Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

Ο ΘΡΥΛΙΚΟΣ ΠΥΘΕΑΣ

Επιγραφή στην Μασσαλία «Η Μασσαλία δεν έπαψε ποτέ να δείχνει και να έχει το ελληνικό χρωμόσωμα, μια πραγματικότητα, απτή σε όλο τον Νότο της Γαλλίας. Εκτός από τις ομογενειακές οργανώσεις υπάρχουν και πολλοί Φιλέλληνες που τρέφουν μια άδολη αγάπη για την Ελλάδα την οποία θεωρούν κοιτίδα του Δυτικού πολιτισμού αλλά και ως μια μακρινή πατρίδα». 
 
Στην προηγούμενη μελέτη μας κλείσαμε το ταξίδι μας στην Αφρική με την χώρα της Αιγύπτου. Το ταξίδι όμως των Ελλήνων φυσικά δεν σταματά εκεί αλλά πολύ περισσότερο δεν σταματάει ποτέ…
 
Έτσι κι εμείς συνεχίζοντας την περιήγησή μας στην περιοχή της Μεσογείου θα κάνουμε έναν σταθμό στην Μασσαλία, την ελληνική πόλη της Γαλλίας, η οποία ακόμη και σήμερα θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα του απόδημου Ελληνισμού. 
 
Να σημειωθεί μάλιστα πως οι Έλληνες ονόμασαν «Γαλάτες» τους κατοίκους της συγκεκριμένης περιοχής, επειδή ήταν άσπροι σαν το γάλα. Από τους Γαλάτες προέκυψαν οι σημερινοί Γάλλοι. 
 
Οι περισσότερες αρχαίες ελληνικές πόλεις της Γαλλίας χτίστηκαν το 3000π.Χ. περίπου εξελίξει της εκστρατείας του Ηρακλή προς την Αμερική. Αλλά και τα μεταγενέστερα χρόνια ιδρύθηκε αξιόλογος αριθμός αποικιών, για τις οποίες μάλιστα υπάρχουν και περισσότερα στοιχεία λόγω της συντομότερης χρονικής αποστάσεως.
 
Στην Μασσαλία συγκεκριμένα οι Έλληνες εγκαταστάθηκαν πριν από πολλά χρόνια, όταν οι Φωκαείς της Μ. Ασίας (αποικία Ελλήνων στην Φώκαια της Μ.Ασίας γύρω στο 800π.Χ.) μην μπορώντας να αντιμετωπίσουν τα πυρά των Περσών, καθώς Αθήνα και Σπάρτη αρνούνταν να στείλουν βοήθεια, κατέφυγαν στην τότε Γαλατία και ίδρυσαν την Μασσαλία. 
Ο Ηρόδοτος αναφέρει χαρακτηριστικά (Α 63): «Οἱ δὲ Φωκαεὶς οὓτοι, ναυτιλίηση μακρήσι πρῶτοι τῶν Ἑλλήνων ἐχρήσαντο, καὶ τὴν τε Ἀδρίην, καὶ τὴν Τυρσήνη καὶ τὴν Ἰβηρίαν καὶ τὸν Ταρτησσὸν οὓτοι εἰσὶ οἱ καταδέξαντες». (Οι Φωκείς πρώτοι από τους Έλληνες χρησιμοποίησαν την ναυτιλία για μακρινά ταξίδια και έφτασαν ως τις ακτές της Αδριατικής και της Τυρρηνικής θάλασσας και ως την Ιβηρική χερσόνησο)!
 
 
 
Αναφορές απαντούν ακόμη στον Αριστοτέλη, τον Πλούταρχο, τον Πέραμο, τον Ιουστίνο, κ.α. 
Παρ’ ότι οι Γαλάτες αντιστάθηκαν αρχικά, μη γνωρίζοντας πως οι Έλληνες δεν είχαν φτάσει με εχθρικές-κατακτητικές διαθέσεις, τελικά οι δεύτεροι κατάφεραν όχι μόνο να εγκατασταθούν στην εν λόγω περιοχή αλλά και να την οδηγήσουν στην ύψιστη ακμή της.
 
Έτσι οι Έλληνες κάτοικοι της Μασσαλίας ίδρυσαν και άλλες αποικίες, μεταξύ των οποίων η Νίκαια (Νice), η Ολιβία, η Αντίπολις, η Αθηνόπολη, το Ταυρέντιον, η Θηλίνη, η Ολβία (Κάννες), η Ροδανουσία, η Κιθαριστής, που έλαβε το όνομά της από την αγάπη των Μασσαλών (όπως άλλωστε και όλων των Ελλήνων) για την μουσική, και άλλες πολλές. 
Σε όσες αποικίες ίδρυσαν έδωσαν ονόματα ελληνικά, ώστε να τους θυμίζουν τον τόπο που γεννήθηκαν.
 
Έτσι, η Κρέουσα ονομάστηκε από τον βασιλιά της Θήβας, Κρέοντα, όνομα που σημαίνει βασιλιάς. Η Νίκαια εξαιτίας της νίκης τους επί των Λυγίων. Η Όλβια, οι σημερινές Κάννες, ονομάστηκε έτσι χάριν της μεγάλης ακμής που γνώριζε. (όλβιος = ευτυχισμένος). Η Ηράκλεια από τον Ηρακλή φυσικά. Το Ταυρέντιον, τέλος, σύμφωνα με τον Στράβωνα, ονομάστηκε έτσι λόγω της γεωλογικής μορφής του λιμανιού, η οποία μοιάζει με κεφάλι ταύρου. 
 
Παράλληλα οι Φωκαείς διατηρούσαν σε κάθε τους αποικία τα ιωνικά πρότυπα, όπως για παράδειγμα στο νομοθετικό σύστημα. Υπήρχε δηλαδή η Βουλή των 600 Τιμούχων που συγκυβερνούσε με το Εκτελεστικό Σώμα (15 Εκτελεστές). 
 
Στην Μασσαλία ξεχώρισε η μορφή του Ευθυμένη και του Πυθέα, ο πρώτος εκ των οποίων ταξίδεψε ως την Λιβύη και ο δεύτερος στο ταξίδι του προς τις βορειοδυτικές ακτές της Ευρώπης, που διήρκεσε 50 χρόνια, έφτασε ως την Γροιλανδία και τον Βόρειο Πόλο και απέδειξε ότι η Βρετανία είναι νήσος. 
 
Μετά από χρόνια βέβαια σημειώθηκαν νέα κύματα Ελλήνων μεταναστών στην περιοχή της Μασσαλίας, αρχικά κατά την Οθωμανική κυριαρχία, τον 17ο αιώνα, περίοδος, όπου φτάνει η εν λόγω πόλη στην μέγιστη ακμή της, λόγω των γνώσεων των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης που είχαν καταφύγει εκεί και έπειτα, το 1922, πολλοί από τους πρόσφυγες της Μ. Ασίας βρήκαν καταφύγιο στην Μασσαλία. 
 
Οι Έλληνες φυσικά εξακολουθούν να ζουν μέχρι σήμερα στην Μασσαλία διατρανώνοντας με κάθε ευκαιρία την καταγωγή τους… 
Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι πρόσφατα φίλαθλοι της τοπικής ομάδας (Marseille) ύψωσαν στο γήπεδο ένα τεράστιο coreo με την ελληνική σημαία στο κέντρο της οποίας απεικονιζόταν ένας αρχαίος Έλληνας και ένα πανό που έγραφε:«Εμείς δεν αρνούμαστε την καταγωγή μας». 
 
Φυσικά το ελληνικό κράτος τηρεί σιγήν ιχθύος γι αυτούς τους Έλληνες την στιγμή που θα μπορούσε να τους «εκμεταλλευτεί» προς το καλό της χώρας μας αλλά και του Ελληνισμού εν γένει. 
 
Όπως και να έχει οι Έλληνες είναι εκεί, δηλώνουν παρόντες και διατηρούν τον Ελληνισμό όρθιο τιμώντας τα ήθη τα έθιμα και την ιστορία μας.
 
 
Τμήμα ειδήσεων defencenet.gr

Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2013

Ο ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΣ ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗΣ

Είναι γνωστό ότι έχουν γραφτεί πολλά βιβλία για τον Αλέξανδρο, χρησιμοποιώντας σαν κυριότερες πηγές τον Πλούταρχο και τον Αρριανό.
 
Εχουν διατυπωθεί πολλές και διαφορετικές "ερμηνείες" για τη ζωή και το έργο του Αλέξανδρου.
 
Αυτές οι ερμηνείες, ανάλογα με την πολιτική τοποθέτηση, τη θρησκευτική αντίληψη, την ψυχολογική και τη χρονική απόσταση του συγγραφέα, ποικίλουν σε τεράστιο βαθμό. Ετσι άλλοι τον θεοποιούν και άλλοι τον κατακρίνουν.
 
Σε αυτό το άρθρο θα τονίσουμε τις πράξεις και τα λόγια του Αλέξανδρου που αποδεικνύουν, ότι εκτός από ανίκητος Στρατηγός, τρομερός πολεμιστής και άξιος Βασιλιάς ήταν και ένας φιλόσοφος, πιο πολύ στην πράξη παρά στα λόγια.
 
Ο μαθητής του Πλάτωνα, Αριστοτέλης, αναλαμβάνει τη φιλοσοφική διαμόρφωση του 13χρονου Αλέξανδρου, στο Ιερό των Νυμφών, στην τοποθεσία Μίεζα, κοντά στα Στάγειρα, μαζί με μιά ομάδα νέων. Και όπως μας γράφει ο Πλούταρχος και ο Αρριανός: Φαίνεται ότι ο Αλέξανδρος δεν διδάχθηκε μόνο την Ηθική και την Πολιτική επιστήμη, αλλά και τις απόρρητες και βαθύτερες διδασκαλίες που οι άνδρες τις αποκαλούσαν ακροαματικές και εποπτικές και δεν τις διέδιδαν σε πολλούς.
 
Από τον Αριστοτέλη είναι που αποκτά γνώσεις Ιατρικής, έτσι ώστε να θεραπεύει τους φίλους του όταν αρρώσταιναν και να γράφει συνταγές για θεραπεία και δίαιτα. Ο Λυσίμαχος και ο Λεωνίδας είναι που σφυρηλάτησαν έναν ολιγαρκή και σκληραγωγημένο Αλέξανδρο, που είχε συνεχώς κάτω από το προσκεφάλι του την "Ιλιάδα" του Ομήρου.
 
Είναι γνωστό πως την εποχή εκείνη στον Ελλαδικό χώρο οι πόλεις ήταν χωρισμένες μεταξύ τους και λειτουργούσαν αυτόνομα σαν μικρά κράτη. Αποτέλεσμα ήταν οι συνεχείς πόλεμοι μεταξύ των πόλεων. Μόνο κάτω από την απειλή κάποιας εχθρικής δύναμης, π.χ. των Περσών, ενώνονταν για να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο.
 
Ο Αλέξανδρος κατάφερε να ανακηρυχθεί σε ηλικία 20 χρονών Αρχηγός των Ελλήνων, πλην των Λακαιδεμονίων. Να ενώσει όλες τις Ελληνικές πόλεις κάτω από μία αρχή, μία εξουσία, έτσι ώστε το εκστρατευτικό σώμα που θα περνούσε τον Ελλήσποντο να αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο, ένα αρμονικό σώμα το οποίο θα είχε ένα κεφάλι, ένα μυαλό, τον Αλέξανδρο.
 
Στη συνέχεια κατάφερε να ενώσει όλους τους λαούς τους οποίους κατέκτησε κάτω από μία αρχή.
 
Και όπως γράφει ο Πλούταρχος: Δίδαξε τους Υρκανούς να κάνουν νόμιμους γάμους, τους Αραχωσίους να καλλιεργούν την γή των, τους Σογδιανούς έπεισε να τρέφουν και όχι να φονεύουν τους γέροντες γονείς των, τους Πέρσες να σέβονται τις μητέρες των και να μην τις νυμφεύονται. Επεισε τους Ινδούς να λατρεύουν τους Θεούς της Ελλάδας, τους Σκύθες να θάβουν τους νεκρούς των αντί να τους τρώγουν.
 
Ετσι ο Μέγας Αλέξανδρος κατάφερε να εξημερώσει την Ασία και να διαδώσει τον Ελληνικό πολιτισμό από τον Ελλήσποντο ώς την Ινδία. Κατάφερε να εφαρμόσει το πολιτειακό σύστημα του Ζήνωνος, του Ιδρυτή της στωικής φιλοσοφίας.
 
Δηλαδή, να μην κατοικούν οι άνθρωποι κατά πόλεις χωρισμένες, με διαφορετικούς νόμους, αλλά να θεωρούνται όλοι οι άνθρωποι συμπολίτες ( αν και από διαφορετικά έθνη ) και πολίτες του ίδιου κράτους και να υπάρχει μία τάξη και ένα δίκαιο για όλους.
 
Αυτό ο Ζήνων το διατύπωσε σαν ένα όνειρο για επίτευξη, σαν μια διδασκαλία προς εφαρμογή, την Φιλοσοφική Πολιτεία. Ο Μέγας Αλέξανδρος το εφάρμοσε στην πράξη.
 
Δεν ακολούθησε τη συμβουλή του Αριστοτέλη, να φέρεται στους Ελληνες σαν Βασιλιάς και στους υπόλοιπους σαν τύρρανος. Αλλά, θεωρώντας τον εαυτό του ως απεσταλμένο του θεού και ρυθμιστή εθνών, ένωσε όλους τους λαούς, με την πειθώ ή με τη βία και κατάφερε τη συνύπαρξη ανθρώπων με διαφορετικά ήθη και έθιμα, θρησκεία και νοοτροπία, έτσι ώστε να θεωρούν σαν συγγενείς τούς αγαθούς και τους κακούς σαν ξένους. Προωθούσε την αντίληψη ότι η διάκριση Ελληνας από βάρβαρο δεν στηρίζεται στα διαφορετικά ρούχα, στη διαφορετική καταγωγή και στα διαφορετικά έθιμα. Αλλά υποστήριζε ότι Ελληνας είναι ο ενάρετος, ενώ βάρβαρος είναι ο κάκιστος.
 
Ο Μέγας Αλέξανδρος λοιπόν θέλησε να καταλάβουν οι άνθρωποι πως οι διαφορές μεταξύ των λαών είναι τελείως επιφανειακές και πρέπει να υπάρχει σεβασμός και κατανόηση στα διαφορετικά ήθη και έθιμα, στα διαφορετικά πιστεύω και όπως γράφει ο Πλούταρχος:
 
"Ο Αλέξανδρος πίστευε ότι όλοι οι άνθρωποι βασιλεύονται από το θεό γιατί η υπάρχουσα στον καθένα δύναμη "του άρχειν και εξουσιάζειν " είναι θεία. Οτι ο θεός είναι κοινός πατέρας όλων, αλλά κυρίως αναγνωρίζει σαν δικά του παδιά τους άριστους".
 
Ιδρυσε και θεμελίωσε περίπου 70 πόλεις, οι οποίες αποτέλεσαν κέντρα ανάπτυξης και διάδοσης του Ελληνικού πολιτισμού. Θαυμαστό παράδειγμα είναι η Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, μία πόλη που έμελλε να γίνει με την αρχική ώθηση του Μεγάλου Αλεξάνδρου πνευματική μήτρα της Ελληνιστικής περιόδου.
 
Είδε σε "όνειρο" το σημείο όπου έπρεπε να χτιστεί η πόλη και έδωσε διαταγές να γίνουν τέτοια έργα τα οποία θα αποτελούσαν τις κατάλληλες προϋποθέσεις για να αναπτυχθεί και να γίνει μία πόλη αντάξια του Ιδρυτή της.
 
Δικαιολογημένα λοιπόν μπορεί να παρομοιαστεί με έναν Θησέα, Ιδρυτή της Αθήνας, με έναν Περσέα, Ιδρυτή των Μυκηνών, με τον Ρωμύλο και το Ρώμο, Ιδρυτές της Ρώμης.Ο Πλούταρχος γράφει: και διέταξε να χαράξουν το σχέδιο της πόλης προσαρμόζοντάς το στην τοποθεσία. Και επειδή δεν υπήρχε λευκό χώμα, πήραν αλεύρι και σχημάτισαν στη μαύρη γή μία κυκλική καμπύλη της οποίας την περιφέρεια όριζαν ευθείες βάσεις που, ξεκινώντας σαν από στρόγγυλο κράσπεδο και σχηματίζουν χλαμύδες και ίσες στο μέγεθος συνέπιπταν μεταξύ τους.
 
Ο τρόπος σχεδίασης και ορισμού του σημείου ίδρυσης της πόλης φανερώνει γνώσεις και εφαρμογή αντιλήψεων Ιδρυτή πόλης που συναντάμε μόνο σε ίδρυση Ναών ή Ιερών πόλεων.Εκεί δεν παίρνονται υπόψη μόνο γεωγραφικοί παράγοντες, αλλά και οδηγίες που έχουν σχέση με την Ιερότητα του χώρου. Είναι γνωστό πως στην ακολουθία του Αλέξανδρου βρισκόταν πλήθος ανθρώπων του πνεύματος. Από τον μάντη Αρίστανδρο μέχρι τον γυμνόσοφο Κάλανο.
Ο Αλέξανδρος είχε μεγάλη εκτίμηση στους φιλοσόφους και τους συμπεριφερόταν ανάλογα.Ο
 
Ο Πλούταρχος γράφει σχετικά: "Είναι ίδιον ψυχής φιλοσόφου να αγαπά την σοφία και μάλιστα να θαυμάζει σοφούς άνδρας. Κανείς άλλος από τους Βασιλείς δεν έμοιασε τον Αλέξανδρο ως προς αυτό.
 
Είναι γνωστή η Αγάπη του για τον Αριστοτέλη και η εκτίμηση που είχε για τον μουσικό Ανάξαρχο. Στον Πύρρωνα τον Ηλείο, όταν τον είδε για πρώτη φορά, του έδωσε 10.000 χρυσά νομίσματα, στον Ξενοκράτη, μαθητή του Πλάτωνα, έστειλε 50 τάλαντα δώρο, τον Ονησίκριτο, μαθητή του Διογένη, διόρισε άρχοντα των κυβερνητών του στόλου.
 
Πλήθος άλλων προσφορών και δωρεών αποδεικνύουν όχι μόνο την γεναιόδωρη φύση του Μ.Αλέξανδρου γενικά, αλλά την γεναιοδωρία του ειδικά προς τους φιλόσοφους. Μιά γεναιοδωρία που πήγαζε από μιά ψυχή που έδινε περισότερη αξία στα πνευματικά αγαθά από ότι στα υλικά. Οταν ξεκίνησε την εκστρατεία για την Ασία δώρισε όλα τα υπάρχοντά του και κράτησε για τον εαυτό του μόνο " Ελπίδα"".
 
Μετά τη νίκη επί του Δαρείου και αφού ανακυρήχθηκε Βασιλιάς της Ασίας, ήρθαν στην κατοχή του στρατού τόσα πλούτη, που οι Μακεδόνες άρχισαν να ζούν μέσα στην πολυτέλεια. Αποτέλεσμα ήταν η μαλθακή ζωή των στρατιωτών και ιδιαίτερα των Αξιωματικών του Αλέξανδρου.
 
Αποφάσισε λοιπόν, λίγο πρίν την εκστρατεία για την Ινδία, να δωρίσει όλα τα πλεονάζοντα υλικά αγαθά και να κάψει όλα όσα του ήταν εμπόδιο για την εστρατεία.Το ίδιο έκαναν και οι Αξιωματικοί του αφού έβλεπαν το παράδειγμα ενός ανθρώπου που όχι μόνο τους έλεγε ποιό ήταν το σωστό, αλλά αυτός πρώτος το εφάρμοζε.Αξιοσημείωτη είναι επίσης και η καθημερινή ζωή του.
 
Οταν δεν πολεμούσε, ακόμα και κατά τη διάρκεια που βρισκόταν σε πορεία, αυτός εκπαιδευόταν στα όπλα, ανεβοκατέβαινε από άρματα και άλογα, πήγαινε κυνήγι και γενικά βρισκόταν σε μιά διαρκή εγρήγορση. Κάτι που συνέβαινε και κατά τη διάρκεια της μάχης. 
 
Στο Γρανικό ένα σπαθί, κόβοντας την περικεφαλαία του, έφτασε μέχρι το τριχωτό του κεφαλιού του.
Στην Γάζα δέχθηκε ένα βέλος στον ώμο. Στη Μαράκανδα ένα βέλος έσπασε το κόκαλο της κνήμης του. Στην Υρκανία χτυπήθηκε από λίθο, χάνοντας την όρασή του για πολλές ημέρες. 
 
Στη μάχη του Ισσού πληγώθηκε από ξίφος στο μηρό. Στη χώρα των Μαλλών ένα βέλος τρύπησε το στήθος του και δέχτηκε χτύπημα από λοστό στο κεφάλι.
Και για όλους αυτούς τους τραυματισμούς ήταν πολύ υπερήφανος.
 
Τους θεωρούσε σαν απόδειξη της ανδρείας του και της γενναιότητάς του.
Αν και Βασιλιάς έμπαινε πρώτος στην μάχη, δίνοντας το παράδειγμα στους στρατιώτες του.
Ενας Βασιλιάς που δεν ήξερε μόνο να διατάζει αλλά και να εκτελεί ο ίδιος τις διαταγές που έδινε. Θεωρούσε πως η μεγαλύτερη νίκη που μπορεί να πετύχει κάποιος είναι η νίκη στον εαυτό του για να μπορεί να τον ελέγχει. Αποτέλεσμα αυτής της νίκης του Αλέξανδρου είναι η εγκράτειά του προς τις ηδονές.
 
Δεν δέχθηκε καμία γυναίκα δίπλα του παρά μόνο αυτήν που είχε παντρευτεί. Αν και πολλές φορές οι φίλοι του τον παρότρυναν να γευτεί την ηδονή με διάφορες γυναίκες. Ηταν τόσο εγκρατής και μεγαλόψυχος που ανάγκασε τον Δαρείο, τον Βασιλιά που ουσιαστικά κατέστρεψε, να δηλώσει: Θεοί, προστάτες της γέννησης των ανθρώπων και της τύχης των Βασιλέων, δώστε να μην εγκαταλείψω την τύχη των Περσών, αλλά αφού νικήσω να ανταμείψω τις ενέργειες του Αλέξανδρου, τις οποίες νικημένος δέχθηκα από αυτόν στους πιό αγαπημένους μου.
 
Αν όμως έφτασε κάποιος χρόνος μοιραίος, από θεία εκδίκηση και μεταβολή να πάψει η βασιλεία των Περσών, κανείς άλλος άνθρωπος ας μην καθήσει στον θρόνο του Κύρου πλήν του Αλέξανδρου. Αυτή τη δήλωση την έκανε αφού έμαθε την μεγαλόψυχη συμπεριφορά του Αλέξανδρου προς την οικογένειά του που είχε αιχμαλωτίσει.
 
Ο Αρριανός γράφει πως ο Αλέξανδρος εγκαθιστούσε τη Δημοκρατία ως πολίτευμα σε κάθε χώρα που κατακτούσε. Μιά Δημοκρατία που βοηθούσε στη λειτουργία των τοπικών θεσμών κάθε πόλης, κάτω όμως από μιά κοινή Αρχή. Καταργούσε τους υπερβολικούς φόρους και κατάφερνε να κατακτά εκπολιτίζοντας και όχι καταστρέφοντας.
 
Το μόνο που κατέστρεφε ήταν το παλιό, αυτό που είχε φθαρεί και δεν δεχόταν να αλλάξει προς το καλύτερο. Εδινε περισότερη σημασία στις ουσιαστικές δυνάμεις του ανθρώπου, όπως τη σοφία, τη δικαιοσύνη, τη μεγαλοψυχία, την Ανδρεία, ανεξάρτητα αν αυτός ήταν εχθρός ή φίλος. Ετσι όταν καταλάβαινε πως ο κυβερνήτης της πόλης που κατακτούσε ή ο βασιλιάς του έθνους το οποίο νικούσε είχε αυτές τις αρετές, τον διόριζε πάλι άρχοντα, ανεξάρτητα αν είχε παραδοθεί ή νικηθεί μετά από μάχη.
 
Δίκαια λοιπόν ο Πλούταρχος γράφει: Εάν δε μέγιστος έπαινος της φιλοσοφίας είναι ότι σκληρά και αμόρφωτα ήθη εξημερώνει και εξευγενίζει, ο Αλέξανδρος φαίνεται ότι εξεπολίτισε τόσους λαούς αγρίους και ατίθασους που δικαίως δύναται να θεωρηθεί φιλόσοφος.
 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ. "Ηθικά. Περί της Αλεξάνδρου Τύχης ή Αρετής". Εκδόσεις Ζαχαρόπουλος
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ"Βίοι παράλληλοι. Αλέξανδρος" Εκδόσεις Πάπυρος
ΑΡΡΙΑΝΟΣ"Αλεξάνδρου Ανάβασις". Εκδόσεις Ζαχαρόπουλος
ellinikoarxeio.com
 
Τμήμα ειδήσεων defencenet.gr

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2013


Θεσσαλία: Υστερη αρχαιότητα και μεσαίωνας
Από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου

Ο βουλγαρικός επεκτατισμός και η άλωση της Λάρισας

Ο βουλγαρικός λαός πρωτοεμφανίστηκε στη βαλκανική στα τέλη του 6ου αιώνα μ.Χ. Η ίδρυση όμως του πρώτου, με σλαβικές επιρροές, κράτους τους ανάγεται στο 679 με ιδρυτή τον Ασπαρούχ. Λαός πολεμικός από τη φύση του, ασπάστηκε το Χριστιανισμό στα χρόνια του βασιλιά Βόριδα (Boris) ο οποίος βαπτίστηκε Χριστιανός με το όνομα Μιχαήλ (852- 889).
Οι πρώτες σοβαρές συγκρούσεις με τους Βυζαντινούς έγιναν στα χρόνια του τσάρου Συμεών (893-927), με αποκορύφωμα δύο πολιορκίες της Βασιλεύουσας. Στα χρόνια του Σαμουήλ (976-1014) οι Βούλγαροι μετατόπισαν το κέντρο βάρους του κράτους τους δυτικότερα, εξαιτίας των
ρωσικών επιθέσεων, ιδρύοντας ένα νέο κράτος με κέντρο την περιοχή της Πρέσπας και της Οχρίδας [πρόκειται για το προδρομικό κράτος του σημερινού ψευδομακεδονικού ή Σκοπιανού που βασίστηκε και στην πλειοψηφούσα σλαβική “μαγιά” των κατοίκων]. Την ίδια εποχή αυτοκράτορας του Βυζαντίου ήταν ο ικανότατος Βασίλειος Β΄ ο Μακεδών, ο επιλεγόμενος Βουλγαροκτόνος.
Ο 10ος ΑΙΩΝΑΣ: Όταν το 976 πέθανε ο αυτοκράτορας Ιωάννης Τσιμισκής, οι Βούλγαροι της ΒΔ Μακεδονίας αποστάτησαν, έχοντας επικεφαλής τούς τέσσερις γιους του κόμη της περιοχής Νικολάου (που ονομάστηκαν από τους ιστορικούς της εποχής Κομητόπουλοι), Δαβίδ, Μωυσή,
Ααρών και Σαμουήλ. Αυτοί ήταν αρμενο-βουλγαρικής καταγωγής διότι η μητέρα τους, Ριψίμη, ήταν Αρμένια.
Φιλοδοξία των τεσσάρων ήταν να αναστήσουν το βουλγαρικό κράτος δίνοντάς του τη χαμένη του αίγλη. Οι τρεις πρώτοι από τους Κομητόπουλους βγήκαν νωρίς εκτός μάχης.Ο Δαβίδ σκοτώθηκε από Βλάχους στην Καστοριά, ο Μωυσής φονεύτηκε στην πολιορκία των Σερρών, ενώ ο Ααρών εξοντώθηκε μαζί με την οικογένειά του από τον αδελφό του Σαμουήλ, με την κατηγορία του φιλοβυζαντινού, άρα του προδότη. Μόνος επιζών ο Σαμουήλ αυτοανακηρύχτηκε
τσάρος όλης της Βουλγαρίας, ξεκινώντας έναν 40ετή αγώνα κατά του Βυζαντίου, που τον οδήγησε σε σοβαρές ήττες στο Κλειδί, στο Σπερχειό και αλλού, με τελική κατάληξη την
οριστική συντριβή του ιδίου και την κατάλυση του κράτους του, το 1014,από τον Βουλγαροκτόνο. Ο Σκυλίτσης αναφέρει ότι το έτος 986 ο Σαμουήλ κυρίεψε τη Λάρισα «της Θεσσαλίας αρχαίαν πρωτεύουσαν της πολυανθρώπου ταύτης επαρχίας». Για τις λεπτομέρειες αυτής της πολιορκίας και της άλωσης μπορούμε να καταφύγουμε στο «Στρατηγικόν» του Κεκαυμένου.
ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΚΑΙ ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΛΑΡΙΣΑΣ: Φαίνεται, λοιπόν, ότι το 986 η Λάρισα πολιορκείτο ήδη χαλαρά για τρία με τέσσερα έτη και, εξαιτίας των ενεργειών του στρατηγού Κεκαυμένου, άντεχε χωρίς να λιμοκτονεί. Όταν, όμως, ο έμπειρος στρατηγός μετατέθηκε και αντικαταστάθηκε
από άλλο στρατιωτικό διοικητή, ο διάδοχός του δεν έδειξε ανάλογες ικανότητες. Έτσι, οι Λαρισαίοι δεν μπόρεσαν να θερίσουν τους καρπούς της γης τους και, όταν τέλειωσαν τα
αποθέματα τροφών, αναγκάστηκαν να φάνε ακόμα και σκύλους, άλογα και οτιδήποτε άλλο ξεγελούσε την πείνα τους(1). 
Ο Σαμουήλ άφησε να φύγει μόνο μια βλάχικη οικογένεια,αυτή του Νικουλιτζά, ενώ οι υπόλοιποι αναγκάστηκαν να ξεριζωθούν και,συρόμενοι από το στρατό των εισβολέων, να μετοικήσουν οικογενειακώς στην Πρέσπα και βορειότερα. Όλοι οι άνδρες υποχρεώθηκαν να καταταγούν στον βουλγαρικό στρατό. Σύμφωνα με τον Κεδρηνό, αλλά και τον Σκυλίτση, ο Σαμουήλ άρπαξε και το
ιερό λείψανο του Αγίου Αχιλλίου, μεταφέροντάς το στη Μικρή Πρέσπα,στο ομώνυμο νησάκι του Αγίου Αχιλλίου, όπου ο Βούλγαρος ηγεμόνας ανήγειρε ναό προς τιμήν του αγίου,βρίσκοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ένα σύμβολο θρησκευτικότητας για το λαό του και (δήθεν) θείας επιστασίας
στο... μεγαλόπνοο έργο του. 
Εκτός των άλλων, ο Σαμουήλ βρήκε μεταξύ των αιχμαλώτων Λαρισαίων μια πανέμορφη κόρη την Έλα ή Ελένη και τη νυμφεύτηκε. Σύμφωνα με μερίδα ιστορικών μελετητών η Έλα ήταν ήδη
παντρεμένη με κάποιον αξιωματικό του βυζαντινού στρατού ονόματι Ρηγίνο. Όταν η κόρη αιχμαλωτίστηκε σε κάποια επιδρομή από Βουλγάρους, παραδόθηκε στο Σαμουήλ με τη διαβεβαίωση ότι ο σύζυγός της είχε φονευτεί σε μάχη. Αυτή εξαναγκάστηκε να παντρευτεί τον Σα-
μουήλ, αλλά αργότερα εμφανίστηκε στο προσκήνιο ο Ρηγίνος, ο οποίος κατόρθωσε να την απαγάγει από τα χέρια του. Όμως, για κακή της τύχη,αυτή πνίγηκε κατά τη δραματική καταδίωξη του ζεύγους από τους Βουλγάρους στα νερά ενός ορμητικού ποταμού (Βέβαια αυτή η εκδοχή είναι μάλλον μυθιστορηματικού χαρακτήρα). Από πολλούς ιστορικούς θεωρείται πιθανό ότι από την Έλα ο Σαμουήλ απέκτησε το διάδοχό του στον θρόνο Γαβριήλ-Ρωμανό ή Ροδόμηρο,που ανακηρύχθηκε τσάρος της Βουλγαρίας στις 15/9/1015.
Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ: Το 997 ο Βουλγαροκτόνος, έχοντας αντιμετωπίσει επιτυχώς τα εσωτερικά προβλήματα της αυτοκρατορίας, ανέθεσε στο στρατηγό Νικηφόρο Ουρανό να οργανώσει εκστρατεία στην Κεντρική Ελλάδα με σκοπό την εκδίωξη των Βουλγάρων,που έκαναν για δεύτερη φορά καταστροφική εισβολή στον ελλαδικό χώρο φτάνοντας τη φορά αυτή μέχρι την Αττική. Ο Νικηφόρος έφτασε στη Λάρισα, που είχε αρχίσει και πάλι να κατοικείται, αφήνοντας εκεί τις αποσκευές του στρατού του. Έπειτα κατευθύνθηκε εσπευσμένα στο Σπερχειό ποταμό, όπου, σε μια αποφασιστική μάχη, συνέτριψε το βουλγαρικό
στρατό φονεύοντας χιλιάδες στρατιώτες, ενώ ο ίδιος ο Σαμουήλ τραυματίστηκε σοβαρά. Για να καταλάβουμε το μέγεθος της βουλγαρικής καταστροφής, αρκεί να αναφέρουμε ότι είκοσι χρόνια μετά, όταν ο Βασίλειος Β' κατέβαινε στην Αθήνα για να προσκυνήσει το ναό της Θεοτόκου
στον Παρθενώνα, πέρασε από το πεδίο της μάχης του Σπερχειού και το βρήκε γεμάτο λευκασμένα οστά των εχθρών του. Το τελικό χτύπημα στην ηγεμονία του Σαμουήλ δόθηκε στη
μάχη στο Κλειδί το 1014, όταν ο στρατηγός Νικηφόρος Ξιφίας τον κατανίκησε διαλύοντας το στρατό και το κράτος του.

Τη μεθεπόμενη Κυριακή θα ασχοληθούμε με τα μνημεία της μεσοβυζαντινής εποχής στη Λάρισα και τον Άγιο Αχίλλιο.

* Ο Κων. Α. Οικονόμου είναι δά-
σκαλος στο 32ο Δ. Σχ. Λάρισας-
συγγραφέας
Konstantinosa.oikonomou@gmail.
com www.scribd.com/oikonomoukon
(1) Κων. Α. Οικονόμου, Η Λάρισα
και η Θεσσαλική

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2013

Ο ΜΥΘΙΚΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ

Ο Θησέας είναι ο κατεξοχήν ήρωας της Αθήνας, κατέχοντας την αντίστοιχη θέση στους Ίωνες που έχει ο Ηρακλής στους Δωριείς, μολονότι μια γενιά νεότερος. Μητέρα του είναι η Αίθρα, κόρη του βασιλιά της Τροιζήνας και πατέρας του ο Αιγέας, βασιλιάς των Αθηνών.
 
Ο Αιγέας μετά από δύο άγονους γάμους με τη Μήτα και τη Χαλκιόπη ζήτησε τη βοήθεια του Μαντείου των Δελφών, αναφορικά με το τι έπρεπε να κάνει. Το Μαντείο του έδωσε ένα άσχετο και ακαταλαβίστικο χρησμό: «Μην ανοίξεις το ασκί του κρασιού σου πριν φτάσεις στην Αθήνα». Ο Αιγέας, μη κατανοώντας το νόημα του χρησμού, ταξιδεύοντας πίσω στην Αθήνα πέρασε και από την Τροιζήνα, στην οποία βασίλευε ο σοφός Πιτθέας, με σκοπό να ζητήσει τη συμβουλή του.
 
Ο Πιτθέας κατάλαβε αμέσως το χρησμό (να μην μεθύσει πριν φτάσει στην Αθήνα), αλλά ήθελε πάση θυσία να τον ζευγαρώσει με την κόρη του, Αίθρα.
 
Έτσι, ο σοφός βασιλιάς διοργάνωσε μεγάλο συμπόσιο προς τιμήν του Αιγέα, στον οποίο προσέφερε μεγάλη ποσότητα κρασιού. Ο Αιγέας μέθυσε, με αποτέλεσμα να περάσει τη νύχτα με την Αίθρα. Το επόμενο πρωί, καταλαβαίνοντας τι είχε γίνει, ανακοίνωσε στην Αίθρα ότι θα έπρεπε να επιστρέψει μόνος στην Αθήνα και να μην μάθει κανείς ότι θα είχε απόγονο, γιατί οι Παλλαντίδες, οι 50 γιοι του αδελφού του, Πάλλαντα, διεκδικούσαν το θρόνο του.
 
 Επιπλέον, άφησε παρακαταθήκη στο γιο του το ξίφος του και τα σαντάλια του, τα οποία τοποθέτησε κάτω από μια μεγάλη πέτρα, δίνοντας οδηγίες στην Αίθρα να τον οδηγήσει στο μέρος αυτό όταν θα ήταν αρκετά δυνατός να σηκώσει την πέτρα, να αναλάβει και να πάει στην Αθήνα, σε αναζήτηση του πατέρα του.
 
Καρπός της ένωσής τους ήταν ο Θησέας, που μεγάλωσε στην Τροιζήνα, μαζί με τη μητέρα του και τον παππού του. Μεγαλώνοντας, έγινε ένας όμορφος και δυνατός νέος. 
 
Ένα από τα πρώτα του κατορθώματα ήταν να αρπάξει τον τρομερό ταύρο που είχε φέρει ο Ηρακλής από την Κρήτη: ο ταύρος, που βρισκόταν κοντά στο Μαραθώνα, προκαλούσε μεγάλη αναστάτωση στην περιοχή και έτσι ο Θησέας τον αιχμαλώτισε με αλυσίδες και τον προσέφερε θυσία στο Δελφίνιο Απόλλωνα. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Θησέας δεν δέχτηκε να του κόψουν όλα του τα μαλλιά, όπως συνηθιζόταν, αλλά μόνο τις μπούκλες γύρω από το μέτωπό του. Το κούρεμα αυτό έγινε αργότερα της μόδας, γνωστό ως «θησεία κόμη».
 
Λέγεται πως μια μέρα πριν ο Θησέας συλλάβει τον ταύρο έβρεχε βαριά και ζήτησε φιλοξενία σε ένα από τα σπίτια της περιοχής. Η γριά που τον φιλοξένησε ονομαζόταν Εκάλη και επειδή είχε πεθάνει λίγο μετά που έφυγε, όταν έγινε βασιλιάς στην Αθήνα έδωσε το όνομά της σε ένα χωριουδάκι της Αττικής, τη σημερινή Εκάλη, που είναι κτισμένα τα εξοχικά των πλούσιων Ελλήνων. Λίγο πριν, όταν ο Θησέας ήταν 7 ακόμη χρονών, επισκέφθηκε την Τροιζήνα ο Ηρακλής.
 
Ο Θησέας έπαιζε με άλλα παιδιά στα Προπύλαια, όταν φανερώθηκε ο Ηρακλής με την τρομερή του λεοντή από το δέρμα του λιονταριού της Νεμέας· ενώ όλα τα παιδιά σκορπίστηκαν από το φόβο τους, ο Θησέας, νομίζοντας - όπως και τα άλλα παιδιά - πως η λεοντή ήταν πραγματικό λιοντάρι, άρπαξε ένα τσεκούρι και όρμησε να το σκοτώσει, ξαφνιάζοντας τον Ηρακλή.
 
Όταν έγινε 16 χρονών, ο Θησέας οδηγήθηκε από τη μητέρα του στο χώρο που είχε αφήσει ο πατέρας του το ξίφος και τα σαντάλια του. Με ευκολία ανασήκωσε την πέτρα, ανάλαβε και, αφού του αποκαλύφθηκε η πατρότητά του, αποφάσισε να τραβήξει για την Αθήνα, σε αναζήτηση του Αιγέα. Μάταια ο Πιτθέας και η Αίθρα τον παρακαλούσαν να χρησιμοποιήσει τη θάλασσα: ο Θησέας ήθελε να πάει μέσω της στεριάς, που ήταν γεμάτη από ληστές και τέρατα, για να κατορθώσει τους νικήσει και να καθιερώσει το όνομά του σαν ήρωας, όπως ο Ηρακλής, που τόσο ζήλευε.
 
Έτσι και έγινε. Για τους άθλους και τις περιπέτειές του δείτε παρακάτω. Αποτέλεσμα όλων αυτών των κατορθωμάτων του Θησέα ήταν η φήμη του να προηγηθεί της άφιξής του στην Αθήνα. Την ίδια εποχή ο Αιγέας νυμφεύτηκε τη Μήδεια, μια μάγισσα που αναφέραμε σε προηγούμενό μας άρθρο, κόρη του βασιλιά Αιήτη της Κολχίδας. Η Μήδεια γνώριζε την ταυτότητα του Θησέα, την οποία όμως αγνοούσε ο Αιγέας. Έτσι, η Μήδεια τρομοκρατούσε τον Αιγέα αναφορικά με την άφιξη του Θησέα, λέγοντάς του ότι θα ερχόταν για να καταλάβει το βασίλειό του, αποφεύγοντας να του αποκαλύψει ότι ήταν ο ίδιος του ο γιος. Έτσι, τον έπεισε να σκοτώσει το Θησέα, όταν αυτός θα ερχόταν στην πόλη του. 
 
Ο Αιγέας υποδέχτηκε με τιμές το νέο, του οποίου η ρώμη και το κάλλος είχαν αποχτήσει ήδη μυθικές διαστάσεις και διοργάνωσε προς τιμήν του συμπόσιο, στο οποίο του προσέφερε ένα κύπελλο με δηλητήριο, στη θέση του κρασιού. Την ώρα που ο Θησέας σήκωσε το σπαθί του για να κόψει ένα κομμάτι από το θυσιασμένο ζώο, ο πατέρας του αναγνώρισε το ξίφος και, σχεδόν αμέσως, τα σαντάλια του.
 
Έτσι, δευτερόλεπτα πριν ο Θησέας αρχίσει να πίνει το δηλητήριο, όρμησε πάνω του, άρπαξε το κύπελλο από τα χέρια του, έχυσε το περιεχόμενό του σε μια γλάστρα και του εξήγησε ότι ήταν ο πατέρας του. Ύστερα, θέλοντας να τιμωρήσει τη Μήδεια, που τον είχε ξεγελάσει, την εξόρισε στην πατρίδα της και κάλεσε το λαό των Αθηνών να υποδεχτεί τον ρωμαλέο νέο. Το γεγονός αυτό θορύβησε τους γιους του Πάλλαντα, που χωρίστηκαν σε δύο ομάδες (μια πήγε στην Αθήνα φανερά και μια κρυφά), με σκοπό να δολοφονήσουν το Θησέα.
 
Ο Θησέας είχε πληροφορηθεί για τις κινήσεις τους και ξαφνιάζοντας τους υπό κάλυψη εξαδέλφους του τους σκότωσε, ενώ οι υπόλοιποι τράπηκαν σε φυγή και διέφυγαν. Στη δίκη που επακολούθησε, ο Θησέας αθωώθηκε λόγω του κείμενου δικαίου.
Λέγεται μάλιστα πως για πρώτη φορά κάποιος που σκότωσε συγγενείς και δικάστηκε αθωώθηκε.
 
 
Οι άθλοι του Θησέα 
Όπως αναφέραμε παραπάνω, ο Θησέας επέλεξε να πάρει το δρόμο της στεριάς για να φτάσει στην Αθήνα, παρά τις προτροπές του Πιτθέα και της Αίθρας, καθώς η στεριά ήταν γεμάτη από τέρατα και ληστές. Και πράγματι, ο Θησέας αντιμετώπισε επιτυχώς τόσες πολλές προκλήσεις, που δίκαια θα λέγαμε ότι κατέχει αντίστοιχη θέση με τον Ηρακλή, που τόσο ζήλευε. Σε αυτό το μέρος του άρθρου, θα δούμε τους άθλους που επιτέλεσε ο Θησέας στη διαδρομή του από την Τροιζήνα προς την Αθήνα.
Ο πρώτος ληστής που αντιμετώπισε ήταν ο Περιφήτης, γιος του Ήφαιστου, που δρούσε στο βουνό Αραχναίο, κοντά στην Επίδαυρο. Έστηνε καρτέρι στους περαστικούς και τους σκότωνε με ένα μεγάλο μεταλλικό ρόπαλο, γι’ αυτό ονομαζόταν και Κορυνήτης, από την «κορύνη», που στα Αρχαία Ελληνικά σήμαινε «ρόπαλο». Ο Θησέας πάλεψε μαζί του, τον νίκησε, τον σκότωσε και κράτησε το ρόπαλο για τον εαυτό του.
Αμέσως μετά οι Κενχρεαί, κοντά στον Ισθμό, ήταν η πατρίδα του Σίνη του Πιτυοκάμπτη (πευκο-τανάλιας). Όπως λέει και το όνομά του, ο γιος του Ποσειδώνα σκότωνε τους περαστικούς με τον εξής σκληρό τρόπο: Κατέβαζε κάτω δύο παράλληλους γειτονικούς πεύκους, στους οποίους έδενε τους περαστικούς. Μόλις τους έδενε σφικτά, άφηνε τα πευκόδεντρα να επιστρέψουν στην αρχική οριζόντιά τους θέση, με αποτέλεσμα να τεντώνουν βίαια και να διαμελίζουν το άτυχο θύμα από τη μέση. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο ο Θησέας σκότωσε τον άκαρδο ληστή.
 
Αφού πέρασε από την Κόρινθο, έφτασε στον Κρομμύωνα, στην περιοχή που σήμερα βρίσκεται ο οικισμός των Αγίων Θεοδώρων, όπου με ακόντια και ξίφη σκότωσε μια αγριογουρούνα, τη Φαιά, κόρη του Τυφώνα και της Έχιδνας, που προκαλούσε φοβερές ζημιές στην περιοχή. Η Φαιά ήταν μητέρα του Καλυδώνιου και του Ερυμάνθιου κάπρου.
Την επόμενή του στάση - και, ίσως, την πιο επικίνδυνη - την έκανε στις «Σκιρωνίδες Πέτρες», εκεί που βρίσκεται σήμερα η Κακιά Σκάλα, κοντά στα Μέγαρα. Εκεί, τον δρόμο αποτελούσε ένα θεόστενο μονοπατάκι, κατασκευασμένο ίσα να χωρεί μόνο ένα ταξιδιώτη. Τέλος πάντων, από την μια πλευρά υπήρχαν οι ορμητικές κλίσεις των βουνών, ενώ από την άλλη υπήρχε μια άγονη και αφιλόξενη παραλία.
 
Τα βουνά κυριαρχούσε ο Σκίρωνας, γιος του Κορίνθου και εγγονός του Πέλοπα, που υποχρέωνε τους περαστικούς να σκύψουν να του πλύνουν τα πόδια. Μόλις κόντευαν να τελειώσουν, τους έδινε μια κλωτσιά και έπεφταν στην παραλία, την οποία κυρίευε μια τεράστια σαρκοφάγα χελώνα, που καταβρόχθιζε με μανία τους περαστικούς που της έριχνε ο Σκίρωνας. Ο Θησέας πλήρωσε το Σκίρωνα με το ίδιο νόμισμα, ενώ αργότερα κατέβηκε στην παραλία και σκότωσε τη χελώνα. Το καβούκι της το έκανε ασπίδα.
Στην Ελευσίνα, ο Θησέας κατόρθωσε να νικήσει τον Κερκύονα, γιο του Ποσειδώνα και άριστο πυγμάχο, ο οποίος προκαλούσε τους διαβάτες σε μάχη μέχρι θανάτου (mortal combat που λέμε). Ο Θησέας τον σήκωσε ψηλά και τον προσεδάφισε με τόση δύναμη, που σκοτώθηκε από τη σύγκρουση. 
 
Τέλος, η τελευταία πρόκληση για το Θησέα στο δρόμο του ήταν η συνάντησή του με το ληστή Προκρούστη, επίσης γιο του Ποσειδώνα. Ο Προκρούστης είχε τη βάση του στην Ιερά Οδό, εκεί που βρίσκεται σήμερα το Δαφνί στον Κάτω Κηφισό, ενώ, όπως και άλλοι ληστές, είχε και διάφορα ψευδώνυμα, όπως Δαμάστης ή Πολυπήμονας. Προσφερόταν να παράσχει φιλοξενία στους περαστικούς, αλλά τους υποχρέωνε να ξαπλώσουν σε ειδικό κρεβάτι που είχε: τους ψηλούς τους έβαζε σε ένα μικρό κρεβάτι, ενώ τους κοντούς σε ένα μεγάλο. Από τους μεν ψηλούς έκοβε το εξέχον άκρο, τους δε κοντούς τους υπέβαλλε στην πιο κάτω δοκιμασία: τους έδενε με λουριά και τους τέντωνε μέχρι να φτάσουν το απαιτούμενο μήκος. Και στις δύο περιπτώσεις, αφού ολοκλήρωνε τα βασανιστήριά του, τους σκότωνε και καρπούταν τα τιμαλφή τους.Ο Θησέας δεν υπέστη τη δοκιμασία και σκότωσε τον Προκρούστη με τον ίδιο τρόπο που σκότωνε τα θύματά του. (φώτο:Ο Θησέας σκοτώνει τον Προκρούστη-Αττικό αγγειο 380 π.Χ.)
 
Μετά από όλες αυτές τις δοκιμασίες έφτασε στην Αθήνα, για να συναντήσει τον πατέρα του μέσα από διάφορες δυσκολίες. Η φήμη του και το κάλλος του έγιναν τόσο μεγάλες, που απέκτησαν μυθικές διαστάσεις...
 
 
ellinikoarxeio.com
 
Τμήμα ειδήσεων defencenet.gr

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013


Μεσαιωνική Θεσσαλία
* Από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου

Η σλαβική εισβολή

Κοιτίδα των Σλάβων ήταν η νότια Πολωνία και η Λευκορωσία. Πιεζόμενοι από άλλους λαούς κατέληξαν στην Παννονία (Ουγγαρία). Από εκεί οι Σλάβοι εισέβαλλαν συχνά ως σύμμαχοι των Ονογούρων, λεηλατώντας την ύπαιθρο. Στη συνέχεια επέστρεφαν στις εστίες τους. Αργότερα, οι επιδρομές τους άλλαξαν χαρακτήρα. Τώρα πλέον είχαν μαζί τους και γυναικόπαιδα, διότι επεδίωκαν να μετοικήσουν στο εσωτερικό του βυζαντινού κράτους. 
Η χρονιά σταθμός της μεγαλύτερης εισβολής Σλάβων ήταν το 577, χρονιά κατά την οποία οι εισβολείς κατέστρεψαν διάφορες περιοχές και της Θεσσαλίας. [Άλλη μια ιστορική επιβεβαίωση
για τους προγόνους των σημερινών Σκοπιανών. Εμφανίστηκαν στη Βαλκανική μεταξύ 6ου και 7ου αι.μ.Χ. και διεκδικούν συνέχεια με το ελληνικό φύλο των Μακεδόνων που εμφανίστηκε 1500 περίπου χρόνια πιο πριν (8ος αι. π.Χ.)!] Ακόμη, μεγάλες ομάδες απ’αυτούς κατέληξαν στην Πελοπόννησο όπου και δημιούργησαν φυλετικούς θύλακες στο εσωτερικό της.
Στις καταστροφές που προξένησαν στα μέρη που κατέκτησαν αναφέρονται πολλοί ιστορικοί της εποχής(1).Όμως οι «παροικίες» αυτές των Σλάβων δεν άντεξαν στο χρόνο διότι ο διοικητής του Ιλλυρικού Ιωάννης με τη βοήθεια Αβάρων, αντιμετώπισε τους παρείσακτους. Έτσι στρατός 60.000 Αβάρων με αρχηγό το Χάνο Βαϊανό εισέβαλε στις πρώιμες «Σκλαβηνίες» (όπως ονομάζονταν οι ημιαυτόνομες περιοχές που κατείχαν οι Σλάβοι) και εκδίωξαν τους Σλάβους προς Βορράν. Αδύναμοι να αντιμετωπίσουν τους Αβάρους,πολλές σλαβικές ομάδες επανήλθαν στην παλιά τους κοιτίδα, βορείως του Ίστρου (Δούναβη). Τα επόμενα χρόνια παρατηρούνται από κοινού επιδρομές Σλάβων και Αβάρων κατά της αυτοκρατορίας. 
Έτσι, για παράδειγμα, το 584 και το 586 πολιόρκησαν, χωρίς αποτέλεσμα, τη Θεσσαλονίκη. Τα σλαβικά φύλα, βλέποντας ότι δεν υπήρχε στον ευρωπαϊκό χώρο σοβαρή βυζαντινή στρατιωτική παρουσία, δεν αρκέστηκαν στις λεηλασίες αλλά εγκαταστάθηκαν σε εδάφη της αυτοκρατορίας καταλαμβάνοντας μόνιμα πολλές περιοχές της στα νότια του Δούναβη, δηλαδή περιοχές της ση-
μερινής Κροατίας, Σερβίας, Κοσσυφοπεδίου, Δαρδανίας (Β. Μακεδονίας), κ.α. Μικρότερες ομάδες Σλάβων κατέβηκαν νοτιότερα στον ελλαδικό χώρο και δημιούργησαν τις  προαναφερθείσες «Σκλαβηνίες» σε αραιοκατοικημένες περιοχές της υπαίθρου(2), οι οποίες
θεωρούνταν σλαβικοί θύλακες μέχρι το τέλος του 9ου αιώνα. Τέτοιες ομάδες ήταν οι Εζερίτες και οι Μηλιγγοί του Ταϋγέτου καθώς και διάφορες άλλες σε Ηλεία,Κορινθία και Μεσσηνία. 
 Στη Θεσσαλία γνωστή ομάδα ήταν οι Βελεγιζήτες(3) που κατοικούσαν στην περιοχή των Φερών. Σ’ αυτούς οφείλεται και η ονομασία της κωμόπολης Βελεστίνο (Βελεχατούια 10ος αι.). Γνω-
στότερος ηγέτης των Θεσσαλών Σλάβων ήταν ο Ακάμηρος (Akamir)(4). Φαίνεται όμως, βάσει των τοπωνυμίων, ότι Σλάβοι κατοίκησαν επίσης στα ανατολικά της Λάρισας (Όσσα), σε ημιορεινές περιοχές των Τρικάλων και στον Ανατολικό Όλυμπο (Πιερίας). Έτσι πλήθος τοπωνυμίων έχουν περάσει στη γλώσσα μας από εκείνη τη μακρινή εποχή και τη σλαβική (και τη βουλγαρική, το 10ο αιώνα) γλώσσα: Κίσσαβος (kisa = βροχή, Κίσσαβος = βροχερός, Όσσα), Βερλίκι (Δερματάς),Βελίκα (velik= μεγάλος), Βοϊβόνδα <σλαβ. voivoda =στρατηγός (Βασιλική Τρικάλων), Κάπιστα (kapija =πύλη, είσοδος, Σωτηρίτσα), Κουκουράβα <kukuruzina=καλαμιά, (Αμυγδαλή), Σελίτσανη (Ανατολή), Νιβόλιανη,ίσως: nivelisanje=ισοπέδωση (Μεγαλόβρυσο), Ρέτσιανη (Μεταξοχώρι), Πλαβίτσα (plavan= πλημμυρισμένος,Πλασιά), Βελεστίνο, (από το Βελεχατούια), Βόργιανη (Αχλαδοχώρι), Βελέσνικο (Αετοράχη), Γαρδίκι (= σλαβ.κάστρο), Γορίτσα (Αγ. Ανάργυροι Φαναρίου και τοπωνύμιο του Βόλου), Γρούβιανη (κοντά στην Ποταμιά
Αγιάς), Γροχοβό (κοντά στο Φανάρι), Ντρίσκολη (Κρήνη Φαρσάλων), Δρόγγος (το βουνό της Μακρυνίτσας),Ζαβλάντια <zavladiciti= χειροτονώ, (Παλιόπυργος Τρικάλων), Αβαρνίτσα (πάνω από την Παλαιά Σκοτίνα Πιερίας), Ζαγορά (zagorje= περιοχή πέρα από τα βουνά), Ζάρκος < zarko = φλογερά, καυτερά), Κάπουρνα (Γλαφυρές Βόλου), Κλινοβίστα (Κλεινός Τρικάλων),
Κόζιακας, Κόρμποβο (Λαγκαδιά Τρικάλων), Κούρσεβο5 (Ελληνόκαστρο Τρικάλων), Γράλιστα (Ελληνόπυργος),Σμόκοβο(6), Λιμπόχοβο (Παναγιά Καλαμπάκας), Λαψίστα (Γόμφοι), Λεβάχοι, Μίντζιανη (Αγναντερό Καρδίτσας), Οροχοβιάνα (περιοχή Καλαμπάκας), Πουλιάνα
(α)πουλιάνα= (βουλγ.) χέρσος τόπος), Πρεβέντα (Preventivan=προφυλαγμένος, Διάβα Καλαμπάκας), Ραδοβίσδι (σύνορα Άρτας- Τρικάλων), Ριζάβα (Ριζοβούνι Καρδίτσας), Σλάταινα (Ρίζωμα Καλαμπάκας), Σλοντοβό (δυτικά των Τρικάλων), Σμόλια (smola=ρητίνη, Αγριελιά
Καλαμπάκας), Στάριτσα (starica= γερόντισσα, Τσαριτσάνη), Τέρναβος (ή Μελούνα, όρος δίπλα στον Τύρναβο), Τζηρίτζοβο ή Τζερνίτσοβο (κοντά στο Μεγαλοχώρι Τρικάλων),Τραμπουχούνιστα και αργότερα Μπουχούνιστα, (το πρώτο συνθετικό του τοπωνυμίου ίσως από: trabunjianje= φλυαρία, Μεγαλοχώρι Τρικάλων), κ.α.
Αν σκεφτούμε ότι στην Πελοπόννησο και στη Δυτική Μακεδονία υπάρχουν πολύ περισσότερα τοπωνύμια σλαβικής προέλευσης, τι μπορούμε να συμπεράνουμε;
Ότι δικαιώνεται ο Φαλμεράιερ, που ισχυρίστηκε ότι «στο αίμα των σύγχρονων Ελλήνων δεν κυλάει ούτε σταγόνα αρχαίου ελληνικού αίματος»; Μα και βέβαια όχι. Γιατί αν η καταγωγή των κατοίκων μιας περιοχής φαίνεται από τα τοπωνύμια, τότε, για παράδειγμα, οι
κάτοικοι της σημερινής Τουρκίας είναι... Έλληνες (ISMIR< εις την Σμύρνην, ISNIK< εις Νίκαιαν, SAMSUN< Σαμψούντα, SINOP <Σινώπη, KALIPOL <Καλλίπολη, ANKARA<Άγκυρα, κ.α.)! Ή από την άλλη ότι οι κάτοικοι της σημερινής πεδινής Θεσσαλίας είναι... Τούρκοι (Μπαϊσλάρι, Καζακλάρι, Νεμπεγλέρι, Καραντάου, κ.α.)!
Εύκολα λοιπόν μπορούμε να καταλάβουμε το αβάσιμο των ισχυρισμών του Φαλμεράιερ. Όμως, στο ερώτημα:τι απέγιναν οι Σλάβοι των «Σκλαβηνιών»; Η απάντηση είναι πως, αν εξαιρέσουμε τους Εζερίτες του Βορείου Ταϋγέτου, που η ύπαρξή τους σημειώνεται ως τα τέλη του 11ου αιώνα, οι υπόλοιποι, μέσα σε διάστημα δύο,τριών αιώνων, συγχωνεύτηκαν πλήρως με το ντόπιο ελληνικό στοιχείο και εξελληνίστηκαν. Αν, σύμφωνα με τους οπαδούς της θεωρίας του Φαλμεράιερ, δεν υπήρχαν τον 6ο, 7ο και 8ο αιώνα καθόλου Έλληνες στην Πελοπόννησο και αλλού, τότε πώς πραγματοποιήθηκε ο εξελληνισμός τους; Ας δούμε τώρα τους βασικούς ρυθμιστές αυτής της φυλετικής μεταλλαγής.
Πρώτος παράγοντας ήταν η ελληνική γλώσσα που βρήκε εύφορο έδαφος διάδοσης μιας και η Σλάβοι δεν είχαν τότε γραπτή γλώσσα. Δεύτερος, όχι ιεραρχικά,ρυθμιστής ήταν η Ορθόδοξη Εκκλησία, που έφερε σύντομα το μήνυμα του Ευαγγελίου στους βάρβαρους παγανιστές αγρότες και νομάδες κτηνοτρόφους του Βορρά, είτε αυτοί βρίσκονταν στο εσωτερικό της αυτο-
κρατορίας (Σκλαβηνίες), είτε εκτός συνόρων (Κύριλλος-Μεθόδιος στη Μοραβία, και αλλού).
 Και ενώ αυτό αποδεικνύεται ιστορικά, είναι να απορεί κανείς με τους σύγχρονους «ιστορικούς» της προπαγάνδας και τους «συγγραφείς» της νέας τάξης που προσπαθούν με κάθε τρόπο να διαστρέψουν το ρόλο της Ορθοδοξίας ή να εξοβελίσουν κάθε συμμετοχή αυτής στη διαμόρφωση
του Νέου Ελληνισμού, με σκοπό, προφανώς, να προλειάνουν το έδαφος για μια παγκόσμια κοινωνία-συνονθύλευμα εθνών, χωρίς διακριτά πολιτισμικά χαρακτηριστικά.
Στο επόμενο άρθρο μας, τη μεθεπόμενη Κυριακή,θα ασχοληθούμε με το λεγόμενο «σκοτεινό» 8ο αιώνα και τα γεγονότα που αφορούν στη Θεσσαλία.

*Ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου είναι δάσκαλος
στο 32ο Δ. Σχ. Λάρισας- συγγραφέας
Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

(1) Ιωάννης Εφέσου, Εκκλησιαστική Ιστορία, β΄6,25 , Μένανδρος σ. 331-334, εκδ. Βόννης.
(2) Άλλωστε από κανέναν ιστορικό της εποχής δεν αναφέρεται κάποια κατάληψη πόλης ή κάστρου στη Θεσσαλία ή την υπόλοιπη Ελλάδα.
(3) Ο βυζαντινός στρατός ανέλαβε δράση εναντίον τους το θέρος του 599.
(4)Kων. A. Οικονόμου, Η Λάρισα και η θεσσαλική Ιστορία, Γ΄ τόμος, Λάρισα, 2008.
(5) Συνηθισμένες καταλήξεις της Σλαβικής Γλώσσας είναι: -έβο, -άβο, -ιανη, -βίστα, -ιανα, κ.α.
(6) Το Σμόκοβο, σύμφωνα με την Α. Αβραμέα σημαίνει στα σλαβικά «Δρακότοπος», όμως στη Σλαβική smokovina είναι συκεώνας, τόπος με συκιές.

Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2013

«Ο Κήπος των Αλευαδών»
Γράφει ο Στέφανος Μιστάρας
Φυσικός - Ιστορικός Μελετητής

Αυτό τον καιρό κατασκευάζεται στο χώρο της Στρατιάς που παραχωρήθηκε στο Δήμο
Λαρισαίων, ένας πολυθεματικός κήπος (60) στρεμμάτων για ποικίλες εκδηλώσεις.
Με το πέρας των εργασιών, που προβλέπεται να τελειώσουν πολύ σύντομα οι κάτοικοι αυτής της πόλης και ιδιαίτερα η νεολαία που σήμερα γεμίζει ασφυκτικά τις καφετέριες, θα μπορεί να απελευθερώνεται πνευματικά και σωματικά και να εκδηλώνει ποικιλοτρόπως όλες τις δυναμικές συνιστώσεις της.
Η Λάρισας πρέπει να είναι η μοναδική ελληνική πόλη που διαθέτει τόσους ελεύθερους χώρους που οι κατά καιρούς δημοτικές αρχές τους έχουν διαμορφώσει σε ωραιότατες πλατείες που χαρίζουν ευχαρίστηση και μεγάλη απόλαυση στους καταπιεσμένους κατοίκους της.
Επειδή τέθηκε το ερώτημα για την ονομασία αυτού του τεράστιου χώρου που να αναδεικνύει και την ιστορία του όπως έχει καταγραφεί στις λαμπρές σελίδες του πολιτισμού της,κάνω μια πρόταση να συζητηθεί και αυτή αρμοδίως «Ο Κήπος των Αλευαδών».
Και για να τεκμηριώσω αυτήν την πρόταση θα παραθέσω εν συντομία την ιστορική παρουσία
των Αλευαδών στη πόλη μας που οφείλει πολλά σ’ αυτούς ίσως και το όλον.
Η Θεσσαλία υπήρξε από τα αρχαιότερα ελληνικά διαμερίσματα που οργανώθηκε σε ομοσπονδίες.
Η τεράστια και πλουσιότατη πεδιάδα της, επέβαλλε την ομοσπονδιακή ενότητα «Το Κοινόν
Θεσσαλών».
Τα όργανα της ομοσπονδίας που είχαν πρωτεύουσα τη Λάρισα ήταν δύο:
α) Η συνέλευση των επιφανών θεσσαλικών πόλεων που γίνονταν στο μεγάλο καλ-
λιμάρμαρο Θέατρο της Λάρισας και
β) Ο Ταγός της Θεσσαλίας με αρμοδιότητες: Να διατάξει γενική επιστράτευση, ήταν αρχιστράτηγος και διαχειρίζονταν τα χρήματα του Κοινού των Θεσσαλών.
Ηταν για τους περιοίκους η ανώτατη αρχή και όπως αναφέρει ο Ξενοφών: «Όταν η Θεσσαλία τα-
γεύεται, πάντα τα κύκλω έθνη υπήκοά εστίν».
Το 518 π.Χ. την ταγείαν είχαν οι Σκοπάδες του Κραννώνα με τον Κρέοντα. Το έτος αυτό έγινε με-
γάλος σεισμός με αποτέλεσμα να καταστραφεί το ανάκτορο των Σκοπάδων και να σκοτωθούν ο ταγός Κρέων και όλοι οι εντός του ανακτόρου, εκτός από τον φιλοξενούμενο ποιητή Σιμωνίδη.
Οι Θεσσαλοί ζητούν από την Πυθία χρησμόν «ποιόν να εκλέξουν ταγόν. Η απάντηση ήταν «Αλεύαν τον Πυρρόν». Οι Θεσσαλοί έθεσαν πάλι το ερώτημα,αλλά η Πυθία ήταν ανένδοτη και απαντά:«Τον πυρρόν τοι φημί, τον Αρχεδίκη τέκε καίδα».
Ο δεύτερος χρησμός επικύρωσε την εκλογή τον Αλεύρα ως ταγόν της Θεσσαλίας.
Ο Πλούταρχος λέγει για τον Αλεύα:
«Ο Αλεύας υποδειχθείς δια της θελήσεως του Θεού, βασιλεύς, αυτός τε πολύ πάντων επράτευε των προ αυτού και τε έθνος εις δόξαν μεγάλην ήγαγε και δύναμιν».
Ο Αλεύας, εκτός από ιδρυτής μιας δυναστείας,ήταν μέγας πολιτικός άνδρας, αφού συνδύαζε το
στρατιωτικό δαιμόνιο με την πολιτική ιδιοφυΐα.Αυτός πρώτος διείδε την σπουδαιότητα που θα
είχε η Θεσσαλία στην αμφικτυονία των Δελφών αφού χάραξε για πρώτη φορά προγράμματα πανελληνίου ηγεμονίας με κέντρο τους Δελφούς.
Πάντοτε πρόεδρος της Αμφικτυονίας των Δελφών ήταν Θεσσαλός και μάλιστα ο Αλεύας στις αρχές του πέμπτου αιώνα με την δύναμη της Σπάρτης.Ο θάνατος όμως του Αλεύα εμπόδισε την πραγματοποίηση του σχεδίου για ηγεμονία της Ελλάδος.Πεθαίνοντας ο Αλεύας, άφησε το θεσσαλικό κράτος με πανελλήνιο γόητρο και όρια τα σύνορα της Βοιωτίας. Οι Αλευάδες υπήρξαν η ισχυρότερη, επισημότερη και πλουσιότερη οικογένεια εξ όλων των Θεσσαλικών πόλεων.
Βασιλείς αποκαλεί αυτούς ο Ηρόδοτος και είχε δίκαιο αφού βασιλική ήταν η λάμψη και ο πλούτος που κυριαρχούσε στην αυλή τους. Μεγάλος ήταν ο αριθμός των νικηφόρων αγώνων με τους φημισμένους ίππους, έμβλειμα της πόλης. Με την ηγεσία των Αλευαδών οργανώθηκε η Θεσσαλία στρατιωτικώς και πολιτικώς κατ’ άριστον τρόπον που κράτησε πέραν των δύο
αιώνων.
Με την πλειοψηφία που διέθεταν στους Δελφούς ανακήρυξαν τον Φιλίππο Β’ ταγόν της Θεσσαλίας και του έδωσαν την πολιτική αναγνώριση του Αμφικτυονικού συνεδρίου. Μετά την δολοφονία του Φιλίππου το 336 π.Χ. οι Αλευάδες στη συνέλευση των ευγενών της Θεσσαλίας, ανακήρυξαν τον υιόν του Αλέξανδρον - βασιλέα της Μακεδονίας - ταγόν της Θεσσαλίας.
Η Θεσσαλία έμεινε πιστή και στον Αλέξανδρον.Χίλοι πεντακόσιοι Θεσσαλικοί ιππείς, ακολούθησαν τον Μακεδόνα στρατηλάτη στη μεγάλη εκστρατεία της Ασίας. Αρχηγός των Θεσσαλικών ιππέων ήταν ο Αλευάδης Μήδιος.
Υπήρξε το Θεσσαλικόν ιππικόν το στήριγμα της αριστερής πτέρυγας του Αλεξάνδρου, που σε κρίσιμες στιγμές των μαχών - Γρανικόν ποταμόν, Ισσου,Γαυγάμηλα - έδωσε την τελική νίκη υπέρ των Ελλήνων.
Οι Θεσσαλικοί ιππείς με αρχηγό τον Αλευάδη Μήδιο δεν εγκατέλειψαν τον Μ. Αλέξανδρο που είχε αποφασίσει να προχωρήσει στα ενδότερα της Ασίας και έμειναν στη μεγαλειώδη αυτή εκστρατεία και μετά τον θάνατό του. Εμειναν πιστοί στις συμμαχικές τους υποχρεώσεις και τιμήθηκαν ιδιαιτέρως για αυτή την συνεισφορά τους.
Αξίζει συνεπώς και η πόλη των Λαρισαίων να τους τιμήσει αναλόγως, χαρίζοντας το όνομά τους στο μεγαλοπρεπές θεματικό πάρκο που δημιουργείται στις εκτάσεις της Νεάπολης.

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

1η Οκτωβρίου 331 πΧ: Η μάχη του Μ. αλεξάνδρου στα Γαυγάμηλα



Όταν πληροφορήθηκε ο Δαρείος ότι ο Αλέξανδρος πέρρασε τον Τίγρη αφού άφησε τα σκεύη και το θησαυρό του Άρβηλα οδήγησε το στρατό του στα Γαυγάμηλα 30 μίλια δυτικά,περιοχή κατάλληλη για μάχη γιατί είχε ομαλό έδαφος.Εδώ παρέταξε ,στην πιό μακρυνή αριστερή πτέρυγα, τους Βακτριους με αρχηγό το σατράπη της Βακτριανής Βήσσο, κοντά τους τους Δάες και τους Αραχωτούς με αρχηγό τον Βερσαέντη,δίπλα τους τους,τους κυρίως Πέρσες ιππείς και πέζους,τους Σουσίους με τον Οξάρτη και τους Καδούσιους.
Στην πιό μακρινή δεξιά πτέρυγα παρατάχθηκαν τα στρατεύματα από την Συρία με τον Μαζαίο και αμέσως μετά οι Μήδοι με τον Ατροπάτη, έπειτα οι Παρθυαίοι,οι Σάκες,οι Τάπουροι και οι Υρκάνιοι πυ ήταν όλοι ιππείς με τον Φραταφέρνη και τελευταίοι οι Αλβανοί του Καυκάσου με τους Σακεσίνες. Ο ίδιος ο Δάρειος παρατάχθηκε στο κέντρο μαζί με έφιππους Πέρσες σωματοφύλακες,που ονομάζονταν και μηλοφόροι ,λόγω του χρυσού μήλου που έφεραν στις λόγχες τους,τους Μάρδους που ήταν άριστοι τοξότες και τέλος τους Έλληνες μισθοφόρους αγνώστου αριθμού.



Πίσω από αυτά τα τάγματα ήταν τοποθετημένα σώματα των Βαβυλωνίων και Ουξίων αγνωστού επίσης αριθμού.Ανάμεσα στο μέτωπο και την εμπροσθοφυλακή τοποθετήθηκαν δρεπανηφόρα οχήματα ,μπροστά από τα οποία προπορευόταν ορισμένα ιππικά σώματα, στα αριστερά οι Σκύθες και Βακτριανοί με 100 άρματα,δεξιά οι Αρμένιοι και Καππαδόκες με 50 άρματα και τα υπόλοιπα 50 άρματα τοποθετήθηκαν στο κέντρο.Αυτή η παράταξη αναφέρεται από τον Αρριανό σύμφωνα με μαρτυρία του Αριστοβούλου που λέει ότι την αντέγραψε από το επίσημο σχέδιο που βρέθηκε στα έγγραφα του περσικού επιτελείου μετά τη μάχη.

Ο Αλέξανδρος περνώντας τον Τίγρη ,αφού ξεκούρασε για τέσσερις ημέρες το στρατό του, βάδισε ανάμεσα από μερικούς λόφους που τον χώριζαν από τον εχθρό με σκοπό να επιτεθεί.
Ανεβαίνοντας όμως στα υψώματα είδε ότι ο εχθρικός στρατός ήταν ακόμη μακριά και προτίμησε να ακούσει τη συμβουλή του Παρμενίωνα να μην επιτεθεί πρίν κάνουν αναγνώριση του χώρου που βρισκόνταν μπροστά τους.Ο Αλέξανδρος αν και συνήθως δεν άκουγε την γνώμη των στρατηγών του, σε αυτή την περίπτωση άκουσε και αφού έστησε στρατόπεδο σε εκείνο το σημείο ,διέταξε τους εταίρους ιππείς να κατασκοπεύσουν το χώρο.

Ο Παρμενίωνας και άλλοι τον συμβούλεψαν επίσης να επιτεθεί την νύχτα αλλά ο Αλέξανδρος απέρριψε αυτή την γνώμη λέγοντας ότι είναι αισχρό να κλέψει τη νίκη ενώ μπορεί να νικήσει χωρίς τεχνάσματα το Δαρείο.

Το 331 π.Χ το ξημέρωμα παρέταξε σε δυο τάξεις το στρατό του που αποτελείτο από 40.000 πεζούς και 7.000 ιππείς.Στην πρώτη τάξη που αποτελούσε και το μέτωπο από δεξιά προς τα αριστερά παρατάχθηκαν 8 'ιλες εταίρων με στρατηγό το Φιλώτα .Κοντά τους παρατάχθηκε το τμήμα των υπασπιστών με το Νικάνορα και μετά από αυτούς ,η φάλαγγα σε 6 τμήματα με αρχηγούς τους Κοίνο,Περδίκκα Μελέαγρο,Πολυσπέρχοντα,Σιμμία και Κρατερό.Στα αριστερά της φάλαγγας περατάψθηκε το ελληνικό ιππικό αποτελούμενο από Λοκριοίς,Φωκείς,Φθιώτες,Μαλιείς και Πελοποννήσιους ενώ στα άκρα αριστερά τοποθετήθηκαν οι θεσσαλοί ιππείς με το Φίλιππο.

Ο Αλέξανδρος ανέλαβε την αρχηγία της δεξιάς πτέρυγας και ο Παρμενίωνας της αριστερής. Πίσω από το κυρίως μέτωπο τοποθετήθηκαν η 2η ταξη σαν επιφυλακή με σκοπό να αντιταχθεί σε τυχόν επιθέσεις από τα πλάγια η από πίσω.Εδώ ο Αλέξανδρος παρέταξε τους σαρισσοφόρους ,τους Παίονες,τους μισούς Αγριάνες,τους Μακεδόνες τοξότες και τους αρχαίους ,δηλαδή όλους τους βετεράνους στρατιώυες με αρχηγό τον Κλέαρχο,ενώ αριστερά τοποθετήθηκε το συμμαχικό ιππικό.



Μπροστά όμως από όλους, και το κυρίως μέτωπο,ήταν παραταγμένοι οι Έλληνες ιππείς με αρχηγό το Μένιδα και τον Ανδρόμαχο και ακόμη ένα τμήμα σαρισσοφόρων με το Βάλακρο και οι υπόλοιποιΑγριάνες ακοντιστές και μερικοί τοξότες.Στους πεζούς Θράκες αν ατέθηκε η φύλαξη του στρατοπέδου. Ο Αλέξανδρος επείδη πληροφορήθηκε από λιποτάκτη ότι στο χώρο ανάμεσα στα αντίπαλα στρατόπεδα οι Πέρσες είχαν τοποθετήσει σιδερένιες κόψεις για να εμποδίσουν το μακεδονικό ιππικό,βάδισε με προσοχή αποφεύγοντας τα εμπόδια και οδηγώντας τη βασιλική ίλη στα άκρα δεξιά.

Αφού πλησίασε τον εχθρό είδε ότι βρισκόταν απέναντι από τον ίδιο το Δαρείο και το αριστερό περσικό άκρο,δηλαδή τους Πέρσες σωματοφύλακες,Ινδούς, Αλβανούς και Κάρες,συνέχισε όμως να στρέφεται δεξιά. Ο Δαρείος για να εμποδίσει αυτή την κίνηση άρχισε να στρέφεται και αυτός προς τα αριστερά.Επειδή όμως ο Αλέξανδρος με αυτή την πορεία είχε ποσπεράσει το έδαφος που είχε ισοπεδώσει ο Δαρείος για την έφοδο των αρμάτων, νόμισε αναγκαίο να αναχαίτησει κέθε κίνηση προς αυτό το σημείο και για αυτό διέταξε 1.000 Βάκτριους ιππείς και τους Σκύθες να κυκλώσουν τους Μακεδόνες και να χτυπήσουν από τα πλάγια.Ο Αλέξανδρος βλέποντας τον κίνδυνο έστειλε εναντίον τους,τους ιππείς ,με το Μένιδα κι έτσι άρχισε η μάχη.

Οι Βάκτριοι ιππείς μόλις είδαν το Μένιδα να επιτείθεται σταμάτησαν τη κυκλική τους κίνηση και όρμησαν εναντίον του αναγκάζοντάς τον να υποχωρήσει αλλά αφού ήρθαν σε βοήθεια οι Παίονες και Έλληνες ιππείς οι Βάκτριοι αποκρούστηκαν. Ο σατράπης Βήσσος έσπευσε σε βοήθεια οδηγώντας το κύριο σώμα των Βακτρίων και οτυς Σκύθες και η μάχη έγινε σφοδρότερη και πολλοί Έλληνες σκοτώθηκαν αλλά τελικά κατόρθωσαν διατηρώντας τις γραμμές τους να ανοίξουν ρήγμα στην παράταξη των εχθρών.



Επειδή όμως συνεχιζόταν ακόμα η ιππομαχία ο Δαρείος διέταξε να επιτεθούν τα δρεπανηφόρα και όλη η πρώτη τάξη του στρατού με την ελπίδα ότι η φάλαγγα θα τρόμαζε από τα άρματα και αφού χτυπιόταν από τον επερχόμενο στρατό θα ανατρεπόταν ολοκληρωτικά.

Δυστυχώς για το Δαρείο το σχέδιο του αποδείχθηκε αναποτελεσματικό καθώς τα άλογα σκοτώνονταν από τους Μακεδόνες ακοντιστές και τοξότες , τρομοκρατούνταν από το θόρυβο που προξενούσαν οι φαλαγγίτες χτυπώντας τις σάρισσες και τις ασπίδες τους και από τα προτεταμένα δόρατα,έτσι τα περισσότερα γύρισαν πίσω.Αλλά και όσα κατάφεραν να φτάσουν ως τη φάλαγγα περνούσαν μέσα από τα κενά διαστήματα που οι φαλαγγίτες είχαν αφήσει επίτηδες.
Ο Αλέξανδρος αφού έδιωξε την απειλή των αρμάτων διέταξε τα στρατεύματα της 1ης τάξης που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν συμμετείχαν στη μαχη να αποκρούσουν μαζί με τους Παίονες τους εχθρούς που επιτέθηκαν εναντίον του από τη δεξιά πλευρά. Εκείνος αφού σταμάτησε τη λοξή κίνηση όρμησε στο ρήγμα που είχε δημιουργηθεί στην εχθρική παράταξη από την κυκλική κίνηση των Βακτρίων και επιτέθηκε κατευθείαν στο Δαρείο γύρω από τον οποίο είχε ξεσπάσει μάχη ανάμεσα στους σωματοφύλακες και τους εταίρους.

Ταυτόχρονα επιτέθηκε και η μακεδονική φάλαγγα προτείνοντας τις σάρισσες και για λίγο διάστημα η μάχη ήταν αμφίροπη γιατί εδώ μάχονταν τα καλύτερα τμήματα των Περσών,οι Έλληνες,οι Κάρες και οι Πέρσες σωματοφύλακες αλλά την εξαιρετική ανδρεία του στρατού του ματαίωσε για μια ακόμη φορά η δειλία του Δαρείου που βλέποντας την έφοδο ,των Μακεδόνων και τον ίδιο τον Αλέξανδρο να έρχεται εναντίον του,γύρισε το άρμα του προς τα πίσω και έδωσε το παράδειγμα της φυγής.

Η φυγή είχε σαν αποτέλεσμα την φυγή των στρατευμάτων γύρω από το Δαρείο που όχι μόνο ήταν τα πιο αξιώμαχα αλλά αποτελούσαν και το κυρίως όγκο του περσικού κέντρου χωρίζοντας το στρατό σε δυο τμήματα.Επειδή και ο Αρέτας μαζί με τουε Παίονες λύγισαν τους Βάκτριους τίποτα δεν εμπόδιζε πια την καταδίωξη.Μολονότι όμως τα πράγματα πήγαιναν καλά για την δεξιά πτέρυγα και το κάντρο των Μακεδόνων,δεν συνέβαινε το ίδιο και στα αριστερά.

Εδώ πολεμούσε ο Παρμενίωνας με το πέρση στρατηγό Μαζαίο και παρά τη φυγή του Δαρείου πιέστηκε τόσο ώστε αναγκάστηκε να ζητήσει βοήθεια από τον Αλέξανδρο ο οποίος αν και δυσανασχέτησε γιατί αναγκαζόταν να σταματήσει τη καταδίωξη ,έσπευσε μαζί με τους εταίρους και τις φάλαγγες που κατεύθαναν σταδιακά.Αλλά από το κενό που δημιουργήθηκε με τη στροφή αριστερά πέρασε ένα τμήμα Ινδών και Περσών που επιτέθηκε στους Μακεδόνε ς από τα μετόπισθεν και παρολίγο να λεηλατήσει τα σκευοφόρα αλλά και να απελευθερώσει την οικογένεια του Δαρειου. Πολύ γρήγορη ήταν όμως η αντίδραση των Μακεδόνων που χτυπώντας το τμήμα αυτό το διέλυσαν.
Ο Μαζαίος συνέχισε για λίγο ακόμα να πολεμά γενναία αλλά βλέποντας την ολοκληρωτική κατάρευση της αριστερης πλευράς και ενώ τον πίεζαν οι Θεσσαλοί και Έλληνες ιππείς κατάλαβε ότι μόνος του δεν θα μπορούσε να αλλάξει την έκβαση της μάχης και υποχώρησε πριν φτάσει στο σημείο ο Αλέξανδρος ,την πορεία του οποίου καθυστέρησαν κάποια τμήματα Περσών και Πάρθων ιππεών που υποχωρούσαν τελευταία από το κέντρο .

Αφού τους επιτέθηκε ο βασιλιάς μαζί με τους εταίρους έγινε φονική μάχη στην οποία έπεσαν 60 Μακεδόνες ιππείς ανάμεσα τους ο Ηφαιστίωνας ,ο Κοίνος και ο Μενίδας ενώ ο Αλέξανδρος κινδύνεψε πολύ.Αμέσως όμως μετά έφτασε στην αριστερή πλευρά βρίσκοντας τον Παρμενίωνα νικητή και βοηθώντας τον καταδίωξε τους εναπομείναντες εχθρούς.Το πόσοι σκοτώθηκαν στη μάχη δεν είναι σίγουρο. Ο Αρριάνος αναφέρει 300.000 νεκρούς ενώ ο Διόδωρος 90.000.Από τους Έλληνες αναφέρονται 500. Το βέβαιο είναι ότι ο περσικός στρατός σφαγιάστηκε και εν μέρει διαλύθηκε και δεν έγινε από τότε απόπειρα συγκρότησης νέου στρατού.

πηγες:
protesilaos
παπυρος
Μ.ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ η ζωή του
σελίδες ιστορίας
http://meklysma.blogspot.gr/2013/10/1-331-40000vs500000alexander-great.html