Δευτέρα 25 Αυγούστου 2025

 

40 χρόνια Κηποθέατρο Αλκαζάρ, στο πρώην νοσοκομείο!


Η τελευταία μορφή του κέντρου «Αλκαζάρ» (δεξιά) ως μπουάτ «BADODEN»
τη δεκαετία του 1970 (Καρτ ποστάλ από τις εκδόσεις Ρέκκος Θεσσαλονίκης,
αρχείο Φωτοθήκης του Ομίλου Φίλων της Θεσσαλικής Ιστορίας) 

Σαράντα χρόνια έκλεισε στις αρχές του φετινού Αυγούστου, η λειτουργία του Δημοτικού Κηποθεάτρου Λάρισας στο πάρκο Αλκαζάρ. Χρόνια γεμάτα με εκδηλώσεις κάθε είδους, από την άνοιξη μέχρι το φθινόπωρο. Ποιος καλλιτέχνης δεν πέρασε από ‘κει; Τα περισσότερα μεγάλα ονόματα Ελλήνων και ξένων, οι οποίοι έρχονταν στην Ελλάδα. Κάλυψε μεγάλες ανάγκες σε μία πόλη με ένδεια πολιτιστικών χώρων, τότε. Ιδέα και δημιουργία της δημοτικής αρχής Λαμπρούλη, εγκαινιάστηκε επίσημα στις 6 Αυγούστου 1985 [1], στο σημείο όπου βρισκόταν το ιστορικό κέντρο διασκέδασης της Λάρισας «Αλκαζάρ». Ακριβώς στον ίδιο χώρο, όπου παλιότερα, επί τουρκοκρατίας ήταν το στρατιωτικό νοσοκομείο της Λάρισας «Χαστανιέ».

Ο πολιτιστικός χώρος εγκαινιάστηκε με συναυλία του ιταλικού συγκροτήματος λαϊκών τραγουδιών Tiempo Mancante, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων «Καλοκαίρι ‘85», που είχε οργανώσει ο τότε Πολιτιστικός Οργανισμός του Δήμου Λάρισας. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, τα οκτώ μέλη του συγκροτήματος παρουσίασαν λαϊκά ιταλικά τραγούδια με κιθάρα, ντέφια, βιολί και φλάουτο. Πριν από τη συναυλία μίλησε ο αντιδήμαρχος Χρήστος Χαλκιάς, επικεντρώνοντας στα έργα στο Αλκαζάρ, τα οποία προγραμματίζονταν και στον περιβάλλοντα χώρο του Κηποθεάτρου, που επρόκειτο να αναμορφωθεί. Στα εγκαίνια ήταν επίσης παρόντες ο δήμαρχος Αριστ. Λαμπρούλης, ο αντιδήμαρχος Χριστοφ. Δαμάνης και το στέλεχος της δημοτικής αρχής Χρήστος Σκαρλάτος.

Η πιο παλιά γνωστή λειτουργία στην έκταση αυτή ήταν το τουρκικό στρατιωτικό νοσοκομείο, από τον 19ο αιώνα. Το αναφέρει ο κ. Νικ. Παπαθεοδώρου στο άρθρο του [2] στην «Ε», ο οποίος σημειώνει ότι: «Η πληροφορία προέρχεται από τον Θρασύβουλο Μακρή, ο οποίος σε κείμενό του στην εφημερίδα «Νέα Ημέρα» της 29ης Σεπτεμβρίου 1935 που εκδιδόταν την περίοδο εκείνη στη Λάρισα, γράφει τα εξής: «Εις τον κήπον τούτον [εννοεί το Αλκαζάρ] ήτο άλλοτε μέγα κτίριον χρησιμεύον ως Νοσοκομείον. Εις τούτο, κατόπιν αυστηράς διαταγής του τότε Τούρκου διοικητού, ενοσηλεύοντο δωρεάν και χριστιανοί, τους οποίους επεσκέπτοντο εναλλάξ καθ’ εκάστην οι νεαροί τότε ιατροί Αναστάσιος Ζαρμάνης, Παναγιώτης Θεοχαρίδης, Α. Αστεριάδης [παππούς] και Κων. Μαρκίδης».

Ο κ. Ν. Παπαθεοδώρου, αναλύοντας φωτογραφία του 1881, σημειώνει ότι: «Επρόκειτο για ένα ψηλό διώροφο οικοδόμημα, το «Χαστανιέ», όπως το αποκαλούσαν μουσουλμάνοι και χριστιανοί της Λάρισας. Η κάτοψή του είχε σχήμα Γ, με τη γωνία στραμμένη προς τη γέφυρα του Πηνειού. Ο επάνω όροφος είχε πολλά και μεγάλα ανοίγματα (παράθυρα) προς το ποτάμι και μπροστά του εκτεινόταν κατάφυτη αυλή με δένδρα. Όπως γράφει ο Θρ. Μακρής, το νοσηλευτικό αυτό ίδρυμα εκτός από τις υγειονομικές υπηρεσίες που προσέφερε στους Τούρκους, με εντολή του Τούρκου διοικητού εξυπηρετούσε και τις νοσηλευτικές ανάγκες του χριστιανικού πληθυσμού δωρεάν. Το νοσοκομείο αυτό μετά την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων το 1881 εγκαταλείφθηκε, γιατί από τις ελληνικές δημοτικές αρχές είχε ξεκινήσει η προσπάθεια δημιουργίας νέου νοσηλευτικού ιδρύματος στη Λάρισα. Έτσι, με τον χρόνο ερημώθηκε και τελικά κατεδαφίσθηκε λίγα χρόνια μετά την απελευθέρωση».

Τη συνέχεια τη δίνει ο κ. Νικ. Παπαθεοδώρου, ο οποίος εξιστορεί την ίδρυση του κέντρου «Αλκαζάρ» [3] στο ίδιο σημείο. «Η Ελληνική Κυβέρνηση κατεδάφισε το κτίριο του τουρκικού Νοσοκομείου, γιατί είχε υποστεί ανεπανόρθωτες φθορές από το πέρασμα του χρόνου. Ο χώρος αυτός από τη μεγάλη γέφυρα του Πηνειού, μέχρι και τη σημερινή νέα περιφερειακή οδό πίσω από το Στάδιο Αλκαζάρ, ήταν επίπεδος, άγονος, αδιαμόρφωτος και χρησίμευσε το 1881 αρχικά για στρατωνισμό σε σκηνές μονάδων Πυροβολικού του Στρατού, ήταν όμως κατάλληλος και για πεδίο ασκήσεων και παρελάσεων. Ορισμένες περιοχές κοντά στην αριστερή όχθη του Πηνειού άρχισαν από νωρίς να καλύπτονται με πράσινο, χάρη στην πρωτοβουλία των στρατιωτικών δυνάμεων της πόλης, ενώ διάφοροι φιλοπρόοδοι συμπολίτες κατασκεύασαν εξοχικά κέντρα για τις ανάγκες των περιπατητών.

Το 1903, με εισήγηση της βασίλισσας Όλγας, η οποία ερχόταν συνήθως το φθινόπωρο στη Λάρισα συνοδεύοντας τον σύζυγό της Γεώργιο Α’, ιδρύθηκε και στην πόλη μας, όπως και σε άλλες ελληνικές πόλεις, «Φιλοδασική Ένωσις», με σκοπό να συμβάλλει στη δημιουργία πρασίνου στην ευρύτερη περιοχή. Έτσι με τη συμβολή μονάδων μηχανικού του στρατού και μαθητών του Γυμνασίου, δενδροφυτεύτηκε η περιοχή του Αλκαζάρ κατά μήκος της αριστερής όχθης του Πηνειού, μέχρι το κτήμα Παπασταύρου, δηλαδή μέχρι εκεί περίπου όπου αρχίζει σήμερα το Στάδιο Αλκαζάρ. Αυτός ο τεράστιος χώρος πρασίνου ονομάσθηκε από τον Δήμο «Άλσος των Νυμφών», όρος όμως που τελικά δεν επικράτησε.

Περί το 1915 με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου παραχωρήθηκε μέρος του Άλσους, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το κηποθέατρο, στον επιχειρηματία Ρωμύλο Αυδή για να κατασκευάσει ένα ευπρεπές αναψυκτήριο, με σκοπό να εξυπηρετήσει τους περιπατητές, αλλά και τις οικογενειακές και φιλικές εξορμήσεις για λόγους αναψυχής των Λαρισαίων, ιδίως τις Κυριακές και τις γιορτές. Έκτισε μια ελαφρά πολυγωνική κατασκευή ανάμεσα στα δένδρα και δίπλα από το ποτάμι, προμηθεύτηκε γραμμόφωνο με το οποίο πρόσφερε και μουσική απόλαυση σε όσους απολάμβαναν τον καφέ, την γκαζόζα ή το τσίπουρο και τοποθέτησε τραπεζάκια με καρέκλες κάτω από την παχιά σκιά των δένδρων. Μεγάλη προσέλευση κοινού είχε το κέντρο αυτό τα ζεστά καλοκαιρινά βράδια, όταν η ατμόσφαιρα στην πόλη ήταν αφόρητη. Η δροσιά που πρόσφερε το ποτάμι και το πλούσιο πράσινο του χώρου ανακούφιζε τους επισκέπτες. Στο κέντρο έδωσε την ονομασία «Αλκαζάρ», προφανώς, επειδή είχε πάρει από χρόνια πριν η περιοχή την ονομασία αυτή».

Οι επόμενοι επιχειρηματίες του κέντρου ήταν ο Νέστορας Αναστασίου το 1926 και μετά «όπως αναφέρει ο Κώστας Περραιβός στην αρχή το λειτούργησε σαν εξοχικό καφενεδάκι ο Ζαχαρός. Αργότερα, ο Αποστόλης Καραγιάννης με τον Τηλέμαχο Τρυφωνίδη το μετέτρεψαν σε κοσμικό κέντρο με μουσικά συγκροτήματα και διάφορα θεάματα. Μέχρι το 1940 το κέντρο έσφυζε από ζωή, ιδίως τα καλοκαιρινά βράδια. Την ίδια περίοδο, άνοιξη του 1947, έπειτα από σχετική δημοπρασία ο Δήμος παραχώρησε στον επιχειρηματία Μήτσο Βρεττόπουλο την εκμετάλλευση επί 15ετία του χώρου, με σκοπό την κατασκευή ενός νέου κτιρίου στη θέση του παλαιού και τη λειτουργία εξοχικού κέντρου. Συγχρόνως ανελάμβανε και την υποχρέωση να εξωραΐσει τον περιβάλλοντα χώρο. Το 1952 ο Μήτσος Βρεττόπουλος αρρώστησε και εκχώρησε την επιχείρηση σε άλλους. Το κέντρο όμως συνέχυσε τη λειτουργία του για είκοσι ακόμη χρόνια με άλλη διεύθυνση. Σταμάτησε να λειτουργεί το 1972».

Η τελευταία λειτουργία του κέντρου, πριν κατεδαφιστεί για να δημιουργηθεί το Κηποθέατρο, ήταν μπουάτ με την ονομασία BADODEN.
———————————————————

[1] Εφημερίδα «Ελευθερία» Λάρισας 7 Αυγούστου 1985
[2] Νικ. Παπαθεοδώρου, «Χαστανιέ, το Τουρκικό νοσοκομείο της Λάρισας», «Χαστανιέ ή Χαστανεσί είναι το αντίστοιχο της λέξης Νοσοκομείο στην τουρκική γλώσσα. Ετυμολογικά προέρχεται από τη λέξη χαστάς, η οποία σημαίνει ασθενής, στήλη «Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα», εφημερίδα «Ελευθερία» Λάρισας, 1 Ιανουαρίου 2014
[3] Νικ. Παπαθεοδώρου «Το κέντρο «Αλκαζάρ» Α’ και Β’» στήλη «Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα», εφημερίδα «Ελευθερία» Λάρισας, 29 Ιανουαρίου και 5 Φεβρουαρίου 2014.

 

Το ρεπορτάζ στην «Ε» των εγκαινίων του Κηποθεάτρου, στις 7 Αυγούστου 1985 (αρχείο «Ε»)



Τετάρτη 6 Αυγούστου 2025

 

Η 1η Στρατιά και η «προίκα» της στη Λάρισα


Η ταφή των Γάλλων στρατιωτών στις 20 Ιουνίου 1917
(Παλαιό Ημερολόγιο), εντός του σημερινού στρατοπέδου της 1ης Στρατιάς, μετά τη Μάχη της Σημαίας (από το οπτικοακουστικό αρχείο και κέντρο παραγωγής του Υπουργείου Ενόπλων Δυνάμεων
της Γαλλίας (ECPAD), μέσω της Φωτοθήκης
του Ομίλου Φίλων της Θεσσαλικής Ιστορίας).

 

 

Ακριβώς στα «γενέθλια» εγκατάστασης του Β’ Σώματος Στρατού στη Λάρισα το 1925, έναν αιώνα μετά, η διάδοχός του, η 1η Στρατιά, καταγράφεται το ρέκβιεμ το 2025. Για τη σχέση και το «δέσιμο» στρατού και Λάρισας έχει αναφέρει πρώτος στο παρελθόν, σε βιβλία και ομιλίες του ο δικηγόρος και συγγραφέας βιβλίων για τη Λάρισα, Γιώργος Ζιαζιάς. Ακολούθησαν κι άλλοι, όπως ο ιστοριοδίφης κ. Νικ. Παπαθεοδώρου, με ομιλίες του. Η «Ε» όμως, διαχρονικά, κατέγραψε και καταγράφει αναλυτικά, όλα τα γεγονότα που συνδέονται με το στράτευμα γενικά και ειδικά με την 1η Στρατιά. Με τη βοήθεια αυτών και με αρχή τη μεταπολεμική Λάρισα, θυμίζουμε γεγονότα, που άφησαν «ίχνη» στην πόλη και την περιοχή, κυρίως από πλευράς εγκαταστάσεων.

Το εμβληματικό κτήριο του 404 Γενικού Στρατιωτικού Νοσοκομείου, απέναντι από το στρατηγείο της 1ης Στρατιάς, στη γωνία των οδών Λαγού και Τρικάλων, είναι από τις πιο παλιές «παρουσίες» στη Λάρισα. Το σχέδιό του εκπονήθηκε το 1910 [1] και πέρασαν χρόνια μέχρι να ολοκληρωθεί το κτίριο και να εγκαινιαστεί το 1936. Η Λάρισα απέκτησε την πρώτη πισίνα της το 1947, όταν εγκαινιάστηκε εντός του στρατοπέδου του τότε Β’ Σώματος Στρατού το σύγχρονο κολυμβητήριο.

Τα εγκαίνια μάλιστα έγιναν από τον τότε βασιλιά Παύλο, στις 24 Σεπτεμβρίου [2]. Η πισίνα αποδόθηκε στο κοινό της Λάρισας. Μάλιστα, χρησιμοποιήθηκε για επίσημες τελετές κατάδυσης του Τιμίου Σταυρού, τη δεκαετία του ‘50. Στις 4 Σεπτεμβρίου 1948 [3] θεμελιώθηκε ο ιερός ναός Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, ο οποίος, για μία σειρά λόγων, είναι σήμερα ο πιο παλιός ιερός ναός της Λάρισας. Στις 6 Αυγούστου 1949 [4] εγκαινιάστηκε κιόλας και παραμένει και σήμερα στολίδι για την πόλη.

Αισθητές ήταν οι παρεμβάσεις του στρατού για την κοίτη του Πηνειού και την υγεία των Λαρισαίων. Συγκεκριμένα, το Β’ Σώμα Στρατού το 1951 παρενέβη δημόσια [5], στηρίζοντας το αίτημα της πόλης για επαναφορά της κοίτης του Πηνειού. Θέτοντας κυρίως θέμα υγιεινής (κουνούπια) και θυμίζοντας τον ανθελονοσιακό αγώνα του υποστρατήγου της υγειονομικής υπηρεσίας Μανουσάκη. Περίπου εκείνο το χρονικό διάστημα, ήταν στην κορύφωσή τους οι πανελλήνιοι στρατιωτικοί ιππικοί αγώνες, οι οποίοι διοργανώνονταν στη Λάρισα από τη Σχολή Ιππικού. Τον Μάρτιο του 1952 άρχισε η συγκρότηση της 1ης Στρατιάς στη Λάρισα με πρώτο διοικητή τον αντιστράτηγο Αλ. Τσιγκούνη [6].

Παράλληλα, η πόλη της Λάρισας, με επικεφαλής τον δήμαρχο Δημ. Καραθάνο- ο οποίος συγκάλεσε συσκέψεις τοπικών φορέων- άρχισε αγώνα να εξασφαλιστεί η στέγαση των στελεχών της μονάδας, με ευνοϊκές συνθήκες [7].

Σημαντικό επίτευγμα και για την κάλυψη κοινωνικών αναγκών της πόλης ήταν το μέγαρο του «Σπιτιού του Στρατιώτου». Στις 14 Δεκεμβρίου 1952 εγκαινιάστηκε στον χώρο, όπου βρίσκεται σήμερα το μέγαρο της Περιφέρειας Θεσσαλίας στην οδό Κουμουνδούρου, δίπλα από το υπό ανέγερση θέατρο ΟΥΗΛ [8].

Το κτίριο διέθετε μεγάλη αίθουσα με θεατρική σκηνή και για προβολές ταινιών και εκτός από το στρατιωτικό προσωπικό, τη χρησιμοποιούσαν και οι φορείς της πόλης για εκδηλώσεις. Αργότερα, ακριβώς δίπλα, λειτούργησε και θερινός κινηματογράφος. Στη θέση του «Σπιτιού του Στρατιώτου» κτίστηκε στα χρόνια της δικτατορίας το διοικητήριο, δηλαδή η μετέπειτα Νομαρχία Λάρισας και μεταγενέστερα η Περιφέρεια Θεσσαλίας.

Μία σημαντική χρονιά, για το «αποτύπωμα» του στρατού στη Λάρισα, ήταν το 1954. Στις 10 Ιανουαρίου [9] εγκαινιάστηκε το κτίριο της σημερινής Λέσχης Αξιωματικών Φρουράς Λάρισας. Βρίσκεται στην οδό Κύπρου στην Κεντρική πλατεία, στη θέση της Λέσχης Ασλάνη, η οποία λειτούργησε στις αρχές του 20ού αιώνα, στον ίδιο χώρο, όπου τον 19ο αιώνα υπήρχαν οι φυλακές. Η ΛΑΦΛ ήταν το κτίριο, που κατεξοχήν συνέδεσε την τοπική κοινωνία με το στράτευμα, μέσω των άπειρων εκδηλώσεων, που έγιναν και γίνονται από τότε, μέχρι σήμερα στους χώρους της. Ιδιαίτερα εμβληματικό κτήριο, χαρακτηρίζει ως τοπόσημο τον κεντρικό τομέα της Λάρισας. Στις 24 Ιουλίου 1954 εγκαινιάστηκαν, σε δύο σημεία, εντός του χώρου της 1ης Στρατιάς, τα νέα κτήρια για την εγκατάσταση των οικογενειών των στρατιωτικών, παρουσία των αρχών της Λάρισας [10].

Το 1956 ολοκληρώθηκε το πάρκο του Αγίου Αντωνίου, έργο που απολαμβάνει σήμερα όλη η Λάρισα. Φέρει την προσωπική «σφραγίδα» του αρχιάτρου Δημητρίου Παλιούρα, ο οποίος ήταν τότε διοικητής του 404 Γενικού Στρατιωτικού Νοσοκομείου. Στον χώρο υπάρχει αναμνηστική στήλη με ημερομηνία 15 Ιουλίου 1956 και τα ονόματα των συντελεστών και δωρητών του πάρκου. Νωρίτερα, στις 31 Ιουλίου 1955 έγιναν τα αποκαλυπτήρια του μνημείου [11] των πεσόντων Θεσσαλών υγειονομικών, εντός του πάρκου Αγίου Αντωνίου.

Τον Οκτώβριο του 1956 ολοκληρώθηκε η αποστράγγιση της λίμνης Καλλιπεύκης [12]. Όλη η εργασία έγινε από μονάδες του στρατού, με ολοήμερη εργασία 22 συνεχόμενων ημερών. Αλλά και η διάνοιξη και οδοστρωσία της κοιλάδας των Τεμπών, για να περάσει η νέα εθνική οδός Αθήνας- Λάρισας- Θεσσαλονίκης, συντελέστηκε από το Τάγμα Μηχανικού της 1ης Στρατιάς. Τον Μάιο του 1956 άρχισαν οι εργασίες και συνεχίστηκαν και τα επόμενα χρόνια. Η διάνοιξη και οδοστρωσία έγινε στο κομμάτι από τον Ευαγγελισμό μέχρι τον Πυργετό, σε μήκος περίπου 10, 5 χιλιομέτρων [13].

Στις 14 Φεβρουαρίου 1960 [14] έγινε η τελετή θεμελίωσης του σημερινού στρατηγείου της 1ης Στρατιάς, από τον υφυπουργό Εθνικής Άμυνας Γ. Θεμελή. Παρόντες ήταν ακόμη ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ αντιστράτηγος Φροντιστής, ο υπαρχηγός αντιστράτηγος Τζανετής, αλλά και ο αρχηγός της Αμερικάνικης Αποστολής στην Ελλάδα Βάντερ Χάιν. Πάντως, το 1962, το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας πήρε απόφαση να εκποιήσει τον χώρο των στρατώνων Ιππικού και Πεζικού εντός της 1ης Στρατιάς [15]. Για τον λόγο-σύμφωνα με το δημοσίευμα-ότι θα έκτιζε άλλες εγκαταστάσεις κοντά στη Λάρισα, αλλά εκτός πόλης. Μάλιστα, είχαν ξεκινήσει συζητήσεις μεταξύ δημάρχου Λαρίσης Δημ. Χατζηγιάννη και Υπουργείου για μεταβίβαση των εκτάσεων στην κυριότητα του Δήμου. Το σχέδιο αυτό δεν προχώρησε.

Το έτος 1963 ολοκληρώθηκε και εγκαινιάστηκε το σημερινό Ηρώο της πόλης στον λόφο Ακροπόλεως (Φρούριο) με χρήματα του Ελληνικού Στρατού και ιδιωτών δωρητών [16]. Το 1978 [17] εγκαινιάστηκε και αποδόθηκε και στο κοινό της πόλης, το Αθλητικό Κέντρο της 1ης Στρατιάς. Ένα ακόμη ηρώο του στρατού, το μνημείο του 4ου Συντάγματος Πεζικού αποκαλύφθηκε [18] το 1981 από τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης και υπουργό Εθνικής Άμυνας Ευάγγελο Αβέρωφ, εντός του στρατοπέδου της 1ης Στρατιάς.

Η 1η Στρατιά αφήνει επίσης, ένα μουσείο στη Λάρισα. Το Στρατιωτικό Μουσείο Κτηνιατρικής Υπηρεσίας Στρατού, το οποίο άρχισε να λειτουργεί το 2005, στον χώρο του στρατοπέδου Νικ. Πλαστήρα. Δεν είναι μόνο αυτά, είναι και τα άυλα, όπως η Μουσική της 1ης Στρατιάς, η οποία για πολλές δεκαετίες συμμετέχει σε επετειακές και κοινωνικές εκδηλώσεις κι όχι μόνο στον Νομό Λάρισας. Το θέμα «Στρατιά και Λάρισα» είναι ανεξάντλητο, από πολλές πλευρές και θα απασχολεί για πολύ καιρό…
———————————————

[1] Νικ. Παπαθεοδώρου, στήλη «ΛΑΡΙΣΑ. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις…» θέμα «Το 404 Στρατιωτικό Νοσοκομείο», εφημερίδα «Ελευθερία» 20 Νοεμβρίου 2016
[2] Εφημερίδα «Ελευθερία» 25 Σεπτεμβρίου 1947
[3] Εφημερίδα «Ελευθερία» 6 Απριλίου 1948
[4] Εφημερίδα «Ελευθερία» 7 Αυγούστου 1948
[5] Εφημερίδα «Ελευθερία» 9 Αυγούστου 1951
[6] Εφημερίδα «Ελευθερία» 23 Μαρτίου 1952
[7] Εφημερίδα «Ελευθερία» 9 Μαΐου 1952
[8] Εφημερίδα «Ελευθερία» 14 Μαρτίου και 10 Δεκεμβρίου 1952
[9] Εφημερίδα «Ελευθερία» 12 Ιανουαρίου 1954
[10] Εφημερίδα «Ελευθερία» 23 Ιουλίου 1954
[11] Εφημερίδα «Ελευθερία» 2 Αυγούστου 1955
[12] Εφημερίδα «Ελευθερία» 14 Οκτωβρίου 1956
[13] Εφημερίδα «Ελευθερία» 12 Φεβρουαρίου 1957
[14] Εφημερίδα «Ελευθερία» 16 Φεβρουαρίου 1960
[15] Εφημερίδα «Ελευθερία» 26 Ιουλίου 1962
[16] Εφημερίδα «Ελευθερία» 9 Οκτωβρίου 1962
[17] Εφημερίδα «Ελευθερία» 24 Ιουνίου 1978
[18] Εφημερίδα «Ελευθερία» 22 Σεπτεμβρίου 1981



Τρίτη 5 Αυγούστου 2025

 

Η μυθική ιστορία των Γιγάντων και της Γιγαντομαχίας

Είχαν μορφή ανθρώπου μα ήταν τρομεροί στην όψη, πελώριοι στο ανάστημα και ακαταμάχητοι στη δύναμη



Οι Γίγαντες γεννήθηκαν από το σώμα της Γης όταν έσταξε πάνω του αίμα από την πληγή του Ουρανού μετά τον ακρωτηριασμό του από τον Κρόνο.

Με τον ίδιο τρόπο γεννήθηκαν και οι Ερινύες και οι Μέλιες Νύμφες.

Οι Γίγαντες ήταν όντα τρομακτικά και υπερφυσικά. Είχαν μορφή ανθρώπου μα ήταν τρομεροί στην όψη, πελώριοι στο ανάστημα και ακαταμάχητοι στη δύναμη.

Το σώμα τους ήταν φολιδωτό και κατέληγε σε ουρά σαύρας. Είχαν πυκνά μαλλιά και μακριά γένια. Στα τριχωτά χέρια τους κρατούσαν μακριά και λαμπερά ακόντια. Μολονότι είχαν θεϊκή καταγωγή ήταν θνητοί ή τουλάχιστον για να σκοτωθούν έπρεπε να χτυπηθούν ταυτόχρονα από ένα θεό και ένα θνητό.Αλλες παραδόσεις έλεγαν ότι κάποιοι από τους Γίγαντες ήταν αθάνατοι όσο πατούσαν στο έδαφος όπου είχαν γεννηθεί. Επικρατέστερο μέρος για τη γέννησή τους είναι η Παλλήνη της Χαλκιδικής, μια περιοχή εξαιρετικά άγρια.

Οι Γίγαντες ήταν πολύ περισσότεροι από τους Τιτάνες, τους Κύκλωπες και τους Εκατόγχειρες. Υπολογίζονται γύρω στους εκατό. Κατοικούσαν στις δυτικές ακτές του Ωκεανού όπου συχνά τους επισκέπτονταν οι θεοί και έπαιρναν μέρος στα συμπόσιά τους. Αυτό γινόταν στις γιορτές όταν οι Γίγαντες πρόσφεραν εκατόμβες. Ακόμα και στο δρόμο, όταν τους συναντούσαν οι θεοί, πήγαιναν μαζί τους.

Η δύναμη των Γιγάντων ήταν αφάνταστη. Μπορούσαν να ξεκολλούν με ευκολία βράχους ολόκληρους και να τους εκσφενδονίζουν μακριά.

Η Γη ήταν οργισμένη από την τύχη που είχαν οι Τιτάνες μετά το τέλος της Τιτανομαχίας. Μολονότι είχε βοηθήσει τον εγγονό της με κάθε τρόπο για να επικρατήσει, δεν άντεχε να βλέπει τους γιους και τις κόρες της φυλακισμένους στα Τάρταρα.

Έτσι, όταν είδε την τεράστια δύναμη που είχαν οι Γίγαντες, τους ξεσήκωσε σε πόλεμο εναντίον των Ολυμπίων. Ο Δίας και τα αδέρφια του έπρεπε να περάσουν άλλη μια δοκιμασία. Ξέσπασε μια τρομερή μάχη που έμεινε γνωστή με το όνομα Γιγαντομαχία.

Η επίθεση των Γιγάντων μάλιστα έγινε χωρίς καμιά προειδοποίηση. Ξαφνικά οι θεοί του Ολύμπου δέχτηκαν βροχή από βράχους, αναμμένους δαυλούς και ολόκληρα φλεγόμενα δέντρα. Οι Γίγαντες ξερίζωναν τα βουνά και τα τοποθετούσαν το ένα πάνω στο άλλο για να σκαρφαλώσουν στην ψηλότερη κορυφή του Ολύμπου, εκεί όπου ήταν χτισμένα τα θεϊκά παλάτια. Η Γη και ο Ουρανός αναστατώθηκαν.

Έγινε σωστή κοσμοχαλασιά: στεριές βούλιαζαν και ποτάμια άλλαζαν πορείες. Οι οροσειρές τραντάζονταν συθέμελα και σαν φύλλα δέντρων έτρεμαν ο Όλυμπος, η Όσσα, το Πήλιο, η Πίνδος, το Παγγαίο και ο Αθως.Οι θεοί του Ολύμπου ζώστηκαν τα άρματα και ετοιμάστηκαν για πόλεμο. Αρχηγός στο θεϊκό στρατόπεδο ήταν ο Δίας, οπλισμένος όχι μόνο με την αστραπή και τον κεραυνό, όπως στην Τιτανομαχία, αλλά και με την αιγίδα, το δέρμα κατσίκας που είχε πάνω το κεφάλι της Γοργόνας.

Η τρομερή μορφή της έσπερνε τον πανικό ή απολίθωνε όποιον την αντίκριζε.

Πλάι του πιστή σύμμαχος η κόρη του η Αθηνά, η θεά των μαχών, που μόλις είχε γεννηθεί πάνοπλη από το τεράστιο κεφάλι του. Φορώντας την πανοπλία της και με το γοργώνειο στο στήθος πολέμησε καλύτερα και από άντρας. Γι’ αυτό ο Ζευς (Δίας) ονομάστηκε γιγαντοφόνης και γιγαντολέτωρ και η Αθηνά προσονομάστηκε γιγαντολέτειρα, δηλαδή αυτοί που σκότωσαν τους Γίγαντες.

Παραστάτες του Δία ήταν η Νίκη και η φοβερή μάνα της η Στύγα. Πρωτοπαλίκαρά του ήταν ο Ποσειδώνας, ο Απόλλωνας και ο Ήφαιστος ,που σε κάποια στιγμή που είδε κουρασμένο τον Ήλιο τον πήρε πάνω στο δικό του άρμα. Μα και οι θεές πρόσφεραν με κάθε τρόπο τη βοήθειά τους, η Ήρα, η Αφροδίτη, η Αρτεμη, η Εκάτη και οι Μοίρες. Μόνο η Δήμητρα δε συμμετείχε στον αγώνα αυτόν γιατί είχε ιδιαίτερη συγγένεια με τη Γη, προστάτευε τους καρπούς που φύτρωναν στο ιερό της χώμα.

Καθένας θεός και καθεμιά θεά σκότωσαν έναν ή περισσότερους από τους Γίγαντες που οι πιο γνωστοί ήταν ο Πορφυρίωνας, ο Αλκυονέας, ο Εγκέλαδος, ο Εφιάλτης, ο Εύρυτος, ο Κλυτίας, ο Πολυβώτης, ο Πάλλας, ο Ιππόλυτος, ο Γρατίωνας, ο Άγριος και ο Θέωνας. Ο πόλεμος κρατούσε πολύ καιρό μα με κανέναν τρόπο οι Ολύμπιοι δεν μπορούσαν να νικήσουν. Τότε η Αθηνά έμαθε τον πανάρχαιο χρησμό που έλεγε πως οι Γίγαντες θα χαθούν μόνο αν κάποιοι θνητοί πολεμήσουν στο πλάι των αθανάτων. Μόλις το άκουσε ο Δίας έστειλε την Αθηνά να φωνάξει δυο θνητούς γιους του, τον Ηρακλή τον οποίο είχε αποκτήσει με την Αλκμήνη και τον Διόνυσο που τον γέννησε με τη Σεμέλη.Η Γη αμέσως άρχισε να ψάχνει ένα μαγικό βοτάνι που θα έκανε ατρόμητους τους Γίγαντες από τα βέλη των θνητών. Ο Δίας για να την καθυστερήσει απαγόρευσε στον Ήλιο, τη Σελήνη και την Αυγή να ανατείλουν. Έτσι, επικράτησε για πολλές μέρες σκοτάδι μέχρι που ο Δίας βρήκε πρώτος το μαγικό βοτάνι και το κατέστρεψε. Έτσι η πορεία προς τη νίκη ξεκίνησε.

Σε λίγο κατέφθασε ο Ηρακλής που υπήρξε ο πολυτιμότερος σύμμαχος της Αθηνάς σ’ αυτόν τον αγώνα και με τα βέλη του σκότωσε πάρα πολλούς Γίγαντες. Μάλιστα, επειδή ήταν γιος του Δία, μπορούσε όταν κουραζόταν από την πολύωρη μάχη, ν’ ανεβαίνει στο άρμα του θεϊκού πατέρα του. Ο Διόνυσος ήρθε με τη συνοδεία του, τους Σάτυρους και τους Κορύβαντες, καβάλα πάνω σε γαϊδούρια που με τους κρότους και τα γκαρίσματά τους πολλές φορές τρόμαζαν τους Γίγαντες. Ένα άλλο όπλο του Διόνυσου ήταν και ο θύρσος, το σύμβολό του, ένα μακρύ ραβδί στολισμένο με κισσό. Οι δυο γιοι του Δία για τη γενναιότητα και το θάρρος που έδειξαν στη Γιγαντομαχία ανταμείφθηκαν και έγιναν αθάνατοι.

Οι αρχαίοι μυθογράφοι ασχολήθηκαν με τη Γιγαντομαχία και μέσα από τα έργα τους μας περιγράφουν πολλές σημαντικές σκηνές της.Ο Ηρακλής χτύπησε πρώτα με το τόξο του τον Αλκυονέα. Αυτός ήταν ο μεγαλύτερος από τους Γίγαντες και σύμφωνα με μια παράδοση, ο αρχηγός τους. Ο Αλκυονέας έπεσε κάτω με τρομερό κρότο. Αλλά τη στιγμή που ο ήρωας πανηγύριζε για την επιτυχία του, τον είδε να σηκώνεται πάλι υψώνοντας απειλητικά το τεράστιο κορμί του.Ήταν μάλιστα έτοιμος να εκτοξεύσει στον Ηρακλή έναν τεράστιο βράχο που βρισκόταν δίπλα του.

Ευτυχώς η Αθηνά κατάφερε να τον εμποδίσει. Μετά εξήγησε στον Ηρακλή που ακόμη δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του, ότι ο Αλκυονέας ήταν αθάνατος όσο πατούσε στο χώμα που τον γέννησε. Τότε ο ήρωας φορτώθηκε στις στιβαρές πλάτες του το Γίγαντα, τον μετέφερε έξω από το πεδίο της Φλέγρας όπου είχε γεννηθεί και τον εξόντωσε τελειωτικά με τα βέλη του. Οι κόρες του, οι Αλκυονίδες, απελπισμένες από το θάνατο του πατέρα τους, ρίχτηκαν στη θάλασσα και μεταμορφώθηκαν σε πουλιά (τις αλκυόνες).

Ο Πορφυρίωνας που φιλοδοξούσε να εξουσιάσει τη Δήλο και τους Δελφούς και η Γη του είχε υποσχεθεί να τον ζευγαρώσει με την Ήβη, την κόρη της Ήρας, παρακολουθούσε την εξόντωση του αδερφού του και όρμησε να εκδικηθεί τον Ηρακλή.

Και σίγουρα ο τρομερός Γίγαντας θα καταπλάκωνε μ’ ένα βουνό τον ήρωα. Ευτυχώς όμως ο Δίας μηχανεύτηκε ένα κόλπο την τελευταία στιγμή. Διέταξε την Αφροδίτη να κυριέψει το Γίγαντα με ερωτικό πάθος για την Ήρα που βρισκόταν εκεί κοντά.

Η Αφροδίτη έστειλε το γιο της τον Έρωτα εναντίον του Πορφυρίωνα και ξαφνικά αυτός αδιαφορώντας για τον Ηρακλή άρχισε να κυνηγάει την Ήρα για να σμίξει μαζί της.

Τη στιγμή ακριβώς που είχε συλλάβει τη θεϊκή βασίλισσα και είχε σκίσει τα μεγαλόπρεπα πέπλα της, ο Ηρακλής βρήκε την ευκαιρία να τον εξοντώσει με το βέλος του.

Ανάλογο ρόλο έπαιξε και η ίδια η Αφροδίτη στη διάρκεια της Γιγαντομαχίας.

Σε μια δύσκολη στιγμή που δεκαπέντε Γίγαντες είχαν περικυκλώσει απειλητικά τον Ηρακλή, αυτή μετέφερε με τη θεϊκή δύναμή της τον ήρωα σ’ ένα σπήλαιο.

Κατόπιν, έδειξε το καταπληκτικό της σώμα στους Γίγαντες. Αυτοί μονομιάς κυριεύτηκαν από ερωτικό πάθος και άρχισαν να τρέχουν πίσω από τη θεά.

Η Αφροδίτη τους οδήγησε έτσι στη σπηλιά όπου είχε κρύψει τον Ηρακλή. Επειδή οι Γίγαντες δε χωρούσαν να περάσουν όλοι μαζί την είσοδο της σπηλιάς, έμπαιναν μέσα ένας ένας.

Ο Ηρακλής με μεγάλη ευκολία κατάφερε να τους εξοντώσει και τους δεκαπέντε.

Η Αθηνά, πολεμική θεά, δεν κατέφυγε σε τέτοια γυναικεία κόλπα. χρησιμοποιώντας το δόρυ και το ακόντιό της πολέμησε αντρίκεια.

Στην αρχή πάλευε πολλές ώρες με τον Πάλλαντα.

Ο Γίγαντας ήταν τρομερά δυνατός, όμως η Αθηνά χρησιμοποιώντας πολεμικά κόλπα και έξυπνη στρατηγική κατάφερε να τον εξοντώσει.

Στη συνέχεια τον έγδαρε και από το δέρμα του κατασκεύασε τη δική της αιγίδα, που την έκανε ατρόμητη.Ο Εγκέλαδος, όταν είδε το φριχτό τέλος του Πάλλαντα, το έβαλε στα πόδια.

Η Αθηνά όμως τον αντιλήφθηκε και τον καταδίωξε. Επειδή δυσκολευόταν να τον φτάσει, άρπαξε τη Σικελία και την πέταξε κατά πάνω του.

Το νησί βρήκε το στόχο του και καταπλάκωσε το Γίγαντα. Έτσι εξηγούνταν από τους αρχαίους οι εκρήξεις της Αίτνας, που δεν ήταν τίποτα άλλο από τα τινάγματα του Εγκέλαδου που ψυχομαχούσε.

Μια παρόμοια περιπέτεια με τον Εγκέλαδο είχε και ο Πολυβώτης. Αυτόν ανέλαβε να τον αντιμετωπίσει ο Ποσειδώνας. Η μάχη μέσα στη θάλασσα ήταν τρομερή. Τεράστια κύματα σηκώθηκαν και κόντευαν να φτάσουν τα παλάτια του Ουρανού, ψηλά στον Αιθέρα.

Ο Ποσειδώνας όμως είχε το προνόμιο ότι βρισκόταν στο δικό του χώρο, μέσα στο υγρό του βασίλειο. Με το όπλο που του είχαν χαρίσει οι Κύκλωπες, την τρομερή τρίαινα, κατάφερε να τρυπήσει πολλές φορές το κορμί του Γίγαντα.

Το αίμα του κυλούσε ασταμάτητα και κοκκίνισε ολόκληρη τη θάλασσα· μη μπορώντας να τα βγάλει πέρα τράπηκε σε φυγή.

Ο θαλασσοσείστης Ποσειδώνας όμως άρπαξε ένα κομμάτι από την Κω, το πέταξε με μεγάλη δύναμη στον Πολυβώτη και τον πλάκωσε. Το κομμάτι της Κω που καταπλάκωσε το Γίγαντα είναι το γνωστό νησάκι Νίσυρος.

Στη Γιγαντομαχία έλαβε μέρος και ο Απόλλωνας, ο γιος του Δία από τη Λητώ. Πιο γνωστή είναι η μάχη που έδωσε με το Γίγαντα Εφιάλτη. Τα μαγικά του βέλη έπεφταν σαν βροχή πάνω στο τρομερό τέρας.

Στην αρχή ο Εφιάλτης έμοιαζε να μην καταλαβαίνει τίποτα. Ο Ηρακλής όμως που είχε μάθει από την Αθηνά όλα τα μυστικά για την εξόντωση των εχθρών, έτρεξε για να βοηθήσει.

Ο Εφιάλτης ήταν ένας από τους Γίγαντες για τους οποίους υπήρχε χρησμός ότι θα εξοντωνόταν μόνο αν τους χτυπούσε παράλληλα ένας θνητός και ένας αθάνατος. Έτσι όταν ο Απόλλωνας τόξευσε το αριστερό μάτι του Γίγαντα, ο Ηρακλής σημάδεψε το δεξί. Τότε ο Εφιάλτης, τυφλωμένος και με το αίμα να τρέχει σαν ποτάμι πάνω στα γένια του και το τεράστιο σώμα του, ξεψύχησε. Η Γη για να εκδικηθεί τον Ηρακλή άρχισε από τότε να στέλνει τη μορφή του Εφιάλτη στα όνειρα των θνητών.

Ο Διόνυσος μαζί με τους Σάτυρους έτρεψαν σε φυγή τον Εύρυτο. Ο γιος του Δία τον καταδίωξε και μ’ ένα χτύπημα του θύρσου του κατάφερε να σκοτώσει το Γίγαντα. Αλλά η λύσσα του ήταν τόσο μεγάλη ώστε παρακάλεσε τον πατέρα του να τον μεταμορφώσει σε λιοντάρι.

Ο Δίας άκουσε το γιο του και έτσι σε λίγο ο Διόνυσος με μορφή λιονταριού κατασπάραξε το νεκρό Εύρυτο. Ο Πελώρεος που είδε το τέλος του αδερφού του βάλθηκε να εκδικηθεί το φονιά. Αρπαξε λοιπόν με μεγάλη ορμή το όρος Πήλιο και το εκτόξευσε ενάντια στον Διόνυσο, τους Σάτυρους και τους Κορύβαντες.

Ευτυχώς που ο Αρης παρακολουθούσε τη σκηνή και έπιασε το βουνό στον αέρα. Έτσι γλίτωσε τον Διόνυσο και την παρέα του από βέβαιο θάνατο. Ο Ποσειδώνας στη συνέχεια κυνήγησε τον Πελώρεο και όταν τον είδε να πηδά μέσα στα νερά του Σπερχειού ποταμού για να γλιτώσει, τον χτύπησε με την τρίαινά του και τον σκότωσε.

Τον Ευρυμέδοντα, που σύμφωνα με μια παράδοση ήταν αυτός ο αρχηγός των Γιγάντων, τον σκότωσε ο ίδιος ο Δίας. Και να πώς έγινε η τρομερή πάλη μεταξύ τους: Ο Ευρυμέδοντας ήθελε να σκοτώσει ο ίδιος τον Δία έτσι ώστε σε περίπτωση νίκης των Γιγάντων, να γίνει αυτός ο κυρίαρχος του κόσμου. Έψαχνε λοιπόν μέσα στην αναταραχή τον αρχηγό των Ολυμπίων.

Σε κάποια στιγμή διέκρινε τον αστραποβόλο κεραυνό και όρμησε με λύσσα εναντίον του. Η Γη προσπάθησε με κάθε τρόπο να βοηθήσει το γιο της. Έτσι έκανε να φυτρώσουν από το σώμα του χιλιάδες δηλητηριώδη φίδια.

Ο Ευρυμέδοντας άρχισε μ’ όλη του τη δύναμη να χτυπά τον Δία, που όμως προστατευόταν από τη θεϊκή αιγίδα του. Σε κάποια στιγμή ο Δίας κατάφερε να βάλει το πρόσωπο της Γοργόνας μπροστά στα μάτια του Γίγαντα. Τότε αυτός κυριεύτηκε από τρόμο.

Ο Δίας έριξε πάνω του τον κεραυνό και σε λίγο το κορμί του τυλίχτηκε στις φλόγες. Κόρη του Ευρυμέδοντα ήταν η Περίβοια, που ζευγαρώθηκε με τον Ποσειδώνα και έφερε στον κόσμο τον Ναυσίθοο, πατέρα του Αλκίνοου, του βασιλιά των Φαιάκων.

Ο Ήφαιστος στη διάρκεια της Γιγαντομαχίας χρησιμοποιούσε ως όπλα του τα διάφορα υλικά που είχε μέσα στο θεϊκό εργαστήρι του. Επάνω στη φωτιά έλιωνε διάφορα μέταλλα, όπως ατσάλι, σίδερο, χαλκό και πυρακτωμένα τα εκτόξευε στους Γίγαντες. Μ’ αυτόν τον τρόπο κατάφερε να εξοντώσει έναν πολύ επικίνδυνο Γίγαντα, τον Μίμαντα.

Τη στιγμή που αυτός χτυπιόταν με τον Δία και την Αθηνά και τους είχε φέρει σε δύσκολη θέση, ο Ήφαιστος του έριξε βλήματα πυρακτωμένου σιδήρου. Τότε ο Γίγαντας ένιωσε το κορμί του να ζεματάει, άρχισε να ουρλιάζει, έπεσε κάτω και κυλιόταν απελπισμένα στο έδαφος. Ο Δίας τότε βρήκε την ευκαιρία και τον πλάκωσε μ’ ένα βουνό. Από τότε είναι θαμμένος κάτω από το όρος Μίμαντας που βρίσκεται στις Ερυθρές απέναντι από τη Χίο. Ο φτερωτός Ερμής και σ’ αυτόν τον πόλεμο χρησιμοποίησε την πονηριά του. Κατέβηκε στον Αδη και ζήτησε από το θείο του, τον μελαψό Πλούτωνα, την κυνέα, που τον έκανε αόρατο. Πέταξε αμέσως πάλι στη χώρα της συμπλοκής και φορώντας το μαγικό κράνος πλησίασε τον Ιππόλυτο.

Ο Γίγαντας άρχισε ξαφνικά να βλέπει τεράστιους βράχους να σηκώνονται μόνοι τους από τη γη και να πέφτουν επάνω του. Σε λίγο άρχισε να νιώθει τσιμπήματα, κλοτσιές, γροθιές σ’ όλο του το κορμί μα δεν έβλεπε κανέναν να βρίσκεται κοντά του. Τότε νόμισε πως τρελάθηκε από την οχλαγοή και τους κρότους και τράπηκε μόνος του σε φυγή. Ο Ερμής τον κυνήγησε και κατάφερε με μεγάλη ευκολία να τον αποτελειώσει.

Αλλά και οι υπόλοιπες θεές που πήραν μέρος στη Γιγαντομαχία κατάφεραν να δώσουν ένα χέρι βοήθειας στους βασικούς πρωταγωνιστές.

Έτσι, η Εκάτη κατάφερε ρίχνοντας αμέτρητους αναμμένους δαυλούς να εξοντώσει τον Κλυτία. Αυτός δεν προλάβαινε να αποφύγει τον έναν και αμέσως έφτανε ο άλλος δαυλός. Σε κάποια στιγμή που άφησε ελεύθερα τα χέρια του για να ξεκουραστούν, η Εκάτη του πέταξε μια βροχή αναμμένους δαυλούς. Ο Γίγαντας τυλίχτηκε στις φλόγες χωρίς να προλάβει ν’ αντιδράσει. Έτσι βρήκε φριχτό θάνατο. Επίσης, η Αρτεμη, η θεά του κυνηγιού, ρίχνοντας τα θεϊκά βέλη της σκότωσε τον Γρατίωνα. Τέλος, οι Μοίρες, οι κόρες του Δία, στάθηκαν στο πλευρό του εξοπλισμένες με τα χάλκινα ρόπαλά τους. Αυτές σκότωσαν τον Αγριο και τον Θέοντα.

Ο φοβερός Αδαμάστορας βλέποντας τον έναν πίσω από τον άλλο τους αδερφούς του να εξουδετερώνονται από τους Ολύμπιους, σε μια τελευταία προσπάθεια διαφυγής από τη μοίρα άρπαξε ολόκληρη την οροσειρά της Ροδόπης και την έριξε καταπάνω τους. Ο Ήλιος που περνούσε εκείνη την ώρα με το άρμα του, την τελευταία στιγμή κατάφερε ν’ αλλάξει την πορεία των βουνών και έσωσε τους θεούς. Τότε αυτοί είδαν πως δεν ήταν εύκολο να τα βγάλουν πέρα με τον αδάμαστο Αδαμάστορα, παρά μόνον εάν ένωναν όλοι μαζί τις δυνάμεις τους. Όρμησαν λοιπόν επάνω του ο Δίας, ο Αρης, ο Ερμής, ο Απόλλωνας, ο Ήφαιστος και μαζί ο Ηρακλής και ο Διόνυσος και μετά από πολλές ώρες πάλης κατάφεραν να τον εξοντώσουν.

Όλους τους υπόλοιπους Γίγαντες τους ξέκανε με τον κεραυνό του ο Δίας και με τα βέλη του ο Ηρακλής. Όταν πια τους εξόντωσαν όλους, οι θεοί κάθισαν να ξαποστάσουν χαρούμενοι για τη νίκη τους. Αμέσως μετά άρχισαν να τακτοποιούν τα θεϊκά τους παλάτια που σχεδόν είχαν καταστραφεί ύστερα από τέτοια κοσμοχαλασιά.

Μετά από χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι συνέχιζαν να βρίσκουν μέσα στη γη κόκαλα από σκοτωμένους Γίγαντες.

Έδειχναν βράχους που είχαν εκσφενδονίσει αυτοί ή οι θεοί, όπως ένα βράχο στη Λυκαονία, που έλεγαν πως τον είχε ρίξει ο Δίας· νησιά σαν τη Νίσυρο, τη Λήμνο και την Πορφυριώνη στην Προποντίδα· βουνά σαν τον Μίμαντα και ηφαίστεια σαν το Βεζούβιο και την Αίτνα που κρατούσαν στα σπλάχνα τους τους Γίγαντες. Αλλοι ιστορούν πως επίτηδες η Γη με στοργή είχε θάψει τους γιους της βαθιά κάτω από τα βουνά ή πως είχε μεταμορφώσει τους ίδιους σε βουνά.



Δευτέρα 28 Ιουλίου 2025

 

Η κατασκευή της κρεμαστής γέφυρας Αγίας Παρασκευής το 1960


Η διπλή ξύλινη πεζογέφυρα της Αγίας Παρασκευής Τεμπών, πρόδρομος της κρεμαστής. Φωτογραφία του 1959 (από το φωτογραφικό αρχείο του Δημήτρη Χαρισιάδη, το οποίο φυλάσσεται στο Μουσείο Μπενάκη) [1].

 

Λοιπόν… Είναι γεγονός, η εμβληματική κρεμαστή πεζογέφυρα της Αγίας Παρασκευής στα Τέμπη θα ξαναμπεί, σύντομα, στη ζωή μας. Μετά την καταστροφή της από την κακοκαιρία «Ντάνιελ» τον Σεπτέμβριο του 2023, άρχισαν οι εργασίες για την επισκευή της. Ανάδοχος η εταιρεία «Άκτωρ». Ευκαιρία, να πούμε για το παρελθόν της. Χμ! Υπάρχει ένα ερώτημα… Πότε ακριβώς εγκαινιάστηκε ή δόθηκε σε χρήση; Δεν είναι εύκολο να απαντηθεί. Η κρεμαστή γέφυρα άρχισε να χρησιμοποιείται, αρχές Δεκεμβρίου του 1960. Τρεις μήνες, μετά τα λαμπρά εγκαίνια της μεγάλης οδικής γέφυρας της Κοιλάδας των Τεμπών, τα οποία έγιναν στις 3 Σεπτεμβρίου 1960. Η πεζογέφυρα, αν δεν παρενέβαινε ο Λαρισαίος πρόεδρος της Βουλής Τάκης Ροδόπουλος, ίσως να μη γινόταν ποτέ. Ποιος θα ενδιαφερόταν να γίνει επισκέψιμο το εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής, από την πλευρά της νέας Εθνικής Οδού;

Κατασκευάστηκε όμως, και μάλιστα με τεχνικές πρωτοτυπίες και μοντέρνα εμφάνιση. Αντικατέστησε μία πρόχειρη ξύλινη, η οποία ακουμπούσε πάνω στην επιφάνεια του νερού. Κανείς δεν περίμενε ότι θα γίνει το σήμα κατατεθέν της Κοιλάδας των Τεμπών και σχεδόν σε κάθε αναφορά για την περιοχή υπάρχει φωτογραφία της. Ίσως, γι’ αυτόν τον λόγο, όταν κατασκευάστηκε, δόθηκε ατύπως σε χρήση, χωρίς ιδιαίτερες εκδηλώσεις. Σήμερα η κοιλάδα, χωρίς το σύμβολό της, την κρεμαστή γέφυρα, δεν υπάρχει! Έγινε αιτία να κατακλύζεται, για χρόνια, από πολύ κόσμο το προσκύνημα της Αγίας Παρασκευής. Όταν, μάλιστα, διακόπηκε η χρήση της παλιάς σιδηροδρομικής γραμμής στην κοιλάδα, μοναδική επαφή των προσκυνητών-τουριστών με το εκκλησάκι ήταν η κρεμαστή πεζογέφυρα, μέσω της Παλιάς Εθνικής Οδού. Μέχρι σήμερα.

Αεροφωτογραφία της Κοιλάδας των Τεμπών και της κρεμαστής γέφυρας της δεκαετίας 1960-1970 (αρχείο του μέλους της Φωτοθήκης Σπύρου Μπαρμπούτη).

Πριν την κατασκευή της κρεμαστής γέφυρας στην Αγία Παρασκευή υπήρχε μία χαμηλή πρόχειρη και ξύλινη πεζογέφυρα [2], πολύ κοντά στην επιφάνεια του νερού, από την οποία περνούσαν άνθρωποι και ζώα. Στις 29 Ιουνίου 1960 η «Ε» δημοσιεύει την εξής είδηση: «Πληροφορούμεθα ότι ο υπουργός Δημοσίων Έργων κ. Σ. Γκίκας ενέκρινε την εισήγησιν του επιθεωρητού Δημοσίων Έργων κ. Γενεράλη [3] περί κατασκευής κρεμαστής σιδηράς γέφυρας διά πεζούς, παρά την Αγίαν Παρασκευήν Τεμπών. Στις 26 Ιουλίου 1960, με αφορμή τον εορτασμό της μνήμης της Αγίας Παρασκευής στο εκκλησάκι της Κοιλάδας των Τεμπών, η «Ε» έγραφε τα εξής: «Εξάλλου, υπό του Γ.Ε.Κ.Ε. κατεσκευάσθη ξυλίνη γέφυρα επί του Πηνειού, διά να δευκολύνη την μετάβασιν των πεζών από της Εθνικής Οδού εις το εξωκκλήσιον και αντιθέτως». Στις 28 Ιουλίου 1960 άρχισε η κατασκευή της κρεμαστής γέφυρας, της πρώτης στην Ελλάδα με αυτό το σύστημα [4].

Μερικά τεχνικά στοιχεία [5]: Η στατική μελέτη έγινε από το τεχνικό γραφείο Γερράρδου Α. Ναχνικιάν και η επίβλεψη από την Υπηρεσία Συγκοινωνιακών Έργων/Γραφείο νομομηχανικού Νομού Λαρίσης Ιωάνν. Γενεράλη. Κατασκευαστής ήταν η Ανώνυμος Τεχνική Εταιρεία «Οδών και Οδοστρωμάτων Τεχνικά Έργα». Το κόστος κατασκευής ήταν 650.000 δραχμές. Το μήκος της γέφυρας είναι 94 μ. και το πλάτος του καταστρώματός της 1,50 μ., το οποίον αναρτήθηκε από σιδερένιους αναρτήρες από τη φέρουσα αλυσίδα. Οι προσβάσεις της έγιναν από προεντεταμένο σκυρόδεμα. Η όλη κατασκευή ήταν ιδέα του μηχανικού Ι. Γενεράλη.

Στις 5 Μαΐου 2003 δημοσιεύτηκε στην «Ε» ρεπορτάζ του δημοσιογράφου Δημ. Χατζηευθυμίου με συνέντευξη του μηχανοσιδηρουργού Ευάγγ. Κλέτσα, με αφορμή την εκπόνηση μελέτης επισκευής της εκείνη την περίοδο. Είχε πει, λοιπόν, τότε: «Έφτιαχνα τα σιδερένια κιγκλιδώματα των γεφυρών, όπως στην οδό Βόλου, στην αερογέφυρα Νέας Σμύρνης, αλλά και σε άλλα σημεία, όπως στη γέφυρα Πυργετού. Τότε δέχτηκα την πρόταση να φτιάξω τα μεταλλικά στοιχεία της υπό κατασκευή πεζογέφυρας των Τεμπών. Κατ’ αρχάς, πρόκειται για μία γέφυρα που έγινε κατά τμήματα. Το μήκους 56 μέτρων κατάστρωμά της, έγινε σε 9 1/2 μεταλλικά κομμάτια των 6 μέτρων το καθένα. Τότε, δεν υπήρχε η τεχνολογία, τα μεταλλικά σημεία να γίνονται γαλβανιζέ, ώστε να μη σκουριάζουν. Ακόμη κι έτσι όμως, ακόμη κι αν το δοκάρι σκούριασε, δε σάπισε. Ένα λάθος ήταν το εξής: Ενώ όλη η γέφυρα έγινε με αρμούς διαστολής και συστολής, εντούτοις τα κιγκλιδώματα και οι κουπαστές είναι ενιαίες σε όλο το μήκος τους […] Νομίζω, πως αν «πονά» κάπου η γέφυρα, το αδύνατο σημείο της πρέπει να βρίσκεται στις κάθετες βέργες, οι οποίες πρέπει να ελεγχθούν και ίσως να επισκευαστούν». Η συναρμολόγησή της έγινε μέσα σε 20 ημέρες και ο μηχανοσιδηρουργός θυμόταν κάτι από την ημέρα των εγκαινίων: «Είχα βάλει σε περίοπτη θέση μία ταμπέλα του καταστήματος «Μεταλλικές κατασκευές αφοί Δημητρίου Κλέτσα» για λόγους διαφημιστικούς βέβαια. Ο Γενεράλης ζήτησε να τη βγάλω, λέγοντάς μου: «Κλέτσα, μας την έκανες δώρο;».

Δε βρέθηκε ρεπορτάζ από τα εγκαίνια. Αναφορές στον Τύπο της εποχής δεν εντοπίστηκαν. Παρά μόνο δημοσίευμα της καθημερινής εφημερίδας της Αθήνας «Ακρόπολις» στις 8 Δεκεμβρίου 1960 [2], με ανταπόκριση από τη Λάρισα, το οποίο αναφέρει στον τίτλο «Παρεδόθη εις την κυκλοφορίαν η κρεμαστή γέφυρα των Τεμπών – Η πρώτη της Ελλάδος – Ενώνει τον Όλυμπον με τον Κίσσαβον και προορίζεται μόνον διά τους πεζούς». Οπότε, παρακαλείται αν κάποιος γνωρίζει κάτι σχετικό περί εγκαινίων, να επικοινωνήσει μαζί μας.

_______________________________________________

[1]. Δημήτρης Χαρισιάδης (1911-1993), γόνος αστικής οικογένειας από την Καβάλα. Σπούδασε Χημεία στη Λωζάνη, ενώ η φωτογραφία από νωρίς τράβηξε το ενδιαφέρον του. Αφετηρία της φωτογραφικής του πορείας αποτέλεσε το αλβανικό μέτωπο (1940), όταν ο Χαρισιάδης ως έφεδρος αξιωματικός και επίσημος φωτογράφος του στρατού απαθανάτισε τη ζωή των στρατιωτών και την επέλαση της ελληνικής στρατιάς στη Βόρεια Ήπειρο. Ως ανταποκριτής του ευρωπαϊκού Τύπου φωτογράφησε τα «Δεκεμβριανά» και τον Εμφύλιο. Μετά την Απελευθέρωση και για λογαριασμό των ξένων αποστολών βοήθειας, τεκμηρίωσε φωτογραφικά την άφιξη και τη διανομή της αμερικανικής βοήθειας προς τη χώρα. Αργότερα, με εντολή του Υπουργείου Ανασυγκρότησης κατέγραψε την οικονομική ανάκαμψη της χώρας και τα μεγάλα έργα. Από το 1956 έως το 1985 διατηρούσε το γνωστό φωτογραφικό πρακτορείο «Δ.Α. Χαρισιάδης» με τον συνεργάτη του Διονύση Ταμαρέση. Παράλληλα, με την επαγγελματική φωτογράφηση, το προσωπικό του ενδιαφέρον στράφηκε προς το ελληνικό τοπίο, τους οικισμούς, την καθημερινή ζωή των ανθρώπων της υπαίθρου και των πόλεων, και τέλος προς τον ίδιο τον άνθρωπο, «το πλέον ενδιαφέρον θέμα που υπάρχει εις τον Κόσμον».

[2]. Πολύτιμα στοιχεία για τη συγγραφή του άρθρου πρόσφερε το μέλος της Φωτοθήκης Αχιλλέας Καλτσάς, τον οποίο ευχαριστούμε.

[3]. Ο Ιωάννης Εμμ. Γενεράλης ήταν νομομηχανικός Λάρισας και είχε συλλάβει την ιδέα κατασκευής της συγκεκριμένης κρεμαστής γέφυρας. Σύμφωνα με άλλο δημοσίευμα της «Ε», είχε ανακηρυχθεί επίτιμος δημότης της πόλεως Κατερίνης, με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου της. Ο Ι. Γενεράλης ήταν ο προϊστάμενος επίβλεψης των έργων κατασκευής της νέας Εθνικής Οδού Λάρισας-Τεμπών-Κατερίνης και εισηγητής πολλών έργων τουριστικών και εξωραϊστικών, κατά μήκος της νέας Εθνικής Οδού. Θεωρήθηκε δε ότι η πόλη της Κατερίνης εξωραΐστηκε χάρη στο ιδιαίτερο ενδιαφέρον και την έμπρακτη συμβολή του συγκεκριμένου μηχανικού.

[4]. Εφημερίδα «Ελευθερία», 30 Ιουλίου 1960.

[5]. Από τον ερευνητή της Ελληνικής Εργοτεχνικής και Εργοληπτικής Ιστορίας κ. Κυριάκο Γκλεζάκο. Από το περιοδικό «ΔΕΛΤΙΟΝ Π.Ε.Δ.Μ.Ε.Δ.Ε.», Φύλλον: 23-24, Δεκέμβριος 1962, σελ. 276 – μαζί με Dionysis Agalides.



Δευτέρα 21 Ιουλίου 2025

 

Στον Πλαταμώνα με τρένο τις δεκαετίες ‘60 και ‘70

Πρόσφυγες, όμηροι, αιχμάλωτοι, κατοχικές εικόνες. Συνηθισμένες εκφράσεις για τους εκδρομείς της Κυριακής, από τη Λάρισα στον Πλαταμώνα, με τρένο. Δεκαετίες του 1960 και 1970! Σήμερα, μία φωτογραφία από αυτές τις «επικές» σιδηροδρομικές μετακινήσεις θεωρείται και είναι γραφική. Γελάς και δε στενοχωριέσαι, αλλά νοσταλγείς. Πολύ περισσότερο, όταν γνωρίζεις ότι δεν πρόκειται να επαναληφθεί. Ο Σιδηροδρομικός Σταθμός του Πλαταμώνα υπάρχει πλέον μόνο ως κτίσμα και το περιβάλλον τριγύρω έχει αλλάξει ριζικά και οριστικά.

Μια ιστορική φωτογραφία από τον κοσμοπλημμυρισμένο πολύπαθο σταθμό και ένα ρεπορτάζ της «Ε» στις 4 Ιουλίου 1969 ήταν η αφορμή για ν’ ασχοληθούμε. Τίτλος: «Η μεγάλη εκδρομική κίνησις κατά τας Κυριακάς και οι ΣΕΚ-Διατί ταλαιπωρείται τόσον το κοινόν». Αφιέρωμα λοιπόν, με σεβασμό, λεπτότητα, ενσυναίσθηση, σ’ εκείνους τους «μπαρουτοκαπνισμένους», από την κάπνα της ατμομηχανής, εκδρομείς. Οι οποίοι με «ηρωισμό» έπεφταν μετά στα νερά του Πλαταμώνα για να ξεπλυθούν. Οι Λαρισαίοι ανακάλυψαν από τα χρόνια του Μεσοπολέμου τον Πλαταμώνα και στη «Μικρά» της 28ης Απριλίου 1920 [1] διαβάζουμε: «Ο πέραν του Παπαπουλίου παραθαλάσσιος σταθμός του σιδηροδρόμου Λαρίσης-Θεσσαλονίκης «Πλαταμών» με την θαυμασίαν τοποθεσίαν του, τα δροσερά νερά και τας άλλα φυσικάς καλλονάς του, προς δε και το μαγευτικόν Φρούριόν του, ήρχισε συγκεντρώνων τας Κυριακάς αρκετόν κόσμον εκ της πόλεώς μας».
Μία ώρα διαρκούσε η διαδρομή. Οι σταθμοί κατά σειρά: Γυρτώνη, Ελάτεια, Ευαγγελισμός, Τέμπη, Αγία Παρασκευή, Ραψάνη-Πυργετός, Παπαπούλι, Πλαταμώνας. Οι Νέοι Πόροι δεν είχαν δημιουργηθεί ακόμη. Φθηνό εισιτήριο, πολύς κόσμος, ασφυκτικά γεμάτα και με όρθιους τα τρένα, ειδικά τις Κυριακές. Συν γυναιξί και τέκνοις. Πολύ δύσκολος ο έλεγχος των εισιτηρίων από τους υπαλλήλους. Καθυστερήσεις στο ανεβοκατέβασμα τέτοιου πλήθους. Δεν ήταν μόνο ο Πλαταμώνας. Η στάση της Αγίας Παρασκευής πάντα είχε κόσμο. Τα παράθυρα ανοιχτά, οι κουρτίνες ανέμιζαν από τον δυνατό αέρα, έτοιμες να αποξηλωθούν. Στις δύο παλιές σήραγγες των Τεμπών τα πάντα σκοτείνιαζαν ξαφνικά και οι καπνοί της ατμομηχανής κατέκλυζαν τα βαγόνια και μαύριζαν πρόσωπα. Η μυρωδιά του κάρβουνου γινόταν πιο έντονη. Τα κέρματα έπεφταν βροχή από τα παράθυρα, μόλις το τρένο έβγαινε στο φως, ακριβώς πάνω από το εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής.
Όταν ο θόρυβος καταλάγιαζε από την ατμομηχανή που στάθμευε, για να ανεβοκατέβουν επιβάτες, κατακλύζονταν η περιοχή από τους ήχους των τζιτζικιών, αλλά και των πουλιών. Τότε, εμφανίζονταν οι μικροπωλητές κάτω από τα παράθυρα με σύκα κι άλλα φρούτα. Οι στάσεις συνεχείς και ξανά ο βαρύς ήχος της μηχανής, για να αποκτήσει και πάλι το τρένο ταχύτητα. Ατμοί παντού, συριγμοί. Ιεροτελεστία. Κάπου μέχρι αρχές της δεκαετίας του 1970 ξεχώριζαν μέσα στον Πηνειό, στην Κοιλάδα των Τεμπών, απομεινάρια της ιστορικής ανατίναξης του γερμανικού τρένου από τον Βρατσάνο και τους αντάρτες του Μηχανικού Ολύμπου του ΕΛΑΣ. Τότε, οι νεολαίοι δε γνώριζαν και πολλά πράγματα. Τα έμαθαν όταν μεγάλωσαν. Τα απομεινάρια του τρένου ανελκύστηκαν κάποια στιγμή και η ιστορία ξεθώριασε κάπως.
Η προσμονή της θάλασσας αυξάνονταν. Μετά το Παπαπούλι (για χρόνια ο τελευταίος σιδηροδρομικός σταθμός της Ελλάδας, πριν την κατεχόμενη από τους Οθωμανούς Μακεδονία), όλοι έβλεπαν ή νόμιζαν ότι έβλεπαν το γαλάζιο της θάλασσας του Πλαταμώνα, μύριζαν την αρμύρα. Επόμενο σπρωξίδι η αποβίβαση και ο αγώνας να βρεθεί κάποια σκιά στην παραλία, πριν από τους άλλους. Η βασική ακτογραμμή για κολύμπι ήταν από την εκκλησία μέχρι τη βίλα Μοσκώφ ή τη σήραγγα κάτω από το κάστρο. Εκεί γίνονταν και οι δοκιμασίες θάρρους, ποιοι θα καταφέρουν να περάσουν τη σήραγγα μέχρι τα κάμπινγκ, πριν περάσει το τρένο. Κυρίως από νεανικές παρέες, οι οποίες με τα χρόνια αυξάνονταν.
Στις 31 Ιουλίου 1951 η «Ε» πανηγύριζε, επειδή μπήκε λάμπα λουξ έξω από το κτίριο του σταθμού Πλαταμώνα, ώστε να διευκολύνονται οι επιβάτες, όταν έρχονται οι αμαξοστοιχίες! Αλλά το άναμμα του φωτός γινόταν μόνο 5 λεπτά πριν έρθει το τρένο και 5 λεπτά μετά, και η εφημερίδα ζητούσε να μένει αναμμένο για δύο ώρες. Στις 17 Ιουλίου 1966 η «Ε» κατέγραψε συμβάν, μέσα στην Κοιλάδα των Τεμπών, που πανικόβαλε τους επιβάτες. Άρχισε να βγαίνει καπνός από βαγόνι και κάποιος τράβηξε εγκαίρως το σήμα κινδύνου, την τελευταία στιγμή πριν αρχίσουν οι επιβάτες να πηδούν από τα βαγόνια. Στο ρεπορτάζ της 4ης Ιουλίου 1969 της «Ε» καταγράφεται ότι κάθε Κυριακή εκδράμουν με τρένο στον Πλαταμώνα 1.800 έως 2.000 επιβάτες. Πολλοί, για να επιστρέψουν κάπως πιο ανθρώπινα από τον Πλαταμώνα, παίρνουν το μεσημβρινό οτομοτρίς του τακτικού δρομολογίου Θεσσαλονίκης-Λάρισας, αντί να πάρουν το απογευματινό εκδρομικό. Όλοι είχαν την ίδια ιδέα και ο συνωστισμός ήταν ακόμα πιο μεγάλος, επειδή τα βαγόνια ήταν μόλις δύο. Πολύ σπρωξίδι και καθυστερήσεις. Κάτι σαν αυτά που βλέπουμε και σήμερα με τα τρένα π.χ. στην Ινδία ή κι αλλού. Οι εκδρομείς περίμεναν το τρένο κυριολεκτικά καθισμένοι δίπλα ή πάνω στη σιδηροδρομική γραμμή. Αγώνας σώμα με σώμα η επιβίβαση και αγωνία, στις πολυμελείς οικογένειες ή παρέες, αν ανέβηκαν όλοι! Παντού όρθιοι στους ασφυκτικά γεμάτους διαδρόμους. Δεν υπήρχε πάντα οπτική επαφή και το μάθαιναν, αν έφτασαν όλοι, στον Σιδηροδρομικό Σταθμό Λάρισας! Οι υπόλοιποι με το επόμενο, αν υπήρχε…
Το σκηνικό επαναλαμβανόταν κάθε Κυριακή, για πολλά καλοκαίρια, αφού τα τρένα και η χωρητικότητά τους ήταν συγκεκριμένα. Ρουτίνα οι διαμαρτυρίες φορέων και της «Ε», ρουτίνα και οι απαντήσεις της διοίκησης των σιδηροδρόμων, αλλά ουσιαστικά τίποτα δεν άλλαζε. Περισσότερα τρένα, δεν έμπαιναν… Ακόμη και αυτή η κυριακάτικη και σίγουρη ταλαιπωρία, για τους νεολαίους ήταν ίσως διασκέδαση και αυτό που λέμε σήμερα «must». Έτσι, όμως, ειδικά για τη Λάρισα, απέκτησαν επαφή με τη θάλασσα, γενιές νέων ανθρώπων. Πριν γίνουν δρόμοι και αυξηθούν τα αυτοκίνητα, οπότε «άνοιξαν» για τους πολλούς και τα παράλια του Νομού Λάρισας, με προεξάρχοντα τον Αγιόκαμπο.

[1]. Εφημερίδα «Ελευθερία», 27 Αυγούστου 1949, στήλη «Περασμένα και αξέχαστα-Το χρονικό της παλιάς Λάρισας» του Βάσου Καλογιάννη.

 

Τέλη της δεκαετίας του 1970 στον σταθμό του Πλαταμώνα (φωτ. του Adam Yamey από το διαδίκτυο)

 

 

Στιγμές που πέρασαν στην ιστορία, με τους Λαρισαίους να αναμένουν το τρένο στον Πλαταμώνα (από το ρεπορτάζ της «Ε» στις 4 Ιουλίου 1969)

Παρασκευή 11 Ιουλίου 2025

 

ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ Ο φραπές και η Δημοκρατία

Η διαφήμιση παίζει τώρα τελευταία στην τηλεόραση και έχει πολύ ενδιαφέρον. Είναι η διαφήμιση του «φραπέ», του θρυλικού εθνικού μας ροφήματος. Υποθέτω ότι οι υπεύθυνοι της εταιρείας θα φώναξαν τον διαφημιστή και θα του είπαν:

– Κοίτα, μεγάλε, εδώ και αρκετά χρόνια… «την ήπιαμε» από τον φρέντο. Εννιά στους δέκα παραγγέλνουν φρέντο εσπρέσο ή φρέντο καπουτσίνο, που σιγά τους καφέδες δηλαδή, ένα νερομπλιααάχ είναι, αλλά πώς να την παλέψεις τη μόδα; Το πόπολο, ο λαός, είναι σαν τα πρόβατα του ΟΠΕΚΕΠΕ… Ανοίγει ένα γκεσέμι τον δρόμο και τα πρόβατα ακολουθούν.

Οπότε, οι υπεύθυνοι της εταιρείας ζήτησαν από τον διαφημιστή να κάνει ένα… rebranding. Πώς την ψάχνει, δηλαδή, ο Τσίπρας να μας ξανασυστηθεί και να επανέλθει; Έτσι ακριβώς. Καλύτερο, δηλαδή, προϊόν είναι ο Τσίπρας απ’ τον… φραπέ; Με την καμία…

Τζιμάνι ο διαφημιστής «εσκέβη» -και ορθώς- ότι ο «φραπέ», ο «φραπές» που λέμε στα ελληνικά, διότι η λέξη ενσωματώθηκε στη γλώσσα μας και κλίνεται, το φραπεδάκι, λοιπόν, δεν πουλάει σήμερα, επειδή δεν είναι πια στη μόδα. Είναι ντεμοντέ ρε παιδάκι μου, σαν τα παντελόνια καμπάνα, τα κλαρωτά πουκάμισα και τις χιλιοπαιγμένες κωμωδίες με τη Ρένα Βλαχοπούλου. Επομένως, τι πρέπει πει στον σημερινό καταναλωτή – πρόβατο; Τι άλλο; Να αγνοήσει τη μόδα, να γίνει αντισυμβατικός και να μείνει αποκλειστικά στο προϊόν που είναι σκέτη απόλαυση. Και είναι πανάθεμά τον! Απλά μεγαλώσαμε πια και οι «φραπέδες» μάς αυξάνουν την πίεση, μας προκαλούν ταχυκαρδίες και καταλήξαμε εκόντες άκοντες πως ο… «γαλλικός» είναι ο καλύτερος καφές, διότι είναι τάχα μου πιο υγιεινός. Όσα δε φτάνει η αλεπού…

Για να το επιτύχει, λοιπόν, αυτό, να εστιάσει, δηλαδή, στο προϊόν αυτό καθ’ αυτό κι όχι στη μόδα, ο διαφημιστής θέτει επί σκηνής έναν σημερινό μοδάτο νεαρό, που είναι αραχτός στην παραλία κάποιου νησιού και -κόντρα σ’ όλες και όλους- παραγγέλνει φραπέ.

Φυσικά, όλοι τον κοιτάζουν με… απαξίωση. «Φραπέεεεε;». Σαν να λένε, πού τον θυμήθηκες τον φραπέ ρε βλαχαδερό, εδώ όλη η Ελλάδα πίνει φρέντο… Οπότε πέφτει το σλόγκαν: Απόλαυσε φραπέ. Γιατί «είναι απολαυστικό να είσαι ο εαυτός σου». Κι αμέσως μετά, πέφτει και δεύτερος τίτλος: «Στην απόλαυση δεν έχει σημασία πώς σε βλέπουν οι άλλοι, αλλά πώς τη βλέπεις εσύ».

Αν μη τι άλλο, έξυπνο. Προσπαθεί να υπονομεύσει, δηλαδή, την πανίσχυρη και κυρίαρχη εικόνα του φρέντο, να σου πει ότι πίνεις φρέντο από μόδα κι όχι γιατί είναι καλύτερος καφές, ενώ ταυτόχρονα παίζει και το χαρτί της… νοσταλγίας.

Δεν ξέρω αν θα πιάσει η διαφήμιση κι αν ο φραπές επανέλθει στην ελληνική πραγματικότητα, πάντως οι υπεύθυνοι της εταιρείας μάλλον θα πρέπει να δώσουν… ποσοστά σε κείνον τον «Κρητίκαρο» με τις μουστάκες και την μπρουτάλ φάτσα που φέρει το ιστορικό όνομα Ξυλούρης και το παρατσούκλι «Φραπές» και ο οποίος έγινε απ’ τη μια μέρα στην άλλη διάσημος λόγω της εμπλοκής του στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ.

Προφανώς δεν του βγήκε τυχαία το όνομα. Ηλικιακά ο τύπος ανήκει στη γενιά του φραπέ. Είμαι βέβαιος πως όταν ήταν παλικαράκι, μελαχρινό, ηλιοκαμένο με μαλλί ανεμίζον ως τους ώμους κατά τις επιταγές της εποχής, θα γύριζε στις παραλίες της Κρήτης να «καμακώνει» Σουηδέζες τουρίστριες με έναν φραπέ στο χέρι και βασικό κώδικα επικοινωνίας την εθνική μας φράση:

– Do you like φροϋλάιν the Greece?

Αυτή ήταν η Ελλάδα του φραπέ παίδες. Η Ελλάδα της περίσσιας πλην… παγιδευμένης τεστοστερόνης. Η Ελλάδα που οι τουρίστριες λάτρευαν και για τα «καμάκια» της, για τα ξαναμμένα εκείνα αρσενικά με τα μουστάκια, την κάργα τρίχα στο στήθος που ξεπρόβαλε απ’ το ξεκούμπωτο πουκάμισο και τα κοντοκάβαλα παντελόνια καμπάνα που άφηναν να σχηματιστεί ο… πολλά υποσχόμενος «ανδρισμός». Η Ελλάδα του Βόγλη που σ’ έπαιρνε στο κατόπι για να σε κεράσει μια χούφτα μύγδαλα, η Ελλάδα που έπινε φραπέ και σε σφύριζε στον δρόμο, «τι ‘σαι συ μάνα μου …», κι όχι η τωρινή «φλατ» Ελλάδα, με τα βλαμμένα που πίνουν φρέντο, φρεντοτσίνο (άκου όνομα για καφέ ρε συ!), μοκατσίνο κι άλλα τέτοια -άντε να μην πω- και η οποία αντί για καμάκι χαζεύει με τις ώρες στο κινητό κι ανεβάζει βιντεάκια στο Τικ-Τοκ.

Κάπως έτσι, στην καφετέρια παρήγγειλα χτες … φραπέ. Γλυκός, μάστορα, δύο κουταλάκια νες καφέ και τρία ζάχαρη, όπως τον πίναμε τότε που οι δείκτες της γλυκοζυλιωμένης κινούνταν εντός φυσιολογικών ορίων. Φραπεδιά, μάστορα, φραπεδούμπα κανονική, κι όχι … φραπόγαλα – αυτό αλλοιώνει τη γεύση. Φραπεδάρα… Βάρα την καλά στο σέικερ να φτιάξει μπόλικο αφρό και ρίξε και τρία παγάκια να βαστήξει… Μωρέ, αν είχα, θ’ άναβα κι ένα τσιγάρο. «Άσσο φίλτρο» κατά προτίμηση κι ας το ‘χω από χρόνια κομμένο. Έτσι, για το στυλ. Μάλιστα, πάντα για το στυλ, πήρα και μια δεύτερη καρέκλα -εξεπίτηδες- κι άπλωσα αρίδα. Χαλάρωσα. Κι αίφνης ήταν σαν να ξαναγύρισαν οι δείκτες του ρολογιού πίσω… Ξαναβρέθηκα πίσω στο εφηβικό μου δωμάτιο, που το διάβασμα για τις Πανελλήνιες άρχιζε… υποχρεωτικά με φραπέ, κι ας μουρμούριζε παραδίπλα η κυρ-Αλίκη, «σαν πολύ μικρός δεν είσαι για να μας θες και καφέδες;». Ξαναπήγα πίσω στο φοιτητικό μου δωμάτιο, όπου τα βράδια ξενυχτούσαμε πίνοντας άπειρους φραπέδες για να λύσουμε το μείζον ζήτημα αν οι προλετάριοι πρέπει να πάρουν στα χέρια τους τα μέσα παραγωγής, όπως κέλευε ο Μαρξ, ή αν αυτό ήταν τελικά ουτοπία. Με φραπεδιά στο χέρι, με λυμένες παλάσκες και το τυφέκιον FN κρεμασμένο στον ώμο πήγαινες να φυλάξεις σκοπιά, αλλά πού θα πάει, αύριο που θα ‘σαι εξοδούχος, θα πας να πιεις μια φραπεδούμπα της προκοπής.

Φραπέ στη δουλειά, φραπέ στο γήπεδο, φραπέ στην παραλία, φραπέ και στο ταξίδι στο εξωτερικό, γιατί εκεί τα χαϊβάνια δεν ξέρουν να πίνουν παγωμένο καφέ, πόσο «black coffee» να αντέξεις ο άνθρωπος;

Και μετά… φρέντο. Αφού πίναν όλοι, τον παρήγγειλες κι εσύ, σε μια Ελλάδα, που όπως όλος ο πλανήτης, άλλαξε τόσο πολύ, σε σημείο που να μη γνωρίζεται. Και μοναχά τα σκάνδαλα, η απληστία των ανθρώπων για εύκολο κι άκοπο χρήμα δε θα πάψει ποτέ. Αυτός που θα κλέψει τον επόμενο ΟΠΕΚΕΠΕ μπορεί να έχει το παρατσούκλι «Φρέντος», αλλά το χεράκι θα το βουτάει στο μέλι… Αυτό στο λέω εγώ που κι αν έχουν δει τα ματάκια μου σκάνδαλα και σκανδαλάκια. Γι’ αυτό, που ‘σαι, μάστορα, πιάσε έναν φραπέ ακόμα… Μπήκα στα μεράκια ρε συ και θα το κάψουμε σήμερα…

ΑΛΕΞΗΣ ΚΑΛΕΣΗΣ

alexiskalessis@yahoo.gr