περιοχή αυτή του Πηνειού, όπως μας τα περιγράφει ο Βάσος Κυλικάς στη μελέτη του «Η μουσική κίνηση της Λάρισας από το 1881 μέχρι το 1935». Γράφει σχετικά σε κάποιο σημείο:«Από το 1881-1885 στη δεξιά όχθη του Πηνειού και κάτω ακριβώς από τη Μητρόπολη[3], σειρά ολόκληρη καφωδείων, που στηριζόταν σε ξύλινους πασσάλους,όπως τα σπίτια στην Κίτρινη θάλασσα[4], συγκεντρώνουν πλείστους Λαρισαίους».
Η ζωή της γέφυρας αυτής , η οποία κατά τη διάρκεια της κατοχής συμπλήρωνε σχεδόν μισή χιλιετία από την κατασκευή της από τον Χασάν μπέη, έμελλε να διακοπεί αιφνιδιαστικά. Τη Μ.Εβδομάδα του 1941 ανατινάχθηκε από τα βρετανικά στρατεύματα κατά την υποχώρησή τους,για να επιβραδυνθεί η προέλαση των γερμανικών στρατευμάτων και τον Οκτώβριο του 1944 επακολούθησε η ολοκληρωτική καταστροφή της γέφυρας από τα γερμανικά στρατεύματα κατά την οπισθοχώρηση τους. Η ισχυρή έκρηξη που επακολούθησε έφερε το τέλος στη ζωή της γέφυρας που για αιώνες ήταν το σύμβολο της Λάρισας.

[1]. Είναι ο πρώτος φωτογράφος που έκανε συστηματική δουλειά στην αποτύπωση τοπίων της Θεσσαλίας.Αρχικά είχε φωτογραφείο στο Πέραν της Κωνσταντινούπολης, κοντά στην ψαραγορά (Baluk Pazar), ενώ αργότερα εγκαταστάθηκε στην Αδριανούπολη. Τη Θεσσαλία επισκέφθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1880 και από την επίσκεψή του αυτή γνωστό είναι σήμερα το λεύκωμά του Souvenir de Thessalie με 28 φωτογραφίες μεγάλων διαστάσεων και πολύ καλής τεχνικής από διάφορες περιοχές της Θεσσαλίας.

[2]. Παπασταύρου Αμαλία, Ημερολόγιον του πολέμου ανευρεθέν εν Λαρίσση, από 1-14 Απριλίου 1897, Αλεξάνδρεια (1897) σελ. 3: «... κατά την επιστρατείαν εκείνην (1886), το μόνον περιφανές έργον της ήτο η γέφυρα της Λαρίσσης, ήτις ηυξύνθη υπό του λόχου του μηχανικού
επί στρατηγίας Σαπουντσάκη».

[3]. Εννοεί τον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Αχιλλίου.

[4]. Ο συγγραφέας τα συγκρίνει με τα ξυλόπηκτα σπί-
τια που αφθονούν και σήμερα σε πολλές φτωχικές συ-
νοικίες στις παράλιες πόλεις της Κίνας.

nikapap@hotmail.com

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

Ευχίδας – Ο δρομέας που έδωσε την ζωή του για να φέρει το ιερό πυρ των Δελφών στις Πλαταιές

Posted by olympia spyr στο Οκτωβρίου 7, 2014
Καλοκαίρι του 479 π.Χ. και η Μάχη των Πλαταιών μόλις έχει τελειώσει. Οι Έλληνες για μια φορά ακόμα κατάφεραν να αναχαιτίσουν τους Πέρσες εισβολείς. Οι εναπομείναντες Πέρσες παίρνουν την άγουσα για την επιστροφή αφήνοντας πίσω αφήνοντας πίσω τους ερειπωμένους Ναούς, καμένα Ιερά Άλση και κατεστραμμένους Βωμούς.


Οι Έλληνες με κοινό ψήφισμα αποφασίζουν για πενήντα χρόνια να μην τα αναστηλώσουν ώστε οι επόμενες γενιές να μην ξεχάσουν την βαρβαρότητα τους… Οι Πλαταιείς όμως πρέπει να εξαγνίσουν την Πόλη από το μίασμα που άφησαν πίσω τους οι βάρβαροι. έχουν μολύνει το πυρ που έκαιγε στον βωμό της. Το μίασμα θα φέρει κακοτυχία, λιμούς, δεινά.
Οι τελετές δεν θα έχουν αποτέλεσμα, οι Θεοί θα αποστρέψουν το προστατευτικό βλέμμα Τους από την ακάθαρτη Πόλη. Θα παραμείνει κατακτημένη και χωρίς τους βαρβάρους. Οι Πλαταιείς πολίτες θεωρούν ότι ο τόπος τους μολύνθηκε από την παρουσία των βαρβάρων εισβολέων και συμφωνούν στο ότι το άσβεστο πυρ της πόλης θα πρέπει να αντικατασταθεί με νέο από τους Δελφούς.
Οι άρχοντες της Πόλεως καλούν αμέσως μετά την μάχη τον οπλίτη-ημεροδρόμο Ευχίδα. Δεν υπάρχει ούτε σκέψη να περιμένουν έστω και μια νύκτα για ξεκούραση. Το μίασμα είναι υψίστης προτεραιότητος. Κάθε καθυστέρηση εξαγνισμού αποτελεί ανόσια πράξη και ύβρη προς τους Θεούς της Πόλεως. Το έργο αναλαμβάνει ο οπλίτης ημεροδρόμος Ευχίδας, ο οποίος καλείται να πάει τρέχοντας μέχρι τους Δελφούς και να επιστρέψει φέρνοντας καθαρή καινούργια φωτιά, που θα την πάρει από το ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς.
Ο Ευχίδας ήταν πολεμιστής στην μάχη των Πλαταιών, περίφημος για την ταχύτητά του στο τρέξιμο Ο Ευχίδας πρέπει να πάει στους Δελφούς και να φέρει εξαγνισμένο πυρ από τον Ναό του Απόλλωνος και να γυρίσει πίσω. Τρέχοντας, πρέπει να καλύψει μία απόσταση 1000 σταδίων, ισοδύναμη με 200 χιλιόμετρα μέσα από χαράδρες, στενά μονοπάτια, άλση και βουνά.
Η απόσταση είναι τεράστια, η κόπωση από την μάχη μεγάλη. Όμως είναι ο ημεροδρόμος της Πόλεως των Πλαταιών. Η φυσική του αντοχή σε μεγάλες αποστάσεις είναι μεγαλύτερη των συμπατριωτών του. Η αποστολή του Ιερή.
Ο Ευχίδας ξεκινά και περνώντας δάση, βουνά και ρεματιές, φτάνει στον προορισμό του, θα εξαγνιστεί στην Κασταλία Πηγή, θα φορέσει δάφνινο στεφάνι, θα πάρει το Ιερό Πυρ και θα επιστρέψει σε 24 ώρες στις Πλαταιές για να το παραδώσει.
Όταν άναψε το πυρ στον βωμό που είχε στηθεί για τον εορτασμό της νίκης στη μάχη, ασπάσθηκε τους συμπολεμιστές του και απεβίωσε.
Οι Πλαταιείς τον ενταφίασαν στο ιερό της Ευκλείας Αρτέμιδας, χαράζοντας επάνω στον τάφο του, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, το επίγραμμα: “Ευχίδας Πυθώδε τρέξας ήλθοε τώδ’ αυθημερόν” (Πλουτάρχου Αριστείδης, 20)
Ο ηρωικός ημεροδρόμος έτρεξε σύμφωνα με τις μαρτυρίες, περίπου 1.000 στάδια (δηλαδή περίπου 200 χιλιόμετρα!! Σήμερα, έχει θεσπισθεί και ο Ευχίδειος Άθλος, ιστορικός αγώνας υπεραποστάσεων, με πολύχρονη παρουσία στα αθλητικά δρώμενα της χώρας μας.

Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2014

Ιστορικό πρόσωπο που έφτασε ώς τον Καναδά ήταν ο Ηρακλής της ελληνικής μυθολογίας, σύμφωνα με τον καθηγητή Γεωλογίας Ηλία Μαριολάκο. 
 
Έφτασε χίλια χρόνια πριν από τον Μεγάλο Αλέξανδρο στον Ινδό ποταμό. Πέρασε από την Αιθιοπία, έφτασε ώς τη Γροιλανδία και ίσως να πάτησε πρώτος το πόδι του στην Αμερική.
 
Ένας από τους πιο γνωστούς ήρωες της παγκόσμιας μυθολογίας- ο Ηρακλής- δεν ήταν μόνο ένας σπουδαίος υδραυλικός, μηχανικός και υδρογεωλόγος, όπως μαρτυρούν πολλοί από τους δώδεκα άθλους του, αλλά και ο πρώτος που έκανε πράξη την παγκοσμιοποίηση και ο αρχιτέκτονας της μυκηναϊκής κοσμοκρατορίας, όπως υποστήριξε χθες το βράδυ σε ομιλία του, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ο ομότιμος καθηγητής Γεωλογίας και μέλος του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου Ηλίας Μαριολάκος.
 
«Ο Ηρακλής δεν είναι ένα πρόσωπο για να διασκεδάζουν τα παιδιά. Ούτε η ελληνική μυθολογία ένα παραμύθι για έναν φανταστικό κόσμο», λέει στα «ΝΕΑ» ο Ηλίας Μαριολάκος. «Ο Ηρακλής είναι ένα ιστορικό- και όχι μυθικό- πρόσωπο, ένας άγνωστος μεγάλος κατακτητής, ήρωας- ιδρυτής πόλεων, πρώτος συνδετικός κρίκος του κοινού πολιτισμικού υποστρώματος των Ευρωπαίων, του μυκηναϊκού και κατά συνέπεια του ελληνικού πολιτισμού. Και η μυθολογία είναι η ιστορία του απώτερου παρελθόντος των κατοίκων αυτού του τόπου, που πολύ αργότερα θα ονομαστεί Ελλάς».
 
Πρώτος στο μικροσκόπιο του καθηγητή μπήκε ο άθλος με την αρπαγή των βοδιών του Γηρυόνη, του τρικέφαλου και τρισώματου γίγαντα που ζούσε στα Γάδειρα, το σημερινό Κάντιθ της Ισπανίας, κοντά στο στενό του Γιβραλτάρ.
 
«Οι περισσότεροι πιστεύουν πως ο Ηρακλής ταξίδεψε ώς την Ιβηρική Χερσόνησο για να φέρει μια καλή ράτσα βοδιών στην Πελοπόννησο», εξηγεί ο κ. Μαριολάκος. «Αν διαβάσουμε με προσοχή τον Στράβωνα, που έζησε τον 1ο αι. π.Χ. όμως, θα διαπιστώσουμε πως σε κανένα άλλο μέρος του κόσμου δεν έχει βρεθεί τόσος πολύς χρυσός, άργυρος, χαλκός και σίδηρος. Και τα βόδια δικαιολογούνται διότι υπήρχαν μαρτυρίες ότι το “κοσκίνισμα” του χρυσού από την άμμο γινόταν πάνω σε δέρματα βοδιών».
 
Η ίδρυση δε της πόλης από τον Ηρακλή μνημονεύεται στον θυρεό της πόλης και σήμερα. Ο Ηρακλής ολοκληρώνει τον άθλο του και συνεχίζει βόρεια προς την Κελτική και ιδρύει την Αλέσια (γνωστή και ως πόλη του Αστερίξ), το όνομα της οποίας προέρχεται από τη λέξη άλυς (= περιπλάνηση). Πόλη με στρατηγική σημασία, καθώς συνδέεται μέσω πλωτών ποταμών προς τη Μεσόγειο, τον Ατλαντικό, τη Μάγχη και τη Βόρεια Θάλασσα, όπου ο Ιούλιος Καίσαρας κατατρόπωσε τους Γαλάτες. Ακόμη ιδρύει το Μονακό και την Αλικάντε - η ποδοσφαιρική της ομάδα ονομάζεται Ηρακλής. 
 
Τι γύρευε στη Γαλατία ο Ηρακλής; «Χρυσό», απαντά ο κ. Μαριολάκος, «αφού ο Διόδωρος μας λέει πως στη Γαλατία υπάρχουν πλούσια χρυσοφόρα κοιτάσματα». Ο Ηρακλής όμως φέρεται- σύμφωνα με τον Πλούταρχο- να έφτασε και ώς την Ωγυγία που απέχει πέντε ημέρες δυτικά της Βρετανίας. «Πέντε ημέρες ισοδυναμούν με 120 ώρες. Αν η μέση ταχύτητα ενός πλεούμενου της εποχής ήταν 4 μίλια την ώρα, τότε η απόσταση είναι 890 χλμ., άρα πρόκειται για τη σημερινή Ισλανδία και συνέχισε ώς τη Γροιλανδία, ενώ το Κρόνιο Πέλαγος, που αναφέρεται, σύμφωνα με τους υπολογισμούς ταυτίζεται με τον Βόρειο Ατλαντικό»
 
«Για να φέρει τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων (ήτοι τον χρυσό) ο Ηρακλής από την Αίγυπτο έφτασε ώς την Αιθιοπία κι έπειτα στον Καύκασο- για να ζητήσει τη βοήθεια του Προμηθέα- και στη Λιβύη προτού επιστρέψει στις Μυκήνες»
 
Ο Ηρακλής έφτασε, σύμφωνα με τον καθηγητή Ηλία Μαριολάκο, ώς την Αμερική. «Στις πηγές διαβάζουμε πως εγκατέστησε ακολούθους του “ώς τον κόλπο που το στόμιό του βρίσκεται στην ίδια ευθεία με το στόμιο της Κασπίας”. Ένας κόλπος μόνον καλύπτει αυτές τις προϋποθέσεις: του Αγίου Λαυρεντίου στο Τορόντο του Καναδά». Μαρτυράται δε πως έμειναν «σε νησιά που βλέπουν τον ήλιο να κρύβεται για λιγότερο από μία ώρα για 30 ημέρες»- δηλαδή στον πολικό κύκλο.
Τι γύρευε εκεί; 
 
Η απάντηση βρίσκεται στα ευρήματα των ανασκαφών που γίνονται γύρω από τη λίμνη Σουπίριορ στο Μίτσιγκαν. Αρκεί να σκεφτείτε πως έχουν εξορυχθεί πάνω από 500.000 τόνοι χαλκού στην περιοχή, όταν στην κατ΄ εξοχήν πηγή χαλκού- την Κύπρο- εξορύχθηκαν 200.000 τόνοι.
Η εξόρυξη έγινε την περίοδο 2.450 π.Χ.- 1050 π.Χ., σταματάει ξαφνικά, όταν καταρρέει ο μυκηναϊκός πολιτισμός. Και όλα αυτά σε μια περιοχή όπου οι γηγενείς βρίσκονταν στη λίθινη εποχή!
 
Τμήμα ειδήσεων defencenet.gr